
Cordwainer Smith
A Planet Named Shayol (1961)
Μετάφραση: Γιώργος Μπαλάνος
Ο Μέρσερ βρήκε τεράστια διαφορά ανάμεσα στη συμπεριφορά που αντιμετώπισε στο αστρόπλοιο και σ' εκείνη στο διαμετακομιστικό δορυφόρο. Στο αστρόπλοιο οι συνοδοί αστειεύονταν όταν του έφερναν το φαγητό του.
«Να σκούζεις γερά και με την ψυχή σου», του είχε πει ένας ποντικομούρης συνοδός. «Έτσι θα καταλάβουμε ότι είναι η αφεντιά σου όταν θα κάνουν την εκπομπή με τα ουρλιαχτά της τιμωρίας σας τη μέρα των γενεθλίων του αυτοκράτορα»
Ο άλλος παχύς συνοδός έγλειψε με την υγρή άκρη της κόκκινης γλώσσας του τα πλαδαρά μελιτζανιά χείλη του και παρατήρησε: Είναι επόμενο, άνθρωπέ μου. Αν πονάγατε συνέχεια, θα ψοφάγατε σύντομα όλοι σας. Μπορεί και να σου τύχει κάτι καλό με κείνα τα... πωσταλένε. Μπορεί και να γίνεις γυναίκα. Μπορεί και να γίνεις δύο άνθρωποι. Άκου, φιλαράκο, αν έχει πολύ κέφι το πράγμα, σφύρα μου κι εμένα... »
Ο Μέρσερ δεν είπε λέξη. Είχε αρκετά δικά του βάσανα για να μην τον απασχολούν οι ονειροφαντασίες μερικών σαδιστών.
Στο δορυφόρο τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το βιοφαρμακευτικό προσωπικό ήταν ικανό, απρόσωπο και σβέλτο στην αφαίρεση των χειροπεδών του. Του έβγαλαν όλα του τα ρούχα και τα άφησαν στο αστρόπλοιο. Όταν αποβιβάστηκε τσίτσιδος στο δορυφόρο, τον εξέτασαν σαν να ήταν κανένα σπάνιο λουλούδι ή κανένα πτώμα στο ανατομικό τραπέζι. Ήταν σχεδόν ευγενικοί στον κλινικό τρόπο που τον πασπάτευαν. Δεν τον αντιμετώπισαν σαν εγκληματία, αλλά σαν βιολογικό δείγμα.
Άντρες και γυναίκες, με τις ιατρικές ρόμπες τους, τον κοιτούσαν σαν να ήταν ήδη μακαρίτης. Προσπάθησε να μιλήσει. Ένας άντρας πιο ηλικιωμένος και με περισσότερο αέρα εξουσίας από τους άλλους, του είπε ήρεμα και καθαρά. «Μην μπαίνετε στον κόπο να μιλάτε. Θα σας μιλήσω ο ίδιος πολύ σύντομα. Τώρα περνάμε τις προκαταρκτικές εξετάσεις για να εξακριβώσουμε τη σωματική σας κατάσταση. Γυρίστε, παρακαλώ».
Ο Μέρσερ γύρισε από την άλλη μεριά. Ένας βοηθός του έτριψε την πλάτη μ' ένα πολύ ισχυρό αντισηπτικό.
«Θα τσούξει λίγο», τον προειδοποίησε ένας από τους τεχνικούς. «Δεν είναι τίποτα σοβαρά ή ιδιαίτερα επώδυνο. Προσπαθούμε να καθορίσουμε τη σκληρότητα των διαφόρων στιβάδων του δέρματος».
Ο Μέρσερ, πειραγμένος απ' αυτή την απρόσωπη μεταχείριση, μίλησε τη στιγμή που ένιωσε ένα γερό κάψιμο πάνω από τον έκτο οσφυϊκό σπόνδυλο. «Δεν ξέρετε ποιος είμαι;»
«Ασφαλώς και το ξέρουμε», του απάντησε μια γυναικεία φωνή. «Τα έχουμε όλα γραμμένα σ' εκείνο το φάκελο στη γωνία. Ο αρχίατρος θα σας μιλήσει αργότερα για το έγκλημά σας, αν θέλετε να το κουβεντιάσετε. Μη μιλάτε τώρα. Κάνουμε ένα τεστ δέρματος και θα είναι πολύ καλύτερα για σας αν δε μας αναγκάσετε να το τραβήξουμε σε χρόνο».
Η ειλικρίνεια την παρακίνησε να προσθέσει ακόμη: «Και θα πετύχουμε καλύτερα αποτελέσματα έτσι».
Είχαν ριχτεί στη δουλειά δίχως να χάσουν διόλου καιρό.
Τους περιεργάστηκε με λοξό βλέμμα. Δεν είχαν τίποτα στο παρουσιαστικά τους που να δείχνει ότι ήταν ανθρώπινοι δαίμονες στον προθάλαμο της κόλασης. Δεν υπήρχε τίποτα που να μαρτυρά ότι τούτος ήταν ο δορυφόρος του Σαγιόλ, του τελικού και έσχατου τόπου της τιμωρίας και της ντροπής. Έμοιαζαν με συνηθισμένο ιατρικό προσωπικό σαν εκείνο που ήξερε πριν κάνει ένα έγκλημα δίχως όνομα.
Προχώρησαν από τη μια εξέταση στην άλλη. Μια γυναίκα με χειρουργική μάσκα του έγνεψε προς ένα άσπρο ιατρικό τραπέζι.
«Ξαπλώστε εκεί, παρακαλώ».
Ο Μέρσερ είχε ν' ακούσει τη λέξη «παρακαλώ» από τότε που οι φρουροί τον είχαν συλλάβει στα όρια του παλατιού. Έκανε να πάει προς το τραπέζι, όταν είδε ότι υπήρχαν χειροδέτες στο πάνω μέρος του. Κοκάλωσε.
«Μην αργείτε, παρακαλώ», τον πρόσταξε η γυναίκα. Δυο τρία άλλα πρόσωπα γύρισαν να τους κοιτάξουν.
Το δεύτερο «παρακαλώ» τον συγκλόνισε. Έπρεπε να μιλήσει. Τούτοι εδώ ήταν άνθρωποι, και ο ίδιος είχε ξαναγίνει κάποιος! Ένιωσε τον τόνο της φωνής του να υψώνεται, σχεδόν στριγκή από αγωνία, καθώς τη ρωτούσε: «Με συγχωρείτε, κυρία, τώρα θ' αρχίσει η τιμωρία μου;»
«Δεν
υπάρχει θέμα τιμωρίας εδώ», αποκρίθηκε η γυναίκα. Είμαστε μονάχα στο δορυφόρο.
Ξαπλώστε στο τραπέζι. Θα σας κάνουμε την πρώτη κούρα σκλήρυνσης του δέρματος
πριν μιλήσετε με τον αρχίατρο. Μετά θα μπορέσετε να του πείτε ό,τι θέλετε για
το έγκλημά σας...»
«Ξέρετε
το έγκλημά μου;» τη ρώτησε, με λαχτάρα, σαν να συναντούσε παλιό γείτονα.
«Όχι
βέβαια», του απάντησε, «αλλά όσοι έρχονται εδώ όλο και κάτι θα έχουν κάνει.
Σίγουρα κάποιος έχει πειστεί γι' αυτό, αλλιώς δε θα βρίσκονταν εδώ. Οι περισσότεροι
ευχαριστιούνται να μιλούν για τα προσωπικά τους εγκλήματα. Αλλά μη με
καθυστερείτε. Είμαι δερματο-τεχνικός, και κάτω στην επιφάνεια του Σαγιόλ θα
χρειαστείτε ό,τι καλύτερο μπορούμε να σας προσφέρουμε. Τώρα ξαπλώστε στο
τραπέζι. Και όταν θα είστε έτοιμος να μιλήσετε με τον αρχίατρο θα έχετε και
κάτι άλλο να κουβεντιάσετε εκτός από το έγκλημά σας».
Ο Μέρσερ υπάκουσε.
Κάποια άλλη μασκοφορεμένη, μάλλον κοπέλα, πήρε τα χέρια του με δροσερά, απαλά δάχτυλα και τ' ασφάλισε με τους επενδυμένους χειροδέτες με τρόπο πρωτόγνωρο. Ήδη θα πρέπει να γνώριζε απέξω κι ανακατωτά την κάθε ανακριτική μηχανή της αυτοκρατορίας, αλλά τούτο το κατασκεύασμα δεν έμοιαζε με καμία.
Η
βοηθός έκανε πίσω και είπε: «Όλα έτοιμα, γιατρέ».
«Τι
προτιμάτε;» ρώτησε η δερματοτεχνικός. «Αβάσταχτους πόνους ή δυο ώρες
αναισθησίας;»
«Γιατί
να προτιμήσω τον πόνο;»
«Ώσπου
να φτάσουν εδώ», εξήγησε η τεχνικός, «μερικοί έχουν μάθει να τους αρέσει ο
πόνος. Φαντάζομαι πως εξαρτάται από το τι τους έχουν κάνει πριν τους στείλουν
εδώ. Υποθέτω ότι δε γνωρίσατε καμιά από τις ονειροτιμωρίες».
«Όχι»,
παραδέχτηκε ο Μέρσερ. «Αυτές τις έχασα».
Δε φανταζόμουνα ποτέ ότι είχα χάσει καμιά, σκέφτηκε από μέσα του.
Θυμόταν την τελευταία δίκη του. Ήταν κανονικά συνδεμένος με όλα τα καλώδια του εδωλίου και ένα λαμπρό γαλάζιο φως έλαμπε στην έδρα των δικαστών. Οι σκούφοι τους ήταν μια παρωδία της μήτρας των επισκόπων του μακρινού, πολύ μακρινού παρελθόντος. Οι δικαστές μιλούσαν, αλλά δεν μπορούσε να τους ακούσει. Για μια στιγμή η ηχητική μόνωση έπεσε και τότε άκουσε κάποιον να λεει, «Κοιτάχτε αυτό το άσπρο, διαβολικό μούτρο του. Ένας τέτοιος τύπος είναι ένοχος για τα πάντα. Ψηφίζω ποινή Τερματικού Πόνου». «Όχι για τον πλανήτη Σαγιόλ;» ρώτησε ένας άλλος. «Ο κόσμος με τα δρομόζωα», είπε μια τρίτη φωνή. «Είναι ότι πρέπει για δαύτον», συμφώνησε η πρώτη φωνή. Κάποιος από τους δικοτεχνικούς πρέπει να πρόσεξε τότε ότι ο κατηγορούμενος άκουγε παράνομα. Οι ομιλίες έσβησαν απότομα. Ο Μέρσερ συλλογίστηκε τότε ότι είχε γνωρίσει πια το καθετί που είχε επινοήσει ο σαδισμός και η νοημοσύνη του ανθρώπου.
Αλλά να που η γυναίκα είχε πει πως είχε χάσει τις ονειροτιμωρίες. Μα μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι στο σύμπαν χειρότεροι απ' αυτόν; Πρέπει να υπήρχε αρκετός κόσμος εκεί κάτω στο Σαγιόλ. Κανένας δεν είχε επιστρέψει ποτέ.
Θα γινόταν ένας από κείνους' θα του κοκορεύονταν άραγε για τα εγκλήματα που είχαν κάνει πριν τους στείλουν σ' αυτό τον κόσμο;
«Όπως
θέλετε», του είπε η τεχνικός. «Θα είναι ένα συνηθισμένο αναισθητικό. Μην
τρομάξετε όταν ξυπνήσετε. Το δέρμα σας θα έχει σκληρυνθεί και ενισχυθεί
χημικά και βιολογικά».
«Θα πονάει;»
«Ασφαλώς.
Αλλά θέλω να βγάλετε την ιδέα από το μυαλό σας και να καταλάβετε ένα πράγμα: δε
σας τιμωρούμε. Ο πόνος θα είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας ιατρικής επέμβασης.
Ο καθένας θα περνούσε τα ίδια αν έκανε πολλές εγχειρήσεις. Η τιμωρία, αν θέλετε
να την πείτε έτσι, σας περιμένει κάτω στον Σαγιόλ. Η δική μας δουλειά είναι
απλώς να φροντίσουμε να μείνετε ζωντανός και μετά την προσεδάφιση. Από μια
άποψη, σας σώζουμε προκαταβολικά τη ζωή. Μπορείτε, αν θέλετε, να αισθάνεστε
ευγνωμοσύνη γι' αυτό. Στο μεταξύ, θα γλιτώσετε από κάμποσο μαρτύριο αν έχετε
από πριν υπόψη πως οι απολήξεις των νεύρων σας θ' αντιδράσουν στις αλλαγές του
δέρματος. Καλύτερα να είστε προετοιμασμένος για κάμποσο πόνο όταν συνέλθετε.
Αλλά και σ' αυτό, κάπως θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε». Κατέβασε έναν τεράστιο
διακόπτη, και ο Μέρσερ τυλίχτηκε στο σκοτάδι.
Όταν συνήλθε βρισκόταν σ' ένα συνηθισμένο θάλαμο νοσοκομείου, αλλά ούτε που το πρόσεξε. Του φάνηκε σαν να ήταν ξαπλωμένος μέσα σε φωτιά. Σήκωσε το χέρι του για να δει αν ήταν στ' αλήθεια τυλιγμένο σε φλόγες. Είχε την ίδια εμφάνιση όπως πάντα, μονάχά που το δέρμα του ήταν λίγο κόκκινο και πρησμένο. Προσπάθησε να γυρίσει πλάι στο κρεβάτι. Η φωτιά έγινε ένα άγριο καμίνι που τον έκανε να κοκαλώσει στα μισά της κίνησης. Ένα ασυγκράτητο βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του.
Μια φωνή ακούστηκε: «Βλέπω ότι χρειάζεστε το παυσίπονο».
Ήταν μια νεαρή νοσοκόμα. «Κρατήστε ακίνητο το κεφάλι σας και θα σας χαρίσω μισό αμπέρ ευτυχίας. Το δέρμα σας θα πάψει έτσι να σας βασανίζει».
Του φόρεσε ένα μαλακό σκούφο στο κεφάλι. Σ' εμφάνιση ήταν σαν μέταλλο, αλλά στην αφή έμοιαζε με μετάξι.
Στο άγγιγμα, χρειάστηκε να χώσει τα νύχια του στις παλάμες του για να μη σπαρταρίσει σαν το ψάρι από τους πόνους.
«Ξεφωνίστε αν θέλετε», του είπε. «Πολλοί αυτό κάνουν. Δε θα μας πάρει πάνω από ένα δυο λεπτά, μέχρι ο σκούφος να βρει τον κατάλληλο λοβό στον εγκέφαλό σας».
Η νοσοκόμα πλησίασε στη γωνία κι έκανε κάτι που ο Μέρσερ δεν μπορούσε να δει.
Ακούστηκε το κλικ ενός διακόπτη.
Η φωτιά δεν έπαψε να γλείφει το δέρμα του. Εξακολουθούσε να τη νιώθει, αλλά ξαφνικά έπαψε να έχει σημασία. Το μυαλό του ήταν γεμάτο από υπέροχη ηδονή, που ξεχυνόταν σε κύματα από το κεφάλι του για ν' απλωθεί μετά σε όλα του τα νεύρα. Είχε επισκεφθεί στο παρελθόν τα Παλάτια της Ηδονής, αλλά πρώτη φορά ένιωθε κάτι τέτοιο.
Ήθελε να ευχαριστήσει την κοπέλα και γύρισε στο κρεβάτι να την κοιτάξει. Μπορούσε να νιώσει ολόκληρο το κορμί του να σπαράζει από τον πόνο της κίνησης, αλλά ήταν κάτι πολύ μακρινό. Τα κύματα της ηδονής που ξεχύνονταν από το κεφάλι του, κατηφόριζαν τη ραχοκοκαλιά του και απλώνονταν στα νεύρα του, είχαν τέτοια ένταση που ο πόνος γινόταν αισθητός μονάχα σαν ένα απόμακρο, ασήμαντο σινιάλο.
Η νοσοκόμα στεκόταν ασάλευτη στη γωνία. «Ευχαριστώ, αδελφή», της είπε.
Δεν έλαβε καμία απάντηση.
Την κοίταξε πιο προσεκτικά, αν και ήταν δύσκολο όταν μια τόσο απίστευτη ηδονή πλημμύριζε το κορμί του, σαν μουσική γραμμένη με νότες που διάβαζαν τα νεύρα. Εστίασε το βλέμμα του πάνω της και είδε ότι κι εκείνη φορούσε ένα μαλακό μεταλλικό σκούφο. Τον έδειξε με το χέρι του.
Η κοπέλα κοκκίνισε σαν παπαρούνα.
«Μου φανήκατε καλός άνθρωπος», του αποκρίθηκε με ονειροπόλα φωνή. «Σκέφτηκα ότι δε θα με καρφώνατε...».
Της χάρισε κάτι που το προόριζε για φιλικό χαμόγελο, αλλά, κάτι με τον πόνο στο δέρμα του και κάτι με την ηδονή που ξεχυνόταν από το κεφάλι του, δεν ήταν σίγουρο ποια ήταν η τελική του γκριμάτσα. «Είναι παράνομο;», της παρατήρησε. «Είναι αναμφίβολα παράνομο. Αλλά και εξαιρετικά ευχάριστο».
«Και πώς νομίζετε ότι αντέχουμε εδώ;» του πέταξε η νοσοκόμα. «Εσείς τα βιολογικά δείγματα μας έρχεστε εδώ μιλώντας σαν συνηθισμένοι άνθρωποι και μετά σας κατεβάζουν στον Σαγιόλ. Συμβαίνουν φοβερά πράγματα σε όσους βρίσκονται στον Σαγιόλ. Και ύστερα ο σταθμός εδάφους αρχίζει να μας στέλνει κομμάτια σας ξανά και ξανά. Μπορεί να δω το κεφάλι σας δέκα φορές, κατεψυγμένο κι έτοιμο για νυστέρι, πριν κλείσουν δυο χρόνια. Εσείς οι φυλακισμένοι θα 'πρεπε να πεθαίνατε αμέσως μόλις πατήσετε το πόδι σας κει κάτω, και όχι να μας βασανίζετε συνέχεια με το μαρτύριό σας. Μπορούμε ν' ακούσουμε τα ουρλιαχτά σας, ξέρετε. Εξακολουθείτε ν' ακούγεστε σαν άνθρωποι ακόμη κι όταν ο Σαγιόλ αρχίσει να επιδρά πάνω σας. Γιατί μας το κάνετε αυτό, κύριε Δείγμα;» Χαχάνισε μαστουρωμένα. «Μας θίγετε τα συναισθήματά μας. Πώς θέλετε μια κοπέλα σαν και μένα να μη γυρεύει τη δόση της πότε πότε; Νιώθω υπέροχα έτσι, και δε με πειράζει που σας ετοιμάζω για τον Σαγιόλ». Πλησίασε τρικλίζοντας στο κρεβάτι του. «Μου βγάζετε το σκούφο, σας παρακαλώ; Δεν έχω αρκετή δύναμη θέλησης ούτε για να σηκώσω τα χέρια μου». Ο Μέρσερ είδε ότι το χέρι του έτρεμε καθώς σηκωνόταν για το σκούφο της.
Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα μαλλιά της κοπέλας κάτω από το σκούφο. Καθώς προσπαθούσε να περάσει τον αντίχειρά του κάτω από την άκρη για να τον τραβήξει, συνειδητοποίησε ότι τούτη η κοπέλα ήταν η πιο όμορφη που είχε αγγίξει ποτέ. Ένιωσε ότι πάντοτε ήταν ερωτευμένος μαζί της και ποτέ δε θα έπαυε να την αγαπά. Ο σκούφος βγήκε τελικά. Η νοσοκόμα στάθηκε παραπαίοντας για λίγο πριν βρει μια καρέκλα να στηριχτεί. Ύστερα έκλεισε τα μάτια της και ανάσανε βαθιά.
«Μια στιγμούλα», είτε με τη φυσιολογική της φωνή. «Θα σας δω σ' ένα λεπτό. Η μόνη ευκαιρία να το απολαύσω είναι όταν κάποιος από σας χρειάζεται μια δόση για ν' αντέξει τους πόνους στο δέρμα του».
Γύρισε προς τον καθρέφτη του θαλάμου για να στρώσει τα μαλλιά της. Με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του, συνέχισε, «Ελπίζω να μη μου ξέφυγε τίποτα για κάτω».
Ο Μέρσερ εξακολουθούσε να φορά το σκούφο. Αγαπούσε πολύ αυτή την πανέμορφη κοπέλα που του τον είχε φορέσει. Ήταν έτοιμος να τον πάρουν τα δάκρυα στη σκέψη ότι είχε κι εκείνη μοιραστεί την απόλαυση που ο ίδιος ένιωθε ακόμη. Για τίποτα στον κόσμο δε θα έλεγε κάτι που μπορεί να την πονούσε. Ήταν σίγουρος ότι ήθελε να την καθησυχάσει πως δεν της είχε ξεφύγει λέξη για «κάτω» - μάλλον θα εννοούσε κουτσομπολιά για την επιφάνεια του Σαγιόλ - έτσι τη διαβεβαίωσε θερμά: «Δεν είπατε τίποτα. Ούτε λέξη».
Η κοπέλα πλησίασε στο κρεβάτι του, έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη. Το φιλί ήταν τόσο μακρινό όσο κι ο πόνος. Ο Μέρσερ δεν ένιωσε το παραμικρό' ο Νιαγάρας της ηδονής που έρεε από το κεφάλι του δεν άφηνε χώρο για τίποτε άλλο. Αλλά του άρεσε η φιλική αίσθησή του. Μια σκυθρωπή, πιο ισορροπημένη γωνιά του μυαλού του ψιθύριζε ότι αυτή ήταν μάλλον η τελευταία φορά που φιλούσε γυναίκα, αλλά δε φαινόταν να 'χει σημασία.
Με έμπειρα δάχτυλα η νοσοκόμα του τακτοποίησε το σκούφο στο κεφάλι. «Ορίστε, επειδή είσαι γλυκούλης. Θα κάνω τάχα πως το ξέχασα και θα σου αφήσω το σκούφο μέχρι να έρθει ο γιατρός».
Μ' ένα φιλικό χαμόγελο του ζούληξε τον ώμο. Ύστερα βγήκε γοργά από το θάλαμο.
Η άσπρη φούστα της κυμάτισε χαριτωμένα καθώς έβγαινε από την πόρτα. Ο Μέρσερ πρόσεξε ότι η κοπέλα είχε στ' αλήθεια πολύ τορνευτές γάμπες. Ήταν ωραία γυναίκα, αλλά ο σκούφος... α, μονάχα ο σκούφος είχε σημασία! Έκλεισε τα μάτια και τον άφησε να συνεχίσει τον ερεθισμό των κέντρων ηδονής του εγκεφάλου του. Ο πόνος στο δέρμα του συνεχιζόταν κανονικά, αλλά δεν είχε περισσότερη σημασία από την καρέκλα που στεκόταν στη γωνία. Ο πόνος ήταν απλώς κάτι που έτυχε να υπάρχει σ' εκείνο το θάλαμο.
Ένα σταθερά άγγιγμα στο χέρι του τον έκανε ν' ανοίξει τα μάτια.
Ο
ηλικιωμένος άντρας με τον αέρα της εξουσίας στεκόταν στο πλάι του και τον
κοιτούσε μ' αινιγματικό χαμόγελο.
«Το ξανάκανε, βλέπω», παρατήρησε ο
άντρας.
Ο
Μέρσερ κούνησε το κεφάλι του, προσπαθώντας να δείξει άτι η νοσοκόμα δεν είχε
κάνει τίποτα κακό.
«Είμαι ο Δρ Βόμαχτ», συστήθηκε ο ηλικιωμένος, «και θα σας βγάλω τώρα το σκούφο. Θα ξανανιώσετε τον πόνο, αλλά δε νομίζω να είναι πια τόσο αβάσταχτος. Θα σας δοθεί η ευκαιρία να φορέσετε το σκούφο κάμποσες φορές ακόμη μέχρι να φύγετε».
Με μια σβέλτη, αποφασιστική κίνηση ο γιατρός τράβηξε το σκούφο από το κεφάλι του Μέρσερ. Την ίδια στιγμή ο Μέρσερ διπλώθηκε στα δυο από την πυρακτωμένη λάβα που του έζωσε το κορμί. Άνοιξε το στόμα του να ξεφωνίσει, αλλά τότε πρόσεξε ότι ο Δρ Βόμαχτ τον παρατηρούσε ήρεμα.
«Είναι... είναι πιο υποφερτό τώρα», έκανε ο Μέρσερ με κομμένη την ανάσα.
«Το
'ξερα», απάντησε ο γιατρός. «Έπρεπε να σας βγάλω το σκούφο για να μιλήσουμε.
Πρέπει να κάνετε ορισμένες επιλογές».
«Μάλιστα,
γιατρέ», βόγκηξε πνιχτά ο Μέρσερ.
«Θέλετε
να μου μιλήσετε για το έγκλημά σας;»
Ο Μέρσερ αναλογίστηκε τους λευκούς τοίχους του παλατιού στο αιώνιο ηλιόφωτο, και το σιγανό νιαούρισμα των μικρών πλασμάτων όταν άπλωνε τα χέρια προς το μέρος τους. Έσφιξε χέρια, πόδια, ράχη και δόντια. «Όχι», δήλωσε. «Δε θέλω να μιλήσω γι' αυτό. Είναι το έγκλημα δίχως όνομα. Ενάντια στην αυτοκρατορική οικογένεια...».
«Ωραία»,
είπε ο γιατρός, «αυτή είναι μία υγιής αντίδραση. Το έγκλημά σας ανήκει στο
παρελθόν. Μπροστά σας βρίσκεται το μέλλον. Λοιπόν, θα μπορούσα να καταστρέψω
το μυαλό σας πριν σταλείτε κάτω... αν το επιθυμείτε».
«Μα
αυτό είναι παράνομο», παρατήρησε ο Μέρσερ.
Ο
Δρ Βόμαχτ χαμογέλασε αχνά, αλλά με σιγουριά. «Ασφαλώς και είναι παράνομο. Πολλά
πράγματα είναι αντίθετα των ανθρώπινων νόμων. Αλλά υπάρχουν και οι νόμοι της
επιστήμης. Το σώμα σας, κάτω στον Σαγιόλ, θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της
επιστήμης. Για μένα δεν έχει σημασία αν αυτό το σώμα θα έχει το μυαλό του
Μέρσερ ή το μυαλό μιας πρωτόγονης μέδουσας. Θα πρέπει, βλέπετε, ν' αφήσω
αρκετό μυαλό για να διατηρεί ζωντανό το σώμα σας, αλλά μπορώ να εξαλείψω την
προσωπικότητά σας. Έτσι το σώμα σας θα έχει περισσότερες δυνατότητες να είναι
ευτυχισμένο. Η εκλογή είναι δική σας. Θέλετε να μείνετε ο εαυτός σας ή δε
θέλετε;»
Ο
Μέρσερ κούνησε το κεφάλι του αβέβαια. «Δεν ξέρω».
«Διακινδυνεύω
αρκετά», εξήγησε ο Βόμαχτ, «αφήνοντάς σας έστω κι αυτά τα περιθώρια. Εγώ θα
το'κανα, αν ήμουν στη θέση σας. Είναι αληθινή κόλαση εκεί κάτω» .
Ο Μέρσερ κοίταξε το πλατύ, γεμάτο πρόσωπο του γιατρού. Δεν εμπιστευόταν εκείνο το αγαθό χαμόγελο. Ίσως ήταν κάποιο τρυκ για να κάνουν ακόμη οδυνηρότερη την τιμωρία του. Η σκληρότητα του αυτοκράτορα ήταν παροιμιώδης. Δείτε τι είχε κάνει στη χήρα του προκατόχου του, την Επίκληρη Λαίδη Ντα. Ήταν πιο νέα από τον αυτοκράτορα, κι έτσι την είχε στείλει σ' έναν τόπο χειρότερο κι από το θάνατο. Αν τον είχαν εξορίσει στον Σαγιόλ, γιατί τούτος ο γιατρός να θέλει να παραβεί τους κανόνες; Ίσως και αυτός να είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου και δεν είχε καν επίγνωση τι του πρόσφερε τώρα.
Ο Δρ Βόμαχτ διάβασε το πρόσωπο του Μέρσερ. «Εντάξει, αρνείστε. Θέλετε να πάρετε και το μυαλό σας μαζί εκεί κάτω. Δεν έχω αντίρρηση. Η απόφασή σας δε θα βαραίνει τη συνείδησή μου. Υποθέτω ότι θ' απορρίψετε και την επόμενη προσφορά μου. Θέλετε να σας αφαιρέσω τα μάτια πριν σταλείτε κάτω; Θα είστε πολύ πιο άνετα αν δεν βλέπετε. Αυτό το ξέρω από τις φωνές που μαγνητοφωνούμε για τις εκπομπές παραδειγματισμού. Μπορώ ν' αποκόψω τα οπτικά νεύρα έτσι ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να ανακτήσετε ποτέ την όρασή σας». Ο Μέρσερ ανασάλευε ανήσυχα. Ο αφόρητος πόνος είχε γίνει μια γενική φαγούρα, αλλά το μαρτύριο της ψυχής του ήταν πιο βασανιστικό από τον ερεθισμό στο δέρμα του.
«Το
απορρίπτετε κι αυτό;» ρώτησε ο γιατρός.
«Μάλλον»,
απάντησε ο Μέρσερ.
«Τότε
δε μένει άλλο από το να σας ετοιμάσω. Τώρα μπορείτε να ξαναφορέσετε για λίγο το
σκούφο, αν θέλετε».
«Πριν
φορέσω το σκούφο», ρώτησε ο Μέρσερ, «μπορείτε να μου πείτε τι τελικά συμβαίνει
εκεί κάτω;»
«Ως
ένα σημείο», απάντησε ο γιατρός. «Υπάρχει ένας φροντιστής στον πλανήτη. Είναι
ανθρωπόμορφος, αλλά όχι ανθρώπινο πλάσμα. Πρόκειται για ένα ανδροειδές
κατασκευασμένο από ιστούς βοοειδών. Είναι έξυπνος και πολύ ευσυνείδητος. Εσείς
τα δείγματα αφήνεστε λεύτερα στην επιφάνεια του Σαγιόλ. Τα δρομόζωα είναι μια
ορισμένη μορφή ζωής του πλανήτη. Όταν μπουν στο σώμα σας, ο Μπ' ντικκάτ - έτσι
λένε το φροντιστή - τα αφαιρεί με τη βοήθεια αναισθητικού και μας τα στέλνει
εδώ. Εμείς καταψύχουμε τις ιστοκαλλιέργειες αυτές, οι οποίες είναι συμβατές με
κάθε μορφή ζωής που βασίζεται στο οξυγόνο. Οι μισές χειρουργικές μεταμοσχεύσεις
σε όλο το σύμπαν προέρχονται από ιστολογικά μεταμοσχεύματα που στέλνουμε από
εδώ. Ο Σαγιόλ είναι ένας πολύ υγιής κόσμος, σε ό,τι αφορά την επιβίωση. Δε θα
πεθάνετε».
«Με
άλλα λόγια, η τιμωρία μου θα είναι αιώνια», παρατήρησε ο Μέρσερ.
«Δεν
είπα κάτι τέτοιο», απάντησε ο Δρ Βόμαχτ. «'Η, αν το είπα, ήταν λάθος μου. Δε θα
πεθάνετε σύντομα. Δεν ξέρω πόσο θα ζήσετε εκεί κάτω. Να θυμάστε πάντως, όσο
αβάσταχτο κι αν είναι το μαρτύριό σας, ότι τα δείγματα
που μας στέλνει ο Μπ' ντικκάτ θα βοηθήσουν χιλιάδες πλάσματα στους κατοικημένους
κόσμους. Και τώρα φορέστε το σκούφο σας».
«Θα προτιμούσα να συνεχίζαμε τη
συζήτηση», είπε ο Μέρσερ. «Μπορεί να είναι η τελευταία ευκαιρία μου».
Ο γιατρός τον κοίταξε παράξενα.
«Αν αντέχετε σε τέτοιους πόνους, εντάξει, ας συνεχίσουμε».
«Μπορώ ν' αυτοκτονήσω εκεί κάτω;»
«Δεν
ξέρω», αποκρίθηκε ο γιατρός. «Δεν έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Και, αν
κρίνουμε από τα ουρλιαχτά, είναι κάτι που θα το ήθελαν πολλοί».
«Επέστρεψε
ποτέ κανένας από τον Σαγιόλ;»
«Όχι
από τότε που κρίθηκε απαγορευμένος χώρος πριν τετρακόσια χρόνια».
«Θα
μπορώ να μιλήσω με τους άλλους εκεί κάτω;»
«Ναι»,
τον διαβεβαίωσε ο γιατρός.
«Ποιος
θα είναι ο βασανιστής μου στον πλανήτη;»
«Κανένας,
ηλίθιε», φώναξε ο Δρ Βόμαχτ. «Δεν έχει μπουντρούμια για βασανιστήρια στον
Σαγιόλ. Όμως δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να μένει στον πλανήτη και,
υποθέτω, είναι καλύτερα να στέλνονται κατάδικοι αντί για εθελοντές. Αλλά δε θα
έχετε κανέναν να σας βασανίζει».
«Ούτε
δεσμοφύλακες;»
«Ούτε
δεσμοφύλακες, ούτε περιορισμούς, ούτε τίποτα. Θα έχετε μονάχα τον Σαγιόλ, και
τον Μπ' ντικκάτ να σας φροντίζει. Θέλετε ακόμη να κρατήσετε το μυαλό και τα
μάτια σας;»
«Ναι»,
απάντησε ο Μέρσερ. «Αφού με συντρόφεψαν ως εδώ, ας μου κρατήσουν παρέα ως το
τέλος».
«Τότε
να σας φορέσω πάλι το σκούφο για τη δεύτερη δόση», είπε ο Δρ Βόμαχτ.
Ο γιατρός προσάρμοσε το σκούφο το ίδιο ανάλαφρα και προσεκτικά, αλλά πιο σβέλτα από τη νοσοκόμα. Δεν έδειξε διάθεση να φορέσει κι έναν ο ίδιος.
Το κύμα της ηδονής που πλημμύρισε τον Μέρσερ ήταν σαν το πιο ξέφρενο μεθύσι. Το φλεγόμενο δέρμα του έγινε πάλι κάτι πολύ μακρινό. Ο γιατρός συνέχιζε να βρίσκεται κοντά του, αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Ο Μέρσερ δε φοβόταν τον Σαγιόλ. Τα κύματα της ευτυχίας που ανάβλυζαν από το μυαλό του ήταν πολύ μεγάλα για ν' αφήσουν χώρο για το φόβο ή τον πόνο. Ο Δρ Βόμαχτ του άπλωνε το χέρι του.
Ο Μέρσερ αναρωτήθηκε γιατί, και μετά κατάλαβε ότι τούτος ο υπέροχος, καλοσυνάτος σκουφοδότης του πρόσφερε την παλάμη του για χειραψία. Σήκωσε και το δικό του χέρι. Ήταν βαρύ, αλλά κι αυτό ήταν ευτυχισμένο.
Έσφιξαν τα χέρια. Ήταν περίεργο, σκέφτηκε ο Μέρσερ, που ένιωσε τη χειραψία πίσω από το διπλό πέπλο της εγκεφαλικής απόλαυσης και του δερματικού πόνου.
«Αντίο, κύριε Μέρσερ», είπε ο γιατρός. «Αντίο και πολύ, πολύ καληνύχτα...».
Ο διαμετακομιστικός δορυφόρος ήταν ένας φιλόξενος τόπος. Οι εκατοντάδες ώρες που πέρασε εκεί ο Μέρσερ έμοιαζαν σαν ένα μεγάλο, παράξενο όνειρο.
Δύο ακόμη φορές η νεαρή νοσοκόμα ήρθε κρυφά στο θάλαμό του, ενώ χρησιμοποιούσε το σκούφο, για να πάρει κι αυτή τη δόση της. Του έκαναν λουτρό που σκλήρυνε σαν πέτρα ολόκληρο το κορμί του. Με ισχυρή νάρκωση του έβγαλαν τα δόντια και τ' αντικατέστησαν με ανοξείδωτο χάλυβα. Του έκαναν ακτινοβολίες κάτω από εκτυφλωτικούς λαμπτήρες, που ανακούφισαν τον πόνο από το δέρμα του. Ακολούθησαν ειδικές διαδικασίες για τα νύχια των χεριών και των ποδιών του. Σαν αποτέλεσμα, άλλαξαν σιγά σιγά σε δυνατά γαμψώνυχα' ένα βράδυ τα δοκίμασε στο αλουμίνιο του κρεβατιού και είδε ότι άφηναν βαθιές χαρακιές.
