Μετάφραση: Ροζίνα Μπέργκνερ
Οι νεκροί έχουν λεωφόρους. Τραίνα-φαντάσματα, ονειρικές άμαξες διασχίζουν τους ερημότοπους πέρα από τις ζωές μας σε αλάθητες γραμμές, μεταφέροντας αδιάκοπα ένα πλήθος πεθαμένων ψυχών. Οι τριγμοί και οι κραδασμοί τους ακούγονται στα σημεία τομής του κόσμου μας, μέσα από ρωγμές που έχουν προκληθεί από πράξεις βίας, διαφθοράς και αγριότητας. Οι επιβάτες τους, οι περιπλανώμενοι νεκροί, γίνονται αντιληπτοί όταν η καρδιά μας είναι έτοιμη να εκραγεί, και εικόνες που θα έπρεπε να μείνουν κρυμμένες παρουσιάζονται ολoκάθαρα μπροστά μας. Αυτές οι λεωφόροι έχουν σήμανση, γέφυρες και παρακαμπτηρίους. Έχουν διόδια και διασταυρώσεις. Είναι σ' αυτές τις διασταυρώσεις, εκεί όπου τα πλήθη των νεκρών συναντιούνται και αναμιγνύονται, που η απαγορευμένη λεωφόρος διαχέεται με μεγαλύτερη ευκολία στον κόσμο μας. Η κυκλοφορία είναι πυκνή στα σταυροδρόμια, και οι φωνές των νεκρών φτάνουν στη μεγαλύτερη έντασή τους. Εδώ τα φράγματα που χωρίζουν τη μια πραγματικότητα από την άλλη υποχωρούν κάτω από το βάρος αναρίθμητων ποδιών. Ένα σταυροδρόμι της λεωφόρου των νεκρών βρισκόταν στο νούμερο 65 της Τόλλινγκτον Πλέις. Μια μονοκατοικία με τούβλινη πρόσοψη, σε απομίμηση Γεωργιανού ρυθμού, το νούμερο 65 ήταν από κάθε άλλη άποψη ένα παλιό, αδιάφορο σπίτι απογυμνωμένο από κάθε φτηνό μεγαλείο του παρελθόντος, και παρέμενε ακατοίκητο πάνω από μια δεκαετία. Δεν ήταν η αυξανόμενη υγρασία που απομάκρυνε τους ενοικιαστές από το νούμερο 65. Δεν ήταν η μούχλα στα κατώγια ούτε η καθίζηση που είχε ανοίξει μια ρωγμή στην πρόσοψη του σπιτιού από το σκαλοπάτι της πόρτας μέχρι το γείσο της στέγης, ήταν ο θόρυβος από το πέρασμα. Στο τελευταίο πάτωμα η βοή της κυκλοφορίας δεν σταματούσε ποτέ. Ράγιζε τον σοβά στους τοίχους και σκέβρωνε τα δοκάρια της οροφής. Τράνταζε τα τζάμια. Τράνταζε και το ανθρώπινο μυαλό. Το νούμερο 65 της Τόλλινγκτον Πλέις ήταν ένα στοιχειωμένο σπίτι, και κανείς δεν μπορούσε να το κατοικήσει για μεγάλο διάστημα χωρείς να τρελαθεί σιγά-σιγά. Κάποτε, στο παρελθόν, ένα έγκλημα είχε διαπραχθεί σ' αυτό το σπίτι. Κανείς δεν γνωρίζει πότε, ή τι ακριβώς. Αλλά, ακόμη και για έναν άσχετο παρατηρητή, η καταθλιπτική ατμόσφαιρα του σπιτιού, και ιδιαίτερα του τελευταίου ορόφου, ήταν αναμφισβήτητη. Υπήρχε μια ανάμνηση και συνάμα μια υπόσχεση αίματος διάχυτη στην ατμόσφαιρα του νούμερου 65, μια βαριά μυρωδιά που κολλούσε στα ρουθούνια και προκαλούσε αναγούλα ακόμη και στο πιο ανθεκτικό στομάχι. Τα ποντίκια, τα πουλιά, ακόμη και οι μύγες δεν πλησίαζαν το σπίτι και τον κήπο του. Το σαράκι δεν ζούσε στα ξύλα του και τα ψαρόνια δεν έφτιαχναν τις φωλιές τους στη σοφίτα του. Όποιο και να ήταν το έγκλημα που είχε διαπραχθεί εκεί, είχε ανοίξει το σπίτι με τον ίδιο τρόπο που το μαχαίρι ξεκοιλιάζει ένα ψάρι· και μέσα από αυτή την τομή, αυτή την ανοιχτή πληγή, οι νεκροί εμφανίζονταν και έπαιρναν το λόγο. Τουλάχιστον, έτσι έλεγαν οι φήμες... Ήταν η τρίτη εβδομάδα ερευνών στην Τόλλινγκτον Πλέις 65. Τρεις εβδομάδες με μια άνευ προηγουμένου επιτυχία στον τομέα του υπερφυσικού. Χρησιμοποιώντας σαν μέντιουμ έναν πρωτάρη στη δουλειά, τον εικοσάχρονο Σάιμον ΜακΝηλ, το Τμήμα Παραψυχολογίας του Πανεπιστήμιου του Έσσεξ είχε καταγράψει αναμφισβήτητες αποδείξεις για την ύπαρξη της μετά θάνατον ζωής. Στον τελευταίο όροφο του σπιτιού, μέσα σε ένα μακρόστενο, κλειστοφοβικό δωμάτιο, ο νεαρός ΜακΝηλ είχε προφανώς απευθυνθεί στους νεκρούς, οι οποίοι, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμά του, άφησαν πίσω τους άφθονες αποδείξεις των επισκέψεών τους γράφοντας με εκατοντάδες γραφικούς χαρακτήρες στους ξεθωριασμένους κίτρινους τοίχους. Απ' ό,τι φαίνεται έγραφαν ό,τι τους κατέβαινε. Τα ονόματά τους, φυσικά, καθώς και τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου. Αποσπασματικές αναμνήσεις, ευχές στους ζώντες απογόνους τους, παράξενες ελλειπτικές φράσεις που υποδήλωναν τα τωρινά τους μαρτύρια και πενθούσαν για τη χαμένη ευτυχία τους. Αλλοι έγραφαν με βαριά και άχαρα γράμματα, άλλοι με λεπτά και γυναικεία. Υπήρχαν άσεμνα σκίτσα και ημιτελή αστεία δίπλα σε στίχους ρομαντικής ποίησης. Ένα κακοσχεδιασμένο τριαντάφυλλο. Μια τρίλιζα. Ένας κατάλογος με ψώνια. Οι διάσημοι είχαν έρθει σ' αυτόν τον τοίχο των δακρύων - ο Μουσσολίνι ήταν εκεί, ο Λέννον και η Τζάνις Τζόπλιν - μαζί με άσημους, ξεχασμένους ανθρώπους που είχαν υπογράψει δίπλα στους μεγάλους. Ήταν ένα προσκλητήριο νεκρών, και μεγάλωνε καθημερινά, λες και η είδηση εξαπλωνόταν στις ξεχασμένες φυλές και τις προκαλούσε να βγουν από τη σιωπή τους για να σημαδέψουν αυτό το στείρο δωμάτιο με την ιερή τους παρουσία. Μετά από τη σκληρή δουλειά μιας ολόκληρης ζωής στον τομέα των ψυχικών ερευνών, η Δόκτωρ Φλορέσκου είχε εξοικειωθεί με την αποτυχία. Είχε αρχίσει να βρίσκει σχεδόν βολική τη βεβαιότητα ότι οι αποδείξεις δεν θα έρχονταν ποτέ. Τώρα, αντιμέτωπη με μια απρόσμενη και θεαματική επιτυχία, αισθανόταν συγχρόνως ενθουσιασμένη και μπερδεμένη. Καθόταν, όπως και τις τρεις προηγούμενες απίστευτες εβδομάδες, στο κυρίως δωμάτιο του μεσαίου ορόφου, κάτω από το δωμάτιο γραφής, και άκουγε τους θορύβους από πάνω με δέος, μη τολμώντας να πιστέψει ότι της είχε επιτραπεί να παρευρίσκεται σ' αυτό το θαύμα. Είχαν υπάρξει και στο παρελθόν προκλητικοί υπαινιγμοί που υποδήλωναν την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Πρόνοια είχε επιμείνει να ακουσθεί. Επάνω, οι θόρυβοι σταμάτησαν. Η Μαίρη κοίταξε το ρολόι της: ήταν έξι και δεκαεπτά μ.μ. Για κάποιο λόγο γνωστό μόνο στους επισκέπτες, η επαφή σταματούσε πάντα λίγο μετά τις έξι. Θα περίμενε μέχρι τις έξι και μισή για να ανέβει. Τι θα είχε συμβεί σήμερα; Ποιος θα είχε έρθει στο μικρό, νοσηρό δωμάτιο ν' αφήσει την υπογραφή του; «Να στήσω τις κάμερες;» ρώτησε ο Ρεγκ Φούλλερ, ο
βοηθός της. Επάνω, ο νεαρός ΜακΝηλ σωριάστηκε στη γωνία του δωματίου χαζεύοντας τον ήλιο του Οκτώβρη μέσα από το μικροσκοπικό παράθυρο. Αισθανόταν λίγο απομονωμένος, κλεισμένος ολομόναχος σ' αυτό το αναθεματισμένο δωμάτιο, αλλά παρ' όλα αυτά χαμογελούσε, αυτό το ασθενικό, μακάριο χαμόγελο που έλιωνε και την πιο ακαδημαϊκή καρδιά. Ιδιαίτερα την καρδιά της Δόκτορος Φλορέσκου: ω! ναι, η γυναίκα ξεμυαλιζόταν τελείως από το χαμόγελό του, τα μάτια του, το απλανές βλέμμα που έπαιρνε ειδικά γι' αυτήν όταν την έβλεπε.... Ήταν ένα υπέροχο παιχνίδι. Πράγματι, στην αρχή αυτό ήταν όλο - ένα αθώο παιχνίδι. Τώρα όμως ο Σάιμον γνώριζε ότι το παιχνίδι είχε χοντρύνει· αυτό που είχε αρχίσει σαν τεστ αληθείας, τώρα είχε μετατραπεί σε μία πολύ σοβαρή αναμέτρηση: ο ΜακΝηλ εναντίον της Αλήθειας. Η αλήθεια ήταν απλή: ήταν απατεώνας. Έγραφε ο ίδιος όλα τα «σημειώματα των φαντασμάτων» με ψήγματα μολυβιού που έκρυβε κάτω από τη γλώσσα του. Χτυπιόταν και σφάδαζε μέσα στο δωμάτιο χωρίς κανένα λόγο εκτός από την απόλαυση που αντλούσε από την ίδια του την απάτη. Όσο για τα άγνωστα ονόματα που έγραφε, χα!, γέλαγε μόνο που το σκεφτόταν, ήταν ονόματα που έβρισκε στον τηλεφωνικό κατάλογο. Ναι! Ήταν πραγματικά ένα θαυμάσιο παιχνίδι. Του υποσχέθηκε τόσα πολλά, τον δελέασε με δόξα ενθαρρύνοντας κάθε ψέμα που αυτός επινοούσε. Υποσχέσεις για πλούτη, για θεαματικές τηλεοπτικές εμφανίσεις, για φήμη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ στο παρελθόν. Όλα αυτά εφόσον δημιουργούσε τα φαντάσματα. Χαμογέλασε ξανά. Τον αποκαλούσε Μεσάζοντά της: έναν αθώο κομιστή μηνυμάτων. Θα ερχόταν πάνω σύντομα - τα μάτια της πάνω στο κορμί του, η φωνή του ραγισμένη μπροστά στην αξιολύπητη συγκίνησή της όταν θα έβλεπε άλλη μια σειρά από ορνιθοσκαλίσματα και ανοησίες. Του άρεσε να τον κοιτάζει γυμνό, ή σχεδόν γυμνό. Σε όλες ανεξαιρέτως τις συνεδρίες του φορούσε μόνο ένα σλιπάκι, για να αποκλεισθεί κάθε κρυφή βοήθεια. Γελοία προφύλαξη. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν το μολύβι κάτω από τη γλώσσα του και αρκετή ενέργεια για να χτυπιέται δεξιά κι αριστερά για ένα μισάωρο και να ουρλιάζει σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. Είχε ιδρώσει. Η αυλακιά του στέρνου του ήταν υγρή, τα μαλλιά του ήταν κολλημένα στο ωχρό του μέτωπο. Σήμερα είχε δουλέψει σκληρά: ανυπομονούσε να βγει από το δωμάτιο, να ξεπλυθεί και να απολαύσει το θαυμασμό των άλλων. Ο Μεσάζοντας έχωσε το χέρι του μέσα στο σλιπάκι του και άρχισε να παίζει το όργανό του τεμπέλικα. Κάπου μέσα στο δωμάτιο είχε παγιδευτεί μια, ή ίσως και περισσότερες, μύγες. Ήταν προχωρημένη εποχή για μύγες, όμως τις άκουγε κάπου κοντά. Βούιζαν και χτυπιόντουσαν στα τζάμια του παραθύρου και γύρω από τον ηλεκτρικό λαμπτήρα. Ακουγε τις φωνούλες τους, αλλά δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα, απορροφημένος καθώς ήταν από τις σκέψεις του για το παιχνίδι και την απλή χαρά που αντλούσε χαϊδεύοντας τον εαυτό του. Πώς βούιζαν, οι άκακες φωνές των εντόμων, βούιζαν, τραγουδούσαν και παραπονιόντουσαν. Πώς παραπονιόντουσαν. Η Μαίρη Φλορέσκου χτυπούσε το τραπέζι ρυθμικά με τα δάχτυλά της. Η βέρα της ήταν χαλαρή σήμερα, την ένιωθε να κινείται ανάλογα με το ρυθμό του χεριού της. Ορισμένες φορές ήταν στενή, άλλες φορές χαλαρή: ένα από αυτά τα μικρά μυστήρια που δεν είχε ποτέ διαλευκάνει, απλώς τα δεχόταν. Στην πραγματικότητα σήμερα ήταν πολύ χαλαρή: έτοιμη σχεδόν να πέσει. Σκέφτηκε το πρόσωπο του Αλαν. Το αγαπημένο πρόσωπο του Αλαν. Το σκέφτηκε σαν να το έβλεπε μέσα από το άνοιγμα της βέρας της, σαν μέσα από ένα τούνελ. Ήταν έτσι άραγε ο θάνατος: σαν να μεταφέρεσαι μακριά, και ακόμη μακρύτερα, μέσα από ένα τούνελ στο σκοτάδι; Έσπρωξε το δαχτυλίδι βαθύτερα στο χέρι της. Καθώς το άγγιξε με τον δείκτη και τον αντίχειρά της, ένιωσε σχεδόν την πικρή γεύση του μετάλλου. Ήταν μια περίεργη αίσθηση, ένα είδος ψευδαίσθησης. Σκέφτηκε το αγόρι για να διώξει την πίκρα της. Το πρόσωπό του εμφανίστηκε εύκολα, τόσο εύκολα μπροστά της, βουτώντας μέσα στη συνειδητότητά της με το χαμόγελό του και το κοινότοπο, ακόμη άγουρο παρουσιαστικό του. Ήταν σαν κορίτσι - η στρογγυλάδα του, η γλυκιά διαύγεια του δέρματός του - η αθωότητά του. Τα δάχτυλά της έπαιζαν ακόμη με το δαχτυλίδι,
και η πικρή γεύση στο στόμα της δυνάμωσε. Σήκωσε
το κεφάλι της. Ο Φούλλερ τακτοποιούσε τον
εξοπλισμό τους. Γύρω από το φαλακρό του κεφάλι
αιωρείτο και λαμπύριζε ένα στεφάνι από πράσινο
απαλό φως- Ο Φούλλερ δεν είδε ούτε άκουσε τίποτα. Είχε σκύψει το κεφάλι απορροφημένος από τη δουλειά του. Η Μαίρη τον κοίταζε ακίνητη, βλέποντας το φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του, νιώθοντας καινούριες αισθήσεις να ξυπνάνε μέσα της και να την πλημμυρίζουν. Ο αέρας έμοιαζε ξαφνικά ζωντανός: τα μόρια του οξυγόνου, του υδρογόνου και του αζώτου συνωστίζονταν γύρω της σ' ένα παθητικό αγκάλιασμα. Το φωτοστέφανο στο κεφάλι του Φούλλερ επεκτάθηκε, βρίσκοντας συγγενή ακτινοβολία σε κάθε αντικείμενο του δωματίου. Η αφύσικη αίσθηση στα ακροδάχτυλά της επεκτεινόταν επίσης. Μπορούσε να δει το χρώμα της ανάσας της καθώς εξέπνεε: μια ροζ πορτοκαλί λάμψη στον αφρισμένο αέρα. Μπορούσε να ακούσει αρκετά καθαρά τη φωνή του γραφείου όπου καθόταν: το υπόκωφο παράπονο της συμπαγούς παρουσίας του. Ο κόσμος άνοιγε μπροστά της εκτοξεύοντας τις αισθήσεις της σε έκσταση, παρασύροντάς την σε μια άγρια