![]() |
Greg Bear
Blood Music (1985)
1986 Apollo Award
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
Υπάρχει στη φύση μια αρχή που κανείς ως τώρα δεν την έχει προσέξει ιδιαίτερα. Κάθε ώρα, εκατομμύρια εκατομμυρίων μικροσκοπικά όντα - βακτηρίδια, μικρόβια, μικροοργανισμοί - γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να λογαριάζει κανείς τίποτε άλλο εκτός από τον αριθμητικό τους όγκο και τη συσσώρευση των μικρομετρικών τους επιπτώσεων. Δεν έχουν βαθιά αντίληψη. Δεν υποφέρουν ιδιαίτερα. Ακόμη και εκατό εκατομμύρια από δαύτα αν πέθαιναν μονομιάς, δεν θα σήμαιναν τίποτε σε σχέση με τη σπουδαιότητα ενός ανθρώπινου θανάτου.
Μέσα στην κλίμακα μεγεθών όλων των πλασμάτων, από τα πιο μικρά μικρόβια ως τον πιο μεγαλόσωμο άνθρωπο, υπάρχει μια ισότητα «ζωτικής ορμής», ακριβώς όπως τα κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου, αν συγκεντρωθούν όλα μαζί, έχουν ίδιο συνολικό όγκο με τις ρίζες που είναι από κάτω, και οι ρίζες με τη σειρά τους έχουν τον ίδιο όγκο με τον κορμό.
Αυτή είναι, τουλάχιστον, η αρχή. Νομίζω πως ο Βέρτζιλ Γιούλαμ ήταν ο πρώτος που την παραβίασε.
Είχα δυο χρόνια να δω τον Βέρτζιλ. Η εικόνα που κουβαλούσα στη μνήμη μου δεν είχε και μεγάλη σχέση με τον ηλιοκαμένο, χαμογελαστό και καλοντυμένο κύριο που στεκόταν τώρα μπροστά μου. Είχαμε συμφωνήσει τηλεφωνικώς την προηγούμενη μέρα να φάμε μαζί, και τώρα βρισκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο στην πλατιά είσοδο της καφετέριας του Ιατρικού Κέντρου Μάουντ Φρήντομ.
«Βέρτζιλ;» είπα ερωτηματικά.
«Θεέ μου, εσύ είσαι Βέρτζιλ!»
«Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω,
'Εντουαρντ», είπε και μου έσφιξε το
χέρι.
Είχε χάσει δέκα με δώδεκα κιλά, κι αυτά που του απέμεναν έδειχναν πιο σφιχτά και καλοζυγισμένα. Στο Πανεπιστήμιο, ο Βέρτζιλ ήταν o κλασικός δαιμόνιος παχουλός νεαρός, με τα ατίθασα μαλλιά και τα στραβά δόντια που συνέδεε με το ρεύμα τα χερούλια της πόρτας, μας πότιζε ποτά που έκαναν τα ούρα μας μπλε και ποτέ δεν σταύρωνε κοπέλα, εκτός από την ΑϊλήνΤέρματζεντ, που διέθετε ανάλογα φυσικά προσόντα.
«Είσαι απίθανος», του είπα. «Τι έγινε, πέρασες το καλοκαίρι στο Κάμπο Σαν Λούκας;»
Σταθήκαμε μπροστά στις βιτρίνες να διαλέξουμε το φαγητό μας. «Το μαύρισμα», είπε ο Βερτζ παίρνοντας ένα ποτήρι με σοκολατούχο γάλα, το απέκτησα ξαπλώνοντας επί τρεις μήνες κάτω από μια λάμπα ηλίου. Τα δόντια μου πήγα και τα ίσιωσα λίγο καιρό μετά από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε. Τα υπόλοιπα θα σου τα εξηγήσω, αλλά πρέπει να βρούμε ένα μέρος που να μην κινδυνεύουμε να μας ακούσουν.
Τον οδήγησα στη γωνία των καπνιστών, όπου τρεις αμετανόητοι καπνολάγνοι κάθονταν μοιρασμένοι σε έξι τραπέζια.
«Κοίτα», του είπα καθώς
αδειάζαμε τους δίσκους στο τραπέζι.
«Με ξάφνιασες πραγματικά. Αλλαξες
πολύ. 'Έχεις καταπληκτική όψη».
«'Εχω αλλάξει πιο πολύ απ' όσο
νομίζεις». Ο τόνος της φωνής του
είχε μια κινηματογραφική βαρύτητα
και συνοδεύτηκε από ένα δραματικό
σήκωμα των φρυδιών. «Πώς είναι η
Γκέηλ;»
Η Γκέηλ ήταν πολύ καλά, του είπα, και
δίδασκε σ' ένα νηπιαγωγείο. Είχαμε
παντρευτεί πριν ένα χρόνο. H ματιά
του γύρισε στο φαγητό του - φέτες
ανανά και άσπρο τυρί κι ένα κομμάτι
τάρτα μπανάνα - και μετά είπε, με μια
φωνή έτοιμη να σπάσει: «Δεν είδες
τίποτε άλλο;»
Μισόκλεισα τα μάτια μου για να
εστιάσω καλύτερα. «Τι;»
«Κοίτα καλύτερα».
«Δεν είμαι σίγούρος. Α, ναι, δεν
φοράς γυαλιά. Φακοί επαφής;»
«'Οχι. Δεν τα χρειάζομαι πια».
«Κι από ρούχα, ας μη γίνει λόγος.
Ποια σε ντύνει τώρα; Ελπίζω να είναι
σέξυ όσο και καλόγουστη».
«Η Κάντις δεν είναι - δεν ήταν -
υπεύθυνη για τη βελτίωση στο
ντύσιμό μου», είπε ο Βέρτζιλ.
«Απλώς έπιασα καλύτερη δουλειά, με
περισσότερα λεφτά για ξόδεμα.
Συμβαίνει άλλωστε το γούστο μου στα
ρούχα να είναι καλύτερο από το
γούστο μου στο φαγητό». Χαμογέλασε
με το γνωστό απολογητικό χαμόγελο
του Βέρτζιλ, που στο τέλος όμως
μεταβλήθηκε σ' έναν περίεργο
μορφασμό. «'Οπως και να 'ναι πάντως,
εκείνη με παράτησε, από τη δουλειά
μου με απέλυσαν, και τώρα ζω από τις
οικονομίες μου.
«Για στάσου», του είπα. «Πολύ
ανάκατα μου τα λες. Για βάλε τα λίγο
στη σειρά. 'Επιασες δουλειά. Πού;»
«Στην Τζένετρον Κορπορέησον»,
είπε ο Βέρτζιλ. «Πριν από δεκάξι
μήνες».
«Πρώτη φορά την ακούω».
«Θα την ακούσεις σύντομα. Βγάζουν
μετοχές στο χρηματιστήριο τον άλλο
μήνα. Θ' ανέβουν στα ύψη. 'Εχουν
κάνει μια μεγάλη ανακάλυψη με τα
ΒΙΕ. Οι ιατρικές - »
«Ξέρω τι είναι τα ΒΙΕ», τον
διέκοψα. «Θεωρητικά, τουλάχιστον.
Βιοτσίπ Ιατρικών Εφαρμογών».
«'Εχουν φτιάξει μερικά που
λειτουργούν».
«Τι;» 'Ηταν η σειρά μου να σηκώσω τα
φρύδια μου.
«Μικροσκοπικά λογικά κυκλώματα. Τα
εισάγεις με ένεση στον ανθρώπινο
οργανισμό, κι αυτά πηγαίνουν εκεί
που τους λες κι αρχίζουν δουλειά. Με
την έγκριση του δρος Μάικλ
Μπέρναρντ».
Αυτή ήταν εντυπωσιακή είδηση. Η φήμη του δρος Μπέρναρντ ήταν άμεμπτη. 'Οχι μόνο το όνομά του ήταν συνδεδεμένο με όλους τους μεγάλους της γενετικής μηχανικής, αλλά, πριν αποσυρθεί από την νευροχειρουργική, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο είχε κάποια συνταρακτική επιτυχία. Πολλές φορές είχε μπει εξώφυλλο στο Time, το Μega, το Rolling Stone.
«'Ολα αυτά υποτίθεται ότι είναι
μυστικά - οι μετοχές, η ανακάλυψη, ο
Μπέρναρντ και τα πάντα». O Βέρτζιλ
κοίταξε γύρω τον και χαμήλωσε τη
φωνή του. «Κάνε ό,τι θέλεις, όμως.
Εγώ ξεμπέρδεψα μ' αυτούς τους
μπάσταρδους».
Σφύριξα. «Θα γίνω πλούσιος, ε;»
«Αν αυτό είναι που θέλεις. Αν και θα
προτιμούσα να καθίσεις λίγο μαζί
μου, πριν τρέξεις στον χρηματιστή
σου».
«Βεβαίως». Δεν είχε αγγίξει ούτε
το τυρί του ούτε την τάρτα. Είχε
φάει όμως τον ανανά και είχε πιει το
σοκολατούχο γάλα. «Πες μου
περισσότερα, λοιπόν».
«Κοίτα, στην ιατρική ειδικευόμουν
στην εργαστηριακή δουλειά.
Βιοχημική έρευνα. Ταυτόχρονα, είχα
και μια μανία με τα κομπιούτερ.
'Ετσι, τα δυο τελευταία χρόνια της
σχολής τα έβγαλα-»
«Πουλώντας προγράμματα στην
Γουέστινγκχάουζ». συμπλήρωσα.
«Χαίρομαι. που το θυμούνται οι
φίλοι μου. 'Ετσι βρέθηκα μπλεγμένος
με την Τζένετρον, που μόλις τότε
ξεκινούσε. Είχαν πολύ γερούς
χρηματοδότες, φοβερό εργαστηριακό
εξοπλισμό, ό,τι καλύτερο μπορούσε
να ονειρευτεί κανείς. Με
προσέλαβαν, και πολύ γρήγορα άρχισα
να ανεβαίνω.
»Μέσα σε τέσσερις μήνες είχα
ξεκινήσει δική μου έρευνα. 'Εκανα
μερικές ανακαλύψεις», συνέχισε o
Βέρτζιλ με μια νωχελική κίνηση του
κεφαλιού, «και μετά θέλησα να
κυνηγήσω μερικά πράγματα που τα
θεώρησαν πρόωρα. Εγώ επέμενα, κι
αυτοί μου πήραν πίσω το εργαστήριο
και το ανέθεσαν σ' έναν υπηρεσιακό
βλάκα. Πριν με απολύσουν, όμως,
κατάφερα να περισώσω ένα μέρος από
το πείραμα. Μόνο που στάθηκα κάπως
απρόσεκτος... ή απερίσκεπτος. 'Ετσι
το πείραμα συνεχίζεται τώρα έξω από
το εργαστήριο».
Θεωρούσα πάντα τον Βέρτζιλ φιλόδοξο, λίγο σαλεμένο και όχι ιδιαιτέρως ευαίσθητο. Οι σχέσεις του με τους εκπροσώπους της εξουσίας ποτέ δεν ήταν ομαλές. Η επιστήμη ήταν γι' αυτόν σαν μια απρόσιτη γυναίκα που ξαφνικά σου ανοίγει την αγκαλιά της, όταν δεν είσαι ακόμη έτοιμος για έρωτα - κάνοντάς σε να φοβάσαι ότι θα την πατήσεις, θα χάσεις τη μοναδική σου ευκαιρία και θα τα τινάξεις όλα στον αέρα. 'Οπως φαίνεται, αυτό ακριβώς είχε συμβεί. «'Εξω από το εργαστήριο; Δεν καταλαβαίνω».
«'Εντουαρντ, θέλω να με εξετάσεις.
Κάνε μου ένα γενικό τσεκ-απ. 'Ισως κι
ένα καρκινοδιαγνωστικό τεστ. Μετά
θα σου εξηγήσω».
«Θέλεις μια γενική των πέντε
χιλιάδων δολαρίων;»
«Τα πάντα. Υπερήχους, μαγνητική
τομογραφία, θερμογράφημα, τα
πάντα».
«Δεν ξέρω αν μπορώ να σε μπάσω σε
όλα. Η μαγνητική δεν έχει ούτε ένα
μήνα εδώ. Τι στην οργή, δεν
μπορούσες να διαλέξεις πιο φτηνό
τρόπο- »
«Μόνο υπερήχους, τότε. Αυτό
φτάνει»
«Βέρτζιλ, γυναικολόγος είμαι, όχι
κανένας άσσος της βιονικής.
