Πεδίο μάχης

Harlan Ellison
Battlefield, (or His First Day at War, 1958)
Μετάφραση: Κύρα Σίνου, 1976

ΣΑΒΒΑΤΟ

Οι πρώτες βελόνες της «μέρας» πέρασαν πάνω από τον τομέα του Κοπέρνικου στις 05.45'... και εφτά δευτερόλεπτα. Ο διοικητής πυροβολικού στη γραμμή των Λευκών τσακιζόταν και με το παραπάνω. Ο βομβαρδισμός του διέκοψε το διάλειμμα για τον καφέ που οι Μαύροι άντρες σχεδίαζαν να απολαύσουν τουλάχιστον μέχρι τις 05.50'. Όταν το σφύριγμα - ένα είδος φωνητικής μετατροπής του ήχου που έδειχνε ότι έρχεται κάποιο βλήμα - άρχισε να τσιρίζει μέσα στον προκατασκευασμένο θόλο, οι Μαύροι άντρες κοιτάχτηκαν με φούρκα που δεν θέλησαν ούτε να την κρύψουν και κοπάνισαν τις γροθιές τους πάνω στους πάγκους.

Κάποιος μουρμούρισε:

- Δεν είναι εν τάξει!

Οι σύντροφοι τον κοίταξαν και γέλασαν. Ήταν φανερό πως αυτός που μίλησε ήταν συμπληρωματικός αξιωματικός, φρέσκος από τη Σχολή.

Ένας από τους βετεράνους που ήταν με τη μονάδα από τότε που οι Μαύροι ήταν Μαύρος Νο 1, Μαύρος Νο 2, κ.λπ. - προτού συγχωνευθεί η υπηρεσία - γέλασε πνιχτά, Αρχισε να πιέζει προς τα κάτω τη φυσαλίδα της πιέσεως της στολής του και προτού ακόμα βάλει στη θέση της την πλαστικοατσάλινη γαβάθα του γέλασε κοροϊδευτικά.

- Γλύκα μου, θα έπρεπε να ήσουνα εδώ, όταν οι Λευκοί κουβάλησαν έναν καθαρόαιμο Ινδιάνο Τσερόκι που τον λέγανε Κοκαλοσπάστη ή κάτι τέτοιο. Θα ήσουνα πανέτοιμος μόλις το ρολόι σου θα έδειχνε 05.00'. Τέτοια ώρα θα τις έριχνε σταθερά πια... τραβήξαμε το διάβολό μας για να τον ξεφορτωθούμε.

Γέλασε πάλι πνιχτά και μερικοί άλλοι αξιωματικοί κούνησαν τα κεφάλια τους συμφωνώντας μαζί του.

Ο νεαρός ανθυπολοχαγός που τον ονομάσανε «Γλύκα», γύρισε και κοίταξε με ενδιαφέρον τον μεγαλύτερο άντρα.
- Πως τα καταφέρατε να τον σκοτώσετε; Βάλατε τίποτα διπλές πυροβολαρχίες ολόκληρη τη μέρα; τρυπήσατε τους κρατήρες;
Ο βετεράνος έκλεισε το μάτι στο φίλο του.
- Τίποτα από αυτά. Στάθηκε πιο εύκολο.
Το ενδιαφέρον του νεαρού ανθυπολοχαγού κινήθηκε για τα καλά.
- Περιμέναμε μέχρι που να κατέβει κάτω και βάλαμε ένα συνεργείο να του χώσει ένα μαχαίρι στο σβέρκο. Δουλειά αστραπή. Την άλλη μέρα, ήπιαμε τον καφέ μας με την ησυχία μας.
Ο νεαρός ανθυπολοχαγός κοκάλωσε. Το πρόσωπό του μεταβλήθηκε σιγά - σιγά σε μια μάσκα δυσπιστίας και φρίκης.
- Θέλετε... θέλετε να πείτε.. ελάτε δα, δεν μπορείτε να μιλάτε σοβαρά!
Ο βετεράνος τον κάρφωσε με ψυχρό βλέμμα.
- Παιδί μου, το ξέρεις πολύ καλά πως μιλάω σοβαρά.

Κατέβασε το μάνδαλο του κράνους του. Δεν ήθελε άλλες κουβέντες.

Ο ανθυπολοχαγός, όμως, συνέχισε να διαμαρτύρεται. Στεκόταν καταμεσής στον έτοιμο θόλο, έχοντας το κράνος του κάτω από το ένα χέρι, ενώ το άλλο του, το είχε υψωμένο προς το στρογγυλεμένο ταβάνι σε μια στάση θεατρική και ψέλλιζε:

- Μα αυτό - είναι παράνομο! Αυτός είναι ο λόγος που ανακήρυξαν το Φεγγάρι για πεδίο μάχης, θέλω δηλαδή να πω πως δεν υπάρχει κανένας σκοπός να πολεμάμε εδώ επάνω, αν εξακολουθούμε να αλληλοσκοτωνόμαστε κάτω εκεί. Θέλω να πω...
- Σκάσε πια, για όνομα του Θεού!
Αυτός που μίλησε, ήταν ένας ξερακιανός ταγματάρχης με γωνιώδες πρόσωπο που μια ουλή, λεπτή σαν κλωστή, από μονό-ακτίνα, έκοβε την αγριωπή φτιάξη του σαγονιού του.
- Αυτός δεν ήταν πόλεμος, αστείο υποκείμενο. Επρόκειτο για έναν άνθρωπο που πολεμούσε και ακολουθούσε πολύ πιστά τους κανόνες. Αυτά που έμαθες στη Σχολή είναι όλα περίφημα και ωραία, είναι όμως καιρός να βάλεις μυαλό. Βάλε μπρος τη μάπα σου. Αυτά που σε μάθανε εκεί, δεν ταιριάζουν εδώ πάντοτε.
- Όταν κάποιος περνάει ανάμεσα από πολλά χωράφια, είναι σίγουρο πως θα βρει κάποια τρύπα ανοιγμένη από κάποιον τυφλοπόντικα. Αυτός ο Ινδιάνος πάτησε μέσα σε αυτή την τρύπα, αυτό είναι όλο.

