Ο Γιός του Σελυλόϊντ

Clive Barker
Son of Celluloid (1986)
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου

ΈΝΑ: ΠΡΟΣΕΧΩΣ

Ο Μπαρμπέριο αισθανόταν υπέροχα παρά το τραύμα από σφαίρα. Εντάξει, κάτι τον πλάκωνε στο στήθος όταν ανάσαινε βαθιά, η πληγή στο μηρό του δεν ήταν πια και χάρμα οφθαλμών, αλλά τον είχαν πυροβολήσει κάμποσες φορές στο παρελθόν και πάντα έβγαινε χαμογελώντας από το λούκι. Τουλάχιστον ήταν ελεύθερος: αυτό μετρούσε. Κανένας, ορκίστηκε, κανένας δε θα τον έκλεινε ξανά μέσα, καλύτερα ν' αυτοκτονούσε παρά να ξαναπήγαινε φυλακή. Αν στεκόταν άτυχος και τον στρίμωχναν τελικά οι μπάτσοι, θα έχωνε το πιστόλι στο στόμα και θα τίναζε τα μυαλά του στον αέρα. Πάντως ζωντανό στη στενή δε θα τον έσερναν.

Η ζωή σου φαινόταν ατέλειωτη όταν ήσουν μαντρωμένος και αναγκασμένος να μετράς τα δευτερόλεπτα. Χρειάστηκε μόνο δυο μήνες για να χωνέψει αυτό το μάθημα. Η ζωή ήταν ατέλειωτη και επαναλαμβανόμενη και εξουθενωτική, κι άμα δεν πρόσεχες, γρήγορα άρχιζες να σκέφτεσαι πως κάλιο ο θάνατος παρά να τρως τις μέρες σου στο λάκκο με τα σκατά που σ' είχαν ρίξει. Κάλιο να κρεμαστείς από το κάγκελο με τη ζώνη σου μέσα στη μαύρη νύχτα παρά να αντιμετωπίσεις την ανυπόφορη πλήξη άλλων είκοσι τεσσάρων ωρών ή ογδόντα έξη χιλιάδων τετρακοσίων δευτερολέπτων.

Γι' αυτό και ο Μπαρμπέριο τα 'παιξε όλα για όλα.

Πρώτα αγόρασε όπλο από τη μαύρη αγορά της φυλακής. Του κόστισε ό,τι είχε και δεν είχε, χώρια κάτι υποχρεώσεις στην απέξω που έπρεπε να τακτοποιήσει σύντομα αν ήθελε να ζήσει. Και στη συνέχεια έκανε την πιο μπανάλ κίνηση του παιχνιδιού: σκαρφάλωσε τον τοίχο. Όποιος κι αν ήταν ο προστάτης άγιος των ληστών ποτοπωλείων σ' αυτό τον κόσμο, του παραστάθηκε γενναία εκείνη τη νύχτα, γιατί κατόρθωσε ν' ανέβει το μαντρότοιχο, να πηδήξει και να εξαφανιστεί στο σκοτάδι χωρίς να τον πάρουν μυρωδιά ούτε τα σκυλιά.

Και οι μπάτσοι; Τα γάμησαν τελείως, όπως πάντα. Μάγκωσαν τον αδελφό και τη νύφη του και τους τραβολογούσαν για περίθαλψη εγκληματία ενώ οι καημένοι δεν ήξεραν καν ότι είχε δραπετεύσει. Έβγαλαν ανακοίνωση με την περιγραφή του πριν τη φυλάκιση, τότε που ήταν δέκα κιλά παχύτερος απ' όσο τώρα. Κι όλ' αυτά τα 'μαθε από την Τζέραλντιν, μια γκομενίτσα του παλιού καλού καιρού, που του είχε προσφέρει επίδεσμο για το πόδι και ένα μπουκάλι Σάουθερν Κόμφορτ, το οποίο φώλιαζε σχεδόν άδειο πια στην τσέπη του. Δέχτηκε το αλκοόλ και τη συμπάθεια και τράβηξε το δρόμο του, μ' όλες τις ελπίδες του για επιβίωση επενδυμένες στη θρυλική πλέον ηλιθιότητα των δυνάμεων της τάξεως και στον άγιο που τον είχε βοηθήσει μέχρι τώρα.

Τον άγιο τον αποκαλούσε Σινγκ-Σινγκ. Τον φανταζόταν σαν έναν καλοκάγαθο χοντρομπαλά με χαμόγελο τόσο πλατύ που το 'δενε στο σβέρκο, μ' ένα ματσούκι σαλάμι στο αριστερό χέρι, ένα φλιτζάνι καφέ στο δεξί. Και στο μυαλό του Μπαρμπέριο, o Σινγκ-Σινγκ μύριζε σαν την κουζίνα της μάνας του, όταν ακόμη η μανούλα ήταν καλά στο μυαλό της και είχε τον κανακάρη της κορώνα και τιμή της.

Δυστυχώς ο Σινγκ-Σινγκ θα κοίταζε αλλού όταν ο ένας και μοναδικός μπάτσος με αετίσιο μάτι στην πόλη είδε τον Μπαρμπέριο να ρίχνει ένα κατούρημα σε κάποιο σοκάκι και, παρά την πανάρχαια περιγραφή, τον αναγνώρισε. Σπόρος, ούτε εικοσιπέντε χρονών, έξυνε, φαίνεται, τα νύχια του να γίνει ήρωας. Πολύ βλάκας για να μάθει το μάθημά του από την προειδοποιητική βολή του Μπαρμπέριο. Αντί να τρέξει να καλυφθεί, δίνοντας έτσι μιαν ευκαιρία στον Μπαρμπέριο να την κάνει, πήρε να κατεβαίνει το καλντερίμι σαν άγγελος εκδικητής.

Τι να 'κανε ο Μπαρμπέριο; Πυροβόλησε.

Ο πιτσιρικάς του το ανταπόδωσε. Κάπου εκεί πρέπει να μπήκε στη μέση ο Σινγκ-Σινγκ, χαλώντας το σημάδι του μπάτσου έτσι ώστε η σφαίρα που προοριζόταν για την καρδιά του Μπαρμπέριο να βρει το πόδι του, ενώ ταυτόχρονα οδήγησε το βλήμα του προστατευομένου του ίσια στη μύτη του αστυνομικού. O Αετομάτης σωριάστηκε σα να 'χε μόλις θυμηθεί ένα επείγον ραντεβού με το χώμα και ο Μπαρμπέριο το 'σκασε, βλαστημώντας, αιμορραγώντας και τρομοκρατημένος. Δεν είχε ποτέ πυροβολήσει άνθρωπο στη ζωή του' έκανε τώρα την αρχή και μάλιστα με μπάτσο. Αυτό κι αν ήταν αστραπιαία μύηση στην τέχνη!

Ο Σινγκ-Σινγκ όμως δεν τον είχε απαρνηθεί. Η σφαίρα στο μπούτι πονούσε, αλλά η επέμβαση της Τζέραλντιν σταμάτησε την αιμορραγία και το ποτό έκανε θαύματα για τον πόνο. Νάτος λοιπόν μιάμιση μέρα μετά, κουρασμένος αλλά ζωντανός, να προσπαθεί να διασχίσει μια πόλη τόσο φίσκα στους μανιασμένους μπάτσους που θύμιζε παρέλαση ψυχοπαθών στο χορό της αστυνομίας. Τώρα το μόνο που ζητούσε από τον προστάτη του ήταν μια γωνίτσα να ξαποστάσει. Όχι για πολύ, ίσα-ίσα να πάρει μιαν ανάσα και να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις του. Δε θα 'λεγε βέβαια όχι και για μια-δυο ώρες ύπνο.

Το θέμα ήταν, τον πονούσε πάλι η κοιλιά του, όπως τόσο συχνά τον τελευταίο καιρό, ένας ύπουλος πόνος που του ροκάνιζε, θαρρείς, τα σωθικά. Καλό θα 'ταν να έβρισκε ένα τηλέφωνο, αφού αναπαυόταν όμως λίγο, να έπαιρνε την Τζέραλντιν και να την έπειθε να του φέρει ένα γιατρό με μπέσα -στην ανάγκη, ας έστηνε και τον κώλο της! Λογάριαζε να φύγει από την πόλη πριν τα μεσάνυχτα, αλλά αυτό φαινόταν αδύνατο τώρα. Παρά τον κίνδυνο, έπρεπε να μείνει εκεί ένα ακόμη βράδυ, ίσως και την επόμενη μέρα. Θα την έκανε για κάπου αλλού μόλις συνερχόταν λίγο' στην ύπαιθρο θα έβρισκε έναν αλμπάνη να του βγάλει τη σφαίρα από το πόδι.

Γαμώ το, τον πέθαινε η κοιλιά του. Κατά τη γνώμη του ήταν έλκος και το 'χε πάθει από τις βρωμιές που αποκαλούσαν φαΐ στη φυλακή. Οι πιο πολλοί συνάδελφοι εκεί είχαν πρόβλημα με τα στομάχια και το χέσιμο. Θα του περνούσε αν έκανε για λίγες μέρες δίαιτα με πίτσα και μπύρες, γι' αυτό ήταν σίγουρος.

Η λέξη καρκίνος δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο του Μπαρμπέριο. Δε σκεφτόταν ποτέ τις θανατηφόρες ασθένειες, ιδίως σε σχέση με τον εαυτό του. Αυτό θα ήταν σα να ανησυχούσε το μοσχάρι για μια παρανυχίδα καθώς προχωρούσε για να συναντήσει το χασάπη. Οι άνθρωποι του σιναφιού του, όντας μόνιμα περιτριγυρισμένοι από φονικά όπλα, δε φαντάζονται ποτέ ότι θα πεθάνουν από κακοήθη όγκο στην κοιλιά. Όμως, στην περίπτωση του Μπαρμπέριο, αυτό ήταν που προκαλούσε τον πόνο.

Το οικόπεδο πίσω από το σινεμά Μούβι Πάλας φιλοξενούσε παλιά ένα εστιατόριο, αλλά μια πυρκαγιά το είχε καταστρέψει τρία χρόνια πριν και το έδαφος δεν είχε καθαριστεί από τότε. Μια και η περιοχή ήταν μάλλον υποβαθμισμένη, κανείς δεν έδειξε ενδιαφέρον για ανοικοδόμηση. Η γειτονιά έσφυζε κάποτε από ζωή, αλλά αυτό παλιά, στη δεκαετία του '60, άντε αρχές του '70. Για δέκα χρόνια τα κέντρα διασκέδασης -εστιατόρια, μπαρ, κινηματογράφοι- άκμαζαν. Κατόπιν ήρθε η αναπόφευκτη κάμψη. Ολοένα λιγότεροι νέοι έρχονταν ν' αφήσουν τα λεφτά τους εκεί: καινούρια μαγαζιά είχαν ανοίξει, άλλα στέκια που μέτραγε να σε δουν. Τα μπαρ έκλεισαν πρώτα, ακολούθησαν τα εστιατόρια. Μόνο το Μούβι Πάλας έμενε, ως σύμβολο παλιότερων και αθωότερων εποχών, σε μια περιοχή που χρόνο με το χρόνο ξέφτιζε, γινόταν όλο και πιο επικίνδυνη.

Η ζούγκλα των περιπλοκάδων και των σάπιων μαδεριών βόλευε μια χαρά τον Μπαρμπέριο. Το πόδι του κόντευε να τον πεθάνει, παραπατούσε από την κούραση, ο πόνος στην κοιλιά του χειροτέρευε. Χρειαζόταν επειγόντως μια γωνιά να ξεκουράσει τα κοκαλάκια του. Να τελειώσει το Σάουθερν Κόμφορτ και να σκεφτεί την Τζέραλντιν.

Η ώρα ήταν 1.30 π.μ.' το οικόπεδο τόπος συνάντησης των γατιών. Μαζεύτηκαν ξαφνιασμένα όταν τον είδαν να σπρώχνει τις σανίδες του φράχτη και να γλιστράει στις σκιές. Το καταφύγιο βρώμαγε κατουρλιό, γατίσιο και ανθρώπινο, σκουπίδια, παλιές φωτιές, αλλά εκείνος το 'νιωθε απαραβίαστο άσυλο.

Ο Μπαρμπέριο στηρίχτηκε στον πίσω τοίχο του Μούβι Πάλας, έγειρε το κεφάλι στο μπράτσο του και ξέρασε το ποτό που είχε πιει, ανακατωμένο με τα υγρά του στομαχιού του. Κατά μήκος του τοίχου, κάποια πιτσιρίκια είχαν φτιάξει μια αυτοσχέδια καλύβα από μισοκαμένα ξύλα και σκουριασμένα σίδερα. Ιδανικό, σκέφτηκε' άσυλο μέσα στο άσυλο. Ο Σινγκ-Σινγκ του χαμογελούσε από ψηλά. Βογκώντας (η κοιλιά ήταν για τ' ανάθεμα απόψε) προχώρησε τρικλίζοντας και σέρνοντας ' σχεδόν μπήκε στην παράγκα.

Είχαν κι άλλοι χρησιμοποιήσει τούτο το μέρος για ύπνο: ένιωσε κάτι νοτισμένα τσουβάλια καθώς καθόταν και άκουσε μια μποτίλια να τσουγκρίζει σ' ένα τούβλο κάπου στα αριστερά του. Μια ανυπόφορη μυρωδιά πλανιόταν 'στον αέρα, η μπόχα ξεχειλισμένων υπόνομων, μα ο Μπαρμπέριο αποφάσισε να μην της δώσει σημασία. Εντάξει, ήταν ένα άθλιο παράπηγμα, αλλά παράδεισος σε σύγκριση με τους δρόμους. Κάθισε με την πλάτη κόντρα στον τοίχο του Μούβι Πάλας και ξεφορτώθηκε τους φόβους του με μια μεγάλη, αργή εκπνοή.

Ούτε ένα τετράγωνο παραπέρα, μισό ίσως, άρχισε ο θρήνος της σειρήνας ενός περιπολικού, και η νεογέννητη αίσθησή του της ασφάλειας βούλιαξε χωρίς ν' αφήσει ίχνη. Ετοιμάζονταν για τη μεγάλη επίθεση τα γουρούνια, το ήξερε. Έπαιζαν τόσες ώρες μαζί του, αφήνοντάς τον να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει, περιτριγυρίζοντάς τον ωστόσο σαν καρχαρίες, ύπουλοι και αθόρυβοι, μέχρι να σιγουρευτούν ότι ήταν πολύ κουρασμένος για να προβάλλει αντίσταση. Γαμώ το, είχε σκοτώσει μπάτσο, θα τον λιάνιζαν άμα έπεφτε στα χέρια τους. Θα τον σταύρωναν.

Τι γίνεται τώρα Σινγκ-Σινγκ; Μη μου το παίζεις αδιάφορος, βοήθησέ με.

Για ένα λεπτό τίποτα. Κατόπιν ο άγιος του χαμογέλασε κι εκείνη τη στιγμή ένιωσε τους μεντεσέδες μιας πόρτας να μπήγονται στη ράχη του.

Διάολε! Πόρτα. Ακουμπούσε πάνω σε πόρτα.

Μουγκρίζοντας από τον πόνο, στράφηκε και ψηλάφισε την επιφάνεια πίσω του. Απ' όσο μπορούσε να καταλάβει, ήταν μια σχάρα εξαερισμού, όχι μεγαλύτερη από τρία τετραγωνικά πόδια. Ίσως οδηγούσε σ' ένα κελάρι, μπορεί και στην κουζίνα κάποιου νοικοκύρη' σε τελευταία ανάλυση, τι σκατά; Καλύτερα μέσα παρά έξω: τούτο ήταν το πρώτο μάθημα που διδάσκονταν τα μωρά, τους το μάθαιναν οι μαιευτήρες με απανωτά χαστούκια.

Η σειρήνα συνέχιζε το τραγούδι της, κάνοντας το πετσί του Μπαρμπέριο ανατριχιάζει. Βρωμερός ήχος. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει μόνο που την άκουγε.

Τα χοντρά του δάχτυλα έψαξαν τη σχάρα, αναζητώντας την κλειδαριά και φυσικά τη βρήκαν, μια σκουριασμένη μεταλλική πλάκα.

Σινγκ-Σινγκ, έλα ματάκια μου, βοήθά με κι αυτή τη φορά και μετά θα 'μαι δικός σου για πάντα.