Το μυαλό του ποτέ δεν ξεκαθάριζε εντελώς. Ήταν φορές που νόμιζε ότι ήταν σπίτι με τη μητέρα του, ότι ήταν μικρός και πονούσε. Άλλες φορές πάλι, υπό την επίδραση του σκούφου, γελούσε στο κρεβάτι του με τη σκέψη ότι έστελναν εδώ ανθρώπους για τιμωρία, ενώ όλα ήταν σκέτη διασκέδαση. Δεν υπήρχαν ανακρίσεις, δίκες ή δικαστές. Το φαγητό ήταν καλό, αλλά δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα - ο σκούφος ήταν ακόμη καλύτερος. Ακόμη κι όταν ήταν ξύπνιος, ήταν μόνιμα αποχαυνωμένος.
Τελικά, με το σκούφο στο κεφάλι του, τον έβαλαν σε μια αδιαβατική κάψα - ένα μονοθέσιο βλήμα με θερμική μόνωση - που θα τον μετέφερε από το δορυφόρο στον πλανήτη. Τον έκλεισαν καλά στην κάψα, αφήνοντας ακάλυπτο μονάχα το πρόσωπό του.
Ο Δρ Βόμαχτ φάνηκε σαν να πλησίαζε μέσα από ομίχλες. «Είστε πολύ δυνατός, Μέρσερ», φώναξε ο γιατρός. «Πάρα πολύ δυνατός! Μπορείτε να με ακούσετε;»
Ο Μέρσερ έγνεψε καταφατικά.
«Σας
ευχόμαστε καλή τύχη, Μέρσερ. 'Ο,τι κι αν συμβεί, να θυμάστε ότι βοηθάτε άλλους
ανθρώπους εδώ πάνω».
«Μπορώ
να πάρω και το σκούφο μαζί;» ρώτησε ο Μέρσερ.
Αντί γι' απάντηση, ο Δρ Βόμαχτ του αφαίρεσε ο ίδιος το σκούφο. Δυο άντρες έκλεισαν το καπάκι της κάψας, αφήνοντας τον Μέρσερ στο απόλυτο σκοτάδι.
Το μυαλό του άρχισε να ξεκαθαρίζει και τον έπιασε πανικός νιώθοντας τα λουριά που τον κρατούσαν ασάλευτο.
Άκουσε τη δυνατή βροντή, και στα χείλη του ένιωσε τη γεύση του αίματος.
Το επόμενο που θυμόταν ο Μέρσερ ήταν πως ξύπνησε σ' ένα δροσερό δωμάτιο, πολύ πιο ψυχρό από το θάλαμο και τα χειρουργεία του δορυφόρου. Κάποιος τον ξάπλωνε μαλακά σ' ένα τραπέζι. Άνοιξε τα μάτια του. Ένα τεράστιο πρόσωπο, τετραπλάσιο από κάθε ανθρώπινο που είχε δει ποτέ ο Μέρσερ, τον κοίταζε από ψηλά. Πελώρια καστανά μάτια με αγελαδινή αγαθότητα περιεργάζονταν τα δεσμά του. Το πρόσωπο ανήκε σ' έναν ωραίο μεσόκοπο άντρα, καλοξυρισμένο και με καστανά μαλλιά. Τα σαρκώδη αισθησιακά χείλη του ήταν μισάνοιχτα σε αχνό χαμόγελο, αφήνοντας να φανούν τα γερά κίτρινα δόντια από κάτω. Το πρόσωπο είδε τα μάτια του Μέρσερ ν' ανοίγουν και μίλησε με βαθιά, φιλική φωνή.
«Είμαι
ο καλύτερός σου φίλος. Με λένε Μπ' ντικκάτ, αλλά δε χρειάζεται να με φωνάζεις
έτσι εδώ. Λέγε με απλώς Φίλο, και θα έρχομαι πάντοτε να σε βοηθήσω».
«Πονάω»,
είπε ο Μέρσερ.
«Ασφαλώς και πονάς», είπε ο Μπ' ντικκάτ. «Πονάς σ' όλο
σου το κορμί. Ήταν μεγάλη η βουτιά σου».
«Μπορώ
να έχω ένα σκούφο, παρακαλώ;» ικέτεψε ο Μέρσερ. Δεν
ήταν ερώτηση ήταν απαίτηση. Ο Μέρσερ ένιωθε ότι η προσωπική, εσωτερική του
αιωνιότητα εξαρτιόταν απ' αυτό.
Ο
Μπ' ντικκάτ γέλασε. «Δε διαθέτουμε σκούφους εδώ κάτω. Υπήρχε φόβος να τους
χρησιμοποιήσω κι εγώ. 'Η τουλάχιστον έτσι πιστεύουν. Έχω όμως άλλα πράγματα, πολύ
καλύτερα. Μη φοβάσαι, φιλαράκο, θα σε βολέψω καλά».
Ο Μέρσερ έδειξε ν' αμφιβάλλει. Αν ο σκούφος του είχε χαρίσει την ευτυχία στο δορυφόρο, θα χρειαζόταν τουλάχιστον ηλεκτρικός ερεθισμός του εγκεφάλου για ν' ανακουφιστούν τα μαρτύρια που του επιφύλασσε ο Σαγιόλ.
Το γέλιο του Μπ' ντικκάτ πλημμύρισε το δωμάτιο σαν να έσκαγε μαξιλάρι με πούπουλα.
«Έχεις
ακουστά για την κονταμίνη;»
«Όχι»,
απάντησε ο Μέρσερ.
«Είναι
ένα
ναρκωτικό
τόσο ισχυρό που απαγορεύεται ακόμη και ν' αναγράφεται στις φαρμακολογικές λίστες».
«Κι
έχεις κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Μέρσερ μ' ελπίδα.
«Έχω κάτι ακόμη καλύτερο. Έχω τη
σούπερ - κονταμίνη. Ονομάστηκε έτσι από τη νεογαλλική πόλη όπου ανακαλύφτηκε.
Οι χημικοί πρόσθεσαν ένα ακόμη μόριο υδρογόνου στην αρχική σύνθεση, κάνοντάς
την αληθινό δυναμίτη. Αν την έπαιρνες στην κατάσταση που είσαι τώρα, θα
πέθαινες σε τρία λεπτά. Αλλά, τα τρία αυτά λεπτά θα σου φαίνονταν σαν δέκα
χιλιάδες χρόνια ευτυχίας». Ο Μπ' ντικκάτ έκανε έναν εκφραστικό μορφασμό κι
έγλειψε τα σαρκώδη κόκκινα χείλη του με μια τεράστια γλώσσα.
«Τότε
είναι δώρο άδωρο».
«Θα
μπορέσεις να την πάρεις», εξήγησε ο Μπ' ντικκάτ. «Θα μπορέσεις, αφού όμως
πρώτα εκτεθείς στα δρομόζωα έξω από τούτο το οίκημα. Τότε θα έχεις όλα τα καλά
της σούπερ - κονταμίνης δίχως κανένα από τα κακά. Κάνεις κέφι να δεις κάτι;»
Τι άλλο θ' απαντούσα εκτός από «ναι»,
σκέφτηκε βλοσυρά ο Μέρσερ. Μήπως φαντάζεται ότι δε μου μένει καιρός γιατί είμαι
καλεσμένος σε καμιά δεξίωση;»
«Κοίταξε
έξω από το παράθυρο», είπε ο Μπ' ντικκάτ, «και πες μου τι βλέπεις».
Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή. Η επιφάνεια του πλανήτη έμοιαζε με κιτρινωπή έρημο. Εδώ κι εκεί υπήρχαν πρασινωπές εκτάσεις από λειχήνες και μικρούς θάμνους, μια φανερά ατροφική βλάστηση εξαιτίας δυνατών και ξερών ανέμων. Ήταν ένα μονότονο τοπίο. Διακόσια με τριακόσια μέτρα μακριά υπήρχε ένα πλήθος από ανοιχτόχρωμα ροζ αντικείμενα που φαίνονταν ζωντανά, αλλά ο Μέρσερ δεν τα διέκρινε καλά για να μπορεί να κρίνει με σιγουριά. Ακόμη πιο πέρα, στο δεξί άκρο του οπτικού του πεδίου, υπήρχε το άγαλμα ενός τεράστιου ανθρώπινου ποδιού, ψηλό όσο ένα εξαόροφο κτίριο. Ο Μέρσερ δεν μπορούσε να δει σε τι ανήκε το πόδι.
«Βλέπω ένα
πελώριο πόδι», είπε, «αλλά...»
«Αλλά τι;»
ρώτησε ο Μπ' ντικκάτ, σαν γιγάντιο παιδί που δεν ήθελε ν' αποκαλύψει αμέσως τη
μεγάλη έκπληξη. Όσο τεράστιος κι αν ήταν, θα φαινόταν μύγα δίπλα σ' ένα από τα
δάχτυλα εκείνου του ποδιού.
«Μα
δεν μπορεί να είναι αληθινό πόδι», είπε ο Μέρσερ.
«Και όμως είναι», είπε ο Μπ' ντικκάτ.
«Πρόκειται για τον καπετάνιο Αλβάρες, τον άνθρωπο που ανακάλυψε τούτο τον
πλανήτη. Ύστερα από εξακόσια χρόνια εξακολουθεί να είναι σε καλή φόρμα. Βέβαια,
είναι περισσότερο δρομοζωοτικός τώρα, αλλά νομίζω ότι διατηρεί ακόμη μέσα του
κάποια ίχνη ανθρώπινης συνείδησης. Κι εγώ ξέρεις τι κάνω;»
«Τι
κάνεις;» ρώτησε ο Μέρσερ.
«Του
δίνω έξι κυβικά εκατοστά σούπερ - κονταμίνης και μου γουργουρίζει. Αληθινά
γουργουρητά ευτυχίας. Κάποιος άσχετος μπορεί να νόμιζε ότι ακούει ηφαίστειο. Να τι μπορεί να κάνει η σούπερ -
κονταμίνη. Και θα έχεις άφθονη στη διάθεσή σου. Είσαι τυχερός, Μέρσερ. Θα μ'
έχεις για φίλο σου, κι εγώ θα σου προσφέρω τη βελόνα σαν δώρο. Εγώ θα κάνω όλη
τη δουλειά κι εσύ θα διασκεδάζεις. Δε βρίσκεις ευχάριστη την έκπληξη;»
Λες ψέματα, σκέφτηκε ο Μέρσερ. Απο πού προέρχονταν όλα κείνα τα ουρλιαχτά που ακούγαμε ν' αναμεταδίδονται σαν υπενθύμιση τη Μέρα της Τιμωρίας; Γιατί ο γιατρός προσφέρθηκε να μου καταστρέψει το μυαλό ή να μου βγάλει τα μάτια;
Ο αγελαδάνθρωπος τον παρατηρούσε μελαγχολικά, με μια πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπό του. «Δε με πιστεύεις», έκανε τελικά με μεγάλη θλίψη.
«Δε θα το 'λεγα αυτό», απάντησε ο Μέρσερ προσπαθώντας να κάνει πιο εγκάρδια τη φωνή του, «αλλά νομίζω ότι άφησες πολλά απέξω».
«Όχι
πολλά», τον διαβεβαίωσε ο Μπ' ντικκάτ. «Θα υποφέρεις όταν σου ορμήσουν τα
δρομόζωα. Θα ταραχτείς όταν αρχίσουν να φυτρώνουν στο κορμί σου καινούρια
εξαρτήματα: κεφάλια, νεφρά, χέρια... Είχα έναν τύπο εδώ που έβγαλε τριάντα οχτώ
χέρια σε μία και μόνο έξοδό του. Τα έκοψα όλα, τα πάγωσα, και τα έστειλα πάνω.
Φροντίζω καλά τον καθένα. Μπορεί να ξεφωνίζεις για λίγο μέχρι να συνηθίσεις.
Πάντως να θυμάσαι, να με λες Φίλο, κι εγώ θα σου προσφέρω τη μεγαλύτερη
απόλαυση που υπάρχει στο σύμπαν. Τώρα τι θα έλεγες για μερικά τηγανητά αβγά;
Προσωπικά δεν τα τρώω, αλλά ξέρω ότι αρέσουν στους περισσότερους αληθινούς
ανθρώπους».
«Αβγά;» ρώτησε ο Μέρσερ. «Τι σχέση
έχουν τώρα τ' αβγά;»
«Καμιά
ιδιαίτερα. Είναι απλώς κάτι σαν φιλικό κέρασμα. Βάλε κάτι στο στόμα σου πριν
βγεις έξω. Έτσι θ' αντέξεις καλύτερα την πρώτη μέρα».
Ο Μέρσερ, μην πιστεύοντας στα μάτια του, κοίταξε το πελώριο πλάσμα να βγάζει δυο πολύτιμα αβγά από το ψυγείο. Τα έσπασε με τέχνη σ' ένα τηγανάκι και το έβαλε στο θερμικό πεδίο στο κέντρο του τραπεζιού πάνω στο οποίο είχε ξυπνήσει ο Μέρσερ.
«Είπαμε, Φίλος, έτσι;» χαμογέλασε ο Μπ' ντικκάτ. «Θα δεις πόσο καλός φίλος είμαι. Όταν βγεις έξω να το θυμάσαι αυτό».
Ο Μέρσερ βγήκε έξω μία ώρα αργότερα.
Με μια παράξενη εσωτερική γαλήνη, κοντοστάθηκε στο κατώφλι. Ο Μπ' ντικκάτ τον έσπρωξε μ' έναν αδελφικό τρόπο, αρκετά μαλακά, για να του δώσει κουράγιο.
«Μη με αναγκάσεις να φορέσω το μολυβένιο κοστούμι μου, φίλε». Ο Μέρσερ είχε δει μια στολή, μεγάλη σχεδόν σαν καμπίνα διαστημοπλοίου, να κρέμεται από τον τοίχο ενός διπλανού δωματίου. «Όταν κλείσω τούτη την πόρτα, θ' ανοίξει η εξωτερική. Δεν έχεις παρά να την περάσεις και να βγεις».
«Όμως πες μου τι θα συμβεί», παρακάλεσε ο Μέρσερ. Ο φόβος πετάριζε στο στομάχι του, κάνοντας μικρούς κόμπους ν' ανηφορίζουν ως το λαιμό του.
«Μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια», τον μάλωσε φιλικά ο Μπ' ντικκάτ. Μια ώρα τώρα απαντούσε συνέχεια στις απανωτές ερωτήσεις του Μέρσερ για το έξω. Αν υπήρχε χάρτης; Ο Μπ' ντικκάτ είχε γελάσει στην ερώτηση. Φαγητό; Του είπε να μην ανησυχεί. Άλλοι άνθρωποι; Θα τους έβρισκε. Όπλα; Για ποιο λόγο, είχε απαντήσει ο Μπ' ντικκάτ. Ξανά και ξανά ο αγελαδάνθρωπος επαναλάμβανε ότι ήταν φίλος του. Τι θα συνέβαινε στον Μέρσερ; Μα το ίδιο που είχε συμβεί και στους άλλους.
Ο Μέρσερ βγήκε έξω.
Δε συνέβη τίποτα. Η μέρα ήταν δροσερή. Ο άνεμος χάιδευε απαλά το σκληρυμένο δέρμα του.
Ο Μέρσερ άρχισε να προχωρεί φοβισμένα.
Το τεράστιο σώμα του καπετάνιου Αλβάρες δέσποζε σαν βουνό στο τοπίο δεξιά. Ο Μέρσερ δεν είχε καμία διάθεση να το ζυγώσει. Κάποια στιγμή γύρισε κι έριξε μια ματιά πίσω στον οικίσκο. Ο Μπ' ντικκάτ δεν τον παρακολουθούσε από κανένα παράθυρο.
Ο Μέρσερ βάδισε ίσια μπροστά.
Είδε μια λάμψη στο έδαφος, κάτι σαν αστραποβόλημα του ήλιου σ' ένα κομματάκι γυαλί. Ο Μέρσερ ένιωσε ένα τσίμπημα στο μηρό του, σαν να τον είχε αγγίξει μαλακά βελόνα. Έτριψε το σημείο με το χέρι του.
Ένιωσε σαν να του γκρεμιζόταν ο ουρανός στο κεφάλι! Ένας πόνος - κάτι παραπάνω από πόνος: ένας ζωντανός παλμός - απλώθηκε από το δεξί μηρό στο πόδι του, και ανηφόρισε ως το στήθος του κόβοντάς του την ανάσα. Σωριάστηκε κάτω, και το έδαφος πόνεσε κι αυτό μαζί του. Κανένας πόνος στο δορυφορικό νοσοκομείο δε συγκρινόταν μαζί του. Έμεινε πεσμένος εκεί στο ύπαιθρο, πασχίζοντας να μην ανασαίνει, αλλά ανάσαινε θέλοντας και μη. Με την κάθε ανάσα, ο φριχτός πόνος παλλόταν με το στήθος του. Ήταν πεσμένος ανάσκελα με το πρόσωπο προς τον ήλιο. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι ήταν άσπρος - βιολέ σε χρώμα.
Δε γινόταν καν λόγος να ξεφωνίσει. Δεν είχε φωνή. Τα πλοκάμια του πόνου σφάδαζαν και κλωθογύριζαν μέσα του. Αφού δεν μπορούσε να μην ανασαίνει, συγκέντρωσε όλη του την προσοχή στην προσπάθεια να το κάνει με το λιγότερο οδυνηρό τρόπο. Τα αγκομαχητά απαιτούσαν πολλή δουλειά. Οι μικρές, πολύ μικρές ρουφηξιές αέρα πονούσαν λιγότερο: Η έρημος ολόγυρα ήταν άδεια. Δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλινα κοιτάξει προς τον οικίσκο. Αυτό είναι; αναρωτήθηκε. Μια αιωνιότητα αυτού του μαρτυρίου ήταν η τιμωρία στον Σαγιόλ;
Ομιλίες ακούστηκαν από κάπου κοντά του.