σύγχυση των λειτουργιών. Έγινε ξαφνικά ικανή να κατανοήσει τον κόσμο σαν σύστημα όχι πολιτικό ή θρησκευτικό, αλλά σαν ένα σύστημα αισθήσεων, ένα σύστημα που επεκτεινόταν από τη ζωντανή σάρκα στο αδρανές ξύλο του γραφείου της, στο φθαρμένο χρυσάφι της βέρας της. Και ακόμη μακρύτερα. Πέρα από το ξύλο, πέρα από τον χρυσό. Η ρωγμή που οδηγούσε στη λεωφόρο άνοιξε. Ακουγε φωνές που δεν προέρχονταν από ανθρώπινο στόμα. Κοίταξε ψηλά, ή μάλλον κάποια δύναμη τίναξε το κεφάλι της ψηλά, και βρέθηκε να κοιτάζει το ταβάνι. Ήταν καλυμμένο από σκουλήκια. Όχι. Αυτό ήταν παράλογο! Φαινόταν όμως ζωντανό, προνύμφες ζωής που πάλλονταν και χόρευαν. Μπορούσε να δει το αγόρι μέσα από το ταβάνι. Καθόταν στο πάτωμα κρατώντας το προεξέχον μέλος του, και το κεφάλι του ήταν ριγμένο προς τα πίσω στην ίδια ακριβώς στάση με την ίδια. Ήταν κι αυτός σε έκσταση. Με την νέα της όραση είδε το παλλόμενο φως μέσα και γύρω από το κορμί του - ανίχνευσε το πάθος που έκαιγε τα σωθικά του, και το κεφάλι του που έλιωνε από ηδονή. Είδε και κάτι άλλο, το ψέμα του. Την έλλειψη της υπέροχης δύναμης που νόμιζε ότι κατείχε. Δεν είχε το ταλέντο να επικοινωνεί με τα φαντάσματα, ούτε το είχε ποτέ. Το είδε πεντακάθαρα. Ήταν ένας μικρός ψεύτης, ένα γλυκό, λευκό αγοράκι που έλεγε ψέματα χωρίς τη συμπόνια ή τη σοφία να καταλάβει τι είχε τολμήσει να κάνει. Τώρα όλα είχαν τελειώσει. Τα ψέματα είχαν ειπωθεί, τα κόλπα είχαν παιχθεί και οι άνθρωποι στη λεωφόρο, απελπισμένοι από τον εμπαιγμό και την παρερμηνεία τους, είχαν συγκεντρωθεί στη ρωγμή του τοίχου απαιτώντας ικανοποίηση. Τη ρωγμή που η ίδια είχε ανοίξει: η ίδια, χωρίς να το συνειδητοποιεί, την έψαχνε και την ψηλαφούσε εδώ και καιρό, απασφαλίζοντάς την σιγά-σιγά. Η επιθυμία της για το αγόρι τα είχε προκαλέσει όλα: οι αδιάκοπες σκέψεις της γι' αυτόν, η απογοήτευσή της, ο πόθος της και η αηδία που ένιωθε για τον πόθο της, διεύρυναν τη ρωγμή. Απ' όλες τις δυνάμεις που βοηθούν το σύστημα να εκδηλωθεί, ο έρωτας και οι σύντροφοί του, το πάθος και η στέρηση, είναι οι πλέον ισχυρές. Και να την εδώ, η ζωντανή ενσάρκωση και των τριών. Να αγαπά, να ποθεί και να μη θέλει να το δεχτεί. Ζώντας μέσα στην αγωνία που της προκαλούσε η άρνηση των συναισθημάτων της, πιστεύοντας ότι αγαπούσε το αγόρι απλώς σαν Μεσάζοντά της. Δεν ήταν αλήθεια! Δεν ήταν αλήθεια! Τον ήθελε, τον ήθελε τώρα, αυτήν τη στιγμή, βαθιά μέσα της. Μόνο που τώρα ήταν αργά. Δεν μπορούσε να εμποδίσει πια το διάβα των νεκρών: απαιτούσε, ναι, απαιτούσε πρόσβαση στον μικρό απατεώνα. Αδυνατούσε να το αποτρέψει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κραυγάσει με τρόμο καθώς έβλεπε τη λεωφόρο ν' ανοίγεται μπροστά της, συνειδητοποιώντας ότι δεν στέκονταν σ' ένα κοινό σταυροδρόμι. Ο Φούλλερ άκουσε την κραυγή της. Μπορούσε πλέον να δει καθαρά τα αιθέρια πρόσωπα των νεκρών μπροστά της. Μπορούσε να αντιληφθεί την ένταση της αγωνίας τους και κατανοούσε την ανάγκη τους να ακουστούν. Είδε ξεκάθαρα ότι οι λεωφόροι που διασταυρώνονταν στην Τόλλινγκτον Πλέις δεν ήταν κοινές αρτηρίες. Δεν αντίκριζε ένα συνωστισμό αργόσχολων, ευτυχισμένων νεκρών. Όχι, αυτό το σπίτι είχε πρόσβαση σ' ένα δρόμο που κυκλοφορούσαν μόνο θύτες και θύματα. Επρόκειτο για άντρες, γυναίκες, παιδιά που είχαν πεθάνει με μαρτύρια δυσκολοβάσταχτα για τα ανθρώπινα νεύρα, που το μυαλό τους είχε σημαδευτεί από τις συνθήκες του θανάτου τους. Πέρα από λόγια, τα μάτια τους φανέρωναν την αγωνία τους, τα αέρινα κορμιά τους έφεραν ακόμη τις πληγές που τα είχαν σκοτώσει. Μπορούσε να διακρίνει τους βασανιστές και τους σφαγείς να σμίγουν με τα θύματά τους. Αυτά τα τέρατα, έξαλλα από μανία, με το μυαλό τους λιωμένο από τα σύμβολα του αίματος, κρυφοκοίταζαν τον κόσμο: πλάσματα ασύγκριτα, ανείπωτα, απαγορευμένα δείγματα του ανθρώπινου είδους φλυαρούσαν και ούρλιαζαν τους παρανοϊκούς τους μονόλογους. Τώρα το αγόρι επάνω τούς αισθάνθηκε. Τον είδε να γυρίζει λιγάκι μέσα στο σιωπηλό δωμάτιο καταλαβαίνοντας ότι οι ήχοι που άκουγε δεν ήταν φωνές μυγών, δεν ήταν παράπονα εντόμων. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε ζήσει σε ένα πολύ μικρό τμήμα του κόσμου και ότι τώρα ο Τρίτος, ο Τέταρτος και ο Πέμπτος Κόσμος τον πίεζαν να υποχωρήσει πεινασμένοι και αμετάκλητοι. Μπορούσε να γευθεί και να μυρίσει τον πανικό του. Ναι, τον γευόταν όπως είχε πάντα ποθήσει, αλλά δεν ήταν ένα φιλί που πάντρευε τις αισθήσεις τους, ήταν ο αυξανόμενος πανικός του. Την είχε κυριεύσει: η συμμετοχή της ήταν ολοκληρωτική. Το τρομοκρατημένο βλέμμα του ήταν εξίσου δικό της όσο και δικό του. Τα στεγνά τους λαρύγγια ψιθύριζαν την ίδια μικρή λέξη:
Σήμερα δεν θα υπήρχε οίκτος, ήταν σίγουρη. Τα φαντάσματα στη λεωφόρο είχαν θρηνήσει την απελπισία τους για αιώνες, κουβαλώντας τις επιθανάτιες πληγές τους και τις φρικαλεότητες που είχαν διαπράξει. Είχαν ανεχθεί την επιπολαιότητά του, το θράσος του, τις ανοησίες του, τα τεχνάσματά του που γελοιοποιούσαν τα μαρτύριά τους. Ήθελαν να αποκαταστήσουν την αλήθεια. Ο Φούλλερ την πλησίασε. Το πρόσωπό του κολυμπούσε τώρα σε μια παλλόμενη θάλασσα πορτοκαλιάς ανταύγειας. Αισθάνθηκε τα χέρια του στο δέρμα της. Είχαν τη γεύση ξυδιού. «Είσαι καλά;» ρώτησε. Η ανάσα του ήταν από
σίδερο. Η ρωγμή διευρυνόταν λεπτό με λεπτό: μέσα απ' αυτήν έβλεπε έναν άλλον ουρανό, τον σταχτί ουρανό που σκίαζε τη λεωφόρο και υπερκάλυπτε την πραγματικότητα του σπιτιού. «Παρακαλώ», είπε και τα μάτια της
αναποδογύρισαν προς το ταβάνι που εξαϋλωνόταν. Ξαφνικά, υποχώρησε σαν φράγμα και τα μαύρα νερά ξεχύθηκαν, πλημμυρίζοντας το δωμάτιο. Ο Φούλλερ αισθάνθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά (είδε τον ξαφνικό του φόβο στο χρώμα της αύρας του), αλλά δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Ένιωσε το ρίγος που διέτρεξε τη σπονδυλική του στήλη, είδε τον εγκέφαλό του να στροβιλίζεται. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε. Η αγωνία που διέκρινε στην ερώτησή του της φάνηκε κωμική. Επάνω, η κανάτα με το νερό στο δωμάτιο γραφής έγινε κομμάτια. Ο Φούλλερ την άφησε κι έτρεξε στην πόρτα. Πριν καν προλάβει να την φτάσει, άρχισε να τραντάζεται και να τρίζει λες και όλοι οι κάτοικοι της κόλασης την χτυπούσαν από την άλλη πλευρά. Το πόμολο γύριζε και γύριζε και γύριζε. Η μπογιά άρχισε να φουσκώνει. Το κλειδί έλαμπε πυρακτωμένο. Ο Φούλλερ γύρισε να την κοιτάξει. Ήταν ακόμη καρφωμένη στην ίδια αλλόκοτη στάση: το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω και το βλέμμα απλανές. Πλησίασε να πιάσει το πόμολο, μα η πόρτα άνοιξε πριν προλάβει να το αγγίξει. Ο διάδρομος είχε εξαφανισθεί τελείως. Εκεί που κάποτε βρισκόταν το οικείο εσωτερικό του σπιτιού, τώρα έβλεπες τη λεωφόρο να απλώνεται μέχρι τα βάθη του ορίζοντα. Το θέαμα σκότωσε τον Φούλλερ ακαριαία. Το μυαλό του δεν είχε τη δύναμη να αφομοιώσει το πανόραμα - δεν μπόρεσε ν' αντέξει την υπερφόρτωση των νεύρων του. Η καρδιά του σταμάτησε· το οργανικό του σύστημα ανατράπηκε· η κύστη και τα έντερά του αποδιοργανώθηκαν, τα μέλη του κλονίστηκαν, και κατέρρευσε. Καθώς έπεσε στο πάτωμα, το πρόσωπό του άρχισε να ξεφλουδίζει σαν την πόρτα και το κορμί του να κροταλίζει σαν το πόμολο. Ήταν ήδη άψυχο υλικό, τόσο πρόσφορο γι' αυτή την ταπείνωση όσο το ξύλο και ο χάλυβας. Κάπου στα ανατολικά, η ψυχή του συνάντησε την πληγωμένη λεωφόρο, στην πορεία της για το σταυροδρόμι όπου πριν από λίγα λεπτά είχε πεθάνει. Η Μαίρη Φλορέσκου κατάλαβε ότι είχε μείνει μόνη. Από πάνω της, το καταπληκτικό