Το αύριο
|
J. G. Ballard
Tomorrow is a 1000000 years
από τη συλλογή "The day of forever", 1967
Μετάφραση: Ηλίας Πολυχρονάκης
Το δειλινό, οι άνεμοι του χρόνου θα φυσούν στη Θάλασσα των Ονείρων, και το ασημένιο ναυάγιο του θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου θα διαγράφεται στην άμμο από πετράδια, εκεί που βρίσκεται ο Γκλάνβιλ, στο υπόστεγο δίπλα στην άκρη της ξέρας. Κατά την διάρκεια της πρώτης εβδομάδας μετά τη σύγκρουση, όταν μόλις που μπορούσε να κουνάει το κεφάλι του είχε δει τα είδωλα του «Οσία Μαρία» και του «Χρυσή Ελαφίνα» να πλέουν προς το μέρος του μέσα στην χάλκινη άμμο, με το φθίνον φως του ηλιοβασιλέματος να φωτίζει τα διακοσμητικά παράθυρα των ψηλών βλοσυρών πυργίσκων τους. Αργότερα καθώς είχε σηκωθεί στην χειρουργική καρέκλα είχε δει τα πληρώματα - φαντάσματα αυτών των πλοίων - φαντασμάτων, ενώ οι σκοτεινές φιγούρες τους κοιτούσαν κάτω από τα καταστρώματα αξιωματικών. Κάποτε όταν μπορούσε να περπατήσει ξανά, ο Γκλάνβιλ βγήκε έξω στην επιφάνεια της λίμνης. Η γυναίκα του τον οδηγούσε από τον αγκώνα, καθώς προχωρούσε κουτσαίνοντας στο μπαστούνι του. 180 μέτρα από τον θαλαμίσκο του διαστημοπλοίου είχε δει ένα πελώριο πλοίο να υλοποιείται από το ναυάγιο και να κινείται μέσα στην άμμο προς το μέρος του, με τα τετράγωνα πανιά του σηκωμένα από τους ανέμους του χρόνου. Στο κερασί φως ο Γκλάνβιλ αναγνώρισε τις 2 άγκυρες της πλώρης να προεξέχουν σαν χαυλιόδοντες, τις σκληρές εργασίες στο μέσον του πλοίου και τα σιδερένια δεσμά και τα καμάκια για τις φάλαινες. Η Τζούντιθ έπιασε το χέρι του τραβώντας τον πίσω στο υπόστεγο αλλά ο Γκλάνβιλ έσπρωξε το χέρι της.
Κυλώντας αργά το μεγάλο πλοίο κορυφωνόταν σιωπηλά μέσα στην άμμο, το κουφάρι του ορθωνόταν πάνω τους σα να το βλέπανε από ένα σκιφ κάπου 20 μέτρα κάτω από το δεξί τόξο πλώρης. Καθώς παρασυρόταν με ένα αδύνατο αναστεναγμό της άμμου, στον ψίθυρο των ανέμων του χρόνου. Ο Γκλάνβιλ έδειξε τους τρεις άντρες που τους κοίταζαν από το τετράγωνο ιστίο - ο ψηλότερος με βλοσυρά μάτια και πρόσωπο σαν μπισκότο, ο δεύτερος ξέγνοιαστος και ο τρίτος κοκκινωπός και κάπνιζε πίπα.
«Μπορείς να τους δεις;» φώναξε ο Γκλάνβιλ. «Ο Στάρμπακ, ο Σταμπ και ο Φλασκ οι αξιωματικοί του «Πικώ»! Ο Γκλάνβιλ έδειξε στο πηδάλιο που ένας γέρος με άγρια ματιά ατένιζε την άκρη της ξέρας προς την οποία φαινόταν να κατευθύνεται για σύγκρουση. «Αχάμπ!» φώναξε προειδοποιητικά. Αλλά το πλοίο είχε φτάσει στην ξέρα και μετά - σε μια στιγμή - έσβησε στους βράχους που έμοιαζαν σαν τσουγκρισμένοι, με το πρυμναίο ιστίο φωτισμένο για μια στιγμή από το φως που χανόταν.
«Το «Πικώ» θεέ μου, μπορούσες να δεις το πλήρωμα, τον Ισμαήλ και τον Ταστέγκο... Ο Αχάμπ ήταν εκεί και οι αξιωματικοί - οι 3 σοβαροί άντρες του Μέλβιλ. Τους είδες Τζούντιθ;»
Η γυναίκα του έγνεψε καταφατικά, βοηθώντας τον να συνεχίσει ως το υπόστεγο, με ένα κατσούφιασμα κρυμμένο στο φως του σούρουπου. Ο Γκλάνβιλ ήξερε πολύ καλά ότι εκείνη ποτέ δεν είδε τα πλοία φαντάσματα αλλά τουλάχιστον φαινόταν να αισθάνεται ότι κάτι απέραντο και παράξενο κινιόταν στη λίμνη της άμμου, από τους ανέμους του χρόνου. Προς το παρόν ενδιαφερόταν περισσότερο για το ότι αυτός είχε θεραπευθεί από την μακριά πτήση, με το παράλογο ατύχημα, όταν ο θαλαμίσκος του διαστημοπλοίου τσακίστηκε στην προσγείωση.