Ο ταγματάρχης γύρισε να φύγει, μα πριν το κάνει πήγε και βρήκε τους άλλους αξιωματικούς της εταιρίας κοντά στην έξοδο. Ο νεαρός ανθυπολοχαγός έμεινε μόνος του και τους παρατηρούσε συνεχίζοντας ακόμα να μονολογεί με τον εαυτό του. Καθώς οι άλλοι βρίσκονταν σε έξαψη να συνεννοηθούν μεταξύ τους, δεν μπορούσαν να ακούσουν αυτά που έλεγε:

- Ο πόλεμος, όμως. Ο... ο πόλεμος. Έλεγαν πως δεν θα μασάμε άλλο τη Γη. Ο πόλεμος... εδώ πάνω όλα είναι τόσο καθαρά, ένας άντρας μπορεί να πολεμήσει ή να πεθάνει ή... μα... μα αυτοί λένε πως τον σκότωσαν την ώρα που κατέβαινε κάτω. Πήγαινε σπίτι του στη Γη, και αυτοί τον σκότωσαν...

Ο ταγματάρχης γύρισε κινούμενος οκνά στο θόλο με την πίεση και κίνησε το μεταλλικό του γάντι στον ανθυπολοχαγό. Ήταν ώρα να ξεκινήσουν για τις μονάδες.

Ο ανθυπολοχαγός έσκυψε βιαστικά και ήρθε και βρήκε την ομάδα. Ο βετεράνος αξιωματικός, εκείνος που μίλησε πρώτος είπε με καλοσύνη στον νεώτερο άντρα να γυρίσει και του έκανε έλεγχο στις βάνες. Χτύπησε έπειτα τον ανθυπολοχαγό στον ώμο με φιλική χειρονομία και ξεκίνησαν μαζί για την έξοδο.

Η σφυρίχτρα τσίριζε συνεχώς για τρία ολόκληρα λεπτά.

Έξω οι Μαύροι και οι Λευκοί μπήκαν στην πεντοχιλιοστή πεντηκοστή όγδοη ημέρα του πολέμου, αυτού του πολέμου που συνεχιζόταν αδιάκοπα.

 

Οι βελόνες έρχονταν από την άλλη πλευρά όλο εκείνο το πρωινό. Μέσα στο νεκρό σκοτάδι της Σκοτεινής Πλευράς οι ουρές τους κυμάτιζαν κοφτά καθώς οι ευθυγραμμισμένες πύραυλοι διόρθωναν την πορεία τους. Κανένας ήχος δεν περνούσε από τη γεμάτη κρατήρες ανάερη επιφάνεια, μα το τρεμούλιασμα, κάθε φορά που χτυπούσε μια βολίδα, περνούσε μέσα από τα σπλάχνα του νεκρού δορυφόρου: ήταν σαν να τρελάθηκαν οι κρούστες των γκόνγκ.

Εκεί που χτυπούσαν, μεγάλες πληγές άνοιγαν μέσα στη γκρίζα νεκρική σκόνη της επιφάνειας. Φωτεινές αναλαμπές ζούσαν για μικρο- δευτερόλεπτα και χάνονταν αμέσως, γιατί χωρίς αέρα δεν μπορούσαν να υπάρξουν και φλόγες. Εκεί που χτυπούσαν οι βελόνες, σχίζοντας το πρόσωπο της Σελήνης, νέοι κρατήρες αγριοκοίταζαν τυφλά το διάστημα.

Στις 08:30', από τις άνισες γραμμές των Λευκών στο Ακρωτήριο των Ηρακλειδών, κοντά στον κόλπο των Ιρίδων, ξεκίνησαν τα πρώτα κύματα των τεθωρακισμένων μονάδων. Προέλαυναν διασχίζοντας την άκρη της Σκοτεινής πλευράς μέσα στο εκτυφλωτικό φως της Φωτεινής πλευράς. Τα φινιστρίνια είχαν σφιχτεί έτσι που είχαν γίνει στενές χαραμάδες, έμοιαζαν με φίλτρα που ελάττωναν τη λάμψη του φωτός. Οι άντρες που πέρασαν τον ειδικό εξοπλισμό και τους παλμικούς δίσκους που εισχωρούσαν στις κλιματικές μονάδες και δροσιστικές καμάρες - και έσβησαν τους θερμαντήρες που εργάζονταν πυρετωδώς.