Τράβηξε την κλειδαριά, αλλά γαμώ το, το παλιοσίδερο δε σκόπευε να υποχωρήσει εύκολα. Ή ήταν πιο ανθεκτική απ' ό,τι νόμιζε ή αυτός τα είχε πια φτύσει. Λίγο και από τα δύο μάλλον.

Το μπατσάδικο σίμωνε με το κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Η σειρήνα κάλυπτε το θόρυβο της δικής του πανικόβλητης ανάσας.

Έβγαλε το πιστόλι από την τσέπη του και το τοποθέτησε στη σχάρα σα λοστό. Βλαστημώντας έσπρωξε. Η κλειδαριά άνοιξε, μια βροχή από σκουριά έπεσε στο πρόσωπό του. Μόλις και μετά βίας κρατήθηκε να μη μπήξει μια κραυγή θριάμβου.

Τώρα το μόνο που έμενε ήταν ν' ανοίξει τη σχάρα και να περάσει από τούτο τον άθλιο κόσμο στο σκοτάδι.

Έχωσε τα δάχτυλά του στα κάγκελα και τράβηξε. Πόνος, μια ακολουθία πόνου που ξεκίνησε από την κοιλιά, κατέβηκε στους βουβώνες και το πόδι, κατέληξε στο κεφάλι. Ανοιξε, ανάθεμα σε, διέταξε τη σχάρα, σουσάμι, άνοιξε.

Η πόρτα του έκανε το χατίρι.

Ανοιξε ξαφνικά, ρίχνοντάς τον στα υγρά σακιά. Ξανασηκώθηκε αμέσως και έψαξε με τα μάτια το σκοτάδι μέσα σ' αυτό το σκοτάδι, που ήταν το εσωτερικό του Μούβι Πάλας.

Ας έρθουν οι τσόγλανοι τώρα, σκέφτηκε, ας φέρουν και τους φίλους τους. Τους έχω χεσμένους! Έκανε ζέστη εκεί μέσα. O αέρας της τρύπας μύριζε ξινισμένο λάχανο που σιγόβραζε χρόνια.

Είχε πάθει κράμπα στο πόδι και το κερατένιο τον πέθανε όταν πήγε να το πατήσει για να συρθεί στην πόρτα. Και την ώρα ακριβώς που περνούσε, η σειρήνα έστριψε στη γωνία και ο θρήνος της κόπασε απότομα. Τα πόδια του νόμου δεν ήταν αυτά που άκουγε να βροντοχτυπούν στο πεζοδρόμιο;

Στράφηκε αδέξια στο σκοτάδι, το πόδι του νεκρό βάρος, με το πέλμα πρησμένο ίσαμε ένα καρπούζι, κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ένιωσε την ικανοποίηση του άρχοντα που τραβάει τις γέφυρες, αφήνοντας τον εχθρό στην απέναντι μεριά της τάφρου. Ούτε που σκέφτηκε ότι οι μπάτσοι θα μπορούσαν εξίσου εύκολα ν' ανοίξουν την πόρτα και να τον ακολουθήσουν. Σα μικρό παιδί, ήταν σίγουρος πως κανείς δε θα τον έβρισκε εκεί μέσα. Όσο αυτός δεν έβλεπε τους διώκτες του, δεν τον έβλεπαν ούτε εκείνοι.

Δεν κατάλαβε αν οι αστυνομικοί τον ακολούθησαν στο οικόπεδο, αν τρύπωσαν στο ξεκοιλιασμένο εστιατόριο να τον ψάξουν. Πιθανόν τελικά να έκανε λάθος, ίσως κυνηγούσαν κάποιον άλλο φουκαρά... Ωραία, εντάξει, και τι έγινε... Είχε βρει μια φωλίτσα να ξαποστάσει, αυτό μετρούσε.

Περίεργο, ο αέρας δεν ήταν τελικά και τόσο κακός. Δε θύμιζε σε τίποτα το μπαγιάτικο αέρα αποθήκης ή σοφίτας, η ατμόσφαιρα στην κρυψώνα ήταν ζωντανή. Όχι καθαρός αέρας, σίγουρα όχι,

Μύριζε παλιό και μούχλα, κι όμως βούιζε. Τραγουδούσε στα αυτιά του, έκανε το δέρμα του να τσούζει ευχάριστα -όπως μετά από ένα κρύο ντους- ανέβαινε σα φίδι στη μύτη του κι έχωνε τα πιο παράξενα πράγματα στο κεφάλι του. Σα να 'χε μαστουρώσει με εκλεκτό πράμα: τόσο καλά. Το πόδι του δεν πονούσε πια ή, κι αν πονούσε, οι εικόνες στο μυαλό του τον βοηθούσαν να το ξεχάσει. Ξεχείλιζε από εικόνες: χορεύτριες και ζευγάρια που φιλιόνταν, αποχαιρετισμοί σε σταθμούς, παλιά σκοτεινά σπίτια, κωμικοί, καουμπόυς, περιπέτειες στο βυθό της θάλασσας - σκηνές που δε θα ζούσε ποτέ, ούτε σ' ένα εκατομμύριο χρόνια, αλλά που τον συγκινούσαν τώρα σαν έντονες, βιωμένες εμπειρίες, αληθινές και αναμφισβήτητες. Του ερχόταν να κλάψει με τους αποχαιρετισμούς, ήθελε όμως και να γελάσει με τους κωμικούς' τα μάτια του πετάγονταν έξω με τις κουκλάρες, άσε που οι καουμπόυς χρειάζονταν την ενθάρρυνσή του.

Τι σόι μέρος ήταν αυτό; Προσπάθησε να δει μέσα από τη λαμπρότητα των εικόνων, από τις αστραπές που κόντευαν να τον τυφλώσουν. Ο χώρος δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα πόδια σε φάρδος, αλλά είχε μεγάλο ύψος και φωτιζόταν από ένα τρεμουλιαστό φως που γλιστρούσε μέσα από τις χαραμάδες του εσωτερικού τοίχου. Ο Μπαρμπέριο ήταν πολύ ζαλισμένος για ν' αναγνωρίσει την προέλευση του φωτός, και τ' αυτιά του δεν έβγαζαν άκρη από τους διαλόγους της οθόνης, στην άλλη πλευρά του τοίχου. Έπαιζε το «Σατυρικόν», τη δεύτερη από τις δύο ταινίες του Φελίνι που πρόβαλλε το Πάλας στη μεταμεσονύχτια προβολή του εκείνο το Σάββατο.

Ο Μπαρμπέριο δεν είχε δει το φιλμ ούτε είχε ακούσει ποτέ για τον Φελίνι. Έτσι κι αλλιώς, θα το σιχαινόταν (ταινία για πουστάρες, ιταλιάνικες μαλακίες). Προτιμούσε τις υποβρύχιες περιπέτειες, τα πολεμικά. Α, και τις χορεύτριες. Οτιδήποτε με χορεύτριες.

Περίεργο λοιπόν, μόλο που ήταν μοναχός στην τρύπα του, είχε την αλλόκοτη αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν. Μέσα από το καλειδοσκόπιο των εικόνων που πλημμύριζαν το μυαλό του, ένιωθε μάτια -όχι λίγα, χιλιάδες- να τον περιεργάζονται. H αίσθηση δεν ήταν τόσο δυσάρεστη ώστε να σ' αναγκάσει να το ρίξεις στο πιοτό, αλλά κι αυτά τα ρημάδια δεν έκλειναν στιγμή, τον κοιτούσαν σα να 'ταν κάτι αξιοπερίεργο, μερικές φορές του γελούσαν, άλλοτε έκλαιγαν, όμως πάνω απ' όλα τον καταβρόχθιζαν τούτα τα πεινασμένα μάτια.

Μα και να τον ενοχλούσαν, δε μπορούσε πια να κάνει τίποτα γι' αυτό. Τα μέλη του είχαν παραδώσει το πνεύμα' δεν ένιωθε μήτε τα πόδια μήτε τα χέρια του. Δεν ήξερε -ευτυχώς γι' αυτόν- ότι το τραύμα του είχε ανοίξει στην προσπάθειά του να χωθεί στην κρυψώνα κι ότι τώρα αιμορραγούσε συνεχώς.

Γύρω στις 2.55 π.μ. και ενώ το «Σατυρικόν» έφτανε στο διφορούμενο τέλος του, ο Μπαρμπέριο πέθανε στο χώρο ανάμεσα στο κυρίως κτίριο και τον πίσω τοίχο του κινηματογράφου.

Το Μούβι Πάλας ήταν κάποτε ιεραποστολή, κι αν κοιτούσε προς τα πάνω την ώρα που ξεψυχούσε, θα έβλεπε ίσως μια αδέξια τοιχογραφία του Ουράνιου Δεσπότη και θα συμπέραινε τη δική του Ανάληψη. Πέθανε όμως με το βλέμμα στυλωμένο στις χορεύτριες, πράγμα που, για τον Μπαρμπέριο, ήταν και πρώτος θάνατος.

Ο ψευδότοιχος, η κατασκευή δηλαδή που άφηνε το φως της οθόνης να περάσει, είχε εγερθεί για να καλύψει την τοιχογραφία του Υψίστου. Ο τότε ιδιοκτήτης το θεώρησε μικρότερη ιεροσυλία από το να ασβεστώσει τελείως τον Κύριο και Θεό του, άλλωστε υποψιαζόταν ότι η σαπουνόφουσκα του σινεμά αργά ή γρήγορα θα έσκαγε. Σ' αυτήν την περίπτωση, θα έριχνε ξανά τον τοίχο και θα συνέχιζε με την επιχείρηση της λατρείας του Παντοδύναμου αντί της Γκάρμπο.

Δε συνέβη ποτέ. Η φούσκα, μολονότι εύθραυστη, δεν έσπασε. Ο Απιστος Θωμάς (κατά κόσμο Χάρη Κλήβελαντ) πέθανε, και ο χώρος ξεχάστηκε. Δεν υπήρχε πια άνθρωπος ζωντανός που να ξέρει την ύπαρξή του. Και όλη την πόλη να 'ψαχνε ο Μπαρμπέριο, πιο κρυφό μέρος ν' αφήσει τα κόκαλα του δε θα έβρισκε.

Ο χώρος ωστόσο, ο ίδιος του ο αέρας, είχε ζήσει τη δική του ζωή αυτά τα πενήντα χρόνια. Σα δεξαμενή, είχε αποθηκεύσει τα ηλεκτρικά βλέμματα χιλιάδων ματιών, δεκάδων χιλιάδων ματιών. Οι κινηματογραφόφιλοι είχαν ζήσει δια αντιπροσώπου επί μισόν αιώνα, ταυτίζοντας τα πάθη τους με τις παλλόμενες ψευδαισθήσεις, ενώ η ενέργεια των συναισθημάτων τους ολοένα δυνάμωνε σαν παλιό ξεχασμένο κονιάκ σ' εκείνο το μυστικό πέρασμα. Αργά ή γρήγορα έπρεπε να εκτονωθεί. Το μόνο που της έλειπε ήταν ένας καταλύτης.

Μέχρι που βρέθηκε ο καρκίνος του Μπαρμπέριο.

ΔΥΟ: ΤΟ ΕΡΓΟ

Μετά από είκοσι λεπτά αναμονής στο στενόχωρο φουαγιέ του Μούβι Πάλας, η κοπέλα με το κιτρινοκόκκινο εμπριμέ φόρεμα, άρχισε να δείχνει έντονα τα σημάδια της αδημονίας. Κόντευε τρεις το πρωί και το έργο είχε προ πολλού τελειώσει.

Οχτώ μήνες είχαν περάσει από τότε που ο Μπαρμπέριο ξεψύχησε στο πίσω μέρος του κινηματογράφου, οχτώ μήνες αναδουλειάς. Παρόλα αυτά, οι μεταμεσονύχτιες προβολές της Παρασκευής και του Σαββάτου τραβούσαν πάντα τον κόσμο. Απόψε το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο ταινίες του Κλιντ Ήστγουντ: γουέστερν σπαγγέτι. Το κορίτσι με το εμπριμέ φόρεμα δε φαινόταν φανατική του είδους στη Μπέρντι' εδώ που τα λέμε, αυτά τα φιλμ δεν άρεσαν γενικά στις γυναίκες. Θα είχε έρθει για τον Ήστγουντ κι όχι για τη βία, αν και η ίδια η Μπέρντι δεν είχε κατορθώσει ποτέ να καταλάβει τη γοητεία αυτού του στραβοχυμένου προσώπου.

«Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» ρώτησε η Μπέρντι. Το κορίτσι την κοίταξε αμήχανα.
«Περιμένω το φίλο μου», είπε. «Τον Ντην».
«Τον χάσατε;»
«Πήγε στην τουαλέτα μόλις τελείωσε το έργο κι ακόμα να γυρίσει».
«Δεν αισθανόταν... καλά;»
«Ω, όχι, μια χαρά ήταν», βιάστηκε ν' απαντήσει η κοπέλα, προστατεύοντας το συνοδό της από τη μομφή κατά της νηφαλιότητάς του.
«Θα στείλω κάποιον να τον ψάξει», είπε η Μπέρντι. Ήταν αργά, εκείνη ξεθεωμένη από την κούραση, οι αμφεταμίνες που είχε πάρει κόντευαν πια να ξεθυμάνουν. Η προοπτική να μείνει περισσότερο απ' ό,τι χρειαζόταν σ' αυτό το αχούρι δεν της ήταν διόλου ευχάριστη. Ήθελε να γυρίσει σπίτι της' να πέσει στο κρεβάτι της και να κοιμηθεί. Μόνο να κοιμηθεί. Στα τριάντα τέσσερά της, είχε παραιτηθεί πια από το σεξ. Το κρεβάτι ήταν για ύπνο, ιδιαίτερα για τα χοντρά κορίτσια.

Έσπρωξε την πόρτα αλέ-ρετούρ κι έχωσε το κεφάλι της στη σάλα. Μια βαριά μυρωδιά τσιγάρων, ποπ-κορν και ιδρώτα την τύλιξε' εδώ έκανε περισσότερη ζέστη απ' ό,τι στο φουαγιέ. «Ρίκι;»

Ο Ρίκι κλείδωνε την έξοδο κινδύνου στην άλλη άκρη του κινηματογράφου. «Η μυρωδιά εξαφανίστηκε εντελώς», της φώναξε.
«Ωραία». Λίγους μήνες πριν, η αίθουσα από την πλευρά της οθόνης βρωμούσε ανυπόφορα.
«Έρχεσαι σε παρακαλώ μισό λεπτό;» τον ρώτησε.
«Τι θες;»

Πήρε ν' ανεβαίνει αργά το στρωμένο με κόκκινη μακέτα διάδρομο προς το μέρος της, με τα κλειδιά να κρέμονται από τη ζώνη του. Το μακό του μπλουζάκι ανακοίνωνε ότι «Μόνον οι νέοι πεθαίνουν καλοί».

«Πρόβλημα;» είπε, ρουφώντας τη μύτη του.
«Μας ξέμεινε ένα κορίτσι. Λεει ότι έχασε το φίλο της στην τουαλέτα».
Ο Ρίκι συνοφρυώθηκε. «Στην τουαλέτα;»
«Ναι. Θα ρίξεις μια ματιά, αν δε σε πειράζει;»

Πότε επιτέλους θα έκοβε τις εξυπνάδες η φάλαινα; αναρωτήθηκε ο Ρίκι, ρίχνοντάς της ένα ζορισμένο χαμόγελο. Τον τελευταίο καιρό μόλις και μετά βίας άλλαζαν δυο κουβέντες. Έτσι γίνεται όταν μπλέκεται το σεξ με τη φιλία: στο τέλος πάντα την πληρώνει η φιλία. Αλλωστε η Μπέρντι είχε κάνει ορισμένες πολύ κακεντρεχείς (και ακριβέστατες) παρατηρήσεις για τους φίλους του κι εκείνος της είχε ανταποδώσει τα πυρά στο πενταπλάσιο. Έκαναν τέσσερις εβδομάδες να μιλήσουν μετά απ' αυτό. Τώρα υπήρχε μεταξύ τους μια ανήσυχη ανακωχή, περισσότερο για χάρη της πνευματικής τους υγείας παρά για οτιδήποτε άλλο. Δεν την τηρούσαν όμως με σχολαστική ακρίβεια.