Μαιευτήρας-γυναικολόγος, η πιο
αστεία ειδικότητα. Αν έχεις αρχίσει
να μεταμορφώνεσαι σε γυναίκα, ίσως
να μπορώ να σε βοηθήσω».
'Εσκυψε μπροστά, και παραλίγο να χώσει τον αγκώνα του στην τάρτα, κατάφερε όμως την τελευταία στιγμή να την αποφύγει παρά τρίχα. Ο παλιός Βέρτζιλ θα είχε χτυπήσει κέντρο. «Εξέτασέ με προσεκτικά και θα...» Στένεψε τα μάτια και κούνησε το κεφάλι του. «Απλώς εξέτασέ με».
«Εντάξει; θα σου κλείσω ραντεβού
για τους υπερήχους. Ποιος
πληρώνει;»
«'Εχω Μπλου Σηλντ». Χαμογέλασε και
μου έδειξε μια κάρτα υγείας. «'Εχω
μαγειρέψει τους φακέλους
προσωπικού της Τζένετρον. 'Ως τα
εκατό χιλιάδες δολάρια δεν
ελέγχουν ποτέ τις ιατρικές
εξετάσεις. Δεν θα υποπτευθούν
τίποτε».
Επειδή ήθελε μυστικότητα, φρόντισα να την έχει. Συμπλήρωσα μόνος μου τα έντυπα. Εφόσον όλα χρεώνονταν κανονικά, οι περισσότερες εξετάσεις μπορούσαν να γίνουν χωρίς να τις πάρει κανείς είδηση. Για τις δικές μου υπηρεσίες δεν χρέωσα τίποτα. Στο κάτω-κάτω, ο Βέρτζιλ είχε κάνει τα ούρα μου να βγαίνουν μπλε. 'Ημασταν φίλοι.
'Ηρθε αργά τη νύχτα. Δεν είχα υπηρεσία εκείνη την ώρα, αλλά έμεινα επίτηδες και τον περίμενα στον τρίτο όροφο, που οι νοσοκόμες είχαν ονομάσει πτέρυγα του Φρανκενστάιν. Καθόμουν σε μια πλαστική πορτοκαλί καρέκλα. Ο Βέρτζιλ μπήκε, και το πρόσωπό τον είχε ένα πρασινωπό χρώμα στις λάμπες φθορισμού.
Γδύθηκε και τον ξάπλωσα στο τραπέζι. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν ότι οι αστράγαλοί του έμοιαζαν χοντρύτεροι. Δεν ήταν πρησμένοι, όμως. Τους ψηλάφησα πολλές φορές. 'Εμοιαζαν εντάξει, αλλά κάπως περίεργοι. «Χμ», είπα.
Αρχισα να περνάω τις κεφαλές από πάνω του, διαλέγοντας τα μέρη που ήταν δυσπρόσιτα στη μεγάλη μονάδα, και προγραμμάτισα τα δεδομένα στο απεικονιστικό σύστημα. Μετά γύρισα το τραπέζι και το άφησα να γλιστρήσει μέσα στο εμαγιέ άνοιγμα της διαγνωστικής συσκευής υπερήχων, την ηχότρυπα, όπως την έλεγαν οι νοσοκόμες.
Ενσωμάτωσα τα. στοιχεία της ηχότρυπας σ' αυτά πού είχε δώσει η φορητή κεφαλή, έβγαλα έξω τον Βέρτζιλ και πάτησα το κουμπί της οθόνης. Η εικόνα σχηματίστηκε έπειτα από ένα δευτερόλεπτο, δείχνοντας το σκελετό του Βέρτζιλ.
Τρία λεπτά κράτησε η εικόνα - αφήνοντάς με με το στόμα ανοιχτό - και μετά η οθόνη έδειξε τα θωρακικά όργανα, μετά τους μυς και τελικά το αγγειακό σύστημα και το δέρμα.,
«Πόσος καιρός έχει περάσει από το
ατύχημα;» ρώτησα προσπαθώντας να
κρύψω το τρέμισμα της φωνής μου.
«Δεν ήταν ατύχημα», είπε. «Σκόπιμο
ήταν».
«Για τ' όνομα του Θεού, σ' έδειραν
για να κρατήσεις κάτι μυστικό;»
«Δεν κατάλαβες, 'Εντουαρντ. Κοίταξε
πάλι τις εικόνες. Δεν έχω
χτυπήσει».
«Κοίτα, εδώ υπάρχει μια
συσσώρευση», είπα δείχνοντας τους
αστραγάλους, «και στα πλευρά σου
βλέπω ένα περίεργο σχήμα ζιγκ-ζαγκ
που έρχεται και δένει. Φαίνεται ότι
κάποια στιγμή έσπασαν. Και-»
«Κοίταξε τη σπονδυλική μου στήλη»,
μου είπε. 'Εκανα μια περιστροφή της
εικόνας στο βίντεο.
Θεέ και Μπάκμινστερ Φούλερ, σκέφτηκα. 'Ήταν απίθανο. 'Ενα πλαίσιο από τριγωνικές προβολές που έδεναν μεταξύ τους μ' έναν τρόπο που μου ήταν αδύνατον να τον παρακολουθήσω, κι ακόμη λιγότερο να τον καταλάβω. Γύρισα και προσπάθησα να ψηλαφήσω τη σπονδυλική του στήλη με τα δάχτυλά μου. Ο Βέρτζιλ σήκωσε τα χέρια του και κοίταξε το ταβάνι.
«Δεν τη βρίσκω», του είπα. «Δεν
ψηλαφώ τίποτε». Τον άφησα και
γύρισα να κοιτάξω το στήθος του.
Μετά πίεσα τα πλευρά του. 'Ηταν
τυλιγμένα σε κάτι σκληρό και
εύπλαστο. 'Οσο πιο πολύ πίεζα, τόσο
πιο σκληρό φαινόταν. Μετά
παρατήρησα και μιαν άλλη αλλαγή.
«Ε»,του είπα, «τι έγιναν οι θηλές
σου;» Υπήρχαν δυο μικροσκοπικές
κηλίδες άλλου χρώματος, αλλά καμιά
διαμόρφωση θηλών.
«Βλέπεις;» είπε ο Βέρτζιλ
ανασηκώνοντας τους ώμους του μέσα
από τη λευκή μπλούζα. «'Εχω αρχίσει
να ξαναφτιάχνομαι από την αρχή, από
μέσα προς τα έξω».
Φέρνοντας πίσω στο μυαλό μου αυτές τις ώρες, σκέφτομαι πως πρέπει να είπα κάτι σαν: «Πες μου λοιπόν πώς έγινε αυτό». 'Οπως φαίνεται, κατάφερα να ξεχάσω τα πραγματικά μου λόγια.
Ο Βέρτζιλ μου εξήγησε τα πάντα με τη συνηθισμένη περιφραστικότητά του. 'Ηταν σαν να προσπαθείς να φτάσεις στην ουσία ενός δημοσιογραφικού άρθρου μέσα από ένα δάσος φιοριτούρες και διακοσμητικά στολίδια.
Απλά και συνοπτικά, μου είπε τα εξής:
Η Τζένετρον του είχε αναθέσει να κατασκευάσει πρότυπα βιοτσίπ, μικροσκοπικά κυκλώματα αποτελούμενα από μόρια πρωτεΐνης. Μερικά απ' αυτά τα συνέδεαν με τσιπ πυριτίου της τάξεως του μικρού και μετά τα εισήγαν σε αρτηρίες ποντικών, στέλνοντάς τα σε χημικά προκαθορισμένες θέσεις, όσου θα συνδέονταν με τους ιστούς των ποντικών και θα προσπαθούσαν να τους κατευθύνουν ή να ελέγξουν διάφορες νόσους που προκαλούσαν εργαστηριακά.
«'Ηταν σπουδαία υπόθεση», είπε ο Βέρτζιλ. «Σκοτώναμε το ποντίκι για να βγάλουμε τα πιο σύνθετα βιοτσίπ - μετά τα αναλύαμε, συνδέοντας το πυριτικό μέρος σ' ένα σύστημα απεικόνισης. Το κομπιούτερ μάς έδινε ιστογράμματα, μετά. ένα διάγραμμα των χημικών χαρακτηριστικών από έντεκα περίπου εκατοστά αιμοφόρου αγγείου... μετά τα συνδύαζε όλα μαζί σχηματίζοντας μια συνολική εικόνα. Εξετάσαμε λεπτομερώς έντεκα εκατοστά ποντικίσιας αρτηρίας. Ποτέ σου δεν έχεις δει τόσο πολλούς επιστήμονες να χοροπηδάνε αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον και να πίνουν κουβάδες "μικροβιοκτόνου"». Το «μικροβιοκτόνο» ήταν εργαστηριακή αιθανόλη με σόδα.
Στη συνέχεια, τα πυριτικά
στοιχεία εγκαταλείφθηκαν και
αντικαταστάθηκαν από
νουκλεοπρωτεΐνες. O Βέρτζιλ δεν
ήθελε να μου πει λεπτομέρειες, αλλά
συμπέρανα ότι είχαν βρει τρόπο να
μετατρέπουν τεράστια μόρια - σαν
το DNA και ακόμη πιο σύνθετα - σε
ηλεκτροχημικά κομπιούτερ,
χρησιμοποιώντας ριβοσωματοειδείς
κατασκευές σαν «κωδικοποιητές»
και «αναγνώστες» και το RΝΑ σαν
«μαγνητοταινία». Ο Βέρτζιλ
κατάφερε να μιμηθεί τον
αναπαραγωγικό διαχωρισμό και την
επανασύνδεση στις
νουκλεοπρωτεΐνες του,
ενσωματώνοντας αλλαγές
προγράμματος σε σημεία-κλειδιά με
την ανταλλαγή ζευγών
νουκλεοπρωτιδίων. «H Τζένετρον
ήθελε να στραφεί στη μηχανική των
υπεργονιδίων, δεδομένου ότι αυτό
κυνηγούσαν όλοι. Ήθελαν να
κατασκευάσουν ό,τι λογής πλάσματα
μπορείς να φανταστείς. Εγώ όμως
σκεφτόμουν διαφορετικά». Έτριψε το
αυτί του με το δάχτυλο κάνοντας να
ακουστεί ένας ήχος σαν από θέραμιν.
«Ο τρελός επιστήμονας, ε;» Γέλασε,
και μετά σοβάρεψε. «'Εβαλα τις
καλύτερες νουκλεοπρωτεΐνες μου
μέσα σε βακτηρίδια, προκειμένου να
διευκολύνω τη διχοτόμηση και τη
συνένωση. Μετά άρχισα να τις αφήνω
μέσα, ώστε να αλληλεπιδράσουν τα
κυκλώματα με τα κύτταρα. Ο
προγραμματισμός τους ήταν
ευριστικός. Μόνα τους δίδαξαν στον
εαυτό τους περισσότερα απ' όσα τους
είχα προγραμματίσει. Τα κύτταρα
τροφοδότησαν τα κομπιούτερ με
χημικά κωδικοποιημένες
πληροφορίες, τα κομπιούτερ τις
επεξεργάστηκαν και έβγαλαν
αποφάσεις, τα κύτταρα έγιναν
έξυπνα. Έξυπνα σαν μια πλαναρία, να
εξηγούμαστε. Φαντάζεσαι μια Ε. coli
έξυπνη σαν πλαναρία;»
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.
«Το φαντάζομαι».
«Μετά ξεκίνησα τον πραγματικά δικό μου δρόμο. Διαθέταμε τον εξοπλισμό, τις τεχνικές, κι εγώ γνώριζα τη μοριακή γλώσσα. 'Ημουν σε θέση να κατασκευάσω περιεκτικά, πολυσύνθετα βιοτσίπ, συνδυάζοντας τις νουκλεοπρωτεΐνες έτσι που να γίνουν μικροί εγκέφαλοι. 'Εκανα μια μικρή έρευνα γύρω από το πού μπορούσα να φτάσω θεωρητικά. Στο επίπεδο των βακτηριδίων και μόνο μπορούσα να τους φτιάξω ένα βιοτσίπ με την υπολογιστική ικανότητα που διαθέτει ο εγκέφαλος σπουργιτιού. Τρελάθηκα! Μετά βρήκα έναν τρόπο να πολλαπλασιάσω την πολυπλοκότητα επί χίλια, χρησιμοποιώντας κάτι που θεωρούσαμε εμπόδιο - την κβαντική επικοινωνία ανάμεσα στα σταθερά, στοιχεία των κυκλωμάτων. Σ' αυτό το επίπεδο μεγέθους, ακόμη κι η πιο ελάχιστη αλλαγή μπορούσε να τινάξει στον αέρα ένα βιοτσίπ. Εγώ όμως κατέστρωσα ένα πρόγραμμα που προέβλεπε και εκμεταλλευόταν το φαινόμενο σήραγγας των ηλεκτρονίων. Ενίσχυσα τις ευριστικές ικανότητες του κομπιούτερ και χρησιμοποίησα την επικοινωνία αυτή σαν μέθοδο αύξησης της πολυπλοκότητας».