Πρώτα ήρθαν τα θωρακισμένα καβούρια, που γλιστρούσαν αγκαλιάζοντας τις καμπυλότητες της επιφάνειας της σελήνης, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας τον εαυτό τους πάνω στα πλαστικοατσάλινα καλάμια τους,

Οι πυροβολαρχίες των Μαύρων ανακάλυψαν τον ερχομό τους, αλλά όχι και την ιδιότητα τους και το πρώτο φράγμα πυρός το αποτέλεσαν βλήματα χαμηλής βολής που ανυψώθηκαν αθόρυβα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου, πέρασαν κυριολεκτικά πάνω από τα καβούρια και έφυγαν για πάντα στη Σκοτεινή Πλευρά και στο διάστημα, όπου θα άρχιζα να περιστρέφονται άσκοπα μέχρι που οι άντρες της Τακτικής Ανακλήσεως θα πήγαιναν για να τα αναζητήσουν με τα ατσαλένια δίκτυα τους και θα ρουφούσαν τα βλήματα στις φορτικές καταπακτές των συναθροιστικών ρυμουλκών τους.

Μα καθώς τα καβούρια ανεβοκατέβαιναν και γλιστρούσαν στο δρόμο τους για τις γραμμές των Μαύρων, τα ακουστικά μηχανήματα μπόρεσαν να διευκρινίσουν πιο εύκολα τι ακριβώς ήταν. Η κραυγή ακούστηκε στα κελιά ανιχνεύσεως, που ήταν θαμμένα βαθιά κάτω από το στρώμα της ελαφρόπετρας του πλανήτη και καινούριες πυροβολαρχίες ετοιμάστηκαν και καινούριες κανονιές ρίχτηκαν. Οι σκυλοανακόπτες που ρίχτηκαν από τις σήραγγες τους τάραζαν την επιφάνεια του φεγγαριού, όπως οι δύτες που πέφτοντας ταράζουν την επιφάνεια του νερού και άρχισαν να ακολουθούν τη μορφή του εδάφους, πηδώντας πάνω σε υψώματα, γλιστρώντας μέσα σε κρατήρες, κινούμενοι συνεχώς προς τα εμπρός.

Τα πρώτα κάνανε επαφή.

Μέσα στα καβούρια το τσίριγμα από το μέταλλο που σχιζόταν ακούστηκε σε ένα κλάσμα μικροδευτερολέπτου πιο πριν από το μούγκρισμα και τη λάμψη του σκυλιού που έσκαζε. Μεγάλες πύρινες γλώσσες ξεχύθηκαν μουγκρίζοντας θυμωμένα... και έσβησαν το ίδιο γρήγορα, αφήνοντας στη θέση τους ένα στριμμένο, ματωμένο μάτσο από παλιοσίδερα, εκεί όπου ήταν το καβούρι πριν. Ένα άλλο σκυλί πέτυχε το στόχο του. Γράπωσε το καβούρι και το όρθωσε προς τα πίσω πάνω στα καλαμένια ποδάρια του και έπειτα τα έσκασε με μεγάλη δύναμη, Κομμάτια από κορμιά πετάχτηκαν διακόσια μέτρα μακριά μέσα στο κενό από αέρα που βρισκόταν πάνω από το φεγγάρι κι έπεσαν πάλι κάτω σαν νερό.

Στο μήκος όλης της γραμμής, τα σκυλιά κυνηγούσαν τη λεία τους και την κατάστρεφαν. Μακριά, στη δεξιά πτέρυγα, ένα καβούρι τα κατάφερε να σημαδέψει με το πυροβόλο των είκοσι ένα σκυλί που ερχόταν και έσκασε το βλήμα προτού προλάβει να το χτυπήσει. Η νίκη όμως δεν κράτησε πολύ: δύο άλλα που έρχονταν πάνω σε συγκρουστικές κατέβηκαν και χτύπησαν ταυτόχρονα, Η αναλαμπή ήταν ορατή σε απόσταση δεκαπέντε μιλίων, και το μούγκρισμα έκανε το έδαφος να τρέμει για τριάντα μίλια.

Μα η επίθεση των Λευκών εκείνης της ημέρας άρχιζε μόλις. Οι πεζικάριοι έρχονταν κύματα - κύματα πίσω από τα καβούρια. Ακούγονταν σαν μικροί ήχοι στις μονάδες των ακουστικών μηχανημάτων στο Επιτελείο των Μαύρων και με όλο που δεν μπορούσαν να πουν αν αυτό που πλησίαζε ήταν άνθρωποι ή μηχανές, οι Μαύροι συνέχιζαν να στέλνουν τα σκυλιά.

Ήταν σπατάλη βλημάτων, αυτό ακριβώς που λογάριαζαν οι Λευκοί. Τα σκυλιά κατέβαιναν και σκάζανε κατά εκατοντάδες, καθώς το καθένα τους ανακάλυπτε κανένα ξεμοναχιασμένο άντρα και τον διέλυε τόσο γρήγορα σε άτομα, που δεν βρισκόταν έπειτα ούτε ένα κομματάκι από τη στολή πιέσεως του, ούτε από το όπλο του ούτε και από τη σάρκα του. Τα βλήματα πέφτανε σαν χαλάζι και, όπου και να χτυπούσε ένα από αυτά, κάποιος άντρας πέθαινε ένα θάνατο φριχτό, προτού προλάβει καν να τσιρίξει, ενώ το κορμί του χανόταν σε ένα φοβερό ανεμοστρόβιλο ενέργειας. Εκατοντάδες πέθαναν κατά μήκος της γραμμής του μετώπου και καθώς οι καταδικασμένοι πεζικάριοι τραβούσαν επάνω τους τη φωτιά, ομάδες απογειώσεως ανέβαιναν από το Κέντρο των Λευκών, συνοδευόμενοι από μικρές φλόγες και κατευθύνονταν προς την περίμετρο των Μαύρων.