Ο Ρίκι έκανε μεταβολή, κατέβηκε το διάδρομο και έστριψε στη σειρά Ε, που έβγαζε κατευθείαν στις τουαλέτες, κλείνοντας τις πολυθρόνες καθώς περνούσε. Είχαν δει καλύτερες μέρες αυτά τα καθίσματα, κάπου στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τώρα είχαν τα χάλια τους, χρειάζονταν καινούριες ταπετσαρίες ή και ολωσδιόλου αντικατάσταση. Μόνο στη σειρά Ε τέσσερις πολυθρόνες είχαν καταστραφεί πέρα από κάθε επισκευή, και το μάτι του πήρε μια πέμπτη, καινούριο θύμα, αποψινό. Κάποιο ανεγκέφαλο σκατό που έπληττε με την ταινία και/ή με τη γκόμενά του, κι ήταν πολύ μαστουρωμένο για να κουνήσει από τη θέση του. Υπήρξε εποχή που έκανε κι εκείνος τα ίδια, θεωρώντας τα αντίσταση ενάντια στους καπιταλιστές ιδιοκτήτες των κινηματογράφων. Υπήρξε εποχή που έκανε ό,τι μαλακία του περνούσε από το μυαλό.

Η Μπέρντι τον είδε να μπαίνει στις τουαλέτες των αντρών. Θα τη βρει, συλλογίστηκε μ' ένα πονηρό χαμόγελο, με κάτι τέτοια φτιάχνεται. Και να σκεφτείς ότι κάποτε τον γούσταρε (έξη μήνες πριν), τότε που της την έδιναν οι κοκαλιάρηδες άντρες με μύτη σαν του Ντουράντε και εγκυκλοπαιδική γνώση των φιλμ του Ντε Νίρο. Τώρα τον έβλεπε όπως ήταν, ξεβρασμένο ναυάγιο από το χαμένο πλοίο της ελπίδας. Συνέχιζε να μπουκώνεται με χάπια, εξακολουθούσε να το παίζει αμφιφυλόφιλος (στη θεωρία μόνο), ήταν ακόμα φανατικός οπαδός των πρώτων ταινιών του Πολάνσκι και του συμβολικού πασιφισμού. Τι διάολο χημική ουσία είχε ανάμεσα στα αυτιά του αυτή τη στιγμή; Ίδια με τη δική μου, μάλωσε τον εαυτό της, καθώς σκεφτόταν ότι παρόλα αυτά, είχε κάτι το σέξι πάνω του ο τσόγλανος.

Περίμενε για λίγο, με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. 'Όταν είδε ότι αργούσε, βγήκε στο φουαγιέ να ρίξει μια ματιά στην κοπέλα. Κάπνιζε ένα τσιγάρο σαν ερασιτέχνης ηθοποιός που δεν του είχε πάρει ακόμα τον αέρα, ακουμπισμένη στην κουπαστή της σκάλας, με τη φούστα τραβηγμένη ψηλά για να ξύνει πιο άνετα τα πόδια της.

«Το καλσόν μου», εξήγησε.
«Ο ταξιθέτης πήγε να βρει τον Ντην».
«Ευχαριστώ», συνέχισε να ξύνεται. «Μου φέρνουν φαγούρα, έχω αλλεργία».
Τα όμορφα πόδια της κοπέλας είχαν γεμίσει κοκκινίλες, κάτι που σίγουρα χαλούσε τη γενική εικόνα.
«Είναι που ζεστάθηκα και τσαντίστηκα», επεκτάθηκε στο θέμα η νεαρή. «Κάθε φορά που ζεσταίνομαι και τσαντίζομαι, με πιάνει η αλλεργία».
«Α, ναι;»
«Ο Ντην με παράτησε, είμαι σίγουρη. Με γράφει στα αρχίδια του, στα παλιά του τα παπούτσια».

Η Μπέρντι πρόσεξε ότι η μικρή ετοιμαζόταν να πατήσει τα κλάματα και αναστέναξε βαριεστημένη. Δεν τα κατάφερνε με τα δάκρυα. Τσακωμούς, ακόμη και ξύλο, εντάξει. Κλάματα, με τίποτα.

«Μη στενοχωριέσαι, θα γυρίσει», βρήκε μόνο να πει για να εμποδίσει το ξέσπασμα του κοριτσιού.
«Όχι, δε θα γυρίσει», είπε η κοπέλα. «Είναι καθίκι. Μου φέρεται σα να είμαι σκουπίδι, σ' όλους τα ίδια κάνει». Πάτησε τη γόπα με το κερασί της γοβάκι, προσέχοντας να σβήσει κάθε σπίθα.
«Οι άντρες δε δίνουν δυάρα για τίποτα, συμφωνείς;» ρώτησε, κοιτώντας τη Μπέρντι με αφοπλιστική αμεσότητα. Κάτω από το έμπειρο μακιγιάζ, διακρινόταν το νεανικό μουτράκι ενός κοριτσιού δεκάξι-δέκα επτά χρόνων, πάντως όχι περισσότερο. H μάσκαρα είχε τρέξει, και κάτω από τα μάτια της βάθαιναν οι μαβιοί κύκλοι της εξάντλησης.
«Όχι», απάντησε η Μπέρντι, μιλώντας από τη δική της οδυνηρή πείρα. «Όχι, δυάρα δε δίνουν».

Η Μπέρντι σκέφτηκε με παράπονο ότι ποτέ και με τίποτα δε θα κατόρθωνε να γίνει τόσο ελκυστική όσο αυτό το κουρασμένο νυμφίδιο. Τα μάτια της ήταν πολύ μικρά και τα μπράτσα της πολύ χοντρά. (Πες την αλήθεια, κορίτσι μου, είσαι χοντρή από την κορυφή ως τα νύχια). Αλλά τα μπράτσα ήταν το χειρότερό της χαρακτηριστικό, γι' αυτό ήταν σίγουρη. Υπήρχαν άντρες, πολλοί άντρες, που την έβρισκαν με τα μεγάλα βυζιά ή έναν τροφαντό κώλο, αλλά κανένας αρσενικός απ' όσους είχε γνωρίσει δε γούσταρε τα χοντρά χέρια. Όλοι ήθελαν να χωράει ο καρπός της κοπέλας τους ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη, ήταν ένας πρωτόγονος τρόπος μέτρησης της δέσμευσης. Οι καρποί της Μπέρντι όμως -κι αυτή ήταν η σκληρή αλήθεια δεν ξεχώριζαν από το υπόλοιπο του χεριού της. Τα χοντρά της δάχτυλα γίνονταν χοντρές παλάμες, κατόπιν χοντροί καρποί και στη συνέχεια χοντροί πήχεις, που έδιναν τη θέση τους σε χοντρά μπράτσα. Οι άντρες δε μπορούσαν να σφίξουν τον καρπό της γιατί δεν είχε καρπό, κι αυτό ήταν που τους απωθούσε. Ένας από τους λόγους τουλάχιστον. Ήταν επίσης και πάρα πολύ έξυπνη, σοβαρό μειονέκτημα αν θέλεις τους άντρες στα πόδια σου. Πάντως, η ίδια η Μπέρντι κατηγορούσε τα χοντρά της χέρια για την αποτυχία της στον έρωτα.

Ενώ τούτο το απολειφάδι είχε τα λεπτά μπράτσα Ινδής χορεύτριας, οι δε καρποί της ήταν ντελικάτοι σα γυαλί και εξίσου εύθραυστοι. Να δεις που άμα άνοιγε το στόμα της να μιλήσει, θα έβγαζε βατράχια από μέσα. Χριστέ μου, δηλαδή κρατούσε όλα τα ατού στα χέρια της η χαζοβιόλα!

«Πώς σε λένε;» τη ρώτησε.
«Λίντι Λι», απάντησε το κορίτσι. Τι άλλο;

 

Ο Ρίκι νόμισε ότι έκανε λάθος. Δε μπορεί να 'ναι αυτές οι τουαλέτες, είπε.

Στεκόταν σε κάτι που έμοιαζε με τον κεντρικό δρόμο συνοριακής πόλης, σαν αυτές που είχε δει σε διακόσια τουλάχιστον γουέστερν. Η αμμοθύελλα μαινόταν, αναγκάζοντάς τον να μισοκλείσει τα μάτια για ν' αποφύγει τις ριπές της σκόνης. Μέσα από το στρόβιλο του γκριζοκίτρινου αέρα διέκρινε, έκθαμβος, το Σαλούν και το Σταθμό του Σερίφη. Στη θέση των αποχωρητηρίων. Προαιρετικοί αγκαθωτοί θάμνοι χόρευαν στο ρυθμό του καυτού αέρα της ερήμου. Το έδαφος κάτω από τα πόδια του ήταν σκληρό, πατημένο χώμα. Πουθενά πλακάκια. Πουθενά τίποτα που να θυμίζει τουαλέτα.

Ο Ρίκι κοίταξε το δρόμο στα δεξιά του. Εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται ο τοίχος, ο δρόμος έσβηνε, χανόταν σε μια πλαστή προοπτική, μέσα σ' ένα ζωγραφισμένο μακρινό τοπίο. Ήταν ψεύτικα, φυσικά, η όλη ιστορία ήταν ένα ψέμα. Αν κατόρθωνε να συγκεντρωθεί, θα ανακάλυπτε πώς είχε δημιουργηθεί η οφθαλμαπάτη' θα ξεχώριζε τους προβολείς, τα κρυφά φωτιστικά εφφέ, τα ειδικά υφάσματα, τις μινιατούρες' όλα τα κόλπα του επαγγέλματος. Αλλά μόλο που συγκεντρώθηκε όσο περισσότερο του επέτρεπε το θολωμένο του μυαλό, δεν κατάφερε να βρει το πέπλο της παραίσθησης και να το σκίσει για να αποκαλυφθεί η πραγματικότητα.

Ο άνεμος σφύριζε, οι θάμνοι κυλούσαν στο δρόμο. Κάπου μέσα στην αντάρα, η πόρτα ενός αχυρώνα ανοιγόκλεινε αδιάκοπα μ' έναν ξερό κρότο. Μέχρι που μύριζε την κοπριά. Τα εφφέ ήταν τόσο τέλεια που του έκοβαν την ανάσα.

Πολύ ωραία, τα συγχαρητήριά του σ' όποιους είχαν στήσει αυτό το εξαιρετικό σκηνικό, υποκλινόταν στη μεγαλοφυία τους: μα ήταν πια καιρός να σταματήσει το παιχνίδι.

Στράφηκε προς την πόρτα της τουαλέτας. Έλειπε. Την είχε σβήσει ένα τείχος από σκόνη, και ξαφνικά ο Ρίκι ένιωσε μόνος και χαμένος.

Η πόρτα του αχυρώνα συνέχιζε ν' ανοιγοκλείνει. Φωνές ακούγονταν μέσα από το σίφουνα που όλο και δυνάμωνε. Πού ήταν το Σαλούν και ο Σταθμός του Σερίφη; Τα κάλυπτε κι εκείνα η σκόνη, είχαν γίνει αόρατα. Ο Ρίκι δοκίμασε ένα συναίσθημα που είχε να νιώσει από μικρός: τον πανικό του παιδιού που χάνει το χέρι του κηδεμόνα. Σ' αυτή την περίπτωση, o χαμένος γονιός ήταν τα λογικά του.

Κάπου στα αριστερά του, ένας πυροβολισμός αντήχησε στα βάθη της θύελλας, κάτι πέρασε ξυστά από δίπλα του, κι αμέσως μετά ένιωσε ένα κάψιμο στο αυτί του. Έφερε προσεχτικά το χέρι στο λοβό και άγγιξε το σημείο που πονούσε. Η σφαίρα είχε κόψει μέρος του αυτιού του, αφήνοντας μια καθαρή εγκοπή στο λοβό. Το σκουλαρίκι του είχε χαθείς μαζί με τη σάρκα' είδε τα δάχτυλά του λεκιασμένα με αίμα, πραγματικό αίμα. Ή τον είχαν σημαδέψει στο κεφάλι και αστόχησαν ή κάποιος του έπαιζε βρώμικα παιχνίδια.

«Δικέ μου, πού είσαι;» απευθύνθηκε κατευθείαν στη διεστραμμένη φαντασίωση, γυρνώντας απότομα, με την ελπίδα να αιφνιδιάσει τον «εχθρό». Μα δεν υπήρχε κανείς. Η σκόνη τον είχε κυκλώσει από παντού: δεν τολμούσε να πάει ούτε μπρος ούτε πίσω. Ίσως ο πιστολάς παραφύλαγε δυο βήματα πιο πέρα, περιμένοντας να κάνει ένα βήμα για να τον αποτελειώσει.

«Δε μ' αρέσουν αυτά», είπε μεγαλόφωνα ο Ρίκι, ελπίζοντας ότι ίσως ο αληθινός κόσμος τον άκουγε και επενέβαινε για να σώσει το ταραγμένο του μυαλό. Έψαξε στο πανταλόνι του για κάνα χάπι, οτιδήποτε που θα τον βοηθούσε ν' αντιμετωπίσει την κατάσταση, αλλά η λιακάδα κατά παραγγελία του είχε τελειώσει, δε βρήκε ούτε ένα ταπεινό βάλιουμ να σέρνεται στις ραφές της τσέπης του. Μωρέ, ώρα που τη βρήκε να χαθεί στους εφιάλτες του Ζέιν Γκρέι... ~

Αντήχησε και δεύτερος πυροβολισμός, μα τούτη τη φορά δεν τον συνόδεψε το σφύριγμα. Ο Ρίκι ήταν βέβαιος πως αυτό σήμαινε ότι τον είχαν πετύχει, αλλά καθώς δεν υπήρχε ούτε αίμα ούτε πόνος, δεν ήξερε να πει που.

Ακουσε την πόρτα του σαλούν ν' ανοίγει και τα βογκητά κάποιου άλλου ανθρώπου εκεί κοντά. Η θύελλα κόπασε για μια στιγμή. Πρόφτασε άραγε να δει το σαλούν, ένα νέο άντρα να βγαίνει τρικλίζοντας, αφήνοντας πίσω του ένα ζωγραφισμένο κόσμο τραπεζιών, καθρεφτών και πιστολάδων; Πριν σιγουρευτεί, η άμμος σκέπασε πάλι τα πάντα. Ο Ρίκι δεν πίστευε πια στα μάτια του. Και τότε ξαφνικά, είδε μπροστά του το νεαρό που έψαχνε, ένα μέτρο μακριά του, μισοπεθαμένο, με τα χείλη του μελανιασμένα. Έκανε ένα βήμα μπροστά κι έπεσε στην αγκαλιά του Ρίκι. Ούτε αυτός ήταν ντυμένος για το ρόλο: φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν και στο μακό μπλουζάκι του είχε ένα χαμογελαστό Μίκι Μάους.

Το αριστερό μάτι του Μίκι ήταν γεμάτο αίματα. Η σφαίρα είχε βρει την καρδιά του νεαρού.

Σπατάλησε τη στερνή του ανάσα για να ρωτήσει: «Τι σκατά γίνεται εδώ μέσα, δικέ μου;»

Για τελευταία λόγια, μπορεί να τους έλειπε το στυλ, αλλά ήταν φουλ στο συναίσθημα. Ο Ρίκι κοίταξε το παγωμένο πρόσωπο του νεαρού για μια στιγμή, κατόπιν ένιωσε ότι τα χέρια

`του δεν άντεχαν άλλο το νεκρό βάρος και άφησε το κορμί να πέσει. Την ώρα που το πτώμα σωριαζόταν χάμω, η σκόνη φάνηκε να μετατρέπεται στιγμιαία σε λεκιασμένα από κατουρλιά πλακάκια, αλλά αμέσως η παραίσθηση πήρε πάλι το προβάδισμα, και η άμμος ξανάρχισε να στροβιλίζεται και οι θάμνοι ξανάρχισαν να κυλούν, κι εκείνος ξαναβρέθηκε καταμεσής στη Μέιν Στρητ του Ντέντγουντ Ραντς, μ' ένα νεκρό στα πόδια του.

Ο Ρίκι ένιωσε ολόκληρο το σύστημά του να παραλύει. Του ήρθε να κατουρήσει, άλλο μισό λεπτό και θα έβρεχε το πανταλόνι του.

Κάπου, σκέφτηκε, κάπου σ' αυτόν τον άγριο κόσμο, υπάρχει ένα ουρητήριο. Ένας τοίχος γεμάτος μηνύματα, με αριθμούς τηλεφώνου για τους μανιακούς του σεξ, με πρόστυχα σκίτσα. Υπάρχει καζανάκι, θήκη για χαρτί υγείας, μονίμως άδεια, σπασμένη λεκάνη, η σιχαμερή μυρωδιά των κατουρλιών και των παλιών πορδών. Βρες το! Προς Θεού, βρες το πριν σου διαλύσει τελείως το μυαλό αυτός ο εφιάλτης.