«Κάπου εδώ με χάνεις», του είπα. «Εκμεταλλεύτηκα το τυχαίο. Τα κυκλώματα μπορούσαν να αυτοεπισκευάζονται, να συγκρίνουν τις μνήμες τους και να διορθώνουν τα λανθασμένα στοιχεία - τα πάντα. Εγώ τους έδωσα τις βασικές εντολές: αυξάνεσθε και πληθύνεσθε. Βελτιώνετε τον εαυτό σας. Τι να σου πω, έπρεπε να έβλεπες μερικές από τις καλλιέργειες μια βδομάδα αργότερα! 'Ηταν εκπληκτικό. Εξελίσσονταν μόνες τους σαν μικροσκοπικές πολιτείες. Τις κατέστρεψα όλες. Νομίζω ότι αν συνέχιζα να τις τροφοδοτώ, o δίσκος καλλιέργειας ολόκληρος θα έβγαζε πόδια και θα έβγαινε από τον κλίβανο».
«Αστειεύεσαι», είπα. Τον κοίταξα.
«Δεν αστειεύεσαι».
«Φίλε μου, ήξεραν πολύ καλά τι
σήμαινε βελτίωση! Ήξεραν πού έπρεπε
να πάνε, απλώς ήταν περιορισμένα
γιατί βρίσκονταν μέσα σε σώματα
βακτηριδίων με ελάχιστους πόρους».
«Τι νοημοσύνη είχαν;»
«Δεν μπορούσα να πω με σιγουριά.
Ενώνονταν σε συγκροτήματα εκατό ή
διακοσίων κυττάρων, και το κάθε
συγκρότημα συμπεριφερόταν σαν
αυτόνομη ομάδα. Το κάθε συγκρότημα
πιθανόν να είχε τη νοημοσύνη ενός
πιθήκου ρέζους. Αντάλλασσαν
πληροφορίες μέσα από τα τριχοειδή
τους, μετέδιδαν μνήμες και συνέκριναν
τα στοιχεία τους. Η οργάνωσή τους
ήταν πολύ διαφορετικrj απ' αυτή των
πιθήκων. Κατ' αρχάς, ο κόσμος τους
ήταν πιο απλός. Με τις ικανότητές
τους ήταν απόλυτοι κυρίαρχοι στους
δίσκους καλλιέργειας. Μια μέρα τους
έριξα βακτηριοφάγους. Τους
εξόντωσαν αμέσως. Χρησιμοποιούσαν
κάθε ευκαιρία για ν' αλλάξουν και να
μεγαλώσουν».
«Πώς είναι δυνατόν αυτό;»
«Τι;» Του φαινόταν περίεργο που
δεν πίστευα τα πάντα με την πρώτη.
«Το να συσσωρεύσεις τόσο πολλά
μέσα σε κάτι τόσο μικρό. Ένας
πίθηκος ρέζους δεν είναι σαν τον
μικρουπολογιστή σου, Βέρτζιλ».
«Δεν σου εξήγησα καλά, φαίνεται»,
είπε ο Βέρτζιλ φανερά
εκνευρισμένος. «Χρησιμοποιούσα
νουκλεοπρωτεϊνικά κομπιούτερ.
Είναι σαν το DΝΑ, μόνο που όλες οι
πληροφορίες τους μπορούν να
αλληλεπιδρούν. Ξέρεις πόσα
ζεύγη νουκλεοπρωτεΐνων υπάρχουν
στο DΝΑ ενός βακτηριδίου;»
Είχε περάσει καιρός από το
τελευταίο μου μάθημα βιοχημείας, κι
έτσι κούνησα αρνητικά το κεφάλι
μου. «Γύρω στα δύο εκατομμύρια.
Πρόσθεσε σ' αυτά τις μεταποιημένες
ριβοσωμικές δομές - δεκαπέντε
χιλιάδες περίπου, με μοριακό βάρος
της καθεμιάς γύρω στα τρία
εκατομμύρια - και σκέψου τους
συνδυασμούς και τις παραλλαγές. Το
RΝΑ είναι διευθετημένο σαν μια
ατέρμονη ταινία, περιτριγυρισμένο
από ριβοσώματα που δίνουν εντολές
και κατασκευάζουν αλυσίδες
πρωτεiνώ ν...» Τα μάτια του έλαμπαν,
υγρά. «Αλλωστε, δεν θέλω να πω ότι
κάθε κύτταρο ήταν μια ξεχωριστή
οντότητα. Συνεργάζονταν».
«Πόσα βακτηρίδια κατέστρεψες
στους δίσκους;»
«Δισεκατομμύρια, ούτε κι. εγώ δεν
ξέρω πόσα». Έκανε μια γκριμάτσα.
«Το 'πιασες, Έντουαρντ. Ένα
ολόκληρο σύμπαν από Ε. coli».
«Και δεν σε απέλυσαν τότε;»
«Όχι. Κατ' αρχάς δεν ήξεραν τι
γινόταν. Συνέχισα να συνδυάζω τα
μόρια, αυξάνοντας το μέγεθος και
την πολυπλοκότητά τους. Όταν τα
βακτηρίδια έφτασαν στα όριά τους,
πήρα δικό μου αίμα, ξεχώρισα τα
λευκά αιμοσφαίρια και τους έβαλα
μέσα τα νέα βιοτσίπ. Τα
παρακολούθησα, τα πέρασα από τεστ
και τους έθεσα μερικά χημικά
προβλήματα. Αποδείχτηκαν ξεφτέρια.
Ο χρόνος είναι πολύ πιο γρήγορος σ'
αυτό το επίπεδο η απόσταση που
έχουν να διασχίσουν τα μηνύματα
είναι ελάχιστη και το περιβάλλον
πολύ απλό. Κάποια φορά όμως
παρέλειψα να κλειδώσω ένα αρχείο
στο κομπιούτερ του εργαστηρίου με
τον μυστικό μου κώδικα. Κάποιοι
διευθυντές τον ανακάλυψαν και
μάντεψαν τι μαγείρευα. Τους έπιασε
πανικός. Φοβήθηκαν ότι αυτό που
είχα κάνει θα έστελνε ξοπίσω μας
όλες τις κοινωνικές οργανώσεις της
χώρας. Έτσι άρχισαν να καταστρέφουν
τη δουλειά μου και να σβήνουν τα
προγράμματά μου. Με υποχρέωσαν να
αποστειρώσω τα λευκά μου
αιμοσφαίρια. Θεέ μου». Έβγαλε τη
λευκή μπλούζα του κι άρχισε να
ντύνεται. «Δεν μου έμεναν παρά
μια-δυο μέρες. Ξεχώρισα τα πιο
σύνθετα κύτταρα-»
«Πόσο σύνθετα;»
«.Είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά σε
ομάδες των εκατό κυττάρων, σαν τα
βακτηρίδια. Η κάθε ομάδα είχε ίσως
τη νοημοσύνη παιδιού δέκα χρόνων».
Μελέτησε το πρόσωπό μου για λίγο.
«Εξακολουθείς να αμφιβάλλεις;
Θέλεις να σου πω πόσα ζευγάρια
νουκλεοτιδίων έχει ένα κύτταρο
θηλαστικού: Προγραμμάτισα τα
κομπιούτερ μου έτσι που να
επωφεληθούν από τη χωρητικότητα
των λευκών αιμοσφαιρίων. Δέκα
δισεκατομμύρια ζεύγη
νουκλεοτιδίων, Έντουαρντ. Δέκα
ολόκληρα δισεκατομμύρια. Δέκα στη
δεκάτη. Χωρίς να διαθέτουν ένα
ογκώδες σώμα που η φροντίδα του να
τους αποσπά τη σκέψη».
«Εντάξει», είπα. «Μ' έπεισες.
Μετά τι έκανες;»
«Ανακάτεψα τα κύτταρα σε μια
ποσότητα καθαρού αίματος κι έκανα
ένεση στον εαυτό μου μ' αυτό».
Κούμπωσε το γιακά του πουκαμίσου
του και μου χαμογέλασε
ανέκφραστα. «Τα προγραμμάτισα με
κάθε δυνατή ορμή που μου επέτρεπε η
επικοινωνία στο ενζυμικό επίπεδο.
Μετά απ' αυτό ήταν ελεύθερα να
συνεχίσουν μόνα τους».
«Τα προγραμμάτισες να αυξηθούν
και να βελτιωθούν;» τον ρώτησα.
«Νομίζω ότι ανέπτυξαν ορισμένα από
τα χαρακτηριστικά που είχαν πάρει
από τα βιοτσίπ στη φάση της Ε. cοli.
Τα λευκά αιμοσφαίρια μπορούσαν
να μιλούν μεταξύ τους με
διαμορφωμένες μνήμες. Βρήκαν από
μόνα τους τρόπους να διαμορφώνουν
άλλους τύπους κυττάρων και να τα
αλλοιώνουν χωρίς να τα σκοτώνουν».
«Είσαι τελείως τρελός».
«Κοίτα την οθόνη, Έντουαρντ! Από
τότε δεν έχω αρρωστήσει ποτέ. Παλιά
κρυολογούσα κάθε λίγο και λιγάκι.
Ποτέ μου δεν έχω νιώσει καλύτερα».
«Και λες ότι βρίσκονται τώρα μέσα
σου, αλλάζοντας τον οργανισμό σου!»
«Η κάθε ομάδα έχει νοημοσύνη
ανάλογη με τη δική σου και τη
δική μου».
«'Εχεις σαλτάρει εντελώς».
Ο Βέρτζιλ ανασήκωσε τους ώμους του. «Με απέλυσαν. Φοβήθηκαν ότι θα ήθελα να τους εκδικηθώ για την καταστροφή της δουλειάς μου. Μου απαγόρευσαν την είσοδο στα εργαστήρια, και ως τώρα δεν είχα καμιά πραγματική δυνατότητα να δω τι συμβαίνει μέσα μου. Πάνε τρεις μήνες».
«Δηλαδή...» Το μυαλό μου έπαιρνε
τις πιο γρήγορες στροφές του.
«Έχασες βάρος επειδή σου βελτίωσαν
το μεταβολισμό των λιπών. Τα οστά
σου δυνάμωσαν, και η σπονδυλική σου
στήλη ξαναφτιάχτηκε από την αρχή -
»
«Τώρα πια δεν με πονάει ποτέ η μέση
μου, ακόμη κι όταν ξαπλώνω στο παλιό
μου στρώμα».
«Η καρδιά σου φαίνεται αλλαγμένη».
«Δεν ξέρω τίποτα για την καρδιά»,
είπε ο Βέρτζιλ εξετάζοντας από
κοντά μια από τις εικόνες. «Σχετικά
με το πάχος - το σκέφτηκα λιγάκι.
'Ισως να αύξησαν τα φαιά
λιποκύτταρα και να ανέβασαν τον
μεταβολισμό μου. Τον τελευταίο
καιρό μου έχει κοπεί η πείνα. Δεν
έχω αλλάξει και πολύ τις συνήθειες
του φαγητού μου -εξακολουθούν να
μου αρέσουν οι παλιές αηδίες που
έτρωγα πάντα - αλλά καταλήγω τελικά
να τρώω μόνον αυτό που χρειάζομαι.
Δεν νομίζω ότι γνωρίζουν ακόμη τι
πράγμα είναι ο εγκέφαλός μου.
Σίγουρα έχουν όλες τις πληροφορίες
στο επίπεδο των αδένων, αλλά δεν
έχουν ακόμη τη γενική εικόνα, αν
καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δεν
ξέρουν ότι εκεί βρίσκομαι εγώ. Αλλά
σ' ό,τι αφορά τα γεννητικά μου
όργανα, σε βεβαιώνω, φίλε μου, ότι
ξέρουν πολύ καλά τι δουλειά
κάνουν».
Κοίταξα την οθόνη και τράβηξα αλλού το βλέμμα μου.