«Αλλά γιατί το Πικώ;» ρώτησε ο Γκλάνβιλ όπως καθόντουσαν στις καρέκλες στη βεράντα του υπόστεγου. «Το Χρυσή Ελαφίνα και το Οσία Μαρία, ναι... εξερευνητικά πλοία, ο γύρος του κόσμου του Ντρέικ έχει μια βέβαιη ομοιότητα με μας που έχουμε διασχίσει το μισό σύμπαν - αλλά το πλοίο του Κρούσου θα ήταν πιο ταιριαστό, δεν συμφωνείς;»
«Γιατί;» η Τζούντιθ κοίταξε την άμμο που πλημμύριζε το πάτωμα της βεράντας με τις μεταλλικές γρίλιες. Γέμισε το ποτήρι της με σόδα από το σιφόνι και ύστερα έπαιξε με το αφρίζον υγρό, βλέποντας τις φυσαλίδες με τα αυστηρά της μάτια. «Επειδή είμαστε εγκαταλελειμμένοι ναυαγοί;»
«Όχι...» εκνευρισμένος από την απάντηση της γυναίκας του ο Γκλάνβιλ γύρισε να την αντικρίσει. Μερικές φορές η φλεγματική στάση της τον ενοχλούσε - εκείνη φαινόταν σχεδόν να απολαμβάνει να ξεφουσκώνει την αισιόδοξη διάθεσή του όσο έντονη και αν ήταν. «Θέλω να πω πως ο Ροβινσών Κρούσος όπως εμείς εδώ, έφτιαξε ένα νέο κόσμο για τον εαυτό του από τα κομμάτια του παλιού που έφερνε μαζί του... Μπορούμε να κάνουμε το ίδιο Τζούντιθ». Σταμάτησε, διερωτώμενος πώς να επαναβεβαιώσει την φυσική του αυθεντία, και μετά είπε με αρκετή έμφαση. «Δεν είμαστε εγκαταλελειμμένοι ναυαγοί».
Η γυναίκα του έγνεψε με το μακρύ της πρόσωπο ανέκφραστα. Κουνώντας μόλις το κεφάλι της κοίταξε πάνω στο νυχτερινό ουρανό ο οποίος ήταν ορατός πέρα από την άκρη της τέντας. Πάνω του, ψηλά, ένα μοναδικό φωτεινό σημείο διέσχιζε τον δίχως άστρα ουρανό - ο διακοπτόμενος φάρος έδινε το στίγμα του προς τον Βόρειο Πόλο. «Όχι δεν είμαστε εγκαταλελειμμένοι - όχι για πολύ, τέλος πάντων, με αυτό εκεί πάνω. Δεν θα αργήσει να μας φτάσει ο Μοίραρχος Θόρνβαλντ».
Ο Γκλάνβιλ κοίταξε τον πάτο του ποτηριού του. Αντίθετα με την γυναίκα του, δεν ήταν πολύ ευχαριστημένος στη θέα αυτού του αυτόματου φάρου έκτακτης ανάγκης στο πλοίο ελέγχου, που έκπεμπε με ραδιοσήματα τη θέση τους στο σύμπαν ευρύτερα. «Θα μας φτάσει, εντάξει. Ευτυχώς. Αντί να τον έχουμε για πάντα πίσω μας θα απελευθερωθούμε απ' αυτόν για πάντα. Δεν θα στείλουν άλλον μετά τον Θόρνβαλντ».
«Ίσως όχι». Η Τζούντιθ χτύπησε ελαφρά το μεταλλικό τραπέζι... «Αλλά πως σκοπεύεις να τον ξεφορτωθείς; Μη μου πεις πως θα πιαστείτε σε ένα ηθικό αγώνα, από την στιγμή που μετά δυσκολίας μπορείς να πάρεις τα πόδια σου».
Ο Γκλάνβιλ χαμογέλασε σε μια προσπάθεια να αγνοήσει τον σαρκασμό στη φωνή της γυναίκας του. Όσο και αν οι ικανότητές του ή η επιδεξιότητά του, η πονηριά και ακόμη το κουράγιο του τους έφεραν εδώ, αυτή ακόμη τον αντιμετώπιζε σαν κάτι από ένα δυσνόητο αστείο. Φορές φορές αναρωτιόταν αν ήταν καλύτερα να την άφηνε πίσω. Μόνος εδώ δεν θα είχε κανένα να του υπενθυμίζει την πλαδαρή μεσήλικη φιγούρα του τους μικρούς δισταγμούς και τις φαντασιώσεις του. Θα μπορούσε να κάθεται αναπαυτικά μπροστά στα αργά ηλιοβασιλέματα και να απολαμβάνει την παράξενη ποίηση της Θάλασσας των Ονείρων.
Όπως και να' χε έτσι και ξεφορτωνόταν τον Θόρνβαλντ εκείνη θα τον έπαιρνε επιτέλους στα σοβαρά. «Μην ανησυχείς δεν θα υπάρξει αγώνας μέχρι θανάτου. Θα αφήσουμε τους ανέμους του χρόνου πάνω του».
Απτόητη η Τζούντιθ είπε. «Θα εξαπολύσεις ένα από τα πλοία φαντάσματά σου να τον βάλει κάτω; Αλλά ίσως να μην τα βλέπει».
Ο Γκλάνβιλ ατένισε έξω στις σκοτεινές σπηλιές του αμμούφαλου που πλαισίωναν την βόρεια όχθη της λίμνης 3 χιλιόμετρα μακριά. Παρά την ομοιομορφία τους - συστήματα λιμνών σκέπαζαν ολόκληρο τον πλανήτη - οι επίπεδες προοπτικές του τοπίου τον μάγευαν. «Δεν έχει σημασία αν βλέπει ή όχι. Με την ευκαιρία ήταν το Πικώ απόψε το βράδυ. Κρίμα που έχασες τον Αχάμπ. Ήταν όλοι εκεί ακριβώς όπως το περιέγραψε ο Μέλβιλ στο Μόμπυ Ντικ».
Η γυναίκα του σηκώθηκε σαν να ήξερε πως άρχιζε μια από τις ραψωδίες του ξανά. Ξεσκόνισε την λευκή άμμο που έμοιαζε με δαντέλα στο μπλε μπροκάρ του φορέματός της. «Ελπίζω να' χεις δίκιο. Ίσως δεις τον Ιπτάμενο Ολλανδό την επόμενη φορά».