Δυο αλλόκοτα ροδαλά πρόσωπα τον κοίταζαν από ψηλά. Μπορεί να ήταν ανθρώπινα κάποτε. Ο άντρας φαινόταν αρκετά φυσιολογικός, αν εξαιρέσουμε ότι είχε δύο μύτες τη μια δίπλα στην άλλη. Η γυναίκα ήταν να τη βλέπεις και να μην το πιστεύεις. Από ένα στήθος είχε φυτρώσει στο κάθε της μάγουλο, ενώ από το μέτωπό της κρεμόταν ένα τσαμπί από γυμνά μωρουδίστικα δάχτυλα.
«Είναι ομορφόπαιδο», είπε η γυναίκα.
«Καινούριος εδώ».
«Για
βάλε ένα χεράκι», είπε ο άντρας.
Οι δυο μαζί τον στύλωσαν στα πόδια του. Δεν του έμενε δύναμη ν' αντιδράσει. Όταν προσπάθησε να τους μιλήσει, ο ήχος που βγήκε από το στόμα τού ήταν ένα βραχνό κρώξιμο, σαν τη φωνή κάποιου άσχημου πουλιού.
Τον μετέφεραν με αρκετή άνεση. Ο Μέρσερ πρόσεξε ότι τον έσερναν προς το κοπάδι των ροδαλών πλασμάτων.
Όταν πλησίασαν αρκετά, είδε ότι ήταν άνθρωποι. Ή, πιο σωστά, ήταν κάποτε άνθρωποι. Ένας άντρας με το ράμφος ενός φλαμίνγκο τσιμπολογούσε το σώμα του. Μια γυναίκα ήταν ξαπλωμένη στο χώμα είχε ένα κεφάλι, αλλά δίπλα από το αρχικό κορμί της ήταν το σώμα ενός αγοριού που φύτρωνε λοξά από το λαιμό της. Το δεύτερο αυτό σώμα ήταν καθαρό και φρέσκο, παραλυτικά ασάλευτο, που μονάχα ανάσαινε ρηχά. Ο Μέρσερ κοίταξε ολόγυρα. Ο μόνος στην ομάδα που φορούσε ρούχα ήταν ένας άντρας με το παλτό του σφιγμένο στο πλάι. Ο Μέρσερ τον κοίταξε προσεκτικά, μέχρι που κατάλαβε ότι δύο - μπορεί και τρία - στομάχια φύτρωναν έξω από την κοιλιά του. Το παλτό ήταν για να τα κρατά στη θέση τους. Ο διάφανος περιτοναϊκός σάκος τους φαινόταν πολύ εύθραυστος.
«Καινούριος», εξήγησε η γυναίκα που τον είχε βρει. Αυτή και ο διπλομύτης τον ακούμπησαν καταγής
Οι άλλοι παρέμειναν σκόρπιοι εδώ κι εκεί στο χώμα.
«Φοβάμαι ότι πλησιάζει η ώρα του φαγητού», είπε μια γεροντική αντρική φωνή.
«Ωχ, μη μου το λες!»... «Μα είναι πολύ νωρίς!»... «Όχι πάλι, Θεέ μου!» Οι διαμαρτυρίες ακούστηκαν απ' όλες τις μεριές.
Η φωνή του γέρου συνέχισε: «Κοιτάξτε, εκεί κοντά στο μεγάλο δάχτυλο του βουνού!»
Τα θλιβερά μουρμουρητά της ομάδας επιβεβαίωσαν ότι δεν τον είχαν γελάσει τα μάτια του.
Ο Μέρσερ προσπάθησε να ρωτήσει τι έτρεχε, αλλά από το λαρύγγι του βγήκε μονάχα ένα βραχνό κρώξιμο.
Μια γυναίκα - αν ήταν γυναίκα - σύρθηκε προς το μέρος του με τα τέσσερα. Εκτός από τα κανονικά της χέρια, από τους ώμους ως τα μισά των μηρών ήταν σκεπασμένη με πρόσθετα. Μερικά ήταν γέρικα και μαραμένα' άλλα φρέσκα και ροδαλά σαν τα μωρουδίστικα δάχτυλα στο πρόσωπο της γυναίκας που τον βρήκε. Η νεοφερμένη του φώναξε δυνατά, αν και δε χρειαζόταν για να την ακούσει.
«Έρχονται τα δρομόζωα. Αυτή τη φορά πονάει αληθινά. Όταν συνηθίσεις το μέρος, θα μπορείς να σκάβεις και να χώνεσαι στο χώμα...».
Έδειξε κάμποσα λοφάκια γύρω από την ομάδα τους.
«Αυτό κάνουμε όλοι», εξήγησε.
Ο Μέρσερ έβγαλε πάλι ένα άναρθρο κρώξιμο. «Μην ανησυχείς», είπε η σκεπασμένη με χέρια γυναίκα. Την άλλη στιγμή της κόπηκε η ανάσα, καθώς την άγγιζε μια λάμψη φωτός.
Τα φώτα είχαν φτάσει ήδη και στον Μέρσερ. Ο πόνος του ήταν σαν την πρώτη επαφή, αλλά πιο ανυπόφορος. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, καθώς περίεργες αισθήσεις μέσα στο σώμα του τον οδήγησαν σ' ένα αναμφίβολο συμπέρασμα. Τούτα τα φώτα, τούτα τα όντα ή ό,τι τελοσπάντων ήταν, τον έτρεφαν και τον ανακατασκεύαζαν.
Η νοημοσύνη τους, αν είχαν κάτι τέτοιο, δεν ήταν ανθρώπινη, αλλά τα κίνητρά τους ήταν σαφή. Ανάμεσα στις σουβλιές του πόνου τα ένιωθε να γεμίζουν το στομάχι του, να προσθέτουν νερό στο αίμα του, να αντλούν νερό από τα νεφρά και την κύστη του, να κάνουν μαλάξεις στην καρδιά του και να κινούν τα πνευμόνια του για λογαριασμό του.
Το καθετί που έκαναν ήταν καλοπροαίρετο και αποσκοπούσε στο καλό του.
Και το καθετί που έκαναν ήταν ανείπωτα οδυνηρό. Απότομα, σαν να σηκωνόταν ένα σμάρι από έντομα, τα φώτα χάθηκαν. Ο Μέρσερ συνειδητοποίησε έναν εξωτερικό θόρυβο... έναν ασυνάρτητο καταρράχτη από γοερούς, δυσάρεστους ήχους. Κοίταξε γύρω του να δει από πού προερχόταν. Και ο θόρυβος σταμάτησε.
Τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν ο ίδιος που ξεφώνιζε. Έσκουζε με τ' απαίσια ουρλιαχτά ενός τρελού, ενός τρομοκρατημένου μεθύστακα, ενός ζώου που δεν είχε πια σκέψη ή λογική.
Όταν σταμάτησε, ανακάλυψε ότι είχε ξαναβρεί την κανονική φωνή του.
Ένας άντρας τον πλησίασε, γυμνός όπως κι οι άλλοι. Ένα παλούκι ήταν καρφωμένο στο κεφάλι του και εξείχε από την άλλη μεριά. Η πληγή της σάρκας είχε επουλωθεί κι από τις δυο μεριές. «Γεια σου, φίλε», είπε ο άντρας με το παλούκι στο κεφάλι.
«Γεια»,
απάντησε και ο Μέρσερ. Ο κοινότοπος χαιρετισμός ακούστηκε γελοίος σ' έναν τόπο
σαν κι αυτόν.
«Δεν
μπορείς ν' αυτοκτονήσεις», είπε ο άντρας με το παλούκι στο κεφάλι.
«Ναι,
μπορείς», τον αντέκρουσε η γυναίκα με τα χέρια.
Ο
Μέρσερ ανακάλυψε ότι ο πρώτος πόνος είχε περάσει. «Τι μου συμβαίνει;» ρώτησε.
«Απόκτησες
καινούριο εξάρτημα», αποκρίθηκε ο άντρας με το παλούκι. «Συνέχεια μας
προσθέτουν εξαρτήματα. Ύστερα από λίγο έρχεται ο Μπ' ντικκάτ και κόβει τα
περισσότερα εκτός από κείνα που κρίνει ότι χρειάζονται να μεγαλώσουν λίγο
ακόμη. Όπως στην περίπτωσή της», πρόσθεσε, γνέφοντας προς την ξαπλωμένη γυναίκα
με το αγορίστικο κορμί που φύτρωνε από το λαιμό της.
«Κι
αυτό ειν' όλο;» ρώτησε ο Μέρσερ. «Οι σουβλιές για τα νέα αυτά εξαρτήματα και οι
πόνοι της διατροφής;»
«Όχι»,
απάντησε ο άντρας. «Μερικές φορές νομίζουν ότι είμαστε πολύ κρύοι και γεμίζουν
τα σωθικά μας με φωτιά. 'Η άλλοτε πάλι κρίνουν πως είμαστε πολύ ζεστοί και μας
παγώνουν, το ένα νεύρο μετά το άλλο».
«Και
άλλες φορές πάλι»,φώναξε από πέρα η γυναίκα με το δεύτερο αγορίστικο κορμί,
«θεωρούν ότι είμαστε δυστυχισμένοι και τότε πασχίζουν να μας κάνουν με το
ζόρι ευτυχισμένους. Νομίζω ότι αυτό είναι και το χειρότερο μαρτύριο».
«Είστε
εσείς οι...», τραύλισε ο Μέρσερ. «Θέλω να πω, είστε το μόνο κοπάδι, εδώ;»
Ο άντρας με το παλούκι έβηξε αντί να γελάσει. «Άκου, κοπάδι! Πολύ αστείο. Ο τόπος εδώ είναι γεμάτος κόσμο. Οι περισσότεροι έχουν θαφτεί στο χώμα. Εμείς είμαστε οι μόνοι που μπορούμε ακόμη να μιλάμε, έτσι μένουμε μαζί για συντροφιά. Εξάλλου, έτσι μας φροντίζει συχνότερα ο Μπ' ντικκάτ».
Ο Μέρσερ έκανε να ρωτήσει κάτι ακόμη, αλλά ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Η μέρα είχε αποδειχτεί πολύ εξαντλητική γι' αυτόν.
Το έδαφος σκαμπανέβασε σαν πλοίο στο νερό, κι ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα. Ο Μέρσερ ένιωσε κάποιον να τον αρπάζει καθώς έπεφτε, και μετά να τον ξαπλώνουν στο χώμα. Ύστερα, σπλαχνικά και μαγικά, τον πήρε ο ύπνος.
Ύστερα από μια βδομάδα είχε πια γνωριστεί καλά με την ομάδα τους. Ήταν όλοι μάλλον αφηρημένα πλάσματα. Κανένας δεν ήξερε πότε μπορεί να περνούσε κάποιο λαμπερό δρομόζωο για να τους προσθέσει και νέο εξάρτημα. Ο Μέρσερ δεν ξανατσιμπήθηκε από άλλο, αλλά ήδη η πρώτη τομή που του είχαν κάνει έξω από τον οικίσκο είχε αρχίσει να σκληραίνει. Ο παλουκοκέφαλος την περιεργάστηκε όταν ο Μέρσερ έλυσε ντροπαλά τη ζώνη του και χαμήλωσε λίγο το παντελόνι ώστε να δουν την πληγή.
«Σου φυτρώνει κεφάλι», δήλωσε ο άλλος. Ένα ολόκληρο μωρουδίστικο κεφάλι. Θα χαρούν να το λάβουν οι απο πάνω όταν σ' το κόψει ο Μπ' ντικκάτ».
Η ομάδα επεδίωκε να έχει και κάποια κοινωνική ζωή. Τον συνέστησαν στην κοπέλα του κοπαδιού. Της είχε φυτρώσει το ένα σώμα μετά το άλλο, με τους γοφούς να συνεχίζονται σε ώμους, οι ώμοι σε γοφούς και μετά πάλι σε ώμους, ώσπου το συνολικό μήκος της ήταν όσο πέντε άνθρωποι. Το πρόσωπά της είχε παραμείνει ανέπαφο. Προσπάθησε να φερθεί φιλικά στον Μέρσερ.
Τον σοκάρισε τόσο η θέα της που χώθηκε στη μαλακιά στεγνή άμμο και έμεινε εκεί για - όπως του φάνηκε - έναν αιώνα. Αργότερα έμαθε ότι δεν ήταν ούτε μια μέρα. Όταν βγήκε πάλι, βρήκε να τον περιμένει η πολυσώματη κοπέλα.
«Δε χρειαζόταν να βγεις μονάχα για χάρη μου», του είπε.
Ο Μέρσερ τίναξε την άμμο από πάνω του. Στάθηκε στα πόδια του και κοίταξε ολόγυρα. Ο μενεξεδής ήλιος έγερνε στον ορίζοντα και ο ουρανός είχε τις γαλανές, μπλε και πορτοκαλιές ραβδώσεις του ηλιοβασιλέματος.
Γύρισε πάλι το βλέμμα του στην κοπέλα. «Δε βγήκα για σένα. Δεν είχε νόημα να μένω θαμμένος εκεί περιμένοντας για την επόμενη επίσκεψη».
«Θέλω να σου δείξω κάτι», του είπε εκείνη, δείχνοντας σ' ένα χαμηλά λοφάκι άμμου. «Σκάψε εκεί».
Ο Μέρσερ την κοίταξε καλά. Φαινόταν φιλική. Ανασήκωσε μοιρολατρικά τους ώμους και άρχισε να σκάβει με τα δυνατά του γαμψώνυχα. Με το σκληρό δέρμα και τα ενισχυμένα νύχια ανακάλυψε ότι ήταν εύκολο να σκάβει σαν σκύλος. Τα χώματα τινάζονταν σαν πίδακας πίσω από τα χέρια του. Κάτι ροδαλό φάνηκε στον πάτο της τρύπας που έσκαβε, και συνέχισε πιο προσεκτικά.
Ήξερε τι θα έβρισκε.
Δεν έπεσε έξω. Ήταν ένας κοιμισμένος άντρας. Πρόσθετα χέρια φύτρωναν σε κανονική σειρά από τη μια πλευρά του κορμιού του, ενώ η άλλη φαινόταν φυσιολογική.
Ο
Μέρσερ κοίταξε πάλι την πολυσώματη κοπέλα που είχε συρθεί πιο κοντά.
«Είναι αυτά που φαντάζομαι ή κάνω
λάθος;»
«Δεν κάνεις λάθος», αποκρίθηκε η
κοπέλα. «Ο Δρ Βόμαχτ του έκαψε το μυαλό σύμφωνα με τη θέλησή του. Του έβγαλε
και τα μάτια».
Ο
Μέρσερ κάθισε στο χώμα και κοίταξε την κοπέλα. «Μου είπες να τον ξεθάψω. Τώρα
πες μου το γιατί».
«Για
να τον δεις. Για να ξέρεις. Για να καθίσεις να το σκεφτείς».
«Αυτό ήταν όλο;» ρώτησε ο Μέρσερ.
Η
κοπέλα συσπάστηκε ξαφνικά με απρόσμενη σφοδρότητα. Σε όλη τη σειρά των σωμάτων
της τα στήθη της αναταράζονταν σπασμωδικά. Ο Μέρσερ αναρωτήθηκε πώς έφτανε ο
αέρας σε όλ' αυτό. Δεν τη λυπόταν' δεν ένιωθε λύπη για κανέναν εκτός από τον
εαυτό του. Όταν οι σπασμοί πέρασαν, η κοπέλα χαμογέλασε απολογητικά.
«Μου
έκαναν ένα καινούριο φύτεμα», εξήγησε. Ο Μέρσερ έγνεψε καταφατικά.
«Τι
θα 'ναι τώρα, κανένα χέρι; Νομίζω ότι έχεις κιόλας αρκετά».
«Α,
αυτά», είπε κοιτάζοντας τα πολλά κορμιά της. «Υποσχέθηκα στον Μπ' ντικκάτ πως
θα τ' άφηνα να μεγαλώσουν. Είναι στ' αλήθεια καλός, ξέρεις. Αλλά κοίτα σ' αυτό
τον άνθρωπο, ξένε. Κοίτα αυτόν που ξέθαψες. Ποιος βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα,
αυτός ή εμείς;»
Ο
Μέρσερ την κοίταξε έντονα. «Γι' αυτό μ' έβαλες να τον ξεθάψω;»
«Ναι»,
απάντησε η κοπέλα.
«Και
περιμένεις απάντηση;»
«Όχι»,
είπε η κοπέλα, «όχι αμέσως».
«Πώς
σε λένε; ρώτησε ο Μέρσερ.
«Αυτό
ποτέ δεν το ρωτάμε εδώ. Δεν έχει σημασία. Αλλά, μια και είσαι καινούριος, θα
σου πω. Κάποτε ήμουν η Λαίδη Ντα... η μητριά του αυτοκράτορα».
«Η
Λαίδη
Ντα!» φώναξε εμβρόντητος ο Μέρσερ. Η
γυναίκα χαμογέλασε πικρά.
«Είσαι
τόσο καινούριος που νομίζεις ότι έχει σημασία. Αλλά έχω κάτι ακόμη πιο
σπουδαίο να σου πω». Κοντοστάθηκε και δάγκωσε το χείλος της.
«Πες
μου», την παρότρυνε ο Μέρσερ. «Καλύτερα να το ξέρω πριν με δαγκώσει πάλι κανένα
δρομόζωο. Για κάμποση ώρα μετά δε θα είμαι σε θέση να σκεφτώ ή να μιλήσω. Πες
μου τώρα».
Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του. Εξακολουθούσε να είναι το πρόσωπο καλλονής ακόμη και στις μουντές πορτοκαλιές ανταύγειες του ηλιοβασιλέματος.
«Ο άνθρωπος ποτέ δε ζει για πάντα».
«Ναι», απάντησε ο Μέρσερ. «Αυτό το ξέρω».
«Πίστεψέ το», πρόσταξε η Λαίδη Ντα.
Φώτα έλαμψαν στο σκοτεινό κάμπο, ακόμη σε κάποια απόσταση. «Σκάψε και χώσου στο χώμα για να βγάλεις τη νύχτα», του είπε η γυναίκα. «Μπορεί να σε παραβλέψουν έτσι».