Ο κάθε άντρας φορούσε ένα χάμουρο πάνω από τη στολή πιέσεώς του με ένα τζετ που θα τον μετέφερε πάνω από το κενό δίχως αέρα.

Καθώς τα αδέρφια τους πέθαιναν στη φλογισμένη κόλαση από κάτω τους, οι μονάδες απογειώσεως πέρασαν γρήγορα μέσα από τον κενό ουρανό, πάνω από το επίπεδο των σκυλιών που ανίχνευαν το έδαφος κι έπεσαν πάνω στις πυροβολαρχίες Σαν κυνηγετικά γεράκια.

Ο κάθε άντρας είχε μαζί του ένα σακίδιο για ρίξιμο με μια εκρηκτική σιδηρούχο - ατομική ύλη με ρολογοφυτίλι. Καθώς πετούσαν πάνω από τις πυροβολαρχίες, οι άντρες απελευθέρωναν τα θανατηφόρα φορτία τους κατευθύνοντάς τα μέσα στα στόμια των διαρρηκτικών σωλήνων τους και βιάστηκαν να φύγουν γυρίζοντας στις γραμμές τους. Αυτό ήταν φυσικά εντελώς μάταιο, τα ακουστικά τους έπιασαν, οι ανιχνευτικές ακτίνες φιδογύρισαν πάνω στον ουρανό βρίσκοντας τον κάθε ένα από αυτούς σαν πεταλουδίτσα, που πιάστηκε μέσα στις φλόγες. Οι μονάδες απογειώσεως σβήστηκαν μέσα στο κενό, την ώρα που οι σιδηρούχες ατομικές ύλες σκάζανε μέσα στις διαρρηκτικές κάνες.

Μεγάλα φύλλα μετάλλου τινάχτηκαν απέξω, κομματιάζοντας τα μπούνκερ μέσα στα οποία ήταν τοποθετημένα. Οι διαρρηκτικές μηχανές έσπασαν τις επενδύσεις τους, πετώντας έξω τις υγραντικές ράβδους τους και μέσα σε ένα ολοκαύτωμα από σιδηρούχο - ατομική ύλη που ανατιναζόταν ολόκληρη, η πυροβολαρχία πετάχτηκε στον αέρα. Τριακόσιοι άντρες πέθαναν μεμιάς, με τα πρόσωπά τους καμένα εντελώς, τα χέρια τους τσακισμένα από τους ώμους ή τους αγκώνες και τα πόδια τους σπασμένα και πολτοποιημένα. Σώματα έπεφταν βροχή από τον ουρανό και το ατσάλι κοκκίνισε από το αίμα.

Ήταν μια τυπική μέρα του πολέμου.

Οι ανιχνευτικές ακτίνες βγήκαν έξω ψαχουλεύοντας, και διατρέξανε το έδαφος ψάχνοντας για νάρκες που φύτεψαν οι πεζικάριοι, τις έσκαζαν αγγίζοντάς τις και προχωρούσαν. Τελικά, ψαχούλεψαν και το στερεό εξωτερικό περίβλημα της περιμέτρου των Λευκών.

Τότε οι φορτισμένες ανιχνευτικές ακτίνες τους, συναντήθηκαν με τις ακτίνες των Μαύρων - και πιαστήκανε. Πιάστηκαν σε μια θανάσιμη πάλη, και από την άλλη μεριά οι άντρες, στους πίνακες ελέγχου, με αντιδονητικά κράνη, έβαζαν σε ενέργεια τις ατομικές τους δυνάμεις, μέσα σε μια ολοφάνερη πάλη να κατανικήσουν ο ένας την υπεροχή του άλλου.

Ένας κλυδωνισμός, ένα ελαφρό τσίμπημα, ένα δυνατό τράνταγμα και οι Λευκοί κυριάρχησαν. Η ενέργεια είχε γρήγορα επίδραση στο μήκος της αδυνατισμένης Μαύρης ακτίνας και σε ένα θόλο, κάπου διακόσια μίλια πιο πέρα, ένας άντρας πετάχτηκε από το κάθισμά του, που έμοιαζε σαν του αυτοκινήτου και άρχισε να τσαγκρουνάει το κράνος του... Τα μάτια του πέταξαν φλόγες και το στόμα του τανίστηκε ανοίγοντας για να βγάλει μια φριχτή στριγκλιά. Το καρβουνιασμένο σώμα του - που κάηκε, μαύρο από μέσα - στριφογύρισε σπαράζοντας, καθώς ο άνθρωπος χτυπούσε πάνω στο νεκρό του πρόσωπο... κι έπεσε πάνω στην κονσόλα εξακολουθώντας να σπαρταράει ακόμα.

Η ακτίνα ανιχνεύσεως γύριζε ελεύθερα μέσα στο μπούνκερ. Μέσα σε μερικές στιγμές κανένα ζωντανό πλάσμα δεν σάλευε πια κάτω από το θόλο του μπούνκερ. Μα το όπλο είχε δύο κόψεις: οι δευτερεύουσες ανιχνευτικές ακτίνες της καταδικασμένης Λευκής μονάδας είχαν μπει μέσα κι αυτές. Πέντε κανάλια ενώθηκαν κι έτρεξαν πίσω κατά μήκος της ακτίνας των Μαύρων, Η σκηνή επαναλήφθηκε στο θόλο του Λευκού μπούνκερ. Αυτή τη φορά, κάτω από το κράνος βρισκόταν μια γυναίκα.

