![]() |
![]() |
Η τεράστια δύναμη τον
ολοκληρωτικού κράτους βρίσκεται
στο ότι εξαναγκάζει αυτούς που τον
αντιτίθενται να το μιμηθούν.
Αντολφ Χίτλερ
Ποτέ δεν θα είμαστε
σκληροί και άκαρδοι, χωρίς να
υφίσταται ανάγκη - αυτό ας είναι
σαφές.
Εμείς οι Γερμανοί, πού
είμαστε ο μόνος λαός στον κόσμο πού
τηρεί μια μεγαλόψυχη συμπεριφορά
προς τα ζώα, Θα υιοθετήσουμε μια
επίσης μεγαλόψυχη συμπεριφορά προς
αυτά τα ανθρώπινα ζώα.
4 Οκτωβρίου 1943, Χάινριχ Χίμμλερ
Cyril Kornbluth
Two Dooms (1958)
Μετάφραση: Θανάσης Βέμπος
Ήταν Μάης. Το καλοκαίρι απείχε ακόμα πέντε βδομάδες, αλλά η απογευματινή ζέστη, κάτω απ' τις κυματοειδείς λαμαρινένιες στέγες του Τμήματος Μηχανολογίας Μανχάταν του Εργαστηρίου του Λος Αλαμος, δεν ήταν λιγότερο ανυπόφορη από τη ζέστη της ημέρας. Ο νεαρός δόκτωρ Εντουαρντ Ρόυλαντ είχε χάσει εφτά κιλά από το ήδη λιπόσαρκο κορμί του, στη διάρκεια του εννιάμηνου ειδυλλίου του με την έρημο. Κάθε μέρα, στις 5 και 45, όταν η θερμοκρασία έφτανε στο μέγιστο, αναρωτιόταν κατά πόσον ήταν ένα λάθος, για το οποίο θα μετάνιωνε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, το ότι είχε δεχτεί να δουλέψει στο Εργαστήριο, αντί να παραδοθεί άνευ όρων στα χέρια του τοπικού στρατολογικού γραφείου. Οι συμφοιτητές του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου μάζευαν, με υπερηφάνεια, παράσημα και τραύματα, από τη Σαϊπάν μέχρι τις Βρυξέλλες. Κάποιος απ' αυτούς, ένας πρώτης τάξης μαθηματικός, ονόματι Χάτφηλντ, δεν θα μελετούσε πια μαθηματικά. Είχε πέσει, μαζί με το βομβαρδιστικό του της Όγδοης Αεροπορικής Μοίρας, σε μια αερομαχία πάνω από τη Λίλλ.
Πες μας, μπαμπά, τι έκανες
στον πόλεμο;
«Χμ, παιδιά μου, είναι λίγο δύσκολο
να σας εξηγήσω. Υπήρχε ένα ηλίθιο
πρόγραμμα για την ατομική βόμβα,
που ποτέ δεν κατέληξε σε κάτι
συγκεκριμένο, και μας είχαν
μαντρωμένους σε ένα μέρος
ξεχασμένο από το Θεό, κάτω στο Νέο
Μεξικό. Κάναμε υπολογισμούς,
μετρήσεις και παίζαμε με το
ουράνιο' μάλιστα, μερικοί από μας
κάηκαν από τη ραδιενέργεια. Μετά ο
πόλεμος τέλειωσε και μας έστειλαν
στα σπίτια μας».
Ο Ρόυλαντ δεν ενθουσιαζόταν απ' αυτή την προοπτική. Είχε συγκαεί στις μασχάλες και περίμενε, με μεγάλη ανυπομονησία, να του στείλει το Τμήμα Υπολογιστών τα στοιχεία της Φάσης 56c -ο παιδιάστικος κωδικός σήμαινε Χρόνος Συναρμολόγησης Στοιχείου. Η Φάση 56c ήταν το «μωρό» που φρόντιζε ο Ρόυλαντ. Εργαζόταν υπό την επίβλεψη του Ρότσμιντ, επόπτη του 3ου Τμήματος Σχεδίασης του Όπλου, κι o Ρότσμιντ ήταν υπό την επίβλεψη του Οπενχάιμερ που ήταν το αφεντικό. Μερικές φορές, έκανε την εμφάνισή της η κομψή φυσιογνωμία του στρατηγού Γκρόουβς. Και μια φορά, o Ρόυλαντ είχε δει από το παράθυρο τον σεβάσμιο Χένρυ Λ. Στίμσον, τον Υπουργό Πολέμου, να περιδιαβαίνει τον σκονισμένο δρόμο, γερμένος πάνω στο μπαστούνι του, περιτριγυρισμένος από νεαρούς επιτελικούς αξιωματικούς. Αυτά ήταν, όλα κι όλα, όσα έβλεπε ο Ρόυλαντ από τον πόλεμο.
Εργαστήριο! Ακουγόταν δελεαστικό, ήρεμο φουριόζικο κι ωστόσο ήρεμο. Έτσι, αυτή την εποχή, ξυπνούσε κάθε πρωί στις εφτά από το "σφύριγμα του 'Όππυ", πεταγόταν από την κουκέτα του στα στενάχωρα παραπήγματα, έδινε μάχη για ένα ντους και ξυριζόταν παρέα με 37 άλλους επιστήμονες που μιλούσαν οχτώ διαφορετικές γλώσσες. Μετά καταβρόχθιζε ένα άθλιο πρωινό στο κυλικείο και διάβαινε το αγκαθωτό συρματόπλεγμα της Απαγορευτικής Γραμμής, πηγαίνοντας στο "γραφείο" του, ένα στενάχωρο κουβούκλιο από φιλαρισμένες σανίδες. Το "γραφείο" του ήταν μικρότερο και ζεστότερο από την κουκέτα του και πιο θορυβώδες, όλο ανθρώπινες φωνές και κροτάλισμα γραφομηχανών και ήχους χτυπημάτων στα πλήκτρα προσθετικών μηχανών.
Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, πίστευε πως έκανε καλή δουλειά. Δεν αισθανόταν και πολύ ευτυχισμένος, έτσι χωμένος στην τρύπα του και στο δικό του μικροσκοπικό πρόβλημα, τη Φάση 56c, αλλά αναμφίβολα ήταν πιο ευτυχισμένος απ' ότι ο Χάτφηλντ όταν χτύπησαν το βομβαρδιστικό του.
Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες... οι οποίες, βέβαια, συμπεριλάμβαναν μια παράξενη διαδικασία περίπλοκων υπολογισμών. Αντί για μια αξιόπιστη διαφορική αναλυτική συσκευή, υπήρχε μια ανθρωποθάλασσα από υπαλλήλους, κοπέλες με επιτραπέζιους υπολογιστές Μπάρροους. Οι κοπέλες φώναζαν «μπανζάι!», φόρτωναν τους υπολογιστές με διαφορικές εξισώσεις και τις ανέλυαν εξαντλητικά με τις μικρές προσθετικές μηχανές τους. Ο Ρόυλαντ έφερε στη μνήμη του τον όμορφο τεράστιο αναλογικό διαφοριστή του Κόναντ στο ΜΙΤ και του έτρεξαν τα σάλια. Ο διαφοριστής ήταν προφανώς κατειλημμένος από το μυστηριώδες «Εργαστήριο Ακτινοβολίας». Ο Ρόυλαντ υποπτευόταν ότι το «Εργαστήριο Ακτινοβολίας» είχε τόση σχέση με την ακτινοβολία, όση είχε και το δικό του «Τμήμα Μηχανολογίας Μανχάταν» με το Μανχάταν. Και υποτίθεται ότι σε λίγο καιρό ο κόσμος θα συγκλονιζόταν από μια Νέα Εξέλιξη της Υπολογιστικής, μια εξέλιξη που θα αχρήστευε ακόμα και τη συσκευή του ΜΙΤ' θα συγκλονιζόταν από μια μηχανή που θα διέθετε καθοδικούς σωλήνες, ρέλια και θα λειτουργούσε με δυαδική αριθμητική, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αντί να έχει τα αργά περιστρεφόμενα έκκεντρα, τις προεξέχουσες ράβδους και τις κομψές καμπύλες του αριστουργήματος του Κόναντ. Ο Ρόυλαντ συλλογίστηκε πως αυτό δεν θα του άρεσε περισσότερο από αυτές τις μικρόσωμες κοπέλες που φλυαρούσαν και, γεμάτες αυτοπεποίθηση, παραμέριζαν τα τσουλούφια από τα ιδρωμένα φρύδια τους.
Σκούπισε και τα δικά του
φρύδια με ένα μουσκεμένο μαντήλι κι
έριξε μια ματιά στο ρολόι του και
στο θερμόμετρο: Πέντε και τέταρτο
και 39°C.
Φευγαλέα από το μυαλό του πέρασε η
σκέψη να τα παρατήσει, να
κοντραριστεί με τους προϊσταμένους
του σε σημείο που να τον απορρίψουν
από το πρόγραμμα και να τον πάρει η
στρατολογία. Όμως όχι έπρεπε να
σκεφτεί και τη μεταπολεμική
καριέρα του. Αλλά ένα από τα «μεγάλα
κεφάλια», o Τέλλερ, ήταν ανένδοτος.
Είχε επανειλημμένα παρεκκλίνει από
την προσχεδιασμένη του αποστολή,
ώσπου ο Οπενχάιμερ τον είχε αφήσει
να φύγει. Τώρα ο Τέλλερ εργαζόταν με
τον Λόρενς στο Μπέρκλει, πάνω σε
κάτι που φημολογούνταν ότι είχε
μπαγιατέψει, έχοντας απορροφήσει
διακόσια πενήντα εκατομμύρια
δολάρια.
Μια κοπέλα ντυμένη στο χακί χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα. «Τα στοιχεία από το Τμήμα Υπολογιστών, Δρ. Ρόυλαντ. Ελέγξτε τα και υπογράψτε εδώ, παρακαλώ». Ο Ρόυλαντ μέτρησε τις δεκάδες σελίδες, υπόγραψε το χαρτί πάνω στο ντοσιέ που κρατούσε η κοπέλα και την επόμενη μισή ώρα καταπιάστηκε με τη μελέτη του υλικού.
Όταν έγειρε πίσω στην καρέκλα του, ο ιδρώτας έσταζε στα μάτια του αλλά ο Ρόυλαντ δεν έδινε σημασία. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά αλλά ούτε κι αυτό το πρόσεξε. Η Φάση 56ε του 3ου Τμήματος Σχεδιασμού του Όπλου είχε περατωθεί, είχε ολοκληρωθεί, με επιτυχία. Η απάντηση στην ερώτηση: «Μπορεί το μετάλλευμα του U235 να συναρμολογηθεί και να σχηματίσει κρίσιμη μάζα μέσα σε εφικτό χρονικό διάστημα;» ήταν «Ναι!»
Ο Ρόυλαντ ήταν άνθρωπος της θεωρίας, δεν ήταν κανένας Γουήτστοουν ή κανένας Κέλβιν. Του άρεσαν οι αριθμοί για χάρη των αριθμών και δεν είχε ιδιαίτερο πάθος να καταπιάνεται με καλώδια, μαρμαρυγίες και κομματάκια γραφίτη ώστε να μετατρέψει τα νούμερα σε κάτι απτό, να υλοποιήσει ένα υπέροχο καινούργιο μαραφέτι. Παρόλα αυτά, μπόρεσε να οραματιστεί αμέσως την τελική συναρμολόγηση της ατομικής βόμβας, μέσα στα πλαίσια της Φάσης 56ε. Έχεις στη διάθεσή σου αρκετά μικροδευτερόλεπτα για να συναρμολογήσεις την κρίσιμη μάζα, χωρίς αυτή να βράσει και να γίνει ατμός. Τα αξιοποιείς για να συναρμολογήσεις τα τμήματά της με ειδικά διαμορφωμένα φορτία. Μ' αυτή τη μέθοδο περισσεύουν άφθονα μικροδευτερόλεπτα επιπλέον. Πρακτικά αλάνθαστο. Και μετά απ' αυτό έρχεται η Μεγάλη Έκρηξη.
Ακούστηκε το «σφύριγμα του Οππυ». Ήταν ώρα παύσης εργασίας. Ο Ρόυλαντ καθόταν ακίνητος μέσα στο κουβούκλιό του. Φυσικά, τώρα θα έπρεπε να πάει στον Ρότσμιντ και να του το πει. Κατά πάσα πιθανότητα ο Ρότσμιντ θα τον χτυπούσε φιλικά στην πλάτη και θα του έβαζε ένα ποτήρι Μπολς Τζηνήβα, από την μακρόστενη καφετιά μποτίλια που φύλαγε στο χρηματοκιβώτιό του. Και μετά ο Ρότσμιντ θα πήγαινε στον Οπενχάιμερ. Πριν το ηλιοβασίλεμα, το πρόγραμμα θα άλλαζε προσανατολισμό! Τα Τμήματα 1, 2, 4 και 5 θα έκλειναν, και όλοι θα έπεφταν με τα μούτρα στο 3ο Τμήμα, αυτό που άξιζε τα λεφτά του! Το Πρόγραμμα θα προχωρούσε με ανανεωμένη ορμή. Εδώ και τρεις μήνες, το Πρόγραμμα είχε αποτελματωθεί και είχε καταντήσει ρουτίνα. Η Φάση 56ε ήταν τα πρώτα ευχάριστα νέα, τουλάχιστον μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες. Το πρόγραμμα είχε καταλήξει σε μια σειρά από αλλεπάλληλα αδιέξοδα. Στην τελευταία επίσκεψή του, o στρατηγός Γκρόουβς έμοιαζε κατσούφης και απογοητευμένος.
Μέσα στο φθαρμένο,
ηλιοψημένο κτίριο, ακούγονταν
συρτάρια γραφείων που έκλειναν.
Ακουγόταν ο βρόντος από τις πόρτες
των κουβούκλιων-γραφείων. Κάτω στο
διάδρομο κάποιος γελούσε βροντερά,
νευρικά. Κάποιος που περνούσε έξω
από την πόρτα του Ρόυλαντ φώναξε
ανυπόμονα: «...aber was kan man tun?»
Ο Ρόυλαντ μονολόγησε ψιθυρίζοντας:
«Παλιοβλάκα, τι σου πέρασε από το
μυαλό;»
Αλλά ήξερε -σκεφτόταν τη Μεγάλη Έκρηξη, τη Μεγάλη Βρώμικη Έκρηξη και το Βασανιστήριο. Τα αμείλικτα βασανιστήρια της παλιάς εποχής, απίστευτα σκληρά με τα σημερινά δεδομένα, που τέντωναν το κορμί ή το συνέθλιβαν, ή το έκαιγαν, ή κομμάτιαζαν τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Αλλά ακόμα κι εκείνα, τα παλιά αμείλικτα βασανιστήρια, απέφευγαν προσεκτικά τα πιο ευαίσθητα σημεία του σώματος, τα γεννητικά όργανα, μολονότι μια ζημιά σ' αυτά, ή μια πειστική απειλή, θα επέφερε άμεση και φλύαρη ομολογία. Θα πρέπει μάλλον να είσαι ψυχοπαθής για να βασανίζεις κάποιον άλλον άνθρωπο μ' αυτό τον τρόπο. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος ούτε καν το σκέφτεται.
Ένας δεκανέας της
στρατονομίας άνοιξε την πόρτα του
Ρόυλαντ και κοίταξε μέσα. «Ώρα για
ανάπαυση, καθηγητά», είπε.
«Εντάξει», είπε ο Ρόυλαντ. Μηχανικά
κλείδωσε τα συρτάρια του γραφείου
του και τα αρχεία, έκλεισε τα
πατζούρια κι έβγαλε το καλάθι των
αχρήστων στο διάδρομο. Κλείδωσε την
πόρτα. Αλλη μια μέρα' ακόμα ένα
μεροκάματο.
Μπορεί το σχέδιο να ακυρωνόταν. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Το τεράστιο μαραφέτι στο Μπέρκλευ το αποδείκνυε αυτό. Κι απ' το παράπηγμα του Ρόυλαντ έλειπαν δύο φυσικοί. Τα κουβούκλιά τους έμεναν αδειανά από τότε που τους στρατολόγησαν στο ΜΙΤ για κάποιο ανθυποβρυχιακό πρόγραμμα. Ο Γκρόουβς δεν έμοιαζε και πολύ ευχαριστημένος, στην τελευταία του επίσκεψη. Αραγε πώς παίρνει τις αποφάσεις του ένας στρατηγός; Αραγε θα τους έδινε τρεις μήνες διορία και μετά καπούτ; Μπορεί η υπομονή του Στίμσον να εξαντλούνταν και μετά ολόκληρο το Τμήμα καπούτ. Μπορεί ο Ρούζβελτ να έλεγε στο Υπουργικό Συμβούλιο: «Μια που το 'φερε η κουβέντα, Χένρυ, τι απόγινε εκείνο το...» Και θα ερχόταν το τέλος, αν ο γέρο-Χένρυ έλεγε μονάχα: «Χμ, οι επιστήμονες φαίνεται να είναι αισιόδοξοι για την τελική έκβαση, κύριε Πρόεδρε, αλλά μέχρι τώρα δεν φαίνεται να έχει προκύψει τίποτα το ουσιαστικό...»
Ο Ρόυλαντ πέρασε το αγκαθωτό συρματόπλεγμα της Γραμμής, αφού πρώτα τον έψαξε ένας ανθυπολοχαγός της στρατονομίας και προχώρησε στο δρομάκι που περνούσε δίπλα στα παραπήγματα της Μοίρας Συντήρησης, καταλήγοντας στο Γραφείο Κίνησης. Ήθελε ένα τζιπ και μια άδεια εξόδου. Ήθελε μια βόλτα στην έρημο, στο λυκόφως. Ήθελε να δειπνήσει με κόκκινα φασόλια και μελιτζάνες στον παλιό του φίλο, τον Τσαρλς Μίλλερ Ναχατάσπε, τον μάγο-γιατρό του κοντινού καταυλισμού των Χόπι. Το χόμπι του Ρόυλαντ ήταν η ανθρωπολογία. Τώρα ήθελε να μεθύσει λιγάκι μ' αυτήν -έλπιζε ότι αυτό θα ξελαμπικάριζε το μυαλό του.
Ο Ναχατάσπε τον καλωσόρισε
χαρούμενος στην καλύβα του. Οι
αμέτρητες ρυτίδες του
χαμογελούσαν. «Θες να σου κάνω λίγο
τον πληροφοριοδότη;» είπε
χαμογελώντας. Στη δεκαετία του 1880
ήταν στο Καρλάιλ κι από τότε
κορόιδευε τους λευκούς. Η Φυσική
ήταν αστεία, αλλά το πιο πολύ γέλιο
το έβγαζε η πολιτιστική
ανθρωπολογία. «Θέλεις ν' ακούσεις
μερικές ωραίες βρώμες για τη
θεσμοθετημένη ομοφυλοφιλία μας; Να
μαγειρέψω ένα σκυλί για να
δειπνήσουμε; Έλα, κάθισε στην
κουβέρτα, Έντουαρντ».
«Τι απόγιναν οι καρέκλες σου; Και το
αστείο κάδρο τον Προέδρου
ΜακΚίνλεν; Και... τα υπόλοιπα;» Η
καλύβα ήταν αδειανή, εκτός από κάτι
κατσαρολικά που σιγόβραζαν στην
περιχαρακωμένη με πέτρες κεντρική
εστία.
«Τα έδωσα όλα», είπε αδιάφορα ο
Ναχατάσπε. «Κάποτε τα βαριέσαι». Ο
Ρόυλαντ σκέφτηκε πως κατάλαβε τι
εννοούσε ο Ινδιάνος. Ο Ναχατάσπε
ήξερε ότι θα πέθαινε σύντομα. Αυτοί
εδώ οι Ινδιάνοι πιστεύουν ότι δεν
πρέπει να πεθαίνεις
περιτριγυρισμένος από υλικά αγαθά.
Οι καλοί τρόποι, φυσικά, απαγόρευαν
κάθε συζήτηση σχετικά με το θάνατο.
Ο Ινδιάνος κοίταξε τον
Ρόυλαντ κατάματα και τελικά είπε:
«Ω, δεν υπάρχει πρόβλημα για σένα,
αν θέλεις να μιλήσεις γι' αυτό. Μην
νιώθεις αμηχανία».
Ο Ρόυλαντ ρώτησε νευρικά: «Δεν
αισθάνεσαι καλά;»
«Αισθάνομαι απαίσια. Ένα φίδι τρώει
το συκώτι μου. Τρυπώνει μέσα του και
το καταβροχθίζει. Αλλά κι εσύ
νιώθεις χάλια, έτσι δεν είναι;»
Η δύσκολα αποκτημένη συνήθεια της
επιφυλακτικότητας έκανε τον
Ρόυλαντ να αλλάξει θέμα. «Δεν τα
εννοούσες, στην κυριολεξία, αυτά
που είπες για το φίδι, έτσι, Τσαρλς;»
«Φυσικά και τα εννοούσα», επέμεινε
ο Μίλλερ. Βύθισε ένα φλασκί στην
κατσαρόλα, το γέμισε κρέας με
χορταρικά και το φύσηξε για να
κρυώσει. «Τι μπορεί να ξέρει ένα
αμόρφωτο παιδί της φύσης για
βακτηρίδια, ιούς, τοξίνες και
νεοπλάσματα; Τι μπορώ να ξέρω για το
"μαγικό φάρμακο που σπάει τον
ουρανό";»
Ο Ρόυλαντ σήκωσε το βλέμμα
του απότομα. Ο Ινδιάνος έτρωγε
ατάραχος. «Έχεις ακούσει να μιλάνε
για το "μαγικό φάρμακο που σπάει
τον ουρανό";» ρώτησε ο Ρόυλαντ.
«Δεν άκουσα λόγια, Έντουαρντ. Είδα
όμως μερικά σχετικά όνειρα». Έδειξε
με το σαγόνι του προς την
κατεύθυνση του Εργαστηρίου. «Η
παρέα σας, εκεί κάτω, δεν πρέπει να
ονειρεύεται τόσο έντονα. Μερικά από
τα όνειρά της διαρρέουν».
Ο Ρόυλαντ πήρε λίγο φαγητό χωρίς να
μιλήσει. Το φαγητό ήταν καλό, πολύ
καλύτερο από τις αηδίες του
κυλικείου' αρκεί να μην σκεφτόταν
τι προέλευση είχε το κρέας.
Ο Μίλλερ μίλησε παρηγορητικά: «Παιδιάστικα πράγματα, Έντουαρντ. Μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα. Εμείς οι Χόπι ξέρουμε μια μεγάλη σκοτεινή ιστορία για έναν κερασφόρο βάτραχο που έφαγε τρελόχορτο και πίστεψε πως ήταν ο Θεός του Ουρανού. Ο βάτραχος οργίστηκε και προσπάθησε να σπάσει τον ουρανό, αλλά δεν τα κατάφερε κι έτσι χώθηκε στην τρύπα του, μη μπορώντας να αντικρίσει τ' άλλα ζώα από την ντροπή του και πέθανε. Όμως, τα υπόλοιπα ζώα ποτέ δεν έμαθαν ότι ο βάτραχος είχε προσπαθήσει να σπάσει τον ουρανό».
Ο Ρόυλαντ επέμεινε ανόρεχτα: «Ξέρεις τίποτα ιστορίες για κανέναν που να έσπασε, τελικά, τον ουρανό;» Τα χέρια του έτρεμαν πάλι και η φωνή του είχε γίνει σχεδόν υστερική. Ο Όππυ και οι υπόλοιποι σκόπευαν να σπάσουν τον ουρανό, να δώσουν κλωτσιά στ' αχαμνά της ανθρωπότητας και να απελευθερώσουν ένα τέρας που θα καραδοκούσε μέρα και νύχτα, θα κοιτούσε μέσα απ' τα παράθυρα όλων των σπιτιών του κόσμου, μην αφήνοντας κανένα λογικό άνθρωπο να ησυχάσει σε ολόκληρη τη ζωή του. Στο διάολο η Φάση 56ε, καταραμένη να' ναι, στη χειρότερη κόλαση να πάει! Μπράβο σου, Ρόυλαντ, έκανες καλή δουλειά. Κέρδισες με το σπαθί σου το σημερινό σου μεροκάματο!
Ο γέρο-Ινδιάνος παραμέρισε
απότομα το φλασκί του. Είπε: «Έχουμε
ένα ρητό που λέει ότι το μόνο καλό
χλωμό πρόσωπο είναι το νεκρό χλωμό
πρόσωπο, αλλά εσύ εξαιρείσαι,
Έντουαρντ. Έχω κάτι δυνατό από το
Μεξικό που θα σε κάνει να νιώσεις
καλύτερα. Δεν θέλω να βλέπω τους
φίλους μου να υποφέρουν».
«Πεγιότ; Έχω δοκιμάσει. Το να δω
μερικά χρωματιστά φωτάκια δεν
πρόκειται να με κάνει να νιώσω
καλύτερα, αλλά πάντως σ΄ευχαριστώ».
«Αυτό δεν είναι πεγιότ. Είναι η
Τροφή των Θεών. Εγώ δεν θα την
έπαιρνα δίχως προετοιμασία ενός
μήνα διαφορετικά οι Θεοί θα με
τσάκιζαν. Κι αυτό επειδή ο λαός μου
βλέπει καθαρά ενώ τα δικά σας μάτια
είναι θολωμένα». Ο Ινδιάνος
ψαχούλευε σ' ένα φθαρμένο ψάθινο
κουτί, καθώς μιλούσε. Ξετρύπωσε ένα
σκεπασμένο πιάτο. «Η δίκιά σας
όραση καθαρίζει ελάχιστα με την
Τροφή των Θεών, οπότε δεν
διατρέχεις κίνδυνο».
