ο δρόμος για το πουθενά

Greg Bear
Through Road No Whither (1985)
Μετάφραση: Θανάσης Βέμπος

Θέλω μια νέα γενιά βίαιη, δραστήρια, εξουσιαστική, ατρόμητη, βάναυση' αυτό επιδιώκω.
Πρέπει να είναι ευκίνητοι και νευρώδεις, γρήγοροι σαν λαγωνικά, ανθεκτικοί σαν το δέρμα και σκληροί σαν το ατσάλι τον Κρουπ.

Αντολφ Χίτλερ

Η μεγάλη μαύρη Μερσεντές ξεπρόβαλε από την ομίχλη, στο δρόμο νότια της Ντιζόν, με την υγρασία να τρέχει σε ρυάκια στο παρμπρίζ της. Ο Χορστ φον Ράνκε παραμέρισε το σάκο του στρατιωτικού ταχυδρομείου και εξέτασε προσεκτικά το χάρτη που είχε απλωμένο στα γόνατά του, με τα ματογυάλια στην άκρη της μύτης του, ενώ ο επιτελικός λοχαγός Αλμπερτ Φίσερ οδηγούσε. «Τριανταπέντε χιλιόμετρα», είπε ξέπνοα ο φον Ράνκε. «'Οχι περισσότερα».

«Χάσαμε το δρόμο», είπε ο Φίσερ. «'Ηδη ξεπεράσαμε τα τριανταέξι».
«'Οχι ακριβώς. Πρέπει να φτάνουμε από στιγμή σε στιγμή».

Ο Φίσερ έγνεψε καταφατικά. Τα πεταχτά ζυγωματικά και η μυτερή μεγάλη μύτη του τόνιζαν τη μαύρη στολή του με τις ασημένιες νεκροκεφαλές των SS στο ψηλό σφιχτό κολάρο. O φον Ράνκε φορούσε ένα γκρίζο κοστούμι με φαρδιές ραβδώσεις. 'Ηταν αναπληρωτής γραμματέας του Υπουργείου Προπαγάνδας και τώρα εκτελούσε χρέη κλητήρα. Οι δυο άντρες θα μπορούσαν να είναι αδέλφια, παρόλο που ο ένας είχε μεγαλώσει στην Τσεχοσλοβακία κι ο άλλος στο Ρουρ' ο ένας ήταν γιος ανθρακωρύχου κι ο άλλος γιος ζυθοποιού. Είχαν συναντηθεί στο Παρίσι, δυο χρόνια πριν και είχαν γίνει στενοί φίλοι.
«Περίμενε», είπε ο φον Ράνκε, προσπαθώντας να δει ανάμεσα από τις σταγόνες που έτρεχαν στο πλαϊνό παράθυρο. «Σταμάτα εδώ».

Ο Φίσερ πάτησε φρένο και κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε το μακρύ δάχτυλο του φον Ράνκε. Κοντά στην άκρη του δρόμου, πέρα από ένα σύδεντρο, υπήρχε ένα χαμηλό σπιτάκι με στέγη από άχυρα και βρώμικους γκρίζους τοίχους, κρυμμένο μέσα στην ομίχλη.
«Φαίνεται έρημο», είπε ο φον Ράνκε.
«Κατοικείται. Κοίτα τον καπνό», είπε ο Φίσερ. «'Ισως μάθουμε πού βρισκόμαστε».