Ο Μέρσερ ρίχτηκε στο σκάψιμο. Κοίταξε πίσω του τον άνθρωπο που είχε ξεθάψει. Το ανεγκέφαλο κορμί, με κινήσεις νωχελικές σαν αστερία κάτω από το νερά, ξαναχωνόταν αργά κάτω από τη γη.
Έξι ή εφτά μέρες αργότερα ακούστηκε μια κραυγή στο κοπάδι τους. Είχε φανεί ο Μπ' ντικκάτ.
Στο διάστημα που μεσολάβησε ο Μέρσερ είχε γνωριστεί μ' ένα μισο-άνθρωπο το κάτω μέρος του κορμιού του είχε χαθεί και τα εντόσθια συγκρατιόνταν από κάτι που έμοιαζε με ημιδιάφανο πλαστικό σάκο. Ο μισο - άνθρωπος του είχε δείξει πώς να μένει ασάλευτος όταν έφταναν τα δρομόζωα στις αναπόφευκτες επισκέψεις τους, αποφασισμένα να τους κάνουν καλό.
«Δεν μπορείς να τους αντισταθείς», εξήγησε ο μισο - άνθρωπος.
«Έκαναν
τον Αλβάρες μεγάλο σαν βουνό έτσι που δεν μπορεί να κουνηθεί ούτε πόντο. Τώρα
προσπαθούν να μας κάνουν ευτυχισμένους. Μας ταίζουν, μας καθαρίζουν και μας
φροντίζουν. Μείνε ακίνητος. Μη σε απασχολεί αν ουρλιάζεις. Όλοι μας
ουρλιάζουμε».
«Πότε
θα δοκιμάσουμε το ναρκωτικό;» ρώτησε ο Μέρσερ.
«Όταν
έρθει ο Μπ' ντικκάτ».
Ο Μπ' ντικκάτ έφτασε εκείνη τη μέρα, σπρώχνοντας μπροστά του κάτι σαν τροχοφόρο έλκηθρο. Τα σκι το βοηθούσαν ν' ανεβαίνει τους λοφίσκους, ενώ οι τροχοί βοηθούσαν στο ίσιωμα.
Πριν καν πλησιάσει, το κοπάδι ξέσπασε σε ξέφρενη δραστηριότητα. Παντού γύρω άρχισαν να ξεθάβουν τους κοιμισμένους. Ώσπου να φτάσει ο Μπ' ντικκάτ στο σημείο που περίμεναν, το κοπάδι είχε ξεθάψει διπλάσιο αριθμό από το δικό τους. Ροδαλά κοιμισμένα κορμιά, άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους. Οι κοιμισμένοι δε φαίνονταν σε καλύτερη ή χειρότερη κατάσταση από τους ξυπνητούς.
«Βιάσου!» του φώναξε η λαίδη Ντα. «Δεν κάνει σε κανέναν την ένεσή του αν πρώτα δεν ετοιμαστούμε όλοι».
Ο Μπ' ντικκάτ φορούσε τη βαριά μολυβένια στολή του.
Σήκωσε το χέρι του σε φιλικό χαιρετισμό, σαν πατέρας που γύριζε σπίτι φορτωμένος λιχουδιές για τα παιδιά του. Το κοπάδι μαζεύτηκε γύρω του, αλλά δεν τον στρίμωξαν.
Ο Μπ' ντικκάτ άπλωσε το χέρι του στο έλκηθρο. Υπήρχε εκεί μια μπουκάλα με λουριά, που τη στερέωσε στον ώμο του κι έσφιξε τις αγκράφες των λουριών. Από την μπουκάλα κρεμόταν ένας σωλήνας, και κάπου στη μέση του υπήρχε μια μικρή αντλία πίεσης. Στην άλλη άκρη του σωλήνα γυάλιζε μια υποδερμική βελόνα.
Όταν ετοιμάστηκε, ο Μπ ντικκάτ τους έγνεψε να πλησιάσουν. Τον ζύγωσαν λάμποντας από αγαλλίαση. Ο Μπ' ντικκάτ πέρασε ανάμεσά τους, πηγαίνοντας πρώτα προς την κοπέλα με το αγορίσιο σώμα που φύτρωνε από το λαιμό της. Η μηχανική φωνή του ακούστηκε βροντερή από το μεγάφωνο του κράνους της στολής του.
«Μπράβο, είσαι πολύ καλή κοπέλα. Γι' αυτό κι εγώ σου έχω ένα ωραίο δώρο». Της κάρφωσε τη βελόνα και την κράτησε τόση ώρα που ο Μέρσερ μπόρεσε να δει μια φυσαλίδα αέρα ν' ανεβαίνει από την αντλία προς την μπουκάλα.
Ύστερα γύρισε πίσω στους άλλους, λέγοντας κάποια εγκάρδια κουβέντα πότε - πότε, προχωρώντας με απίθανη χάρη και σβελτάδα από τον ένα στον άλλο. Η βελόνα άστραφτε καθώς έδινε στον καθένα τη δόση του. Μετά το τρύπημα κάθονταν καταγής σε κατάσταση αποχαύνωσης.
Αναγνώρισε αμέσως τον Μέρσερ. «Γεια σου, φίλε. Τώρα μπορείς κι εσύ να το γλεντήσεις. Το ναρκωτικό θα σε σκότωνε αν το 'παιρνες στο σπίτι μου. Έχεις τίποτα για μένα;»
Ο Μέρσερ τραύλισε κάτι, μην ξέροντας τι εννοούσε ο Μπ' ντικκάτ, και ο διπλομύτης απάντησε για λογαριασμό του, «Νομίζω ότι έχει ένα ωραίο μωρουδίστικο κεφάλι, αλλά δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμο για να το κόψεις».
Ο Μέρσερ ούτε που ένιωσε τη βελόνα ν' αγγίζει το μπράτσο του.
Ο Μπ' ντικκάτ είχε στραφεί προς την επόμενη παρέα, όταν η σούπερ - κονταμίνη χτύπησε κατακέφαλα τον Μέρσερ.
Προσπάθησε να τρέξει στο κατόπι του Μπ' ντικκάτ, ν' αγκαλιάσει τη μολυβένια στολή του και να του πει πόσο τον λάτρευε. Στα πρώτα βήματα σκόνταψε κι έπεσε, αλλά ούτε που πόνεσε διόλου.
Η πολυσώματη κοπέλα ήταν ξαπλωμένη κοντά του και ο Μέρσερ γύρισε να της μιλήσει. «Δεν είναι υπέροχο; Κι εσύ είσαι πανέμορφη, πανέμορφη, πανέμορφη. Είμαι τόσο ευτυχισμένος που βρίσκομαι εδώ».
Η γυναίκα που ήταν σκεπασμένη με χέρια πλησίασε και κάθισε δίπλα τους. Ακτινοβολούσε ζεστασιά και φιλία. Ο Μέρσερ σκέφτηκε ότι φαινόταν πολύ σικ και γοητευτική. Πέταξε ανυπόμονα τα ρούχα από πάνω του. Τι ανοησία και σνομπισμός το να είναι ντυμένος όταν όλοι αυτοί οι αξιαγάπητοι άνθρωποι ήταν γυμνοί!
Οι δυο γυναίκες του μουρμούριζαν και σιγοτραγουδούσαν διάφορα.
Με ένα μέρος του μυαλού του ο Μέρσερ καταλάβαινε ότι δεν του έλεγαν τίποτα, απλώς εκδήλωναν έτσι την ευφορία τους από ένα ναρκωτικό τόσο ισχυρό που ήταν απαγορευμένο σ' όλο το γνωστό σύμπαν. Στο μεγαλύτερο μέρος του μυαλού του ένιωθε ευτυχισμένος. Αναρωτήθηκε πώς και τον είχε ευνοήσει τόσο η τύχη ώστε να τον στείλουν σ' ένα τόσο παραδεισένιο πλανήτη. Προσπάθησε να το πει στη Λαίδη Ντα, αλλά τα λόγια του δεν είχαν ιδιαίτερη συνάρτηση.
Μια φοβερή σουβλιά διαπέρασε την κοιλιά του. Το ναρκωτικό ρίχτηκε αμέσως στον πόνο και τον κατάπιε. Ήταν σαν το σκούφο στο νοσοκομείο, αλλά χίλιες φορές καλύτερο. Ο πόνος είχε χαθεί, μόλο που ήταν αβάσταχτος εκείνη την πρώτη φορά.
Ζόρισε τον εαυτό του να σκεφτεί. Συγκέντρωσε τις σκέψεις του και είπε στις δυο ροδαλόγυμνες κυρίες δίπλα του. «Μου έκοψαν γερή δαγκωνιά. Σίγουρα θα μου φυτρώσει και δεύτερο κεφάλι. Φαντάζομαι πόσο θα χαρεί ο Μπ' ντικκάτ!»
Η Λαίδη Ντα όρθωσε κάπως το πάνω - πάνω κορμί της. «Κι εγώ είμαι δυνατή», είπε. «Μπορώ να μιλήσω. Να θυμάσαι, φίλε μου, να θυμάσαι: ο άνθρωπος ποτέ δε ζει για πάντα. Κι εμείς μπορούμε να πεθάνουμε, να πεθάνουμε σαν αληθινοί άνθρωποι. Πιστεύω τόσο στο θάνατο!»
Ο Μέρσερ της χαμογέλασε από τα σύννεφα της ευτυχίας του.
«Ασφαλώς και μπορείς να πεθάνεις. Αλλά δεν είναι τώρα η στιγμή...».
Τότε ένιωσε τα χείλη του να βαραίνουν και το μυαλό του να παραλύει. Ήταν κανονικά ξύπνιος, αλλά δεν ένιωθε την παραμικρή διάθεση να κάνει τίποτα. Έτσι, σ' εκείνο τον όμορφο τόπο, ανάμεσα σ' όλους αυτούς τους φιλικούς κι ελκυστικούς ανθρώπους, καθόταν απλώς και χαμογελούσε.
Ο Μπ' ντικκάτ αποστείρωνε τα μαχαίρια του.
Ο Μέρσερ αναρωτήθηκε πόση ώρα είχε κρατήσει η επίδραση της σούπερ - κονταμίνης. Είχε ανεχτεί τις περιποιήσεις των δρομόζωων δίχως ουρλιαχτά ή σπαρταρίσματα. Τα μαρτύρια των νεύρων και η φαγούρα του δέρματος ήταν φαινόμενα που συνέβαιναν κάπου κοντά, αλλά δεν τον αφορούσαν. Παρατηρούσε το σώμα του με απόμακρο, ουδέτερο ενδιαφέρον. Η Λαίδη Ντα και η σκεπασμένη με χέρια γυναίκα παρέμειναν κοντά του. Ύστερα από αρκετή ώρα ο μισο-άνθρωπος πλησίασε κι αυτός στην παρέα, έρποντας με τα πανίσχυρα χέρια του. Όταν ζύγωσε τους ανοιγόκλεισε τα μάτια νυσταλέα και φιλικά, μετά βυθίστηκε πάλι στο μακάριο λήθαργο από τον οποίο μόλις είχε βγει. Κάποιες στιγμές ο Μέρσερ έβλεπε τον ήλιο ν' ανατέλλει, έκλεινε φευγαλέα τα μάτια του και, όταν τα άνοιγε πάλι, έβλεπε άστρα στον ουρανό. Ο χρόνος είχε πάψει να έχει νόημα. Τα δρομόζωα τον έτρεφαν με το μυστηριώδη τους τρόπο και το ναρκωτικά εξουδετέρωνε τις περιοδικές ανάγκες του σώματος.
Κάποια στιγμή πρόσεξε τελικά ότι ο πόνος ξαναγύριζε.
Ο πόνος δεν είχε αλλάξει, αλλά είχε αλλάξει ο ίδιος.
Τώρα ήξερε όλα όσα μπορούσαν να συμβούν στον Σαγιόλ. Τα θυμόταν καλά από την ευτυχισμένη του περίοδο. Πρωτύτερα τα είχε απλώς προσέξει... τώρα τα ένιωθε.
Προσπάθησε να ρωτήσει τη Λαίδη Ντα πόσο χρόνο είχε κρατήσει η επίδραση του ναρκωτικού και πότε θα τους έκαναν την επόμενη δόση. Εκείνη του χαμογέλασε με καλοκάγαθη, απόμακρη ευτυχία. Προφανώς το πολλαπλό κορμί της που ήταν απλωμένο στο έδαφος είχε μεγαλύτερη ικανότητα συγκράτησης του ναρκωτικού από το δικό του. Είχε κάθε καλή διάθεση να τον βοηθήσει, αλλά δεν ήταν σε κατάσταση ν' αρθρώσει λέξη.
Ο μισο - άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος καταγής, με τις αρτηρίες του να πάλλονται όμορφα κάτω από την ημιδιαφανή μεμβράνη που προστάτευε τα εντόσθιά του.
Ο Μέρσερ του ζούληξε εγκάρδια τον ώμο.
Ο μισο - άνθρωπος ξύπνησε, αναγνώρισε
τον Μέρσερ και του χαμογέλασε ζεστά και νυσταλέα. «'Καλή σου μέρα, παλικάρι'.
Αυτό είναι από κάποιο έργο. Έχεις δει ποτέ κανένα έργο;»
«Τι εννοείς; έργο;»
«Να,
κάποιο είδος οπτικής μηχανής με αληθινούς ανθρώπους να παίζουν ρόλους».
«Δεν
έχω δει ποτέ μου», απάντησε ο Μέρσερ, «αλλά... ».
«Αλλά
θα ήθελες να με ρωτήσεις πότε θα ξανάρθει ο Μπ' ντικκάτ για τη δεύτερη δόση».
«Ναι», παραδέχτηκε ο Μέρσερ, με κάποια
ντροπή που οι σκέψεις του ήταν τόσο ολοφάνερες.
«Σύντομα», αποκρίθηκε ο μισο -
άνθρωπος. «Γι' αυτό και το μυαλό μου πήγε στα έργα. Ξέρουμε όλοι ότι θα γίνει.
Ξέρουμε όλοι πότε θα γίνει. Ξέρουμε όλοι τι θα κάνουν οι μαριονέτες» - έδειξε
προς τα λοφάκια με τους θαμμένους ανεγκέφαλους ανθρώπους «και ξέρουμε όλοι τι
θα μας ρωτήσουν οι καινούριοι που έρχονται εδώ. Αλλά ποτέ δεν ξέρουμε πόσο θα
κρατήσει η κάθε σκηνή».
«Τι
θα πει 'σκηνή';» ρώτησε ο Μέρσερ. «Έχει καμιά σχέση με τη βελόνα;»
Ο μισο - άνθρωπος γέλασε με κάτι που πλησίαζε το αληθινό χιούμορ. « Όχι, όχι, όχι. Σαν να χεις πίτουρα για μυαλό. Η σκηνή είναι απλώς ένα μέρος του έργου. Θέλω να πω, ξέρουμε με ποια σειρά θα εξελιχτούν τα πράγματα, αλλά δεν έχουμε ρολόγια, κανένας δε νοιάζεται αρκετά να μετρήσει τις μέρες ή να φτιάξει ημερολόγιο, το κλίμα μένει πάντα το ίδιο, έτσι κανένας μας δεν ξέρει πόσο χρόνο διαρκεί το καθετί. Ο πόνος φαίνεται σύντομος και η απόλαυση φαίνεται να κρατά χρόνια. Πάντως, νομίζω ότι η κάθε περίοδος διαρκεί περίπου δυο γήινες βδομάδες».
Ο Μέρσερ δεν ήξερε τι ήταν η γήινη βδομάδα', γιατί δεν ήταν μορφωμένος πριν από την καταδίκη του, αλλά ο άλλος δεν μπόρεσε να τον φωτίσει περισσότερο εκείνη τη φορά. Ο μισο - άνθρωπος δέχτηκε την επίσκεψη ενός δρομόζωου, το πρόσωπό του φούντωσε και, με χαμένα τα λογικά του, φώναξε στον Μέρσερ, «Βγάλ' το μου, ηλίθιε! Βγάλ' το από μέσα μου!»
Όταν ο Μέρσερ τον κοίταξε ανήμπορος να κάνει τίποτα, ο μισο - άνθρωπος στριφογύρισε στο πλευρό του, με τη ροδαλή σκονισμένη πλάτη του προς τον Μέρσερ, και άρχισε να κλαιει πνιχτά και σιγανά.
Και ο ίδιος ο Μέρσερ δεν ήταν σε θέση να πει πόσος καιρός πέρασε πριν ξαναγυρίσει ο Μπ' ντικκάτ. Μπορεί να ήταν λίγες μέρες, μπορεί και μερικοί μήνες.
Για μια ακόμη φορά ο Μπ' ντικκάτ άρχισε να περιφέρεται ανάμεσά τους σαν καλός πατέρας για μια ακόμη φορά μαζεύτηκαν όλοι γύρω του σαν παιδιά. Τούτη τη φορά ο Μπ' ντικκάτ χαμογέλασε ευχαριστημένα στο μικρό κεφάλι που είχε φυτρώσει από το μηρό του Μέρσερ. 'Ήταν το κεφάλι ενός κοιμισμένου παιδιού, με λεπτά μαλλιά στο κρανίο και ντελικάτα βλέφαρα πάνω από τα κλειστά μάτια. Ο Μέρσερ πήρε τη δόση του από την ευλογημένη βελόνα.
Όταν ο Μπ' ντικκάτ έκοψε το κεφάλι από το μηρό του, ο Μέρσερ ένιωσε το μαχαίρι να ζορίζεται στο χόνδρο που το συνέδεε με το σώμα του. Είδε το παιδικό πρόσωπο να μορφάζει καθώς κοβόταν το κεφάλι και ένιωσε τη μακρινή, δίχως σημασία σουβλιά του πόνου όταν ο Μπ' ντικκάτ απολύμανε την πληγή με καυστικό αντισηπτικό. Η αιμορραγία σταμάτησε αμέσως.
Την επόμενη φορά ήταν δυο πόδια που ξεφύτρωσαν από το στήθος του.
Μετά ήταν ένα ακόμη κεφάλι δίπλα στο δικό του. Ή μήπως αυτό ήταν μετά από το κοριτσίστικο κορμί που φύτρωσε από το πλευρό του;
Δε θυμόταν τη σωστή σειρά. Δε μετρούσε το χρόνο.