«Καλά, φαίνονται φυσιολογικά στην εικόνα», είπε o Βέρτζιλ πιάνοντας τα γεννητικά του όργανα με μια χυδαία κίνηση. Μετά έκανε ένα σαρκαστικό μορφασμό. «Νομίζεις ότι θα κατάφερνα διαφορετικά να κρατήσω μια γκόμενα σαν την Κάντις; Ζητούσε απλώς να περάσει μια νύχτα μ' έναν τεχνοκράτη. Από εμφάνιση ήμουν ήδη καλά, όχι ηλιοκαμένος, αλλά αδύνατος και σχετικά καλοντυμένος. Δεν είχε ξαναπηδηχτεί με τεχνοκράτη. Ξεκίνησε για πλάκα, κατάλαβες; Αλλά οι μικρές μου μεγαλοφυΐες μας κράτησαν ξύπνιους όλη τη νύχτα. Νομίζω ότι έκαναν και βελτιώσεις κάθε φορά. Ένιωθα σαν να είχα πυρετό».
Το χαμόγελό του έσβησε. «Μια
νύχτα όμως το δέρμα μου άρχισε να με
τρώει. Τρομοκρατήθηκα. Κατάλαβα ότι
τα πράγματα άρχιζαν να μου
ξεφεύγουν από τα χέρια. Τι θα
γινόταν αν ξεπερνούσαν το φράγμα
ανάμεσα στο αίμα και τον εγκέφαλο
και ανακάλυπταν εμένα - αν
μάθαιναν την πραγματική λειτουργία
του εγκεφάλου; Έτσι άρχισα μια
ολόκληρη εκστρατεία για να τα
κρατήσω υπό έλεγχο. Σκέφτηκα ότι ο
λόγος που ήθελαν να φτάσουν στο
δέρμα ήταν για να απλώσουν
κυκλώματα στην επιφάνεια. 'Ηταν πιο
απλό γι' αυτά, παρά να διατηρούν
αλυσίδες επικοινωνίας μέσα και
γύρω από τους μυς, τα όργανα και τα
αγγεία. Το δέρμα ήταν πιο άμεσος
τρόπος. 'Ετσι αγόρασα μια λάμπα
υπεριωδών». Το βλέμμα του έπιασε
την ξαφνιασμένη έκφρασή μου. «Στο
εργαστήριο διασπούσαμε την
πρωτεΐνη από τα κύτταρα των βιοτσίπ
εκθέτοντάς τα σε υπεριώδεις
ακτίνες. Αρχισα να χρησιμοποιώ
λάμπες ηλίου εναλλακτικά με τις
υπεριώδεις. Για την ώρα τα κρατούν
μακριά από το δέρμα μου και μου
εξασφαλίζουν ένα ωραίο μαύρισμα».
«Κι έναν ωραίο καρκίνο του
δέρματος», σχολίασα εγώ.
«Θα τον αναλάβουν αυτά. Σαν την
αστυνομία».
«Εντάξει λοιπόν. Σε εξέτασα και μου
είπες μια ιστορία που εξακολουθώ να
δυσκολεύομαι να την πιστέψω... τι
θέλεις να κάνουμε τώρα;»
«Μη σε ξεγελάει ο τρόπος μου,
Έντουαρντ, ανησυχώ πολύ. Θα 'θελα να
βρω κάποιον τρόπο να τα συγκρατήσω
πριν ανακαλύψουν τον εγκέφαλό μου.
Για σκέψου λίγο. Είναι
τρισεκατομμύρια τώρα, με ξεχωριστή
νοημοσύνη το καθένα. Για την ώρα
συνεργάζονται σε κάποιο βαθμό. Κατά
πάσα πιθανότητα είμαι το πιο έξυπνο
πλάσμα που υπάρχει σ' αυτό τον
πλανήτη, κι ακόμη δεν έχουν αρχίσει
να λειτουργούν μαζί. Δεν θέλω να
πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους».
Γέλασε σαρκαστικά. «Θα μου κλέψουν
την ψυχή, κατάλαβες; Πρέπει λοιπόν
να σκεφτούμε κάποια αντιμετώπιση
που θα τα μπλοκάρει. 'Ισως να
μπορούμε να τα κάνουμε να πεθάνουν
από την πείνα. Κάθησε και σκέψου
το». Κούμπωσε το πουκάμισό του.
«Πάρε με τηλέφωνο», πρόσθεσε
δίνοντάς μου ένα χαρτί με το
τηλέφωνο και τη διεύθυνσή του. Μετά
πλησίασε το πληκτρολόγιο και
έσβησε την εικόνα από την οθόνη,
εξαλείφοντας τη μνήμη της εξέτασης.
«Μόνον εσύ», είπε. «Κανένας άλλος
για την ώρα. Και σε παρακαλώ... κάνε
γρήγορα».
'Ηταν τρεις το πρωί όταν ο Βέρτζιλ βγήκε από το θάλαμο των εξετάσεων. Με άφησε να του πάρω δείγματα αίματος και μετά μου έσφιξε το χέρι, - παλάμη υγρή, νευρική - και με προειδοποίησε να μη βάλω στο στόμα μου οποιοδήποτε από τα δείγματα.
Πριν γυρίσω σπίτι υπέβαλα τα δείγματα σε μια σειρά τεστ. Τα αποτελέσματα θα ήταν έτοιμα την επόμενη μέρα.
Τα πήρα στη διάρκεια του μεσημεριανού μου διαλείμματος, και μετά κατέστρεψα όλα τα δείγματα. Ενεργούσα σαν ρομπότ. Χρειάστηκα πέντε μέρες και ισάριθμες σχεδόν άγρυπνες νύχτες για να πιστέψω αυτά που είδα. Το αίμα του ήταν φυσιολογικό, αν και τα μηχανήματα διέγνωσαν κάποια μόλυνση. Υψηλό επίπεδο σε λευκοκύτταρα - λευκά αιμοσφαίρια - και ισταμίνες. Την πέμπτη μέρα πίστεψα.
Είδα δύο όνειρα, μέρος της τελικής παραδοχής μου. Το πρώτο της βραδιάς - που μ' έκανε να παλεύω μέσα στα σκεπάσματά μου - είχε να κάνει με την καταστροφή του πλανήτη Κρύπτον, της πατρίδας του Σούπερμαν. Δισεκατομμύρια υπεράνθρωπες μεγαλοφυΐες ούρλιαζαν περικυκλωμένες από πύρινα τείχη. Συνέδεσα την καταστροφή αυτή με την αποστείρωση των δειγμάτων του Βέρτζιλ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν χειρότερο. Ονειρεύτηκα ότι η πόλη της Νέας Υόρκης βίαζε μια γυναίκα. Στο τέλος του ονείρου εκείνη γεννούσε μικρές εμβρυακές πόλεις, κλεισμένες μέσα σε διάφανους σάκους, καταματωμένους από τη δύσκολη γέννα.
Του τηλεφώνησα το πρωί της έκτης μέρας. Μου απάντησε στο τέταρτο κουδούνισμα. «Έχω μερικά αποτελέσματα», του είπα. «Τίποτε το καταπληκτικό. Πρέπει να μιλήσουμε όμως. Από κοντά».
«Εντάξει», είπε ο Βέρτζιλ. «Δεν βγαίνω για την ώρα». Η φωνή του ήταν τραβηγμένη. Έδειχνε κουρασμένος.
Το διαμέρισμα του Βέρτζιλ ήταν σ' ένα πολυτελές συγκρότημα κτισμένο κοντά στην όχθη της λίμνης. Μπήκα στο ασανσέρ κι αναγκάστηκα ν' ακούσω διάφορα διαφημιστικά μηνύματα και να παρακολουθήσω αιωρούμενα ολογράμματα που παρουσίαζαν διάφορα προϊόντα και διαμερίσματα για νοίκιασμα, καθώς και τη ρεσεψιονίστ του κτηρίου να απαριθμεί τις κοινωνικές δραστηριότητες της εβδομάδας.
Ο Βέρτζιλ μου άνοιξε την πόρτα και μου έκανε νόημα να μπω μέσα. Φορούσε μια καρώ μακρυμάνικη ρόμπα και μαλακές παντόφλες. Κρατούσε μια σβηστή πίπα στο ένα του χέρι, παίζοντάς την ανάμεσα στα δάχτυλά του καθώς με οδήγησε μέσα και με έβαλε να καθήσω χωρίς να πει τίποτε.
«Έχεις μόλυνση», του είπα.
«Α!»
«Αυτό είναι το μόνο που μου είπε η
ανάλυσή σου. Δεν έχω πρόσβαση στα
ηλεκτρονικά μικροσκόπια».
«Δεν νομίζω πως είναι πραγματικά
μόλυνση», είπε o Βέρτζιλ. «Στο
κάτω-κάτω πρόκειται για τα ίδια μου
τα κύτταρα. 'Ισως κάτι άλλο... ένα
σημάδι της παρουσίας τους, της
αλλαγής. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να
καταλάβουμε όλα όσα συμβαίνουν».
Έβγαλα το παλτό μου. «Ακου», του
είπα, «αρχίζω ν' ανησυχώ». Η
έκφραση του προσώπου του με
σταμάτησε. Ήταν ένα είδος φλογερής
μακαριότητας. Κοίταζε πλάγια το
ταβάνι σουφρώνοντας τα χείλια.
«Είσαι φτιαγμένος;» τον ρώτησα.
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, και
μετά το κατέβασε πολύ αργά.
«Ακούω», είπε.
«Τι πράγμα;»
«Δεν ξέρω. Όχι ακριβώς ήχους. Κάτι
σαν μουσική. Την καρδιά μου, όλα τα
αιμοφόρα αγγεία, τη ροή του αίματος
μέσα στις αρτηρίες, τις φλέβες. Τη
δραστηριότητά τους. Μουσική μέσα στο
αίμα». Με κοίταξε παραπονεμένα.
«Γιατί δεν είσαι στη δουλειά;»
«Έχω ρεπό. Δουλεύει η Γκέηλ».
«Μπορείς να μείνεις;»
Ανασήκωσα τους ώμους μου. Κοίταξα
ένα γύρω το δωμάτιο ψάχνοντας για
σταχτοδοχείο και τσιγαρόχαρτα.
«Δεν είμαι φτιαγμένος, Έντουαρντ»,
μου είπε. «Μπορεί να κάνω λάθος,
αλλά νομίζω ότι συμβαίνει κάτι
οριακό, νομίζω ότι άρχισαν να
ανακαλύπτουν ποιος είμαι».
Κάθησα απέναντι από τον Βέρτζιλ
κοιτάζοντάς τον επίμονα. Δεν έδωσε
σημασία. Οι εσωτερικές του
λειτουργίες τον απορροφούσαν
απόλυτα. Όταν ζήτησα καφέ, μου
έδειξε την κουζίνα. Έβαλα να βράσει
το νερό και πήρα το βαζάκι με τον
στιγμιαίο καφέ από το ντουλάπι.
Γύρισα στη θέση μου με το φλιτζάνι
στο χέρι. Ο Βέρτζιλ κουνούσε το
κεφάλι τον μπρος-πίσω με τα μάτια
ανοιχτά. «Εσύ πάντα ήξερες τι
ήθελες να γίνεις, έτσι δεν είναι;»
με ρώτησε.
«Λίγο-πολύ».
«Γυναικολόγος. Σωστές κινήσεις.
Ποτέ άστοχες. Εγώ ήμουν
διαφορετικός. Είχα στόχους, αλλά
όχι κατευθύνσεις. Σαν ένας χάρτης
χωρίς δρόμους, με σημειωμένα μόνο
τα μέρη. Δεν έδινα δεκάρα για τίποτε
και για κανέναν, εκτός από τον εαυτό
μου. Ούτε για την επιστήμη. 'Ηταν
απλώς ένα μέσο. Μου κάνει εντύπωση
που προχώρησα τόσο πολύ. Ακόμη και
τους γονείς μου τους μισούσα».
Έσφιξε τα μπράτσα της πολυθρόνας
του. «Συμβαίνει τίποτε;» τον
ρώτησα.
«Μου μιλάνε», είπε. Έκλεισε τα
μάτια του.
Για μια ώρα φάνηκε σαν να
κοιμάται. Έπιασα το σφυγμό του, που
ήταν δυνατός και κανονικός, άγγιξα
το μέτωπό του, που ήταν δροσερό, κι
ετοίμασα φρέσκο καφέ για τον εαυτό
μου. Ξεφύλλιζα ένα περιοδικό κι
αναρωτιόμουν τι να κάνω, όταν
άνοιξε πάλι τα μάτια του. «Είναι
δύσκολο να καταλάβεις τι είναι ο
χρόνος γι' αυτά», είπε.
«Χρειάστηκαν γύρω στις τρεις με
τέσσερις μέρες για να καταλάβουν τη
λειτουργία της γλώσσας και τις
βασικές ανθρώπινες έννοιες. Τώρα
ξέρουν να τα χρησιμοποιούν. Μ'
εμένα. Αυτή τη στιγμή».