Αποσπασμένος από τις σκέψεις του ο Γκλάνβιλ κοίταζε την ψηλή της φιγούρα να απομακρύνεται στο κεκλιμένο της ακτής, ακολουθώντας την παλιρροιακή γραμμή που σχηματιζόταν από την άμμο που την έπαιρνε ο αέρας, στην επιφάνεια της λίμνης. Ο Ιπτάμενος Ολλανδός; Μια περίεργη παρατήρηση. Με το που ήρθαν σε αυτό το μακρινό πλανήτη μόνοι τους θα έχαναν 7 χρόνια της ζωής του λόγω της διαστολής του χρόνου αν ποτέ διάλεγαν να γυρίσουν πίσω - συμπτωματικά τόση ήταν η περίοδος που παρήλθε ενώ ο καταδικασμένος Ολλανδός περιπλανιόταν στις θάλασσες. Κάθε 7 χρόνια θα ερχόταν στην ακτή, ελεύθερος να μείνει μόνο αν έβρισκε την αγάπη μιας πιστής γυναίκας.
Ήταν αυτός ο ίδιος ο Ολλανδός; Ίσως με μια μακρινή έννοια. Ή ο Θόρνβαλντ; Αυτός και η Τζούντιθ είχαν συναντηθεί στη διάρκεια των προκαταρκτικών συνεντεύξεων και - αν και φαινόταν απίστευτο - θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι μεταξύ τους. Ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψει ότι ο Θόρνβαλντ τους καταδίωκε τόσο μακριά θυσιάζοντας όλες τις ελπίδες για αρχαιότητα βαθμού και προαγωγή πάνω σε επουσιώδεις παραβάσεις μετανάστευσης. Η διασπορά σαν βακτηρίδια ίσως ήταν σοβαρή σε μερικούς πλανήτες αλλά αυτοί είχαν περιοριστεί σε άγονους κόσμους σε ένα άδειο άκρο του σύμπαντος.
Ο Γκλάνβιλ κοίταξε έξω στο ναυάγιο του θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου. Για μια στιγμή είδε μια αναλαμπή από κοντραπαπαφίγκους και παπαφίγκους λες και η άμμος ήταν έτοιμη να ξεράσει το «Κάττυ Σαρκ». Αυτό το παράξενο φαινόμενο, ένα επακόλουθο της αρρώστιας του χρόνου που προξενούσαν οι αχανείς αποστάσεις του διαστρικού χώρου αποκαλυπτόταν όλο και περισσότερο στη διάρκεια της μακριάς πτήσης. Όσο πιο βαθιά εισχωρούσαν μέσα στο βαθύ διάστημα τόσο μεγάλωνε η νοσταλγία του ανθρώπινου μυαλού κι η λαχτάρα του να μεταμορφώνει κάθε τεχνητό αντικείμενο όπως τα διαστημόπλοια με τα οποία ταξίδευαν στους αρχαϊκούς τους προγόνους. Η Τζούντιθ για κάποιο λόγο ήταν απρόσβλητη αλλά ο Γκλάνβιλ είχε δει μια σειρά εκπληκτικά οράματα - θραύσματα από τους μύθους και τα όνειρα του παρελθόντος της γης, αναγεννημένα από τις νεκρές λίμνες και τις απολιθωμένες θάλασσες των ξένων κόσμων.
Η Τζούντιθ φυσικά, είχε στερηθεί όχι μόνο ολόκληρη τη φαντασία της αλλά δεν ένοιωθε αισθήματα ενοχής για το έγκλημα του Γκλάνβιλ, η μνήμη του οποίου το είχε εντελώς απωθημένο - δεν ήταν δικιά της ευθύνη αν και θα μπορούσε να ήταν και των δύο. Από την άλλη οι αποτυχίες για τις οποίες αυτή τον κατηγορούσε σιωπηλά κάθε μέρα, ήταν αυτές του χαρακτήρα, πιο σοβαρές στα μάτια της από κατάχρηση, σοβαρό τραυματισμό ή ακόμα και φόνο. Αυτό ακριβώς έδινε πιθανότητες στο σχέδιό του να αντιμετωπίσει μια και καλή τον Μοίραρχο Θόρνβαλντ.
Τρεις εβδομάδες αργότερα, όταν ο Θόρνβαλντ έφτασε ο Γκλάνβιλ είχε συνέλθει εντελώς από το ατύχημα. Από την κορυφή του αμμούφαλου που προεξείχε από το δυτικό άκρο της λίμνης έβλεπε την κάψουλα να προσγειώνεται 200 μέτρα από το υπόστεγο. Η Τζούντιθ στεκόταν κάτω από την τέντα με το ένα χέρι υψωμένο να αποκρούει την σκόνη που κλωτσούσαν οι επιβραδυντικοί ωθητήρες. Αυτή δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ για την στρατηγική του Γκλάνβιλ να αντιμετωπίσει τον Θόρνβαλντ, αλλά πότε πότε την έβλεπε να κοιτάζει ψηλά, στο φάρο του σκάφους ελέγχου, σαν να υπολόγιζε τις μέρες που θα έπαιρνε στον Θόρνβαλντ να τους πιάσει. Ο Γκλάνβιλ ήταν έκπληκτος με την υπομονή της. Κάποτε, μια εβδομάδα πριν έρθει ο Θόρνβαλντ, σχεδόν την προκαλούσε να του πει αν πίστευε πραγματικά ότι ήταν ικανός να φέρει καπάκι τον αξιωματικό της αστυνομίας. Από μια περίεργη ειρωνεία συνειδητοποιούσε ότι προφανώς τον πίστευε, αλλά τότε γιατί τον περιφρονούσε ακόμη;
Καθώς το δεξί παραθυράκι της κάψουλας έπεφτε πίσω, ο Γκλάνβιλ στάθηκε πάνω στην άκρη του υφάλου και άρχισε να γνέφει με τα δυο του χέρια. Έκανε την διαδρομή κατεβαίνοντας την πλαγιά του υφάλου, μετά πήδηξε το τελευταίο ενάμισι μέτρο ως το δάπεδο της λίμνης και έτρεξε προς την κάψουλα. «Θόρνβαλντ! Μοίραρχε, χαίρομαι που σας βλέπω!»