Κι έτσι συνεχίστηκε. Ολόκληρη τη μέρα. Μια αψιμαχία από πεζικάριους με παγιδευτικά δίκτυα, που ήρθαν κόντρα σε μια πυροβολαρχία των Μαύρων κοντά στον Κρατήρα Αμπουλφέντα, τελείωσε παράδοξα και φοβερά.

Η πυροβολαρχία των Μαύρων που ήταν τυλιγμένη σε πλαστικές θήκες δεν πρόλαβε να ρίξει τα γεμίσματά της και αυτά πήραν φωτιά σκοτώνοντας τις παγιδευμένες μονάδες, αλλά κομμάτιασαν συγχρόνως και τα δικά τους κράνη, Έμειναν εκεί ξαπλωμένοι επί κάμποσα λεπτά - εκείνοι δηλαδή που τα κράνη τους είχαν απλώς ραγίσει - μέχρι να βγει όλος ο αέρας και τότε πέθαναν από ασφυξία. Εκείνοι που είχαν πεθάνει αμέσως, θεωρήθηκαν τυχεροί.

Όταν η μέρα τελείωσε, στις 16:30', ο απολογισμός των νεκρών ήταν κάπως χαμηλότερος από το μέσο όρο. Νεκροί 5886. Τραυματίες 4. Ζημιές δώδεκα δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που στρογγυλεύτηκε από το Γραφείο ανακλησεων και Οικονομικών.

Οι πυροβολαρχίες σώπαιναν, τα καβούρια βρίσκονταν στις αποθήκες και τα γκαράζ τους, το χωρίς αέρα νεκρό πρόσωπο της Σελήνης είχε παραδοθεί στα συνεργεία επισκευών που θα εργάζονταν όλη τη «νύχτα» ετοιμάζοντας τα πράγματα για τη Δευτέρα το πρωί, οπότε ο πόλεμος θα ξανάρχιζε.

Τα μεταφορικά μέσα ήταν έτοιμα για να πετάξουν και καθώς οι Μαύροι έμπαιναν ένας - ένας στα πλοία τους και Λευκοί επιβιβάζονταν στα δικά τους, ο βόμβος των ατομικών μοτέρ κυλούσε μέσα στους φωτεινούς διαδρόμους των τακτικών αεροδρομίων. Μέσα, οι άντρες διάβαζαν τα φαγώσιμα φύλλα με τα νέα και πατούσαν τις ζώνες επιταχύνσεως για να κατέβουν κάτω.

Κάτω στη Γη.

Για να περάσουν μια ήσυχη βραδιά στο σπίτι και μια ήσυχη Κυριακή... προτού ο πόλεμος αρχίσει ξανά.

Απελευθερώθηκαν σχεδόν αμέσως από τη μηδαμινή βαρύτητα και βούτηξαν κάτω προς το γαλήνιο, περιποιημένο πρόσωπο της Γης. Ο νεαρός ανθυπολοχαγός έγερνε πάνω στη ζώνη του και προσπαθούσε να σβήσει από τη μνήμη, αυτά που είχαν γίνει εκείνη την ημέρα. Όχι τις μάχες, Θεέ μου, αυτές στάθηκαν περίφημες! Ήταν σπουδαίες! Ο ίδιος ο πόλεμος! Μα εκείνο που είχε πει αυτός ο γέρος. Ήταν σαν να έλεγε πως δεν υπάρχει Θεός. Η Σελήνη ήταν για τον πόλεμο, η Γη για την ειρήνη.

Μαχαίρωσαν λέει ένα λοχία της πυροβολαρχίας καθώς κατέβαινε κάτω; Έριξε μια ματιά τριγύρω, μα όλα τα πρόσωπα ήταν συγκεντρωμένα στον εαυτό τους. Προσπάθησε να διώξει αυτή τη σκέψη με το ζόρι από το μυαλό του.

Πίσω από τα πλοία, το στραπατσαρισμένο, σχισμένο και πιτσιλισμένο με θάνατο πρόσωπο της Σελήνης φέγγιζε σαν κοφτό ανάγλυφο στο μαύρο φόντο του διαστήματος.

Τι ήταν αυτό που είπε αργότερα ο ταγματάρχης:

Ο πόλεμος είναι καλός, μα πρέπει να μη χάσουμε την προοπτική.

ΚΥΡΙΑΚΗ

Η Γιολάντα ήταν στην κουζίνα τηλεφωνώντας της παραγγελία της για το δείπνο, όταν η σφυρίχτρα σφύριξε άτονα. Παράτησε τη δύσκολη δουλειά της παραγγελίας του δείπνου στον αρχιμάγειρα, το έκλεισε με ένα συριστικό ήχο και σκούπισε με το χέρι την εβένινη μπούκλα που της είχε κατέβει στο μέτωπο.

- Μπίλ! Μπίλ, σε παρακαλώ, άνοιξε εσύ... θα είναι ο Ουαίν και η Λότους.

Μέσα στο λίβιγκ - ρουμ ο υπολοχαγός Ουίλλιαμ Λάρκσπαρ Ντόννο ξεσταύρωσε τα μακριά του πόδια, αναστέναξε καθώς σηκωνόταν εγκαταλείποντας το κάθισμά του από όπου παρακολουθούσε ένα δράμα σε πανοραμική μετάδοση και φώναξε δυνατά:

- Εν τάξει αγαπούλα, θα πάω εγώ.