Αν το Σαλούν και το Μπακάλικο είναι τα αποχωρητήρια, τότε το ουρητήριο πρέπει να βρίσκεται πίσω μου, σκέφτηκε o Ρίκι. Ωραία, τότε κάνε πίσω. Πάντως χειρότερα από το να στέκεσαι στη μέση του δρόμου και να σε σημαδεύουν σαν πήλινη κότα σε σφαιριστήριο, δε θα 'ναι.

Δύο βήματα, δύο προσεχτικά βήματα, και βρήκε μόνο κενό. Αλλά στο τρίτο -βρε, βρε, τι έχουμε εδώ;- το χέρι του άγγιξε κρύα πλακάκια. «Επιτέλους!» είπε. Ήταν το ουρητήριο' αγγίζοντάς το, ένιωσε σα να ανακάλυπτε χρυσάφι στα σκουπίδια. Απολυμαντικό δεν ήταν αυτό το θείο άρωμα που έβγαινε από τις αποχετεύσεις; Ήταν, μεγάλε, ήταν!

Κατέβασε το φερμουάρ κι άρχισε να κατουράει, πιτσιλίζοντας τα παπούτσια στη βιασύνη του. Τι διάολο, είχε καταφέρει να απαλλαγεί από την παραίσθηση. Αν γυρνούσε τώρα, θα τα έβρισκε όλα όπως τα ήξερε. Το σαλούν, ο νεκρός νεαρός, η θύελλα θα είχαν εξαφανιστεί. Όλα ήταν μια χημική αντίδραση, σκάρτα ναρκωτικά που δεν είχε αποβάλλει ο οργανισμός του και που τώρα έπαιζαν με τη φαντασία του. Καθώς τίναζε τις τελευταίες σταγόνες στα μπλε σουέτ παπούτσια του, ο πρωταγωνιστής μίλησε.

«Με τι δικαίωμα κατουράς στο δρόμο μου, μικρέ;»

Ήταν η φωνή του Τζών Γουέιν, απαράλλακτη μέχρι την τελευταία μακρόσυρτη συλλαβή, κι ακουγόταν ακριβώς από πίσω του. Ο Ρίκι ούτε που το σκέφτηκε να γυρίσει. Ο τόνος της φωνής, μ' εκείνη τη γνωστή τρομακτική ψυχραιμία, τον προειδοποιούσε: Είμαι έτοιμος να τραβήξω, αν τολμάς παίξ' το ήρωας. Ο καουμπόη ήταν οπλισμένος και το μόνο που κρατούσε ο Ρίκι στα χέρια του ήταν η ψωλή του, πράγμα που δε μπορούσε να συγκριθεί με περίστροφο, ακόμα κι αν την είχε μεγαλύτερη.

Αργά, προσεχτικά, έχωσε το «όπλο» στη θέση του, ανέβασε το φερμουάρ και σήκωσε ψηλά τα χέρια. Το ουρητήριο είχε πάλι εξαφανιστεί από μπροστά του. Η θύελλα μαινόταν: από το αυτί του έτρεχε αίμα.

«Βγάλε τώρα τη ζώνη και πέτα τη χάμω, καταλαβαίνεις τι σου λεω;» είπε ο Γουέιν.
«Ναι».
«Σιγά-σιγά, και φρόντισε να βλέπω τα χέρια σου». Χριστέ μου, ο τύπος μιλούσε σοβαρά.

Σιγά-σιγά, όπως τον είχε διατάξει, ο Ρίκι ξεκούμπωσε τη ζώνη του, την τράβηξε από τα θηλύκια του τζην και την έριξε στο πάτωμα. Τα κλειδιά έπρεπε να κουδουνίσουν στα πλακάκια, Θεέ μεγαλοδύναμε, μακάρι να κουδούνιζαν. Πού τέτοια τύχη όμως... Ακούστηκε μόνο ο πνιχτός ήχος του μέταλλου που πέφτει στην άμμο.

«Εντάξει», είπε ο Γουέιν. «Αρχίζεις να βάζεις μυαλό. Έχεις να πεις τίποτα που θα βελτιώσει τη θέση σου;»
«Συγνώμη, ίσως;» είπε φοβισμένος ο Ρίκι.
«Συγνώμη;»
«Που κατούρησα στο δρόμο».
«Η συγνώμη δε φτάνει», είπε ο Γουέιν.
«Λυπάμαι, στα αλήθεια λυπάμαι. Ήταν λάθος μου».
«Αρκετά σας ανεχτήκαμε εσάς τους ξένους στα μέρη μας. Πριν λίγο βρήκα έναν αλήτη με τα βρακιά κατεβασμένα να κάνει την ανάγκη του μέσα στο σαλούν. Αυτό κι αν ήταν γουρουνιά! Πού μάθατε γράμματα, παλιομπασταρδάκια; Στα ξιπασμένα σχολεία της ανατολικής ακτής;»
«Λυπάμαι σας λεω, ειλικρινά λυπάμαι».
«Αυτό έλειπε, να χαιρόσουν», βρυχήθηκε ο Γουέιν. «Μαζί με τον άλλον είσαι;»
«Κατά κάποιο τρόπο.»
«Τι ψωριάρικες κουβέντες είναι αυτές;» Έμπηξε το όπλο του στην πλάτη του Ρίκι: και δεν ήταν νεροπίστολο, αυτό σίγουρα. «Είσαι μαζί του ή όχι;»
«Απλά εννοούσα ότι -»
«Δεν εννοείς τίποτα στο χωριό μας, κύριος, μπήκες;» Το κλικ του κόκορα ακούστηκε καθαρά.
«Γιατί δε γυρνάς, γιόκα μου, να δω κι εγώ με τι έχω να κάνω;» Ο Ρίκι ήξερε τη σκηνή απέξω κι ανακατωτά. Ο «κακός» υπακούει, στρέφεται, κάνει να βγάλει το κρυμμένο πιστόλι και ο Γουέιν τον πυροβολεί. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς συζητήσεις περί σωστού ή λάθους' η σφαίρα αποτελειώνει τη δουλειά καλύτερα από τα λόγια.
«Γύρνα, είπα».

Πολύ αργά, φοβισμένος, ο Ρίκι γύρισε ν' αντιμετωπίσει τον άνθρωπο που είχε βγει σώος από χίλια πιστολίδια και τον είδε μπροστά του, τον ίδιο ή, μάλλον, μια εκπληκτική ενσάρκωσή του. Γουέιν της μέσης περιόδου, πριν παχύνει και αρρωστήσει. Ο Γουέιν του «Ρίο Γκράντε», κατασκονισμένος από το μεγάλο ταξίδι, τα μάτια του ελαφρώς αλλήθωρα από χρόνια και χρόνια ενατένισης του μακρινού ορίζοντα. Ο Ρίκι σιχαινόταν ανέκαθεν τα γουέστερν. Αντιπαθούσε το αφύσικο αντριλίκι, την εξιδανίκευση της βρωμιάς και του φτηνού ηρωισμού. Τα παιδιά της γενιάς του είχαν χώσει λουλούδια στις κάνες των όπλων, συμβολική χειρονομία που ο Ρίκι είχε τότε θαυμάσει. Εδώ που τα λέμε, ακόμη τη θαύμαζε. Τούτο το πρόσωπο, το τόσο κραυγαλέα αρρενωπό και αδέκαστο, αντιπροσώπευε ένα σωρό θανάσιμες ψευτιές -για την «ένδοξη» ιστορία των Αμερικανών αποίκων, την ηθική της αυτόματης απονομής δικαιοσύνης, την υποτιθέμενη τρυφερότητα βαθιά στην καρδιά των ανθρωπόμορφων αυτών θηρίων. Ο Ρίκι μισούσε τούτο το πρόσωπο. Λαχταρούσε να το χτυπήσει, η γροθιά του τον έτρωγε.

Αει σιχτίρ, αν ο τύπος, όποιος κι αν ήταν, σκόπευε να τον σκοτώσει, τι θα έχανε κάνοντάς του τα μούτρα κρέας; Η σκέψη έγινε πράξη: ο Ρίκι έσφιξε τη γροθιά του και κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο σαγόνι του Γουέιν. Ο ηθοποιός ήταν αργότερος από το είδωλό του στην οθόνη. Δεν πρόλαβε ν' αποφύγει το χτύπημα, και ο Ρίκι επωφελήθηκε για να του πετάξει το πιστόλι από το χέρι. Και συνέχισε μ' έναν καταιγισμό μπουνιών στο κορμί, ακριβώς όπως είχε δει στο σινεμά. Ήταν όντως μια θεαματικότατη επίδειξη.

Ο μεγαλόσωμος άντρας έκανε πίσω και το σπιρούνι του πιάστηκε στα μαλλιά του νεκρού αγοριού. Γλίστρησε, έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε, χάμω, νικημένος.

Έπεσε το κάθαρμα! Ο Ρίκι δοκίμασε για πρώτη φορά στη ζωή του μιαν απαράμιλλη συγκίνηση: την αγαλλίαση του σωματικού θριάμβου. Θεέ μου! Είχε ρίξει κάτω τον μεγαλύτερο καουμπόη του κόσμου. Η απροσδόκητη νίκη σκίασε την κριτική του ικανότητα.

Η αμμοθύελλα ξαφνικά αγρίεψε. Ο Γουέιν ήταν ακόμη ξαπλωμένος ένα κουβάρι στο χώμα, με τα αίματα να τρέχουν από τη σπασμένη μύτη και τα σκισμένα χείλη του. Η άμμος είχε αρχίσει ήδη να τον καλύπτει, παραπέτασμα που έπεφτε να σκεπάσει την ντροπή της ήττας του.

«Σήκω πάνω», πρόσταξε ο Ρίκι, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τις περιστάσεις πριν αλλάξουν σε βάρος του.
Ο Γουέιν χαμογέλασε.
«Λοιπόν, μικρέ», κάγχασε, τρίβοντας το πηγούνι του, «να δεις που τελικά θα τα καταφέρω να σε κάνω άντρα...»

Και το κορμί του άρχισε να διαβρώνεται κάτω από τη στεγνή βροχή της σκόνης, και μέσα σε μια στιγμή κάτι άλλο πήρε τη θέση του, κάτι που ο Ρίκι δε μπορούσε να προσδιορίσει. Μια φιγούρα που ήταν και δεν ήταν ο Γουέιν, μια μορφή που έπιασε να εκφυλίζεται μέχρι που δεν της απόμεινε κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό.

Η άμμος βομβάρδιζε τα πάντα, βούλωνε μάτια και αυτιά. O Ρίκι απομακρύνθηκε παραπατώντας από το πεδίο της μάχης, σαν από θαύμα βρήκε έναν τοίχο, μια πόρτα, και πριν προλάβει να καλοκαταλάβει τι γινόταν, η καταιγίδα τον ξέρασε στη σιωπή της σάλας του κινηματογράφου.

Εκεί, αν και είχε ορκιστεί να το παίζει ζόρικος από τότε που άφησε μουστάκι, έβγαλε μια φωνούλα που θα τη ζήλευε και η Φέι Ρέι και λιποθύμησε.

Στο φουαγιέ η Λίντι Λι εξηγούσε στη Μπέρντι γιατί δεν της άρεσε ιδιαίτερα ο κινηματογράφος.

«Βλέπεις, ο Ντην γουστάρει τα καουμπόυκα. Εγώ δεν τα πάω. !- Δε θα έπρεπε ίσως να τα λεω σ' εσένα-»
«Όχι, παρακαλώ, ελεύθερα».
«Νόμιζα πως, μια και δουλεύεις εδώ, σ' αρέσουν όλα».
«Μερικά. Όχι όλα».
«Α, ναι;» Φάνηκε ν' απορεί. Πολλά πράγματα την ξάφνιαζαν. «Εμένα μ' αρέσουν τα έργα για τη φύση».
«Ναι...»
«Ζώα και τέτοια, καταλαβαίνεις».
«Ναι». Η Μπέρντι θυμήθηκε την αρχική της εντύπωση για τις πνευματικές δυνατότητες της Λίντι Λι. Δεν είχε πέσει και πολύ έξω.
«Γιατί αργούν άραγε;»

Η αιωνιότητα που ο Ρίκι νόμιζε ότι έζησε στην αμμοθύελλα δεν είχε διαρκέσει στην πραγματικότητα πάνω από δύο λεπτά. Μα στις ταινίες ο χρόνος είναι πράγμα σχετικό.

«Πάω να δω», αποτόλμησε η Μπέρντι.
«Να δεις που θα έφυγε χωρίς εμένα», επέμεινε η Λίντι.
«Θα δούμε».
«Ευχαριστώ».
«Μη στενοχωριέσαι», είπε η Μπέρντι, αγγίζοντας ελαφριά το λεπτό μπράτσο του κοριτσιού καθώς περνούσε. «Είμαι σίγουρη πως δε συμβαίνει τίποτα».

Μπήκε στη σάλα, αφήνοντας τη Λίντι Λι μόνη στο φουαγιέ. Η Λίντι αναστέναξε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την παρατούσε άντρας, κι αυτό μόνο και μόνα επειδή δεν καθόταν να τη φαει. Η Λίντι είχε άποψη για το πότε και πώς θα έκανε έρωτα μ' ένα αγόρι' η στιγμή δεν ήταν η κατάλληλη και ο Ντην δεν ήταν το αγόρι. Της έπεφτε κομμάτι ύπουλος, μια ιδέα γλοιώδης, χώρια που τα μαλλιά του βρωμοκοπούσαν μηχανέλαιο. Ας την άφηνε, δεν το είχε σκοπό να κλάψει για πάρτη του. Όπως έλεγε και η μάνα της, έχει κι αλλού πορτοκαλιές...

Περιεργαζόταν την αφίσα της επόμενης ταινίας όταν άκουσε ένα μαλακό γδούπο πίσω της. Γύρισε και είδε ένα άσπρο κουνέλι με μαύρες βούλες, ένα χοντρουλό, χνουδωτό, νυσταλέο, αξιολάτρευτο πλασματάκι, καθισμένο καταμεσής στο φουαγιέ.

«Γεια σου», χαιρέτησε η Λίντι το κουνέλι.

Ο κούνελος έγλειψε χαριτωμένα τα μουστάκια του.

Η Λίντι Λι λάτρευε τα ζώα' τρελαινόταν για τα ντοκιμαντέρ της σειράς «Αγρια Φύση», όπου τα διάφορα ζωντανά κινηματογραφούνταν στο φυσικό τους περιβάλλον συνοδεία μουσικής του Ροσσίνι, όπου οι σκορπιοί χόρευαν πόλκα καθώς ζευγάρωναν και το κάθε αρκουδάκι ονομαζόταν χαϊδευτικά «μικρό χαμίνι». Στην κυριολεξία ρουφούσε αυτές τις σάχλες. Αλλά πάνω απ' όλα, αγαπούσε τα κουνέλια.

Ο κούνελος έκανε δυο πηδηχτά βήματα προς το μέρος της. Γονάτισε να τον χαϊδέψει. Ήταν ζεστός στην αφή, είχε ματάκια στρογγυλά και ρόδινα. Ξέφυγε από τα χέρια της και πήρε ν' ανεβαίνει τις σκάλες.

«Μη, αγαπούλα μου, μην ανεβαίνεις εκεί πάνω», τον συμβούλεψε η Λίντι Λι.

Πρώτον, η κορυφή της σκάλας ήταν κατασκότεινη. Δεύτερον, υπήρχε μια πινακίδα που έλεγε Η είσοδος επιτρέπεται μόνο στο προσωπικό. Αλλά ο κούνελος φαινόταν αποφασισμένος να τραβήξει το δρόμο του και η Λίντι Λι δε μπορούσε παρά να τον ακολουθήσει, τον πονηρούλη!

Βρέθηκε στο μαύρο σκοτάδι του κεφαλόσκαλου. Ο κούνελος είχε εξαφανιστεί.

Κάτι άλλο είχε πάρει τη θέση του. Κάτι με πύρινα μάτια. Για τη Λίντι Λι δε χρειάζονταν πολύπλοκες φαντασιώσεις. Δεν ήταν ανάγκη να την αποπλανήσει με άρτιες οφθαλμαπάτες όπως το αγόρι, τούτη δω ονειρευόταν όρθια. Εύκολη λεία.

«Χαίρετε», είπε διστακτικά η Λίντι Λι, λιγάκι τρομαγμένη από την παρουσία μπροστά της. Έψαξε με τα μάτια το σκοτάδι, προσπαθώντας να διακρίνει μια σιλουέτα, ένα πρόσωπο. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε μια ανάσα.