Ο Ρόυλαντ φαντάστηκε ότι κατάλαβε για τι πράγμα μιλούσε ο γέρος. Ήταν ένα από τα αγαπημένα αστεία του Ναχατάσπε, ότι τα παιδιά των Χόπι κατανοούσαν τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν με το που άρθρωναν τα πρώτα τους λογάκια -και σ' αυτό υπήρχε κάποια αλήθεια. Τα ρήματα της γλώσσας των Χόπι -κι η σκέψη τους- δεν είχαν χρόνους, κι έτσι δεν αντιλαμβάνονταν την έννοια του Χρόνου ως ανεξάρτητη οντότητα. Η γλώσσα τους δεν διέθετε τίποτα παρεμφερές με τα υποκείμενα και κατηγορούμενα των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και συνεπώς δεν διέθετε καμιά ενυπάρχουσα μεταφυσική αιτίας-αποτελέσματος. Στη γλώσσα και στο μυαλό των Χόπι, όλα αυτά τα στοιχεία ήταν ενωμένα για πάντα σε μια μεγαλειώδη σχέση, μια κρυστάλλινη δομή χωροχρονικών γεγονότων που υπήρχαν επειδή απλώς υπήρχαν. Και, γι' αυτό, ο λαός του Ναχατάσπε διέθετε «καθαρή όραση». Αλλά ο Ρόυλαντ πίστευε ότι ο ίδιος, όπως και κάθε άλλος φυσικός, αποκτούσε «καθαρή όραση» όταν επεξεργαζόταν ένα τετραδιάστατο πρόβλημα με τις μεταβλητές χώρου χ, y, z και τη μεταβλητή του χρόνου t.
Θα χαλούσε το αστείο του γέρου, αν του το υπενθύμιζε αυτό, αλλά φυσικά δεν το έκανε. Όχι, όχι, θα μαστούρωνε μπορεί να του πόναγε και το στομάχι του- από το βότανο του Ναχατάσπε και μετά θα πήγαινε στο παράπηγμά του με το πρόβλημά του άλυτο: να αντιδράσει ή να μην αντιδράσει;
Ο γέρος άρχισε να μουρμουρίζει στη γλώσσα των Χόπι και έσυρε μια κουρελιασμένη κουρτίνα μπροστά στην πόρτα της καλύβας του. Το πανί έκρυψε τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου που βασίλευε αργά στον ορίζοντα της ερήμου, ροζέ με φόντο τα πλινθόχτιστα καλύβια του ινδιάνικου καταυλισμού. Τα μάτια του Ρόυλαντ χρειάστηκαν ένα λεπτό για να προσαρμοστούν στο φως, που ξέχυναν οι φλόγες που έπαιζαν στο τζάκι, και στην ανταύγεια από το μαβί τετράγωνο της τρύπας στο ταβάνι που έπαιζε ρόλο καπνοδόχου. Τώρα o Ναχατάσπε «χόρευε»' χοροπηδούσε σπασμωδικά, κάνοντας κύκλους στην καλύβα, κρατώντας στα χέρια του το σκεπασμένο πιάτο. Χωρίς να διακόψει το ρυθμό του, μίλησε, μέσ' απ' τα δόντια του, στον Ρόυλαντ: «Τώρα πιες λίγο ζεστό νερό». Ο Ρόυλαντ ήπιε μερικές γουλιές από μια απ' τις κατσαρόλες που σιγόβραζαν στο τζάκι. Μέχρι εδώ η διαδικασία έμοιαζε με την τελετή του πεγιότ, ωστόσο ο Ρόυλαντ ένιωθε πιο χαλαρωμένος.
Ο Ναχατάσπε έβγαλε μια δυνατή κραυγή, προσθέτοντας απολογητικά: «Συγγνώμη, Έντουαρντ», και γονάτισε μπροστά του, ξεσκεπάζοντας απότομα το πιάτο σαν αρχισερβιτόρος. Λοιπόν, αυτό ήταν: η Τροφή των Θεών ήταν κάτι αποξηραμένα μαύρα μανιτάρια κακομοιριασμένα, ζαρωμένα μικρά πραγματάκια. «Τα καταπίνεις όλα αυτά και μετά πίνεις ζεστό νερό», είτε ο Ναχατάσπε.
Υπάκουα, ο Ρόυλαντ τα μάσησε και τα κατάπιε, πίνοντας νερό από την κανάτα. Ο γέρος ξανάρχισε το χορό και την ψαλμωδία του.
Λίγη παλιά καλή αυτούπνωση, σκέφτηκε πικρά ο Ρόυλαντ. Λίγο υποκατάστατο ύπνου και ξεχνάς την παλιο-56c -λες και μπορείς να την ξεχάσεις. Τώρα μπορούσε να δει τη Μεγάλη Βρώμικη Έκρηξη, μια πύρινη σφαίρα που είχε ξεπηδήσει από την κόλαση, ίσως πάνω από το Μόναχο, την Κολωνία, το Τόκιο ή τη Νάρα. Καρβουνιασμένοι άνθρωποι, λειωμένη πέτρα καθεδρικών ναών, ο μπρούντζος του Μεγάλου Βούδα να τρέχει σαν νερό, λιμνάζοντας γύρω από τα πόδια κάποιου ιερέα, τσουρουφλίζοντάς τα, κι ο ιερέας να πέφτει μπρούμυτα μέσ' στη λάβα. Δεν θα μπορούσε να δει την ακτινοβολία γάμμα, αλλά εκείνη θα υπήρχε εκεί -αόρατο χαλάζι- πραγματοποιώντας το φριχτό, ακατονόμαστο έργο της, καίγοντας, εν ψυχρώ, τη γονιμότητα ανδρών και γυναικών, εξολοθρεύοντας αμέτρητες αμυχές στη γέννησή τους. Η Φάση 56c μπορεί να εξολόθρευε μια οικογένεια Μπαχ ή πέντε γενιές Μπερνούλι ή να συνέβαλε ώστε η μεγάλη διαμάχη Χάξλεϋ - Δαρβίνου να μη συνέβαινε ποτέ.
Η πύρινη σφαίρα διογκώθηκε, μαβιά και κόκκινη, και στις παρυφές της πράσινη...
Τα μανιτάρια τον έπιαναν, σκέφτηκε θολά. Το ένιωθε. O Ναχατάσπε χόρευε και χοροπήδαγε' μπήκε στην πύρινη σφαίρα, όπως είχε κάνει και την τελευταία φορά -και την προτελευταία. Deja νu, ασυνήθιστα ισχυρό, ισχυρότερο παρά ποτέ, τον συγκλόνισε. Ο Ρόυλαντ ήξερε ότι όλα αυτά του είχαν ξανασυμβεί και θυμόταν ξεκάθαρα τι θα επακολουθούσε. Το είχε στην άκρη της γλώσσας του, καθώς λένε...
Οι πύρινες σφαίρες άρχισαν να χορεύουν γύρω του και ξαφνικά ένιωσε τη δύναμή του να στραγγίζεται. Ήταν ελαφρύτερος κι από πούπουλο' η πνοή του ανέμου μπορούσε να τον παρασύρει. Ο Ρόυλαντ βολόδερνε πια σαν κόκκος σκόνης μέσα στον κύκλο που σχημάτιζαν οι πύρινες σφαίρες. Κι ήξερε ότι όλα αυτά ήταν λάθος. Ούρλιαξε με την τελευταία ενέργεια που του είχε απομείνει, νιώθοντας τον εαυτό του να γλιστρά, να φεύγει έξω απ' αυτόν τον κόσμο: «Τσάρλυ! Βοήθεια!»
Καθώς γλιστρούσε μακριά, ο Ρόυλαντ ένιωσε, με κάποιο μικρό μέρος του νου του, τον γέρο να τον τραβά απ' τις μασχάλες, να προσπαθεί να τον τραβήξει έξω απ' την καλύβα, ψιθυρίζοντας στο αυτί του: «Έπρεπε να μου πεις ότι δεν σκίαζαν σύννεφα την όρασή σου! Βλέπεις καθαρά! Ποτέ δεν μπορούσα να το φανταστώ! Ποτέ...»
Και μετά ο Ρόυλαντ γλίστρησε και χάθηκε στο σκοτάδι και στη σιωπή.
***
Ο Ρόυλαντ ξύπνησε άρρωστος και ζαλισμένος. Ήταν πρωινό και στην καλύβα δεν υπήρχε κανένα ίχνος του Ναχατάσπε. Καλά τα 'χε καταφέρει. Εκτός κι αν ο γέρος είχε πάει να βρει ένα τηλέφωνο και να ειδοποιήσει το Εργαστήριο, τώρα τα τζιπ θα χτένιζαν την έρημο για να τον βρουν, και στα Γραφεία Ασφαλείας και Προσωπικού θα γινόταν χαμός. Ένα μέρος της μπόρας θα ξέσπαγε πάνω του, με την επιστροφή του, αλλά αυτός θα το απέφευγε, λέγοντάς τους τα νέα σχετικά με το χρόνο συναρμολόγησης.
Μετά πρόσεξε πως, στην καλύβα, δεν υπήρχε ούτε ίχνος από τα λιγοστά υπάρχοντα του Ναχατάσπε, ούτε καν η κουρτίνα στην πόρτα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε. Μήπως ο γέρος είχε πεθάνει τη νύχτα; Βγήκε από την καλύβα και κοίταξε τριγύρω για τη νεκρική πυρά, για τους Ινδιάνους που θα τον μοιρολογούσαν. Δεν υπήρχε τίποτα. Οι πλινθόχτιστες καλύβες ορθώνονταν αδειανές, λουσμένες στο φως του ήλιου. Στο μοναδικό δρομάκι, ανάμεσά τους, φύτρωναν περισσότερα αγριόχορτα απ' όσα θυμόταν ότι υπήρχαν. Και το τζιπ του, που είχε παρκάρει χτες το βράδυ δίπλα στην καλύβα, ήταν άφαντο.
Δεν υπήρχαν ίχνη τροχών'
απάτητο ψηλό χορτάρι φύτρωνε εκεί
που θα έπρεπε να βρίσκεται το τζιπ.
Η Τροφή των Θεών του Ναχατάσπε ήταν
πολύ δυνατό πράμα. Αμήχανος ο
Ρόυλαντ έφερε το χέρι στο πρόσωπό
του. Όχι' δεν υπήρχαν γένια.
Κοίταξε τριγύρω του' κοίταξε με μεγάλη προσοχή. Προσπάθησε συνειδητά να προσέξει λεπτομέρειες. Δεν είχε εξετάσει την καλύβα κι επειδή ήταν περίπου η ίδια όπως ήταν πάντα, υπέθεσε ότι ήταν απαράλλαχτη, αμετάβλητη. Κοίταξε, μετά, και διαπίστωσε αλλαγές παντού. Οι κάποτε αιχμηρές ακμές των πλίνθων ήταν στρογγυλεμένες. Τα ξύλινα δοκάρια, που στήριζαν τις οροφές και που προεξείχαν, ήταν τώρα ξασπρισμένα από -ποιός ξέρει πόσα- χρόνια κάτω απ' τον ήλιο της ερήμου. Οι ξύλινες κάσες των παραθύρων, που έμοιαζαν με πολεμίστρες, ήταν θρυμματισμένες. Το τρίτο κτίσμα είχε λεκέδες στάχτης πάνω από τα παράθυρά του και τα δοκάρια του ήταν απανθρακωμένα.
Προχώρησε προς τα κει, ζαλισμένος, με τη σκέψη πως τουλάχιστον η Φάση 56c ολοκληρώθηκε. Τώρα πια δεν ήταν το μωρό του γερο-Ριπ. Θαρρώ πως θα μ' αναγνωρίσουν από τα δακτυλικά αποτυπώματα' έτσι μου φαίνεται. Πόσος καιρός πέρασε; Ένας χρόνος; Δέκα; Νιώθω το ίδιο.
Το καμένο σπίτι ήταν σωστό σφαγείο. Σε μια γωνιά του υπήρχαν σωριασμένα ξεραμένα ανθρώπινα κόκαλα. Ο Ρόυλαντ στηρίχτηκε στην κάσα της πόρτας και έσκυψε ζαλισμένος' Το απανθρακωμένο ξύλο της κάσας έγινε θρύμματα και υποχώρησε στο χέρι του. Αυτά τα κρανία ήταν κρανία Ινδιάνων -είχε αρκετές ανθρωπολογικές γνώσεις για να το καταλάβει. Ινδιάνοι' άντρες, γυναίκες και παιδιά, σφαγμένοι και σωριασμένοι σε σωρό. Ποιός σκοτώνει Ινδιάνους; Θα 'πρεπε να υπάρχουν ίχνη ρούχων, καμένα κουρέλια, κι ωστόσο δεν υπήρχε τίποτα. Ποιός γδύνει τους Ινδιάνους και μετά τους σκοτώνει;
Σημάδια ενός τρομερού μακελειού υπήρχαν παντού στο σπίτι. Τρύπες από σφαίρες στους τοίχους, ψηλά και χαμηλά. Βαθιές χαρακιές που άφησαν ξιφολόγχες -ή, μήπως, σπαθιά; Σκούροι λεκέδες αίματος' το αίμα είχε χυθεί άφθονο κι είχε αφήσει το χρώμα του στους τοίχους. Μέταλλο λαμπύριζε, κάπου μέσα σε ένα σκελετό, στην άλλη άκρη του δωματίου. Τρικλίζοντας, προχώρησε στο σωρό τα κόκαλα και βύθισε το χέρι του μέσα. Το μεταλλικό αντικείμενο ήταν κοφτερό σαν ξυράφι. Δεν το κοίταξε καθώς το ανέσυρε. Βγήκε τρικλίζοντας έξω στο σκονισμένο δρόμο. Έχοντας την πλάτη του στραμμένη στο καμένο σπίτι, μελέτησε το εύρημά του. Ήταν ένα κομμάτι λάμας σπαθιού, δεκαπέντε εκατοστά μακρύ, με καλά επεξεργασμένη αιχμηρή λάμα και δυο πριτσίνια πάνω της. Είχε ενισχυμένα πλευρά και τους συνήθεις λεκέδες αίματος. Είχε ευδιάκριτη καμπύλη, κάτι που σήμαινε μόνο ένα πράγμα: ήταν σπαθί Γιαπωνέζου σαμουράι.
Όσο κι αν είχε διαρκέσει, ο πόλεμος είχε προφανώς τελειώσει.
Πήγε στο πηγάδι του χωριού και το βρήκε πηγμένο στη σκόνη. Καθώς κοίταζε τον αποξηραμένο πάτο, ένιωσε, για πρώτη φορά, πραγματικό φόβο. Ξαφνικά, όλα γύρω του έγιναν αληθινά. Ο ίδιος δεν ήταν πια ένας απλός παρατηρητής αλλά ένας φοβισμένος και πολύ διψασμένος άνθρωπος. Ερεύνησε εξονυχιστικά τα δώδεκα σπίτια του καταυλισμού, χωρίς να βρει τίποτα που θα τον βοηθούσε -ένας σκελετός παιδιού εδώ, κάνα δυο κάλυκες πιο κει.
Είχε απομείνει μόνο ένα πράγμα, κι αυτό ήταν ο δρόμος' το παλιό, γνώριμο χωμάτινο μονοπάτι, αρκετά φαρδύ για να περάσει ένα τζιπ ή το σαραβαλιασμένο φορτηγάκι του πάλαι ποτέ ινδιάνικου καταυλισμού. Ο πανικός τον παρακινούσε να το βάλει στα πόδια' όμως δεν υπέκυψε. Κάθισε στο παραπέτο του πηγαδιού, έβγαλε τα παπούτσια του, τράβηξε δυνατά τις χακί στρατιωτικές κάλτσες του, για να εξαφανίσει τις ζάρες τους, ξανάβαλε τα παπούτσια κι έδεσε χαλαρά τα κορδόνια. Δίστασε για μια στιγμή. Κατόπιν χαμογέλασε, διάλεξε δυο βότσαλα, προσεκτικά, από τη σκόνη και τα έβαλε στο στόμα του. «Περίπολος! Εμπρός, μαρς!» είπε, κι άρχισε την πεζοπορία.
Ναι, διψούσε' σύντομα θα πεινούσε και θα κουραζόταν, αλλά τι μ' αυτό; Ο χωματόδρομος θα έφτανε στον αυτοκινητόδρομο, σε τρία μίλια, όσου θα εύρισκε κίνηση για να κάνει ωτοστόπ. Ας τα έβγαζαν πέρα με τα δακτυλικά του αποτυπώματα, αν γούσταραν. Αραγε οι Γιαπωνέζοι είχαν φτάσει κάποτε μέχρι το Νέο Μεξικό, ή μήπως όχι; Ο Θεός ας τους βοηθούσε, όταν οι Αμερικανοί θα άρχιζαν τα αντίποινα εναντίον τους! Οι Αμερικανοί γίνονταν πολύ εκδικητικοί όταν τους καταπατούσες τα εδάφη τους. Μάλλον δεν θα 'χε απομείνει ούτε ένας Γιαπωνέζος ζωντανός...
Καθώς περπατούσε, άρχισε να σκαρώνει την ιστορία που θα έλεγε. Στο μεγαλύτερο μέρος της θα ήταν συνεχόμενα «δεν ξέρω». Θα τους έλεγε: «Δεν περιμένω να με πιστέψετε, κι έτσι δεν πρόκειται να προσβληθώ. Ακούστε με μονάχα και κρατήστε σημειώσεις, μέχρις ότου το FBI ελέγξει τα αποτυπώματά μου. Λέγομαι...», και λοιπά και λοιπά.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει στον ορίζοντα και σύντομα θα έφτανε στον αυτοκινητόδρομο. Η όσφρησή του, οξυμένη από την πείνα, έπιανε κάμποσες μυρωδιές που έφερνε ο άνεμος της ερήμου. Το άρωμα του φασκόμηλου, μια υποψία μυρωδιάς ακετυλένιου από κάποιον κροταλία που λαγοκοιμόταν στη σκιά ενός βράχου, η οσμή της πίσσας που έτσουζε το λαιμό, πλανήθηκαν, για μια στιγμή, στον αέρα. Αυτή η μυρωδιά προερχόταν από τον αυτοκινητόδρομο, ίσως από κάποια πρόσφατη επισκευή του οδοστρώματος. Κατόπιν, μια απρόσμενη μπόχα διοξειδίου του θείου τις υπερκάλυψε όλες και τον έκανε να ζαλιστεί, να βήξει και να ψάξει για κανένα μαντήλι, χωρίς να βρει τελικά. Για τ' όνομα του Θεού, τι ήταν ετούτο κι από πού ερχόταν; Χωρίς να πάψει να βαδίζει, εξέτασε προσεκτικά τον ορίζοντα και ανακάλυψε μια στήλη καπνού να υψώνεται μακριά προς τα δυτικά, μια στήλη καπνού που κηλίδωνε τον ουρανό. Έμοιαζε με τη ρύπανση μιας μικρής πόλης ή ενός εργοστασίου μεσαίου μεγέθους. Μια πόλη ή ένα εργοστάσιο, εκεί όσου στον «δικό του χρόνο» -σκέφτηκε πικρά- δεν υπήρχε τίποτα.
Και τώρα βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο. Είχε βελτιωθεί. Εξακολουθούσε να έχει, ακόμα, δύο λωρίδες κυκλοφορίας, αλλά ήταν καλοστρωμένος, χτισμένος, ίσως, πάνω από οχτώ πόντους χαλίκια και πίσσα, πάνω από το παλιό του επίπεδο, με βαθιά χαντάκια δεξιά κι αριστερά.
Αν είχε νόμισμα, θα το έστριβε, αλλά είχε περάσει εβδομάδες δίχως να ξοδέψει ούτε δεκάρα στο Εργαστήριο του Λος Αλαμος. Ο Θείος Σαμ φρόντιζε για τα πάντα, από τα τσιγάρα μέχρι τις ταφόπλακες. Έστριψε αριστερά και άρχισε να περπατά προς τα δυτικά, προς τη μεριά του καπνού.
Είμαι λογικό ζώο, έλεγε από μέσα του, και θα παραδεχτώ οτιδήποτε εμφανιστεί στο φως της λογικής. Θα τσεκάρω ό,τι μπορώ και μετά θα προσπαθήσω να καταλάβω τα υπόλοιπα...
Ο αμυδρός ήχος μια σειρήνας ακούστηκε πίσω του κι άρχισε να δυναμώνει γρήγορα. Το λογικό ζώο πήδηξε στο χαντάκι και λούφαξε. Η σειρήνα στρίγγλιζε, καθώς ο ήχος πλησίαζε, και μετά ακούστηκε το μουγκρητό των κινητήρων. Όταν ο ήχος έφτασε στο αποκορύφωμά του, ο Ρόυλαντ έβγαλε το κεφάλι του για να ρίξει μια ματιά και μετά το ξανάχωσε μέσα σαν να είχε σκάσει χειροβομβίδα.
Το κονβόι πέρασε βρυχώμενο, στο κέντρο του Δρόμου με τις δυο λωρίδες, προχωρώντας πάνω στη λευκή διαχωριστική γραμμή. Πρώτα τα τρία μικρά οχήματα με τους διπλούς πυργίσκους πολυβόλων, το καθένα με τρεις κρανοφόρους Γιαπωνέζους στρατιώτες. Κατόπιν, το ψηλό τεθωρακισμένο όχημα, εξάτροχο, με μάλλον διακοσμητικό πυργίσκο πυροβόλου -οι επινικελιωμένοι πυργίσκοι πυροβόλων δεν είναι πρακτικοί- κι ο Γιαπωνέζος ναύαρχος με το πηλίκιό του, καθισμένος αγέρωχα πλάι σ' ένα λιπόσαρκο, με στενό πρόσωπο και μεγάλο σαγόνι, αξιωματικό των SS που φορούσε αστραφτερή μαύρη στολή. Μετά ο ήχος ελαττώθηκε βαθμιαία και πέρασαν άλλα δυο οχήματα...
«Χάσαμε», μονολόγησε
στωικά ο Ρόυλαντ, χωμένος στο
όρυγμα. «Τανκς φτιαγμένα για
παρελάσεις, με γυάλινα παράθυρα.
Χάσαμε εδώ και πολύ καιρό». Υπήρχε
και το έμβλημα του Ανατέλλοντας
Ηλίου ή μήπως το 'χε φανταστεί;
Βγήκε από το χαντάκι και συνέχισε
να βαδίζει προς τα δυτικά, προς τη
στήλη του καπνού που μεγάλωνε. Δεν
μπορείς να πεις: «Απορρίπτω το
σύμπαν»' δεν μπορείς να το πεις όταν
είσαι τόσο διψασμένος.
Ούτε που γύρισε, όταν το αγκομαχητό
ενός οχήματος, που ερχόταν πίσω του,
δυνάμωσε και μετά έγινε πολύ
δυνατό, καθώς το όχημα σταμάτησε
δίπλα του.
«Χάιλ», είπε μια περίεργη
φωνή. «Τι κάνεις εδώ πέρα;»
Το όχημα ήταν το ίδιο παράξενο με το
ασυνήθιστο τεθωρακισμένο. Ήταν ένα
απλό μεταφορικό όχημα, ένα παιδικό
έλκηθρο με ρόδες, με θορυβώδη
εξωτερική αερόψυκτη μηχανή. Ο
οδηγός καθόταν άβολα, μην έχοντας
παρά μόνο ένα σανίδι να ακουμπάει
τη μέση του, ενώ πίσω στην καρότσα
υπήρχαν σακιά με αλεύρι που έπιαναν
όλον τον μικρό χώρο. Ο οδηγός είχε
την τραχιά όψη των Νοτίων. Φορούσε
φαρδιά μπλέ φόρμα, προφανώς στολή,
αλλά όχι στρατιωτική. Στο στήθος
του υπήρχε μια ταινία με το όνομά
του, πάνω από μια σειρά
ξεθωριασμένα σειρήτια με τα
περίεργα: ΜΑΡΤΦΗΛΝΤ Ε. 1218824, Ρ/7 NQOTD43.
Ο οδηγός πρόσεξε ότι ο Ρόυλαντ
κάρφωσε το βλέμμα του στην ταινία
και είπε ευγενικά: «Λέγομαι
Μάρτφηλντ -Ταμίας Εβδόμης
Κατηγορίας, αλλά δεν υπάρχει λόγος
να χρησιμοποιείς το βαθμό μου εδώ.
Είσαι εντάξει, φίλε;»
«Διψάω», είπε ο Ρόυλαντ.
«Τι θα πει NQOTD43:»
«Ξέρεις να διαβάζεις!» είπε
έκπληκτος ο Μάρτφηλντ. «Αυτά τα
ρούχα...»
«Δώσε μου να πιω, σε παρακαλώ», είπε
ο Ρόυλαντ. Εκείνη τη στιγμή δεν τον
ένοιαζε τίποτε άλλο στον κόσμο.
Σωριάστηκε στην καρότσα, σαν
μαριονέτα που της είχαν κόψει τους
σπάγγους.
«Κοίτα να δεις, φίλε!» είπε κοφτά ο
Μάρτφηλντ με έναν περίεργο τρόπο,
καταβάλλοντας προσπάθεια να
μιλήσει με στόμφο, με θεατρινίστικα
συγκρατημένο θυμό. «Δεν μπορείς να
κάτσεις όρθιος μέχρι να σου πω εγώ
να καθίσεις;»
«Έχεις καθόλου νερό μαζί σου;»
ρώτησε άτονα ο Ρόυλαντ.
Με το ίδιο γαύγισμα: «Ποιός
νομίζεις πως είσαι;»
«Τυχαίνει να είμαι θεωρητικός
φυσικός...», είπε κουρασμένα,
προσπαθώντας να μιμηθεί το ύφος
ενός εκπαιδευτή λοχία.
«Α, μπα;» Ο Μάρτφηλντ γέλασε
ξαφνικά. Η σκληράδα του
εξαφανίστηκε. Έχωσε το χέρι του στο
σακίδιό του και έβγαλε ένα γεμάτο
παγούρι. Μετά, ξεχνώντας το παγούρι
που κρατούσε, σκούντησε τον Ρόυλαντ
στο πλευρό κι είπε: «Έπρεπε να το
καταλάβω. Εσείς οι επιστήμονες!