Η Λαίδη Ντα του χαμογελούσε συχνά, αλλά δεν υπήρχε αγάπη σε τούτο τον τόπο. Η γυναίκα είχε χάσει τα πρόσθετα κορμιά της. Στα ενδιάμεσα των τερατογονιών, ήταν μια ωραία και καλοφτιαγμένη γυναίκα. Το πιο όμορφο στη σχέση τους ήταν εκείνο που του ψιθύριζε χιλιάδες φορές, πάλι και πάλι, με χαμόγελο κι ελπίδα. «Ο άνθρωπος ποτέ δε ζει αιώνια».
Προφανώς ήταν κάτι που της πρόσφερε ανείπωτη παρηγοριά, αν και ο Μέρσερ δεν έβρισκε κανένα ιδιαίτερο νόημα στα λόγια.
Έτσι κυλούσε ο χρόνος, τα θύματα άλλαζαν σ' εμφάνιση και όλο και κάποια καινούρια έφταναν. Μερικοί έφταναν βυθισμένοι στον αιώνιο ύπνο του κατεστραμμένου εγκέφαλου. Ο Μπ' ντικκάτ τους φόρτωνε συχνά σ' ένα φορτηγό για να τους μοιράσει και σε άλλα κοπάδια. Όταν έφταναν τα δρομόζωα, τα κορμιά στην καρότσα σφάδαζαν και μούγκριζαν με φωνή που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο.
Τελικά, ο Μέρσερ κατάφερε κάποτε ν' ακολουθήσει τον Μπ' ντικκάτ ως τον οικίσκο. Χρειάστηκε να καταπολεμήσει την υπέρτατη ευδαιμονία της σούπερ κονταμίνης για να το καταφέρει. Μονάχα η θύμηση του προηγούμενου πόνου, της αβεβαιότητας και των προβληματισμών, τον έπεισαν ότι αν δε ρωτούσε τον Μπ' ντικκάτ σύντομα, η απάντηση δε θα ήταν πια διαθέσιμη όταν θα τη χρειαζόταν. Παλεύοντας να υποτάξει την ίδια του την ευδαιμονία, παρακάλεσε τον Μπ' ντικκάτ να τσεκάρει το αρχείο του και να του πει πόσο καιρό ήταν εκεί.
Ο Μπ' ντικκάτ δέχτηκε πρόθυμα, αλλά δε βγήκε στην πόρτα του. Του μίλησε από τη μεγαφωνική εγκατάσταση που διέθετε ο οικίσκος. Η φωνή του ακούστηκε βροντερή στην άδεια πεδιάδα, και το ροδαλό κοπάδι των ανθρώπων που μπορούσαν ακόμη να μιλούν αναδύθηκε για λίγο από τα πελάγη της ευτυχίας για ν' αναρωτηθεί τι να ήθελε να τους πει ο φίλος τους ο Μπ' ντικκάτ. Όταν το άκουσαν τους φάνηκε εξαιρετικά βαθυστόχαστο, αν και κανένας δεν το κατάλαβε. Δεν ήταν άλλωστε παρά το χρονικό διάστημα που ο Μέρσερ είχε ζήσει στον Σαγιόλ.
«Σε συμβατικό χρόνο, ογδόντα τέσσερα χρόνια, επτά μήνες, τρεις μέρες, δύο ώρες και εντεκάμισι λεπτά. Καλή τύχη, φίλε».
Ο Μέρσερ γύρισε ν' απομακρυνθεί.
Η μυστική γωνιά του μυαλού του που παρέμενε λογική στην ευτυχία και στον πόνο, τον έκανε ν' αναρωτηθεί για τον Μπ' ντικκάτ. Πώς είχαν πείσει τον αγελαδάνθρωπο να παραμείνει στον Σαγιόλ; Τι τον κρατούσε ευτυχισμένο δίχως τη σούπερ - κονταμίνη; Μήπως ήταν τρελός σκλάβος του καθήκοντος ή ήταν κάποιος που έλπιζε να γυρίσει κάποτε στον πλανήτη του και να φτιάξει μια οικογένεια με μικρά αγελαδόπαιδα που του έμοιαζαν; Ο Μέρσερ, παρά την ευτυχισμένη του διάθεση, έκλαψε λίγο για την παράξενη μοίρα του Μπ' ντικκάτ. Τη δική του μοίρα την αποδεχόταν.
Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε φάει... αληθινά αβγά φτιαγμένα σε αληθινά τηγάνι. Τώρα ήταν τα δρομόζωα που τον κρατούσαν ζωντανό, αν και δεν ήξερε πώς το κατάφερναν.
Γύρισε τρικλίζοντας στο κοπάδι. Η Λαίδη Ντα, γυμνή στην αμμουδερή πεδιάδα, του έγνεψε με το χέρι δείχνοντάς του ότι υπήρχε χώρος να καθίσει δίπλα της. Μπορεί να υπήρχαν απέραντα τετραγωνικά μίλια στην πεδιάδα για να καθίσει κανείς, αλλά πάντως ο Μέρσερ εκτίμησε τη ζεστασιά της χειρονομίας της.
Τα χρόνια, άν ήταν χρόνια, κυλούσαν. Η γη του Σαγιόλ δεν άλλαζε.
Μερικές φορές στ' αφτιά του κοπαδιού έφταναν αχνά από την πεδιάδα κάτι γουργουριστοί ήχοι σαν από θερμοπίδακες. Εκείνοι που μπορούσαν να μιλήσουν ισχυρίζονταν πως ήταν οι ανάσες του καπετάνιου Αλβάρες. Υπήρχαν μέρες και νύχτες, αλλά δεν υπήρχαν σπαρτά, οι εποχές δεν άλλαζαν και δε γεννιόνταν νέοι άνθρωποι. Ο χρόνος είχε παγώσει γι' αυτούς, και το φορτίο της ηδονής ανακατευόταν τόσο αδιαίρετα με τις σουβλιές του πόνου από τα δρομόζωα, που τα λόγια της Λαίδης Ντα άρχισαν ν' αποκτούν κάποιο αμυδρό νόημα.
«Ο άνθρωrτος ποτέ δε ζει αιώνια».
Ο ισχυρισμός της ήταν μια ελπίδα, όχι μια αλήθεια στην οποία θα μπορούσαν να πιστέψουν. Δεν είχαν το μυαλό να καταγράφουν την πορεία των άστρων, ν' ανταλλάσσουν ονόματα ή να επωφελούνται της εμπειρίας του καθενός προς όφελος όλων. Δεν υπήρχε ούτε καν όνειρο δραπέτευσης σε τούτους τους ανθρώπους. Αν και έβλεπαν τις χημικές ρουκέτες παλιάς τεχνολογίας να σηκώνονται από το χώρο προσεδάφισης πέρα από τον οικίσκο του Μπ' ντικκάτ, δεν έκαναν σχέδια να κρυφτούν ανάμεσα στην κατεψυγμένη συγκομιδή της μεταλλαγμένης σάρκας.
Πριν πολλά πολλά χρόνια, κάποιος άλλος κρατούμενος που δεν ανήκε στο κοπάδι τους είχε προσπαθήσει να γράψει ένα γράμμα. Τα λόγια του ήταν χαραγμένα σ' ένα βράχο. Ο Μέρσερ τα είχε διαβάσει, όπως και μερικοί άλλοι, αλλά κανένας δεν ήξερε ποιος τα είχε γράψει. Ούτε και τους ένοιαζε να μάθουν.
Τα λόγια του, χαραγμένα στην πέτρα, ήταν ένα μήνυμα προς τον έξω κόσμο. Μπορούσαν ακόμη να ξεχωρίσουν τις πρώτες γραμμές:
«Κάποτε ήμουν σαν κι εσάς, άνοιγα το παράθυρό μου στο τέλος της μέρας κι άφηνα το αεράκι να με φυσά απαλά. Κάποτε, σαν κι εσάς, είχα ένα κεφάλι, δύο χέρια, δέκα δάχτυλα στα χέρια μου. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού μου λεγόταν πρόσωπο, και μπορούσα να μιλήσω μ' αυτό. Τώρα μπορώ μονάχα να γράψω, κι αυτό μόνο όταν με αφήνει ο πόνος. Κάποτε, σαν κι εσάς, έτρωγα τροφές, έπινα ποτά, είχα ένα όνομα. Δε θυμάμαι αυτά το όνομα που είχα. Μπορείτε να σταθείτε, εσείς που θα λάβετε αυτό το γράμμα, εγώ δεν μπορώ να σταθώ πια. Περιμένω μονάχα να έρθουν τα φώτα, να βάλουν τροφή μέσα μου, μόριο με μόριο, και να τη βγάλουν πάλι. Μη φανταστείτε ότι συνεχίζεται η τιμωρία μου. Τούτος εδώ δεν είναι τόπος τιμωρίας. Είναι κάτι άλλο».
Ανάμεσα στο ροδαλό κοπάδι δεν υπήρχε κανένας που να είχε αποφασίσει τι μπορεί να ήταν αυτό το «κάτι άλλο».
Η περιέργεια είχε πεθάνει μέσα τους από καιρό.
Μετά ήρθε η μέρα των μικρών πλασμάτων. Ήταν τότε που - δεν ήταν ούτε ώρα, ούτε χρονιά, αλλά κάποια ενδιάμεση διάρκεια - η Λαίδη Ντα και ο Μέρσερ κάθονταν βουβοί από ευτυχία, πλημμυρισμένοι από την ηδονή της σούπερ - κονταμίνης. Δεν είχαν τίποτα να πουν ο ένας στον άλλο - το ναρκωτικό μιλούσε για λογαριασμό τους.
Ένα ενοχλητικό μουγκρητό από τον οικίσκο του Μπ' ντικκάτ τους έκανε ν' ανασαλέψουν ελαφρά. Οι δυο τους, κι ένας ή δύο άλλοι, κοίταξαν προς το μεγάφωνο πάνω από το οίκημα.
Η Λαίδη Ντα κατάφερε να μιλήσει, αν και το θέμα ήταν ανείπωτα ασήμαντο. «Πιστεύω», δήλωσε, «ότι είναι εκείνο που λέγαμε κάποτε Σειρήνα Πολεμικού Συναγερμού».
Ξαναβούλιαξαν αποχαυνωμένα στην ευτυχία τους. Ένας άντρας με δυο ανώριμα κεφάλια δίπλα στα δικά του σύρθηκε προς το μέρος τους. Και τα τρία κεφάλια έδειχναν πολύ ευτυχισμένα, και ο Μέρσερ έκρινε ότι ήταν πολύ νόστιμη και σικ αυτή η εμφάνιση του άλλου. Κάτω από το ζεστό χάδι της σούπερ κονταμίνης, ο Μέρσερ μετάνιωσε που δεν τον είχε ρωτήσει ποιος ήταν σε στιγμές που το μυαλό του ήταν καθαρό. Ο άλλος απάντησε από μόνος του στο ερώτημα. Ανοίγοντας τα βλέφαρά του με φοβερό ζόρι, χάρισε στη Λαίδη Ντα και τον Μέρσερ ένα αχνό φάντασμα στρατιωτικού χαιρετισμού. «Σουζντάλ, Λαίδη και κύριέ μου», συστήθηκε. «Πρώην κυβερνήτης καταδρομικού. Χτυπούν συναγερμό. Οφείλω ν' αναφέρω ότι δεν... δεν... είμαι απόλυτα έτοιμος για μάχη».
Και αμέσως τον πήρε ο ύπνος.
Η
καλοσυνάτα προστακτική φωνή της Λαίδης Ντα τον ανάγκασε ν' ανοίξει πάλι τα
μάτια του.
«Κύριε
κυβερνήτα, γιατί χτυπούν συναγερμό εδώ; Γιατί ήρθατε σ' εμάς;»
«Επειδή
εσείς, Λαίδη, και ο κύριος με τ' αφτιά, φαίνεται να έχετε το πιο καθαρό μυαλό
στην ομάδα μας. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχατε διαταγές να μου δώσετε».
Ο Μέρσερ κοίταξε γύρω για να δει τον κύριο με τ'αφτιά. Τελικά ήταν ο ίδιος. Τούτη τη φορά το πρόσωπό του ήταν σχεδόν σκεπασμένο από μια σοδιά νέων αφτιών. Δεν τους είχε δώσει καμιά σημασία. Ήξερε ότι ο Μπ' ντικκάτ θα του τα έκοβε κάποτε, και μετά θα έφταναν τα δρομόζωα να του φυτρώσουν κάτι άλλο.
Ο θόρυβος από τον οικίσκο δυνάμωσε σ' ένα διαπεραστικό και εκκωφαντικό ουρλιαχτό.
Κάμποσοι ανασάλεψαν τώρα από το κοπάδι. Μερικοί άνοιξαν τα μάτια, κοίταξαν ολόγυρα, μουρμούρισαν «Θόρυβος είναι», και ξαναβυθίστηκαν στη μακάρια ευτυχία της σούπερ-κονταμίνης.
Η πόρτα του οικίσκου άνοιξε απότομα.
Ο Μπ' ντικκάτ όρμησε έξω δίχως τη στολή του. Ποτέ δεν τον είχαν δει να βγαίνει χωρίς τη μεταλλική προστατευτική στολή.
Έτρεξε προς το μέρος τους, κοίταξε έξαλλος ολόγυρα και είδε τη Λαίδη Ντα και τον Μέρσερ. Αρπάζοντάς τους, έναν στην κάθε μασχάλη, έτρεξε πίσω στο σπίτι και τους πέταξε μέσα από τη διπλή πόρτα. Βρόντησαν κάτω με δύναμη που τσάκιζε κόκαλα, και το βρήκαν ιδιαίτερα διασκεδαστικό. Το δάπεδο έγειρε αδειάζοντάς τους στο δωμάτιο. Μια στιγμή αργότερα ακολουθούσε και ο Μπ' ντικκάτ.
«Είστε άνθρωποι, ή ήσαστε κάποτε», βρυχήθηκε ο Μπ' ντικκάτ. «Καταλαβαίνετε τους ανθρώπους εγώ μονάχα τους υπακούω. Αλλά τούτη τη φορά δε θα υπακούσω. Κοιτάξτε!»
Τέσσερα όμορφα ανθρώπινα παιδιά ήταν ξαπλωμένα στο πάτωμα. Τα δυο μικρότερα, που φαίνονταν δίδυμα, ήταν περίπου δυο χρονών. Το τρίτο ήταν ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε και το τέταρτο ένα αγοράκι γύρω στα εφτά. Και τα τέσσερα είχαν βουλιαγμένα βλέφαρα. Και τα τέσσερα είχαν ξυρισμένο κρανίο και μια λεπτή κόκκινη γραμμή γύρω στο μέτωπο που πρόδινε ότι τους είχε αφαιρεθεί ο εγκέφαλος.
Ο Μπ' ντικκάτ, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο από τα δρομόζωα, στάθηκε δίπλα στη Λαίδη Ντα και τον Μέρσερ, φωνάζοντας.
«Είστε αληθινοί άνθρωποι. Εγώ είμαι μονάχα ένα γελάδι. Κάνω το καθήκον μου, αλλά το καθήκον μου δεν απαιτεί κάτι τέτοιο. Τούτα δω είναι παιδιά!»
Το
λογικό απομεινάρι στο μυαλό του Μέρσερ ένιωσε σοκ και απροθυμία να το
πιστέψει. Ήταν δύσκολο να διατηρήσει αυτά τα συναισθήματα, γιατί η σούπερ
κονταμίνη ξέπλενε τη συνείδησή του σαν μεγάλος χείμαρρος, κάνοντας το καθετί να
φαίνεται υπέροχο. Το μεγαλύτερο μέρος του μυαλού του, ποτισμένο από το
ναρκωτικό, του έλεγε, «Δε θα'ναι όμορφα να έχουμε και μερικά παιδάκια στην
παρέα μας;» Αλλά το σώο, βαθύτερο απομεινάρι της λογικής, διατηρώντας την
ανθρώπινη αξιοπρέπεια που είχε γνωρίσει πριν από τον Σαγιόλ, ψιθύριζε: «Τούτο
είναι ένα έγκλημα χειρότερο απ' οποιαδήποτε που κάναμε εμείς! Και δράστης
είναι
η
Αυτοκρατορία».
«Τι
έκανες;» ρώτησε τον Μπ' ντικκάτ η Λαίδη Ντα. «Και τι μπορούμε να κάνουμε
εμείς;»
«Προσπάθησα
να μιλήσω με το δορυφόρο. Όταν άκουσαν τι τους έλεγα έκοψαν τη γραμμή. Δεν
είμαι άνθρωπος, βλέπετε. Ο αρχίατρος μου είπε να κοιτάζω τη δουλειά μου».
«Ποιος
ήταν, ο δόκτωρ Βόμαχτ;» ρώτησε ο Μέρσερ.
«Ο
Βόμαχτ;» έκανε ο Μπ' ντικκάτ. «Αυτός πέθανε από γεράματα πριν από έναν αιώνα.
Όχι, ήταν ένας καινούριος γιατρός αυτός που μ' έκοψε. Μπορεί να μην έχω
ανθρώπινα αισθήματα, αλλά είμαι γέννημα της Γης, με γήινο αίμα στις φλέβες μου.
Έχω κι εγώ συναισθήματα! Απλά γελαδινά συναισθήματα! Και
αυτό
δεν μπορώ να το
επιτρέψω!»
«Και
τι έκανες;»
Ο Μπ' ντικκάτ σήκωσε τα μάτια του προς το παράθυρο. Το πρόσωπό του φωτιζόταν απο μια αποφασιστικότητα που ακόμα και πέρα απο το λήθαργο του ναρκωτικού, τους έκανε να τον αγαπήσουν. Τον έβλεπαν σαν τον πατέρα τούτου του κόσμου, υπεύθυνο, έντιμο, αλτρουιστή.
Ο Μπ' ντικκάτ χαμογέλασε:«Θα με σκοτώσουν και αυτό το ξέρω. Αλλά κάλεσα σε Γαλαξιακό Συναγερμό ... όλα τα σκάφη εδώ ».
Η
Λαίδη Ντα καθισμένης το πάτωμα φώναξε:«Μα αυτό είναι
αποκλειστικά για την περίπτωση ξένης εισβολής! Είναι ψεύτικος συναγερμός!».