Πάρκαραν το αυτοκίνητο και βγήκαν έξω, με το φον Ράνκε να προχωρά μπροστά, στο λασπερό μονοπάτι που ήταν σπαρμένο με άχυρα. Από κοντά, η καλύβα φαινόταν ακόμα πιο βρώμικη. Ο καπνός υψωνόταν γκρίζος, βγαίνοντας από μια τρύπα στην αχυρένια στέγη. Ο Φίσερ έκανε νόημα στο φίλο του και πλησίασαν προσεκτικά. Πάνω από την χοντροκομμένη ξύλινη πόρτα, υπήρχαν κακότεχνα γράμματα σε κάποιο αλφάβητο που δεν γνώριζε κανείς τους, παρόλο που κι οι δυο μαζί μιλούσαν εννιά γλώσσες. «Μπας κι είναι ρομνιμανικά;» ρώτησε ο φον Ράνκε, συνοφρυωμένος. «Φαίνονται γνώριμα' σλάβικα ρομνιμανικά».
«Τσιγγάνοι; Οι Τσιγγάνοι Ρομ δεν ζούνε σε τέτοιες καλύβες και εκτός αυτού, νόμιζα ότι τους είχαν μαντρώσει όλους, εδώ και πολύν καιρό».
«Εμένα έτσι μου φαίνεται», είπε ο φον Ράνκε. Παρόλα αυτά, μπορεί να καταφέρουμε να συνεννοηθούμε, έστω και μόνο με γαλλικά.

Χτύπησε την πόρτα. Μετά από λίγο, χτύπησε άλλη μια φορά κι η πόρτα άνοιξε αμέσως, προτού το χέρι του φον Ράνκε προλάβει να την αγγίξει ξανά. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, φοβερά γερασμένη, έχωσε τη μεγάλη καφετιά μύτη της στο άνοιγμα και τους κοίταξε καλά -καλά με το μοναδικό της μάτι. Το άλλο της μάτι κρυβόταν από μια διπλωμένη πτυχή σάρκας. Το χέρι που κρατούσε την άκρη της πόρτας ήταν βρώμικο' τα νύχια μακριά και μαύρα. Στο ξεδοντιασμένο στόμα της με τα φαγωμένα χείλια διαγράφτηκε ένα ζαρωμένο χαμόγελο. «Καλησπέρα σας», είπε με τέλεια γερμανικά και με εκλεπτυσμένη προφορά. «Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»
«Πρέπει να μάθουμε αν βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο για το Ντολ», είπε ο φον Ράνκε, πασχίζοντας να μη δείξει την αηδία του.
«Τότε ρωτάτε λάθος οδηγό», είπε ο γριά. Το χέρι της τραβήχτηκε και η πόρτα άρχισε να κλείνει. Ο Φίσερ της έδωσε μια κλωτσιά. Η πόρτα άνοιξε διάπλατη κι άρχισε να γέρνει πάνω στους φθαρμένους μεντεσέδες.
«Δεν μας φέρεσαι με τον απαραίτητο σεβασμό», είπε. «Τι εννοείς "τλάθος οδηγό"; Εσύ τι σόι οδηγός είσαι;»
«Τόσο δυνατός!» σιγομουρμούρισε η γριά, σταυρώνοντας τα χέρια της στο μαραμένο στήθος της και οπισθοχωρώντας στο μισοσκόταδο. Φορούσε παμπάλαια και ξεθωριασμένα γκρίζα κουρέλια. Φθαρμένα μανίκια έφταναν μέχρι τους καρπούς της.
«Απάντησέ μου!» είπε ο Φίσερ, ενώ προχωρούσε, αψηφώντας την μπόχα του κάτουρου και της σαπίλας στην καλύβα.
«Οι χάρτες που γνωρίζω εγώ δεν αφορούν αυτόν τον τόπο», είπε τραγουδιστά και στάθηκε μπροστά σε ένα κρύο και άδειο τζάκι.
«Είναι τρελή», είπε ο φον Ράνκε. Ας την αναλάβουν οι τοπικές αρχές. Πάμε να φύγουμε». Αλλά τα μάτια του Φίσερ ήταν αγριεμένα. Τόση βρωμιά, τόση ακαταστασία και αταξία! Τέτοια πράγματα του την έδιναν άσχημα.
«Τι χάρτες ξέρεις, λοιπόν, τρελόγρια;» ρώτησε επιτακτικά.
«Χάρτες του χρόνου», είπε η γριά. Αφησε τα χέρια της να πέσουν στα πλευρά της και έσκυψε το κεφάλι σαν να παραδεχόταν την ιδιομορφία της. Ξαφνικά φαινόταν ταπεινή.
«Τότε πες μας πού βρισκόμαστε», κάγχασε ο Φίσερ.
«'Ελα, πάμε να φύγουμε, έχουμε σοβαρή δουλειά», είπε o φον Ράνκε, αλλά ήξερε ότι ήταν πολύ αργά πια. Θα είχε ένα τέλος όλη αυτή η ιστορία, μόνο που αυτό θα δινόταν από τον φίλο του και δεν θα ήταν και τόσο ευχάριστο.
«Είσαστε στο δρόμο για το πουθενά», είπε η γριά.
«Τι πράμα;» ο Φίσερ ορθώθηκε μπροστά της. Εκείνη κοίταξε προς τα πάνω, σαν κάποιος άσωτος υιός που είχε επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι, με το στόμα της γεμάτο σάλια.
«Αν θέλετε να σας διαβάσω, μπορείτε να καθίσετε», είπε δείχνοντάς τους ένα χαμηλό τραπέζι και τρεις σαραβαλιασμένες ξύλινες καρέκλες. Ο Φίσερ έριξε μια ματιά στη γριά και μετά στο τραπέζι.
«Πολύ καλά», είπε ξαφνικά, κάνοντας τον υπάκουο. Κι άλλο παιχνίδι, σκέφτηκε ο φον Ράνκε. Το παιχνίδι της γάτας με τον ποντικό.