Παγιδευμένο μέσα στο ατσάλινο κολάρο της στολής του το κουρασμένο πρόσωπο του αστυνομικού κοίταξε πάνω προς τον Γκλάνβιλ μέσα από το ανοιχτό παραθυράκι. Με μια προσπάθεια σηκώθηκε πάνω και αποδέχτηκε την χειραψία του Γκλάνβιλ. Μετά κατέβηκε στο έδαφος. Προσέχοντας να μη γυρίσει την πλάτη στον Γκλάνβιλ άνοιξε το φερμουάρ της στολής του και έριξε μια γρήγορη ματιά στο υπόστεγο και το ναυάγιο του θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου.
Ο Γκλάνβιλ έκοβε βόλτες πέρα δώθε, γύρω του. Οι επιφυλακτικοί τρόποι του Θόρνβαλντ με το χέρι του δίπλα στη θήκη με το όπλο του για κάποιο λόγο τον διασκέδαζαν. «Μοίραρχε κάνατε μια έξοχη προσγείωση - ωραία σκοπευτική δεινότητα, να φτάσετε τελικά για αυτό το θέμα. Είδατε τον φάρο υποθέτω αλλά ακόμη κι έτσι...» Όταν ο Θόρνβαλντ ήταν έτοιμος να μιλήσει ο Γκλάνβιλ συνέχισε να φλυαρεί. «Όχι δεν τα παράτησα από απελπισία, να πάρει ο διάολος, στην πραγματικότητα τρακάραμε! Μπορείς να το φανταστείς; Αφού κάναμε τόσο δρόμο παραλίγο να σπάσουμε το σβέρκο μας. Ευτυχώς η Τζούντιθ είναι εντάξει, ούτε μια γρατσουνιά δεν έχει, θα χαρεί να σε δει Μοίραρχε».
Ο Θόρνβαλντ έγνεψε αργά. Τα μάτια του ακολουθούσαν την κοντόχοντρη ιδρωμένη φιγούρα του Γκλάνβιλ καθώς περιφερόταν γύρω από την κάψουλα. Αυτός ήταν ένας ψηλός καμπουριασμένος άντρας με σκληρό, απαισιόδοξο πρόσωπο και όλη την επιφυλακτικότητα ενός αστυνομικού που υπηρετούσε πολύ καιρό. Φαινόταν κάπως αναστατωμένος από το μανιώδες βάδισμα του Γκλάνβιλ.
Ο Γκλάνβιλ έδειξε στο υπόστεγο. «Έλα θα δειπνήσουμε, πρέπει να είσαι εξαντλημένος». Έκανε μια χειρονομία προς τη λίμνη της άμμου και τον κενό ουρανό. «Δεν είναι σπουδαίο μέρος εδώ, το ξέρω, αλλά είναι αναπαυτικό. Μετά από μερικές μέρες -»
«Γκλάνβιλ!» Ο Θόρνβαλντ σταμάτησε. Με ακίνητο πρόσωπο άπλωσε το ένα χέρι του σα να ήθελε να αγγίξει τον ώμο του. «Έχεις συνείδηση του γιατί βρίσκομαι εδώ;»
«Φυσικά Μοίραρχε» Ο Γκλάνβιλ του χαμογέλασε ξέγνοιαστα. «Για το όνομα του Θεού σταμάτα να το παίρνεις τόσο σοβαρά. Δεν πρόκειται να δραπετεύσω. Δεν υπάρχει πουθενά μέρος για να πάω».
«Όσο καιρό το συνειδητοποιείς». Ο Θόρνβαλντ περπατούσε βαριά στην κορυφαία επιφάνεια της λεπτής άμμου, με προσεκτικά τοποθετημένα τα πόδια του, σα να δοκίμαζε το κύρος αυτού του πλανήτη με τον ένοικό του σε κατάσταση ευφορίας. «Μπορείς να φας κάτι, μετά πρέπει να ετοιμαστούμε να γυρίσουμε πίσω».
«Όπως προτιμάς Μοίραρχε αλλά πάλι δεν υπάρχει τόση βιασύνη. 7 χρόνια να πας και να έρθεις τι διαφορά έχουν λίγες ώρες ή ακόμα και μέρες; Όλοι αυτοί οι μικροί που το παίζουν μάγκες, που τους άφησες πίσω σου στο τμήμα θα είναι αρχιδιευθυντές τώρα. Εγώ δεν θα βιαζόμουν τόσο, εξάλλου ακόμα και αν οι νόμοι μετανάστευσης ίσως έχουν αλλάξει...»
Ο Θόρνβαλντ κούνησε το κεφάλι του αυστηρά. Ο Γκλάνβιλ ήταν έτοιμος να τον συστήσει με την Τζούντιθ που στεκόταν ήσυχη στη βεράντα έξι μέτρα πιο πέρα, αλλά ξαφνικά ο Θόρνβαλντ σταμάτησε και έριξε μια ματιά κατά μήκος της λίμνης σα να έψαχνε για ένα δεινό σκοπευτή κρυμμένο μέσα στους υφάλους.
«Όλα εντάξει;» ρώτησε ο Γκλάνβιλ. Αλλάζοντας τον τόνο και το τέμπο της φωνής του παρατήρησε ήσυχα. «Την λέω θάλασσα των ονείρων. Είμαστε πολύ μακριά από τα σπίτια μας Μοίραρχε. Υπάρχουν παράξενα οράματα εδώ το ηλιοβασίλεμα. Έχε τους την πλάτη γυρισμένη». Έγνεψε στην Τζούντιθ που τους έβλεπε να πλησιάζουν με σουφρωμένα χείλια. «Είναι ο Μοίραρχος Θόρνβαλντ, αγάπη μου. Σωθήκαμε επιτέλους».
«Κατά κάποιον τρόπο». Αυτή αντίκρισε τον Θόρνβαλντ που στεκόταν δίπλα στον Γκλάνβιλ, σα να δίσταζε να μπει στο υπόστεγο. «Ελπίζω να τα βρίσκεις απαραίτητα όλα αυτά Μοίραρχε. Η εκδίκηση είναι φτωχό κίνητρο για την Δικαιοσύνη».
Ο Γκλάνβιλ καθάρισε τον λαιμό του. «Λοιπόν ναι αγάπη μου, αλλά... Έλα κάτσε Μοίραρχε, θα πιούμε ένα ποτό. Τζούντιθ μπορείς να ...»