«Πώς γίνεται αυτό;»
Ο Βέρτζιλ ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν χιλιάδες ερευνητές συνδεδεμένοι με τους νευρώνες του. Δεν μπορούσε να μου δώσει λεπτομέρειες. «Είναι φοβερά ικανοί, ξέρεις», μου είπε. «Δεν μ' έχουν τρελάνει ακόμα».
«Θα 'πρεπε να μπεις στο
νοσοκομείο τώρα».
«Για να μου κάνουν τι; Μήπως
σκέφτηκες κανέναν τρόπο να τα
ελέγξουμε; Θέλω να πω, πρόκειται για
τα ίδια μου τα κύτταρα».
«Το σκέφτηκα καλά. Θα μπορούσαμε να
τα αφήσουμε χωρίς τροφή. Να βρούμε
ποιες διαφορές μεταβολισμού - »
«Δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να τα
ξεφορτωθώ», είπε ο Βέρτζιλ. «Δεν
μου κάνουν κανένα κακό».
«Πού το ξέρεις;»
Κούνησε το κεφάλι του και σήκωσε
ψηλά το ένα του δάχτυλο. «Περίμενε
λίγο. Τώρα προσπαθούν να καταλάβουν
τι σημαίνει χώρος. Είναι δύσκολο.
Αναλύουν τις αποστάσεις σε χημικές
συγκεντρώσεις. Γι' αυτά ο χώρος
είναι κάτι σαν την ένταση της
γεύσης».
«Βέρτζιλ-»
«Ακου! Σκέψου, Έντουαρντ!» Η φωνή
του ήταν ενθουσιώδης, αλλά ήρεμη.
«Κοίταξέ με! Κάτι μεγάλο συμβαίνει
μέσα μου. Μιλούν μεταξύ τους μέσα
από τα υγρά, μέσα από τις μεμβράνες.
Κατασκευάζουν κάτι ιούς; - για να
μεταφέρουν πληροφορίες
αποθηκευμένες σε αλυσίδες
νουκλεϊκού οξέος. Νομίζω ότι λένε.
"RNA". Αυτό είναι λογικό. Έτσι τα
προγραμμάτισα. Φτιάχνουν όμως και
πλασμιδικές δομές. Ίσως αυτό να
θεωρούν ένδειξη μόλυνσης οι
μηχανές σου - όλες αυτές τις
φλυαρίες που ανταλλάσσουν μέσα στο
αίμα μου, ολόκληρα πακέτα
δεδομένων. Γεύσεις από άλλα άτομα.
Ισότιμους. Ανώτερους. Κατώτερους».
«Σε ακούω, Βέρτζιλ, αλλά εξακολουθώ
να νομίζω ότι θα 'πρεπε να πας στο
νοσοκομείο».
«Είναι η μεγάλη στιγμή της ζωής
μου, Έντουαρντ», μου είπε. «Εγώ
είμαι ολόκληρο το σύμπαν τους. Τα
'χουν χάσει με τη νέα κλίμακα των
πραγμάτων». Έμεινε σιωπηλός για
λίγο. Έσκυψα δίπλα στην καρέκλα και
σήκωσα το μανίκι της ρόμπας του.
Διέκρινα ένα πλέγμα από άσπρες
γραμμές πάνω στο μπράτσο του. Ήμουν
έτοιμος να σηκώσω το τηλέφωνο και
να φωνάξω ένα νοσοκομειακό, όταν
σηκώθηκε και τεντώθηκε.
«Σκέφτεσαι», μου είπε, πόσα
κύτταρα του σώματός μας σκοτώνουμε
κάθε φορά που κινούμαστε;»
«Θα τηλεφωνήσω για ένα
ασθενοφόρο», του είπα.
« Όχι, δεν θα το κάνεις». Ο
τόνος του με σταμάτησε. «Σου το
ξανάπα, δεν είμαι άρρωστος. Είμαι
απολύτως εντάξει. Ξέρεις τι θα μου
κάνουν στο νοσοκομείο; Θα φερθούν
σαν άνθρωποι των σπηλαίων που
προσπαθούν να επισκευάσουν ένα
κομπιούτερ με πέτρινο τσεκούρι. Θα
είναι σκέτη κωμωδία».
«Τότε τι κάνω εγώ εδώ πέρα;» Είχα
αρχίσει να θυμώνω. «Δεν μπορώ να
βοηθήσω σε τίποτε. Είμαι κι εγώ ένας
από τους ανθρώπους των σπηλαίων».
«Εσύ είσαι φίλος», είπε ο Βέρτζιλ
γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του.
Είχα την εντύπωση πως μέσα από τα
μάτια τον δεν με κοίταζε μόνον ο
Βέρτζιλ. «Σε θέλω για να μου κρατάς
συντροφιά». Γέλασε. «Όχι ότι είμαι
μόνος, βέβαια».
Επί δύο ώρες τριγύριζε μέσα στο διαμέρισμα, αγγίζοντας τα πράγματα, κοιτάζοντας από το παράθυρο, ετοιμάζοντας το φαγητό του αργά και μεθοδικά. «Ξέρεις, μπορούν να νιώσουν την ίδια τους τη σκέψη», μου είπε το μεσημέρι. «Θέλω να πω ότι το κυτόπλασμα φαίνεται να διαθέτει αυτόνομη θέληση, ένα είδος ασυνείδητης ζωής παράλληλα με τη λογική που απέκτησαν πρόσφατα. Ακούν το χημικό "θόρυβο", ή όπως αλλιώς θα το ονομάζαμε, των μορίων που ενώνονται και χωρίζονται».
Στις δύο τηλεφώνησα στην Γκέηλ να
της πω ότι θ' αργήσω. Είχα τέτοια
ένταση που ένιωθα ναυτία,
προσπάθησα όμως να κάνω τη φωνή μου
αδιάφορη. «Θυμάσαι τον Βέρτζιλ
Γιούλαμ; Είναι μαζί μου, αυτή τη
στιγμή».
«Είσαι εντάξει;» με ρώτησε.
'Ημουν; Σίγουρα όχι. «Θαυμάσια»,
της είπα.
«Καλλιέργεια!» είπε ο Βέρτζιλ κοιτάζοντάς με από την πόρτα της κουζίνας. Αποχαιρέτησα την Γκέηλ και έκλεισα το τηλέφωνο. «Κολυμπούν πάντα στο λουτρό των πληροφοριών. Το πλουτίζουν. Είναι ένα είδος γκεστάλτ. Η ιεραρχία είναι απόλυτη. Στέλνουν ειδικά προσαρμοσμένα φαγοκύτταρα εναντίον των κυττάρων που δεν συμπεριφέρονται σωστά. Ιούς ειδικά επιλεγμένους, ενάντια σε άτομα ή ομάδες. Δεν υπάρχει καμιά διαφυγή. Ο ιός διεισδύει στο κύτταρο, που φουσκώνει, σκάει και διαλύεται. Μην νομίζεις όμως ότι φέρονται δικτατορικά. Κατ' ουσίαν νομίζω ότι έχουν περισσότερη ελευθερία απ' ό,τι σε μια δημοκρατία. Διαφέρουν τόσο πολύ από άτομο σε άτομο. Καταλαβαίνεις τίποτε απ' ό,τι λέω; Διαφέρουν με πολύ περισσότερους τρόπους απ' ό,τι εμείς».
«Στάσου μια στιγμή», του είπα
πιάνοντάς τον από τον ώμο.
«Βέρτζιλ, έχεις φτάσει τα πράγματα
στα άκρα. Δεν αντέχω πια αυτή την
ιστορία. Δεν καταλαβαίνω, και δεν
είμαι σίγουρος ότι πιστεύω-»
«Ακόμη και τώρα;»
«Εντάξει, ας πούμε ότι μου δίνεις
τη... τη σωστή ερμηνεία. Ότι μου τη
δίνεις ειλικρινά. Ας πούμε ότι
ολόκληρη αυτή η ιστορία είναι
αληθινή. Έχεις καθήσει να σκεφτείς
τις συνέπειες; Τι σημαίνουν όλα
αυτά; Πού μπορούν να οδηγήσουν;»
Πήγε στην κουζίνα, έβαλε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση, μετά γύρισε και. στάθηκε όρθιος δίπλα μου. H έκφρασή του είχε χάσει την παιδική απορρόφησή της και είχε γίνει σοβαρή. «Ποτέ δεν τα κατάφερνα και πολύ σ' αυτά».
«Δεν φοβάσαι;»
«Φοβόμουν. Τώρα, όχι και τόσο».
Έπαιξε με το κορδόνι της ρόμπας του.
«Κοίτα, δεν θέλω να νομίσεις ότι σε
αγνόησα ή θέλησα να σε παρακάμψω.
Χτες όμως συνάντησα τον Μάικλ
Μπέρναρντ. Μ' έβαλε στην ιδιωτική
κλινική του και πήρε δείγματα. Μου
είπε να σταματήσω τη θεραπεία
με τις λάμπες. Τηλεφώνησε σήμερα το
πρωί, λίγο πριν έρθεις. Λέει ότι
επαληθεύονται όλα. Και μου ζήτησε
να μην πω τίποτε σε κανέναν». Έκανε
μια παύση και το ύφος του ξανάγινε
ονειρικό. «Πολιτείες ολόκληρες από
κύτταρα», συνέχισε. «Έντουαρντ,
εισβάλλουν με τριχοειδείς σωλήνες
στους ιστούς, διαδίδουν
πληροφορίες-»
«Πάψε!» του φώναξα.
«Επαληθεύονται όλα! Τι
επαληθεύεται;»
«Όπως το διατυπώνει ο Μπέρναρντ, ο
οργανισμός μου είναι γεμάτος από
"έντονα μεγεθυμένα
μακροφαγοκύτταρα". Και
επιβεβαιώνει τις ανατομικές
μεταβολές. Κατά συνέπεια, δεν
πρόκειται για ομαδική
ψευδαίσθηση».
«Τι σχεδιάζει να κάνει;»
«Δεν ξέρω. Νομίζω ότι μάλλον θα
πείσει την Τζένετρον να ξανανοίξει
το εργαστήριο».
«Αυτό θέλεις;»
«Το θέμα δεν είναι απλώς το
εργαστήριο. Θα σου δείξω. Απ' όταν
σταμάτησα τη θεραπεία με τις
λάμπες, συνεχίζω ν' αλλάζω». Έλυσε
τη ρόμπα του και την άφησε να πέσει
στο πάτωμα. Όλο το δέρμα του
σκεπαζόταν από ένα πλέγμα λευκών
ραβδώσεων. Στην πλάτη του, οι
ραβδώσεις είχαν αρχίσει να
σχηματίζουν αυλάκια.
«Θεέ μου», είπα.
«Σύντομα δεν θα είμαι χρήσιμος
παρά μόνο στο εργαστήριο. Δεν θα
μπορώ να βγω έξω στον κόσμο. Όσο για
τα νοσοκομεία, όπως σου είπα δεν θα
ξέρουν τι να κάνουν».
«Είσαι... μπορείς να τους μιλήσεις,
να τους πεις να σταματήσουν;» του
είπα, νιώθοντας ταυτόχρονα πόσο
γελοία ηχούσαν τα λόγια μου.
«Ναι, μπορώ, αλλά δεν είναι σίγουρο
ότι θα με ακούσουν».
«Νόμιζα ότι ήσουν ο θεός τους ή
κάτι παρόμοιο».
«Αυτά που είναι συνδεδεμένα με
τους νευρώνες μου δεν είναι τα
μεγάλα αφεντικά. Είναι οι
ερευνητές, τουλάχιστον αυτή τη
δουλειά έχουν αναλάβει. Ξέρουν
ότι είμαι εδώ, και το τι είμαι, αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν πείσει
τα ανώτερα κλιμάκια της
ιεραρχίας».
«Το συζητάνε;»
«Κάτι παρόμοιο. Δεν σημαίνει
πάντως ότι τα πράγματα είναι
άσχημα. Αν ξανανοίξει το
εργαστήριο, θα έχω μια στέγη κι ένα
χώρο να εργαστώ». Κοίταξε από το
παράθυρο σαν να έψαχνε κάποιον.
«Δεν μου έχει απομείνει τίποτε
άλλο εκτός απ' αυτά. Δεν φοβούνται,
Έντουαρντ. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω
νιώσει τόσο κοντά σε κάτι». Στο
πρόσωπό του έλαμψε πάλι το χαμόγελο
της μακαριότητας. «Είμαι υπεύθυνος
γι' αυτά. Είμαι κάτι σαν μητέρα
τους».
«Δεν έχεις τρόπο να μάθεις τι
σκοπεύουν να κάνουν».