Οπισθοχώρησε ένα βήμα, αλλά ξαφνικά κάτι της όρμησε, την άρπαξε εμποδίζοντάς τη να πέσει, τη φίμωσε γρήγορα, αποτελεσματικά, καθησυχαστικά.

Η μικρή δεν είχε πολύ πάθος να της κλέψει, αλλά αισθάνθηκε ότι θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει με άλλο τρόπο. Το τρυφερό της κορμάκι άνθιζε ακόμη' οι πόροι και οι οπές της δεν είχαν συνηθίσει στις εισβολές. Κουβάλησε τη Λίντι στα υπόλοιπα σκαλιά και την έκρυψε για μελλοντική εξερεύνηση.

***

«Ρίκι; Ω Χριστέ μου, Ρίκι!»

Η Μπέρντι γονάτισε δίπλα του και τον τράνταξε. Τουλάχιστον ανέπνεε ακόμα, κάτι ήταν κι αυτό, και μόλο που εκ πρώτης όψεως το αίμα φαινόταν άφθονο, αυτό-καθαυτό το τραύμα περιοριζόταν σ' ένα κόψιμο στο αυτί.

Τον ταρακούνησε πάλι, πιο έντονα, αλλά εκείνος δεν αντέδρασε. Έψαξε ανυπόμονα το σφυγμό του, τον βρήκε: ήταν κανονικός και δυνατός. Προφανώς κάποιος του είχε επιτεθεί, ίσως ο φίλος της Λίντι Λι. Σ' αυτή την περίπτωση, πού ήταν; Στην τουαλέτα μάλλον, οπλισμένος και επικίνδυνος. Δε σκόπευε να πάει εκεί μέσα για να εκτιμήσει την κατάσταση από πρώτο χέρι, δεν ήταν τόσο ηλίθια, άσε που είχε δει στο σινεμά τι παθαίνουν οι τολμηροί. Γυναίκα σε κίνδυνο: συνηθισμένο θέμα. Το σκοτεινό δωμάτιο, το κτήνος που ενεδρεύει. Αντί λοιπόν ν' ακολουθήσει το στερεότυπο, αποφάσισε να κάνει ό,τι συμβούλευε μια ζωή από μέσα της τις ηρωίδες: ν' αψηφήσουν την περιέργειά τους και να καλέσουν τους μπάτσους.

Αφήνοντας τον Ρίκι όπου τον βρήκε, διέσχισε τη σάλα και ξαναβγήκε στο φουαγιέ.

Ήταν αδειανό. Είτε η Λίντι Λι είχε απελπιστεί από την αργοπορία του φίλου της είτε είχε βρει κάποιον άλλο να τη συνοδέψει σπίτι της. Οποιοδήποτε από τα δύο, είχε κλείσει τη μπροστινή πόρτα πίσω της, αφήνοντας μόνο μια ελαφριά μυρωδιά ταλκ στον αέρα. Ωραία, αυτό απλούστευε τα πράγματα, σκέφτηκε η Μπέρντι, καθώς έμπαινε στο γκισέ των εισιτηρίων να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Χαιρόταν που η πιτσιρίκα είχε βρει τελικά το κουράγιο να παρατήσει το μαλάκα.

Σήκωσε το ακουστικό και αμέσως κάποιος απάντησε. «Καλησπερούδια», είπε η φωνή, ένρινη και δουλική, «είναι λιγάκι αργά για τηλεφωνήματα, δε βρίσκετε;»

Αποκλείεται να ήταν το τηλεφωνικό κέντρο. Δεν είχε καν προλάβει να σχηματίσει το νούμερο. Αλλωστε κάτι στον τόνο τής θύμιζε τον Πήτερ Λόρε.

«Ποιος στο τηλέφωνο;»
«Δε μ' αναγνωρίσατε;»
«Προσπαθώ να πάρω την αστυνομία».
«Θα ήθελα να σας εξυπηρετήσω, αλήθεια θα το ήθελα».
«Βγες από τη γραμμή επιτέλους! Είναι επείγον σου λέω!»
«Σας άκουσα και την πρώτη φορά», συνέχισε ο άλλος το κλαψούρισμα.
«Ποιός είσαι;»
«Αυτή την ατάκα την είπατε».
«Έχω χτυπημένο άνθρωπο εδώ. Σε παρακαλώ».
«Τον καημένο τον Ρικ».

Ήξερε το όνομα. Είχε πει, ο καημένος .ο Ρικ, σαν να ήταν κολλητός του φίλος.

Στάλες ιδρώτα γέμισαν το μέτωπό της: τις ένιωσε να αναβλύζουν από τους πόρους της. Ήξερε το όνομα του Ρίκι.
«Ο καημενούλης ο Ρίκι», ξανάπε η φωνή. «Κι όμως είμαι σίγουρος ότι θα έχουμε Χάπι Έντ. Εσείς;»
«Σας εξορκίζω, είναι θέμα ζωής και θανάτου», επέμεινε η Μπέρντι, εντυπωσιασμένη και η ίδια από το λογικό τόνο της.
«Ξέρω», απάντησε ο Λόρε. «Πολύ ενδιαφέρον, δε συμφωνείτε;»
«Ανάθεμα σε! Κλείσ' το τηλέφωνο. Αλλιώς-»
«Αλλιώς, τι; Τι μπορεί να κάνει μια χοντρή κοπέλα σαν κι εσάς σε μια κατάσταση σαν κι αυτή εκτός από το να πρηστεί κι άλλο στο κλάμα;»
«Να πας να γαμηθείς, καριόλη».
«Ευχαρίστως».
«Σε ξέρω;»
«Και ναι και όχι». Η φωνή είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει.
«Είσαι φίλος του Ρίκι, ε;» Αυτό ήταν: ένα από κείνα τα πρεζόνια του κερατά που συναναστρεφόταν παλιά. Της είχαν στήσει μαζί αυτή την ηλίθια φάρσα. «Εντάξει, ρε ηλίθιε, γελάσαμε», του είπε, «βγες τώρα από τη γραμμή μην έρθω εκεί και σου σπάσω τα μούτρα».
«Είστε ταραγμένη», είπε η φωνή, πιο μαλακή τώρα. «Σας καταλαβαίνω...». Αλλαξε μ' ένα μαγικό θαρρείς τρόπο, ανέβηκε μια οκτάβα. «Προσπαθείτε να σώσετε τον άντρα που αγαπάτε...». Είχε γίνει πια γυναικεία, με διαφορετική προφορά, νωχελική, ένα χάδι στα αυτιά. Η Γκάρμπο.
«Ο άμοιρος ο Ρίτσαρντ», είπε στη Μπέρντι. «Αγωνίστηκε τόσο...». Μειλίχια, πράα σαν αρνάκι.
Η Μπέρντι είχε μείνει άφωνη: η μίμηση ήταν τόσο τέλεια όσο και προηγουμένως του Λόρε, τόσο γυναικεία όσο η πρώτη αντρική.
«Εντάξει, μένω έκθαμβη, τα συγχαρητήριά μου στον καλλιτέχνη», είπε η Μπέρντι. «Αφήστε με τώρα να μιλήσω με τους μπάτσους».
«Δεν είναι υπέροχη η νύχτα για έναν περίπατο, Μπέρντι; Μόνο οι δυο μας, τα κορίτσια μεταξύ μας».
«Ξέρεις τ' όνομά μου;»
«Μα και βέβαια το ξέρω. Είμαι πολύ κοντά σου».
«Τι εννοείς, κοντά μου;»

Η απάντηση ήταν ένα ζεστό γέλιο, το έξοχο, κρυστάλλινο γέλιο της Γκάρμπο.

Η Μπέρντι δεν άντεχε άλλο. Το κόλπο ήταν πολύ έξυπνο' ένιωσε να λυγίζει, να υποχωρεί, σα να μιλούσε στην ίδια τη σταρ. «Όχι», είπε, «δε με πείθεις, τ' ακούς;» Ο θυμός της φούντωσε. «Είσαι σκατά, ένα ψέμα!» ούρλιαξε στο ακουστικό τόσο δυνατά που το ένιωσε να πάλλεται στα χέρια της, κατόπιν το κοπάνησε μ' όλη της τη δύναμη στη συσκευή. Βγήκε από το κουβούκλιο και έτρεξε στην έξοδο. Η Λίντι Λι δεν είχε απλά τραβήξει την πόρτα πίσω της: ήταν κλειδωμένη και αμπαρωμένη από μέσα.

«Γαμώ το», ψιθύρισε η Μπέρντι.

Ξαφνικά το φουαγιέ της φάνηκε πολύ μικρό, τo ίδιο και τα αποθέματα της ψυχραιμίας της. Χαστούκισε νοερά το πρόσωπό της, η γνωστή και αποτελεσματική (στο σινεμά τουλάχιστον) θεραπεία για τις ηρωίδες στα πρόθυρα της υστερίας. Σκέψου, προσπάθησε να καταλάβεις τι γίνεται, συμβούλεψε τον εαυτό της. Ένα: η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Αποκλείεται να την είχαν κλειδώσει η Λίντι Λι ή ο Ρίκι, σαφώς όχι η ίδια. Αυτό σήμαινε Δύο: Στον κινηματογράφο κυκλοφορούσε λυτό ένα θεόμουρλο φρικιό, αυτός, αυτή ή αυτό που της είχε μιλήσει στο τηλέφωνο. Αυτό σήμαινε.

Τρία: Αυτός, αυτή ή αυτό είχε πρόσβαση σε άλλη γραμμή κάπου μέσα στο κτίριο. Η μόνη που ήξερε η Μπέρντι ήταν εκείνη στην αποθήκη, επάνω. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση ν' ανεβεί εκεί. Για τους λόγους, βλέπε ηρωίδα σε κίνδυνο. Αυτό σήμαινε.

Τέσσερα: Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεκλειδώσει την πόρτα, με τα κλειδιά του Ρίκι έστω.

Σωστά, αυτό ήταν το σύνθημα: πάρε τα κλειδιά από τον Ρίκι. Ξαναμπήκε στη σάλα. Για κάποιο λόγο, τα φώτα αναβόσβηναν -ή έφταιγε ο πανικός στο οπτικό της νεύρο; Όχι, όντως έπαιζαν' όλος ο χώρος έμοιαζε να κυματίζει ανάλαφρα, σαν να ανάσαινε.

Αγνόησέ το: πάρε τα κλειδιά.

Κατέβηκε τρέχοντας το διάδρομο, ξέροντας, όπως πάντα όταν έτρεχε, ότι τα στήθη και τα πισινά της τραντάζονταν ολόκληρα... Ωραίο θέαμα, συλλογίστηκε, για όποιον έχει μάτια να το δει. Ο Ρίκι βογκούσε. Η Μπέρντι έψαξε τα κλειδιά, μα η ζώνη του είχε εξαφανιστεί.

«Ρίκι...» φώναξε μες στο αυτί του. Τα βογκητά δυνάμωσαν. «Ρίκι, μ' ακούς; Είμαι η Μπέρντι, Ρικ. Η Μπέρντι».
«Μπέρντι;»
«Κλειδωθήκαμε μέσα, Ρίκι. Πού είναι τα κλειδιά;»
«...κλειδιά;»
«Δε φοράς τη ζώνη σου, Ρίκι», πρόφερε αργά, σα να μιλούσε σε άτομο καθυστερημένο, «πού-είναι-τα-κλειδιά-σου;»
Τα κομμάτια του παζλ στο κεφάλι του Ρίκι βρήκαν ξαφνικά τη θέση τους κι εκείνος ανασηκώθηκε με κόπο.
«Το παιδί!» είπε.
«Ποιο παιδί;»
«Στο καμπινέ. Πεθαμένο στο καμπινέ».
«Πεθαμένο; Ω, Χριστέ μου! Πεθαμένο; Είσαι σίγουρος;»
Ο Ρίκι έκανε σαν υπνωτισμένος. Δεν την κοιτούσε, είχε τα μάτια του στυλωμένα στο κενό, σα να έβλεπε κάτι που εκείνη δε μπορούσε να δει.
«Πού είναι τα κλειδιά;» ρώτησε πάλι. «Ρίκι. Τα κλειδιά. Συγκεντρώσου».
«Τα κλειδιά;» Ήθελε να τον χαστουκίσει, μα το πρόσωπό του ήταν ήδη βουτηγμένο στα αίματα, γι' αυτό κρατήθηκε.
«Στο πάτωμα», είπε ύστερα από λίγο ο Ρίκι.
«Στην τουαλέτα; Στο πάτωμα της τουαλέτας;»

Ο Ρίκι ένευε καταφατικά. Η κίνηση του κεφαλιού έβγαλε, θαρρείς, στην επιφάνεια κάποιες φριχτές εικόνες: φαινόταν έτοιμος να πατήσει τα κλάματα.

«Θα τα καταφέρουμε, θα δεις», είπε η Μπέρντι.

Τα χέρια του Ρίκι έψαχναν το πρόσωπό του, ψηλαφούσαν ένα-ένα τα χαρακτηριστικά του, μια τελετουργία καθησυχασμού. «Ακόμη εδώ είμαι;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Η Μπέρντι δεν τον

άκουσε, μάζευε το κουράγιο της για να πάει στην τουαλέτα. Έπρεπε να γίνει κι αυτό, δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια, πτώμα-ξεπτώμα, έπρεπε να γίνει. Μπες, πάρε τα κλειδιά, βγες. Τώρα.

Δρασκέλισε το κατώφλι. Της πέρασε αστραπιαία από το νου ότι πρώτη φορά έμπαινε σε αντρικά αποχωρητήρια και ευχήθηκε 'μ' όλη της την καρδιά να είναι και η τελευταία.

Η τουαλέτα ήταν μισοσκότεινη. Τα φώτα τρεμόσβηναν όπως και στη σάλα, αλλά ακόμη πιο αδύναμα. Στάθηκε στην πόρτα, περιμένοντας να συνηθίσουν τα μάτια της στο ημίφως και κοίταξε γύρω της.

Ερημιά. Ησυχία. Δεν έβλεπε πουθενά το νεαρό, ζωντανό ή νεκρό.

Τα κλειδιά όμως ήταν εκεί. Η ζώνη του Ρίκι σερνόταν στο ουρητήριο. Την τράβηξε με την άκρη των δακτύλων' η ξινή μυρωδιά του απολυμαντικού της ερέθισε τα ρουθούνια. Έβγαλε τα κλειδιά από την αλυσίδα τους και πέρασε από την τουαλέτα ατή σχετικά καθαρότερη ατμόσφαιρα της σάλας. Κι αυτό ήταν όλο. Τόσο απλό.

Ο Ρίκι είχε βουλιάξει σε μια πολυθρόνα, η όψη του περισσότερο αξιοθρήνητη από κάθε άλλη φορά. Σήκωσε το κεφάλι όταν άκουσε τη Μπέρντι να μπαίνει.

«Τα πήρα», του είπε. «Ακούς; Πήρα τα κλειδιά».

Η απάντηση ήταν ένα βογκητό. Θεέ μου, έχει τα χάλια του, σκέφτηκε η Μπέρντι. Αλλά τώρα δεν τον λυπόταν όσο πριν. Είχε παραισθήσεις χημικής προέλευσης, αυτό πια ήταν σαφές. Τα 'θελε και τα έπαθε. ,

«Δεν υπάρχει πτώμα εκεί μέσα, Ρίκι».
«Τι;»
«Δεν είναι κανείς στην τουαλέτα. Ψυχή. Τι σκατά πήρες πάλι;»

Ο Ρίκι κοίταξε τα χέρια του που έτρεμαν. «Τίποτα. Είμαι καθαρός, στο ορκίζομαι».

«Μαλακίες», δήλωσε η Μπέρντι. Μισο-υποπτευόταν ακόμη ότι αυτός της είχε παίξει το κακόγουστο παιχνίδι, μόνο που οι φάρσες δεν ήταν το στυλ του. Ο Ρίκι ήταν πουριτανός με τον τρόπο του: ένας από τους λόγους που τον έβρισκε γοητευτικό. «Χρειάζεσαι γιατρό;»

Κούνησε πεισμωμένα το κεφάλι του. «Είσαι σίγουρος;»
«Σου είπα όχι», της πέταξε απότομα.
«Όπως αγαπάς, εγώ πάντως ρώτησα». Είχε αρχίσει ήδη να ανεβαίνει το διάδρομο, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της. Στην πόρτα του φουαγιέ στάθηκε και γύρισε να τον κοιτάξει.
«Νομίζω πως κάποιος κρύβεται εδώ μέσα. Τον άκουσα στη γραμμή όταν προσπάθησα να τηλεφωνήσω στην αστυνομία. Μπορείς να παρακολουθείς την είσοδο μέχρι να βρω τους μπάτσους;»

«Σ' ένα λεπτό».