Έσφιξε τα δόντια και στάθηκε στα πόδια της. «Μπορείς να κόψεις τούτα τα
πράγματα απο πάνω μου, για την περίπτωση που θα έχουμε επισκέπτες;Και φέρε μου
ένα φόρεμα. Μήπως έχεις και τίποτα που μπορεί να εξουδετερώσει την επίδραση της
σούπερ κονταμίνης;»
«Αυτό
ήθελα και γώ!» φώναξε ο Μπ' ντικκάτ. «Δε θα δεχτώ αυτά τα παιδιά. Δώστε μου
εσείς διαταγές».
Εκεί, επιτόπου, στο δάπεδο του οικίσκου, ο Μπ' ντικκάτ την έκανε με το μαχαίρι του πάλι άνθρωπο.
Το καυστικό αντισηπτικό άχνιζε σαν καπνός στον αέρα του δωματίου. Ο Μέρσερ τα έβρισκε όλα πολύ συναρπαστικά και ευχάριστα, και πότε πότε λαγοκοιμόταν. Ύστερα ένιωσε το μαχαίρι του Μπ' ντικκάτ να τον φροντίζει κι αυτόν. Ο αγελαδάνθρωπος άνοιξε ένα πολύ μακρύ συρτάρι και φύλαξε μέσα τα ιστολογικά δείγματα' απο την παγωνιά που έπεσε στο δωμάτιο, πρέπει να ήταν συρτάρι καταψύκτη.
Ο Μπ' ντικκάτ τους έβαλε και τους δυο να καθίσουν με την πλάτη στον τοίχο.
«Σκέφτομαι», τους εξήγησε. «Δεν υπάρχει αντίδοτο για τη σούπερ-κονταμίνη. Ποιος θα το ήθελε άλλωστε; Όμως μπορώ να σας κάνω τις ενέσεις από τη ναυαγοσωστική σαΐτα μου. Υποτίθεται ότι μπορούν να συνεφέρουν κάποιον απ' οτιδήποτε κι αν του συνέβη στο διάστημα».
Ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό ακούστηκε πάνω από τον οικίσκο. Ο Μπ' ντικκάτ έσπασε ένα παράθυρο με το χέρι του, έβγαλε το κεφάλι του έξω και κοίταξε ψηλά.
«Εμπρός, κοπιάστε», φώναξε.
Ακούστηκε
ο γδούπος από τη γοργή προσεδάφιση ενός σκάφους. Μοτέρ από πόρτες βούισαν. Ο
Μέρσερ αναρωτήθηκε αδιάφορα, πώς και τολμούσαν άνθρωποι να κατέβουν στον
Σαγιόλ. Όταν έφτασαν είδε ότι δεν ήταν άνθρωποι αλλά Τελωνειακά Ρομπότ. Αυτά
μπορούσαν να κινηθούν με ταχύτητες που κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να φτάσει.
Ένα τους έφερε τα διακριτικά επιθεωρητή.
«Πού είναι οι εισβολείς;»
«Δεν
υπάρχουν εισ...» άρχισε να λεει ο Μπ' ντικκάτ. Η Λαίδη Ντα, με αυτοκρατορικά
μεγαλόπρεπη στάση αν και γυμνή, είπε με εντελώς καθάρια φωνή. «Είμαι η πρώτη
αυτοκράτειρα Λαίδη Ντα. Με γνωρίζετε;»
«Όχι,
κυρία μου», αποκρίθηκε ο επιθεωρητής ρομπότ. Φαινόταν αμήχανος, όσο μπορούσε
να δείχνει αμηχανία ένα ρομπότ. Το ναρκωτικό έκανε τον Μέρσερ να σκεφτεί πόσο
ωραίο θα 'ταν να έχουν ρομπότ για συντροφιά στην επιφάνεια του Σαγιόλ.
«...Κηρύσσω
την κατάσταση ως Ύψιστη Έκτακτη Ανάγκη, σύμφωνα με την αρχαία ορολογία.
Συνδέστε με τη Λυσιτέλεια».
«Δεν
μπορούμε...» άρχισε να λεει ο επιθεωρητής.
«Μπορείτε
να δοκιμάσετε», τον έκοψε η Λαίδη Ντα. Ο επιθεωρητής υπάκουσε.
Η Λαίδη Ντα στράφηκε στον Μπ' ντικκάτ. «Κάνε στον Μέρσερ κι εμένα εκείνες τις ενέσεις που έλεγες. Ύστερα βγάλε μας απέξω ώστε τα δρομόζωα να επισκευάσουν τις ουλές μας. Φέρε μας πάλι μέσα μόλις γίνει η σύνδεση. Τύλιξέ μας με πανιά αν δεν έχεις ρούχα να μας δώσεις. Ο Μέρσερ μπορεί ν' αντέξει τον πόνο».
«Μάλιστα», είπε ο Μπ' ντικκάτ, αποφεύγοντας να κοιτάξει προς τα τέσσερα παιδιά με τα βουλιαγμένα βλέφαρα.
Η ένεση τον έκαψε όσο καμιά φωτιά που είχε νιώσει ποτέ. Πρέπει να ήταν σε θέση να καταπολεμήσει τη σούπερ-κονταμίνη, γιατί ο Μπ' ντικκάτ τους έβγαλε από το παράθυρο για να μη χάσει χρόνο πηγαίνοντας από την πόρτα. Τα δρομόζωα, νιώθοντας ότι χρειάζονταν επισκευή, όρμησαν λάμποντας κατά πάνω τους. Τούτη τη φορά η σούπερ-κονταμίνη είχε ν' αντιμετωπίσει και άλλον αντίπαλο.
Ο Μέρσερ δεν ξέσπασε σε ουρλιαχτά, αλλά έμεινε ακουμπισμένος στον τοίχο κλαίγοντας για χίλια χρόνια αν και στην πραγματικότητα θα ήταν μονάχα λίγες ώρες.
Τα Τελωνειακά Ρομπότ τραβούσαν φωτογραφίες. Τα δρομόζωα ρίχνονταν και σ' αυτά, συχνά κατά σμήνη ολόκληρα, αλλά δίχως αποτέλεσμα.
Ο Μέρσερ άκουσε τη φωνή από το δέκτη μέσα στον οικίσκο να καλεί δυνατά το άνομα του Μπ' ντικκάτ. «Δορυφορικό Χειρουργείο καλεί Σαγιόλ. Απάντησέ μας, Μπ' ντικκάτ!»
Προφανώς δεν έλαβαν καμιά απάντηση. Σιγανές φωνές ακούστηκαν από την άλλη συσκευή που είχαν φέρει μαζί τους τα ρομπότ. Ο Μέρσερ ήταν σίγουρος ότι κάποια κάμερα είχε τεθεί σε λειτουργία και πως για πρώτη φορά, οι κάτοικοι των άλλων κόσμων μπορούσαν να δουν τον Σαγιόλ.
Ο Μπ' ντικκάτ βγήκε από την πόρτα. Μαζί του είχε τους χάρτες πλοήγησης που είχε πάρει από τη διαστημική σαίτα του. Με δαύτους σκέπασε τη γύμνια τους.
Ο Μέρσερ πρόσεξε ότι η Λαίδη Ντα έκανε κάτι μικροαλλαγές στο σχήμα του πρόχειρου μανδύα της, και ξαφνικά απόκτησε παρουσιαστικό προσώπου με μεγάλη εξουσία.
Ξαναμπήκαν στον οικίσκο.
Η φωνή του Μπ' ντικκάτ ακούστηκε ψιθυριστή, σχεδόν γεμάτη δέος. «Ήρθαμε σ' επαφή με τη Λυσιτέλεια της Ανθρωπότητας, και μια Δέσποινα της Λυσιτέλειας περιμένει να σας μιλήσει».
Ο Μέρσερ δεν είχε τίποτα να κάνει κι έτσι κάθισε σε μια γωνιά του δωματίου και παρακολουθούσε τα όσα γίνονταν. Η Λαίδη Ντα, με το δέρμα της άψογο, στεκόταν χλομή και νευρική στο μέσο του δωματίου.
Ο χώρος γέμισε από μια άοσμη, άϋλη καταχνιά. Η καταχνιά πύκνωσε σε σύννεφο. Η συσκευή επικοινωνίας δούλευε κανονικά.
Ένα ανθρώπινο πρόσωπο εμφανίστηκε στη θολούρα.
Μια
γυναίκα, ντυμένη με ριζοσπαστικά συντηρητική στολή, κοίταξε τη Λαίδη Ντα.
«Βρίσκεστε
στον Σαγιόλ. Είστε η Λαίδη Ντα. Με καλέσατε».
Η Λαίδη Ντα έδειξε τα παιδιά στο πάτωμα. «Αυτό δεν έπρεπε να συμβεί», είπε. .Αυτός είναι τόπος τιμωρίας, ύστερα από επίσημη συμφωνία μεταξύ της Λυσιτέλειας και της Αυτοκρατορίας. Κανένας δεν έκανε λόγο για παιδιά».
Το είδωλο της γυναίκας κοίταξε προς τα
παιδιά. «Μα αυτό είναι δουλειά παράφρονα!» φώναξε. Κοίταξε αυστηρά τη Λαίδη
Ντα. «Είστε αυτοκρατορικού αίματος;»
«Υπήρξα
αυτοκράτειρα, κυρία», απάντησε η Λαίδη Ντα.
«Και επιτρέψατε κάτι τέτοιο;»
«Το
επέτρεψα;» ξέσπασε η Λαίδη Ντα. «Δεν είχα καμία σχέση με το έγκλημα». Τα μάτια
της άνοιξαν διάπλατα. «Είμαι κι εγώ κρατούμενη εδώ. Δεν καταλαβαίνετε;»
«Όχι,
δεν καταλαβαίνω», δήλωσε κοφτά η άλλη γυναίκα.
«Εγώ»,
εξήγησε η Λαίδη Ντα, «είμαι απλώς ένα δείγμα. Κοιτάξτε στο κοπάδι εκεί έξω.
Ανήκα κι εγώ σ' αυτό μέχρι πριν λίγο».
«Ρυθμίστε
με», είπε το είδωλο της γυναίκας. «Θέλω να δω αυτό το κοπάδι που λεει».
Το είδωλό της, σε ορθή στάση, πέταξε γοργά μέσα από τον τοίχο κι έφτασε ακριβώς στο κέντρο του κοπαδιού.
Ο Μέρσερ και η Λαίδη Ντα την παρατηρούσαν. Είδαν το είδωλό της να σκιρτά και να χάνει ακόμη και την αγέρωχη αξιοπρέπεια της στάσης της. Η άϋλη εικόνα της έγνεψε με το χέρι δείχνοντας ότι ήθελε να την επιστρέψουν στο δωμάτιο. Ο Μπ' ντικκάτ συμμορφώθηκε αμέσως και την έφερε πίσω.
«Σας
οφείλω μια απολογία», είπε η εικόνα της γυναίκας. «Είμαι η Λαίδη Τζοάννα
Γκνέηντ, κι ανήκω στους δεσπότες της Λυσιτέλειας».
Ο
Μέρσερ υποκλίθηκε, έχασε την ισορροπία του και αναγκάστηκε να σηκωθεί
τρικλίζοντας από κάτω.
Η Λαίδη Ντα δέχτηκε το όνομα με ένα βασιλικό κούνημα του κεφαλιού.
Οι
δυο γυναίκες κοίταξαν η μια την άλλη.
«Θα
το ερευνήσετε», είπε η Λαίδη Ντα, «και όταν τελειώσετε την έρευνα, φροντίστε
παρακαλώ να θανατωθούμε όλοι. Γνωρίζετε για τα ναρκωτικά;»
«Μην
το αναφέρετε», είπε αμέσως ο Μπ' ντικκάτ. «Μην πείτε καν το όνομά του στη
συσκευή. Αποτελεί μυστικό της Λυσιτέλειας».
«Εγώ
είμαι η Λυσιτέλεια», δήλωσε η Λαίδη Τζοάννα. «Πονάτε τώρα; Πίστευα ότι κανείς
σας δε ζούσε πια. Είχα ακούσει για τις χειρουργικές τράπεζες οργάνων στον
απαγορευμένο πλανήτη σας, αλλά είχα την εντύπωση ότι τα ρομπότ φρόντιζαν τις
ιστοκαλλιέργειες και έστελναν τα μοσχεύματα με ρουκέτες. Υπάρχουν άλλοι
άνθρωποι μαζί σας; Ποιος είναι ο υπεύθυνος εκεί; Ποιος το 'κανε αυτό στα
παιδιά;»
Ο
Μπ' ντικκάτ στάθηκε μπροστά στο είδωλο της γυναίκας. Δεν έκανε υπόκλιση. «Εγώ
είμαι ο υπεύθυνος».
«Μα
εσύ είσαι υπάνθρωπος», φώναξε η Λαίδη Τζοάννα. «Δεν είσαι παρά μια γελάδα!»
«Ταύρος,
κυρία. Η οικογένειά μου βρίσκεται στην κατάψυξη πίσω στη Γη, και ύστερα από
χίλια χρόνια υπηρεσίας θα κερδίσω την ελευθερία της και τη δική μου. Τώρα
σχετικά με τις άλλες ερωτήσεις σας, κυρία. Εγώ κάνω όλη τη δουλειά. Τα δρομόζωα
δε μ' επηρεάζουν ιδιαίτερα, αν και χρειάζεται κατά καιρούς ν' αφαιρώ κανένα
κομματάκι μου. Αυτό τα πετάω. Δεν πηγαίνουν στην τράπεζα οργάνων. Ξέρετε τους
μυστικούς κανονισμούς αυτού του κόσμου;»
Σ' έναν άλλο κόσμο η Λαίδη Τζοάννα μίλησε σε κάποιον που βρισκόταν πίσω της. Ύστερα κοίταξε τον Μπ' ντικκάτ και τον πρόσταξε, «Απλώς μην κατονομάσεις τα ναρκωτικά, ούτε να πεις πολλά πολλά γι' αυτό. Μίλησέ μου ελεύθερα για τα υπόλοιπα».
«Έχουμε», άρχισε ο Μπ' ντικκάτ με πολύ επίσημο ύφος, «χίλιους τριακόσιους είκοσι έναν ανθρώπους εδώ που μπορούν ακόμη να μας εφοδιάζουν με όργανα όταν τους επισκέπτονται τα δρομόζωα. Υπάρχουν περίπου εφτακόσιοι άλλοι, όπως ο καπετάνιος Αλβάρες, που τους έχει τόσο απορροφήσει ο πλανήτης ώστε είναι μάταιο ν' ασχολούμαι μαζί τους. Η Αυτοκρατορία όρισε αυτό τον κόσμο ως τόπο έσχατης τιμωρίας. Αλλά η Λυσιτέλεια έδωσε μυστικές διαταγές να παρέχονται φάρμακα»-τόνισε παράξενα τη λέξη, θέλοντας να δείξει ότι εννοούσε τη σούπερ-κονταμίνη «ώστε να εξουδετερώνεται κατά ένα μέρος η τιμωρία. Η Αυτοκρατορία μας προμηθεύει με κατάδικους. Η Λυσιτέλεια μας προσφέρει το χειρουργικό υλικό».
Η Λαίδη Τζοάννα σήκωσε το δεξί της χέρι σε μια κίνηση σιωπής και συμπόνιας. Κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο. Τα μάτια της γύρισαν πάλι στη Λαίδη Ντα. Ίσως μάντευε τι αγώνα έκανε η Λαίδη Ντα για να σταθεί όρθια καθώς τα δυο φάρμακα, η σούπερ-κονταμίνη και το αντίδοτό της, μάχονταν μέσα στις φλέβες της.
«Μπορείτε να καθίσετε όλοι. Θέλω να σας πληροφορήσω τώρα ότι θα γίνει ό,τι είναι δυνατό για σας. Η Αυτοκρατορία ξόφλησε. Η θεμελιώδης Συμφωνία, με την οποία η Λυσιτέλεια παραδόθηκε στην Αυτοκρατορία πριν χίλια χρόνια, έπαψε να ισχύει. Δεν ξέραμε ότι υπήρχατε ακόμη. Θα το ανακαλύπταμε κάποτε, αλλά λυπάμαι που δεν το ανακαλύψαμε νωρίτερα. Υπάρχει τίποτα που μπορούμε τώρα και άμεσα να κάνουμε για σας;»
«Ο χρόνος είναι το μόνο που διαθέτουμε», αποκρίθηκε η Λαίδη Ντα. «Ίσως ν' αποδειχτεί αδύνατο να εγκαταλείψουμε ποτέ τον Σαγιόλ, εξαιτίας των δρομόζωων και του φαρμάκου. Το πρώτο μπορεί ν' αποδειχτεί επικίνδυνο. Το άλλο δεν πρέπει να γίνει ποτέ γνωστό».
Το
βλέμμα της Λαίδης Τζοάννα περιπλανήθηκε στο δωμάτιο. Όταν τα μάτια της
κοντοστάθηκαν στον Μπ' ντικκάτ, εκείνος έπεσε στα γόνατα και σήκωσε παρακλητικά
τα πελώρια χέρια του.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε.
«Αυτά»
είπε ο Μπ' ντικκάτ δείχνοντας τ' ανεγκέφαλα παιδιά. «Διατάξτε να σταματήσουν
να στέλνουν παιδιά. Να σταματήσουν αμέσως τώρα-! » Την πρόσταξε με την
τελευταία του κραυγή, κι εκείνη δέχτηκε την προσταγή του. «Και, κυρία...»
δίστασε, σαν να ντρεπόταν.
«Ναι; Συνέχισε».
«Κυρία,
είμαι ανίκανος να σκοτώσω. Δεν είναι στη φύση μου. Να δουλεύω, να βοηθώ, ναι,
αλλά όχι να σκοτώνω. Τι θα κάνω με αυτά;» Έδειξε τα τέσσερα ασάλευτα παιδιά
στο πάτωμα.
«Κράτησέ
τα», του απάντησε. «Απλώς, κράτησέ τα».
«Δεν
μπορώ», της είπε. «Δεν υπάρχει τρόπος να εγκαταλείψω ζωντανός τον πλανήτη. Δεν
έχω τροφή γι' αυτά στο σπίτι. Θα πεθάνουν σε λίγες ώρες. Και οι κυβερνήσεις»,
πρόσθεσε με οξυδέρκεια, «αργούν πολύ να κάνουν κάτι».
«Δεν μπορείς να τους δώσεις το
φάρμακο;
»
«Όχι, θα τα σκότωνε αν τους το έδινα
πριν τα δρομόζωα ενισχύουν τη σωματική τους άμυνα».