Μετά από μια παύση κούνησε το κεφάλι της και μπήκε στο υπόστεγο.
Ο Γκλάνβιλ έκανε μια χειρονομία προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. «Μια δύσκολη στιγμή Μοίραρχε αλλά όπως ξέρεις η Τζούντιθ ήταν πάντα ισχυρογνώμων».
Ο Θόρνβαλντ κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του παρατηρώντας τον Γκλάνβιλ, καθώς ο τελευταίος τράβηξε την καρέκλα του γύρω από το τραπέζι. Έδειξε το ναυάγιο του θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου. «Πόσο άσχημη είναι η ζημιά της; Θα της ρίξουμε μια ματιά αργότερα».
«Είναι χάσιμο χρόνου Μοίραρχε. Είναι απόλυτα άχρηστη».
Ο Θόρνβαλντ περιεργάστηκε προσεκτικά το ναυάγιο. «Ακόμα κι έτσι θα θελα να την απολυμάνω πριν φύγουμε».
«Δεν είναι άσκοπο; Κανείς δεν θα έρθει εδώ. Όλος ο πλανήτης είναι νεκρός. Τέλος πάντων, υπάρχει μια καλή ποσότητα καύσιμης ύλης στο ντεπόζιτο. Αν κάνεις βραχυκύκλωμα με τα σπρέι του το όλο πράγμα θα μπορέσει να σηκωθεί». Ο Γκλάνβιλ κοίταξε γύρω του ανυπόμονα. «Που είναι αυτά τα ποτά, η Τζούντιθ είναι - »
Άρχισε να σηκώνεται και βρήκε τον Θόρνβαλντ να τον ακολουθεί στην πόρτα του υπόστεγου. «Είναι εντάξει Μοίραρχε».
Ο Θόρνβαλντ έγειρε με απάθεια στην πόρτα. Κοίταξε κάτω ακριβώς στο παχουλό πρόσωπο του Γκλάνβιλ. «Άσε με να σε βοηθήσω».
Ο Γκλάνβιλ σήκωσε τους ώμους και έκανε νόημα προς το μέρος του αλλά μετά σταμάτησε. «Μοίραρχε, για όνομα του Θεού! Αν ήθελα να ξεφύγω δεν θα σε περίμενα εδώ. Πίστεψέ με, δεν έχω κανένα όπλο σε μια μπουκάλα ουίσκι ή κάτι τέτοιο. Απλώς δεν θέλω μια σκηνή ανάμεσα σε σένα και την Τζούντιθ».
Ο Θόρνβαλντ έγνεψε καταφατικά και κατόπιν περίμενε στο άνοιγμα της πόρτας. Όταν ο Γκλάνβιλ γύρισε με το δίσκο, επέστρεψε στη θέση του, με τα μάτια του να ψάχνουν το υπόστεγο, και την ακτή που το περίβαλλε σα να έψαχνε ένα χαμένο στοιχείο από ένα παζλ. «Γκλάνβιλ, πρέπει να σου κάνω μήνυση - είσαι ενήμερος τι θα αντιμετωπίσεις όταν γυρίσεις;»
Ο Γκλάνβιλ σήκωσε τους ώμους του. «Φυσικά, αλλά τελικά η παράβαση ήταν σχετικά ασήμαντη, δεν ήταν;» Πήγε προς την στολή πτήσης του Θόρνβαλντ που ήταν απλωμένη στα κάγκελα της βεράντας. «Μπορώ να το μετακινήσω αυτό από τον ήλιο; Που πήγε η Τζούντιθ;»
Καθώς ο Θόρνβαλντ έριξε μια γρήγορη ματιά στην πόρτα του υπόστεγου, ο Γκλάνβιλ έφτασε το ατσάλινο μολύβι στη θήκη στο δεξί γόνατο της στολής. Το τράβηξε έξω από την χαραμάδα κι ύστερα απελπισμένα το πέταξε στο μεταλλικό πάτωμα.
«Τι είναι τούτο;» ρώτησε. «Ένας πυρσός;» Η γροθιά του έσπρωξε το ακροφύσιο στόμια και μετά κινήθηκε γρήγορα στο ελατηρωτό πτερυγίδιο.
«Μην το πατάς αυτό!» Ο Θόρνβαλντ είχε σηκωθεί. «Είναι ένας ραδιο - ανακλαστήρας, θα γεμίσεις τον τόπο με - » Τεντώθηκε πάνω από το τραπέζι και προσπάθησε να το αρπάξει από τον Γκλάνβιλ. Μετά τίναξε τον άνω πήχη από τον βραχίονά του να προστατεύσει το πρόσωπό του.
Ένας εκπληκτικός πίδακας από αεριοποιημένο αλουμίνιο ξεχύθηκε ξαφνικά από το στόμιο, που ήταν στα χέρια του Γκλάνβιλ, αναβλύζοντας σαν ένα πυροτέχνημα. Το αστροστολισμένο του σύννεφο γέμισε την βεράντα βάφοντας τους τοίχους και το ταβάνι. Ο Θόρνβαλντ κλώτσησε παράμερα το τραπέζι και έχωσε το πρόσωπο στα χέρια του - με τα μαλλιά και το μέτωπο σκεπασμένα με ασημένια μπογιά.
Ο Γκλάνβιλ υποχώρησε στα σκαλοπάτια ενώ κηλίδες μπογιάς είχαν πεταχτεί στα χέρια του και το στήθος του ρίχνοντας τον πίδακα πάνω στον αστυνομικό. Πέταξε το μεταλλικό κοντάκι στο πάτωμα ενώ οι τελευταίοι του πίδακες ξεχυνόταν κατά ριπές στο φως του ήλιου παρασυρόμενες από τη μετακίνηση των ρευμάτων, σαν ένα σμήνος πυγολαμπίδες. Μετά με το κεφάλι κάτω, ο Γκλάνβιλ έκανε στροφή και έτρεξε προς την άκρη του αμμούφαλου 45 μέτρα πιο πέρα.