Κάποιος υποτίθεται ότι έπρεπε να
σας συμμαζέψει -αλλά ήταν κι αυτός
επιστήμονας, έτσι; Χα - χα - χα - χα!»
Ο Ρόυλαντ πήρε το παγούρι από το χέρι του και ήπιε. Ώστε ένας επιστήμονας υποτίθεται πως είναι ηλίθιος; Τέλος πάντων. Τώρα πιες. Λένε πως δεν πρέπει να γεμίζεις το στομάχι σου όταν διψάς πολύ' του φάνηκε σαν ένας από εκείνους τους πουριτανικούς κανόνες που σκαρώνουν οι άνθρωποι χωρίς κανένα λόγο, μόνο και μόνο επειδή φαίνονται λογικοί. Ήπιε όλο το περιεχόμενο, ενώ ο Μάρτφηλντ, Ταμίας Εβδόμης Κατηγορίας, τον κοιτούσε ανήσυχος, ευχόμενος να μην του τύχαιναν άλλοι τρεις-τέσσερις σαν κι ετούτον εδώ.
«Έχεις καθόλου φαΐ μαζί
σου;» απαίτησε.
Ο Μάρτφηλντ μίλησε με κάποια
δουλοπρέπεια. «Δόκτωρ, λυπάμαι
αφάνταστα που δεν έχω τίποτα άλλο
μαζί. μου. Πάντως, αν μου κάνετε την
τιμή να έρθετε μέχρι το σπίτι μου,
θα...»
«Πάμε», είπε ο Ρόυλαντ. Κάθισε
ανακούρκουδα στα σακιά με το αλεύρι
και το όχημα ξεκίνησε τρέχοντας με
πενήντα χιλιόμετρα. Ήταν
καλούτσικη μηχανή. Ο Ταμίας Εβδόμης
Κατηγορίας συνέχισε να μιλά με
σεβασμό, ζήτησε συγγνώμη που το
όχημα δεν διέθετε παρμπρίζ,
μιλώντας πάνω απ' τον ώμο του, και
μετά εγκατέλειψε το δουλοπρεπές
ύφος, για να εξηγήσει ότι ο Ρόυλαντ
καθόταν πάνω σε αλεύρι... «Ασπρο
αλεύρι, κατάλαβες;» Του έκλεισε το
μάτι. Είχε ένα φίλο φούρναρη στο Λος
Αλαμος. Αρκετά άλλα παρόμοια
οχήματα πέρασαν από την άλλη
λωρίδα, καθώς ταξίδευαν. Σε κάθε
συνάντηση, ο Μάρτφηλντ, παρατηρούσε
προσεκτικά τα διακριτικά για να
αποφασίσει ποιόν θα χαιρετούσε.
Κάποια στιγμή, συνάντησαν ένα
σκεπαστό όχημα στο οποίο ο οδηγός
καθόταν σε ένα χαμηλό κάθισμα, αντί
να κάθεται με τα πόδια απλωμένα, κι
ο Ταμίας Εβδόμης Κατηγορίας
Μάρτφηλντ κόντεψε να βγάλει τον ώμο
του χαιρετώντας πρώτος. Ο οδηγός
ήταν ένας Γιαπωνέζος που φορούσε
κιμονό. Ένα μακρύ κυρτό σπαθί
κρεμόταν στο μηρό του.
Μίλι με το μίλι, η μυρωδιά του θειαφιού και των σουλφιδίων γινόταν όλο και πιο έντονη. Τελικά, μπροστά τους ορθώθηκαν οι πύργοι μιας εγκατάστασης επεξεργασίας Φρας. Έμοιαζε με πετρελαιοπηγή, αλλά αντί για τους πετρελαιαγωγούς εδάφους και τα ντεπόζιτα αποθήκευσης, υπήρχαν λοφίσκοι από κίτρινο θειάφι. Πέρασαν ανάμεσά τους -κι άλλοι χαιρετισμοί από εργάτες με φαρδιές στολές και τεράστια κλειδιά Στίλσον. Στα δεξιά υπήρχαν εγκαταστάσεις που μάλλον ήταν πύργοι επεξεργασίας Σολβέυ για το θειϊκό οξύ, και ένα κακόγουστο, αστραφτερό κτίριο που στέγαζε το διοικητήριο και τα εργαστήρια, χτισμένο σε νεορωμαϊκό ρυθμό. Το λάβαρο του Ανατέλλοντας Ηλίου κυμάτιζε από τον κεντρικό ιστό.
Καθώς προχωρούσαν περισσότερο, ακούστηκε μουσική. Στην αρχή ήταν ένας καλοδεχούμενος ευχάριστος ήχος που έσπασε το μονότονο βουητό του δίχρονου κινητήρα, αλλά μετά κατάντησε σωστή ενόχληση. Ο Ρόυλαντ έψαξε ενοχλημένος για τα μεγάφωνα και τα είδε παντού: σε κολώνες ηλεκτρικού, στα κτίρια, στις πύλες. Γλυκερά βαλς του Στράους τους έλουζαν σαν αιθαλομίχλη' η μουσική σε ζάλιζε, έκανε τη συνεννόηση δύσκολη, ακόμα κι αν μάθαινες να ζεις μ' αυτή τη φασαρία. Ο Μάρτφηλντ έστριψε το κεφάλι του και είπε: «Όταν βγαίνω στην παρθένα φύση, μου λείπει η μουσική». Κατέβασε ταχύτητα μέχρι που το πρωτόγονο όχημα να ρολάρει μαλακά. Είχαν περάσει μια περίμετρο, που δεν αναγνώρισε ο Ρόυλαντ, πέρα από την οποία ο Μάρτφηλντ δεν χαιρετούσε τον οποιονδήποτε -μόνο τους λιγοστούς Γιαπωνέζους που κυκλοφορούσαν φορώντας κοστούμια κι έχοντας, παραμάσχαλα, ρολά σχεδίων και λογαριθμικούς κανόνες, ή που περιφέρονταν φορώντας κιμονό και σπαθί. Πάντως αυτός που εντόπισε τον Ρόυλαντ ήταν Γερμανός: ένας κλασικός Γερμανός με ψηλές μπότες, μαύρο διπλόφαρδο παντελόνι, μαύρη πέτσινη στολή και κάμποσα ασημένια σειρήτια. Τους παρατήρησε για λίγο και αφού αντάλλαξε χαιρετισμό με τον Μάρτφηλντ, αποφάσισε να φωνάξει: «Αλτ!»
Ο Ταμίας Εβδόμης
Κατηγορίας πάτησε φρένο, έσβησε τη
μηχανή και έστρεψε το βλέμμα του. Ο
Ρόυλαντ τον μιμήθηκε. Ο Γερμανός
είπε ξερά, χωρίς σωστή προφορά.
«Ποιος είναι αυτός που έφερες μαζί
σου, Ταμία;»
«Ένας επιστήμονας, κύριε. Τον βρήκα
στο Δρόμο, επιστρέφοντας από το Λος
Αλαμος, μεταφέροντας προσωπικές
προμήθειες. Φαίνεται πως είναι
ερευνητής κοιτασμάτων
μεταλλεύματος που τον έστησαν σε
κάποια δουλειά, αλλά φυσικά δεν
απηύθυνα ερωτήσεις στον Δόκτορα».
Ο Γερμανός στράφηκε στον Ρόυλαντ
σκεπτικός. «Λοιπόν, Δόκτωρ: Όνομα
και ειδικότητα».
«Δόκτωρ Έντουαρντ Ρόυλαντ. Κάνω
έρευνα στην πυρηνική ενέργεια». Αν
δεν υπήρχε ατομική βόμβα, θα τον
έπαιρνε και θα τον σήκωνε ο διάολος,
κάνοντας λόγο για την ύπαρξή της σε
τούτους εδώ τους ανθρώπους.
«Ώστε έτσι! Αυτό είναι πολύ
ενδιαφέρον, μια κι η πυρηνική
έρευνα είναι κάτι το ανύπαρκτο. Από
ποιο στρατόπεδο προέρχεσαι;» Ο
Γερμανός έκανε νόημα στον Ταμία,
που έτρεμε από το φόβο του με την
τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα,
να φύγει. «Μπορείς να πηγαίνεις,
Ταμία. Φυσικά θα λογοδοτήσεις για
το ότι περιέθαλψες φυγάδα».
«Μάλιστα κύριε!» είπε ο Μάρτφηλντ
με ασθενική φωνή. Απομακρύνθηκε
αργά, σπρώχνοντας το μικρό όχημα. Τα
μεγάφωνα έβγαλαν τις τελευταίες
νότες του βαλς και μετά άρχισαν να
παίζουν δυνατά ένα λαϊκό ρυθμό.
«Έλα μαζί μου», είπε ο Γερμανός και
απομακρύνθηκε, χωρίς να μπει καν
στον κόπο να εξακριβώσει αν ο
Ρόυλαντ είχε υπακούσει στη διαταγή.
Το γεγονός αυτό έδειχνε πόσο
αποτυχημένη μπορούσε να είναι μια
απόπειρα ανυπακοής. Ο Ρόυλαντ τον
ακολούθησε κοιτάζοντας τις μπότες
του που είχαν ασημένια σπιρούνια.
Μέχρι τώρα ο Ρόυλαντ δεν είχε δει
κανένα άλογο.
Ένας Γιαπωνέζος τους
σταμάτησε ευγενικά μέσα στο
διοικητήριο. Ήταν ένας τύπος με
γυαλιά χωρίς σκελετό, ένας γραφιάς
με γκρίζο κοστούμι. «Πόσο χαίρομαι
που σας ξαναβλέπω, ταγματάρχα
Κάππελ! Μπορώ να σας βοηθήσω σε
τίποτα;»
Ο Γερμανός έγινε πάλι άκαμπτος.
«Δεν θέλω να ενοχλήσω τους
ανθρώπους σας, κύριε 'Ιτο. Τούτος
εδώ φαίνεται να είναι φυγάδας από
κάποιο απ' τα στρατόπεδά μας. Θα τον
παραδώσω στον αξιωματικό-σύνδεσμο
για ανάκριση και επιστροφή».
Ο κ. 'Ιτο κοίταξε τον
Ρόυλαντ και του έριξε ένα χαστούκι.
Ο Ρόυλαντ με την απερισκεψία των
αντανακλαστικών έσφιξε τις γροθιές
του, όπως θα έκανε ένας οξύθυμος
έφηβος, αλλά ταυτόχρονα
λειτούργησαν και τα αντανακλαστικά
του Γερμανού. Ο Γερμανός έβγαλε ένα
πιστόλι και το κόλλησε στα πλευρά
του Ρόυλαντ, προτού ο τελευταίος
ρίξει μπουνιά στο Γιαπωνέζο.
«Εντάξει», είπε ο Ρόυλαντ και
κατέβασε το χέρι του.
Ο κ. 'Ιτο γέλασε. «Έχετε
κάποιο δίκιο, ταγματάρχα Κάππελ.
Σίγουρα δεν προέρχεται από δικό
μας στρατόπεδο! Αλλά να μη σας
καθυστερώ περισσότερο. Μπορώ να
ελπίζω σε κάποια αναφορά σας για τα
αποτελέσματα της υπόθεσης;»
«Φυσικά, κ. 'Ιτο», είπε ο Γερμανός.
Έβαλε το πιστόλι στη θήκη του και
προχώρησε, ακολουθούμενος από τον
επιστήμονα. Ο Ρόυλαντ τον άκουσε να
μουρμουρίζει θυμωμένος κάτι που
του φάνηκε σαν: Καταραμένη
ετεροδικία!»
Κατέβηκαν στο υπόγειο όσου όλες οι επιγραφές ήταν στα γερμανικά και σε ένα γραφείο με την επιγραφή «WISSENSCHAFTSLICHESICHERHEITSLIAISON», ο Ρόυλαντ διηγήθηκε τελικά την ιστορία του. Οι ακροατές ήταν ο ταγματάρχης, ένας χοντρός αξιωματικός που συστήθηκε ευγενικά σαν συνταγματάρχης Μπίντερμαν κι ένας γενειοφόρος ηλικιωμένος με πολιτικά που λεγόταν Δρ. Πίκερον, που τον φώναξαν από κάποιο άλλο γραφείο. Ο Ρόυλαντ απέκρυψε μόνο το θέμα της βόμβας, κάτι που έκανε εύκολα με την παλιά συνήθεια της επιφυλακτικότητας. Στην ψεύτικη ιστορία που τους διηγήθηκε, το Εργαστήριο του Λος Αλαμος ήταν ένα ερευνητικό κέντρο για την παραγωγή ηλεκτρισμού.
Οι τρεις τους τον άκουσαν
σιωπηλοί. Τελικά με φωνή που
φανέρωνε ευθυμία, ο συνταγματάρχης
ρώτησε: «Ποιος ήταν αυτός ο Χίτλερ
που ανέφερες;»
Ο Ρόυλαντ δεν ήταν προετοιμασμένος
για κάτι τέτοιο. Έμεινε με ανοιχτό
το στόμα.
Ο ταγματάρχης Κάππελ είπε:
«Το περίεργο είναι ότι ανέφερε το
όνομα ενός ατόμου κακόφημου στα
χρονικά του Τρίτου Ράιχ. Κάποιος
Αδόλφος Χίτλερ υπήρξε από τα πρώτα
στελέχη του Κόμματος, αλλά ξέρω ότι
συνωμότησε εναντίον του Ηγέτη στη
διάρκεια του Πολέμου του Θριάμβου
και εκτελέστηκε».
«Απ' ό,τι βλέπω, έχουμε εδώ έναν
καθυστερημένο ψυχασθενή», είπε ο
συνταγματάρχης. «Στειρωμένος,
βέβαια, ε;»
«Χμμ, δεν ξέρω. Υποθέτω πως είναι
στειρωμένος. Δόκτωρ, θα μπορούσατε
να...»
Ο Δρ. Πίκερον εξέτασε γρήγορα τον
Ρόυλαντ και τον βρήκε μια χαρά,
πράγμα που τους άφησε έκπληκτους.
Μετά σκέφτηκαν να ψάξουν για το
τατουάζ με τον αριθμό του
στρατοπέδου στο αριστερό μπράτσο
του Ρόυλαντ, αλλά δεν βρήκαν τίποτα.
Κατόπιν, φανερά αναστατωμένοι,
ανακάλυψαν ότι δεν υπήρχε αύξων
αριθμός γέννησης πάνω από τη θηλή,
αριστερά στο στήθος του.
«Και τα παπούτσια του», τραύλισε ο
Δρ. Πίκερον. «Είναι παράξενα. Τώρα
το αντιλήφθηκα. Κύριε
συνταγματάρχα, από πότε έχετε να
δείτε ραμμένα παπούτσια και δεμένα
κορδόνια;»
«Θα πρέπει να πεινάει», είπε ο
συνταγματάρχης.
«Δόκτωρ, πείτε στην ορντινάντσα μου
να ετοιμάσει κάτι να φαει... ο
δόκτωρ».
«Ταγματάρχα», είπε ο Ρόυλαντ,
«ελπίζω να μην πάθει τίποτα κακό ο
άνθρωπος που με περιμάζεψε. Του
είπατε ότι θα λογοδοτήσει».
«Μην φοβάστε, χμμ ...δόκτωρ», είπε ο
ταγματάρχης. «Τόση ανθρωπιά! Έχετε
γερμανικό αίμα;»
«Όχι, απ' όσο ξέρω. Μπορεί».
«Πρέπει να έχετε!» είπε ο
συνταγματάρχης.
Ένα πιάτο κρέας με σάλτσα και ένα ποτήρι μαύρα κατέφθασαν πάνω σ' ένα δίσκο. Ο Ρόυλαντ ανέβαλε τη συζήτηση. Στο τέλος, ρώτησε αποφασιστικά: «Τώρα δεν με πιστεύετε; Πρέπει να υπάρχουν δακτυλικά αποτυπώματα που να αποδεικνύουν την ιστορία μου».
«Νιώθω σαν ηλίθιος», είπε ο ταγματάρχης. «Μπορεί όμως να είστε απατεώνας. Δρ. Πίκερον, για πείτε μου, εκείνος που απέδειξε ότι η πυρηνική ενέργεια είναι αδύνατη, θεωρητικά και πρακτικά, λέγοντας ότι χρειάζεται να δώσει κανείς περισσότερα απ' όσα μπορεί να πάρει, δεν ήταν ένας Γερμανός επιστήμονας;»
Ο Πίκερον έγνεψε
καταφατικά και είπε με σεβασμό. «O
Χάιζενμπεργκ. Το 1953, στη διάρκεια
του Πολέμου του Θριάμβου. Τότε η
ομάδα του είχε αναλάβει την έρευνα
στα ηλεκτρικά όπλα και εφεύρε την
βόμβα τύφλωσης. Αλλά αυτό το
γεγονός δεν αναιρεί την ιστορία του
δόκτορα. Μας λέει ότι η ομάδα του
απλώς , προσπαθούσε να παράγει
πυρηνική ενέργεια».
«Πρέπει να το ερευνήσουμε αυτό»,
είπε ο συνταγματάρχης. «Δρ. Πίκερον,
φιλοξενείστε στο εργαστήριό σας
αυτόν τον άνθρωπο, όποιος κι αν
είναι».
Το εργαστήριο του Πίκερον, στην άλλη πλευρά του κτιρίου, ήταν ένα δωμάτιο εκπληκτικά απλό, σχεδόν πρωτόγονο. Οι νεροχύτες, τα αντιδραστήρια, οι ζυγοί, επαρκούσαν μονάχα για απλές ποιοτικές και ποσοτικές αναλύσεις. Διάφορες διαδικασίες εν εξελίξει επιβεβαίωναν ότι τα απλά μηχανήματα δεν λειτουργούσαν ούτε καν μέχρι τα όρια των μετρίων δυνατοτήτων τους. Εδώ αναλύονταν δείγματα θείου και των ενώσεών του. Το δωμάτιο, με δυσκολία θύμιζε εργαστήριο «δόκτωρα». Θα 'πρεπε να υπάρχουν μηχανήματα να ελέγχουν συνεχώς τα προϊόντα της επεξεργασίας, καθώς αυτά διοχετεύονταν έξω. Τα παράτυπα θα πρέπει να εντοπίζονταν μηχανικά σε κινούμενο ιμάντα. Ή, τουλάχιστον, θα 'πρεπε να υπάρχουν μηχανισμοί αυτόματου ελέγχου, που θα σταματούσαν τη διαδικασία και θα χτυπούσαν συναγερμό όταν το ποσοστό παρατυπίας υπερέβαινε κάποια όρια. Πάντως, εδώ καθόταν ο Πίκερον' κάθε μέρα τιτλοδοτούσε τα διαλύματα, τακτοποιούσε και ζύγιζε τα ιζήματα, έγραφε με το χέρι τα αποτελέσματα σ' ένα λογιστικό βιβλίο και μετά τα μετέδιδε τηλεφωνικά στις εγκαταστάσεις!
Ο Πίκερον φαινόταν
περήφανος για το εργαστήριό του.
«Σαν φυσικός που είσαι, δεν θα τα
πολυκαταλαβαίνεις όλα αυτά», είπε.
«Να αρχίσω να σου εξηγώ;»
«Ίσως αργότερα, δόκτωρ, αφού είστε
τόσο ευγενής. Αν μπορείτε, όμως,
πρώτα, να με βοηθήσετε να
προσανατολιστώ... »
Κι έτσι, ο Πίκερον του μίλησε για
τον Πόλεμο του Θριάμβου (1940-1955) και
αυτά που επακολούθησαν.
***
Το 1940, η επικράτεια του Φύρερ (του χερ Γκαίμπελς, φυσικά, εκείνου του γεροδεμένου ξανθού άντρα με το ηρωικό σαγόνι και το αετίσιο βλέμμα, του οποίου το πορτραίτο βλέπεις κρεμασμένο εκεί πέρα) δέχτηκε προδοτική επίθεση, ταυτόχρονα, από τους παραπλανημένους Γάλλους, τους υπανθρώπους Σλάβους και τους ύπουλους Βρετανούς. Η επίθεση, για την οποία οι συγκλονισμένοι Γερμανοί επινόησαν τον όρο Μπλίτσκρηγκ, συνέπεσε με ένα κύμα σαμποτάζ, μόλυνσης πηγαδιών και δολοφονιών εκ μέρους των Τσιγκοννεργιούντεν, ή Εβραιοτσιγγάνων, μιας ράτσας για την οποία ελάχιστα είναι σήμερα γνωστά. Δεν φαίνεται να επέζησε κανείς από δαύτους. Ο ανελέητος νόμος της Φύσης όριζε ότι οι Γερμανοί έπρεπε να δοκιμαστούν στο έπακρο, έτσι ώστε να μπορέσουν να δυναμώσουν και να θριαμβεύσουν. Έτσι η Γερμανία καταλήφθηκε απ' την Ανατολή μέχρι τη Δύση και το ίδιο το Ιερό Βερολίνο κυριεύτηκε. Αλλά ο Γκαίμπελς και το επιτελείο του αποσύρθηκαν - σαν τον Μπαρμπαρόσα - σε ένα ορεινό καταφύγιο, περιμένοντας το πλήρωμα του χρόνου, το οποίο ήρθε απρόσμενα σύντομα. Το 1945, οι παραπλανημένοι Αμερικανοί εξαπέλυσαν μια αμφίβια επίθεση με ένα εκατομμύριο άντρες στην πατρίδα των Γιαπωνέζων. Οι Γιαπωνέζοι αντιστάθηκαν με σχεδόν τευτονικό θάρρος. Ούτε ένας Αμερικανός στους είκοσι δεν έφτασε στην ακτή ζωντανός, κι ούτε ένας στους εκατό δεν κατάφερε να προχωρήσει ένα μίλι στην ενδοχώρα. Ιδιαίτερα φονικές αποδείχθηκαν οι γυναίκες και τα παιδιά, που περίμεναν σε καμουφλαρισμένα χαρακώματα, κρατώντας στην αγκαλιά τους οβίδες πυροβολικού και βόμβες αεροπλάνων, τις οποίες πυροδοτούσαν όταν μαζεύονταν γύρω τους αρκετοί εισβολείς ώστε να αξίζει τον κόπο η θυσία τους.
Η δεύτερη προσπάθεια εισβολής έγινε ένα μήνα αργότερα και πραγματοποιήθηκε από στρατεύματα των μετόπισθεν, που μαζεύτηκαν όπως - όπως από παντού, συμπεριλαμβανομένων των δυνάμεων κατοχής της Γερμανίας.
«Για να είμαστε ακριβείς», είπε ο Πίκερον, «οι Γιαπωνέζοι δεν ήξεραν να παραδίδονται, κι έτσι δεν παραδόθηκαν. Δεν μπορούσαν να υποταχθούν και πρόβαλαν αυτοκτονική αντίσταση, καταναλώνοντας το ανθρώπινο δυναμικό των Συμμάχων και το δικό τους δυναμικό γυναικών και παιδιών, ένα τίμημα βαρύτατο για τους Γιαπωνέζους! Οι Ρώσοι αρνήθηκαν να αναμειχθούν στον Ιαπωνικό Πόλεμο. Παρατηρούσαν ευχαριστημένοι τους δυο μελλοντικούς τους εχθρούς -έτσι υπέθεταν- να είναι αφοσιωμένοι στην αλληλοεξόντωσή τους.
»Ένα τρίτο επιθετικό κύμα ξέσπασε στο Κυούσου και κατέληξε στην κατάκτηση του νησιού. Τι απόμενε; Μόνο άλλη μια επίθεση στο Χόνσου, το κύριο νησί, την έδρα του Αυτοκράτορα και των σημαντικότερων ιερών ναών. Ήταν το 1946. Οι ανώριμοι, αφελείς Αμερικανοί άρχισαν να απεχθάνονται τον πόλεμο και να ξεσηκώνονται. Μέχρι τότε είχαν χάσει τους καλύτερούς τους. Απεγνωσμένοι, οι Αγγλοαμερικανοί ηγέτες, πρόσφεραν στους Ρώσους μια οικονομική επικράτεια που συμπεριλάμβανε την ακτή της Κίνας και την Ιαπωνία, σαν αμοιβή για να συμμετάσχουν στον πόλεμο».
Οι Ρώσοι ικανοποιήθηκαν και συμφώνησαν. Δέχονταν να πολεμήσουν -τουλάχιστον με αυτούς τους όρους. Την άνοιξη του 1947 εξαπέλυσαν μια τεράστια επίθεση. Θα καταλάμβαναν την Κορέα κι από κεί θα έκαναν το άλμα προς το βόρειο Χόνσου, ενώ οι Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις θα χτυπούσαν στο νότιο μέρος. Αυτό τουλάχιστον θα ήταν κάτι, μπροστά στο οποίο οι Γιαπωνέζοι θα έσκυβαν το κεφάλι και θα παραδέχονταν την ήττα τους!
Και μετά, από το ορεινό φρούριο, ήχησε η φωνή στα ραδιόφωνα: «Γερμανοί! Ο Ηγέτης σας σας προσκαλεί και πάλι!» Ακολούθησαν οι Εκατό Ημέρες της Δόξας, στη διάρκεια των οποίων, ο Γερμανικός Στρατός ανασυγκροτήθηκε κι έδιωξε τις δυνάμεις κατοχής -που τότε ήταν πια παιδαρέλια χωρίς πολεμική εμπειρία και ελάχιστοι, σχεδόν ανάπηροι, βετεράνοι. Ακολούθησε η κατάληψη των αεροδρομίων. H Λούφτβαφε έπιασε πάλι δουλειά. Ακολούθησε η προέλαση, σχεδόν παρέλαση, προς την ακτή της Μάγχης, η προέλαση που κατανάλωσε λαίμαργα τεράστιες αποθήκες πυρομαχικών που προορίζονταν για το πολεμικό θέατρο του Ειρηνικού, εκατομμύρια καινούργιες στολές, καλές αρβύλες, βουνά ολόκληρα τροφίμων, λόφους από οβίδες και πυρομαχικά που εκτείνονταν αραδιασμένα, για αμέτρητα χιλιόμετρα, πλάι στους δρόμους της Γαλλίας, χιλιάδες φορτηγά των δυόμισι τόνων και λίμνες ολόκληρες από βενζίνη για να γεμίσουν τα ρεζερβουάρ τους. Τα ναυπηγεία της Ευρώπης, από το Αμβούργο μέχρι την Τουλόν, είχαν παράγει, με ξέφρενο ρυθμό, αποβατικά σκάφη για τον Ειρηνικό. Τον Απρίλιο του 1947, τα αποβατικά σαλπάρισαν κατά χιλιάδες εναντίον της Αγγλίας.