Διέσχισε το μακρύ στρωμένο με ανοιχτόχρωμα πλακάκια χωλ και σήκωσε το διακόπτη που ρύθμιζε την ενεργειακή οθόνη εξαφανίζοντας τον τοίχο. Καθώς ο τοίχος χάθηκε τρεμοσβήνοντας και σχηματίστηκε ο έξω κόσμος στον ανοιχτό εξώστη του σπιτιού του Μπίλ και της Γιολάντας βρέθηκαν να στέκονται ο υπολοχαγός και η κυρία Ουαίν Μακ Κιούμπα Μεσσάρο.

- Ελάτε μέσα, ελάτε μέσα, τους καλωσόρισε γελαστός ο Μπιλ. Η Γιο είναι στη κουζίνα και ετοιμάζει το φαί. Έλα, Λότους, άφησέ με να πάρω τη μπέρτα σου.

Πήρε τη χτυπητά χρωματισμένη μπέρτα που του έδωσε η κοπέλα, μια πολύ χαρακτηριστική Μελανησία με σηκωτή ιρλανδέζικη μύτη και κόκκινα μαλλιά σε χρώμα της φωτιάς.

Με το άλλο του χέρι πήρε από τον Ουαίν Μεσσάρο το στρατιωτικό πηλήκιό του και κόλλησε τα πράγματα στην κρεμάστρα που γύρισε μέσα στον τοίχο κρατώντας τα ρούχα με μαγνητισμό.

- Τι θα πάρετε; Ουαίν; Λότους;

Η Λότους σήκωσε το χέρι της για να δείξει πως δεν ήθελε τίποτα μα ο Ουαίν Μεσσάρο σχημάτισε ένα Τα με τα χέρια του. Ήθελε τσάι με λίγη μεθακουαλόνη.

Όταν ο Μπιλ ανακάτωσε καλά το μείγμα κουνώντας το και το ζέστανε και το κρύωσε ξανά, όταν βολεύτηκαν στις πολυθρόνες τους, που πήραν το σχήμα του σώματός τους, ο Ουαίν κοίταξε τον Μπιλ και αναστέναξε βαριά.
- Πως πήγε λοιπόν η πρώτη σου μέρα εκεί πάνω;
Η Λότους μπήκε στη κουβέντα προτού προλάβει να απαντήσει ο άντρας της.
- Αν εσείς οι δύο σκοπεύετε να μιλήσετε για τις δουλειές σας, πάω να δω αν θέλει βοήθεια η Γιο.
Σηκώθηκε, έφτιαξε τη στενή φούστα της στους γοφούς και πήγε προς την κουζίνα.
- Δεν θα μπορέσει να το συνηθίσει ποτέ πως έχω κάνει τον πόλεμο σκοπό στη ζωή μου.
Ο Ουαίν Μεσσάρο κούνησε το κεφάλι του σε ένα στοργικό εκνευρισμό.
- Της είναι αδύνατο να το χωνέψει.
- Θα το συνηθίσει, του απάντησε ο Μπιλ ρουφώντας το σκοτσέζικο κοκτέιλ του. Η Λότους έχει ακόμα πολύ από εκείνο το ιρλανδέζικο αίμα μέσα της... Η Γιο ήταν ίδια όταν πήγα εγώ εκεί πάνω.
 - Είναι τόσο διαφορετικά όλα αυτά, Μπιλ. Είναι πραγματικά διαφορετικά. Αυτά που μας μάθαιναν στη Σχολή δεν μοιάζουν να είναι και τόσο σωστά. Θέλω δηλαδή να πω...
Αγωνιζόταν να σχηματίσει τη σωστή πρόταση:
- ... δεν πάνε δηλαδή αντίθετα προς τη θεωρία... τα πράγματα δεν είναι απλούστατα άσπρα και μαύρα εκεί πάνω - όπως μου έλεγαν τότε, όταν ήμουνα στη Σχολή - έχουν γίνει γκρίζα τώρα. Δεν αρχίζουν τον πρωινό βομβαρδισμό στην ώρα του, πίνουν καφέ όταν θα έπρεπε να παίρνουν κιόλας τα αποτελέσματα και - και...
Κόπηκε απότομα και τα σαγόνια του φάνηκαν να παίρνουν μια έκφραση σκληράδας. Έσκυψε πάνω από το ποτό του.
- Τ... τίποτα, μουρμούρισε, απευθυνόμενος κατά κύριο λόγο στον εαυτό του.
Ο Ντόννο φάνηκε να ανησυχεί.
- Τι έγινε, Ουαίν; Τρόμαξες μήπως όταν σας πλησίασε το φράγμα του πυρός;
Ο Μεσσάρο σήκωσε τα μάτια του με σοκαρισμένη και ξαφνιασμένη έκφραση,
- Δεν φαντάζομαι να μιλάς σοβαρά;
Ο Ντόννο έγειρε πιο βαθιά προς τα πίσω και η πολυθρόνα του προσαρμόστηκε πάνω του σαν μήτρα.
- Όχι, δεν το πιστεύω. Σε ξέρω αρκετά καλά για να μην πιστεύω κάτι τέτοιο, σε ξέρω από πολύ καιρό.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, κρατώντας τα ποτήρια τους έτσι, που να μοιάζουν σαν εμπόδιο για την κουβέντα τους. Μέσα τους περνούσαν διάφορες φιλτραρισμένες αναμνήσεις της παιδικής τους ηλικίας και δεν ήταν σωστό να μιλάνε αυτή τη στιγμή.