Δυο ώρες αργότερα, καθώς προχωρούσε κουτσαίνοντας στα σπήλαια του υφάλου στην δυτική ακτή της λίμνης, ο Γκλάνβιλ διασκέδαζε, βλέποντας την ασημοβαμένη φιγούρα του Θόρνβαλντ να βαδίζει έξω από το προαύλιο, στο φως του ήλιου. Το σύννεφο ατμού πάνω από το υπόστεγο είχε κατακαθίσει και τα μονότονα γκρίζα φύλλα στην οροφή και τις πλευρές ήταν τώρα ένα λαμπρό επαλουμινωμένο ασήμι, που έλαμπε στον ήλιο σα ναός. Στο πλαίσιο του ανοίγματος της πόρτας ήταν η Τζούντιθ, παρατηρώντας τον Θόρνβαλντ να περπατάει αργά προς την κάψουλά του. Εκτός από τα 2 αποτυπώματα των χεριών του, μέσα στα οποία το πρόσωπό του ήταν καθαρό, ολόκληρο το σώμα του είχε σκεπαστεί με μόρια αλουμινίου. Τα μαλλιά του σπινθηροβολούσαν στον ήλιο σαν ασημένιο έλασμα.
«Γκλάνβιλ!» η φωνή του Θόρνβαλντ λίγο γκρινιάρικη αντήχησε στις γαλαρίες της ξέρας. Το καπάκι της θήκης του πιστολιού του ήταν ανοιχτό αλλά το όπλο ήταν ακόμη στην θήκη, και ο Γκλάνβιλ υπόθεσε πως δεν είχε πρόθεση να ακολουθήσει τα ίχνη του μέσα στις γαλαρίες και τους διαδρόμους της ξέρας. Οι κολώνες από τηγμένη άμμο μόλις που στήριζαν το βάρος τους - κάθε λίγες ώρες θα γινόταν μια υπόκωφη έκρηξη καθώς η μια ή η άλλη από τις μεγάλες κιονοστοιχίες κατέρρεαν σε ένα σύννεφο σκόνης.
Χαμογελώντας πλατιά στον εαυτό του ο Γκλάνβιλ έβλεπε τον Θόρνβαλντ να κοιτά πίσω στο υπόστεγο. Ολοφάνερα παραξενεμένη από τη μονομαχία των 2 αντρών η Τζούντιθ καθόταν στην βεράντα παρατηρώντας όπως μια μεσαιωνική κυρία θα έβλεπε ένα τουρνουά.
Ο Μοίραρχος της αστυνομίας κινήθηκε προς τον ύφαλο με τα πόδια του άκαμπτα και άβολα σα να είχε αυτοσυνείδηση της σπινθηροβόλου του μορφής. Ο Γκλάνβιλ χαμογελώντας έξυσε την άμμο από τον κυρτό ύφαλο πάνω από το κεφάλι του και την έτριψε στις ασημένιες κηλίδες μπογιάς στα μανίκια και στο παντελόνι του, καθώς έπινε από το παγούρι του με το νερό που είχε κρύψει στην ξέρα πριν τρεις μέρες, έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Ήταν σχεδόν τρεις η ώρα - σε 4 ώρες τα φαντάσματα θα κουνιόταν στην λίμνη από άμμο. Χτύπησε ελαφρά με την παλάμη του το πακέτο που ήταν τυλιγμένο σε γκρίζα πλαστικά σεντονόπανα, στην κορυφή δίπλα του.
Στις 7 η ώρα οι άνεμοι του χρόνου άρχισαν να φυσούν στην Θάλασσα των Ονείρων. Καθώς ο ήλιος έπεφτε πίσω από τις κορυφές της δύσης οι μακριές σκιές των αμμουφάλων διέσχιζαν το δάπεδο της λίμνης θολώνοντας τις φλέβες χαλαζία σα να περιστοίχιζαν ένα λαβύρινθο από μυστικά μονοπάτια.
Ζαρωμένος στην βάση του υφάλου ο Γκλάνβιλ προχώρησε σιγά στην ακτή, με την πασαλειμμένη με άμμο μορφή του, μόλις να διακρίνεται στο σκοτάδι. 350 μέτρα πιο πέρα ο Θόρνβαλντ στεκόταν μόνος στη βεράντα του υπόστεγου. Η ασημένια του μορφή φωτιζόταν από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Βλέποντάς τον από την κοίτη της λίμνης, ο Γκλάνβιλ το θεώρησε δεδομένο, ότι ήδη οι άνεμοι του χρόνου κινούνταν κατά πάνω του, φέρνοντας παράξενες εικόνες από πλοία και θάλασσες - φαντάσματα, γεμάτες ίσως από γοργόνες και παραισθητικά τέρατα. Ο Θόρνβαλντ καθόταν άκαμπτος στην καρέκλα του, με το ένα χέρι στα κάγκελα μπροστά του.
Ο Γκλάνβιλ κινιόταν στην ακτή επιλέγοντας τον δρόμο του ανάμεσα στις φλέβες του θαμπωμένου χαλαζία. Καθώς το ναυάγιο του θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου και η μικρότερη κάψουλα δίπλα, ήταν ανάμεσα σε αυτόν και το υπόστεγο άρχισε να βλέπει τις αμυδρές σιλουέτες ενός πλοίου ξεφλουδισμένου στο κάτω μέρος, κάποια σκούνα ή γολετέμπρικο μουδαρισμένο, σα να περίμενε αγκυροβολημένο σε κάποια πειρατική λιμνοθάλασσα. Αγνοώντας το ο Γκλάνβιλ σύρθηκε σε ένα ρηχό βαθούλωμα που διέσχιζε την λίμνη κάπου ένα μέτρο από το δάπεδο της υπόλοιπης λίμνης. Κρατώντας την ανάσα του έλυσε το πακέτο μετά μετέφερε το αντικείμενο που ήταν μέσα κάτω από το χέρι του, σα να ξεκινούσε για το ναυάγιο του θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου που τρεμόλαμπε.