Κούνησε το κεφάλι του.
«Όχι, μιλάω σοβαρά. Είπες ότι είναι σαν
ένας πολιτισμός-»
«Χιλιάδες πολιτισμοί».
«Ναι, και είναι γνωστό τι χαμούς
μπορούν να κάνουν οι πολιτισμοί:
πολέμους, καταστροφή του
περιβάλλοντος - »
Πιανόμουν από τα μαλλιά μου προσπαθώντας να συγκρατήσω μια έντονη αίσθηση πανικού. Δεν ήμουν σε θέση να αντιμετωπίσω το τρομερό πράγμα που συνέβαινε. Ούτε και. ο Βέρτζιλ, βέβαια. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα χαρακτήριζα εμπνευσμένο και σοφό απέναντι στα μεγάλα προβλήματα.
«Μα ο μόνος που διακινδυνεύει
είμαι εγώ».
«Αυτό δεν το ξέρουμε. Για τ' όνομα
του θεού, Βέρτζιλ, κοίτα τι κάνουν
σ' εσένα! »
«Σ' εμένα, μόνο σ' εμένα!» είπε ο
Βέρτζιλ. «Σε κανέναν άλλον».
Κούνησα το κεφάλι μου και σήκωσα
τα χέρια μου με απόγνωση. «Εντάξει,
ας πούμε λοιπόν ότι ο Μπέρναρντ
τους πείθει να ξανανοίξουν το
εργαστήριο και σε βάζει μέσα να
γίνεις πειραματόζωο. Τι θα γίνει
παρακάτω;»
«Μου φέρονται καλά. Τώρα είμαι κάτι
παραπάνω από τον παλιό Βέρτζιλ
Γιούλαμ. Είμαι ένας ολόκληρος
γαλαξίας, μια σούπερ μητέρα».
«Ένας σούπερ ξενιστής, εννοείς».
Το παραδέχτηκε μ' ένα ανασήκωμα των
ώμων.
Δεν άντεχα άλλο. Σηκώθηκα να φύγω μουρμουρίζοντας κάποια ασήμαντη δικαιολογία και κάθησα στην είσοδο του κτηρίου προσπαθώντας να ηρεμήσω. Κάποιος έπρεπε να τον κάνει να λογικευτεί. Ποιον ήταν πιθανόν ν' ακούσει; Είχε απευθυνθεί στον Μπέρναρντ...
Και ο Μπέρναρντ έδειχνε όχι μόνο να έχει πειστεί, αλλά και. να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι του βεληνεκούς του Μπέρναρντ δεν υποχωρούν στις επιθυμίες των Βέρτζιλ Γιούλιαμ του κόσμου τούτου, εκτός κι αν πιστεύουν ότι είναι προς δικό τους όφελος.
Είχα μια υποψία, και αποφάσισα να την ακολουθήσω. Μπήκα σ' έναν τηλεφωνικό θάλαμο, έβαλα στη σχισμή την πιστωτική μου κάρτα και πήρα την Τζένετρον.
«Θα 'θελα να έρθω σ' επαφή με τον
δρα Μάικλ Μπέρναρντ», είπα στην
τηλεφωνήτρια. «Είμαι ο γραμματέας
του. Έχω μια επείγουσα κλήση γι'
αυτόν και το μπίπερ του δεν
λειτουργεί».
Λίγα αγωνιώδη λεπτά αργότερα, ο
Μπέρναρντ ήρθε στο ακουστικό.
«Ποιος στο διάβολο είσαι;» ρώτησε
χαμηλόφωνα. «Δεν έχω γραμματέα.».
«Λέγομαι Έντουαρντ Μίλλιγκαν.
Είμαι φίλος του Βέρτζιλ Γιούλαμ.
Νομίζω ότι έχουμε να συζητήσουμε
ένα πρόβλημα».
Δώσαμε ραντεβού για το επόμενο πρωί.
Γύρισα σπίτι και προσπάθησα να
σκεφτώ μια δικαιολογία που θα με
κρατούσε μακριά από την αυριανή
υπηρεσία του νοσοκομείου. Μου ήταν
αδύνατον να συγκεντρώσω τη σκέψη
μου στην ιατρική και ν' αφιερώσω
στους ασθενείς μου έστω και τη μισή
προσοχή απ' όση χρειάζονταν.
Ένιωθα ένοχος, αγχωμένος,
θυμωμένος, φοβισμένος.
Σ' αυτή την κατάσταση με βρήκε η Γκέηλ. Φόρεσα τη μάσκα της ηρεμίας και ετοιμάσαμε το φαγητό παρέα. Μετά το φαγητό, καθήσαμε μαζί και κοιτάζαμε σιωπηλοί τα φώτα της πόλης ν' ανάβουν μέσα στο μισόφωτο του δειλινού. Μερικά χειμωνιάτικα ψαρόνια τσιμπολόγησαν το κιτρινισμένο γρασίδι, όσο κρατούσε ακόμη το φως, και μετά πέταξαν μακριά όταν σηκώθηκε ένας άνεμος που έκανε τα παράθυρα να τρίζουν.
«Κάτι σου συμβαίνει», είπε
σιγανά η Γκέηλ. «Θα μου πεις, ή θα
κάνεις σαν να μην τρέχει τίποτα;»
«Κακή διάθεση, απλώς», της είπα.
«Είμαι λίγο εκνευρισμένος. Φταίει
η δουλειά στο νοσοκομείο».
«Αχ, θεέ μου», είπε και ανακάθησε.
«Θα με χωρίσεις για χάρη αυτής της
Μπέηκερ». Η κυρία Μπέηκερ ζύγιζε
εκατόν πενήντα κιλά και μόνον στον
πέμπτο μήνα της συνειδητοποίησε
ότι ήταν έγκυος.
«Όχι», της είπα άτονα.
«Τι τρομερή ανακούφιση!» είπε η
Γκέηλ χαϊδεύοντας ανάλαφρα το
μέτωπό μου. «Ξέρεις καλά ότι αυτό
το είδος ενδοσκόπησης με
τρελαίνει».
«Κοίτα, είναι κάτι που δεν μπορώ να
το κουβεντιάσω ακόμη, κι έτσι...»
της είπα χτυπώντας φιλικά το χέρι
της.
«Απαράδεκτος πατερναλισμός», είπε
η Γκέηλ και σηκώθηκε. «Πάω να
φτιάξω τσάι. Θέλεις;» Τώρα είχε
πειραχτεί, κι εγώ ήμουν αγχωμένος
απ' όλα όσα δεν είχα πει.
Γιατί να μην της τα πω όλα; αναρωτήθηκα. Ένας παλιός μου φίλος, θα της πω, έχει αρχίσει να μεταβάλλεται σε γαλαξία.
Αντί γι' αυτό μάζεψα τα πιάτα. Τη νύχτα, μη μπορώντας να κλείσω μάτι, έμεινα καθισμένος στο κρεβάτι, ακουμπισμένος σ' ένα μαξιλάρι, κοιτώντας την Γκέηλ και προσπαθώντας να ξεχωρίσω τι απ' όσα ήξερα ήταν αληθινό και τι όχι.
Είμαι γιατρός, είπα μέσα μου. Ένα τεχνικό, επιστημονικό επάγγελμα. Υποτίθεται ότι είμαι απρόσβλητος από πράγματα όπως το σοκ τον μέλλοντος.
Ο Βέρτζιλ Γιούλαμ είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε γαλαξία.
Πώς νιώθει κανείς όταν τον παραγεμίζουν μ' ένα τρισεκατομμύριο Κινέζους; Χαμογέλασα μέσα στο σκοτάδι, και παραλίγο να φωνάξω ταυτόχρονα. Αυτό που είχε μέσα του ο Βέρτζιλ ήταν αφάνταστα πιο αλλόκοτο από τους Κινέζους. Πιο αλλόκοτο απ' οτιδήποτε μπορούσα εγώ - ή ο Βέρτζιλ - να καταλάβω. Ίσως ποτέ να μην το καταλάβαινα.
Πάντως ήξερα τι ήταν πραγματικότητα. Η κρεβατοκάμαρα, τα φώτα της πόλης μέσα από τις αραχνοΰφαντες κουρτίνες. Η κοιμισμένη Γκέηλ. Πολύ σημαντικό αυτό. Η Γκέηλ, κοιμισμένη στο κρεβάτι.
Το όνειρο ήρθε ξανά. Αυτή τη φορά η πόλη μπήκε μέσα από το παράθυρο και ρίχτηκε στην Γκέηλ. Ήταν ένα τεράστιο αγκαθωτό, φωτισμένο θηρίο που γρύλιζε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, μια γλώσσα φτιαγμένη από κλάξον αυτοκινήτων, βουητό πλήθους και ήχούς οικοδομών. Προσπάθησα να το διώξω, αλλά έφτασε κοντά της - και μεταμορφώθηκε σε μια θάλασσα αστεριών που απλώθηκε πάνω στο κρεβάτι, πάνω στα πάντα. Τινάχτηκα από τον ύπνο κι έμεινα ξύπνιος ως την αυγή. Το πρωί ντύθηκα παρέα με την Γκέηλ, τη φίλησα και γεύτηκα την πραγματικότητα των ανθρώπινων, απρόσβλητων χειλιών της.
Μετά, πήγα να συναντήσω τον Μπέρναρντ. Του είχαν παραχωρήσει μια σουίτα σ' ένα μεγάλο νοσοκομεία της πόλης. Ανέβηκα ώς τον έκτο όροφο με το ασανσέρ και κατάλαβα τι σήμαινε πλούτος και φήμη.
Η σουίτα ήταν επιπλωμένη με γούστο: διακριτικές μεταξοτυπίες στην ξύλινη επένδυση των τοίχων, έπιπλα από χρώμιο και. γυαλί, κινέζικα χάλκινα, ντουλάπια και τραπέζια από ξύλο αγριαψιθιάς.
Μου πρόσφερε καφέ και δέχτηκα. Κάθησε σ' ένα σκαμνί του πάγκού για το πρωινό, κι εγώ κάθησα απέναντί του κρατώντας το φλιτζάνι μου στις υγρές μου παλάμες. Ήταν ντυμένος κομψά μ' ένα γκρίζο κουστούμι. Είχε μαλλιά που γκριζάριζαν και μυτερό προφίλ. Ήταν γύρω στα εξήντα πέντε κι έμοιαζε αισθητά με τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.
«Σχετικά με τον κοινό μας
γνωστό», είπε, «τον κύριο Γιούλαμ.
Ευφυής άνθρωπος. Και, δεν θα διστάσω
να προσθέσω, γενναίος».
«Είναι φίλος μου και ανησυχώ γι'
αυτόν».
Ο Μπέρναρντ σήκωσε το δάχτυλό του.
«Γενναίος και απίστευτα ηλίθιος.
Αυτό που του συμβαίνει δεν έπρεπε
κατά κανένα τρόπο να έχει γίνει.
Μπορεί να το έκανε κάτω από πίεση,
αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία.
Τώρα, πάντως, ό,τι έγινε, έγινε. Σας
έχει μιλήσει, φαντάζομαι».
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.
«Θέλει να ξαναγυρίσει στην
Τζένετρον».
«Φυσικά. Εκεί βρίσκεται όλος ο
εξοπλισμός του και εκεί θα
είναι το σπίτι του μάλλον, ώσπου να
βρούμε κάποιαν άκρη».
«Κάποιαν άκρη - αλλά πώς; Τι αξία
έχει;» Οι σκέψεις μου ήταν κάπως
μπερδεμένες. Πονούσε ελαφρά το
κεφάλι μου.
«Μπορώ να σκεφτώ ένα σωρό χρήσεις
για τα μικροσκοπικά, υπέρπυκνα
στοιχεία κομπιούτερ με βιολογική
βάση. Εσείς όχι; Η Τζένετρον έχει
κάνει πολλές ανακαλύψεις, αλλά αυτό
είναι κάτι το μοναδικό».
«Τι σχεδιάζετε;»
Ο Μπέρναρντ χαμογέλασε. «Αυτό δεν
μπορώ να σας το αποκαλύψω. Θα είναι
κάτι πραγματικά επαναστατικό.
Πρέπει να τον θέσουμε υπό
ελεγχόμενες, εργαστηριακές
συνθήκες. Πρέπει να γίνουν
πειράματα με ζώα. Φυσικά, Θα
αρχίσουμε ξανά από το μηδέν. Οι...
εε... οι αποικίες τον Βέρτζιλ δεν
μπορούν να μεταφερθούν. Βασίζονται
στα λευκά του αιμοσφαίρια. Πρέπει
επομένως να καλλιεργήσουμε
αποικίες που δεν θα πυροδοτήσουν
ανοσολογικές αντιδράσεις σε άλλα
ζώα».