Ο Μεσσάρο κατέβασε έπειτα το ποτήρι του και είπε:
- Εκείνη η επιδρομή των συνεργείων απογειώσεως είχε μάλλον άσχημα αποτελέσματα, έτσι;
Το θέμα συζητήσεως είχε ξαφνικά αλλάξει. Ο Ντόννο κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα...
- Ναι είδες; Που να πάρει η οργή, όλη αυτή η ιστορία ήταν σφάλμα εκείνου του κουφιοκέφαλου του συνταγματάρχη του Λέβινσον. Δεν έστειλε καν μια δύναμη πυροβολαρχίας για να τους καλύψει. Ήταν καθαρή αυτοκτονία. Μα και γιατί τους πληρώνουν, που να πάρει ο διάβολος;
Ο Μεσσάρο συμφώνησε σιωπηλά και ήπιε την τελευταία του γουλιά από το ποτό του με το τσάι.
- Ου! Ωραίο είναι.
Ο Ντόννο έδειξε με μια κίνηση του χεριού του τον κυκλικό διακόπτη του ρομπότ - μπάρμαν που ήταν τοποθετημένος μέσα στην ψυχαγωγική μονάδα, κοντά στον τοίχο.
- Γύρισέ τον μόνος σου, εντάξει; Είμαι τόσο καλά βολεμένος που βαριέμαι να κινηθώ.
Το γέλιο των γυναικών που γελούσαν μαζί αντήχησε από την κουζίνα και η φωνή της Γιολάντας Ντόννο ακούστηκε μέσα από τη σχάρα στο ταβάνι.
- Εν τάξει, εσείς οι δύο ήρωες; ... Το φαί είναι έτοιμο. Πάμε να φάμε.

Έπειτα:
- Μπιλ, θέλεις να φωνάξεις τα παιδιά από κάτω;
- Εν τάξει, Γιο.

Ο Μπιλ Ντόννο πήγε μέχρι την καταπακτή σε μια γωνιά του λίβιγκ - ρουμ και πέρασε το νύχι του πάνω από τη σχάρα που ήταν τοποθετημένη στον τοίχο, δίπλα στο άδειο φρεάτιο. Κάτω, στα χαμηλότερα επίπεδα του σπιτιού - βυθισμένα πενήντα πόδια μέσα στη γη - τα παιδιά του Ντόννο άκουσαν κάποιο γρατζούνισμα να έρχεται από το ακουστικό τους και περίμεναν τα λόγια τους πατέρα τους,

- Ελάτε να περιδρομιάσετε, τέρατα! Το φαί είναι στο τραπέζι.

Τα παιδιά τρέξανε από το δωμάτιά τους και το χώρο που παίζανε κι ήρθαν και στάθηκαν στο στόμιο μιας αόρατης ακτίνας που βρισκόταν στην άκρη και αυτή τα τράβηξε και τα ανέβασε σε ένα δευτερόλεπτο μέσα στο φρεάτιο και τα έβγαλε στο λίβιγκ - ρουμ.

Πρώτη ήρθε η Πόλλυ με τις χρυσές κοτσίδες της δεμένες γύρω από το κεφαλάκι της στο σουηδικό στυλ. Τα χέρια της ήταν καθαρά. Έπειτα ήρθε ο Μπαρθολόμιου - Ααρών, που η μύτη του έτρεχε πάλι και που τα μανίκια του το μαρτυρούσαν. Αμέσως μετά ήρθε η Βερούσκα, που το μικρό της προσωπάκι ήταν νοτισμένο με δάκρυα γιατί ο Τόμπυ της είχε δαγκώσει το μπούτι την ώρα που ανέβαιναν και κατόπιν ο ίδιος ο Τόμπυ, που κρατούσε το πλευρό του, εκεί όπου η Βερούσκα τον είχε κλωτσήσει αντανακλαστικά.

Ο Ντόννο κούνησε το κεφάλι του κάνοντας τον αυστηρό και χτύπησε παιχνιδιάρικα τα πισινά της Πόλλυ, καθώς τους βίαζε να πάνε στο τραπέζι για φαγητό.

- Εμπρός, θηρία, κάντε γρήγορα.

Όλα τα παιδιά, εκτός από τη Βερούσκα, έτρεξαν γελώντας στην τραπεζαρία, που ήταν παράλληλη προς το πλακοστρωμένο χωλ του σπιτιού. Η σκουρομάλλα Βερούσκα σφιγγόταν πάνω στο χέρι του μπαμπά της και περπατούσε αργά μαζί του.
- Μπαμπάκα, θα πας αύριο στη Σελήνη;
- Ναι, μωρό μου. Γατί ρωτάς;
- Γιατί η Στάσυ Γκάρμοντ, που μένει στο πιο κάτω τετράγωνο, λέει πως ο γέρος της...
- Ο πατέρας της, όχι ο γέρος!
- ... πως ο πατέρας της θα σε σκοτώσει αύριο. Λέει πως όλοι οι Μαύροι είναι κακοί και πως θα σε σκοτώσει. Αυτά λέει η Στάσυ και αυτή είναι ένα βρωμοκόριτσο!
Ο Ντόννο σταμάτησε το περπάτημα και γονάτισε για να κοιτάξει μέσα στα ορθάνοιχτα σκούρα μάτια.