Στο άλλο ημισφαίριο, το βρετανικό ναυτικό βομβάρδιζε το Τόκυο, το Ναγκασάκι, το Κόμπε, τη Χιροσίμα, τη Νάρα. Στα τρία τέταρτα του δρόμου μέσα στην Ασία, ο Ρωσικός Στρατός προέλαυνε αργά, αφήνοντας τους Βρετανούς να τα βγάλουν μόνοι τους πέρα. Η δοξασμένη μάνα πατρίδα, αποκτούσε πια την πρόσβαση στις θερμές θάλασσες, την πρόσβαση που πάντα αποζητούσε -και που πάντα τής αρνούνταν. Οι Βρετανοί -κουρασμένες γυναίκες χωρίς τους άντρες τους, παιδιά που είχαν χάσει τους πατεράδες τους σ' αυτά τα οχτώ χρόνια, φοβισμένοι γέροι, φοβισμένοι για τους γιούς τους -ήταν γενναίοι αλλά όχι και τρελοί. Αποδέχτηκαν τους όρους μιας τιμητικής ειρήνης. Συνθηκολόγησαν.
Με το δυτικό μέτωπο
ασφαλές, για πρώτη φορά στην
ιστορία, η αρχαία Παρόρμηση προς
την Ανατολή αφυπνίστηκε πάλι. Ο
αθάνατος αγώνας των Τευτόνων
εναντίον των Σλάβων αναζωπυρώθηκε.
Με τα μάτια του να λαμπυρίζουν από
έκσταση, ο Δρ. Πίκερον συνέχισε: «Τα
χρωστάμε όλα στους Τέκτονες
Ιππότες εκείνης της εποχής, που
ανακατέλαβαν την Πρωσία απ' τα
χέρια των υπανθρώπων! Την δοξασμένη
21η του Μάη, η Μόσχα ήταν δικιά μας!»
Η Μόσχα -και ολόκληρος ο μηχανισμός του μονολιθικού κράτους το οποίο διοικούσε, αλλά και όλοι οι δρόμοι και οι σιδηρόδρομοι και το δίκτυο επικοινωνιών που είχαν επίκεντρο τη Μόσχα. Τανκς και φορτηγά, που είχαν φτιαχτεί στο Ντητρόιτ, διέσχιζαν αυτούς τους Δρόμους στη θαυμάσια ανοιξιάτικη λιακάδα. Ο Ερυθρός Στρατός έκανε μεταβολή και υποχώρησε προς την ευρασιατική ενδοχώρα. Στο Καζάν διασπάστηκε, εξουθενωμένος, όταν συγκρούστηκε με τη Γραμμή Κρούσεως του Φρειδερίκου.
Επιτέλους, η Ευρώπη είχε γίνει Μία και Γερμανική! Πέρα από την Ευρώπη, απλώνονταν οι σκοτεινές και πολυάνθρωπες εκτάσεις της Ασίας, γεμάτες μυστηριώδεις και απωθητικούς λαούς, που θα ήταν προτιμότερο να κυβερνηθούν από τους μη Γερμανούς αλλά ιπποτικούς Γιαπωνέζους. Οι Γιαπωνέζοι ενισχύθηκαν με εφόδια που στάλθηκαν από το Μπίρκενχεντ, με πυροβολικό από τα Εργοστάσια Πουτίλωφ, με αεριωθούμενα μαχητικά από το Σατωρύ, με ατσάλι από το Ρουρ, με ρύζι από την κοιλάδα του Πο, με ρέγγες από τη Νορβηγία, με ξυλεία από τη Σουηδία, με πετρέλαιο από τη Ρουμανία, με εργάτες από την Ινδία. Οι αμερικανικές δυνάμεις διώχτηκαν από το Κυούσου το χειμώνα του 1948 και πνίγηκαν στο αίμα τους, υποχωρώντας αργά στα νησιά του Ειρηνικού, τα οποία εγκατέλειπαν ένα ένα.
Δεν θα παραδίδονταν. Επρόκειτο για μια τερατώδη αντίσταση, που η -σε σχήμα ασπίδας- Βόρεια Αμερική τόλμησε να προτάξει εκεί, μεταξύ του Γερμανικού Ατλαντικού και του Ιαπωνικού Ειρηνικού, απειλώντας και τους δυο. Η ύβρις αυτή εξαλείφθηκε οριστικά το 1955.
Εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια, Γερμανοί και Γιαπωνέζοι κοίταζαν με μισό μάτι ο ένας τον άλλον από τις αντίθετες όχθες του Μισισιπή. Οι πολιτικοί ρήτορες αρέσκονταν να αναφέρονται στον ποταμό ως απέραντο σύνορο, άσπιλο από οχυρωματικά έργα. Υπήρχαν και αλληλοδιεισδύσεις στις δύο επικράτειες: μια γιαπωνέζικη αποικία στη Νέα Σκωτία -στην ίδια την άκρη της Γερμανικής Αμερικής- κι ένα ορυχείο θειαφιού, που αποτελούσε τμήμα του συστήματος Φάρμπεν στο Νέο Μεξικό, την ίδια την καρδιά της Ιαπωνικής Αμερικής. Το τελευταίο ήταν το μέρος όπου είχε βρεθεί ο Δρ. Έντουαρντ Ρόυλαντ και το μέρος στο οποίο του έδινε διάλεξη ο Δρ. Πίκερον, ο Δρ. Γκαστόν Πιέρ Πίκερον, γνήσιος Γερμανός.
***
«Εδώ, φυσικά», είπε
μελαγχολικά ο Δρ. Πίκερον, «είμαστε
πολύ επαρχιώτες. Ελάχιστες τελετές
και λιγότερη ετικέτα. Αλλά, έτσι κι
αλλιώς, θα ήταν υπερβολικό να
απαιτήσουμε να προσλάβουν Γερμανούς
σ' αυτή την άθλια προφυλακή. Έτσι,
εμείς οι Γάλλοι Γερμανοί πρέπει να
τα βγάλουμε πέρα, κατά κάποιον
τρόπο».
«Είστε όλοι Γάλλοι εδώ;» ρώτησε
έκπληκτος ο Ρόυλαντ.
«Γάλλοι Γερμανοί!» τον διόρθωσε
αυστηρά ο Πίκερον. «Ο
συνταγματάρχης Μπίντερμαν είναι,
κι αυτός, Γάλλος Γερμανός. Ο
ταγματάρχης Κάππελ είναι -χμμ-
Ιταλός Γερμανός». Έπιασε τη μύτη
του, για να του δείξει τι γνώμη είχε
για το γεγονός αυτό.
Ο Ιταλός Γερμανός μπήκε εκείνη την ώρα στο εργαστήριο, αλλά όχι στην κατάλληλη στιγμή ώστε να αποτραπεί η ερώτηση του Ρόυλαντ. «Κι όλοι σας προέρχεστε από την Ευρώπη;»
Τον κοίταξαν με το στόμα ανοιχτό. «Ο παππούς μου, ναι», είπε ο Δρ. Πίκερον. Ο Ρόυλαντ αναλογίστηκε: το ίδιο κι οι ρωμαϊκές λεγεώνες που φρουρούσαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας -Ρωμαίοι που γεννιόνταν και μεγάλωναν στη Βρετανία ή στο Δούναβη, Ρωμαίοι που ποτέ στη ζωή τους δεν θα έβλεπαν την Ιταλία ή τη Ρώμη.
Ο ταγματάρχης Κάππελ είπε κεφάτα: «Λοιπόν, αυτό δεν θα 'πρεπε να μας ενδιαφέρει. Φοβάμαι, αγαπητέ μου φίλε, πως το ψεματάκι σου δεν έπιασε». Χτύπησε φιλικά το Ρόυλαντ στην πλάτη. «Παραδέχομαι ότι μας ξεγέλασες όλους με θαυμάσιο τρόπο. Τώρα μπορούμε να ακούσουμε τα πραγματικά γεγονότα;»
Ο Πίκερον είπε έκπληκτος.
«Ώστε η ιστορία του είναι ψεύτικη;
Και τα παπούτσια; Το ανύπαρκτο
Γκεμπούρτσνουμερ, ο Αριθμός
Γεννήσεως; Ασε που φαίνεται να
καταλαβαίνει λιγάκι από χημεία!»
«Αααα, μάλιστα! Αφού είπε ότι η
ειδικότητά του ήταν η φυσική,
δόκτωρ! Αυτό είναι, από μόνο του,
ύποπτο στοιχείο!»
«Αρκετά θα έλεγα. Μια αντίφαση. Αλλά
τα υπόλοιπα;»
«Όσον αφορά τον Αριθμό Γεννήσεως,
ποιος ξέρει. Κι όσο για τα παπούτσια
του, τι μας νοιάζει; Κράτησα κρυφά
μερικές σημειώσεις, ενόσω μας
διηγούνταν την ιστορία του, και τις
έλεγξα εξονυχιστικά. Δεν υπήρξε
ποτέ κανένα Τμήμα Μηχανολογίας
Μανχάτταν. Δεν υπήρξε ποτέ κανένας
Δρ. Οππενχάιμερ, ούτε Φέρμι, ούτε
Μπορ. Δεν υπάρχει καμιά Θεωρία της
Σχετικότητας, ούτε ισοδυναμία
μάζας και ενέργειας. Το ουράνιο
έχει μόνο μια χρήση: να δίνει ένα
όμορφο πορτοκαλί χρώμα στο γυαλί.
Υπάρχει αυτό που ανέφερε σαν
ισότοπο, αλλά δεν έχει καμιά σχέση
με τη χημεία. Είναι το όνομα που
χρησιμοποιεί η Φυλετική Επιστήμη
για να περιγράψει την επιτρεπτή
ποικιλία μιας κατώτερης ράτσας.
Έτσι λοιπόν, τι έχεις να πεις για
όλα αυτά, αγαπητέ μου φίλε;»
Ο Ρόυλαντ αναρωτήθηκε,
λόγω της βεβαιότητας με την οποία
μίλησε ο ταγματάρχης Κάππελ, κατά
πόσον είχε περάσει σε ένα σύμπαν με
διαφορετικές φυσικές ιδιότητες και
διαφορετική ιστορία, ένα σύμπαν στο
οποίο ο Ιούλιος Καίσαρ είχε
ανακαλύψει το Περού και το μόριο
του οξυγόνου ήταν ελαφρύτερο απ'
αυτό του υδρογόνου. Κατάφερε να πει:
«Πώς τα ανακαλύψατε όλα αυτά,
ταγματάρχα;»
«Α, μην νομίζεις ότι κοπίασα πολύ».
Ο Κάππελ χαμογέλασε. «Έψαξα στη μεγάλη
εγκυκλοπαίδεια».
Ο Δρ. Πίκερον, χημικός, κούνησε το κεφάλι του, επικροτώντας την εργατικότητα του ταγματάρχη και την καλή γνώση του πάνω στην επιστημονική μέθοδο.
«Εξακολουθείς να μην
θέλεις να μας πεις;» τον καλόπιασε ο
ταγματάρχης Κάππελ.
«Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να
επιμείνω σε ό,τι είπα
προηγουμένως».
Ο Κάππελ κούνησε τους ώμους του.
«Δεν είναι δικιά μου δουλειά να σε
μεταπείσω. Ούτε ξέρω από πού ν'
αρχίσω. Αλλά αυτό που μπορώ -και που
θα κάνω- είναι να σε στείλω
κατευθείαν σε στρατόπεδο
εργασίας».
«Τι... τι είναι το στρατόπεδο
εργασίας;» τραύλισε ο Ρόυλαντ.
«Θεέ και Κύριε! Ανθρωπε μου, είναι
ένα στρατόπεδο στο οποίο
δουλεύουνε! Είσαι προφανώς ένας
Ουνγκλάιχγκεσάλτλινγκ και πρέπει
να μετατραπείς σε
Γκλάιχγκεσάλτετ». Δεν
χρησιμοποίησε αυτές τις λέξεις σαν
να ήταν ξένες. Προφανώς οι λέξεις
αποτελούσαν μέρος της αμερικανικής
καθομιλουμένης. Για τον Ρόυλαντ,
Γκλάιχγκεσάλτετ σήμαινε κάτι σαν
«συντονισμένος, ρυθμισμένος με
βάση κάτι». Έτσι λοιπόν, θα τον
ρύθμιζαν -αλλά με τι, και πώς;
Ο ταγματάρχης συνέχισε:
«Θα πάρεις τα ρούχα σου και τις
αερολογίες σου και την τροφή σου
και θα στρωθείς στη δουλειά, και στο
τέλος οι ανώμαλες, αλήτικες
συνήθειές σου θα εξαφανιστούν. Μετά
θα διατεθείς στην αγορά εργασίας.
Και πρέπει να είσαι με το παραπάνω
ευχαριστημένος που καθίσαμε κι
ασχοληθήκαμε μαζί σου». Η έκφρασή
του άλλαξε. «Παρεμπιπτόντως, ήταν
πολύ αργά για το φίλο σου τον Ταμία.
Λυπάμαι. Έστειλα αγγελιοφόρο στον
Πειθαρχικό'Έλεγχο με εντολή να
σταματήσουν. Στο κάτω κάτω, αφού μας
κορόιδευες επί μία ώρα, πώς να μην
μπορέσεις να κοροϊδέψεις έναν
Ταμία Εβδόμης Κατηγορίας;»
«Πολύ αργά; Δηλαδή είναι νεκρός;
Επειδή μάζεψε έναν ωτοστοπατζή;
»
«Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η
τελευταία λέξη», είπε ο
ταγματάρχης. «Αλλά αν σημαίνει στην
αργκό "απατεώνας", η απάντηση
είναι καταφατική. Στο κάτω κάτω ο
άνθρωπος αυτός ήταν ένας Ταμίας
Εβδόμης Κατηγορίας' ήξερε να
διαβάζει. Μου φαίνεται ότι ή
επιμένεις να συνεχίζεις την απάτη
σου με αρκετή πειστικότητα ή ζούσες
στην απομόνωση. Μήπως συνέβη κάτι
τέτοιο; Μήπως είσαι μέλος κάποιας
φυλής; Τέλος πάντων, αυτό θα το
βρουν οι ανακριτές. Αυτή είναι η
δουλειά τους».
«Ο θρύλος του Περιπλανώμενου!»
φώναξε ο Δρ. Πίκερον ήταν να τον
είχε χτυπήσει κεραυνός. «Μπορεί να
είναι πρωτόγονος!»
«Μα την αλήθεια», είπε αργά ο
ταγματάρχης Κάππελ, «μπορεί να
πρόκειται για κάτι τέτοιο. Θα 'μουνα
πολύ τυχερός αν έβρισκα έναν
ζωντανό πρωτόγονο».
Ποιος θα 'ταν ο τυχερός;
ρώτησε ψυχρά ο Πίκερον.
«Μου φαίνεται ότι θα πάω να κοιτάξω
για το θρύλο του Περιπλανώμενου»,
είπε ο Κάππελ, προχωρώντας προς την
πόρτα, μάλλον έχοντας σκοπό να
ψάξει τη μεγάλη εγκυκλοπαίδεια.
«Το ίδιο κι εγώ», ανακοίνωσε
σθεναρά ο Δρ. Πίκερον. O Ρόυλαντ τους
είδε να τρέχουν στο διάδρομο.
Πλάκα είχε. Κι είχαν εκτελέσει τον απλοϊκό Ταμία Εβδόμης Κατηγορίας Μάρτφηλντ, επειδή είχε πάρει έναν που έκανε ωτοστόπ. Οι Ναζί ήταν πάντα πολύ περίεργοι: ο χοντρομπαλάς Χέρμαν Γκαίρινγκ να παριστάνει το νεαρό Ζίγκφρηντ. Ξανθός σαν τον Χίτλερ, λεπτός σαν τον Γκαίρινγκ και ψηλός σαν τον Γκαίμπελς... Ανώριμοι αλητάμπουρες που δεν κατάφεραν ούτε να απευθύνουν κάποια πειστική κατηγορία στον Δημητρώφ για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. O κόσμος είχε αγανακτήσει με τις χοντράδες τους. Τεράστιες, γελοίες κομματικές συγκεντρώσεις με τους οπαδούς να πανηγυρίζουν, όπως όταν άγγιζαν με τις τοπικές σημαίες τους εκείνο το ιερό λάβαρο στο οποίο ο μάρτυρας Χορστ Βέσελ είχε ματώσει τη μύτη του. Κι είχαν κατακτήσει την Ευρώπη, κι'είχαν σκοτώσει ανθρώπους...
Ένα ήταν σίγουρο: η δουλειά στο στρατόπεδο θα ήταν βαρετή μέχρι αηδίας. Υποτίθεται πως ο Ρόυλαντ ήταν ένας αγράμματος ηλίθιος, κι έτσι του φέρθηκαν μεγαλόψυχα, ενώ δεν συγχώρεσαν τον υψηλά ιστάμενο Ταμία. Ο Ρόυλαντ ψαχούλεψε σε μια ντουλάπα στη γωνία του εργαστηρίου -αυτός ο Πίκερον είχαν την ίδια κορμοστασιά.
Βρήκε μια κομψή στολή και ορισμένα άλλα που ήταν μάλλον πολιτικά ρούχα: κάπως φαρδιά παντελόνια και κάτι σαν αμπέχωνο με κομψό, πρακτικό ρωσικό κολάρο. Προφανώς δεν θα υπήρχε πρόβλημα να το φορέσει αφού βρισκόταν σ' αυτό το μέρος. Σίγουρα θα ήταν λάθος αν εξακολουθούσε να είναι ντυμένος με φανελένιο πουκάμισο. Δεν ήξερε ακριβώς πού βρισκόταν το λάθος, αλλά ο Μάρτφηλντ είχε εκτελεστεί επειδή μάζεψε έναν άνθρωπο που φορούσε φανελένιο πουκάμισο. Ο Ρόυλαντ φόρεσε αυτά τα ρούχα, τύλιξε το πουκάμισό του και το παντελόνι του και τα έχωσε βαθιά στο πάνω συρτάρι της ντουλάπας. Αυτή φαινόταν ικανοποιητική μεταμφίεση ώστε να γλιτώσει απ' αυτούς τους καραγκιόζηδες δολοφόνους. Βγήκε έξω και ανέβηκε τις σκάλες, πέρασε τον συνωστισμένο προθάλαμο και βγήκε στο βιομηχανικό συγκρότημα. Κανείς δεν τον χαιρέτησε κι ούτε κι αυτός χαιρέτησε κανέναν. Ήξερε πού πήγαινε -σε ένα καλό, εξοπλισμένο γιαπωνέζικο εργαστήριο όπου δεν θα υπήρχαν Γερμανοί.
Ο Ρόυλαντ γνώριζε Γιαπωνέζους φοιτητές στο Πανεπιστήμιο και τους θαύμαζε υπερβολικά. Το μυαλό τους, η ολιγάρκειά τους, η σκυλίσια επιμονή τους και το καλό τους χιούμορ, τους καθιστούσε, όσο μπορούσε να κρίνει, τους πιο ευαίσθητους ανθρώπους που είχε γνωρίσει ποτέ. Ο Τόγιο κι οι πολέμαρχοί του δεν μπορεί να ήταν αυθεντικοί Γιαπωνέζοι, αλλά απλώς βλάκες με πατέντα, μιλιταριστές και πολιτικάντηδες. Οι πραγματικοί Γιαπωνέζοι θα τον άκουγαν υπομονετικά και θα τσεκάριζαν τα λεγόμενά του με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία...
Έτριψε το μάγουλό του και θυμήθηκε τον κ. Ίτο και το χαστούκι που είχε εισπράξει. Πάει καλά' προφανώς ο κ. 'Ιτο ήταν ένας βλάκας μιλιταριστής και πολιτικάντης -και δούλευε για λογαριασμό των Γερμανών σε μια ευαίσθητη συνοριακή περιοχή με πολλά προβλήματα αρμοδιοτήτων.
Όπως και νάχε το πράγμα, δεν είχε σκοπό να πάει σε στρατόπεδο εργασίας και να σπάει βράχια ή να γυαλίζει έπιπλα μέχρι αυτοί εδώ οι πανηλίθιοι να αποφάσιζαν ότι είναι Γκλάιχγκεσάλτετ. Θα του έστριβε μέσα σε ένα μήνα.
() Ρόυλαντ προχώρησε προς τους πύργους Σολβέυ και ακολούθησε τους γυάλινους σωλήνες που μέσα τους περιείχαν το εξαγόμενο θειϊκό οξύ, μέχρις ότου έφτασε σε μια εγκατάσταση εμφιάλωσης όπου σκυθρωποί άντρες δούλευαν σιωπηλά, γεμίζοντας μεγάλες νταμιτζάνες με ψάθινη επένδυση και μετά τις μετέφεραν έξω. Ακολούθησε άλλους ανθρώπους που τις φόρτωναν σε χειροκίνητα καροτσάκια και τα τσουλούσαν προς την πόρτα ενός υπόστεγου αποθήκευσης. Έξω από μία πόρτα, στην άλλη άκρη του κτιρίου, υπήρχαν άλλοι εργάτες που τις φόρτωναν σε κλειστά φορτηγά που αναχωρούσαν κάθε τόσο. Ο Ρόυλαντ κάθισε σε μια γωνιά του υπόστεγου αποθήκευσης, πίσω από έναν τοίχο από νταμιτζάνες και άκουγε τους επόπτες των φορτηγών να βρίζουν τους οδηγούς και τους φορτωτές να βρίζουν το φορτίο τους.
«Φορτώστε αυτό το καταραμένο φορτίο για το Φρίσκο, ηλίθιοι! Σκασίλα μου αν θέλετε να φύγετε, πρέπει να τελειώσετε το φόρτωμα μέχρι τα μεσάνυχτα!»
Έτσι, λίγες ώρες αφότου έπεσε το σκοτάδι, ο Ρόυλαντ βρισκόταν στην καρότσα ενός φορτηγού, πηγαίνοντας δυτικά, χωρίς πολύ αέρα και με την επικίνδυνη συντροφιά χιλίων γαλονιών οξέος. Ήλπιζε ο οδηγός να ήταν προσεκτικός.
Μια νύχτα, μια μέρα και άλλη μια νύχτα στο δρόμο. Το φορτηγό δεν σταματούσε παρά μόνο για να βάλει βενζίνη. Οι οδηγοί άλλαζαν με βάρδιες, έτρωγαν σάντουιτς και, εκτός βάρδιας, λαγοκοιμόνταν. Τη δεύτερη νύχτα έβρεξε. Ο Ρόυλαντ, επιδέξια και ίσως κάπως απερίσκεπτα, έγλειφε τις σταγόνες που έτρεχαν στο μουσαμά της καρότσας. Με το που έσκασε μύτη ο ήλιος, πιασμένος ανάμεσα σε δυο άδειες ψάθινες θήκες, είδε ότι προχωρούσαν ανάμεσα σε χωράφια. Το νερό στα αρδευτικά αυλάκια τον δελέασε. Μόλις αισθάνθηκε το φορτηγό να μειώνει ταχύτητα για να στρίψει, έδωσε ένα σάλτο κι έπεσε στο δρόμο. Ήταν αδύναμος και αρκετά εξαντλημένος κι έτσι έσκασε στο δρόμο σαν τσουβάλι.
Σηκώθηκε αμέσως όρθιος, αδιαφορώντας για τα γδαρσίματά του, και έφτασε κουτσαίνοντας σε ένα από τα χαντάκια που είχαν πλάτος ενάμισι μέτρο. Ήπιε και ήπιε και ήπιε. Αυτή τη φορά η συντηρητική αντίληψη αποδείχτηκε σωστή. Ξέρασε αμέσως όλο το νερό, ή τουλάχιστον όσο δεν είχε προλάβει να απορροφήσει άπληστα το σφιγμένο στομάχι του. Δεν τον ένοιαζε.
Το χωράφι ήταν γεμάτο ντοματιές, με τους καρπούς σχεδόν παραγινωμένους. Τις λιγουρεύτηκε. Μόλις είδε τους όμορφους κόκκινους καρπούς, συνειδητοποίησε ότι οι ντομάτες ήταν το μοναδικό πράγμα που επιθυμούσε στον κόσμο. Δάγκωσε άπληστα μια απ' αυτές κι ο χυμός της έτρεξε στο σαγόνι του. Τις άλλες δυο τις έφαγε πιο προσεκτικά, με τα δόντια του να σκίζουν τη λεπτή τους φλούδα και την υπέροχη γεύση να ξετρελαίνει τον ουρανίσκο του. Υπήρχαν ντοματιές μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Και στις δυο πλευρές του Δρόμου, έβλεπε το πράσινο των φυτών και τις κόκκινες κηλίδες των ώριμων καρπών, με φόντο τα τετράγωνα που σχημάτιζαν τα ασημένια αυλάκια αντανακλώντας το πρώτο φως της αυγής. Τελικά, γέμισε τις τσέπες του με ντομάτες προτού απομακρυνθεί.
Ο Ρόυλαντ ήταν ευτυχισμένος.