Ο Ρίκι έμεινε στο μισοσκόταδο της σάλας να εξετάσει τη διανοητική του κατάσταση. Η Μπέρντι είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχε νεαρός και κατά πάσα πιθανότητα, δεν έλεγε ψέματα. O καλύτερος τρόπος για να το διαπιστώσει ήταν να πάει να δει με τα μάτια του. Μόνον έτσι θα σιγουρευόταν ότι η όλη ιστορία δεν ήταν παρά μια παροδική απώλεια της επαφής με την πραγματικότητα που, προφανώς, οφειλόταν σε σκάρτα ναρκωτικά. Σ' αυτή την περίπτωση θα πήγαινε σπίτι, θα έριχνε έναν ύπνο και θα σηκωνόταν γερός και δυνατός το επόμενο απόγευμα. Το θέμα όμως ήταν ότι δεν ήθελε να ξαναχώσει τη μύτη του σ' εκείνο το διαβολικό δωμάτιο με την άθλια μυρωδιά. Κι αν είχε άδικο η Μπέρντι; Αν περνούσε εκείνη την κρίση της; Δεν είχε ακούσει κάπου τον όρο «παραισθήσεις της ομαλότητας»;

Τρέμοντας, σηκώθηκε, διέσχισε το διάδρομο και άνοιξε την πόρτα. Ήταν σκοτεινά μέσα, αλλά όχι τόσο ώστε να μη διακρίνει ότι δεν υπήρχαν ανεμοθύελλες μήτε νεκρά αγόρια μήτε καουμπόυς, ούτε καν ένας αγκαθωτός θάμνος. Τρομερό πράγμα το μυαλό μου, θαύμασε ο Ρίκι. Φαντάσου, να έχω δημιουργήσει ένα εναλλακτικό σύμπαν με τέτοια αλλόκοτη ακρίβεια. Εκπληκτικό! Κρίμα που το μόνο που κατάφερα ήταν να χεστώ απ' το φόβο μου. Τι να κάνουμε, κάπου κερδίζεις, αλλού χάνεις.

Και τότε είδε το αίμα. Στα πλακάκια. Μια λιμνούλα αίμα που αποκλειόταν να προέρχεται από το αυτί του, η ποσότητα ήταν πολύ μεγάλη. Νάτο λοιπόν! Δεν τα είχε φανταστεί. Υπήρχε αίμα, αποτυπώματα ποδιών, σημάδια που τον βεβαίωναν πως όσα νόμιζε πως είχε δει, τα είδε. Αλλά Θεέ επουράνιε, ποιο ήταν το χειρότερο; Να δει κανείς ή να μη δει; Δε θα 'ταν καλύτερα να είχε άδικο, να είχε φρικάρει από κακό τριπάκι δηλαδή, παρά δίκιο και να βρίσκεται τώρα στα χέρια μιας δύναμης που θα μπορούσε στην κυριολεξία ν' αλλάξει τον κόσμο;

Ο Ρίκι ακολούθησε το αιμάτινο μονοπάτι μέχρι το αποχωρητήριο στα αριστερά του. Η πόρτα ήταν κλειστή: τη θυμόταν ανοιχτή. Ο δολοφόνος, όποιος κι αν ήταν, είχε κρύψει το νεαρό εκεί μέσα. Ο Ρίκι το ήξερε, δε χρειαζόταν να κοιτάξει.

«Εντάξει», είπε, «σε τσάκωσα».

Έσπρωξε την πόρτα. Ανοιξε, και νάτο το αγόρι σε πρώτη θέα, καθισμένο στη λεκάνη, με τα πόδια ανοιχτά, τα χέρια να κρέμονται στο πλάι.

Τα μάτια είχαν ξεριζωθεί από το πρόσωπό του. Όχι τακτικά και προσεγμένα: τη δουλειά δεν την είχε κάνει χειρούργος. Κάποιος είχε χώσει τα δάχτυλά του στις κόγχες και τα είχε τραβήξει προς τα έξω, αφήνοντας ίχνη ιστών στα μάγουλα.

Έφερε το χέρι του στο στόμα και πίεσε τον εαυτό του να μην ξεράσει. Το στομάχι του ανακατεύτηκε αλλά υπάκουσε, και ο Ρίκι το 'βαλε στα πόδια σα να φοβόταν ότι το πτώμα θα σηκωνόταν και θα του γύρευε τα λεφτά του εισιτηρίου πίσω. «Μπέρντι... Μπέρντι...»

Είχε άδικο η μαλακισμένη η φάλαινα, δεν ήξερε τι της γινόταν. Υπήρχε θάνατος εδώ μέσα, κάτι χειρότερο από το θάνατο. Ο Ρίκι βγήκε τρέχοντας από τις τουαλέτες στη σάλα.

Τα φώτα στους τοίχους χόρευαν κάτω από τα Αρτ Ντεκόρ αμπαζούρ τους, τρεμουλιάζοντας σαν κεριά έτοιμα να σβήσουν. Ο Ρίκι ήξερε πως δε θ' άντεχε το σκοτάδι, θα έχανε οριστικά και αμετάκλητα τα λογικά του.

Υπήρχε, του πέρασε ξαφνικά από το μυαλό, κάτι οικείο στον τρόπο που τα φώτα έπαιζαν, κάτι που δε μπορούσε να προσδιορίσει. Στάθηκε για μια στιγμή στο διάδρομο, ανίσχυρος, χαμένος.

Και τότε ακούστηκε η φωνή και μόλο που μάντευε πως αυτή τη φορά θα πέθαινε, σήκωσε το κεφάλι να δει.

«Γεια σου, Ρίκι», είπε η γυναίκα καθώς τον πλησίαζε. Όχι η Μπέρντι. Όχι, η Μπέρντι δε θα φορούσε ποτέ ένα αραχνοΰφαντο λευκό φόρεμα, δε θ' αποκτούσε ποτέ τούτο το αισθησιακό στόμα και τα εξαίσια μαλλιά, μήτε μάτια που έκρυβαν χίλιες γλυκές υποσχέσεις. Ήταν η Μονρόε που τον ζύγωνε, το αδικοχαμένο ρόδο της Αμερικής.
«Δε θα με χαιρετήσεις;» τον μάλωσε μαλακά.
«...ε...»
«Ρίκι. Ρίκι. Ρίκι. Μετά από τόσον καιρό». Τόσον καιρό; Τι εννοούσε, τόσον καιρό;
«Ποιά είσαι;»
Του χάρισε ένα ολόλαμπρο χαμόγελο. «Σα να μην ξέρεις!»
«Δεν είσαι η Μέριλιν. Η Μέριλιν πέθανε».
«Κανείς δεν πεθαίνει στο σινεμά, Ρίκι. Το ξέρουμε πολύ καλά και οι δύο. Ξαναπερνάς την ταινία στη μηχανή-»

- αυτό του θύμιζε το τρεμοφέγγισμα, τις αναλαμπές του σελυλόιντ μέσα από το διάφραγμα του προβολέα, η μια εικόνα καυτή πάνω στην άλλη, η ψευδαίσθηση της ζωής δημιουργημένη από μία τέλεια αλληλουχία μικρών θανάτων.

«- και να είμαστε πάλι μπροστά σου, μιλάμε, τραγουδάμε». Γέλασε: το γέλιο του πάγου στο ποτήρι. «Δεν ξεχνάμε ποτέ τα λόγια μας, δε γερνάμε, δε χάνουμε τους ρυθμούς μας-»

«Δεν είσαι αληθινή», είπε ο Ρίκι.

Του έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα, σα να της είχε φανεί η παρατήρηση αφόρητα σχολαστική και ηλίθια.

Είχε φτάσει πια στην άκρη της σειράς Ε και στεκόταν ένα μόλις μέτρο μακριά του. Ακόμα και σ' αυτή την απόσταση, η οπτασία ήταν τέλεια, συναρπαστική όσο ποτέ. Ο Ρίκι ένιωσε ξαφνικά τον πόθο να φουντώνει μέσα του' λαχταρούσε να την πάρει εκεί, μες στη σάλα, πάνω στην κόκκινη, ξεφτισμένη μοκέτα. Και τι έγινε δηλαδή που ήταν φάντασμα: και φαντάσματα γαμάμε άμα δεν είναι για γάμο.

«Σε θέλω», της είπε, ξαφνιάζοντας και τον ίδιο του τον εαυτό με την ωμότητά του.
«Κι εγώ θέλω εσένα», του απάντησε, αφήνοντάς τον εμβρόντητο. «Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όχι απλά σε θέλω, σε χρειάζομαι. Είμαι πολύ αδύναμη».
«Αδύναμη;»
«Δεν είναι εύκολο να είσαι το επίκεντρο της προσοχής, ξέρεις. Σιγά-σιγά ανακαλύπτεις ότι τη χρειάζεσαι όλο και περισσότερο. Χρειάζεσαι ανθρώπους να σε κοιτούν. Όλη νύχτα, όλη μέρα».
«Κοιτάω εγώ».
«Είμαι ωραία;»
«Θεά, όποια κι αν είσαι».
«Είμαι δική σου, να τι είμαι».

Ήταν η ιδανική απάντηση. Προσδιόριζε τον εαυτό της μέσα από εκείνον. Είμαι λειτουργία σου' πλασμένη για σένα από σένα. Η τελειότερη φαντασίωση.

«Κοίτα με κι άλλο, κοίτα με για πάντα Ρίκι. Χρειάζομαι το βλέμμα σου, δε ζω χωρίς αυτό».

Όσο περισσότερο την κοιτούσε τόσο καθαρότερη γινόταν η εικόνα της. Το τρεμοφέγγισμα είχε σχεδόν σταματήσει' στη σάλα επικρατούσε μια περίεργη ηρεμία.

«Θέλεις να μ' αγγίξεις;»

Νόμιζε ότι δε θα του το ζητούσε ποτέ. «Ναι».

«Ωραία». Του χαμογέλασε προκλητικά και ο Ρίκι άπλωσε το χέρι του. Απέφυγε τα δάχτυλά του την τελευταία στιγμή κι έτρεξε, γελώντας, κατά την οθόνη. Την ακολούθησε βαριανασαίνοντας. Η κούκλα ήθελε να παίξει, εντάξει, θα της έκανε το χατίρι.

Είχε όμως φτάσει σε αδιέξοδο. Δεν υπήρχε τρόπος να βγει από εκείνο το σημείο, και κρίνοντας από τα σκέρτσα της, το ήξερε και η ίδια. Γύρισε και κόλλησε στον τοίχο, με τα πόδια της ανοιχτά.

Την είχε σχεδόν φτάσει όταν ένα αεράκι από το πουθενά σήκωσε τη φούστα της ψηλά, γύρω από τη μέση της. Εκείνη γέλασε, μισοκλείνοντας τα μάτια, καθώς το μετάξι υψωνόταν, αφήνοντας το κορμί της ακάλυπτο. Δε φορούσε τίποτα από κάτω.

Ο Ρίκι άπλωσε πάλι το χέρι και τούτη τη φορά δεν απέφυγε το χάδι του. Το φόρεμα σηκώθηκε κι άλλο' εκείνος έμεινε να κοιτάει τ' απόκρυφα της Μέριλιν, το τρίγωνο που είχαν ονειρευτεί εκατομμύρια άντρες στον κόσμο.

Ήταν λερωμένη με αίμα. Όχι πολύ, κάτι δαχτυλιές στο εσωτερικό των μηρών της. Η άψογη διαύγεια της σάρκας της είχε ελάχιστα κηλιδωθεί. Δε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της' τα χείλη του αιδοίου της άνοιξαν καθώς κούνησε ανεπαίσθητα τη λεκάνη της, και ο Ρείκι διαπίστωσε ότι το υγρό λαμπύρισμα δεν ήταν οι χυμοί του κορμιού της, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό. Καθώς οι μυώνες της σάλευαν, τα μάτια που είχε θάψει μέσα της ήρθαν στην επιφάνεια και στυλώθηκαν επάνω του.

Εκείνη κατάλαβε από την έκφρασή του ότι δεν τα είχε χώσει αρκετά βαθιά, αλλά, πείτε μου, πού αλλού θα μπορούσε να κρύψει μια τόσο ελαφρcά ντυμένη κοπέλα τους καρπούς των κόπων της;

«Εσύ τον σκότωσες», είπε ο Ρίκι, κοιτώντας τη σχισμή και τα μάτια που του έπαιζαν κρυφτούλι. Το θέαμα ήταν τόσο συναρπαστικό, τόσο αγνό με τον τρόπο του, που σχεδόν αναιρούσε τη φρίκη στο στομάχι του. Διαστροφικά, η αηδία φούντωσε τον πόθο του αντί να τον εξαφανίσει. Και τι έγινε που είχε σκοτώσει άνθρωπο; Η γυναίκα ήταν μύθος!

«Αγάπα με», του είπε. «Αγάπα με για πάντα».

Την πλησίασε, ξέροντας πολύ καλά ότι υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη. Αλλά ο θάνατος ήταν πράγμα σχετικό. H Μέριλιν είχε πεθάνει, αλλά νάτη τώρα ζωντανή, είτε στο μυαλό του είτε στην ανήσυχη μήτρα της ατμόσφαιρας είτε και στα δύο.

Αγκαλιάστηκαν. Φιλήθηκαν. Τόσο εύκολα όλα... Τα χείλη της ήταν απαλότερα απ' ό,τι φανταζόταν, οι βουβώνες του πονούσαν, τόσο την ήθελε.

Τα αέρινα, λυγερά της μπράτσα γλίστρησαν γύρω από τη μέση του και ο Ρίκι βυθίστηκε σ' ένα ποτάμι ηδονής.

«Μου δίνεις δύναμη έτσι όπως με κοιτάς», του είπε. «Αν δε με κοιτούν θα πεθαίνω. Τούτη είναι η φύση της ψευδαίσθησης».

Το αγκάλιασμά της έγινε πιο σφιχτό' τα χέρια της δεν ήταν πια τόσο αέρινα. Ο Ρίκι ένιωσε δυσφορία, προσπάθησε να της ξεφύγει.

«Αδικος κόπος», του ψιθύρισε στο αυτί, «Είσαι δικός μου». Γύρισε να κοιτάξει και προς μεγάλη του έκπληξη ανακάλυψε πως τα χέρια δεν ήταν πια χέρια, αλλά μια σάρκινη θηλιά γύρω του, θηλιά χωρίς δάχτυλα, καρπούς ή μπράτσα.

«Χριστέ μου!» φώναξε.

«Κοίτα με, μικρέ», του είπε. Οι λέξεις είχαν χάσει τη γλυκύτητά τους. Δεν τον κρατούσε πια η Μέριλιν στην αγκαλιά της: ούτε κατά διάνοια. Τον έσφιξε πάλι, κόβοντάς του την ανάσα.

Η σπονδυλική του στήλη έτριζε κάτω από την πίεση και ο πόνος διαπέρασε το κορμί του σαν πυρκαγιά και λογής-λογής χρώματα έσκασαν στα μάτια του σα φωτοβολίδες.

«Έπρεπε να είχες φύγει από την πόλη», είπε η Μέριλιν, καθώς το πρόσωπο του Γουέιν πήρε να σχηματίζεται κάτω από τα τέλεια ζυγωματικά της. Η έκφρασή της ήταν περιφρονητική, μα ο Ρίκι είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να το διαπιστώσει πριν ραγίσει σε χίλιες μεριές και τούτη η εικόνα. Κάτι άλλο εμφανίστηκε πίσω από τα δύο διάσημα πρόσωπα. Για τελευταία φορά στη ζωή του, ο Ρίκι ρώτησε:

«Τι είσαι;»

Ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον κρατούσε, δεν απάντησε. Ρουφούσε λαίμαργα τη σαγήνη του Ρίκι' ακόμα και τη στιγμή που τον κοιτούσε, δίδυμα όργανα ξεφύτρωσαν από το κορμί του σαν κέρατα γυμνοσάλιαγκα, ίσως κεραίες.

Είχε επικεντρωθεί ολόκληρο στον Ρίκι, τρεφόταν από τα βλέμματά του, θαυμασμού λίγο πριν, άφατης φρίκης τώρα. Το 'νιωθε να του στραγγίζει τη ζωή από τα μάτια, θεριεύοντας όσο εκείνος έσβηνε.