20 λεπτά αργότερα ο Γκλάνβιλ βγήκε από την πλεονεκτική θέση πίσω από τον θαλαμίσκο του διαστημοπλοίου. Γύρω του έπλεαν φασματικά κουφάρια 2 πλοίων με τετράγωνα πανιά, με τις πλευρές τους να βυθίζονται μέσα στην ζεστή άμμο. Προσηλωμένος στο υπόστεγο μπροστά του όπου η ασημένια φιγούρα του Θόρνβαλντ στεκόταν σαν ηλεκτρισμένο φάντασμα - ο Γκλάνβιλ πέρασε από το ημιδιάφανο είδωλο του παλαμαριού της άγκυρας που κύρτωνε κάτω, προς την επιφάνεια της λίμνης, μπροστά του. Κρατώντας το αντικείμενο που είχε πάρει από το πακέτο που ήταν πάνω από το κεφάλι του σαν ένα φανάρι περπάτησε σταθερά προς το υπόστεγο.
Τα κουφάρια των πλοίων ήταν αγκυροβολημένα πίσω του. Καθώς έφτανε στην άκρη της λίμνης 10 μέτρα πιο πέρα, η ασημένια μπογιά από το υπόστεγο είχε πιτσιλίσει την άμμο με μια ανταύγεια από τεχνητό φεγγαρόφως, αλλά το υπόλοιπο της ακτής και της λίμνης ήταν σε ένα βαθύ σκοτάδι. Καθώς έφτανε στο υπόστεγο με ένα ρυθμικό δρασκέλισμα ο Γκλάνβιλ μπορούσε να δει καθαρά την ψηλή φιγούρα του Θόρνβαλντ να κάνει μια παθητική χειρονομία σε αυτόν με το ένα χέρι σηκωμένο προς το πιστόλι που ήταν στο τραπέζι.
Γρήγορα ο Γκλάνβιλ πέταξε παράμερα το αντικείμενο που είχε μεταφέρει μαζί του. Άρπαξε το πιστόλι πριν ο Θόρνβαλντ μπορέσει να κουνήσει. Κατόπιν ψιθύρισε περισσότερο στον εαυτό του παρά στον Θόρνβαλντ. «Παράξενες θάλασσες Μοίραρχε, σε είχα προειδοποιήσει...» Συσπείρωσε το σώμα του προς τα κάτω και άρχισε να οπισθοχωρεί στη βεράντα έχοντας στραμμένο το πιστόλι προς το στήθος του Θόρνβαλντ.
Μετά η πόρτα στα αριστερά του άνοιξε και πριν προλάβει να κουνηθεί η ημιδιαφανή φιγούρα της γυναίκας του προχώρησε από το εσωτερικό του υπόστεγου και κλώτσησε το όπλο από τα χέρια του.
Γύρισε προς τη μεριά της θυμωμένα, μετά ούρλιαξε προς το ακέφαλο φάντασμα που προχώρησε από μέσα του και έφυγε με δρασκελιές προς τα σκοτεινά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο κέντρο της λίμνης.
Δύο ώρες μετά την αυγή το επόμενο πρωί ο Μοίραρχος Θόρνβαλντ τελείωσε τις προετοιμασίες για την αναχώρηση. Τα τελευταία λεπτά στεκόταν στην βεράντα ατενίζοντας το ομοιόμορφο φως του ήλιου, πάνω από την άδεια λίμνη καθώς καθάριζε τα τελευταία ίχνη της μπογιάς αλουμινίου με ένα διαλυτικό σφουγγάρι. Κοίταξε στην καθιστή φιγούρα του Γκλάνβιλ, που ήταν δεμένος στην καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Αντίθετα με τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας ο Γκλάνβιλ φαινόταν ατάραχος και ήρεμος, ακόμα και ένα ίχνος χιούμορ έπαιζε γύρω από το απαλό του στόμα.
Κάτι σχετικό με αυτήν την αλλόκοτη γλυκύτητα έκανε τον Θόρνβαλντ να ανατριχιάσει. Ασφάλισε το πιστόλι του στην δερμάτινη θήκη. Άλλο ένα βράδυ δίπλα σε αυτή την τρελή λίμνη και θα το έστρεφε στο δικό του κεφάλι.
«Μοίραρχε...» ο Γκλάνβιλ τον κοίταξε με μια υπάκουη ματιά και μετά σήκωσε τους παχείς του ώμους μέσα στα σκοινιά. «Πότε θα τα λύσεις αυτά; Θα φύγουμε όπου να' ναι».
Ο Θόρνβαλντ πέταξε το σφουγγάρι στην ασημένια άμμο κάτω από το υπόστεγο. «Εγώ θα φύγω όπου να΄ ναι Γκλάνβιλ. Εσύ θα κάτσεις εδώ». Όταν ο Γκλάνβιλ άρχισε να διαμαρτύρεται, είπε «Δε νομίζω να υπάρχει σοβαρός λόγος να φύγεις. Όπως λες έχεις κτίσει το δικό σου μικρό κόσμο εδώ».
«Μα...» ο Γκλάνβιλ έψαξε το πρόσωπο του Μοίραρχου. «Ειλικρινά Θόρνβαλντ δε μπορώ να σε καταλάβω, πρώτα πρώτα γιατί ήρθες εδώ; Που είναι η Τζούντιθ επί τη ευκαιρία; Είναι κάπου εδώ γύρω».
Ο Θόρνβαλντ σιώπησε ατσαλώνοντας τον εαυτό του στο όνομα και την ανάμνηση της προηγούμενης νύχτας. «Ναι είναι κάπου εδώ, εντάξει». Σα να δοκίμαζε κάποια ασυναίσθητα στοιχεία στην μνήμη του Γκλάνβιλ είπε καθαρά. «Στην πραγματικότητα είναι στον θαλαμίσκο του διαστημοπλοίου».
«Στον θαλαμίσκο του διαστημοπλοίου!» ο Γκλάνβιλ έδωσε ένα τίναγμα στα σκοινιά του και μετά στραβοκοίταξε πάνω από τους ώμους του τον ήλιο. «Αφού της είπα να μην πηγαίνει εκεί. Πότε θα γυρίσει;»
«Θα γυρίσει μην ανησυχείς. Αυτό το βράδυ φαντάζομαι όταν οι άνεμοι του χρόνου θα φυσήξουν, αν και δεν θα' θελα να είμαι εδώ όταν θα έρθει αυτή. Αυτή η θάλασσά σου έχει άσχημα όνειρα Γκλάνβιλ».