Ο Φίσερ τράβηξε μια καρέκλα για το φίλο του και έκατσε απέναντι από τη γριά. «Ακουμπήστε τα χέρια στο τραπέζι κι οι δυο σας με τις παλάμες κάτω», είπε η γριά. 'Ετσι κι έκαναν. Η γριά ακούμπησε το αυτί της στο τραπέζι σαν να αφουγκραζόταν, με τη ματιά της στις αχτίδες του φωτός που έρχονταν από την καλαμένια στέγη. «Αλαζονεία», είπε. Ο Φίσερ δεν αντέδρασε.

«'Ενας δρόμος που καταλήγει στη φωτιά και στο θάνατο», συνέχισε η γριά. «Οι πόλεις σας παραδομένες στις φλόγες, οι γυναίκες και τα παιδιά σας μετατρέπονται σε καμένες μαύρες κούκλες, μέσα στα σπίτια σας που φλέγονται. Αποκαλύπτονται τα στρατόπεδα του θανάτου κι εσείς βρίσκεστε κατηγορούμενοι για απάνθρωπα εγκλήματα. Πολλοί καταδικάζονται και απαγχονίζονται. Το έθνος σας περιφρονείται' τα ιδανικά σας ατιμάζονται». Τώρα το μοναδικό της μάτι γυάλισε παράξενα. «Και μετά από μερικά χρόνια, ένας κωμικός χοροπηδάει στη σκηνή σε μια ταινία, μεταμορφώνοντας τον Φύρερ σας σ' έναν γελοίο κλόουν πού τραγουδάει ένα ηλίθιο τραγούδι. Μόνο φρενοβλαβείς θα σας πιστέψουν, τα κατακάθια των χειρότερων. Οι εχθροί σας θα μοιράσουν το έθνος σας στα δύο. Θα τα χάσετε όλα».