Έχετε γειά, Γερμανοί, με το απαίσιο κρέας με σάλτσα και τους δολοφονικούς σας τρόπους. Για πρόσεξε αυτά τα όμορφα χωράφια! Οι Γιαπωνέζοι είναι, εκ φύσεως, καλλιτεχνικός λαός που ομορφαίνει κάθε λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής. Και βγάζουν και πολύ καλούς φυσικούς επιστήμονες. Περιορισμένοι στο πέτρινο σπίτι τους, στριμωγμένοι όπως ήταν κι αυτός στο φορτηγό, αυξάνονταν ανησυχητικά. Γιατί να μην έβρισκαν κι άλλο χώρο να επεκταθούν και τι άλλους τρόπους δράσης θα μπορούσαν να ανακαλύψουν, πέρα απ' το να κάνουν πόλεμο; Οι άνθρωποι που είχαν φυτέψει αυτές τις πανέμορφες ντοματιές άξιζαν τη συμπάθεια του Ρόυλαντ.
Μια σκιά με τη μορφή και το μέγεθος ανθρώπου τράβηξε την προσοχή του. Βρισκόταν στην όχθη ενός απ' αυτά τα χαντάκια πλάτους ενάμισι μέτρου, προς τα δεξιά του. Και μετά, η σκιά κύλησε αργά στο χαντάκι, με ένα παφλασμό, επέπλευσε λίγο και μετά άρχισε να βυθίζεται.
Παραπατώντας ο Ρόνλαντ διέσχισε το δρόμο και μετά το χωράφι. Δεν ήξερε αν είχε αρκετές δυνάμεις για να κολυμπήσει. Καθώς στάθηκε λαχανιασμένος στην όχθη του χαντακιού, κοιτάζοντας μέσα στο νερό, ένα τριχωτό κεφάλι ξεπρόβαλε στην επιφάνεια κοντά του. Απλωσε γρήγορα το χέρι του κι άρπαξε τα μαλλιά -και παρόλα αυτά ήταν αρκετά ψύχραιμος ώστε να αισθανθεί στις τσέπες του τις ντομάτες που έλιωναν.
«Ήρεμα», μουρμούρισε στον εαυτό του, τράβηξε το κεφάλι προς το μέρος τον και με το άλλο χέρι του τράβηξε το σώμα. Ήρθε φάτσα με φάτσα με ένα ξαφνιασμένο πρόσωπο που αμέσως μετά λιποθύμησε.
Επί μισή ώρα, ο Ρόνλαντ, εξαντλημένος καθώς ήταν, προσπαθούσε, έβριζε χαμηλόφωνα και ίδρωνε, πασχίζοντας να βγάλει αυτό το σώμα έξω απ' το νερό. Τελικά βούτηξε κι ο ίδιος μέσα, ανακάλυψε ότι το νερό έφτανε μέχρι το στήθος του και έσυρε το σώμα πάνω στη λασπερή όχθη. Δεν ήξερε αν ο άντρας ήταν ζωντανός ή νεκρός. Ήξερε όμως ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει, αφήνοντας την προσπάθειά του μισοτελειωμένη.
Το σώμα ανήκε σε ένα χοντρό, μεσόκοπο Ανατολίτη, σίγουρα Κινέζο παρά Γιαπωνέζο, παρόλο που ο Ρόυλαντ δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς το κατάλαβε. Τα ρούχα του Κινέζου ήταν όλα μουσκεμένα κουρέλια, εκτός από ένα δερμάτινο πορτοφόλι, στο μέγεθος κουτιού πούρων, που κρεμόταν από μια φαρδιά πάνινη ζώνη. Το μοναδικό περιεχόμενό του ήταν μια κομψή φιάλη από μπλε πορσελάνη. Ο Ρόυλαντ μύρισε το περιεχόμενό του και ζαλίστηκε. Κάποιο περίεργο είδος τζιν! Το ξαναμύρισε πάλι και μετά ήπιε μια μικρή γουλιά. Ενώ έβηχε ακόμα, ένιωσε τη μπουκάλα να απομακρύνεται από το χέρι του. Είδε τον Κινέζο, με τα μάτια του ακόμα κλειστά, να κατευθύνει το στόμιο της μπουκάλας προς το στόμα του. Ο Κινέζος ήπιε' και ήπιε πολύ. Μετά επέστρεψε τη μπουκάλα και τελικά άνοιξε τα μάτια του.
«Τιμημένε κύριε», είπε ο
Κινέζος με τυπικά καλιφορνέζικα
αγγλικά, «καταδεχθήκατε να σώσετε
την ευτελή ζωή μου. Θα μπορούσατε να
με πληροφορήσετε για το τιμημένο
σας όνομα;»
«Ε... Ρόυλαντ. Κοίτα να δεις, ηρέμησε.
Μην προσπαθείς να σηκωθείς.
Κανονικά δεν θα'πρεπε ούτε να μιλάς
στην κατάσταση που βρίσκεσαι».
Κάποιος ούρλιαξε πίσω από τον
Ρόυλαντ. «Κλέφντες ντομάτας!
Τζάκιζμα και καταζτροφή των φυτών!
Παιντιά, θα είστε μάρντυρες για
τους Γκιαπωνέζους!»
Τι ήταν ετούτο πάλι;
Ήταν ένας κοκαλιάρης μαυριδερός,
όχι νέγρος, με ένα βρώμικο βρακάκι
και δίπλα του, σε φθίνουσα σειρά
ύψους, άλλοι πέντε κοκαλιάρηδες
μαυριδεροί με παρόμοια βρακάκια.
Όλοι τους χοροπηδούσαν, έδειχναν με
το δάχτυλο και απειλούσαν. Ο
Κινέζος αναστέναξε, έψαξε στην
τσέπη του και ξετρύπωσε μια
μουσκεμένη δεσμίδα χαρτονομίσματα.
Έβγαλε ένα απ' αυτά, τους το έδειξε
και είπε: «Φύγετε από δω πέρα,
αρρωστημένοι βάρβαροι, πέρα από το
Τιαν Σανγκ. Ο αφέντης μου κι εγώ σας
δίνουμε μια ελεημοσύνη, όχι φόρο
τιμής».
Ο Δραβίδης, ή ό,τι άλλο κι αν ήταν,
άρπαξε το χαρτονόμισμα και
επέμεινε: «Ντεν φτάνει για την
ντρομερή ζημιά που κάνατε! Οι
Γκιαπωνέζοι...»
Ο Κινέζος έκανε μια περιφρονητική
χειρονομία και είπε: «Αν ο αφέντης
μου είχε την ευγενή καλοσύνη να με
βοηθήσει να σηκωθώ;»
Ο Ρόυλαντ τον βοήθησε αμήχανος. Ο Κινέζος τρίκλιζε, είτε επειδή είχε κοντέψει να πνιγεί, είτε επειδή είχε καταπιεί κάμποσο αλκοόλ. Μυστήριο. Προχώρησαν προς το δρόμο, ενώ οι άλλοι πίσω τους τσίριζαν να προσέχουν να μην πατήσουν τα φυτά.
Στο Δρόμο ο Κινέζος είπε:
«Το ανάξιο λόγου όνομά μου είναι Λι
Πο. Θα ευαρεστηθεί ο αφέντης μου να
υποδείξει προς ποιά κατεύθυνση θα
ταξιδέψουμε;»
«Τι αφέντης και τρίχες;» έκανε ο
Ρόυλαντ. «Αν νιώθεις ευγνωμοσύνη,
μπορείς να είσαι ευγενικός, αλλά
δεν είσαι ιδιοκτησία μου».
«Ο αφέντης μου χαίρεται να κάνει
αστεία», είπε ο Λι Πο.
Ευγενικός μέχρι απελπισίας και μιλώντας στο τρίτο πρόσωπο, εξήγησε ότι ο Ρόυλαντ παρενέβη στην απόφαση των Ουράνιων Θεών: ο Λι Πο έπρεπε να κατρακυλήσει στο αρδευτικό κανάλι και να πνιγεί, τέτοιος μεθύστακας που ήταν, αλλά τώρα η μοίρα του Λι Πο ήταν στα χέρια του Ρόυλαντ επειδή οι Ουράνιοι είχαν νίψει τα δικά τους γι' αυτόν. Ο Λι Πο εξέφρασε τη θλίψη του για την ατυχία του Ρόυλαντ να τον έχει για υπηρέτη, επειδή ήταν γνωστό πως ο Κινέζος ήταν λαίμαργος, ανέντιμος και υπέφερε από λιποθυμικές τάσεις και σπασμούς όταν τον έβαζαν να δουλέψει.
«Δεν ξέρω τίποτα απ' αυτά
που μου λες», γκρίνιαξε o Ρόυλαντ.
«Δεν υπήρχε ένας άλλος Λι Πο; Ένας
ποιητής;»
«Ο υπηρέτης σας προτιμά να συνδέσει
το ονοματεπώνυμό του με εκείνο ενός
από τους μεγαλύτερους μπεκρήδες
που έχει γνωρίσει ποτέ το Βασίλειο
των Ανθέων», παρατήρησε o Κινέζος.
Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, έσκυψε
και χτύπησε τον Ρόυλαντ πίσω από τα
γόνατα και ο Ρόυλαντ έπεσε κάτω
μπρούμυτα και χτύπησε το μέτωπό του
στο χώμα. Ο Λι Πο έκανε την ίδια
κίνηση, αν και με περισσότερη
ευελιξία. Ένα όχημα πέρασε
αγκομαχώντας και γουργουρίζοντας
στο δρόμο, καθώς κι οι δυο τους
κείτονταν μπρούμυτα στο χώμα.
Ο Λι Πο είπε επιτιμητικά. «Ταπεινά παρατηρώ ότι ο αφέντης μου δεν γνωρίζει την εθιμοτυπία που απαιτούν οι ευγενείς επικυρίαρχοί μας. Μια τέτοια αμέλεια κόστισε το κεφάλι του μεγαλύτερου αδελφού μου, όταν αυτός ήταν δώδεκα χρονών. Θα μπορούσε ο αφέντης μου να μου εξηγήσει πώς έφτασε σε μια τόσο σεβαστή ηλικία, δίχως να μάθει αυτό που γνωρίζουν ακόμα και τα μωρά στην κούνια τους;»
Ο Ρόυλαντ του διηγήθηκε την ιστορία του. Πότε πότε ο Λι Πο τον διέκοπτε ευγενικά για να κάνει ερωτήσεις, από τις οποίες ο Ρόυλαντ σκιαγράφησε το εύρος του πνευματικού ορίζοντα του Κινέζου. Ο Λι Πο δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή για τη «μαγεία» που είχε εκσφενδονίσει τον Ρόυλαντ έναν αιώνα και περισσότερο στο μέλλον, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν είχαν λάβει τις απαιτούμενες προφυλάξεις του φένγκ σούι, για να προλάβουν την καταστρεπτική εξέλιξη του πειράματος με την Τροφή των Θεών. Υποπτεύθηκε, από την περιγραφή της καλύβας του Ναχατάσπε, ότι ένα απλό παραπέτασμα, με τον σωστό προσανατολισμό ως προς την πόρτα, θα είχε εμποδίσει όλους τους βλαβερούς δαίμονες να μπουν μέσα. Καθώς ο Ρόυλαντ περιέγραφε την απόδρασή του από τη γερμανική επικράτεια και τους λόγους που το έκανε, ο Λι Πο παρέμενε πολύ ήσυχος και ανέκφραστος. O Ρόυλαντ έκρινε ότι, από τη μεριά του, ο Λι Πο δεν θα τον θεωρούσε και πολύ έξυπνο που άφησε έναν άλλον τόπο για να έρθει εδώ.
Κι ο Ρόυλαντ ήλπιζε να έχει
κάνει λάθος. «Πες μου πώς είναι
εδώ», είπε.
«Αυτό το βασίλειο», είπε ο Λι Πο,
«που βρίσκεται υπό την εξουσία των
αγαθοποιών και ευγενών
επικυρίαρχων μας, είναι το
καταφύγιο όλων εκείνων που το δέρμα
τους δεν έχει αυτό το ξασπρισμένο
χρώμα που φανερώνει την αιώνια
κατάρα των Ουρανίων. Εδώ ζει ο λαός
του Χαν, σαν την ασήμαντη αφεντιά
μου, και οι γιοί του Χιντού πέρα από
το Τιάν Σανγκ. Ζούμε εδώ για να
καλλιεργούμε τη γη και να
μεγαλώνουμε γιους και εγγόνια που
θα μας τιμούν όταν θα γεράσουμε».
«Τι ήταν αυτό περί
"ξασπρισμένων";» ρώτησε ο
Ρόυλαντ. «Πυροβολούνε τους λευκούς
όταν τους βλέπουν, ή μήπως όχι;»
Ο Λι Πο απάντησε αοριστολογώντας:
«Πλησιάζουμε το χωριό το οποίο
ανάξια υπηρετώ ως μάντης, δάσκαλος
του φένγκ σούι, περιστασιακός
ποιητής και παραμυθάς. Ο αφέντης
μου ας μην φοβάται καθόλου για το
χρώμα του. Ο ταπεινός υπηρέτης του
θα σκουρύνει με λάσπη το δέρμα του
αφέντη του και θα πει κάνα δυο μικρά
και έξυπνα ψεματάκια, λέγοντας πως
ο αφέντης του είναι απλώς ένας
λεπρός».
***
Μετά από μια βδομάδα στο χωριό του Λι Πο, ο Ρόυλαντ έμαθε πως η ζωή ήταν αρκετά καλή εκεί. Το μέρος ήταν ένας οικισμός με καλύβες από καλάμια και πλίνθους, με πληθυσμό περίπου διακόσιες ψυχές, χτισμένος στις όχθες ενός αρδευτικού χαντακιού, αρκετά μεγάλου για να του δοθεί το όνομα «κανάλι». Κανείς δεν ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν. Ο Ρόυλαντ πίστευε πως πρέπει να βρισκόταν στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο. Το έδαφος ήταν παχύ και πλούσιο και τα φυτά κάρπιζαν ολόκληρο το χρόνο. Η κύρια σοδειά ήταν ένα είδος πελώρια ραπανάκια. Ήταν υπερβολικά χοντρόκοκα για ανθρώπινη τροφή. Οι χωρικοί ήξεραν ότι τα ραπανάκια ήταν τροφή για κότες, κάπου ψηλά προς τα βόρεια. Όπως και να είχε το πράγμα, μάζευαν τα ραπανάκια, τα τεμάχιζαν με μια χειροκίνητη μηχανή και μετά τα άφηναν να ξεραίνονται. Κάθε λίγες μέρες, ένας Γιαπωνέζος χαμηλής κάστας ερχόταν με ένα φορτηγό, οι Κινέζοι το φόρτωναν με τόνους ραπανάκια και μετά τα αποχαιρετούσαν για πάντα. Προφανώς τα ραπανάκια τα έτρωγαν οι κότες τις οποίες έτρωγαν οι Γιαπωνέζοι.
Οι χωρικοί έτρωγαν κι αυτοί κότες, αλλά μόνο σε γάμους και κηδείες. Τον υπόλοιπο καιρό έτρωγαν λαχανικά, που καλλιεργούσαν με τόση προσοχή, λες κι επεξεργάζονταν διαμάντια. Αναλογούσε ένα τέταρτο του στρέμματος για κάθε οικογένεια. Στις ενενήντα μέρες από το φύτεμα μέχρι την ωρίμανση, ένα μονάχα λάχανο χρειαζόταν εκατό ώρες περιποίησης από τη γιαγιά, τον παππού, τον γιο, την κόρη, το μεγαλύτερο εγγόνι και το μικρότερο νήπιο μιας οικογένειας. Θεωρητικά, ολόκληρη η οικογένεια θα έπρεπε να έχει λιμοκτονήσει γιατί είναι αδιανόητο να απαιτούνται εκατό εργατοώρες για ένα μόνο λάχανο. Αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τούτοι εδώ πι άνθρωποι τα κατάφερναν να επιζούν. Απλώς έμεναν κοκαλιάρηδες και χαρωποί και δουλευταράδες και γόνιμοι.
Εξαιτίας ενός αυτοκρατορικού διατάγματος, μιλούσαν όλοι Αγγλικά. Μάλλον τους θεωρούσαν ανάξιους να μιλούν γιαπωνέζικα, όπως και να ζωγραφίζουν την Σφραγίδα τον Αυτοκρατορικού Χρυσανθέμου στα σπίτια τους. Το να τους αφήσουν να μιλάνε την παλιά τους γλώσσα και τις διαλέκτους, δεν θα ήταν καθόλου φρόνιμο από πολιτικής άποψης.
Ο πληθυσμός του χωριού ήταν μια Βαβυλωνία από Κινέζους, Ινδούς, Δραβίδες και -προς μεγάλη έκπληξη του Ρόυλαντ- Γιαπωνέζους χαμηλής κάστας και Γιαπωνέζους απόβλητους. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν τέτοια πράγματα. Σύμφωνα με τις παραδόσεις του χωριού, πριν από πολύ καιρό, ένας σαμουράι, ονόματι Ουγκέτσου, έδειξε ένα τσούρμο μεθύστακες κρατούμενους μιας φυλακής του Χονγκ Κονγκ και είπε: «Θα πάρω αυτούς εδώ». Κι «αυτοί εδώ» ήταν οι πρόγονοι των χωρικών που μεταφέρθηκαν στην Αμερική και που εγκαταστάθηκαν εδώ, στην όχθη του καναλιού, με τη διαταγή να καλλιεργούν τα ραπανάκια τους. Όπως και να'χε το πράγμα, το μέρος λεγόταν Χωριό Ουγκέτσου κι αν ορισμένοι από τους απογόνους των πρώτων αποίκων απείχαν εντελώς από το πιοτό, άλλοι, σαν τον Λι Πο, ξαναζωντάνευαν το θρύλο της προέλευσής τους.
Μετά από μια βδομάδα, το σούσουρο, που προκάλεσε η άφιξη του ανθρώπου που έπασχε από τη νόσο του Χάνσεν, καταλάγιασε και τότε ο Ρόυλαντ μπόρεσε να ξεπλύνει τη λάσπη από το πρόσωπό του. Έπρεπε μόνο να αποφεύγει τους Γιαπωνέζους της ανώτερης κάστας και ειδικά τους σαμουράι. Ο Ρόυλαντ δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο στίγμα' όμως, γενικά, θεωρείτο καλό να αποφεύγει κανείς τους σαμουράι.
Στο χωριό, ο Ρόυλαντ βρήκε την πρώτη του αγάπη και την πρώτη του θρησκεία -και οι δυο ψεύτικες.
Είχε προσαρμοστεί. Είχε συνηθίσει τον ανατολίτικο ρυθμό δουλειάς, της αργής, επαναλαμβανόμενης, αδιάλειπτης προσπάθειας. Δεν ένιωθε έκπληξη, πια, που μπορούσε να μετρήσει τα πλευρά του. Όταν έτρωγε μια γαβάθα με καλοβαλμένα λαχανικά, με την κόκκινη πιπεριά να έρχεται σε όμορφη αντίθεση με το κίτρινο των ραπανιών και μια φέτα παντζάρι τουρσί που πρόσθετε οπτικό και οσφρητικό ερέθισμα στην εικόνα, ένιωθε αρκετά χορτάτος. Αρκετά χορτάτος για μια ακόμα μέρα ελαφριά αγροτική δουλειά. Ήταν αρκετά ευχαριστημένος να κρατά την ξύλινη τσάπα και να παίζει με το πλούσιο χώμα. Μήπως, κάποτε, δεν αγόραζαν οι άνθρωποι άμμο, ώστε τα παιδιά τους να κάνουν ακριβώς ό,τι έκανε κι αυτός τώρα και να απολαμβάνουν την αθώα χαρά τους; Ο Ρόυλαντ ήταν το ίδιο αθώα χαρούμενος. Είχε περάσει αρκετός χρόνος από την άφιξή του στο χωριό' το φορτηγό με τα ραπανάκια είχε έρθει για παραλαβή έξι φορές, όταν ο Ρόυλαντ άρχισε να νιώθει τα πρώτα σκιρτήματα του πόθου. Στα πρόθυρα της λιμοκτονίας (αλλά ποιός το καταλάβαινε αφού όλοι λιμοκτονούσαν) το μυαλό του ήταν ναρκωμένο αλλά όχι και οι λαγόνες του' τον έκαιγαν. Μια φορά που κοίταξε τριγύρω του στο χωράφι, είδε την πρώτη κοπέλα που δεν ήταν αποκρουστική -και την ερωτεύτηκε παράφορα.
Συγχυσμένος, μίλησε στον Λι Πο, που, συν τοις άλλοις, ήταν και ο προξενητής στο Χωριό Ουγκέτσου. Ο παραμυθάς κατευχαριστήθηκε. Τσακίστηκε να βρει πληροφορίες και επέστρεψε. «Η επιλογή του αφέντη μου ήταν σοφή. Η σκλάβα στην οποία το ευγενικό του βλέμμα διάλεξε να ξεκουραστεί, είναι γνωστή με το όνομα Βάστι, θυγατέρα του Χάρι Μπόζε, του ποτοποιού. Είναι το έβδομο παιδί του κι έτσι δεν θα χρειαστεί μεγάλη προίκα (θα ζητήσω δεκαπέντε βαρελάκια γκρογκ και θα καταλήξουμε στα εφτά), αλλά αυτό εδώ το ταπεινό χωριό ξέρει ότι η Βάστι είναι επιδέξια και δουλευταρού, τόσο στο καλύβι της όσο και στα χωράφια. Φοβάμαι ότι διαθέτει το παραδοσιακό άθλιο ταλέντο των Ινδών να μαγειρεύει κάρυ, αλλά καμιά δεκαριά γερές βουρδουλιές θα είναι αρκετές να την κάνουν να το φυλάει μόνο για τις κατάλληλες περιστάσεις, όπως τις επισκέψεις της μητέρας της και των αδελφάδων της».
Έτσι, σύμφωνα με τα σοφά έθιμα του Ουγκέτσου, η Βάστι ήρθε εκείνη τη νύχτα στην καλύβα που μοιράζονταν o Ρόυλαντ κι ο Λι Πο. Ο αμήχανος αφέντης ζήτησε από τον Λι Πο να επισκεφτεί τίποτα στενούς φίλους του, αλλά ο Λι Πο παρακάλεσε ταπεινά τον αφέντη του να λάβει υπόψη του ότι στην καλύβα θα επικρατούσε σκοτάδι, λέγοντας ότι τα περί έλλειψης διακριτικότητας του φαίνονταν τουλάχιστον ανεξήγητα. Ο Ρόυλαντ μετέτρεψε την παράκληση σε διαταγή κι o Λι Πο, που δεν έφερνε ποτέ αντιρρήσεις, υπάκουσε.
Ήταν μια διαβολεμένα
παράξενη νύχτα, στη διάρκεια της
οποίας ο Ρόυλαντ έμαθε τα πάντα
σχετικά με το εθνικό σπορ της
Ινδίας και την υπέρτατη μορφή
τέχνης της. Η Βάστι, μπορεί να τον
είχε βρει αδύναμο στα θεωρητικά,
αλλά δεν παραπονέθηκε. Αντίθετα,
όταν ο Ρόυλαντ ξύπνησε, εκείνη
έκανε κάτι στα πόδια του.
«Κι άλλο;», σκέφτηκε καχύποπτα. «Με
τα πόδια;» Τη ρώτησε τι έκανε.
Υπάκουα εκείνη του απάντησε:
«Λατρεύω το μεγάλο δάχτυλο του
ποδιού του μελλοντικού κυρίου και
συζύγου μου. Είμαι θεοφοβούμενη και
παλαιών αρχών γυναίκα».
Έτσι του έβαψε το δάχτυλο με κόκκινη μπογιά και προσευχήθηκε σ' αυτό και μετά του έφτιαξε πρωινό -κάρυ- που ήταν θαυμάσιο. Τον παρατηρούσε να τρώει και μετά έγλειψε ταπεινά τα αποφάγια του από το πιάτο. Του έδωσε τα ρούχα του, που είχε πλύνει ενώ αυτός κοιμόταν, και τον βοήθησε να τα φορέσει αφού πρώτα τον είχε βοηθήσει να νιφτεί. Ο Ρόυλαντ σκέφτηκε καχύποπτα: «Δεν είναι δυνατόν! Πρέπει να πρόκειται για στημένη παράσταση για να πειστώ να την παντρευτώ -λες κι είναι ανάγκη να πειστώ!» Η καρδιά του έλιωσε καθώς την είδε να αφοσιώνεται, χωρίς ανάπαυλα ξεκούρασης, στο γυάλισμα της τσουγκράνας του. Εκείνη την ημέρα ρώτησε για τα έθιμα και έμαθε ότι αυτό ήταν το είδος των υπηρεσιών που θα απολάμβανε, για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τον, μετά το γάμο. Αν η γυναίκα τεμπέλιαζε, δεν είχε παρά να τη δείρει, αλλά αυτό δεν συνέβαινε συνήθως ούτε μια φορά το χρόνο. Έχουμε καλές κοπέλες εδώ, στο Χωριό Ουγκέτσου.
Έτσι, ένας χωρικός του
Ουγκέτσου ήταν, από μερικές
απόψεις, σε καλύτερη θέση από
οποιονδήποτε άνθρωπο της εποχής
του Ρόυλαντ, έστω κι αν ήταν
εκατομμυριούχος!
Αποχαυνωμένος από την πείνα, ο
Ρόυλαντ δεν αντιλαμβανόταν ότι
αυτό ίσχυε μόνο για το μισό
πληθυσμό του Ουγκέτσου.