Ο Ρίκι καταλάβαινε ότι ξεψυχούσε γιατί είχε ώρα ν' αναπνεύσει. Δεν ήξερε πόση ακριβώς, κάμποση πάντως.

Τη στιγμή που προσπαθούσε ν' ακούσει την καρδιά του, τα κέρατα τυλίχτηκαν γύρω από το κεφάλι του και πίεσαν τ' αυτιά του. Ακόμη και μέσα στη φαντασίωση, η αίσθηση ήταν αηδιαστική, ο Ρίκι ήθελε να του φωνάξει να σταματήσει. Αλλά τα δάχτυλα άνοιγαν δρόμο στο κρανίο του, σπάζοντας τ' ακουστικά του τύμπανα, ψηλαφώντας σαν περίεργα σκουλήκια τον εγκέφαλό του. Ήταν ακόμη ζωντανός, κοιτούσε ακόμη το βασανιστή του' κατάλαβε ότι τα δάχτυλα είχαν βρει τις οφθαλμικές κόγχες και τις πίεζαν από μέσα.

Τα μάτια του πετάχτηκαν έξω ξαφνικά, κύλησαν στα μάγουλά του. Για μια στιγμή αντίκρισε τον κόσμο από διαφορετική οπτική γωνία, καθώς γλιστρούσαν προς τα κάτω. Να τα χείλη, να και το πηγούνι του

Ήταν μια εφιαλτική εμπειρία μα ευτυχώς σύντομη. Αμέσως μετά, η ταινία που ο Ρίκι ζούσε εδώ και τριάντα επτά χρόνια κόπηκε στη μέση κι εκείνος υπέκυψε στην αγκαλιά του ονείρου.

Η αποπλάνηση και ο θάνατος του Ρίκι δε διήρκεσαν πάνω από τρία λεπτά. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, η Μπέρντι είχε δοκιμάσει όλα τα κλειδιά της αλυσίδας χωρίς να καταφέρει ν' ανοίξει την πόρτα. Θα μπορούσε βέβαια να επιστρέψει στη σάλα και να ζητήσει τη βοήθεια του Ρίκι, αλλά επέμεινε γιατί θεωρούσε ό,τι είχε σχέση με τα εργαλεία -ακόμη και τα κλειδιά ή τις κλειδαριές- ως πρόκληση στη γυναικεία της υπόσταση. Σιχαινόταν την ενστικτώδη ανωτερότητα των αντρών απέναντι στις μηχανές, τα συστήματα και τις λογικές διαδικασίες' δεν υπήρχε λοιπόν περίπτωση να τρέξει μυξοκλαίγοντας στον Ρίκι και να ταπεινωθεί για μια κωλόπορτα.

Την ώρα ακριβώς που εκείνη αποφάσιζε να παραιτηθεί από την προσπάθεια, το ίδιο έκανε και ο Ρίκι σ' ό,τι αφορούσε τη ζωή. Κειτόταν πεθαμένος στη σάλα. Η Μπέρντι βλαστήμησε με πάθος τα κλειδιά και παραδέχτηκε την ήττα της. Ο Ρίκι είχε επιδέξια χέρια, κάτι που εκείνη δε θ' αποκτούσε ποτέ. Ωραία λοιπόν, καλή του τύχη. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να φύγει. Το σινεμά είχε αρχίσει να της προκαλεί κλειστοφοβία. Ανατρίχιαζε και μόνο στην ιδέα ότι ήταν παγιδευμένη, μ' ένα μανιακό κι έναν αλλοπαρμένο για παρέα.

Και σα να μην έφταναν όλ' αυτά, τα φώτα στο φουαγιέ άρχισαν να τρεμοπαίζουν.

Τι στο διάολο γινόταν εδώ μέσα;

Χωρίς προειδοποίηση, τα φώτα έσβησαν τελείως και την ίδια στιγμή η Μπέρντι κάτι άκουσε να σαλεύει στη σάλα. Μια περίεργη λάμψη ξεχυνόταν από τις χαραμάδες της πόρτας, ζωντανή, πολύχρωμη.

«Ρίκι;» φώναξε. Της φάνηκε πως το σκοτάδι κατάπιε τα λόγια της. Ή αυτό ή δεν πίστευε ότι ήταν ο Ρίκι, και κάτι της έλεγε πως, παρόλα αυτά, έπρεπε να απευθύνει την έκκλησή της, έστω και ψιθυριστά.

Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα, σα να την τράβηξε κάποιος από μέσα.

«... εσύ είσαι;»

Η ατμόσφαιρα γύρω της ήταν ηλεκτρισμένη' τα παπούτσια της έτριζαν καθώς προχωρούσε, οι τρίχες στα μπράτσα της στέκονταν όρθιες.

Στα μισά σταμάτησε για να ξανασκεφτεί την κατάσταση. Δεν ήταν ο Ρίκι, αυτό το ήξερε. Ίσως την περίμενε ο άντρας ή η γυναίκα του τηλεφώνου, ένα ανισόρροπο άτομο, τέλος πάντων, με απλανή μάτια, που την έβρισκε τρομοκρατώντας υπέρβαρες γυναίκες.

Οπισθοχώρησε δυο βήματα κατά το γκισέ των εισιτηρίων, με τα πόδια της να πετούν σπίθες, κι έψαξε κάτω από τον πάγκο για τον Καριόλη, ένα σιδερένιο ραβδί που φύλαγε εκεί από τη νύχτα που την είχαν στριμώξει στο κουβούκλιο τρεις επίδοξοι ληστές με ξυρισμένα κεφάλια και ηλεκτρικά πριόνια. Είχε πατήσει τότε κάτι φοβερές αγριοφωνάρες που τους ανάγκασαν να το βάλουν στα πόδια, μα η Μπέρντι είχε ορκιστεί ότι την επόμενη φορά θα τους έσπαγε τα κεφάλια αντί ν' αφήσει να την τρομοκρατήσουν. Και ο Καριόλης ήταν το όπλο που διάλεξε γι' αυτό το σκοπό.

Οπλισμένη τώρα, αντιμετώπισε την πόρτα της σάλας. Ανοιξε ξαφνικά κι ένα βουητό λευκού θορύβου γέμισε το κεφάλι της και μια φωνή μέσα από τη βοή είπε:

«Here's looking at you, kid»

Ένα μάτι, ένα μοναδικό τεράστιο μάτι, γέμιζε την πόρτα. Ο θόρυβος κόντευε να την ξεκουφάνει το μάτι ανοιγόκλεινε, πελώριο και υγρό και τεμπέλικο, καθώς περιεργαζόταν την κουκλάρα μπροστά του, με το θράσος του Ενός Πραγματικού Θεού, Ποιητή Ουρανού και Γης από σελυλόιντ.

Η Μπέρντι είχε τρομοκρατηθεί, καμιά άλλη λέξη δε μπορούσε να περιγράψει την κατάστασή της. Εδώ δεν επρόκειτο για την ευχάριστη ανατριχίλα του «κοίτα πίσω σου», δεν ίσχυε η θελκτική προσμονή ή το ηδονικό ρίγος. Ήταν αληθινός φόβος, φόβος μέσα από τα σπλάγχνα, γυμνός και άσκημος σαν τα σκατά.

Ακουσε τον εαυτό της να κλαψουρίζει κάτω από το αδυσώπητο βλέμμα του ματιού, ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Όπου να είναι θα σωριαζόταν χάμω κι αυτό θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, το τέλος της.

Και τότε θυμήθηκε τον Καριόλη. Γλυκέ μου Καριόλη, ευλογημένη να είναι η φαλλική σου καρδούλα! Σήκωσε τη μπάρα με τα δύο χέρια και όρμησε.

Πριν το φτάσει, το μάτι έκλεισε, το φως έσβησε, και ξαναβρέθηκε στο σκοτάδι.

Και στο σκοτάδι, κάποιος ψιθύρισε: «Ο Ρίκι πέθανε».

Μόνο αυτό. Ήταν χειρότερο από το μάτι, χειρότερο από τις νεκρές φωνές του Χόλυγουντ, γιατί ήξερε πως της έλεγε την αλήθεια. Το σινεμά είχε γίνει σφαγείο. Ο Ντην της Λίντι Λι είχε πεθάνει, ο Ρίκι το ίδιο. Όλες οι πόρτες ήταν κλειστές, μόνο δύο παίκτες είχαν μείνει στο παιχνίδι. Εκείνη κι αυτό.

Χίμηξε κατά τις σκάλες, χωρίς να έχει συγκεκριμένο σχέδιο δράσης αλλά σίγουρη ότι το να μείνει στο φουαγιέ ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Καθώς το πόδι της άγγιζε το πρώτο σκαλοπάτι, η πόρτα πίσω της άνοιξε στενάζοντας και κάτι την πήρε στο κατόπι, γρήγορο και παλλόμενο. Η Μπέρντι ανέβαινε λαχανιάζοντας και βλαστημώντας τον όγκο της. Σπίθες εκτυφλωτικού φωτός πετιόνταν από το κορμί του, σαν καντήλι που πάει ν' ανάψει. Κάτι καινούριο της ετοίμαζε, ήταν βέβαιη.

Έφτασε στην κορυφή της σκάλας με το θαυμαστή της να την ακολουθεί κατά βήμα. Μπροστά της, ο διάδρομος, φωτισμένος από μια αδύναμη, σκονισμένη λάμπα, δεν προσφερόταν για κρυψώνα. Διέτρεχε ολόκληρο τον κινηματογράφο, στα αριστερά και δεξιά του πόρτες οδηγούσαν σε μικρές αποθήκες φίσκα στα σκουπίδια: αφίσες, γυαλιά τριών διαστάσεων, μουχλιασμένες πάνινες πολυθρόνες. Σε μια από τις αποθηκούλες υπήρχε μια έξοδος κινδύνου, ήταν σίγουρη. Αλλά σε ποια: Μόνο μια φορά είχε ανέβει εδώ πάνω, κι αυτό δύο χρόνια πριν.

«Σκατά. Σκατά, γαμώ το», είπε. Έτρεξε στην πρώτη. Κλειδωμένη. Χτύπησε την πόρτα με τις γροθιές της, βρίζοντας. Παρέμεινε κλειδωμένη. Το ίδιο και η δεύτερη. Το ίδιο και η τρίτη. Ακόμη κι αν κατόρθωνε να θυμηθεί σε ποιά αποθήκη ήταν η έξοδος, οι πόρτες ήταν πολύ βαριές για να τις γκρεμίσει. Αν είχε στη διάθεσή της δέκα λεπτά και τον Καριόλη, θα τις έσπαγε. Αλλά το μάτι ήταν πίσω της: δεν είχε ούτε δέκα δευτερόλεπτα, πόσο περισσότερο δέκα λεπτά.

Το μόνο που της απέμενε ήταν να το αντιμετωπίσει. Στράφηκε απότομα, με μια προσευχή στα χείλη. Η σκάλα ήταν άδεια. Στύλωσε τα μάτια στους καμένους γλόμπους και την ξεφλουδισμένη μπογιά των τοίχων σα να πάσχιζε ν' ανακαλύψει το αόρατο, αλλά το Πράγμα δε βρισκόταν μπροστά της, παραμόνευε κάπου πίσω της. Η λάμψη άστραψε πάλι κι αυτή τη φορά το καντήλι άναψε, η φωτιά έγινε φως, το φως εικόνα, και σκηνές που η Μπέρντι είχε σχεδόν ξεχάσει ξεχύθηκαν στο διάδρομο καταπάνω της. Πλάνα από χίλιες ταινίες: το καθένα με την ιδιαίτερη του ιστορία. Αρχισε, για πρώτη φορά, να καταλαβαίνει την προέλευση αυτού του μοναδικού πλάσματος. Ήταν φάντασμα στη μηχανή του σινεμά: ο γιος του σελυλόιντ.

«Δώσε μου την ψυχή σου», της τραγούδησαν χίλια αστέρια.
«Δεν πιστεύω στην ψυχή», απάντησε η Μπέρντι μ' όλη της την ειλικρίνεια.
«Τότε δώσε ό,τι δίνεις στην οθόνη, ό,τι δίνουν όλοι. Δώσε μου λίγη αγάπη».

Γι' αυτό όλες οι σκηνές παίζονταν και ξαναπαίζονταν και πάλι παίζονταν μπροστά της. Αντιπροσώπευαν όλες τους στιγμές που το κοινό ενωνόταν μαγικά με το πανί, αιμορραγώντας μέσα από τα μάτια του, κοιτώντας, κοιτώντας, κοιτώντας. Είχε συμβεί και στην ίδια, πολλές φορές. Είχε τύχει να τη συγκινήσει μια ταινία τόσο πολύ που σχεδόν πονούσε όταν έπεφταν οι τίτλοι του τέλους διαλύοντας την ψευδαίσθηση, επειδή ένιωθε ότι άφηνε κάτι από τον εαυτό της πίσω, κάτι δικό της που χανόταν ανάμεσα στους ήρωες και τις ηρωίδες της. Ίσως τελικά να ήταν έτσι τα πράγματα. Ίσως ο αέρας κουβαλούσε το φορτίο των επιθυμιών της και το απόθετε κάπου, μαζί με τα φορτία άλλων θεατών, κι όλα μαζί συσσωρεύονταν σε μια γωνιά, μέχρι

Μέχρι τώρα. Το παιδί του συλλογικού τους πάθους: τούτος ο εκμαυλιστής σε τεχνικολόρ' κοινότοπος, άξεστος και πέρα για πέρα μαγευτικός.

Πολύ ωραία, σκέφτηκε η Μπέρντι, άλλο να κατανοείς τον εκτελεστή σου κι άλλο να τον πείσεις να μην εκπληρώσει τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Ακόμη και την ώρα που προσπαθούσε να βρει τη λύση στο αίνιγμα, ρουφούσε με λαχτάρα τις εικόνες: δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δελεαστικές σκηνές μιας άλλης ζωής, πρόσωπα που είχε αγαπήσει. Ο Μίκι Μάους αγκαλιά με μια σκούπα, η Γκις στη «Γέννηση ενός έθνους», η Γκάρλαντ (με τον Τότο στο πλευρό της) να παρακολουθεί τον τυφώνα πάνω από το Κάνσας, ο Αστέρ στη «Μελωδία του Μπρόντγουεϊ», ο Γουέλς στον «Πολίτη Κέιν», ο Μπράντο και η Κρώφορντ, ο Τρέισι και η Χέπμπουρν -άνθρωποι τόσο βαριά χαραγμένοι στις καρδιές μας που δε χρειάζονται μικρά ονόματα. Και πόσο απολαυστικότερη ήταν η διέγερση αυτών των στιγμών, να σου δείχνουν δηλαδή μόνο το αγκάλιασμα και όχι το φιλί' το χαστούκι, όχι τη συμφιλίωση' τη σκιά, όχι το τέρας' την πληγή, όχι το θάνατο.

Ήταν αιχμάλωτή του, αυτό σίγουρα. Την κρατούσε από τα μάτια τόσο γερά σα να την είχε αλυσοδέσει. «Είμαι ωραίο;» τη ρώτησε.

Ναι, ήταν ωραίο.

«Γιατί δε μου παραδίνεσαι;»

Η Μπέρντι δε σκεφτόταν πια, όλες οι διανοητικές της ικανότητες είχαν στραγγίξει από πάνω της, ώσπου κάτι εμφανίστηκε στη δίνη των εικόνων, κάτι που τη συνέφερε σα δυνατό χτύπημα. Ο Ντάμπο. Ο χοντρός ελέφαντας Ο δικός της χοντρός ελέφαντας και κάτι παραπάνω: το παχύδερμο που η ίδια νόμιζε ότι ήταν.

Τα μάγια λύθηκαν. Πήρε τα μάτια της από το Πλάσμα. Για μια στιγμή, με τη γωνία του ματιού της, είδε κάτι νοσηρό, μυγοχεσμένο, πίσω από τη λάμψη. Όταν ήταν μικρή, τα παιδιά τής γειτονιάς της τη φώναζαν Ντάμπο. Είχε ζήσει μ' αυτό το γελοίο γκρίζο τέρας είκοσι ολόκληρα χρόνια, χωρίς να μπορεί να το τινάξει από πάνω της. Το χοντρό του κορμί της θύμιζε το πάχος της, το χαμένο του ύφος την απομόνωσή της. Το φανταζόταν κουλουριασμένο στην προβοσκίδα της μάνας του, το περιφρονημένο τρελό ελεφαντάκι, κι ήθελε να το σπάσει στο ξύλο, το ηλίθιο μελό σκατό.