Η Λαίδη Τζοάννα Γκνέηντ γέμισε το δωμάτιο μ' ένα κρυστάλλινο γέλιο που έμοιαζε περισσότερο με κλάμα. «Ανόητοι, είστε ανόητοι όλοι, κι εγώ ακόμη περισσότερο! Αν η σούπερ-κονταμίνη ενεργεί μονάχα μετά την επίσκεψη ενός δρομόζωου, τότε ποιος ο λόγος να παραμένει μυστικό;»
Ο Μπ' ντικκάτ σηκώθηκε στα πόδια του πειραγμένος. Έσμιξε τα φρύδια του, αλλά δεν μπόρεσε να βρει λόγια να υπερασπίσει τον εαυτό του.
Η Λαίδη Ντα, πρώην αυτοκράτειρα μιας γκρεμισμένης αυτοκρατορίας, απευθύνθηκε στην άλλη με επισημότητα αλλά και σθένος. «Βγάλτε τα απέξω ώστε να τα αγγίξουν τα δρομόζωα. Θα πονέσουν. Ύστερα ο Μπ' ντικκάτ θα μπορεί να τους δώσει το φάρμακο όταν το κρίνει ασφαλές. Σας ζητώ την άδεια ν' αποσυρθώ, κυρία...»
Ο Μέρσερ πρόλαβε να την αρπάξει πριν σωριαστεί καταγής.
«Υποφέρατε
αρκετά», είπε η Λαίδη Τζοάννα. «Ένα σκάφος εφόδου με βαριά εξοπλισμένους άντρες
ξεκίνησε κιόλας για το δορυφόρο σας. Θα συλλάβουν το ιατρικό προσωπικό και θα
βρουν ποιος ευθύνεται για το έγκλημα κατ' αυτών των παιδιών».
Ο
Μέρσερ βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει: «Θα τιμωρήσετε τον υπεύθυνο γιατρό;»
«Εσείς
μιλάτε για τιμωρία;» φώναξε η γυναίκα. «Εσείς!»
«Είναι
δίκαιο. Τιμωρήθηκα για κάτι κακό που έκανα. Γιατί να μην τιμωρηθεί κι εκείνος;»
«Τιμωρία...
τιμωρία! » του φώναξε η Λαίδη Τζοάννα. «Όλο η ίδια λέξη. Θα θεραπεύσουμε εκείνο
το γιατρό. Θα θεραπεύσουμε κι εσένα, αν μπορέσουμε».
Ο Μέρσερ άρχισε να κλαίει. Σκεφτόταν τους ωκεανούς της ευτυχίας που του είχε προσφέρει η σούπερ κονταμίνη, ξεχνώντας τους φρικαλέους πόνους και τις παραμορφώσεις του Σαγιόλ. Δε θα ξανάβλεπε τη βελόνα; Δεν μπορούσε καν να φανταστεί πώς θ' άντεχε να ζήσει μακριά από τον Σαγιόλ. Δε θα υπήρχε πια άλλος καλοκάγαθος Μπ' ντικκάτ να τον φροντίζει με τα μαχαίρια του;
Σήκωσε το δακρυσμένο πρόσωπό του προς τη Λαίδη Τζοάννα Γκνέηντ και είπε βραχνά, «Κυρία, είμαστε όλοι τρελοί σε τούτο τον τόπο. Δε νομίζω να θέλουμε καν να φύγουμε».
Η Λαίδη Τζοάννα γύρισε αλλού το πρόσωπό της, νιώθοντας να την πνίγει μια απέραντη συμπόνια. Τα επόμενα λόγια της απευθύνονταν στον Μπ' ντικκάτ. «Είσαι σοφός και καλός, έστω κι αν δεν είσαι άνθρωπος. Δώσ' τους όλο το φάρμακο που μπορούν ν' αντέξουν. Η Λυσιτέλεια θ' αποφασίσει τι μπορεί να γίνει για όλους σας. Θα επιθεωρήσω τον πλανήτη σας με στρατιώτες ρομπότ. Θα είναι ασφαλή τα ρομπότ μου, αγελαδάνθρωπε;»
Στον Μπ' ντικκάτ δεν άρεσε το αστόχαστο όνομα με το οποίο τον είχε αποκαλέσει, αλλά δεν της κράτησε κακία. «Τα ρομπότ δε θα κινδυνέψουν, κυρία, αλλά τα δρομόζωα θα ερεθιστούν αν δεν μπορούν να τα ταίσουν και να τα θεραπεύσουν από κάτι. Στείλτε όσο λιγότερα μπορείτε. Δεν ξέρουμε τι βιολογικό κύκλο έχουν τα δρομόζωα».
«Όσο λιγότερα μπορώ», συμφώνησε η γυναίκα. Σήκωσε το κεφάλι της και έγνεψε προστακτικά σε κάποιον τεχνικό ασύλληπτες αποστάσεις μακριά. Ο άοσμος καπνός άρχισε να στροβιλίζεται γύρω της, και η εικόνα της χάθηκε.
Μια στριγκή, κεφάτη φωνή ακούστηκε. «Σας έφτιαξα το παράθυρο», είπε το τελωνειακό ρομπότ. Ο Μπ' ντικκάτ το ευχαρίστησε αφηρημένα. Βοήθησε τον Μέρσερ και τη Λαίδη Ντα να φτάσουν ως την πόρτα. Δεν πρόλαβαν καλά καλά να βγουν έξω, όταν τους δάγκωσαν τα δρομόζωα. Δεν είχε σημασία.
Βγήκε κι ο ίδιος ο Μπ' ντικκάτ κουβαλώντας τα παιδιά με τα τέσσερα πελώρια, τρυφερά χέρια του. Ακούμπησε τα αναίσθητα κορμάκια στο έδαφος μπροστά στον οικίσκο. Ύστερα στάθηκε να παρακολουθήσει καθώς σπαρταρούσαν κάτω από την εισβολή των δρομόζωων. Ο Μέρσερ και η Λαίδη Ντα πρόσεξαν άτι τα καστανά αγελαδινά μάτια του ήταν κόκκινα, και τα τεράστια μάγουλά του δακρυσμένα.
Πέρασαν ώρες ή αιώνες.
Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει;
Το κοπάδι επέστρεψε στη συνηθισμένη του ζωή, μονάχα που τώρα η βελόνα έφτανε πιο συχνά. Ο πρώην κυβερνήτης Σουζντάλ αρνήθηκε τη βελόνα σαν έμαθε τα νέα. Όταν ήταν σε θέση να περπατήσει, ακολουθούσε τα ρομπότ καθώς τριγύριζαν φωτογραφίζοντας, παίρνοντας δείγματα εδάφους και μετρώντας τα σώματα. Τα ρομπότ έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το βουνό του καπετάνιου Αλβάρες και ομολόγησαν οτι δεν ήταν σίγουρο κατά πόσο έκρυβε ή όχι οργανική ζωή. Το βουνό φαινόταν ν' αντιδρά στη σούπερ-κονταμίνη, αλλά δε βρήκαν ίχνος αίματος ή καρδιακού σφυγμού. Κάποια υγρασία, κινούμενη από τα δρομόζωα, φαινόταν να έχει αντικαταστήσει τις κάποτε ανθρώπινες οργανικές λειτουργίες.
Και ύστερα, νωρίς κάποιο πρωί, οι ουρανοί άνοιξαν.
Το ένα διαστημόπλοιο μετά το άλλο άρχισαν να προσεδαφίζονται. Άνθρωποι βγήκαν από μέσα, άνθρωποι ντυμένοι με ρούχα.
Τα δρομόζωα αγνόησαν τους νεοφερμένους. Ο Μέρσερ, που έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, προσπάθησε στη θολούρα του να καταλάβει τι συνέβαινε. Τελικά κατάλαβε ότι τα σκάφη ήταν φορτωμένα ως τα μπούνια με συσκευές επικοινωνιών, και πως οι «άνθρωποι» ήταν είτε ρομπότ είτε είδωλα ανθρώπων που βρίσκονταν σε άλλους κόσμους.
Τα ρομπότ συγκέντρωσαν γοργά το κοπάδι χρησιμοποιώντας καροτσάκια, κουβάλησαν τους εκατοντάδες ανεγκέφαλους του Σαγιόλ στην περιοχή προσεδάφισης.
Ο Μέρσερ άκουσε μια γνώριμη φωνή. Ήταν της Λαίδης Τζοάννα Γκνέηντ.
«Σηκώστε με ψηλά», είπε προστακτικά η γυναίκα. Η μορφή της υψώθηκε και μεγάλωσε μέχρι που έφτασε σε μέγεθος σχεδόν όσο το ένα τέταρτο εκείνης του καπετάνιου Αλβάρες. Η φωνή της έγινε ανάλογα πιο δυνατή.
«Ξυπνήστε τους όλους», πρόσταξε.
Ρομπότ άρχισαν να περιφέρονται ανάμεσά τους, ραντίζοντάς τους μ' ένα αέριο που ήταν ταυτόχρονα σιχαμερό και γλυκό. Ο Μέρσερ ένιωσε το μυαλό του να ξεθολώνει. Η σούπερ-κονταμίνη εξακολουθούσε να επενεργεί στα νεύρα και τις φλέβες του, αλλά ο εγκεφαλικός φλοιός του ήταν απαλλαγμένος από την επίδρασή της. Τώρα μπορούσε να σκεφτεί καθαρά.
«Σας φέρνω», φώναξε η συμπονετική γυναικεία φωνή της Λαίδης Τζοάννα, «την απόφαση της Λυσιτέλειας για τον πλανήτη Σαγιόλ.
«Πρώτο: Ο ιστολογικός εφοδιασμός θα συνεχιστεί και τα δρομόζωα δε θα πειραχτούν. Τμήματα από ανθρώπινα σώματα θ' αφεθούν εδώ να καλλιεργηθούν και τα μοσχεύματα θα συγκεντρώνονται από ρομπότ. Κανένας άνθρωπος ή ανδροειδές δε θα ξανασταλθεί ποτέ στον πλανήτη.
»Δεύτερο: Ο υπάνθρωπος Μπ' ντικκάτ, βοοειδούς προέλευσης, θα αμειφθεί με την άμεση επιστροφή του στη Γη. Θα του πληρωθεί το διπλάσιο των μισθών που θα κέρδιζε συμπληρώνοντας τη χιλιετία».
Η
φωνή του Μπ' ντικκάτ, δίχως ενίσχυση, ήταν σχεδόν το ίδιο δυνατή όσο η δική
της από τον ενισχυτή. «Λαίδη!», φώναξε. «Λαίδη Τζοάννα!» Το πελώριο κορμί του
μόλις κι έφτανε ως τον ποδόγυρο της τηβέννου στους αστράγαλους του ειδώλου της.
Η
γυναίκα τον κοίταξε από ψηλά και τον ρώτησε με φιλική φωνή: «Τι θέλεις, Μπ'
ντικκάτ;»
«Αφήστε
με να τελειώσω πρώτα τη δουλειά μου εδώ», φώναξε, έτσι που η φωνή του ακούστηκε
απ' όλους. «Αφήστε με να τελειώσω πρώτα με τη φροντίδα αυτών των ανθρώπων».
Όλα τα βιολογικά δείγματα που είχαν λογική τον άκουγαν με προσήλωση. Οι ανεγκέφαλοι πάσχιζαν να ξαναχωθούν στη μαλακιά γη, χρησιμοποιώντας γι' αυτό τα ισχυρά τους γαμψώνυχα. Όταν κάποιος άρχιζε να εξαφανίζεται στην άμμο, ένα ρομπότ τον άρπαζε από μια άκρη και τον τραβούσε πάλι στην επιφάνεια.
«Τρίτο: Θα γίνει κεφαλοτομή σε όλους όσοι έχουν ανεπανόρθωτα κατεστραμμένο εγκέφαλο. Τα σώματά τους θ' αφεθούν εδώ. Τα κεφάλια τους θα μεταφερθούν αλλού για να θανατωθούν με τον πιο ανθρωπιστικό τροπό που γνωρίζουμε, ίσως με μια μεγάλη δόση σούπερ-κονταμίνης».
«Η τελευταία επίσκεψή τους στον παράδεισο», μουρμούρισε ο κυβερνήτης Σουζντάλ που στεκόταν κοντά στον Μέρσερ. «Είναι αρκετά δίκαιο».
«Τέταρτο:», συνέχισε η φωνή της Λαίδης Τζοάννα. «Ανακαλύφθηκε πως τα παιδιά ήταν οι τελευταίοι νόμιμοι κληρονόμοι της Αυτοκρατορίας. Ο υπερβάλλων ζήλος ενός αξιωματούχου έγινε αιτία να σταλούν εδώ ώστε να μην εγείρουν αξιώσεις όταν μεγαλώσουν. Ο γιατρός υπάκουσε στις διαταγές δίχως να τις αμφισβητήσει. Και ο αξιωματούχος και ο γιατρός θεραπεύτηκαν ήδη, και οι αναμνήσεις της πράξης τους σβήστηκαν, ώστε να μη νιώθουν ντροπή ή τύψεις γι' αυτό που έκαναν».
«Αυτό είναι άδικο», φώναξε ο μισο-άνθρωπος. «Θα 'πρεπε να τιμωρηθούν όπως κι εμείς!»
Η Λαίδη Τζοάννα τον κοίταξε από ψηλά. «Οι τιμωρίες τέλειωσαν. Θα σας δώσουμε ό,τι επιθυμείτε, εκτός από τον πόνο κάποιου άλλου. Συνεχίζω».
»Πέμπτο: Εφόσον κανένας σας δεν επιθυμεί να συνεχίσει την προηγούμενη ζωή του, θα σας μεταφέρουμε σ' έναν κοντινό πλανήτη. Είναι παρόμοιος με τον Σαγιόλ, αλλά πολύ πιο όμορφος. Εκεί δεν υπάρχουν δρομόζωα».
Στα λόγια αυτά σάλος κι οχλοβοή ξέσπασαν στο κοπάδι. Φώναξαν, έκλαιγαν, βλαστημούσαν, ικέτευαν. Όλοι τους λαχταρούσαν τη βελόνα, και αν για να την έχουν έπρεπε να παραμείνουν στον Σαγιόλ, τότε θα έμεναν.
«Έκτον», συνέχισε το γιγάντιο είδωλο της γυναίκας, υπερκαλύπτοντας την οχλοβοή με τη δυνατή, αλλά θηλυκιά φωνή της. «Δε θα έχετε σούπερ-κονταμίνη στον καινούριο πλανήτη, αφού δίχως τα δρομόζωα θα σας σκότωνε. Αλλά θα σας διαθέσουμε σκούφους. Θυμηθείτε τους σκούφους. Θα προσπαθήσουμε να σας θεραπεύσουμε και να σας ξανακάνουμε ανθρώπους. Αλλά αν εγκαταλείψετε τον αγώνα, δε θα σας εξαναγκάσουμε σε τίποτα. Οι σκούφοι είναι πολύ ισχυροί' με την κατάλληλη ιατρική φροντίδα, θα μπορείτε να ζήσετε πολλά χρόνια υπό την επίδρασή τους».
Σιωπή έπεσε στο κοπάδι. Ο καθένας με τον τρόπο του προσπαθούσε να συγκρίνει τους ηλεκτρικούς σκούφους που ερέθιζαν τα κέντρα ηδονής του εγκεφάλου με το ναρκωτικό που χίλιες φορές τους είχε πνίξει στην ηδονή. Το μουρμουρητό τους έμοιαζε μάλλον με συγκατάθεση.
«Έχετε
καμιά ερώτηση;» είπε η Λαίδη Τζοάννα.
«Πότε
θα έχουμε τους σκούφους;» φώναξαν μερικοί. Ήταν ακόμη αρκετά άνθρωποι για να γελάσουν
με την ίδια τους την ανυπομονησία.
«Σύντομα»,
τους καθησύχασε η γυναίκα, «πολύ σύντομα».
«Πολύ
σύντομα», επανέλαβε σαν αντίλαλος ο Μπ' ντικκάτ, καθησυχάζοντας κι αυτός τους
προστατευόμενους του, έστω κι αν είχε απαλλαγεί από την ευθύνη τους.
«Έχω μια ερώτηση», φώναξε η Λαίδη Ντα.
«Κυρία...;» έκανε η Λαίδη Τζοάννα, με
τον ανάλογο σεβασμό προς μια πρώην αυτοκράτειρα.
«Θα μας επιτρέπεται ο γάμος;»
Η
Λαίδη Τζοάννα φάνηκε να μένει εμβρόντητη. «Δεν ξέρω». 'Ύστερα χαμογέλασε. «Όμως
δε βλέπω για ποιο λόγο να μη σας επιτραπεί...»
«Ζητώ
αυτόν τον άντρα, τον Μέρσερ», δήλωσε η Λαίδη Ντα. «Όταν τα ναρκωτικά ήταν στο
αποκορύφωμα της δύναμής του και οι πόνοι στο πιο αβάσταχτο σημείο τους, ήταν ο
μόνος που πάντοτε προσπαθούσε να κρατήσει τις σκέψεις του. Μπορώ να τον έχω;»
Ο Μέρσερ σκέφτηκε ότι μάλλον τα κανόνιζαν χωρίς τον ξενοδόχο, αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένος που δεν είπε τίποτα. Η Λαίδη Τζοάννα τον κοίταξε διαπεραστικά και μετά κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Ύστερα σήκωσε τα χέρια της σε μια κίνηση ευλογίας κι αποχαιρετισμού.
Τα ρομπότ άρχισαν να συνάζουν το ροδαλό κοπάδι σε δυο ομάδες. Η μια ομάδα θ' αναχωρούσε με σκάφος για ένα νέο κόσμο, νέα προβλήματα και νέα ζωή. Η άλλη ομάδα, άσχετα πόσο τα μέλη της πάσχιζαν να τρυπώσουν μέσα στο χώμα, συγκεντρώθηκε για να τους αποδοθεί η τελευταία τιμή που μπορούσε ν' αποτείνει η ανθρωπότητα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Μπ' ντικκάτ, αφήνοντας όλους τους άλλους, φορτώθηκε την μπουκάλα του και προχώρησε στην πεδιάδα προς το ζωντανό βουνό του Αλβάρες. Είχε να του προσφέρει ένα ιδιαίτερα πλούσιο δώρο ευτυχίας.