Η θρησκεία τον κέρδισε με παρόμοιο τρόπο. Παρακολουθούσε τη διδασκαλία του ανθρώπου που εκτελούσε πότε-πότε χρέη Ταοϊστή ιερέα, επειδή είχε βαρεθεί λίγο τις ατέλειωτες φλυαρίες του Λι Πο μετά το δείπνο. Καθόταν όπως κι όλοι οι υπόλοιποι και άκουγε απορροφημένος τις ατέλειωτες ιστορίες για τον δοξασμένο Κίτρινο Αυτοκράτορα και την όμορφη, πλην όμως διεφθαρμένη, Πριγκίπισσα Σμαράγδα και την ενάρετη, αν και άχαρη, Πριγκίπισσα Σεληνάνθη. Απλώς έτυχε να πάει στον Ταοϊστή ιερέα και να σαγηνευτεί απ' αυτά που έλεγε.
Ο ευγενικός γέροντας, που την ημέρα ήταν εργαλειοποιός, πέταξε μερικά μαργαριτάρια σοφίας -που ο Ρόυλαντ, αποβλακωμένος από το πέπλο της πείνας που σκότιζε το νου του, δεν κατάλαβε ότι ήταν μαργαριτάρια απερίγραπτης ανοησίας- κι έδειξε στον Ρόυλαντ πώς να διαλογίζεται. Την πρώτη φορά έπιασε. Ο Ρόυλαντ περιήλθε αμέσως σε μια αυθεντική, πρώτης τάξης σαμαντί -την ανατολική εκδοχή της αυτοϋπνωτιστικής Φώτισης. Η σαμαντί τον έκανε να νιώσει υπέροχα, τον έκανε να αισθανθεί παντογνώστης -και, επιπλέον, το πρωί δεν ξυπνούσε με πονοκέφαλο. Στο κολλέγιο, περιφρονούσε τους φοιτητές που παρακολουθούσαν Ψυχολογία κι έτσι δεν είχε παρακολουθήσει ούτε κι αυτός. Έτσι δεν ήξερε γρυ από αυτούπνωση, εκτός από τον τρόπο που μόλις του είχε δείξει αυτός ο αγαθός γέροντας. Για κάμποσες μέρες ήταν φανατικά θρήσκος και προσπάθησε επανειλημμένα να μιλήσει στο Λι Πο σχετικά με την Οκταπλή Ατραπό, αλλά ο Λι Πό άλλαζε συνεχώς θέμα.
Χρειάστηκε ένας φόνος για να ξεχάσει ο Ρόυλαντ έρωτα και θρησκεία.
Ο ήλιος βασίλευε και, ως συνήθως, βρίσκονταν όλοι εκεί ακούγοντας τον παραμυθά. Ο Ρόυλαντ βρισκόταν στο χωριό επί ένα μήνα, κι απ' όσο ήξερε, θα έμενε εκεί για πάντα. Θα παντρευόταν επίσημα. Ήξερε πως είχε ανακαλύψει την Αλήθεια Για Το Σύμπαν μέσω του διαλογισμού του Ταό, οπότε προς τι η αλλαγή; Η αλλαγή απαιτούσε μια έξαρση ενέργειας την οποία δεν διέθετε. Πρόσεχε την ενέργειά του μέρα και νύχτα. Έπρεπε να εξοικονομεί κάμποση για τα ερωτικά παιχνίδια της νύχτας κι άλλη τόση για τη δουλειά στα χωράφια την ημέρα. Ήταν φτωχός. Δεν μπορούσε να έχει την πολυτέλεια μιας αλλαγής.
Ο Λι Πο είχε φτάσει σε ένα ενδιαφέρον σημείο της ιστορίας, όπου ο Κίτρινος Αυτοκράτορας έλεγε θυμωμένος: «Τότε θα πεθάνει! Όποιος τολμήσει να καταπατήσει την θεία βούλησή μας θα...»
Το φως ενός φακού έπαιξε στα πρόσωπά τους. Αντιλήφθηκαν ότι ο φακός ανήκε σ' ένα σαμουράι με κιμονό και ξίφος. Όλοι τους έπεσαν αμέσως κάτω προσκυνώντας βιαστικά, αλλά ο σαμουράι φώναξε εκνευρισμένος (όλοι οι σαμουράι ήταν επί μονίμου βάσεως ευέξαπτοι): «Σηκωθείτε ηλίθιοι! Θέλω να δω τις ηλίθιες φάτσες σας. Ακουσα ότι σ' αυτό το βρωμερό σωρό κοπριάς που αποκαλείτε χωριό, υπάρχει ένας παράξενος άνθρωπος».
Αλλά μέχρι τότε ο Ρόυλαντ
είχε μάθει το καθήκον του. Σηκώθηκε
και με το βλέμμα στραμμένο προς το
χώμα ρώτησε: «Μήπως ο ευγενής
προστάτης μου αναζητά τον ανάξιο
εαυτό μου;»
«Χα!» βρυχήθηκε ο σαμουράι. «Ώστε
είναι αλήθεια! Ένας μεγαλομύτης!»
Πέταξε μακριά το φακό (όλοι οι
σαμουράι περιφρονούσαν την ύλη),
κράτησε το θηκάρι του με το
αριστερό χέρι και με το δεξί
τράβηξε από μέσα τη μακριά κυρτή
σπάθα.
Ο Λι Πο έκανε ένα βήμα μπροστά και είττε όσο πιο ταπεινά μπορούσε: «Αν ο ουρανογέννητος αφέντης μας καταδεχόταν μονάχα να ακούσει μια λεξούλα απ' αυτόν τον ταπεινό...» Αυτό που συνέβη ήταν το φυσικό επακόλουθο. Με μια περιφρονητική σπαθιά, ο σαμουράι του έκοψε το κεφάλι και το χρέος του Λι Πο επιτέλους εξοφλήθηκε.
Το κορμί του παραμυθά στάθηκε για μια στιγμή όρθιο και μετά έπεσε απότομα προς τα μπρος. Ο σαμουράι έσκυψε και σκούπισε τη λάμα της σπάθας στην κουρελιασμένη ρόμπα του Λι Πο.
Ο Ρόυλαντ είχε ξεχάσει πολλά αλλά όχι τα πάντα. Με τους χωρικούς να τρέχουν και να σκορπίζονται μπροστά του, έκανε βουτιά προς τα μπρος και χτύπησε τον σαμουράι χαμηλά και δυνατά. Χωρίς αμφιβολία, ο σαμουράι ήταν κάτοχος Καφέ Ζώνης στο τζούντο. Αν ήταν έτσι, έφταιγε ο ίδιος που γύρισε την πλάτη στο Ρόυλαντ. Ο τελευταίος, ξεχνώντας ότι ήταν ξυπόλητος, κλώτσησε το σαμουράι στα μούτρα. Έσπασε το ιερό του μεγάλο δάχτυλο, αλλά το απεριποίητο και γυριστό νύχι του έβγαλε το αριστερό μάτι του πολεμιστή. Μετά απ' αυτό, ο αγώνας είχε λήξει. Ο Ρόυλαντ δεν άφησε το σαμουράι να σηκωθεί όρθιος. Του έβγαλε και το άλλο μάτι με τη λαβή μιας τσουγκράνας και μετά τον αποτέλειωσε αργά αργά με τα χέρια, τα πόδια και μ' ένα ξύλινο δρεπάνι, ένα αστείο παραδοσιακό όπλο. Του πήρε μισή ώρα να το κάνει, ενώ στα τελευταία είκοσι λεπτά της ζωής του, ο σαμουράι ούρλιαζε φωνάζοντας τη μητέρα του. Πέθανε όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου χάθηκαν στο δυτικό ουρανό κι ο Ρόυλαντ απόμεινε να στέκεται μονάχος, παρέα με δυο πτώματα μέσα στο σκοτάδι. Οι χωρικοί είχαν φύγει.
Σκέφτηκε πως οι χωρικοί βρίσκονταν σε απόσταση που μπορούσαν να τον ακούσουν και κραύγασε εξαντλημένος: «Συγγνώμη, Βάστι. Ζητώ συγγνώμη απ' όλους σας. Φεύγω. Με καταλαβαίνετε;
»Ακούστε με. Δεν ζείτε εδώ
πέρα. Αυτό δεν είναι ζωή. Δεν κάνετε
τίποτε άλλο εκτός από παιδιά, δεν
αλλάζετε, δεν ωριμάζετε. Αυτό δεν
αρκεί! Πρέπει να μάθετε να
διαβάζετε και να γράφετε. Δεν
ξέρετε παρά παιδιάστικες
ιστοριούλες, σαν αυτές του Κίτρινου
Αυτοκράτορα, και τις μεταδίδετε από
στόμα σε στόμα. Το χωριό μεγαλώνει.
Σύντομα τα χωράφια σας θα φτάσουν
τα χωράφια του Χωριού Σουκόσι στα
δυτικά και μετά τι θα συμβεί; Δεν θα
ξέρετε τι να κάνετε κι έτσι θα
πολεμήσετε το Χωριό Σουκόσι.
»Θρησκεία; Όχι! Σας αποβλακώνει. Την
αποδέχεστε επειδή ψοφολογάτε της
πείνας και μετά πέφτετε σε σαμαντί
και νιώθετε καλύτερα και νομίζετε
ότι καταλαβαίνετε τα πάντα. Όχι!
Κάτι πρέπει να κάνετε. Αν δεν
ωριμάσετε θα πεθάνετε. Όλοι σας.
»'Όσο για τις γυναίκες, είναι λάθος.
Είναι χρήσιμες για τους άντρες,
αλλά αυτό είναι λάθος. Οι μισοί από
σας είναι σκλάβοι, δεν το
καταλαβαίνετε; Οι γυναίκες είναι
άνθρωποι, αλλά τις χρησιμοποιείτε
σαν ζώα και τις έχετε πείσει ότι
είναι σωστό να είναι γριές στα
τριάντα τους και να τις παρατάτε
για το επόμενο κορίτσι. Για τ' όνομα
του Θεού, δεν μπορείτε να
φανταστείτε τον εαυτό σας στη θέση
τους;
»Το γεννοβόλημα, το τρελό
γεννοβόλημα -πρέπει να σταματήσει.
Λιτοδίαιτοι Ανατολίτες! Αλλά δεν
είσαστε λιτοδίαιτοι' είσαστε
τρελοί μπεκρήδες ναύτες.
Χαραμίζετε ολόκληρο τον κόσμο. Κάθε
στόμα πρέπει να ταϊστεί από τη γη,
κι η γη δεν είναι άπειρη.
»Ελπίζω μερικοί από σας να
καταλάβανε. Ο Λι Πο θα καταλάβαινε,
λιγάκι έστω, αλλά τώρα είναι νεκρός.
»Τώρα θα φύγω. Μου φερθήκατε
ευγενικά κι εγώ σας δημιούργησα
προβλήματα. Λυπάμαι πολύ».
Ψαχούλεψε στο χώμα και βρήκε το φακό του σαμουράι. Έψαξε γύρω απ' το χωριό, ώσπου βρήκε το όχημα του Γιαπωνέζου. Έβαλε μπροστά τη θορυβώδη μηχανή και οδήγησε στο χωματόδρομο που συνέδεε το χωριό με τον αυτοκινητόδρομο.
***
Ο Ρόυλαντ οδηγούσε όλη τη νύχτα, προχωρώντας προς τα δυτικά. Οι γνώσεις του στη γεωγραφία της νότιας Καλιφόρνιας δεν ήταν επαρκείς, αλλά ήλπιζε να βρει το Λος Αντζελες. Υπήρχε μια πιθανότητα να χαθεί στο πλήθος της μεγάλης πόλης. Είχε πια εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να βρει ανθρώπους όπως οι παλιοί του συμφοιτητές, σαν τον Τζίμυ Ιτσιμούρα. Προφανώς είχαν εξαφανιστεί όλοι τους. Αλλά γιατί; Οι μιλιταριστές-πολιτικάντηδες είχαν κερδίσει τον πόλεμο επειδή έτσι το έφεραν οι περιστάσεις, κι έτσι όλη η εξουσία είχε περάσει σ' αυτούς! Με τη λογική του μεγάλου νόμου post hoc ergo propter hoc, ο Τόγιο κι ο λαός του είχαν αποφασίσει: ο φανατικός φεουδαλισμός είχε κερδίσει τον πόλεμο' οπότε ο φανατικός φεουδαλισμός είναι κάτι καλό, και κατά συνέπεια, όσο πιο πολύ φανατικό και φεουδαλικό είναι κάτι, τόσο καλύτερο είναι. Έτσι υπήρχαν το Χωριό Σουκόσι, το Χωριό Ουγκέτσου, το Χωριό 'Ιτσι, το Χωριό Νι, το Χωριό Σαν, το Χωριό Σι, που βρίσκονταν διασκορπισμένα σ' αυτό το τμήμα της Μεγάλης Ιαπωνίας που παλιότερα ήταν γνωστό με το όνομα Βόρεια Αμερική. Χωριά θρεμμένα με τον παλιό καλό φανατικό φεουδαλισμό, τόσο φεουδαλικά αντιτιθέμενο στη νέα σκέψη και τις καινοτομίες, που σε έκανε να θες να τους σκυλοβρίσεις -κάτι που ο Ρόυλαντ μόλις είχε κάνει.
Το μοναδικό κι ασθενικό
φανάρι του οχήματος φώτισε μερικά
άλλα οχήματα στο Δρόμο.
Πανάθεμά τους, αυτούς και την
αυτοκτονική τους ευθυμία! Ήταν σαν
κάτι βλάκες σ' ένα κανό που
πλησίαζαν σ' ένα καταρράκτη
λέγοντας: «Ψηλά το κεφάλι! Όλα θα
πάνε καλά, αν συνεχίσουμε να
χαμογελάμε!»
Το αυτοκίνητο έμεινε από βενζίνη, όταν το πρώτο φως της αυγής άρχισε να φωτίζει τον ουρανό ξοπίσω του. Το έσπρωξε έξω από το Δρόμο στο χαντάκι και βγήκε έξω. Στο φως της ημέρας, είδε ότι. βρισκόταν έξω από μια ετοιμόρροπη, χωρίς σχέδιο χτισμένη, βρωμερή παραγκούπολη, της οποίας το όνομα δεν γνώριζε. Δεν υπήρχε πιθανότητα να τον προσέξει σαν «λευκό» κάποιος που δεν έψαχνε ειδικά γι' αυτόν. Μετά από ένα μήνα δουλειά στα χωράφια, είχε μαυρίσει, και μετά από ένα μήνα λιτής διατροφής με λαχανικά είχε μείνει πετσί και κόκαλο.
Η πόλη μυρμήγκιαζε από ανθρώπους που ξυπνούσαν. Οι στενοί της δρόμοι ήταν μια κινούμενη μάζα από άντρες, γυναίκες και παιδιά που τεντώνονταν, έφτυναν ροχάλες και έτριβαν τα τσιμπλιασμένα μάτια τους. Χρησιμοποιούσαν για τη σωματική τους ανάγκη ένα ανοιχτό χαντάκι υπονόμου που διέσχιζε κάθε Δρόμο στη μέση του, κάνοντας σα στρουθοκάμηλοι: κάλυπταν τα μάτια τους ενώ ανακουφίζονταν.
Όποια παραφθορά Αγγλικών
μπορεί να φανταστεί κανείς
αντηχούσε στα αυτιά του Ρόυλαντ,
καθώς αυτός προχωρούσε ανάμεσα
στους ανθρώπους.
Θα πρέπει να υπάρχει κάτι παραπάνω,
είπε από μέσα του. Τούτα εδώ πρέπει
να 'ναι τα άθλια βιομηχανικά
προάστια, η πιο υποβαθμισμένη,
περιθωριακή εργατική συνοικία.
Κάπου μέσα στην πόλη πρέπει να
υπάρχει ομορφιά, επιστήμη, μόρφωση!
Περπατούσε χωρίς προορισμό μέχρι το μεσημέρι και δεν βρήκε τίποτα σχετικό. Αυτοί οι άνθρωποι των πόλεων διακινούσαν τρόφιμα, εμπορεύονταν τρόφιμα, μετέφεραν τρόφιμα. Έπαιρνε ο ένας την μπουγάδα του άλλου και του έδινε παϊδάκια. Έφτιαχναν κι αυτοκίνητα (Ναι! Υπήρχαν βιοτεχνίες αυτοκινήτων, στις οποίες δούλευε μια οικογένεια και οι οποίες μπορεί να έφτιαχναν μέχρι και έξι απλά οχήματα το χρόνο, συμπληρώνοντας όλα τα μεταλλικά μέρη με το χέρι, χρησιμοποιώντας παλιοσίδερα!) Έφτιαχναν πορτοκαλιά καφάσια, καλάθια και κοφίνια, αριθμητήρια, καρφιά και μπότες.
Η Μυστηριώδης Ανατολή τα είχε καταφέρει πάλι, σκέφτηκε πικρά ο Ρόυλαντ. Οι Ινδοί-Κινέζοι-Γιαπωνέζοι είχαν αποκτήσει μια όμορφη και μεγάλη έκταση. Θα μπορούσαν να είχαν οργανωθεί σωστά και να έκαναν τη διαβίωση ευχάριστη για όλους κι όχι μόνο για μια μικρή αριστοκρατική κλίκα που δεν μπορούσε ούτε καν να την εντοπίσει μέσα σ' αυτή την ανθρώπινη μάζα... αλλά η Μυστηριώδης Ανατολή τα είχε καταφέρει πάλι. Είχαν πολλαπλασιαστεί ανεξέλεγκτα, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και η γη είχε κυριολεκτικά γεμίσει. Τώρα μόνο λιμοί και επιδημίες θα μπορούσαν να «βοηθήσουν».
Ο Ρόυλαντ βρήκε μόνο ένα κτίριο με σχετικά καθαρό χώρο γύρω του και το οποίο θα μπορούσε να μείνει όρθιο μετά από ένα σεισμό ή να μην καεί μέχρι τα θεμέλια από κάποιο απρόσεκτα πεταμένο αποτσίγαρο. Ήταν το γερμανικό προξενείο. '
Θα τους δώσω τη Βόμβα, σκέφτηκε. Γιατί όχι; Σκασίλα μου μεγάλη. Και θα απαιτήσω σαν αντίτιμο, άνεση και αξιοπρέπεια για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Ας φαγωθούν μεταξύ τους! Ανέβηκε τα σκαλοπάτια του προξενείου.
Στον μαυροφορεμένο φρουρό,
μπροστά στις μπρούτζινες πόρτες με
τη σβάστικα, είπε: «Wenn die Lichtstarke der vοn
einer Flache kommenden Strahlung dem Cosinus des Winkels zwischen
Strahlrichtung und Flachen-normalen proportional ist, so nennen
wir die Flache eine volkommen streunde Flache!» Νόμος
του Λάμπερτ, Οπτική Ι. Ό,τι θυμόταν
από Γκαίτε βγήκε ρυθμικά, κάτι που
μπορεί να δημιουργούσε υποψίες στο
φρουρό.
Χωρίς να παραξενευτεί, ο Γερμανός
χτύπησε προσοχή και είπε
απολογητικά: «Δεν ξέρω γερμανικά.
Τι επιθυμείτε κύριε;»
«Να με οδηγήσεις στον πρόξενο»,
είπε ο Ρόυλαντ, παίζοντάς το
ψύχραιμος.
«Μάλιστα! Αμέσως. Ε... χμμ.. είστε πράκτορας
ασφαλώς, έτσι κύριε;»
Ο Ρόυλαντ είπε περιφρονητικά:
«Sicherheit bitte!»
«Διατάξτε! Ελάτε μαζί μου, κύριε!»
***
Ο πρόξενος ήταν ένας διακριτικός, αξιοπρεπής κύριος, όλο κατανόηση. Έδειξε κάποια έκπληξη ακούγοντας την ιστορία του Ρόυλαντ, αλλά κάθε τόσο έλεγε: «Μάλιστα, καταλαβαίνω. Πολύ πιθανόν. Σας παρακαλώ, συνεχίστε».
Ο Ρόυλαντ κατέληξε: «Εκείνοι οι άνθρωποι στο ορυχείο θειαφιού δεν ήταν, ελπίζω, αντιπροσωπευτικοί. Ένας απ' αυτούς έφτασε στο σημείο να με κατηγορήσει ότι είμαι ένας άθλιος χωριάτης. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει στοιχειώδης ευφυία στο Ράιχ σας. Σας ζητώ να μου φέρετε έναν πραγματικό φυσικό για να συζητήσω μαζί του επί είκοσι λεπτά. Κι εσείς, κύριε Πρόξενε, δεν θα το μετανιώσετε. Είμαι σε θέση να παράσχω σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την... ατομική ενέργεια». Έτσι, λοιπόν, πάλι δεν είχε καταφέρει να το πει' εξακολουθούσε να θεωρεί τη Βόμβα σαν ένα άνανδρο χτύπημα κάτω από τη ζώνη.
«Θαρρώ πως αυτά που λέτε είναι πολύ ενδιαφέροντα, Δρ. Ρόυλαντ», είπε με σοβαρό ύφος ο πρόξενος. «Αναφερθήκατε σε κάποιο στοίχημα. Κι εγώ θα στοιχηματίσω. Δεν έχω να χάσω τίποτα αν σας φέρω σε επαφή με έναν δικό μας επιστήμονα, αν αποδειχθεί τελικά ότι είστε ένας πειστικός τρελός». Χαμογέλασε για να αμβλύνει την εντύπωση. «Δηλαδή έχω να χάσω πολύ λίγα πράγματα. Από την άλλη μεριά, όμως, τι θα κερδίσω αν αυτή η απίστευτη ιστορία σας αποδειχθεί αληθινή; Αρκετά. Θα σας βοηθήσω, δόκτωρ. Έχετε φάει;»
Η ανακούφιση ήταν μεγάλη. Γευμάτισε σε μια κουζίνα του υπογείου με τους φρουρούς του Πρόξενου -ένα άφθονο αλλά μάλλον απαίσιο ραγού γαρνιρισμένο με σάλτσα και ήπιε κάμποσα φλιτζάνια καφέ. Τελικά, ένας από τους φρουρούς άναψε ένα άσχημο ατρακτοειδές πούρο, ένα πούρο που ο Ρόυλαντ είχε δει μονάχα σε καρικατούρες του Τζωρτζ Γκρος. Μετά από σύντομη σκέψη, ο φρουρός τού το πρόσφερε.
Ο Ρόυλαντ ρούφηξε τον φτηνό καπνό και κατάφερε να μην τον πιάσει βήχας. Ο καπνός του μούδιασε το στόμα και έδιωξε τη λιπαρή γεύση του ραγού. Μια από τις ευλογίες του Τρίτου Ράιχ, μια από τις μεγαλύτερες ηδονές του. Στο κάτω κάτω, τούτοι εδώ ήταν απλοί άνθρωποι -αυστηροί, πολυάσχολοι άνθρωποι. Είχαν μεγάλη δύναμη, αλλά ήταν άνθρωποι. Δηλαδή, υπέθετε πως ήταν, εννοώντας πως αποτελούσαν κι αυτοί μέρος του Δυτικού Βιομηχανικού Πολιτισμού, όπως κι ο ίδιος.
Μετά το γεύμα, τον πήγαν με
φορτηγό από την πόλη σε ένα
αεροδρόμιο, με τη συνοδεία ενός
φρουρού. Το αεροπλάνο ήταν κάπως
μεγαλύτερο από ένα Β-29, που είχε δει
παλιότερα, αλλά δεν είχε έλικες.
Κατάλαβε ότι ήταν ένα από τα
«αεριωθούμενα» που είχε αναφέρει ο
Δρ. Πίκερον. Ο φρουρός έδωσε το
φάκελο που κρατούσε σ' ένα σμηνία
της Λούφτβαφε, που στεκόταν στην
άκρη της ράμπας, κι είπε εύθυμα:
«Καλό ταξίδι, φίλε. Όλα θα πάνε
καλά».
«Ευχαριστώ», είπε ο Ρόυλαντ. «Θα σε
θυμάμαι, δεκανέα Κόλλινς. Ήσουν
πολύ εξυπηρετικός». Ο Κόλλινς έκανε
απότομα μεταβολή κι έφυγε.
Ο Ρόυλαντ ανέβηκε τη ράμπα και μπήκε στην άτρακτο του αεροπλάνου. Η άτρακτος ήταν γεμάτη καθίσματα τύπου μπάκετ από τα οποία τα περισσότερα ήταν πιασμένα. Διασχίζοντας το θεόστενο διάδρομο, βυθίστηκε σε ένα κάθισμα. Ο διπλανός του φορούσε κουρέλια και στο πρόσωπό του είχε μελανιές από χτυπήματα. Όταν ο Ρόυλαντ πήγε να του μιλήσει, εκείνος έγειρε προς την άλλη μεριά κι άρχισε να κλαιει με λυγμούς.
Ο σμηνίας της Λούφτβαφε
ανέβηκε κι έκλεισε την πόρτα. Οι
τουρμπίνες μπήκαν μπροστά,
κάνοντας τρομακτική φασαρία.
Περαιτέρω συζήτηση ήταν αδύνατη.
Ενόσω το αεροπλάνο τροχοδρομούσε, ο
Ρόυλαντ κοίταξε τους αμίλητους,
θλιμμένους συνεπιβάτες του.
Έμοιαζαν όλοι κακομοίρηδες και
βασανισμένοι.
Θεέ μου, τόσο γρήγορα είχαν
απογειωθεί; Κι όμως, ναι. Έτσι
καθισμένος, ο Ρόυλαντ αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε, χωρίς να ξέρει πόση ώρα είχε περάσει, από το σμηνία που τον ρώταγε: «Έχεις τίποτα κρυμμένα κοσμήματα; Κανένα ρολογάκι; Αμα θες, έχω να σου πουλήσω φρέσκο νεράκι».