«Σαν μόλυνση;» ρώτησα.
«Μπορούμε να κάνουμε κάποιες
συγκρίσεις. Ο Βέρτζιλ όμως δεν έχει
μόλυνση».
«Αυτό όμως έδειξαν οι εξετάσεις
μου».
«Πρόκειται μάλλον για τα πακέτα
δεδομένων που κυκλοφορούν στο αίμα
του, δεν νομίζετε;»
«Δεν ξέρω».
«Ακούστε, θα ήθελα να έρθετε στο
εργαστήριο μόλις εγκατασταθεί ο
Βέρτζιλ. Η γνώμη σας μπορεί να μας
σταθεί χρήσιμη».
Μας. Εργαζόταν για την Τζένετρον.
Μπορούσε να είναι αντικειμενικός;
«Ποιο είναιτο κέρδος σας απ' όλα
αυτά;»
«Έντουαρντ, στάθηκα πάντα στην
πρωτοπορία του επαγγέλματός μου.
Δεν βλέπω το λόγο να μην προσφέρω τη
βοήθειά μου κι εδώ. Με τις γνώσεις
που διαθέτω γύρω από τη λειτουργία
του εγκεφάλου και των νεύρων, καθώς
και τις έρευνες που έχω κάνει στη
νευροφυσιολογία - »
«Θα μπορούσατε να βοηθήσετε την
Τζένετρον να καθυστερήσει την
ενδεχόμενη κρατική έρευνα»,
συμπλήρωσα εγώ.
«Τοποθετείτε τα πράγματα πολύ ωμά.
Ωμά και άδικα».
«Ίσως. Πάντως, ναι, θα ήθελα να
επισκεφτώ το εργαστήρια όταν
εγκατασταθεί ο Βέρτζιλ. Αν
εξακολουθώ να είμαι ευπρόσδεκτος,
παρά την ωμότητά μου». Με κοίταξε
ψυχρά. Δεν θα 'παιζα στη δική του ομάδα.
Για ένα δευτερόλεπτο οι σκέψεις του
ήταν σχεδόν εμφανείς.
«Φυσικά», είπε ο Μπέρναρντ και
σηκώθηκε μαζί μου. Μου άπλωσε το
χέρι. Η παλάμη του ήταν υγρή. Ένιωθε
την ίδια νευρικότητα μ' εμένα, όσο
κι αν δεν το έδειχνε.
Γύρισα στο διαμέρισμά μου και έμεινα μέσα ώς το μεσημέρι, διαβάζοντας και προσπαθώντας να βγάλω μιαν άκρη. Να φτάσω σε μιαν απόφαση. Τι ήταν πραγματικό, τι έπρεπε να προστατεύσω.
Υπάρχει ένα ποσοστό αλλαγής που μπορεί ν' αντέξει κανείς. Ανανέωση, ναι, αλλά με αργή εφαρμογή. Καμιά πίεση. Ο καθένας έχει δικαίωμα να μείνει ίδιος ώσπου ν' αλλάξει γνώμη.
Η πιο μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη μετά από... Και ο Μπέρναρντ σίγουρα θα την εισήγε δια της βίας. Το ίδιο και η Τζένετρον. Μου ήταν αδύνατον ν' αντέξω τη σκέψη. «Νεο-λουδδιστής», είπα μέσα μου. Μια φρικτή κατηγορία.
Όταν χτύπησα το νούμερο του Βέρτζιλ στον πίνακα ασφαλείας της πολυκατοικίας του, μου άνοιξε σχεδόν αμέσως. «Ναι», είπε με μια φωνή γεμάτη έξαψη. «Ανέβα. Θα είμαι στο μπάνιο. Η πόρτα είναι ανοιχτή».
Μπήκα στο διαμέρισμά του και προχώρησα στο μπάνιο. Ο Βέρτζιλ ήταν μέσα στη μπανιέρα, χωμένος ώς το λαιμό σ' ένα ροζ νερό. Μου χαμογέλασε και πλατσούρισε τα χέρια του. «Μοιάζει σαν να έκοψα τις φλέβες μου, έτσι δεν είναι;» είπε σιγανά. «Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά τώρα. Η Τζένετρον θα με ξαναπάρει. Μόλις τηλεφώνησε ο Μπέρναρντ». Μου έδειξε το τηλέφωνο και τη συσκευή ενδοεπικοινωνίας.
Κάθησα στη λεκάνη της τουαλέτας και κοίταξα τη λάμπα της ηλιοθεραπείας που ήταν βγαλμένη από την πρίζα και αφημένη δίπλα στο ντουλάπι για τα ασπρόρουχα. Οι λάμπες ήταν τοποθετημένες στη σειρά στην άκρη του νιπτήρα. «Είσαι σίγουρος ότι αυτό θέλεις;» ρώτησα, αφήνοντας τους ώμους μου να χαλαρώσουν.
«Ναι, είμαι», μου είπε. «Εκεί θα μπορέσουν να με φροντίσουν καλύτερα. Τώρα πλένομαι και θα πάω εκεί το βράδυ. Θα 'ρθει να με πάρει ο Μπέρναρντ με τη λιμουζίνα του. Είδες στυλ; Από δω κι εμπρός όλα θα γίνονται με στυλ».
Το ροζ χρώμα του νερού δεν έμοιαζε
με σαπούνι. «Το αφρόλουτρο είναι;»
ρώτησα. Το νερό κινήθηκε προς το
μέρος μου εκείνη τη στιγμή, κι
ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια: η
ιδέα που μου είχε έρθει στο μυαλό
ήταν άλλη μία ολοφάνερη και
αναμενόμενη τρέλα.
«Όχι», είπε ο Βέρτζιλ. Αυτό το
ήξερα ήδη.
«Όχι», επανέλαβε, «βγαίνει από το
δέρμα μου. Δεν μου τα λένε όλα, αλλά
νομίζω ότι στέλνουν ανιχνευτές.
Αστροναύτες». Με κοίταξε με μια
έκφραση που δεν ήταν ακριβώς
ανησυχία - κάτι σαν περιέργεια να
καταλάβει πώς θα το έπαιρνα το
πράγμα.
Η επιβεβαίωση έκανε τους μυς του στομαχιού μου να σφιχτούν σαν να περίμενα γροθιά. 'Ως τώρα η πιθανότητα αυτή δεν μου είχε περάσει καν από το μυαλό, ίσως γιατί σκεφτόμουν τις άλλες πλευρές. «Αυτή είναι η πρώτη φορά;» ρώτησα.
«Ναι», είπε και γέλασε. «Έτσι μου
έρχεται να ανοίξω το βούλωμα της
μπανιέρας και να τ' αφήσω να φύγουν.
Να βρουν από μόνα τους πώς είναι ο
κόσμος».
«Θα γεμίσουν τα πάντα», είπα.
«Σίγουρα».
«Πώς... πώς αισθάνεσαι;»
«Τώρα αισθάνομαι πολύ καλά. Πρέπει
να έχουν γίνει δισεκατομμύρια από
δαύτα». Πλατσούρισε πάλι τα χέρια
του. «Τι λες; Να τ' αφήσω να βγουν
έξω;»
Γρήγορα, χωρίς να προλάβω να σκεφτώ, γονάτισα δίπλα στη μπανιέρα. Τα δάχτυλά μου έψαξαν το καλώδιο της λάμπας ηλιοθεραπείας και το έβαλαν στην πρίζα. Ο Βέρτζιλ είχε κάνει τα ούρα μου να βγαίνουν μπλε, είχε κάνει χιλιάδες φάρσες και ποτέ του δεν μεγάλωσε, ποτέ του δεν ωρίμασε αρκετά ώστε να καταλάβει ότι η ευφυΐα του ήταν ικανή να επηρεάσει την τύχη τον κόσμου. Ποτέ δεν θα μάθαινε να παίρνει τις απαραίτητες προφυλάξεις.
Απλωσε το χέρι του στην αλυσίδα του βουλώματος. «Ξέρεις, Έντουαρντ, λέω-»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση. Έπιασα τη λάμπα και την πέταξα μέσα στη μπανιέρα, πηδώντας πίσω μπροστά στη λάμψη που βγήκε και τον ατμό. O Βέρτζιλ ούρλιαξε και άρχισε να σπαρταράει και να τινάζεται. Μετά όλα ησύχασαν κι ακουγόταν μόνο ένα χαμηλό τσιτσίρισμα μαζί με τον καπνό που έβγαινε από τα μαλλιά του.
Σήκωσα το σκέπασμα της τουαλέτας κι έκανα εμετό. Μετά έκλεισα τη μύτη μου και μπήκα στο καθιστικό. Δεν είχα άλλη δύναμη και σωριάστηκα στον καναπέ.
Μια ώρα αργότερα έψαξα στην κουζίνα του Βέρτζιλ και βρήκα λευκαντικό, αμμωνία κι ένα μπουκάλι Τζακ Ντάνιελς. Ξαναγύρισα στο μπάνιο προσπαθώντας να κρατήσω το βλέμμα μου μακριά από τον Βέρτζιλ. Έχυσα στη μπανιέρα πρώτα το ουίσκυ, μετά το λευκαντικό και μετά την αμμωνία. Είδα τη χλωρίνη ν' αρχίζει ν' αφρίζει και βγήκα από το μπάνιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα.
Το τηλέφωνο χτυπούσε όταν έφτασα σπίτι. Δεν το σήκωσα. Μπορεί να ήταν από το νοσοκομείο. Μπορεί να ήταν ο Μπέρναρντ. Ή η αστυνομία. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να εξηγεί τα πάντα στην αστυνομία. Η Τζένετρον θα έκανε την πάπια' ο Μπέρναρντ θα ήταν απρόσιτος.
Ένιωθα εξαντλημένος, όλοι οι μύες μου ήταν σφιγμένοι από την ένταση και το συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν έχει διαπράξει γενοκτονία;
Φαινόταν απίθανο. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι μόλις τώρα είχα δολοφονήσει εκατό τρισεκατομμύρια νοήμοντα όντα. Ότι ξέκανα έναν γαλαξία. Ήταν αστείο. Δεν γέλασα όμως.
Δεν δυσκολευόμουν καθόλού να πιστέψω πως είχα σκοτώσει ένα ανθρώπινο πλάσμα, έναν φίλο. Ο καπνός, τα λιωμένα νήματα της λάμπας, το κρεμασμένο ντουί, το καλώδιο που κάπνιζε.
Ο Βέρτζιλ.
Είχα ρίξει τη λάμπα μέσα στη μπανιέρα που βρισκόταν ο Βέρτζιλ.
Ένιωσα ναυτία. Όνειρα, πολιτείες που βίαζαν την Γκέηλ (και τι είχε γίνει η φιλενάδα του, η Κάντις;) Ήθελε ν' αφήσει να χυθεί το νερό που ήταν γεμάτο μ' αυτά. Γαλαξίες ολόκληροι, ανάμεσά μας. Τι φρίκη. Κι, από την άλλη, τι ενδεχόμενη ομορφιά - ένα νέο είδος ζωής, συμβίωση και μεταμόρφωση.
Είχα κάνει ό,τι έπρεπε για να τα εξοντώσω όλα, άραγε; Μ' έπιασε πανικός. Αύριο, σκέφτηκα, θα αποστειρώσω εντελώς το διαμέρισμά του. Θα βρω κάποιον τρόπο. Δεν σκέφτηκα καθόλου τον Μπέρναρντ.
Όταν μπήκε μέσα η Γκέηλ, είχα
αποκοιμηθεί στον καναπέ. Ξύπνησα
ζαλισμένος καθώς έσκυψε να με
κοιτάξει «Είσαι καλά;» με ρώτησε
και κάθησε στην άκρη του καναπέ.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
«Τι σχεδιάζεις για φαγητό;» Τα
λόγια μου δεν έβγαιναν καθαρά. Το
στόμα μου δεν δούλευε σωστά. Μου
έπιασε το μέτωπο.
«Έντουαρντ, έχεις πυρετό», μου
είπε. «Ψηλό πυρετό».
Πήγα παραπατώντας στο μπάνιο και
κοίταξα στον καθρέφτη. Η Γκέηλ με
ακολούθησε. «Τι συμβαίνει;»
ρώτησε.
Υπήρχαν γραμμές κάτω από το γιακά μου, γύρω από το λαιμό. Λευκές γραμμές σαν αυτοκινητόδρομοι. Τα είχα μέσα μου αρκετόν καιρό, μέρες.