της αγόρι, το πανέμορφο, σκανταλιάρικο παιδί της σφάδαζε και ούρλιαζε καθώς οι νεκροί άπλωσαν τα εκδικητικά τους χέρια πάνω του. Γνώριζε τις προθέσεις τους: το έβλεπε στα μάτια τους. Δεν ήταν τίποτα το καινούριο. Κάθε ιστορία είχε αυτό το ιδιαίτερο βασανιστήριο στην παράδοσή της. Θα τον χρησιμοποιούσαν για να καταγράψουν τη διαθήκη τους. Επρόκειτο να γίνει η σελίδα τους, το βιβλίο τους, το μέσον για να γράψουν τις αυτοβιογραφίες τους. Ένα βιβλίο αίματος. Ένα βιβλίο γραμμένο με αίμα. Σκέφτηκε τα βιβλία μαγείας που είχαν γραφτεί σε ανθρώπινο δέρμα: τα είχε δει, τα είχε αγγίξει. Σκέφτηκε ανθρώπους με τατουάζ που είχε δει: κάποιοι ήταν απ' αυτούς που έδειχναν στα πανηγύρια, κάποιοι άλλοι ήταν απλώς εργάτες γυμνοί από τη μέση κι επάνω, μ' ένα μήνυμα στη μητέρα τους κεντημένο στην πλάτη. Δεν ήταν κάτι το παράδοξο να γράψεις ένα βιβλίο αίματος. Όμως σ' αυτό το δέρμα, σ' αυτό το λαμπερό δέρμα - ω! Θεέ μου, αυτό ήταν το έγκλημα. Φώναζε καθώς οι βασανιστικές βελόνες, τα κοφτερά γυαλιά από τη σπασμένη κανάτα γλίστρησαν πάνω στο κορμί του οργώνοντάς το. Αισθανόταν τους πόνους του σαν να ήταν δικοί της και υπέφερε ακόμη περισσότερο... Και όμως ούρλιαζε. Και αντιστεκόταν και έβριζε τους βασανιστές του. Δεν έδωσαν σημασία. Μαζεύτηκαν σαν τις μέλισσες γύρω του, κουφοί σε κάθε ικεσία και προσευχή, και δούλευαν πάνω του με τον ενθουσιασμό των πλασμάτων που έχουν εξαναγκασθεί να παραμείνουν χρόνια σιωπηλά. Η Μαίρη άκουγε μέχρι που το αγόρι κουράστηκε να φωνάζει, και προσπάθησε να υπερνικήσει το φόβο που είχε παραλύσει τα μέλη της. Ένιωθε ότι έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να ανέβει στο δωμάτιο. Δεν είχε σημασία το τι βρισκόταν πίσω από την πόρτα ή πάνω στη σκάλα - την χρειαζόταν, κι αυτό ήταν αρκετό. Σηκώθηκε. Οι τρίχες των μαλλιών της υψώθηκαν όρθιες και μπλέχτηκαν σαν φίδια, όπως τα μαλλιά της Γοργόνας Μέδουσας. Η πραγματικότητα είχε γίνει ρευστή - μετά βίας έβλεπε το πάτωμα κάτω από τα πόδια της. Τα σανίδια του σπιτιού ήταν από αιθέριο ξύλο, και μέσα από αυτά το ζοφερό σκοτάδι κόχλαζε και την υπνώτιζε. Κοίταξε την πόρτα νιώθοντας ένα λήθαργο που της ήταν πολύ δύσκολο να καταπολεμήσει. Ήταν φανερό ότι δεν την ήθελαν εκεί πάνω. Ίσως, σκέφτηκε, με φοβούνται λιγάκι. Σ' αυτήν τη σκέψη έγινε πιο αποφασιστική: για ποιον άλλο λόγο θα προσπαθούσαν να την εξουδετερώσουν, εκτός κι αν η παρουσία της, μια που εκείνη προκάλεσε τη ρωγμή στον κόσμο, ήταν πλέον μια απειλή γι' αυτούς; Η ξεφλουδισμένη πόρτα ήταν ανοιχτή. Πίσω της, η πραγματικότητα του σπιτιού είχε υποκύψει πλήρως στο άγριο χάος της λεωφόρου. Έκανε μερικά βήματα εστιάζοντας την προσοχή της στο πάτωμα που υπήρχε κάτω από τα πόδια της παρ' όλο που δεν το έβλεπε πια. Ο ουρανός πάνω της είχε σκούρο μπλε χρώμα, η λεωφόρος μπροστά της ήταν πλατιά και ανεμοδαρμένη, οι νεκροί την πίεζαν από παντού. Προσπαθούσε ν' ανοίξει δρόμο ανάμεσά τους, όπως μέσα από ένα πλήθος ζωντανών ανθρώπων, ενώ την κοίταζαν με τα ηλίθια πρόσωπά τους, μισώντας την για την παρέμβασή της. Δεν παρακαλούσε πια. Τώρα δεν έλεγε τίποτα: απλώς έσφιγγε τα δόντια της, έκλεινε τα μάτια της στη λεωφόρο και προσπαθούσε να βρει το δρόμο της προς τη σκάλα που γνώριζε ότι υπήρχε. Σκόνταψε όταν έφτασε και άκουσε το πλήθος να ουρλιάζει. Δεν γνώριζε αν γελούσαν με την αδεξιότητά της ή την προειδοποιούσαν ότι είχε φτάσει πολύ μακριά. Πρώτο σκαλί. Δεύτερο σκαλί. Τρίτο σκαλί. Παρ' όλο που την πίεζαν και την τραβούσαν από παντού, κατόρθωνε ν' ανοίγει δρόμο μέσα από το πλήθος. Μπροστά της, μέσα από την κλειστή πόρτα του δωματίου, έβλεπε τον μικρό της ψεύτη ξαπλωμένο ανάσκελα, περικυκλωμένο από τους εισβολείς. Το σλιπάκι του ήταν στους αστραγάλους του: η σκηνή έμοιαζε με