Ο Ρόυλαντ δεν είχε τίποτα πάνω του, αλλά και να είχε δεν θα συμμετείχε σ' αυτό το μίζερο λαθρεμπόριο. Κούνησε το κεφάλι του αγανακτισμένος κι ο άντρας απομακρύνθηκε χαμογελώντας. Δεν θα κρατούσε πολύ! Μικροαπατεώνες σαν κι αυτόν αποτελούσαν εμπόδια στην αποτελεσματικότητα μιας δικτατορίας. Τους εντόπιζαν γρήγορα και τους έπιαναν. Στο κάτω κάτω, ο Μουσολίνι είχε κάνει τα τρένα να φτάνουν στην ώρα τους. (Ωστόσο, ο Ρόυλαντ θυμήθηκε, με δυσαρέσκεια, ότι το είχε αναφέρει αυτό σε έναν καθηγητή Αγγλικών στο Βορειοδυτικό Πανεπιστήμιο, κάποιον ονόματι Μπήβανς. Ο Μπήβανς τον είχε πληροφορήσει ψυχρά, ότι στην περίοδο 1931-1936 είχε ζήσει στην Ιταλία του Μουσολίνι σαν φοιτητής και ξεναγός κι έτσι είχε την ευκαιρία να εξακριβώσει αν τα τρένα έφταναν στην ώρα τους ή όχι. Ο Μπήβανς είχε πληροφορήσει τον Ρόυλαντ ότι, επί Μουσολίνι, οι πίνακες των δρομολογίων χαρακτηρίζονταν, λίαν επιεικώς, σαν χιουμοριστική φαντασία).
Κι άλλη μια σκέψη τον ενόχλησε, μια σκέψη που σχετιζόταν με το χλωμό, βλογιοκομμένο πρόσωπο ενός τύπου ονόματι Μπλουμ. Ο Μπλουμ ήταν ένας νεαρός φυγάδας, χημικός που εργαζόταν στο 1ο Τμήμα Σχεδιασμού του Όπλου κι ήταν μάλλον τρελούτσικος. Ο Ρόυλαντ, που εργαζόταν στο 3ο Τμήμα, σπάνια τον έβλεπε, αλλά προσπαθούσε να τον βλέπει ακόμα λιγότερο. Ούτε «γειά» δεν μπορούσες να πεις σ' αυτόν τον άνθρωπο, χωρίς να σου αρχίσει τη διάλεξη περί της φρίκης του ναζισμού. Έλεγε ιστορίες για «θαλάμους αερίων» και κρεματόρια, ιστορίες που κανείς λογικός άνθρωπος δεν πίστευε, κι ήταν δεινός κατήγορος της γερμανικής ιατρικής. Ισχυριζόταν ότι εκπαιδευμένοι γιατροί -επιστήμονες, όχι κομπογιαννίτες- χρησιμοποιούσαν ανθρώπινα πλάσματα σε πειράματα που είχαν μοιραία κατάληξη. Μια φορά, προσπαθώντας να λογικέψει τον Μπλουμ, τον είχε ρωτήσει τι είδους πειράματα ήταν αυτά, αλλά ο νεαρός μονομανής είχε έτοιμη την απάντηση: οι γελοίοι Ναζί προσπαθούσαν να ξαναζωντανέψουν θανάσιμα παγωμένους άντρες, βάζοντας μαζί τους στο ίδιο κρεβάτι γυμνές γυναίκες! Ο νεαρός θα πρέπει να 'ταν αρκετά διεστραμμένος, για να πιστεύει κάτι τέτοιο, και πρόσθετε, με αφέλεια, ότι ένα μέρος των πειραμάτων αφορούσε τη χρησιμοποίηση γυναικών που μόλις πριν μια ώρα είχαν έρθει σε σεξουαλική επαφή. Ο Ρόυλαντ είχε ντραπεί για λογαριασμό του και μετά είχε αλλάξει απότομα θέμα.
Αλλά δεν ήταν αυτό το οποίο γυρνούσε φευγαλέα στο μυαλό του Ρόυλαντ. Ούτε ήταν η παλαβή ιστορία του Μπλουμ, σχετικά με τη γυναίκα που έφτιαχνε αμπαζούρ από το δέρμα των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Υπήρχαν όντως άνθρωποι, ικανοί για τέτοια πράγματα, αλλά κάτω από κανένα καθεστώς δεν μπορούν να φτάσουν σε θέσεις ισχύος και εξουσίας, γιατί τους εμποδίζει η ίδια τους η τρέλα.
«Μάθε τον εχθρό σου»' φυσικά -αλλά σκαρώνοντας άσκοπα ψέματα; Τουλάχιστον ο Μπλουμ δεν ήταν άνθρωπος που στρεψοδικούσε συνειδητά. Λάβαινε επιστολές γραμμένες στα γίντις από φίλους και συγγενείς στην Παλαιστίνη, γράμματα που ανέφεραν τις τελευταίες φήμες που υποτίθεται ότι βασίζονταν στις πιο πρόσφατες πληροφορίες από «φυγάδες».
Τώρα θυμόταν. Στο κυλικείο, πριν από περίπου τρεις μήνες, ο Μπλουμ κρατούσε ένα φλιτζάνι τσάι με κάπως τρεμάμενο χέρι και ξαναδιάβαζε ένα γράμμα. Ο Ρόυλαντ κούνησε το κεφάλι του σε χαιρετισμό και προσπάθησε να τον προσπεράσει, αλλά το κοκκαλιάρικο χέρι του Μπλουμ πετάχτηκε και τον γράπωσε.
Ο Μπλουμ σήκωσε το βλέμμα του' τα μάτια του ήταν βουρκωμένα: «Είναι απάντρωπο. Σου λέω, Ρόυλαντ, ότι είναι απάντρωπο. Δεν τους δίνουν το ντικαίωμα να φωνάξουν, να ρίξουν ένα κτύπημα, να πούνε προσευκές Κιντούς χα Σεμ, όπως κάθε Εβραίος θα έλεγε για τον Καθαγιασμό τον Ονόματός του! Τους ξεγκελάνε, τους λένε ότι τους πηγκαίνουν σε αγκροκτήματα, σε στρατόπεντα εργκασίας, κι έτσι μόνο τέσσερις-πέντε απ' αυτά τα βρωμερά κατάρματα κουμαντάρουν μια αμαξοστοιχία γκεμάτη Εβραίους. Τους παίρνουν τα ρούκα στα στρατόπεντα, τους λένε ότι τα τους ξεψειργκιάσουν. Τους παρασύρουν σε ταλάμους με ντουσιέρες και μετά είναι πολύ αργκά να πούνε προσευκές. Μετά βγκαίνει το αέριο!»
Κατόπιν ο Μπλουμ τον είχε ξεχάσει κι είχε απομείνει κρατώντας το κεφάλι του με τα χέρια του. Ο Ρόυλαντ του είχε μουρμουρίσει κάτι αόριστο, τον είχε χτυπήσει φιλικά στον ώμο κι είχε φύγει ταραγμένος. Για μια τουλάχιστον φορά, o νευρωτικός ανθρωπάκος μπορεί να αναφερόταν σε πραγματικά γεγονότα. Υπήρχε κάτι πολύ ανησυχητικό στην εξαπάτηση των κρατουμένων με συστηματικά ψέματα το τυρί στην ποντικοπαγίδα.
Ναι, όλα ήταν τόσο καταραμένα φυσιολογικά, από τότε που ανέβηκε τα σκαλιά του Προξενείου! Ο φιλικός φρουρός στην πύλη, ο συγκαταβατικός πρόξενος που έγνεφε καταφατικά και που παρατηρούσε ότι η ιστορία του Ρόυλαντ δεν ήταν απίθανη, ο συνδαιτημόνας του -όλος αυτός ο σκηνοθετημένος εφησυχασμός. «Ευχαριστώ, θα σε θυμάμαι δεκανέα Κόλλινς. Ήσουν πολύ εξυπηρετικός». Ένιωθε ευγνωμοσύνη προς το δεκανέα και τώρα θυμήθηκε ότι ο δεκανέας είχε κάνει απότομα μεταβολή κι είχε φύγει πολύ γρήγορα, αμέσως μετά. Μήπως για να κρύψει ότι χαμογελούσε σαρδόνια;
Ο φρουρός ξαναπερνούσε στο
διάδρομο και πρόσεξε ότι ο Ρόυλαντ
ήταν ξύπνιος. «Τι έγινε, άλλαξες
γνώμη;» ρώτησε πρόσχαρα. «Αν έχεις
κανένα καλό ρολογάκι, μπορεί να σου
βρω κανένα κομμάτι ψωμί. Δεν
χρειάζεσαι ρολόι εκεί που πας,
φίλε».
«Τι εννοείς;» ρώτησε επιθετικά ο
Ρόυλαντ.
Ο φρουρός είπε καθησυχαστικά: «Τι
εννοώ; Έχουνε μεγάλα ρολόγια στα
στρατόπεδα εργασίας, φίλε. Όλοι
ξέρουν τι ώρα είναι στα στρατόπεδα.
Τα ρολόγια χεριού είναι περιττά».
Προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο.
Ο Ρόυλαντ στράφηκε στην άλλη σειρά καθισμάτων και σαν τον Μπλουμ, άδραξε το χέρι του άντρα που καθόταν απέναντί του. Δεν μπορούσε να τον δει καθαρά. Η τεράστια, χωρίς παράθυρα άτρακτος φωτιζόταν μονάχα από πέντε-έξι βρώμικους γλόμπους. «Γιατί σε έχουν εδώ;» τον ρώτησε.
Ο άντρας είπε με τρεμάμενη φωνή: «Είμαι Εργάτης Δεύτερης Κατηγορίας' ξέρεις τώρα. Δεύτερης. Να, ο πατέρας μου μ' έμαθε να διαβάζω, μ' εννοείς, αλλά περίμενε να φτάσω δέκα χρονών και να μάθω την ποινή. Μ' εννοείς; Έτσι είπα ότι θα 'ναι οικογενειακή παράδοση κι έμαθα και το δικό μου το παιδί να διαβάζει, επειδής έκοβε το μυαλό του, μ' εννοείς; Σκέφτηκα ότι θα 'χε πλάκα να διαβάζεις, δεν βλάφτει κανένα, ποιός θα το μάθαινε εξάλλου, κατάλαβες; Αλλά θα 'πρεπε να περιμένω κάνα δυο χρόνια, έτσι μου φαίνεται, γιατί ο πιτσιρικάς ήτανε πολύ μικρός κι άρχισε να κοκορεύεται ότι ξέρει να διαβάζει και τα λοιπά, ξέρεις τώρα πώς είναι τα πιτσιρίκια. Μια που το 'φερε η κουβέντα, είμαι απ' το Σαιν Λιούις. Θα 'πρεπε να στο 'χα πει, είμαι από το Σαιν Λιούις, μηχανικός συντήρησης σιδηροδρόμων, μ' εννοείς; Κι έτσι έδωσα ένα σάλτο και μπήκα σε μια άδεια αμαξοστοιχία που πήγαινε για το Σαν Ντιέγκο, επειδής φοβήθηκα, κατάλαβες;»
Αναστέναξε βαθιά.
«Δίψασα», είπε. «Πέτυχα κάτι
Κίτρινους, δεν ανησύχησα, αλλά ένας
απ' αυτούς, μπάτσος θα 'τανε, με
τσάκωσε και με πήγε στο Προξενείο,
ξέρεις τώρα, έτσι κάνουν. Με
φόβισαν, πάντα μου λέγανε ότι για το
παράνομο διάβασμα σου παίρνουνε το
κεφάλι, αλλά δεν στο παίρνουνε,
ξέρεις τώρα. Δυο χρόνια σε
στρατόπεδο εργασίας, πώς σου
φαίνεται;»
Ναι, αναρωτήθηκε ο Ρόυλαντ. Πώς μου
φαίνεται;
Το αεροπλάνο έκοψε απότομα ταχύτητα. Ο Ρόυλαντ πετάχτηκε μπροστά. Μήπως φρενάριζαν αντιστρέφοντας τις τουρμπίνες ή μήπως απλώς τις έσβηναν; Ακουσε γουργουρητά και γδούπους: το υδραυλικό υγρό στους μηχανισμούς που κατέβαζαν το σύστημα προσγείωσης. Μια στιγμή αργότερα, οι τροχοί ακούμπησαν στο έδαφος κι ο Ρόυλαντ κρατήθηκε από το κάθισμά του. Το αεροπλάνο ήταν πια ακίνητο και οι κινητήρες έσβησαν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα.
Ο σμηνίας της Λούφτβαφε ξεκλείδωσε την πόρτα και φώναξε στο άνοιγμα: «Ανεβάστε την κωλο-ράμπα' άντε να τελειώνουμε!» Η αυτοπεποίθηση του σμηνία είχε εξαφανιστεί. Τώρα έμοιαζε πολύ τρομοκρατημένος. Θα πρέπει να ήταν πολύ γενναίος, πραγματικά γενναίος για να κάτσει κλειδωμένος με εκατό καταδικασμένους ανθρώπους, με προστασία μονάχα ένα οκτάσφαιρο πιστόλι και ένα σωρό συστηματικά ψέματα.
***
Τους έβγαλαν από το αεροπλάνο και τους παρέταξαν σ' ένα διάδρομο, που ο Ρόυλαντ αναγνώρισε αμέσως ότι ανήκε στο Δημοτικό Αεροδρόμιο του Σικάγου. Η ίδια μπόχα αναδιδόταν από τα υπόστεγα. Τα κτίρια των αεροπορικών εταιρειών, στην ανατολική άκρη του αεροδρομίου ήσαν ετοιμόρροπα και βρώμικα αλλά απαράλλαχτα. Όμως τα υπόστεγα είχαν αντικατασταθεί με κάτι που έμοιαζε με φουσκωτά πλαστικά. Καλό τρυκ. Πέρα από τα κτίρια, σίγουρα απλώνονταν τα ζοφερά ερείπια του Σίσερο, Ιλλινόις.
Αντρες της Λούφτβαφε γαύγιζαν: «Στοιχηθείτε παιδιά, κάντε γραμμές! Εργασία σημαίνει ελευθερία! Σταθείτε στο ύψος σας!»
Ανακατεύτηκαν και παρατάχτηκαν σε τετράδες. Μια ζωηρή μαζορέτα, με αστραφτερά σατέν παντελόνια και λευκές μπότες, βγήκε κουνιστή και λυγιστή από ένα κτίριο, στριφογυρίζοντας τη μπαγκέτα της. Ένα θορυβώδες μαρς αντηχούσε από γρίλλιες στο ψηλό γούνινο καπέλο της. Αλλο ένα καλό κόλπο.
«Εμπρός, μαρς, παιδιά!» στρίγγλισε η μαζορέτα. «Δεν θέλετε όλοι σας να με ακολουθήσετε;» Σαγηνευτικό χαμόγελο και κούνημα του πισινού' το φιλί του Ιούδα. Προχώρησε με γοργές δρασκελιές στο ρυθμό της μουσικής' πρέπει να φορούσε ωτασπίδες. Έτρεξαν ξοπίσω της. Στην πύλη του αεροδρομίου, οι άντρες της Λούφτβαφε με τις γαλάζιες στολές τους εγκατέλειψαν και οι καινούργιοι συνοδοί τους ήταν μια ντουζίνα μελανοχίτωνες με νεκροκεφαλές στα ψηλά πηλίκιά τους.
Περπατούσαν στο ρυθμό της μουσικής, υπνωτισμένοι απ' αυτήν, διασχίζοντας το Σίσερο. Το Σίσερο είχε ισοπεδωθεί από βομβαρδισμούς και δεν είχε ανοικοδομηθεί. Έκπληκτος, ο Ρόυλαντ ένιωσε ένα βαθύ πόνο για τους εξολοθρευμένους Πολωνούς και Σλοβάκους της παλιάς επαρχίας του Αλ. Υπήρχαν Γερμανοί Γερμανοί, Γάλλοι Γερμανοί, ακόμα και Ιταλοί Γερμανοί, αλλά ήξερε πια πολύ καλά ότι δεν υπήρχαν Πολωνοί Γερμανοί ή Σλοβάκοι Γερμανοί... Και μέχρι εδώ ο Μπλουμ είχε δίκιο.
Ψόφιος απ' την κούραση, μετά από δυο ώρες παρέλαση (η μαζορέτα φαινόταν να είχε ανοσία στην κούραση), ο Ρόυλαντ σήκωσε το βλέμμα από το πεζοδρόμιο και είδε πίσω του να ορθώνεται ένα δημιούργημα καθαρής παραφροσύνης. Ήταν ένα μεσαιωνικό κάστρο. Ένας εφιάλτης. Ήταν το Παρτάιχοφ του Σικάγου. Το τερατώδες οικοδόμημα βρεχόταν από τη Λίμνη Μίτσιγκαν κι απλωνόταν σε έκταση δεκαέξι οικοδομικών τετραγώνων, περίπου. Πυργωνόταν απειλητικό πάνω από τη λίμνη στα ανατολικά και πάνω από τα ερείπια του βομβαρδισμένου Σικάγου στα βόρεια, δυτικά και νότια. Ήταν φτιαγμένο από μπετόν αρμέ, με ατσάλινο οπλισμό και διακοσμημένο έτσι ώστε να μοιάζει με μεσαιωνικό οικοδόμημα. Είχε τείχη, τάφρους, κινητές σιδερένιες πύλες, πύργους, πολεμίστρες, οδοντωτές επάλξεις. Οι φρουροί το έβλεπαν με ευλάβεια, οι κρατούμενοι με τρόμο. Ο Ρόυλαντ ήθελε μόνο να γελάσει υστερικά. Ήταν σαν να είχε βγει από τα στούντιο του Ντίσνεν. Ήταν τόσο γελοίο όσο ο Χέρμαν Γκαίρινγκ με πλήρη εξάρτυση -και προφανώς το ίδιο θανατηφόρο.
Μετά από μια περίπλοκη τελετουργία με συνθηματικά, χαιρετισμούς και προσφωνήσεις, τους παρέλαβαν κι η μαζορέτα έφυγε. Σίγουρα πήγαινε να βγάλει τις μπότες της και να αναστενάξει με ανακούφιση.
Ο άντρας των SS με τα περισσότερα διακριτικά, τους παρέταξε σε γραμμές κι είπε με φιλικό ύφος: «Το ζεστό δείπνο και τα κρεβάτια σας θα είναι έτοιμα σε λίγο, παιδιά' αλλά πρώτα θα γίνει μια επιλογή. Φοβάμαι ότι μερικοί από σας δεν αισθάνονται καλά και θα πρέπει να πάνε στο αναρρωτήριο. Όποιος είναι άρρωστος, να σηκώσει το χέρι του, παρακαλώ».
Μερικά χέρια υψώθηκαν αδύναμα. Σκεβρωμένοι γέροι.
«Θαυμάσια. Κάντε ένα βήμα μπροστά, παρακαλώ». Μετά βημάτισε πλάι στη γραμμή, ξεδιαλέγοντας έναν άντρα με γλαύκωμα κι έναν άλλο με φριχτούς κιρσούς στα πόδια, που φαίνονταν μέσα από το κουρελιασμένο παντελόνι τον. Αμίλητοι, έκαναν ένα βήμα μπροστά. Όταν έφτασε στον Ρόυλαντ τον επιθεώρησε σκεπτικός. «Πολύ αδύνατος είσαι, παλληκάρι μου», παρατήρησε. «Στομαχόπονοι; Εμετός με αίμα; Πισσώδεις κενώσεις το πρωί;»
«Όχι, κύριε!» γαύγισε ο Ρόυλαντ. Ο άντρας γέλασε και συνέχισε το ξεδιάλεγμα. Η δικαιολογία τον «αναρρωτήριου» είχε ξεχαστεί. Οι περισσότεροι έκλαιγαν σιωπηλά' ήξεραν. Όλοι ήξεραν' όλοι υποκρίνονταν ότι το φοβερό γεγονός δεν θα συνέβαινε, δεν μπορούσε να συμβεί. Ήταν πολύ πιο μπερδεμένα τα πράγματα απ' όσο είχε νομίσει ο Ρόυλαντ.
«Και τώρα», είπε εύθυμα ο επικεφαλής του αποσπάσματος, «χρειαζόμαστε μερικούς καλούς μπετατζήδες».
Οι άντρες που είχαν απομείνει καταλήφθηκαν ξαφνικά από αμόκ. Όρμησαν όλοι προς τα μπρος, σχεδόν αγγίζοντας τον αξιωματικό, αλλά χωρίς να παραβιάζουν μια αόρατη γραμμή που τον περιέβαλε. «Εγώ!» ούρλιαξε κάποιος, «εγώ, εγώ!» Ένας άλλος κραύγασε: «Πιάνουν τα χέρια μου, μπορώ να μάθω, είμαι και μηχανικός, είμαι δυνατός και νέος, μπορώ να μάθω!» Ένας σωματώδης μεσόκοπος άντρας βροντοφώναξε, χειρονομώντας: «Είμαι σοβατζής και πλακάς! Είμαι σοβατζής και πλακάς!» Ο Ρόυλαντ έμεινε μονάχος, τρομοκρατημένος. Ήξεραν. Όλοι ήξεραν ότι επρόκειτο για προσφορά εργασίας, εργασίας που θα τους εξασφάλιζε επιβίωση για κάποιο χρονικό διάστημα.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε πώς να ζήσει σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα.
Μετά από λίγο ο αξιωματικός έχασε την υπομονή του και βγήκαν τα μαστίγια. Ανθρωποι, με τα πρόσωπά τους αιμόφυρτα, στριμώχτηκαν όπως-όπως πίσω στη γραμμή. «Οι μπετατζήδες να σηκώσουν το χέρι τους. Δεν θέλω ψευτιές, παρακαλώ! Αλλά δεν θα πείτε ψέματα, έτσι;» Διάλεξε πέντε-έξι εθελοντές, κι αφού τους έκανε σύντομες ερωτήσεις, ένας άντρας των SS τους πήρε κι έφυγε. Ανάμεσά τους ήταν ο «σοβατζής και πλακάς» που φαινόταν να καμαρώνει για τον εαυτό του, σαν να έλεγε: «Ορίστε η ανταμοιβή για την ειλικρίνεια και την εντιμότητα. Ουστ, παλιοκουράδες που δεν φροντίσατε να μάθετε τη Σωστή Τέχνη!»
«Και τώρα», είπε ο αξιωματικός ανάλαφρα, «χρειαζόμαστε μερικούς εργαστηριακούς βοηθούς». Το ρίγος του θανάτου έπεσε πάνω στη σειρά των κρατουμένων. Όλοι τους ένιωθαν σαν να ήθελαν να ανοίξει η γη να τους καταπιεί και χλόμιασαν. Δεν ήθελαν να πιστέψουν αυτό που τους συνέβαινε.
Ο Ρόυλαντ σήκωσε το χέρι
του. Ο αξιωματικός τον κοίταξε
έκπληκτος και μετά βιάστηκε να πει:
«Έξοχα! Κάνε ένα βήμα μπροστά, νεαρέ
μου. Κι εσύ!» είπε δείχνοντας έναν
άλλο.
«Έχεις έξυπνο πρόσωπο' μου φαίνεται
ότι θα γίνεις καλός εργαστηριακός
βοηθός. Για κάνε ένα βήμα μπροστά».
«Σας παρακαλώ, όχι!» ικέτεψε ο
άντρας. Έπεσε στα γόνατα και
σταύρωσε τα χέρια ικετεύοντας. «Σας
παρακαλώ, όχι!» Ο αξιωματικός
έβγαλε το μαστίγιό του με
σοβαρότητα. Ο κρατούμενος
αναστέναξε, σηκώθηκε όρθιος και
στάθηκε δίπλα στον Ρόυλαντ.
Όταν ξεδιαλέχτηκαν άλλοι τέσσερις, τους πήγαν με βήμα από την τσιμεντένια αυλή σε έναν από τους παράξενους πύργους, τους ανέβασαν από μια ελικοειδή σκάλα, τους πέρασαν από ένα διάδρομο και τους οδήγησαν από τις επάλξεις στο πίσω μέρος ενός αμφιθεάτρου, όπου μια γυναίκα ούρλιαζε στα γερμανικά, μπροστά σ' ένα γυναικείο ακροατήριο' και μετά, από ένα τούνελ, σ' ένα διάδρομο δημοτικού σχολείου, με τις αίθουσες άδειες από μαθητές αλλά γεμάτες μικρά θρανία. 'Υστερα, σε ένα νοσοκομειακό τμήμα' εδώ, οι τοίχοι από λιθοδομή σκεπάζονταν από λευκά πλακάκια, το ψεύτικο καλντερίμι έγινε μωσαϊκό κι οι ψεύτικοι δαυλοί από πεύκο, που έφεγγαν το δρόμο τους, πάνω σε μπρούτζινους ορθοστάτες, μετατράπηκαν σε λαμπτήρες φθορισμού.
Ο φρουρός χτύπησε μια πόρτα που έγραφε «RASSENWISSENSCHAFT». Του άνοιξε ένας άντρας με εργαστηριακή ποδιά και πρόσωπο παγωμένου πτώματος. «Ζητήσατε ένα παρασκευαστή, Δρα Κάλτεν», είπε ο φρουρός. «Διαλέξτε κάποιον απ' αυτούς».
Ο Δρ. Κάλτεν τους επιθεώρησε. «Χμμ, αυτόν εδώ θα πάρω», είπε δείχνοντας τον Ρόυλαντ. «Πέρασε μέσα, φίλε μου». Το Εργαστήριο Φυλετικής Επιστήμης του Δρα Κάλτεν, ήταν, τελικά, ένα αξιοπρεπές ιατρικό εργαστήριο με χειρουργικό τραπέζι. Στους τοίχους υπήρχαν περίπλοκα διαγράμματα των ανθρώπινων φυλών και των ανατομικών, διανοητικών και ηθικών χαρακτηριστικών τους. Υπήρχε επίσης ένα φρενολογικό διάγραμμα ανθρώπινου κεφαλιού, ένα ωροσκόπιο, καθώς και μια διάταξη με λαμπερούς κρυστάλλους συνδεδεμένους με σύρμα, που ο Ρόυλαντ αναγνώρισε αμέσως σαν το μοντέλο μιας από τις παρανοϊκές θεωρίες του Χανς Χόρμπιγγερ για τον σχηματισμό των πλανητών, το Welteislehre.