- Να θυμάσαι ένα πράγμα, χρυσό μου, ότι και να σου πει, όποιος και να 'ναι: Οι Μαύροι είναι οι καλοί. Οι Λευκοί είναι οι κακοί. Κι αυτή είναι η αλήθεια, γλυκιά μου. Και κανένας δεν πρόκειται να σκοτώσει τον πατέρα σου, γιατί θα σκίσει αύριο. Τώρα με πιστεύεις;
Εκείνη κούνησε γρήγορα - γρήγορα το κεφάλι της.
- Οι Μαύροι είναι οι καλοί, οι Λευκοί είναι σιχαμεροί.
Ο Μπιλ της χάιδεψε στοργικά το κεφαλάκι.
- Η γραμματική σου είναι φρικτή, μωρό μου, αλλά τα αισθήματά σου είναι σωστά. Έλα, πάμε να φάμε.

Μπήκαν μέσα και τα παιδιά σώπασαν μισοκρύβοντας μονάχα τα κεφάλια τους γιατί λοξοκοίταζαν τα ζεστά φαγητά που ξεπήδησαν από το άνοιγμα σερβιρίσματος μέσα στο μακρύ τραπέζι, την ώρα που ο Ντόννο έκανε την προσευχή του:

- Πανάγαθε Θεέ, όλοι μας στο γύρω σε ευχαριστούμε γι' αυτά τα περίφημα φαγητά και σε παρακαλούμε να φυλάς αυτούς τους ανθρώπους και να δώσεις τη νίκη σε εκείνους που την αξίζουν. Προστάτεψε ακόμα και τις συνθήκες της ζωής μας... Αμήν!
- Αμήν, είπε ο Μεσσάρο.
- Αμήν, είπε και η Λότους Μεσσάρο.
- Αμήν, είπαν και τα παιδιά.

Και τότε τα πιρούνια μπήχτηκαν στο φαγητό, τα στόματα άνοιξαν και το δείπνο ξεκίνησε, Καθώς έτρωγαν συζητούσαν για την κατάσταση, για το ποιος αγόρασε ένα αγρόκτημα και τι θαύμα που ήταν πως η Σελήνη ήταν το πεδίο μάχης ενώ η Γη σώθηκε από αυτού του είδους την καταστροφή των βαρβάρων του εικοστού αιώνα.

- Ακουσέ με, Μπιλ, είπε ο Μεσσάρο πιρουνίζοντας τον αέρα με το πιρούνι του, για να υπογραμμίσει τα λόγια του, την άλλη Κυριακή να έρθετε εσύ και η Γιο μαζί με τα μικρά στο δικό μας το καλύβι. Να πληρώσεις εσύ την νταντά την άλλη βδομάδα. Βαρεθήκαμε να πληρώνουμε εμείς τα σπασμένα.

Χαμογέλασαν και κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους και το ραντεβού για το δείπνο της άλλης βδομάδας κανονίστηκε.

ΔΕΥΤΕΡΑ

Οι πλατφόρμες συγκοινωνίας. Τα πλοία ξεπερνούσαν το ένα το άλλο κατευθυνόμενα βιαστικά προς το αμυδρό φως που δεν μπορούσαν να το διακρίνουν. Το φως του νεκρού πεδίου της μάχης. Τη Σελήνη. Οι Μαύροι με τις μεγαλόπρεπες στολές τους στέκονταν ουρά για να μπουν στο διαστημοδρόμιό τους, ενώ οι Λευκοί με τις αστραφτερές δικές τους φορεσιές στέκονταν και αυτοί υπομονετικά για να επιβιβαστούν στα πλοία τους.

Ένα Μαύρο πλοίο ήταν αραγμένο δίπλα σε ένα Λευκό.

Καθώς επιβιβάζονταν ο Μπιλ Ντόννο, έριξε μια ματιά στο πλοίο που ερχόταν επόμενο στη σειρά. Ο Μεσσάρο στεκόταν εκεί στην ουρά.
- Να πας στο διάβολο, Λευκέ μπάσταρδε! Έσκουξε.
Τα λόγια του δεν είχαν τίποτα το φιλικό. Καμιά συναδελφοσύνη.
- Θα πεθάνεις, φοβητσιάρη Μαύρε! Τέζα! Τσίριξε σαν απάντηση ο Μεσσάρο.

Επιβιβάστηκαν στα πλοία τους. Η διαδρομή ήταν σύντομη. Εκείνη τη μέρα - την πέντε χιλιάδες πεντηκοστή ένατη μέρα του πολέμου - τα πυροβόλα άρχισαν στις 05:50'. Κάποιος είχε ξεκάμει τον μεγάλο ζηλωτή.

Στις 11:49 ακριβώς μια τυφλομπόμπα σε συνδεμένη κατασκοπευτική συσκευή ρίχτηκε από τον υπολοχαγό Λάσπαρ Ντόννο, BBXO, υπεύθυνο για τον ελαφρό βομβαρδισμό και τις κρούσεις και με τον ανορθόδοξο τρόπο της κατάφερε να τρυπώσει μέσα από το μπαράζ από οθόνες της περιμέτρου των Λευκών. Η τυφλομπόμπα έπεσε πάνω στο θόλο του μπούνκερ, που στέγαζε το κέντρο ελέγχου της φωτεινής ακτίνας και σκάζοντας κομμάτιασε το θόλο.

Αργότερα το ίδιο βράδυ, ο Μπιλ Ντόννο θα άρχιζε να ψάχνει για ένα άλλο σπίτι, όπου θα μπορούσε να φάει το βράδυ της επόμενης Κυριακής.

Η γυναίκα του στεναχωρήθηκε, μα ο πόλεμος φέρνει καλά και κακά. Με όλο τούτο, η μέρα στάθηκε καλή για το μέτωπο.