Το χαμόγελο του Φίσερ δεν έσβησε: Έβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη του και το πέταξε μπροστά στη γριά, μετά έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε όρθιος. «Οι χάρτες σου είναι παραμορφωμένοι όσο κι η μούρη σου, σκατόγρια», είπε. «Πάμε να φύγουμε».
«Αυτό θα έλεγα κι εγώ», είπε ο φον Ράνκε. Ο Φίσερ δεν έκανε καμιά κίνηση για να φύγει. Ο φον Ράνκε τον έπιασε από το μπράτσο, αλλά ο λοχαγός των SS τινάχτηκε και ελευθερώθηκε από το χέρι του φίλου του.
«Ελάχιστες Τσιγγάνες έχουν απομείνει πια, παλιόγρια», της είπε. «Σύντομα θα λιγοστέψουν κατά μία ακόμα». Ο φον Ράνκε κατάφερε να τον τραβήξει έξω απ' την πόρτα. Η γυναίκα τους ακολούθησε, προφυλάσσοντας το μάτι της από το φέγγος της ομίχλης.
«Δεν είμαι Τσιγγάνα», είπε. «Ούτε καν αυτές τις λέξεις δεν αναγνωρίζετε;» Τους έδειξε τα γράμματα πάνω από την πόρτα.
Ο Φίσερ έριξε μια ματιά και τα μάτια του έλαμψαν. «Ναι», είπε. «Ναι, τώρα τα αναγνωρίζω. Μια νεκρή γλώσσα».
«Τι είναι;» ρώτησε νευρικά ο φον Ράνκε.
«Εβραϊκά, μου φαίνεται», είπε ο Φίσερ. «Εβραία είναι».
«'Οχι!» γέλασε δυνατά η γυναίκα. «Δεν είμαι Εβραία».
Στον φον Ράνκε φάνηκε πως η γυναίκα ήταν τώρα νεότερη, ή τουλάχιστον δυνατότερη, κι η νευρικότητά του αυξήθηκε.
«Σκασίλα μου τι είσαι», είπε ήρεμα ο Φίσερ. «Θα 'θελα να βρισκόμασταν στην εποχή του πατέρα μου».

'Εκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Εκείνη δεν υποχώρησε. Το πρόσωπό της έγινε σχεδόν νεανικό και το χαλασμένο μάτι της φάνηκε σαν να είχε ξαναδημιουργηθεί. «Τότε δεν υπήρχαν κανονισμοί και νόμοι -θα μπορούσα να βγάλω αυτό το πιστόλι», άγγιξε τη θήκη του, «και να ανοίξω μια τρύπα στο βρωμερό κεφάλι σου, κι ίσως να σκότωνα τον τελευταίο Εβραίο που έχει απομείνει στην Ευρώπη». Ξεκούμπωσε τη θήκη. H γυναίκα ορθώθηκε στη σκοτεινή καλύβα, σαν να αντλούσε δύναμη απ' την προσβλητική γλώσσα του Φίσερ. Ο φον Ράνκε φοβήθηκε για το φίλο του. Η απερισκεψία του θα τους έβαζε σε μπελάδες.
«Δεν είναι η εποχή των πατεράδων μας», υπενθύμισε στον Φίσερ.

Ο Φίσερ έμεινε ακίνητος, με το πιστόλι στο χέρι και το δάχτυλο στη σκανδάλη. «Γριά», είπε, παρόλο πού η γυναίκα δεν φαινόταν να έχει, πια, ούτε τη μισή ηλικία από πριν' ίσως και να μην ήταν καν γριά' και σίγουρα, ούτε καμπούρα ούτε ανάπηρη. «Παρά τρίχα τη γλίτωσες απόψε».

«Δεν έχεις ιδέα ποιά είμαι», είπε η γυναίκα μισοτραγουδιστά, μισομουρμουριστά.
«Scheisse», έφτυσε ο Φίσερ. «Τώρα φεύγουμε, αλλά θα αναφέρουμε κι εσένα και την τρώγλη σου».

«Είμαι η μάστιγα», είπε εκείνη κι η ανάσα της μύριζε σαν καμένη πέτρα, ακόμα κι από τρία βήματα μακριά. Μπήκε στην καλύβα αλλά η φωνή της δεν εξασθένησε. «Είμαι το ορατό χέρι, η στήλη του σύννεφου την ημέρα και η στήλη της φωτιάς τη νύχτα».