«Κάτσε εκεί πέρα», είπε ο
γιατρός δείχνοντας ένα σκαμνί.
«Κατ' αρχήν, θα φτιάξω το
γενεαλογικό σου δέντρο.
Παρεμπιπτόντως, πρέπει να ξέρεις
ότι θα ανατμηθείς για το μάθημα της
Φυλετικής Επιστήμης ΙΙΙ στην
Ιατρική Σχολή. Το κατά πόσον η
ανατομία σου θα γίνει με αναισθησία
ή όχι, θα εξαρτηθεί από το βαθμό
συνεργασίας σου. Κατανοητόν;»
«Κατανοητόν, γιατρέ μου».
«Περίεργο, δεν πανικοβλήθηκες.
Στοιχηματίζω ότι θα βρούμε πως
είσαι πρωτο-Χαμιτοειδής ημι-Αρειος,
τουλάχιστον πέμπτου βαθμού... αλλά
ας προχωρήσουμε. Όνομα;»
«Έντουαρντ Ρόυλαντ».
«Ημερομηνία γέννησης;» «2 Ιουλίου
1923».
Ο γιατρός άφησε το μολύβι του. «Αν
δεν έγινα σαφής προηγουμένως»,
φώναξε, «θα προσθέσω ότι αν
συνεχίσεις να μην είσαι
συνεργάσιμος, θα σε στείλω στον
καλό μου φίλο Δρα. Χέρτσμπρένερ. Ο
Δρ. Χέρτσμπρένερ τυχαίνει να
διδάσκει τεχνικές ανάκρισης στη
Σχολή της Γκεστάπο. Κατάλαβες!»
«Μάλιστα, γιατρέ. Λυπάμαι, αλλά δεν
μπορώ να ανακαλέσω την απάντησή
μου».
Η φωνή του Δρα. Κάλτεν έγινε
περίτεχνα σαρκαστική. «Τότε πώς
δικαιολογείς τη θαυμάσια φυσική
σου κατάσταση, μολονότι πρέπει να
είσαι περίπου εκατόν ογδόντα
χρονών;»
«Γιατρέ μου, είμαι εικοσιτριών
χρονών. Ταξίδεψα στο χρόνο».
«Αλήθεια;» Ο Δρ. Κάλτεν έμεινε
έκπληκτος. «Και πώς το κατόρθωσες;»
Ο Ρόυλαντ είπε με ψυχραιμία: «Ένας
σατανικός Εβραίος μάγος μου 'κανε
μάγια που περιλάμβαναν
τελετουργικό φόνο και στράγγισμα
του αίματος εφτά όμορφων Αρείων
παρθένων».
Ο Δρ. Κάλτεν έμεινε άλαλος για μια στιγμή. Μετά πήρε το μολύβι του και είπε με σοβαρό ύφος: «Κατάλαβες πως οι αμφιβολίες μου ήταν λογικές, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Γιατί δεν μου εξήγησες αμέσως την σοβαρή επιστημονική βάση του εκπληκτικού σου ισχυρισμού; Για συνέχισε. Θέλω να ακούσω όλη την ιστορία».
Ο Ρόυλαντ ήταν το λαυράκι του Δρα. Κάλτεν. Ήταν ο θησαυρός του. Οι παράξενες λέξεις που χρησιμοποιούσε, η εντελώς ανεξήγητη απουσία αριθμού γέννησης πάνω από την αριστερή του θηλή, το χρυσό σφράγισμα σε ένα του δόντι, η παράξενη γνώση του σχετικά με την Παλιά Αμερική, όλα τώρα είχαν μια απλή επιστημονική εξήγηση. Ερχόταν από το 1944. Πού ήταν το παράλογο σ' αυτό; Ο κάθε σοβαρός επιστήμονας γνώριζε για την χαμένη εβραϊκή μαγεία της Καμπάλα, τα γκόλεμ και τα σχετικά.
Ο Ρόυλαντ διηγήθηκε πως ήταν φοιτητής της Φυλετικής Επιστήμης υπό την εποπτεία του πρωτοπόρου Δάσκαλου Ουίλιαμ Ντ. Πούλλυ (ο Πούλλυ ήταν ένας φασαριόζος απατεωνίσκος που έκανε περιοδείες σαν ηθοποιός β' διαλογής με την υποστήριξη του Γραφείου της Νέας Γερμανίας. Ο Ρόυλαντ ήταν σίγουρος ότι θα έβρισκαν το όνομα του Πούλλυ στον 7ο τόμο της «Εισαγωγής στο Ιστορικό Εγχειρίδιο της Φυλετικής Επιστήμης»). Οι διαβολοεβραίοι είχαν επιχειρήσει να στήσουν ενέδρα. στον δάσκαλό του, σε έναν ερημικό δρόμο. Ο Ρόυλαντ τον έπεισε να αλλάξουν ρούχα και καπέλα. Μέσα στο σκοτάδι, η αλλαγή δεν έγινε αντιληπτή. Αργότερα, οι Εβραίοι ανακάλυψαν πως δεν ήταν ο Πούλλυ, αλλά οι Αρειες παρθένες είχαν ήδη θυσιαστεί και το αίμα τους είχε ήδη στραγγιστεί και η τελετή έπρεπε να συνεχιστεί. Το φοβερό πεπρωμένο, που προοριζόταν για τον διδάσκαλο, είχε βρει τον μαθητή.
Αυτό το τελευταίο άρεσε ιδιαίτερα στον Δρα. Κάλτεν. Αγαλλίαζε με τη σκέψη ότι η «εκδίκηση» των υπανθρώπων, είχε αποτέλεσμα να ξαποστείλει τον εχθρό τους σ' έναν κόσμο όπου οι υπάνθρωποι είχαν εξολοθρευτεί, έναν κόσμο όπου ένας Αρειος μπορούσε να αναπνέει ελεύθερα!
Ο Κάλτεν κρατούσε το Ρόυλαντ συνεχώς κοντά του, εκτός από ορισμένες μυστικές επισκέψεις σε επιστήμονες που ειδικεύονταν στην Παλιά Αμερική: σ' έναν οδοντίατρο που έμεινε εμβρόντητος, βλέποντας το χρυσό σφράγισμα και σένα δερματολόγο που επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε ποτέ Γκεμπούρτσνουμερ στον Ρόυλαντ. Μετά από μια βδομάδα, ήταν φανερό ότι ο Κάλτεν φύλαγε τον Ρόυλαντ για μια μεγάλη αποκάλυψη που θα αποκορυφωνόταν με την παρουσίαση μιας επιστημονικής εργασίας. Ο Ρόυλαντ δεν το ήθελε αυτό' υπήρχαν πολλά κενά στην ιστορία του. Μιλούσε όλο θέρμη για τις ομορφιές του Μεξικού την άνοιξη, για τις όμορφες κοιλάδες, τους κάκτους και τα μανιτάρια. Μήπως μπορούσαν να κάνουν ένα σύντομο ταξίδι εκεί; Ο Δρ. Κάλτεν απάντησε αρνητικά. Ώστε ο Ρόυλαντ είχε ανησυχίες; Ε, τότε ας μελετούσε, ας μάθαινε, ας κέρδιζε κάτι από τον πακτωλό των γνώσεων που διδάσκονταν εδώ στο Παρτάιχοφ του Σικάγου. Του παλιού καλού Σικάγου που έβγαζε αυθεντίες πάνω στη Θεωρία του Παγκόσμιου Πάγου, στη Θεωρία της Κούφιας Γης, της Ραβδοσκοπίας, της Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, της Θεραπευτικής Βοτανολογίας...
Αυτό το τελευταίο ακουγόταν ενδιαφέρον. Ο Δρ. Κάλτεν, με μεγάλη του χαρά, παρουσίασε το πολύτιμο απόκτημά του στην Ιατρική Σχολή και τον σύστησε ως προστατευόμενό του στον Αλμπιάνι, τον καθηγητή της Βοτανολογίας.
Ο Αλμπιάνι ήταν ένας
γενειοφόρος κοντούλης, που έμοιαζε
να είχε βγει από τους πίνακες του
Αρθουρ Ράκχαμ για το «Χρυσάφι του
Ρήνου». Αγαπούσε την επιστήμη του.
«Η Μάνα Φύση, η Γενναιόδωρη Φύση!
Περιπλανήσου στα λιβάδια, νεαρέ
μου, και αν βλέπεις καθαρά, μετά από
μια ώρα περπάτημα, θα ανακαλύψεις
τον μύκητα που προκαλεί έκτρωση,
τον άνηθο που ρίχνει τον πυρετό, τον
αθάνατο που αναζωογονεί τους
γέρους, την παπαρούνα που
καταπραϋνει το μωρό που βγάζει
δοντάκια!»
«Έχετε καθόλου μεξικάνικα
παραισθησιογόνα μανιτάρια;» ρώτησε
ο Ρόυλαντ.
«Μπορεί», απάντησε έκπληκτος ο
Αλμπιάνι. Περιδιάβηκαν το Βοτανικό
Μουσείο και εξέτασαν αποξηραμένα
φυτά στις προθήκες. Από το Μεξικό
υπήρχαν πεγιότ, βλαστοί και ρίζες,
υπήρχε μαριχουάνα, ρίζες, βλαστός,
σπόροι και στέλεχος. Όχι, όμως,
μανιτάρια.
«Μπορεί να έχουμε στην αποθήκη»,
μουρμούρισε ο Αλμπιάνι.
Όλη την υπόλοιπη μέρα, ο
Ρόυλαντ έκανε άνω κάτω την αποθήκη,
όπου φυλάγονταν τα δείγματα φυτών
για τον εκθεσιακό χώρο. Πήγε στον
Αλμπιάνι και είπε, με κάπως άγριο
βλέμμα: «Δεν υπάρχει τίποτα».
Ο Αλμπιάνι ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ,
που έψαξε για τα σχετικά μανιτάρια
σε εγχειρίδια. «Βλέπεις;» είπε
χαρούμενος, δείχνοντας μια όμορφη
έγχρωμη εικόνα του μανιταριού σε
διάφορες φάσεις: νεαρό, ώριμο, με
σπόρους και αποξηραμένο. Διάβασε
φωναχτά: «...δεισιδαιμονικά
αποκαλούμενο "Τροφή των
Θεών"», και το πρόσωπό του έλαμψε,
μέσα από τη γενειάδα του, με το
αστείο.
«Δεν υπάρχουν», είπε ο Ρόυλαντ.
Ο καθηγητής είπε, στο τέλος,
ενοχλημένος: «Μπορεί να υπάρχουν
μερικά αταξινόμητα στο υπόγειο.
Αλήθεια, δεν έχουμε αρκετό χώρο για
να βάλουμε τα πάντα στον
περιορισμένο χώρο του μουσείου
-εκθέτουμε μόνο τα πιο σημαντικά
δείγματα».
Ο Ρόυλαντ αναθάρρησε και ενθουσιασμένος από την ύπαρξη της αποθήκης στο υπόγειο, ζήτησε άδεια να ψάξει εκεί. Όταν έμεινε μόνος για μια στιγμή, έσκισε τη σελίδα με την έγχρωμη εικόνα από το βιβλίο του καθηγητή και την έχωσε στην τσέπη του.
Εκείνη τη νύχτα, ο Ρόυλαντ κι ο Δρ. Κάλτεν βγήκαν σε έναν από τους αμέτρητους πυργίσκους του κάστρου, για ένα τελευταίο πούρο. Το ολόγιομο φεγγάρι μεσουρανούσε. Κάτω από το σεληνόφως, ο βομβαρδισμένος τόπος που ήταν κάποτε το Σικάγο, φάνταζε σαν σεληνιακό τοπίο. Ο σοφός κι o μαθητής του από μια άλλη εποχή, ακούμπησαν τους αγκώνες τους στην οδοντωτή πολεμίστρα, εβδομήντα μέτρα πάνω από τη Λίμνη Μίτσιγκαν.
«Έντουαρντ», είπε ο Δρ.
Κάλτεν. «Αύριο θα διαβάσω την
εργασία μου, ενώπιον της Ακαδημίας
Φυλετικών Επιστημών του Σικάγου». Ο
τόνος της φωνής ήταν προκλητικός'
κάποιο λάκκο είχε η φάβα. Ο Κάλτεν
συνέχισε: «Θέλω να βρίσκεσαι στο
ακροατήριο και να εμφανιστείς
μόλις σου κάνω νόημα, για να
απαντήσεις σε ορισμένες ερωτήσεις
που θα σου απευθύνω εγώ και -αν ο
χρόνος το επιτρέψει- το
ακροατήριο».
«Θα επιθυμούσα να το αναβάλλετε»,
είπε ο Ρόυλαντ.
«Αποκλείεται!»
«Θα μου εξηγήσετε γιατί ο τόνος της
φωνής σας είναι εχθρικός, δόκτωρ;»
απαίτησε να μάθει ο Ρόυλαντ.
«Πιστεύω ότι υπήρξα εξαιρετικά
συνεργάσιμος και σας άνοιξα
διάπλατο το δρόμο για να κερδίσετε
αθάνατη δόξα στα χρονικά της
Φυλετικής Επιστήμης».
«Συνεργάσιμος, ναι. Ειλικρινής,
αμφιβάλλω. Βλέπεις, Έντουαρντ,
σήμερα μου πέρασε από το μυαλό μια
τρομερή σκέψη. Πάντα μου φαινόταν
παλαβό το ότι η επίθεση των Εβραίων
στον σεβάσμιο Πούλλυ αποσκοπούσε
στο να τον ξαποστείλει στο μέλλον,
καθώς και το ότι η προσπάθεια αυτή
απέτυχε». Έβγαλε κάτι από την τσέπη
του' ήταν ένα μικρό πιστόλι. Έστρεψε
την κάνη του, ψύχραιμα, προς τον
Ρόυλαντ. «Σήμερα, άρχισα να
αναρωτιέμαι γιατί να έκαναν κάτι
τέτοιο. Γιατί να μην τον
δολοφονήσουν απλώς, όπως έκαναν με
χιλιάδες άλλους, και να τον
αποτεφρώσουν σε μυστικά
κρεματόρια, χωρίς να αφήσουν να
διαρρεύσει τίποτε σχετικά με την
εξαφάνισή του, στις ελεγχόμενες απ'
αυτούς εφημερίδες και περιοδικά;
»Επίσης, το αίμα εφτά Αρείων παρθένων δεν μπορεί να αποκτηθεί εύκολα. Μπορούμε να φανταστούμε, εύκολα, Αρείους να προστατεύουν τους πολύτιμους θύλακες της καθαρής ανθρωπότητας, εξετάζοντας κάθε άτομο που κυκλοφορεί, παρατηρώντας ποιο φέρει τα στίγματα των υπανθρώπων και παρακολουθώντας προσεκτικά εκείνους που μπορεί να ανήκουν σε υποδεέστερη φυλή, εξακριβώνοντάς το με μια ματιά ή ένα "τυχαίο" άγγιγμα σε ένα συνωστισμένο δρόμο. Όπως και να 'χει το πράγμα, το γεγονός συνέβη κι η παρουσία σου εδώ το αποδεικνύει. Θα πρέπει να έγινε με τρομακτικό κόστος: πληρωμένοι Σλάβοι και Νέγροι θα πρέπει να προσλήφθηκαν για να απαγάγουν τις παρθένες και πολλοί απ' αυτούς θα έπεσαν από την Αρεια οργή.
»Κι όλα αυτά για να σταματήσει να φωνάζει μια μικρή φωνή ενός "βοώντος εν τη ερήμω"; Ε, όχι, δεν το νομίζω! Εγώ πιστεύω, Έντουαρντ Ρόυλαντ ή όπως αλλιώς σε λένε, ότι σε έστειλε η εβραϊκή αλαζονεία -εσένα, έναν Εβραίο- στο μέλλον, σαν χαιρετισμό προς τους Εβραίους της σύγχρονης εποχής, στην οποία οι τότε Εβραίοι πίστευαν, βλακωδώς βέβαια, ότι θα είναι θριαμβευτές. Όπως και να 'χει το πράγμα, η αυριανή διαδικασία θα διεξαχθεί από τον φίλο μου, τον Δρα. Χέρτσμπρενερ, του οποίου το όνομα σου έχω αναφέρει. Αν κρατάς τίποτα μικρά μυστικά, δεν θα τα κρατάς για πολύ ακόμα. Α, όχι! Μη με πλησιάζεις. Θα σε πυροβολήσω στο γόνατο αν πλησιάσεις».
Ο Ρόυλαντ κινήθηκε προς το μέρος του και το όπλο εκπυρσοκρότησε. Ο Ρόυλαντ ένιωσε ένα χτύπημα, σαν από σφυρί, ψηλά στην αριστερή του γάμπα. Αρπαξε τον Κάλτεν και τον εκσφενδόνισε στο κενό από την πολεμίστρα. Ο Κάλτεν έπεσε ουρλιάζοντας από ύψος εβδομήντα μέτρων. Μετά ο Ρόυλαντ κατέρρευσε. Ο πόνος ήταν τρομακτικός. Η κνήμη του πρέπει να 'χε ραγίσει άσχημα, αν δεν είχε σπάσει. Δεν έτρεχε πολύ αίμα, μπορεί όμως να παρουσίαζε αιμορραγία αργότερα. Δεν υπήρχε φόβος ο πυροβολισμός και οι κραυγές να ξεσηκώσουν το κάστρο στο πόδι. Ήχοι πυροβολισμών και ουρλιαχτών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στην Ιατρική Πτέρυγα.
Προχώρησε τρικλίζοντας, σέρνοντας το πληγωμένο του πόδι, προς την πόρτα του διαμερίσματος του Κάλτεν, σωριάστηκε σε μια καρέκλα δίπλα στο κουδούνι και έριξε μια κουρελού στα πόδια του. Χτύπησε το κουδούνι για το υπηρετικό προσωπικό και είπε χαμηλόφωνα: «Πηγαίνετε στην ιατρική αποθήκη, σας παρακαλώ, και φέρτε έναν επίδεσμο, γύψο κι ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για νάρθηκα. Ο Δρ. Κάλτεν έχει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και θέλει να εργαστεί».
Θα μπορούσε να παραγγείλει
και μια σύριγγα μορφίνης αλλά όχι,
δεν θα 'πρεπε. Η μορφίνη μπορεί να
επηρέαζε τη στρέβλωση του χρόνου.
Όταν φάνηκε ο υπηρέτης, ο Ρόυλαντ
τον ευχαρίστησε και του είπε να
πάει για ύπνο.
Κόντεψε να ουρλιάξει όταν έβγαλε το παπούτσι του' έκοψε το μπατζάκι του. Η γάζα είχε έρθει πάνω στην ώρα γιατί ή πληγή είχε αρχίσει να αιμορραγεί. Η πίεση φαινόταν να σταματά την αιμορραγία. Έφτιαξε έναν πρόχειρο νάρθηκα στο πόδι του. Οι οδηγίες πάνω στις κονσέρβες γύψου των δυόμισι κιλών τον βοήθησαν.
Το πόδι του είχε μουδιάσει' αυτό ήταν καλό. Ο γύψος προφανώς πίεζε κάποιο μεγάλο νεύρο και μια βδομάδα μετά θα προκαλούσε μόνιμη παράλυση, αλλά γιατί να νοιάζεται από τώρα γι' αυτό;
Δοκίμασε το πόδι του κι είδε ότι μπορούσε να περπατήσει σχετικά καλά. Με ένα γερό μπαστούνι μπορούσε να κατέβει τις σκάλες αλλά όχι να τις ανέβει, σκέφτηκε. Ωραία. Θα πήγαινε στο υπόγειο.
Αναθεματίζοντας τους μεσαιωνικούς Ναζί και το γελοίο κάστρο τους, σε κάθε του βήμα, έφτασε στο υπόγειο. Εκεί συνάντησε μια δυσάρεστη έκπληξη. Μια ντουζίνα μεθυσμένοι άντρες των SS ξεφάντωναν σε μια γωνιά, μακριά από τα ερευνητικά μάτια του διοικητή τους. Έπαιζαν ένα παιχνίδι που μπορεί και να λεγόταν «Στριφογύρνα τον Δεκανέα». Είδαν τον Ρόυλαντ να τρικλίζει και συμπόνεσαν το φουκαρά γερο-γιατρό με τη μαγκούρα. Τον κατέβασαν στην αποθήκη που ήθελε και πυροβόλησαν την κλειδαριά για λογαριασμό του. Μετά έφυγαν, λέγοντάς του να καλέσει την παρέα τους όποτε ήθελε -είμαστε οι καλύτεροι μάγκες στο Σικάγο, γιατρέ' ο γέρο-Μπρούνο, από δω, μπορεί να ξεριζώσει το μπράτσο ενός Λεττονού σκλάβου, με τα ίδια του τα χέρια' αλήθεια, γιατρέ! Όπως ξεκολλάς το μπούτι ενός κοτόπουλου! Θες να σου φέρουμε ένα Λεττονό για να σου δείξουμε;
Τελικά τους ξεφορτώθηκε, άναψε το φως και άρχισε την αναζήτησή του. Τώρα το πόδι του το ένιωθε παγωμένο' τον πονούσε. Έκανε άνω κάτω τα αταξινόμητα βοτανολογικά δείγματα. Μετά από ένα διάστημα που του φάνηκε ώρες, βρήκε ένα κουτί που είχε σταλεί από τη Τζαλάσκα. Το άνοιξε, χτυπώντας το στο τσιμεντένιο πάτωμα. Από μέσα έπεσαν πλαστικοί διαφανείς φάκελοι. Μέσα σ' έναν απ' αυτούς, είδε τα ζαρωμένα μαύρα μανιτάρια. Δεν μπήκε στον κόπο να τα συγκρίνει με το σχέδιο που είχε στην τσέπη του. Ανοιξε το φάκελο, σχίζοντάς τον κι έχωσε τα μανιτάρια στο στόμα του, τα μάσησε και τα κατάπιε.
Μπορεί να χρειάζονταν ο χορός των Χόπι κι οι ψαλμωδίες, μπορεί και όχι. Μπορεί να έπρεπε απλώς να χαλαρώσει και να ξεκουραστεί από μια μέρα σκληρής δουλειάς με τις διαφορικές εξισώσεις, τις εξισώσεις που προσέγγιζαν τον τρόπο σκέψης των Χόπι. Μπορεί να χρειαζόταν μόνο να συγκεντρώσει επίμονα τη σκέψη του σ' αυτό που επιθυμούσε, όπως τώρα. Την τελευταία φορά μισούσε και απεχθανόταν τη Βόμβα. Αυτό που επιθυμούσε ήταν ένας κόσμος δίχως τη Βόμβα. Και είχε αποκτήσει αυτόν τον κόσμο!
...η γλώσσα του ήταν πρησμένη' οι πύρινες σφαίρες άρχισαν να χορεύουν γύρω του' οι περιστρεφόμενοι κύκλοι...
***
Ο Τσαρλς Μίλλερ Ναχατάσπε ψιθύρισε: «Παρά τρίχα, παρά τρίχα! Φοβήθηκα πολύ».
Ο Ρόυλαντ βρισκόταν
ξαπλωμένος στο πάτωμα της καλύβας,
με το πόδι του σώο και αβλαβές αλλά
να τον πονάει αφόρητα. Ζαλισμένος,
ψηλάφισε τα πλευρά του' ήταν
αδύνατος αλλά όχι πια πετσί και
κόκαλο. Μουρμούρισε: «Έκανες τα
πάντα για να με φέρεις πίσω από κεί
πέρα, έτσι;»
«Ναι. Πήγες... πήγες εκεί πέρα;»
«Ναι. Θεέ μου, άσε με να κοιμηθώ».
Σωριάστηκε βαριά στο πάτωμα και
κατέρρευσε σε μια κατάσταση
πλήρους έλλειψης αισθήσεων.
Όταν ξύπνησε, ήταν ακόμα
σκοτάδι κι ο πόνος είχε
εξαφανιστεί. Ο Ναχατάσπε
τραγουδούσε ένα θεραπευτικό
τραγούδι πολύ απαλά. Σταμάτησε
μόλις είδε τον Ρόυλαντ να ανοίγει
τα μάτια του. «Τώρα ξέρεις για το
"μαγικό που θα σπάσει τον
ουρανό", έτσι;»
«Καλύτερα από κάθε άλλον. Τι ώρα
είναι;»
«Μεσάνυχτα».
«Πρέπει να πηγαίνω». Έδωσαν τα
χέρια και κοίταξε ο ένας τον άλλον
κατάματα.
Το τζιπ ξεκίνησε αμέσως. Πριν τέσσερις ώρες, ή ίσως δυο μήνες πιο πριν, ανησυχούσε για την μπαταρία. Διέσχισε το Δρόμο του οικισμού γνωρίζοντας πολύ καλά τι θα συνέβαινε. Δεν επρόκειτο να περιμένει μέχρι την αυγή' μπορεί να τον σκότωνε κανένας μετεωρίτης ή να τον δάγκωνε κανένας σκορπιός στο κρεβάτι του. Θα πήγαινε κατευθείαν στο διαμέρισμα του Ρότσμιντ, θα αψηφούσε την φράου Ρότσμιντ και θα ξυπνούσε τον άντρα της, για να του πει για τη Φάση 56c, να του πει πως είχαμε πια τη Βόμβα.
Τώρα έχουμε κάτι να προσφέρουμε στους Γιαπωνέζους, κάτι μπροστά στο οποίο να υποταχθούν' και θα το κάνουν.
Ο Ρότσμιντ θα άρχιζε τις φιλοσοφίες. Μπορεί και να αναστέναζε, μουρμουρίζοντας για τη Βόμβα: «Αχ, άραγε, έχουμε επίγνωση τι κάνουμε; Αραγε μπορούμε να προβλέψουμε τι συνέπειες θα έχουν οι αποφάσεις μας;»
Κι ο Ρόυλαντ θα έπρεπε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να μην του απαντήσει, αρκετά απότομα: «Ναι! Αυτή τη φορά, ναι, που να πάρει ο διάολος, γαμώτο!»