«Υγρές παλάμες», είπα. Τόσο προφανές.
Νομίζω ότι κόντεψα να πεθάνω. Στην αρχή πάλεψα όσο μπορούσα, αλλά μέσα σε ελάχιστα λεπτά ένιωσα τόσο αδύναμος που δεν μπορούσα καν να κινηθώ. H Γκέηλ ήταν στην ίδια κατάσταση μια ώρα αργότερα.
Έμεινα ξαπλωμένος στο χαλί του καθιστικού, λουσμένος στον ιδρώτα. Η Γκέηλ ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, με το πρόσωπο άσπρο σαν το πανί, τα μάτια κλειστά, σαν ένα πτώμα στο εργαστήριο του ταριχευτή. Για ένα διάστημα νόμιζα ότι ήταν πραγματικά νεκρή. Παρ' όλη την αδυναμία μου ένιωσα αφάνταστη οργή μίσος, ενοχή για την ανικανότητά μου, τη βραδύτητά μου στο να καταλάβω όλες τις πιθανότητες. Μετά έπαψε να με νοιάζει. Ήμουν τόσο αδύναμος που δεν μπορούσα ούτε τα βλέφαρά μου να ανοιγοκλείσω, έτσι, έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα.
Υπήρχε ένας ρυθμός στα χέρια μου, στα πόδια μου. Με τον κάθε χτύπο του σφυγμού, ένα είδος ήχου ανάβλυζε μέσα μου. Ένας ήχος σαν μια τεράστια ορχήστρα, που δεν έπαίζε όμως το ίδιο κομμάτι, αλλά δεκάδες συμφωνίες ταυτόχρονα. Μουσική στο αίμα. Ο ήχος, ή οτιδήποτε άλλο ήταν, έγινε πιο σκληρός αλλά πιο συντονισμένος, με τις αρμονίες να σμίγουν και να χωρίζονται σε μελωδικούς ρυθμούς.
Ένιωθα τους ρυθμούς να λιώνουν μέσα μου, να ενώνονται με τον ήχο της καρδιάς μου.
Πρώτα, απ' όλα υπέταξαν τις ανοσολογικές μας αντιδράσεις. Ο πόλεμος - και ήταν πραγματικός πόλεμος, σε μια κλίμακα που δεν είχε γνωρίσει ώς τώρα η Γη, με τρισεκατομμύρια μαχητών - κράτησε γύρω στις δύο μέρες.
Όταν συνήλθα κάπως ώστε να μπορώ να φτάσω ώς τη βρύση της κουζίνας, τα ένιωθα να δουλεύουν στον εγκέφαλό μου προσπαθώντας να σπάσουν τον κώδικα και να βρουν τον θεό μέσα στο πρωτόπλασμα. Ήπια νερό ώσπου έκανα εμετό, μετά ήπια κι άλλο και πήγα ένα ποτήρι στην Γκέηλ. Ήπιε λίγο. Τα χείλια της ήταν σκασμένα, τα μάτια της κατακόκκινα και περιτριγυρισμένα με κίτρινες τσίμπλες. Το δέρμα της ήταν ελαφρά χρωματισμένο. Λίγα λεπτά αργότερα καταφέραμε να πάμε στην κουζίνα να φάμε κάτι.
«Τι στην οργή ήταν αυτό;» ήταν το πρώτο πράγμα που με ρώτησε. Δεν είχα το κουράγιο να της εξηγήσω, κι έτσι κούνησα απλώς το κεφάλι μου. Καθάρισα ένα πορτοκάλι και το μοιραστήκαμε. «Πρέπει να φωνάξουμε ένα γιατρό», μου είπε. Ήξερα όμως ότι δεν θα το κάναμε. Ήδη λάβαινα μηνύματα και καταλάβαινα ότι οποιαδήποτε αίσθηση ελευθερίας μάς απέμενε ήταν απατηλή.
Τα μηνύματα ήταν απλά στην αρχή. Μνήμες από εντολές μάλλον, παρά καθαρές εντολές, εμφανίστηκαν στη σκέψη μου. Έπρεπε να μη βγούμε από το διαμέρισμα - μια έννοια απολύτως αφηρημένη, αν και ανεπιθύμητη, γι' αυτούς που έδιναν την εντολή - και να μην έρθουμε σ' επαφή με άλλους. Μας επέτρεπαν να φάμε ορισμένες τροφές και να πίνουμε νερό από τη βρύση, προσωρινά τουλάχιστον.
Με την απαλλαγή από τον πυρετό, η μεταμόρφωση εξελίχθηκε γρήγορα και δραστικά. Σχεδόν ταυτόχρονα, η Γκέηλ κι εγώ ακινητοποιηθήκαμε: εκείνη καθισμένη στο τραπέζι, εγώ γονατιστός στο πάτωμα. Μόλις που μπορούσα να τη βλέπω με την άκρη του ματιού μου.
Το χέρι της παρουσίασε έντονες αυλακώσεις.
Είχαν μάθει πολλά μέσα στον Βέρτζιλ. Η τακτική τους μέσα μας ήταν εντελώς διαφορετική. Επί δύο ώρες είχα τρομερή φαγούρα παντού - δυο ώρες στην κόλαση - και μετά πέρασαν το φράγμα και με βρήκαν. H πολύχρονη προσπάθειά τους (στη δική τους χρονική κλίμακα) πέτυχε, και κατάφεραν να επικοινωνήσουν άνετα και άμεσα μ' αυτή τη μεγάλη και αδέξια νοημοσύνη που άλλοτε διηύθυνε το σύμπαν τους.
Δεν έδειξαν σκληρότητα. Όταν κατάλαβαν τις έννοιες της ενόχλησης και της δυσφορίας, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τις ανακουφίσουν. Εργάζονταν με φοβερή αποτελεσματικότητα. Μια ώρα αργότερα, έπλεα σε πελάγη απόλυτης ευτυχίας, χωρίς καμιά επαφή μαζί τους.
Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας μας επέτρεψαν να κινηθούμε και πάλι. Συγκεκριμένα, να πάμε στην τουαλέτα. Υπήρχαν ορισμένες απεκκρίσεις που δεν μπορούσαν να τις αντιμετωπίσουν. Τις αντιμετώπισα εγώ - τα ούρα μου ήταν ροζ - και ακολούθησε και η Γκέηλ. Κοιτάξαμε θολά ο ένας τον άλλο στο μπάνιο. Μετά εκείνη κατάφερε να χαμογελάσει. «Σου μιλούν κι εσένα;» με ρώτησε. Της απάντησα καταφατικά. «Τότε δεν έχω τρελαθεί».
Τις επόμενες δώδεκα ώρες, ο έλεγχος έδειξε να χαλαρώνει σε κάποια επίπεδα. Στο διάστημα αυτό κατάφερα να γράψω το μεγαλύτερο μέρος απ' αυτό το χειρόγραφο. Υποψιάζομαι ότι μέσα μου γινόταν ένας άλλος πόλεμος. Η Γκέηλ είχε τη δυνατότητα της προηγούμενης περιορισμένης κινητικότητάς μας, αλλά τίποτα περισσότερο.
Όταν ξαναμπήκαμε στον πλήρη έλεγχό τους, μας πρόσταξαν να αγκαλιαστούμε. Δεν διστάσαμε καθόλου.
«Έντυ...» ψιθύρισε η Γκέηλ. Το όνομά μου ήταν o τελευταίος ήχος που άκουσα από τον έξω κόσμο. Όρθιοι, αρχίσαμε να μεγαλώνουμε μαζί. Μέσα σε λίγες ώρες τα πόδια μας μάκρυναν και απλώθηκαν. Μετά έβγαλαν προεκτάσεις προς το παράθυρο για να παίρνουν ήλιο και προς την κουζίνα για να παίρνουν νερό από το νεροχύτη. Νηματοειδείς εκβλαστήσεις απλώθηκαν σε όλες τις γωνίες του δωματίου, ξεφτίζοντας τη μπογιά και το σοβά από τους τοίχους, το ύφασμα και τη τζίβα από τα έπιπλα.
Την επόμενη αυγή η μεταμόρφωση είχε ολοκληρωθεί.
Δεν μπορώ πια να πω με βεβαιότητα πώς ακριβώς είμαστε. Υποψιάζομαι ότι μοιάζουμε με κύτταρα τεράστια, επίπεδα, νηματοειδή κύτταρα που σκεπάζουν το μεγαλύτερο τμήμα του διαμερίσματος. Το μεγάλο μιμείται το μικρό.
Μου ζήτησαν να συνεχίσω την καταγραφή, αλλά σε λίγο δεν θα μπορώ πια. Η νοημοσύνη μας κυμαίνεται καθημερινά καθώς μας απορροφούν οι εσωτερικές νοημοσύνες. Η ατομικότητά μας σβήνει μέρα με τη μέρα. Έχουμε γίνει κάτι σαν τεράστιοι, αδέξιοι δεινόσαυροι. Οι μνήμες μας έχουν μοιραστεί στα δισεκατομμύριά τους, και οι προσωπικότητές μας έχουν απλωθεί στο μεταμορφωμένο αίμα.
Σε λίγο δεν θα υπάρχει ανάγκη συγκεντρωτισμού. Με πληροφορούν ότι έχουν ήδη εισβάλει στην αποχέτευση. Ο κόσμος στην πολυκατοικία ήδη υφίσταται μεταμορφώσεις.
Μέσα σε βδομάδες, σύμφωνα με την παλιά μέτρηση του χρόνου, θα έχουμε κατακλύσει τις λίμνες, τους ποταμούς και τις θάλασσες.
Δεν μπορώ ακόμα να υπολογίσω τις συνέπειες. Κάθε τετραγωνικό εκατοστό του πλανήτη θα βρίθει από σκεπτόμενα άτομα. Μέσα σε λίγα χρόνια, ίσως και πιο σύντομα, θα υποτάξουν την ίδια τους την ατομικότητα - ό,τι έχει απομείνει απ' αυτήν.
Νέα όντα θα γεννηθούν τότε. Οι διαστάσεις της νοητικής τους ικανότητας θα είναι αδιανόητες.
Τώρα πια δεν νιώθω ούτε φόβο ούτε μίσος.
Το μόνο που μου μένει είναι ένα ερώτημα που απευθύνω σ' αυτά - σ' εμάς.
Πόσες φορές έχει ήδη συμβεί αυτό, αλλού;
Δεν ήρθαν ποτέ ταξιδιώτες από το διάστημα να επισκεφτούν τη Γη. Δεν το είχαν ανάγκη.
Είχαν βρει σύμπαντα μέσα σε κόκκους άμμου.
Ο Greg Bear γεννήθηκε το 1951 στην
Καλιφόρνια, και άρχισε να γράφει
από 9 ετών. Το πρώτο του διήγημα
δημοσιεύτηκε το 1967, αλλά μόνο στα
μέσα της δεκαετίας του '70 οι
ιστορίες του άρχισαν να
εμφανίζονται τακτικά σε περιοδικά.
Παρ' όλο το ενδιαφέρον του για την
ποίηση, τα γραπτά του έχουν άμεση
σχέση με τη σύγχρονη, υψηλή
τεχνολογία, στην παράδοση του Arthur
Clarke και του Hal Clement. Στη δεκαετία
του'80 οι δυο αυτές επιρροές
συγχωνεύονται αρμονικά σε μια
εκφραστική μορφή «σκληρής» ε.φ.
Η νουβέλα του «Η Μουσική του
Αίματος» κέρδισε το βραβείο Nebula
και το βραβείο Απόλλων, ενώ το 1985
την ξανάγραψε με μορφή
μυθιστορήματος. Πολλοί είπαν πως
είναι οι Επικυρίαρχοι της
δεκαετίας του '80, με τη διαφορά πως η
υπέρβαση που συντελείται στην
ιστορία δεν είναι αυτή του ατόμου,
αλλά του ίδιου του ανθρώπινου
είδους - μια ξαφνική, απρόσμενη
αλλαγή, ασυνήθιστη ακόμα και στο
χώρο της ε.φ., το όραμα ενός
εξελικτικού άλματος τόσο μεγάλου
που αλλάζει τους νόμους του ίδιου
του σύμπαντος. Μόνο που η ενατένιση
προς τα άστρα στρέφεται τώρα στο
«εσωτερικό διάστημα», στο
μικρόκοσμο' μια προοπτική όμορφη
όσο και τρομακτική.
Το σημαντικότερο μυθιστόρημά του
είναι το Eοn (1985), που συνεχίζεται
στο Eternity (1988), ενώ τα διηγήματά
του υπάρχουν στις συλλογές The Wind
from A Burning Woman (1983) και Tangents (1989).