Το πρόσωπο του Φίσερ σκλήρυνε και μετά ο λοχαγός γέλασε. «Δίκιο έχεις», είπε στον φον Ράνκε. «Δεν αξίζει να ασχολούμαστε μαζί της». 'Εκανε μεταβολή και δρασκέλισε την πόρτα. Ο φον Ράνκε τον ακολούθησε, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πάνω από τον ώμο του, στο μισόφωτο, στην αποσύνθεση. Κανείς δεν έχει ζήσει σ' αυτήν την καλύβα επί χρόνια, σκέφτηκε. Η σκιά της γυναίκας ήταν γκρίζα και ακαθόριστη πάνω στην πανάρχαια πέτρινη εστία, πίσω από το σκεβρωμένο, σκονισμένο τραπέζι.

Στο αυτοκίνητο ο φον Ράνκε αναστέναξε. «'Εχεις την τάση να γίνεσαι αλαζονικός, το ξέρεις αυτό;»
Ο Φίσερ χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του. «Οδήγα εσύ, παλιόφιλε, και θα κοιτάζω εγώ τους χάρτες». Ο φον Ράνκε έβαλε μπροστά την τουρμπίνα της Μερσεντές. Το βουητό της έγινε υψίσυχνο και σταθερό και τα καυσαέριά της άνοιξαν μια τρύπα στην ομίχλη πίσω της. «Καθόλου παράξενο που έχουμε χαθεί», είπε ο Φίσερ. Ξεδίπλωσε εκνευρισμένος ολόκληρο τον χάρτη της Πανγερμανίας. «Τούτος εδώ ο χάρτης είναι πέντε χρόνων παλιός -του 1979».
«Θα βρούμε το δρόμο», είπε ο φον Ράνκε. Δεν θα 'χανα με τίποτα τη φάτσα τον γερο-Κρούμναγκελ, όταν θα του παραδίδουμε τα σχέδια. Αντιδρούσε τόσο πολύ στο σχέδιο του διηπειρωτικού αντιποδικού βομβαρδιστικού... Και καθυστερήσαμε για να παίξεις με μια γριά γυναίκα».
«'Ετσι είμαι εγώ», είπε ο Φίσερ. «Μισώ την αταξία. Λες o Κρούμναγκελ να προσπαθήσει να προβάλει βέτο για το "κεραυνοβόλο χτύπημα" στον Βορειοδυτικό Ειρηνικό;»
«Μπα, δεν θα τολμήσει. Θα καταλάβει σε ποια θέση βρίσκεται, μετά την κήρυξη του πολέμου», είπε ο φον Ράνκε. H Μερσεντές ξεκίνησε βουίζοντας για τη Ντολ.

Από την πόρτα της καλύβας, η γριά τούς παρατηρούσε με γερμένο το κεφάλι της. «Δεν είμαι Εβραία», είπε, «αλλά τους αγαπούσα τους Εβραίους. Ω, ναι! Αγαπούσα όλα τα παιδιά μου». 'Υψωσε το χέρι της, καθώς το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο απομακρυνόταν βρυχώμενο μέσα στην ομίχλη.
«Θα σας απονείμω δικαιοσύνη, σε όποιον κόσμο κι αν ζείτε, και στα παιδιά σας και στα παιδιά των παιδιών σας», είπε. Από τον αγκώνα της ξεπήδησε μια δέσμη καπνού, χτύπησε στο χωμάτινο πάτωμα κι η γυναίκα κούνησε το δάχτυλό της. Ο καπνός συστράφηκε και δημιούργησε μαύρα σχήματα στο χώμα. «'Οπως το θέλετε λοιπόν: στην εποχή των πατεράδων σας». Η ομίχλη αραίωσε. Κατέβασε το χέρι της και σαράντα χρόνια έλυωσαν και χάθηκαν μαζί με την ομίχλη.

Ψηλά στον ουρανό, ένα μουγκρητό, βαρύτερο απ' αυτό της Μερσεντές, κατέβηκε προς το δρόμο. Μια σκιά με μεγάλα φτερά πέρασε πάνω απ' την καλύβα- πάνω της άστραφτε η Αστερόεσσα. Τα φτερά της έφτυναν φωτιά.

«Πεινασμένο πουλί», είπε η άμορφη φιγούρα. «Ώρα για φαγητό»,