«Ψέματα! Είσαι ένα ψέμα!» έφτυσε.
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», της διαμαρτυρήθηκε.
«Και κάτω απ' τα λιλιά, τι κρύβεις; Κάτι πολύ σιχαμένο, θαρρώ».

Η λάμψη άρχισε να θαμπώνει, η παρέλαση των σκηνών έχασε το βήμα της. Η Μπέρντι διέκρινε τώρα μια άλλη φιγούρα, μικρή και σκοτεινή, πίσω από τα παραπετάσματα του φωτός. Το Πλάσμα είχε αρχίσει να αμφιβάλλει. Να αμφιβάλλει και να φοβάται το θάνατο. Ήταν σίγουρη πως μύριζε τον τρόμο του.

«Τι είσαι κάτω απ' όλ' αυτά;» Το σίμωσε ένα βήμα. «Τι κρύβεις; Ε;»
Βρήκε μια φωνή. Μια τρομαγμένη, ανθρώπινη φωνή. «Να κοιτάς τη δουλειά σου. Ασε με ήσυχο.»
«Πήγες να με σκοτώσεις».
«Θέλω να ζήσω».
«Κι εγώ το ίδιο».

Ο διάδρομος από την πλευρά τους σκοτείνιαζε, μια μπαγιάτικη, άθλια μυρωδιά σαπίλας απλωνόταν. Η Μπέρντι την αναγνώρισε: βρωμούσε ψοφίμι. Μόλις πέρσι την άνοιξη, με το που

έλιωσαν τα χιόνια, είχε βρει κάτι πεθαμένο στην αυλή πίσω από το διαμέρισμά της. Μικρό σκυλί, μεγάλη γάτα, δεν ήξερε να πει. Ένα κατοικίδιο που είχε πεθάνει από το κρύο στην ξαφνική κακοκαιρία του περασμένου Δεκέμβρη. Ήταν πήχτρα στα σκουλήκια: κιτρινωπά, γκριζωπά, κοκκινωπά: ένα παστέλ μηχάνημα με χίλια κινούμενα μέρη.

Ανάδινε την ίδια ακριβώς μυρωδιά. Ίσως αυτή ήταν η σάρκα πίσω από το όνειρο.

Παίρνοντας θάρρος, προχώρησε κατά την οφθαλμαπάτη, με τον Καριόλη έτοιμο στο χέρι, για την περίπτωση που το Πλάσμα δοκίμαζε να της επιτεθεί.

Οι σανίδες έτριξαν κάτω από τα πόδια της, αλλά ήταν πολύ απασχολημένη με το θήραμά της για να δώσει σημασία στις προειδοποιήσεις τους. Είχε έρθει η στιγμή να πιάσει το δολοφόνο, να τον τραντάξει μέχρι να τον κάνει να ξεράσει το μυστικό του.

Είχαν σχεδόν διασχίσει το διάδρομο, εκείνη προχωρώντας, το άλλο υποχωρώντας. Δεν είχε πια πουθενά να κρυφτεί το γαμημένο.

Ξαφνικά οι σανίδες έσπασαν κάτω από το βάρος της, και η Μπέρντι βρέθηκε να πέφτει μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης. Έριξε τον Καριόλη όταν άπλωσε τα χέρια της να στηριχτεί από κάπου, τα ξύλα όμως ήταν σαρακοφαγωμένα, διαλύονταν στο άγγιγμά της.

Προσγειώθηκε σε κάτι μαλακό. Εδώ η μυρωδιά της αποσύνθεσης ήταν πολύ πιο έντονη, το στομάχι της ανέβηκε στο στόμα. Ψηλάφισε το σκοτάδι για να προσανατολιστεί και βρήκε παντού γλίτσα και κρύο. Ένιωθε σα να είχε πέσει σε κιβώτιο με μισοξεκοιλιασμένα ψάρια. Από πάνω της, το ανυπόμονο φως πέρασε μέσα από τα σπασμένα μαδέρια κι έπεσε στο «λίκνο» της. Κοίταξε γύρω της -αν και ένας Θεός ξέρει ότι δεν το ήθελε- και είδε πως ξάπλωνε στο κουφάρι ενός άντρα. Της ήρθε να ουρλιάξει. Η αρχική της παρόρμηση ήταν να βγάλει τη φούστα και τη μπλούζα της, που ήταν βουτηγμένες στη γλοιώδη ουσία' αλλά δε θα έμενε γυμνή, όχι, ποτέ μπροστά στο γιο του σελυλόιντ.

Την κοιτούσε ακόμα.

«Τώρα ξέρεις», της είπε σα χαμένο.
«Αυτό είσαι εσύ-»
«Είναι το κορμί που κάποτε κατοικούσα, ναι. Τον έλεγαν Μπαρμπέριο. Εγκληματίας της συμφοράς, τίποτα το ιδιαίτερο. Ποτέ δεν επεδίωξε το μεγαλείο».
«Κι εσύ;»
«Ο καρκίνος του. Είμαι το κομμάτι του εαυτού του που είχε φιλοδοξίες, που λαχταρούσε να είναι κάτι παραπάνω από ταπεινό κύτταρο. Είμαι μια αρρώστια που ονειρεύεται. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να μη λατρεύω το σινεμά;»

Ο γιος του σελυλόιντ έκλαιγε σε μιαν ακρούλα του βουλιαγμένου πτώματος. Το πραγματικό του κορμί ήταν εκτεθειμένο τώρα που δεν είχε πια λόγους να το ντύσει με φαντασμαγορικές εικόνες.

Ήταν ένα βρωμερό πράγμα, ένας όγκος που τρεφόταν με σπαταλημένο πάθος. Ένα παράσιτο με σχήμα γυμνοσάλιαγκα και την υφή ωμού συκωτιού. Για μια στιγμή ένα ξεδοντιασμένο στόμα σχηματίστηκε στη μεριά του κεφαλιού του και είπε: «Πρέπει να βρω άλλον τρόπο να φαω την ψυχή σου».

Έδωσε μια κι έπεσε στην τρύπα, δίπλα στη Μπέρντι. Χωρίς το ιριδίζον πανωφόρι του τεχνικολόρ, δεν ήταν μεγαλύτερο από μικροκαμωμένο παιδάκι. Η Μπέρντι τραβήχτηκε όταν άπλωσε την κεραία του να την αγγίξει, αλλά τα περιθώρια διαφυγής σ' αυτό το χώρο ήταν αναγκαστικά περιορισμένα. Η τρύπα ήταν στενή και φραγμένη στη μια της άκρη από σπασμένες καρέκλες και παμπάλαια προσευχητάρια. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος προς τα έξω παρά μόνον αυτός που είχε έρθει, πέντε μέτρα δηλαδή πάνω από το κεφάλι της.

Διστακτικά, ο καρκίνος άγγιξε το πόδι της και η Μπέρντι έκανε εμετό. Δε μπόρεσε να τ' αποφύγει, μόλο που ντρεπόταν για την πρωτόγονη αντίδρασή της. Την αηδίαζε όσο δεν την είχε αηδιάσει τίποτα στη ζωή της' της θύμιζε προϊόν έκτρωσης, ένα εφιαλτικό εξάμβλωμα.

«Αμε στο διάολο», του είπε, κλωτσώντας το στο κεφάλι, αλλά εκείνο συνέχισε να σέρνεται καταπάνω της, παγιδεύοντας με τη σαν ευκοίλια μάζα του τα πόδια της.

Το άγγιγμά του στην κοιλιά της ήταν σχεδόν ερωτικό, και μόλο που σιχαινόταν τον εαυτό της γι' αυτές τις σκέψεις, αναρωτήθηκε αχνά αν ένα τέτοιο πράγμα είχε σεξουαλικές ορμές. Κάτι στην επιμονή του να σχηματίζει και να ξανασχηματίζει αισθητήρια όργανα πάνω στο δέρμα της, να σκαλίζει τρυφερά κάτω από τη μπλούζα της, να προσπαθεί να φτάσει τα χείλη της, μπορούσε να εξηγηθεί μόνο σαν πόθος. Ας είναι κι έτσι, σκέφτηκε, ας είναι κι έτσι. Θα το κανονίσω εγώ.

Το άφησε να συρθεί επάνω της μέχρι που κούρνιασε ολόκληρο στο κορμί της, πασχίζοντας να μην το πετάξει από πάνω της, όπως της έλεγε το ένστικτό της -και την κατάλληλη στιγμή έβαλε σε λειτουργία την παγίδα της.

Γύρισε μπρούμυτα.

Ήταν εκατόν δύο κιλά την τελευταία φόρά που ζυγίστηκε και σίγουρα θα είχε βάλει μερικά ακόμη από τότε. Το Πράγμα βρέθηκε από κάτω της, πριν προλάβει να καταλάβει πώς και γιατί, και από τους πόρους του άρχισε να ξεχύνεται ο βρωμερός χυμός της αρρώστιας.

Αγωνίστηκε, αλλά δε μπορούσε να ξεγλιστρήσει όσο κι αν προσπαθούσε.

Η Μπέρντι έχωσε τα νύχια της μέσα του και βάλθηκε να το ξεσκίζει, αποσπώντας του κομμάτια ολόκληρα, σπογγώδη κομμάτια που έσταζαν παχύρρευστο υγρό. Τα οργισμένα του ουρλιαχτά έγιναν ουρλιαχτά πόνου. Μετά από λίγο, η αρρώστια που ήξερε να ονειρεύεται έπαψε να αντιστέκεται.

Η Μπέρντι σταμάτησε για λίγο να πάρει ανάσα. Από κάτω της τίποτα δε σάλευε.

Κάποτε σηκώθηκε. Δεν μπορούσε να ξέρει αν ο όγκος είχε πεθάνει. Το έκτρωμα δεν είχε ποτέ ζήσει σύμφωνα με τα ανθρώπινα δεδομένα, κι αυτά μόνο γνώριζε η Μπέρντι. Αλλωστε δε σκόπευε να το ξαναγγίξει. Κάλλιο να είχε παλέψει με τον ίδιο το Σατανά παρά ν' αγκαλιάσει πάλι τον καρκίνο του Μπαρμπέριο.

Κοίταξε το διάδρομο από πάνω της και την έπιασε μαύρη απελπισία. Θ' άφηνε τα κόκαλα της σε τούτη τη φριχτή τρύπα όπως ο Μπαρμπέριο πριν απ' αυτή; Μα τότε, καθώς έσκυβε να περιεργαστεί για μια ακόμη φορά τον αντίπαλό της, είδε τη σχάρα. Ήταν αόρατη στο σκοτάδι. Τώρα όμως ξημέρωνε και θολές ακτίνες φωτός περνούσαν μέσα από το μεταλλικό πλέγμα.

Έσπρωξε τη σχάρα μ' όλη της τη δύναμη και ξαφνικά η μέρα μπήκε στην τρύπα μαζί της, γύρω της. Μετά βίας χώρεσε στο μικρό άνοιγμα, είχε την εντύπωση ότι το Πράγμα σερνόταν στα πόδια της, αλλά τελικά κατάφερε να βγει στον έξω κόσμο, με μοναδικές αβαρίες λίγους μώλωπες στα στήθη.

Το εγκαταλειμμένο οικόπεδο δεν είχε αλλάξει από τότε που το πρωτοεπισκέφθηκε ο Μπαρμπέριο. Είχαν φυτρώσει μόνο περισσότερα αγκάθια. Στάθηκε για λίγο ν' ανασάνει τον καθαρό αέρα, κατόπιν ξεκίνησε για το φράχτη και το δρόμο πίσω του.

Ανθρωποι και σκύλοι απομακρύνονταν όσο μπορούσαν από τη χοντρή γυναίκα με το αγριεμένο πρόσωπο και τα ρούχα που βρωμοκοπούσαν.

 

ΤΡΙΑ: ΣΚΗΝΕΣ ΠΟΥ ΕΚΟΨΕ Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ

Δεν ήταν το τέλος.

Η αστυνομία κατέφτασε στο Μούβι Πάλας λίγο μετά τις 9.30 π.μ. Η Μπέρντι πήγε μαζί τους. Η έρευνα αποκάλυψε τα ακρωτηριασμένα πτώματα του Ντην και του Ρίκι, καθώς και ό,τι είχε απομείνει από τον «Σόνι» Μπαρμπέριο. Επάνω, στη γωνία του διαδρόμου, βρήκαν ένα κερασί γοβάκι.

Η Μπέρντι κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτα. Η Λίντι Λι δεν είχε φύγει ποτέ από τον κινηματογράφο.

Δικάστηκε για δύο φόνους που κανείς δεν πίστευε ότι είχε διαπράξει και απαλλάχτηκε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Το δικαστήριο όρισε την ψυχιατρική της παρακολούθηση επί δύο χρόνια. Ίσως να μην είχε σκοτώσει άνθρωπο, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η γυναίκα ήταν θεοπάλαβη. Οι ιστορίες για καρκίνους που περπατάνε δεν είναι ό,τι καλύτερο για την υπόληψή μας σ' αυτή την κοινωνία.

Στις αρχές του καλοκαιριού της επόμενης χρονιάς, η Μπέρντι έκοψε το φαi για μία εβδομάδα. Το περισσότερο βάρος που έχασε ήταν νερό, αλλά οι φίλοι της πείστηκαν ότι επιτέλους είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει το Μεγάλο Πρόβλημα.

Η Μπέρντι βρήκε τη Λίντι Λι σ' ένα ερειπωμένο σπίτι στο Σιάτλ. Δε δυσκολεύτηκε πολύ να την ανακαλύψει: η καημένη η Λίντι Λι, που αυτές τις μέρες διατηρούσε μόλις και μετά βίας τον έλεγχο των πράξεών της, δε μπορούσε καν να διανοηθεί ν' αποφύγει τους διώκτες της. Οι γονείς της είχαν πάψει να την αναζητούν μήνες πριν. Μόνο η Μπέρντι συνέχιζε, πληρώνοντας έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ γι' αυτή τη δουλειά, και τελικά η υπομονή της ανταμείφθηκε όταν είδε τη ντελικάτη καλλονή, πιο ντελικάτη από ποτέ αλλά πάντα ωραία, να κάθεται σ' αυτό το γυμνό δωμάτιο. Παχιές μύγες έσκιζαν τον αέρα. Μια κουράδα, ανθρώπου ίσως, καμάρωνε καταμεσής στο πάτωμα.

Η Μπέρντι είχε βγάλει το πιστόλι πριν ανοίξει την πόρτα. Η Λίντι Λι ανασήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε χαμογελώντας. Ο χαιρετισμός δεν κράτησε πάνω από λίγα δευτερόλεπτα: αμέσως μετά το παράσιτο μέσα στην κοπέλα αναγνώρισε τη Μπέρντι, είδε το όπλο και κατάλαβε επακριβώς τι είχε έρθει να κάνει.

«Βρε, βρε», είπε, καθώς σηκωνόταν να προϋπαντήσει την επισκέπτριά του.

Τα μάτια της Λίντι ανατινάχτηκαν, το στόμα της ανατινάχτηκε, το μουνί και ο κώλος, τ' αυτιά και η μύτη της, όλα ανατινάχτηκαν, και ο όγκος ξεχύθηκε σαν τερατώδες ρόδινο ποτάμι. Κυλούσε από τα δίχως γάλα στήθη της, από ένα κόψιμο στον αντίχειρά της, από μια γρατσουνιά στο μπούτι της.

Απ' όπου ήταν ανοιχτή η Λίντι Λι, ανάβλυζε.

Η Μπέρντι σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε τρεις φορές. Ο καρκίνος τεντώθηκε μια φορά προς το μέρος της, έκανε πάλι πίσω, παραπάτησε και σωριάστηκε. Με το που τον είδε ασάλευτο, η Μπέρντι έβγαλε ήρεμα, χωρίς να βιάζεται, το μπουκάλι με το οξύ από την τσάντα της, ξεβίδωσε το βούλωμα και άδειασε το καυτό περιεχόμενο σε άνθρωπο και αρρώστια. Δεν έβγαλε άχνα όσο διαλυόταν, και το άφησε εκεί, σε μια μπαλωματιά ήλιου. Ένας τσουχτερός, δύσοσμος καπνός υψωνόταν από το χάος του δαπέδου.

Βγήκε από το σπίτι, το καθήκον της καμωμένο στην εντέλεια, και τράβηξε το δρόμο της, σίγουρη ότι θα ζούσε πολλά-πολλά χρόνια μετά τους τίτλους του τέλους αυτής της συγκεκριμένης κωμωδίας.