«Τι εννοείς;»
Ο Θόρνβαλντ περπατούσε κατά μήκος της βεράντας. «Γκλάνβιλ έχεις ιδέα για ποιο λόγο είμαι εδώ; Γιατί σε κυνήγησα όλη αυτή την απόσταση;»
«Ο Θεός μόνο ξέρει. Κάτι σχετικό με τους νόμους αποικισμού».
«Τους νόμους αποικισμού!» Ο Θόρνβαλντ κούνησε το κεφάλι του. «Κάθε κατηγορία θα ήταν επουσιώδης». Μετά από μικρή παύση είπε «Για φόνο Γκλάνβιλ».
Ο Γκλάνβιλ κοίταξε πάνω με αληθινή έκπληξη. «Φόνο; Είσαι παλαβός! Τίνος για όνομα του Θεού;»
Ο Θόρνβαλντ χάιδεψε το τραχύ δέρμα γύρω από το πηγούνι του. Το χλωμό είδωλο των χεριών του ήταν προσκολλημένο ακόμα στο πρόσωπό του. «Της γυναίκας σου».
«Της Τζούντιθ! Μα είναι εδώ ηλίθιε, την είδες με τα μάτια σου όταν έφτασες».
«Εσύ την είδες Γκλάνβιλ, όχι εγώ. Αλλά καταλαβαίνω πως την έφερες εδώ μαζί σου όταν άρχισες να παίζεις τον ρόλο της χρησιμοποιώντας εκείνη την τρελή ναζιάρικη φωνή σου».
Ο Θόρνβαλντ
περπατούσε στην βεράντα αποστρέφοντας τα μάτια του από το ναυάγιο του
θαλαμίσκου του διαστημοπλοίου. Θυμόταν το τρελό όραμα που είχε δει το
προηγούμενο βράδυ καθώς καθόταν και πρόσεχε τον Γκλάνβιλ, περιμένοντας αυτόν
τον παράφρονα που είχε φύγει με το σώμα της δολοφονημένης του γυναίκας. Οι
άνεμοι του χρόνου είχαν φέρει την εικόνα ενός πλοίου φαντάσματος, του οποίου τα
ξύλα που σάπιζαν είχαν σχηματίσει μια παράξενη σιδεριά στον ήλιο του δειλινού -
μια σχάρα από μπουντρούμι. Μετά ξαφνικά είδε μια τρομακτική μορφή να περπατά σε
αυτήν την θάλασσα από αίμα, προς το μέρος του. Η εφιαλτική καπετάνιος αυτού
του Πλοίου της Κόλασης ήταν μια ψηλή γυναίκα με το αργό ρυθμικό βάδισμα της
δικής του νεκρώσιμης ακολουθίας. «και σάμπως χρυσάφι είναι τα κίτρινα μαλλιά της,
Η ΖΩΗ-ΜΕΣΑ-ΣΤΟ-ΘΑΝΑΤΟ, ο Εφιάλτης που το αίμα μας παγώνει, ήταν εκείνη.*». Εμβρόντητος στη θέα του κεφαλιού της Τζούντιθ σε
αυτή την Λάμια, μόλις που αναγνώρισε τον Γκλάνβιλ, τον παράφρονα ναυτικό της,
προτού του αρπάξει το πιστόλι.
Ο Γκλάνβιλ έσφιξε τους ώμους του κόντρα στα σκοινιά. «Μοίραρχε δεν ξέρω για την Τζούντιθ, δεν είναι πολύ ευτυχισμένη εδώ, και δεν θα τα πάμε ποτέ καλά έχοντας μόνο τους εαυτούς μας για παρέα. Θα ήθελα να έρθω με σένα».
«Λυπάμαι Γκλάνβιλ, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος - είσαι στο σωστό μέρος εδώ».
«Μα Μοίραρχε δεν κάνετε υπέρβαση εξουσίας; Αν υπάρχει κατηγορία για φόνο...»
«Όχι "μοίραρχος", Γκλάνβιλ - "αστυνομικός διευθυντής". Πήρα προαγωγή πριν φύγω και αυτό μου δίνει απόλυτη ελευθερία σε αυτές τις περιπτώσεις. Νομίζω ότι αυτός ο πλανήτης είναι αρκετά μακρινός. Κανείς δεν είναι πιθανό να έρθει εδώ και να σε ενοχλήσει».
Πήγε πάνω από τον Γκλάνβιλ και τον κοίταξε. Μετά πήρε ένα σουγιαδάκι από την τσέπη του και το ακούμπησε στο τραπέζι. «Θα πρέπει να μπορείς να βάλεις ένα χεράκι εδώ γύρω όταν σηκωθείς. Αντίο Γκλάνβιλ. Σε αφήνω εδώ στην επιχρυσωμένη σου κόλαση».
«Μα, Θόρνβαλντ! Διευθυντή!» ο Γκλάνβιλ στριφογύρισε απότομα στην καρέκλα. «Που είναι η Τζούντιθ; Φώναξέ την».
Ο Θόρνβαλντ κοίταξε πίσω από το φως του ήλιου. «Δεν μπορώ Γκλάνβιλ. Αλλά θα την δεις σύντομα. Αυτό το δειλινό όταν οι άνεμοι του χρόνου φυσήσουν θα στη φέρουν πίσω - μια νεκρή γυναίκα από μια νεκρή θάλασσα».
Ξεκίνησε προς την κάψουλα, μέσα στην άμμο από πετράδια.
* Αυτό το απόσπασμα από το τρίτο μέρος της Ριμάδας του Αρχαίου Ναυτικού, του Samuel Taylor Coleridge, ακολουθεί την μετάφραση του Αρη Δικταίου, στην Ιστορική Ανθολογία της Παγκόσμιας Ποίησης.