βιασμό. Δεν φώναζε πια, αλλά το βλέμμα του ήταν άγριο από τον πανικό και τον πόνο. Τουλάχιστον ήταν ακόμη ζωντανός. Η φυσιολογική προσαρμοστικότητα της ηλικίας του είχε βοηθήσει το νεαρό μυαλό του να αποδεχθεί το θέαμα που είχε παρουσιασθεί μπροστά του. Ξαφνικά, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε μέσα από την πόρτα προς το μέρος της. Μέσα σ' αυτή την ακρότητα είχε αναπτύξει ένα πραγματικό ταλέντο, μια ικανότητα υποδεέστερη της Μαίρης, αλλά αρκετή για να αποκτήσει επαφή μαζί της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Μέσα σε μια θάλασσα μπλε σκοταδιού, ζωσμένοι από έναν πολιτισμό που δεν γνώριζαν ούτε καταλάβαιναν, οι ζωντανές καρδιές τους συναντήθηκαν και παντρεύτηκαν. «Συγνώμη», είπε σιγανά. Ήταν απεριόριστα
θλιβερό. «Συγνώμη. Συγνώμη». Ήταν σίγουρη ότι έπρεπε να πλησιάζει την κορφή της σκάλας. Δεν μπορούσε ακόμη να διακρίνει τα σκαλιά, φαινόταν σαν να βημάτιζε στον αέρα με τα πρόσωπα των ταξιδιωτών πάνω, κάτω και γύρω της. Όμως μπορούσε να διακρίνει αμυδρά, πολύ αμυδρά, το περίγραμμα της πόρτας, τα σανίδια και τα δοκάρια του δωματίου όπου βρισκόταν ο Σάιμον. Ήταν καταματωμένος τώρα από την κορφή μέχρι τα νύχια. Έβλεπε τα σημάδια, τα ιερογλυφικά της αγωνίας σε κάθε εκατοστό του κορμού του, του προσώπου του, των μελών του. Κάποιες στιγμές που συγκεντρωνόταν τον έβλεπε μέσα στο άδειο δωμάτιο, λουσμένο από τον ήλιο, να κάθεται δίπλα στο σπασμένο κανάτι. Όταν όμως έχανε την ικανότητα συγκέντρωσής της, έβλεπε αντίθετα μόνο τον αόρατο κόσμο και τον Σάιμον να αιωρείται στον αέρα, ενώ αυτοί έγραφαν πάνω του από κάθε πλευρά. Ξερίζωναν τα μαλλιά του από το κεφάλι του και το κορμί του για να καθαρίσουν τη σελίδα, έγραφαν στις μασχάλες του, στα βλέφαρά του, στα γεννητικά του όργανα, στη σχισμή των γλουτών του, στα πέλματα των ποδιών του. Μόνον οι πληγές ήταν κοινές και στις δύο όψεις: είτε τον έβλεπε πολιορκημένο από τους συγγραφείς του είτε μονάχο στο δωμάτιο, αιμορραγούσε συνέχεια. Είχε φτάσει στην πόρτα τώρα. Απλωσε το τρεμάμενο χέρι της ν' αγγίξει τη συμπαγή πραγματικότητα του πόμολου, επιστρατεύοντας όλη την ικανότητα συγκέντρωσής της, αλλά δεν το διέκρινε. Εστίασε το βλέμμα της σε μια αχνή εικόνα του που μετά βίας διαγραφόταν μπροστά της, και ευτυχώς ήταν αρκετό. Έσφιξε το πόμολο, το γύρισε και άνοιξε την πόρτα του δωματίου. Ήταν εδώ, μπροστά της. Δεν τους χώριζαν παρά λίγα μέτρα δαιμονισμένου χώρου. Οι ματιές τους συναντήθηκαν πάλι, κι ένα εύγλωττο βλέμμα κοινό και στους δύο κόσμους, ζωντανών και νεκρών, έκφρασε τα συναισθήματά τους. Ήταν ένα βλέμμα συμπόνιας και αγάπης. Τα αποκυήματα της φαντασίας εξατμίστηκαν, τα ψέματα έγιναν σκόνη. Το σκόπιμο χαμόγελο του αγοριού έδωσε τη θέση του σε μια αληθινή γλυκύτητα που βρήκε ανταπόκριση στην καρδιά της. Και οι νεκροί, φοβισμένοι απ' αυτό το βλέμμα, οπισθοχώρησαν. Τα πρόσωπά τους σφίχτηκαν σαν να τεντώθηκε το δέρμα πάνω στα κόκαλά τους, η σάρκα τους μελάνιασε σαν μώλωπας, οι φωνές τους έγιναν μελαγχολικές συνειδητοποιώντας την ήττα τους. Πλησίασε να τον αγγίξει χωρίς να χρειάζεται να ανοίγει τον δρόμο της πια μέσα από τις ορδές των νεκρών: εγκατέλειπαν το θύμα τους σαν πεθαμένες μύγες που έπεφταν από τα παράθυρα. Τον άγγιξε απαλά στο πρόσωπο. Το άγγιγμα ήταν ευλογία. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και αυλάκωσαν μαζί με το αίμα το σημαδεμένο μάγουλό του. Οι νεκροί δεν είχαν φωνές πια, ούτε καν στόματα. Τμηματικά το δωμάτιο άρχισε να επανέρχεται στην κανονική του μορφή. Κάτω από το κορμί που σφάδαζε από αναφιλητά, το πάτωμα, τα καρφιά, οι λεκιασμένες σανίδες έγιναν ορατά. Τα παράθυρα φάνηκαν ολοκάθαρα, κι έξω στο δρόμο ακούστηκαν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο σούρουπο. Η λεωφόρος είχε εξαφανισθεί ολοκληρωτικά από την ανθρώπινη θέα. Οι διαβάτες της είχαν στρέψει τα πρόσωπά τους στο σκοτάδι και είχαν χαθεί μέσα στη λήθη, αφήνοντας μόνο τα σημάδια τους και τα φυλακτά τους στον πραγματικό κόσμο. Στον μεσοόροφο του νούμερου 65 το καμένο, ξεφλουδισμένο κορμί του Ρεγκ Φούλλερ ποδοπατήθηκε καθώς οι ταξιδιώτες περνούσαν το σταυροδρόμι. Στο τέλος, η ψυχή του ίδιου του Φούλλερ ήρθε και κοίταξε το κορμί που κάποτε κατοικούσε, μέχρι που το πλήθος τον έσπρωξε προς τον τόπο της κρίσης του. Επάνω, μέσα στο δωμάτιο που σκοτείνιαζε, η Μαίρη Φλορέσκου γονάτισε δίπλα στον νεαρό ΜακΝηλ και χάιδεψε το ματωμένο κεφάλι του. Δεν ήθελε να βγει για να ζητήσει βοήθεια, μέχρι να σιγουρευτεί ότι οι βασανιστές δεν θα επέστρεφαν. Όλα ήταν ήσυχα τώρα, εκτός από τον ήχο ενός τζετ που διέσχιζε τη στρατόσφαιρα ταξιδεύοντας για τόπους που η νύχτα θα ήταν μέρα. Ακόμη και η ανάσα του αγοριού είχε επανέλθει κανονική. Κανένα φως δεν τον στεφάνωνε. Όλες οι αισθήσεις είχαν αποκατασταθεί. Η όραση. Η ακοή. Η αφή. Η αφή. Τον άγγιζε τώρα όπως δεν είχε τολμήσει ποτέ στο παρελθόν. Τον ψηλαφούσε με τα ακροδάχτυλά της, ω! τόσο ανάλαφρα, διατρέχοντας το γδαρμένο δέρμα όπως μια τυφλή γυναίκα διαβάζει Μπράιγ. Υπήρχαν λέξεις γραμμένες από μυριάδες διαφορετικά χέρια σε κάθε χιλιοστό του κορμιού του. Ακόμη και μέσα από τα αίματα διέκρινε τον σχολαστικό τρόπο που οι λέξεις είχαν εντυπωθεί πάνω του, μέσα του. Μπορούσε ακόμη και να διαβάσει, στο φως του σούρουπου, μια περιστασιακή φράση. Είχε μπροστά της την αναμφισβήτητη απόδειξη, μόνο που ευχόταν, ω! Θεέ μου, πόσο το ευχόταν, να μην την είχε συναντήσει ποτέ. Και όμως, μετά από αναμονή μιας ολόκληρης ζωής, ιδού: η αποκάλυψη της ζωής πέρα από τη σάρκα, γραμμένη στην ίδια τη σάρκα. Το αγόρι θα επιβίωνε, ήταν σίγουρο. Ήδη το αίμα στέγνωνε και οι μυριάδες πληγές του έκλειναν. Ήταν νέος, υγιής και δυνατός και δεν είχε υποστεί ουσιαστική φθορά. Η ομορφιά του είχε καταστραφεί για πάντα, φυσικά, και από εδώ κι εμπρός θα αποτελούσε ένα αντικείμενο περιέργειας στην καλύτερη περίπτωση και αποστροφής και τρόμου, στην χειρότερη. Αλλά θα τον προστάτευε, κι αυτός θα μάθαινε με τον καιρό να την καταλαβαίνει και να την εμπιστεύεται. Οι καρδιές τους ήταν αμετάκλητα δεμένες. Και μετά από λίγο καιρό, όταν οι πληγές στο κορμί του θα είχαν κλείσει και δεν θα είχαν απομείνει παρά μόνον ουλές, θα τον διάβαζε. Με απεριόριστη αγάπη και υπομονή θα ανίχνευε τις ιστορίες που οι νεκροί είχαν διηγηθεί επάνω του. Η ιστορία πάνω στην κοιλιά του, γραμμένη με λεπτό, πλάγιο γραφικό χαρακτήρα. Η μαρτυρία που καλύπτει το πρόσωπο και το κρανίο του τυπωμένη με εκκεντρικό και κομψό τρόπο. Η ιστορία στην πλάτη του, και στο καλάμι του ποδιού του και στα χέρια του. Θα τις διάβαζε όλες, θα τις ανέφερε όλες, κάθε συλλαβή που άστραφτε και μάτωνε κάτω από τα στοργικά της δάχτυλα, έτσι ώστε ο κόσμος να μάθει τις ιστορίες που λένε οι νεκροί. Αυτός ήταν ένα Βιβλίο από Αίμα, κι εκείνη η μοναδική του μεταφράστρια. Όταν έπεσε το σκοτάδι εγκατέλειψε την περισυλλογή της και τον οδήγησε έξω, στο βάλσαμο της νύχτας. Εδώ λοιπόν είναι γραμμένες οι ιστορίες του Βιβλίου του Αίματος. Διάβασέ τες, εάν θέλεις, και μάθε. Αποτελούν ένα χάρτη της σκοτεινής λεωφόρου που οδηγεί πέρα από τη ζωή σε άγνωστους προορισμούς. Λίγοι θα αναγκαστούν να την ακολουθήσουν. Οι περισσότεροι θα πορευθούν ειρηνικά σε φωτισμένους δρόμους, εγκαταλείποντας τη ζωή με φροντίδες και χάδια. Αλλά για τους λίγους, τους εκλεκτούς λίγους, ο τρόμος θα έρθει σπεύδοντας να τους οδηγήσει στη λεωφόρο των καταδικασμένων Διάβασε, λοιπόν. Διάβασε και μάθε. Στο κάτω-κάτω, είναι καλύτερα να είσαι
προετοιμασμένος για το χειρότερο
|