ο μπαμπούλας

Stephen King
The Boogeyman (1973)
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου

«Ήρθα σε εσάς γιατί θέλω να σας πω την ιστορία μου», είπε ο ξαπλωμένος στον καναπέ του δόκτορα Χάρπερ άντρας. Ονομαζόταν Λέστερ Μπίλινγκς, από το Γουώτερμπερι του Κονέκτικατ. Σύμφωνα με το ιστορικό που του είχε πάρει η αδελφή Βίκερς, ήταν είκοσι οχτώ ετών, υπάλληλος σε επιχείρηση της Νέας Υόρκης, χωρισμένος, πατέρας τριών παιδιών. Όλα τους νεκρά.

«Δε μπορώ να πάω σε ιερέα γιατί δεν είμαι καθολικός. Δε μπορώ να πάω σε δικηγόρο γιατί δεν έχω κάνει τίποτα που να χρειάζεται τις συμβουλές του. Το μόνο που έκανα εγώ ήταν να σκοτώσω τα παιδιά μου. Ένα-ένα. Και τα τρία».

Ο Δρ. Χάρπερ άνοιξε το μαγνητόφωνο.

Ο Μπίλινγκς πλάγιαζε άκαμπτος σα ραβδί, προσπαθώντας να μη χαλαρώσει ούτε μόριο του κορμιού του. Τα πόδια του προεξείχαν από την μιαν άκρη. Η εικόνα ιού ανθρώπου που υφίσταται αναγκαστική ταπείνωση. Τα χέρια του ήταν σταυρωμένα στο στήθος, σαν του νεκρού' το πρόσωπό του προσεχτικά ανέκφραστο. Κοιτούσε την απλή λευκή οροφή σα να ' βλεπε παραστάσεις και σκηνές αόρατες στους άλλους.

«Εννοείτε ότι τα δολοφονήσατε ή -»
«Όχι». Ανυπόμονη κίνηση του χεριού. «Αλλά ήμουν υπεύθυνος. Το 1967 για το Ντένι. Το 1971 για την Σιρλ. Και φέτος για τον Αντι. Θέλω να σου πω πώς έγινε».

Ο Δρ. Χάρπερ δεν απάντησε. Ο Μπίλινγκς του φαινόταν γερασμένος πριν την ώρα του, τσακισμένος. Τα μαλλιά του ήταν αραιά, το δέρμα του ωχρό. Τα μάτια του έκρυβαν όλα τα θλιβερά μυστικά του ουίσκι.

«Δολοφονήθηκαν, κατάλαβες; Μόνο που κανείς δεν το πιστεύει. Αν το πίστευαν, δε θα υπήρχε πρόβλημα».
«Πώς κι έτσι;»
«Γιατί...» Ο Μπίλινγκς σώπασε και ανακάθισε στον καναπέ. Κάρφωσε το βλέμμα του στον απέναντι τοίχο. «Τι είναι αυτό;» γάβγισε. Τα μάτια του έγιναν δύο μαύρες σχισμές.
«Ποιο;»
«Εκείνη η πόρτα».
«Η ντουλάπα όπου κρεμάω το πανωφόρι και αφήνω τις γαλότσες μου», είπε ο Δρ. Χάρπερ.
«Ανοιξέ τη. Θέλω να δω».

Ο Δρ. Χάρπερ σηκώθηκε αμίλητος, διέσχισε το δωμάτιο, άνοιξε τη ντουλάπα. Ένα μπεζ αδιάβροχο κρεμόταν σε μια από τις τέσσερις-πέντε κρεμάστρες. Από κάτω στέκονταν ένα ζευγάρι γυαλιστερές γαλότσες. Στη μία ήταν χωμένοι οι Τάιμς της Νέας Υόρκης. Τίποτ' άλλο.

«Ικανοποιημένος;» ρώτησε ο Δρ. Χάρπερ.
«Εντάξει». Ο Μπίλινγκς ξαναπήρε την αρχική του στάση.
«Λέγατε», είπε ο Δρ. Χάρπερ, επιστρέφοντας στην πολυθρόνα του, «ότι αν μπορούσαν να αποδειχτούν οι δολοφονίες των παιδιών σας, η ταλαιπωρία σας θα τελείωνε. Για ποιο λόγο;»
«Γιατί θα πήγαινα φυλακή», είπε ο Μπίλινγκς χωρίς να διστάσει. «Ισόβια. Και στη φυλακή τα βλέπεις όλα, κατάλαβες; Τα κελιά έχουν κάγκελα, όχι τοίχους». Χαμογέλασε στο κενό.
«Πώς δολοφονήθηκαν τα παιδιά σας;»

Ο Μπίλινγκς στράφηκε και αγριοκοίταξε τον Χάρπερ.

«Θα σου πω, μην ανησυχείς. Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους βλαμμένους σου. Δεν θα σου παραστήσω τον Ναπολέοντα, ούτε θα σου κλαφτώ ότι άρχισα την ηρωίνη γιατί δε μ' αγαπούσε η μητέρα μου. Ξέρω ότι δε θα με πιστέψεις. Δε με νοιάζει. Δεν έχει σημασία. Και μόνο να τα πω φτάνει».
«Σας ακούω». Ο Δρ. Χάρπερ έβγαλε την πίπα του.

«Παντρεύτηκα το 1965 τη Ρίτα. Ήμουν τότε είκοσι ένα κι εκείνη δέκα οχτώ. Την είχα αφήσει έγκυο. Στον Ντένι». Τα χείλη του συσπάστηκαν σ' ένα σκληρό, τρομακτικό χαμόγελο, που έσβησε αμέσως. «Αναγκάστηκα να παρατήσω το πανεπιστήμιο και να βρω δουλειά, αλλά δε με πείραζε. Τους αγαπούσα και τους δύο. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι.

«Η Ρίτα έμεινε ξανά έγκυος λίγο μετά τη γέννηση του Ντένι και η Σιρλ μας ήρθε το Δεκέμβριο του 1966. Ο Αντι έγινε κατά λάθος. Έτσι τουλάχιστον είπε η Ρίτα. Εγώ πιστεύω ότι το είχε προσχεδιάσει. Τα παιδιά δεσμεύουν τον άντρα, κατάλαβες; Κι αυτό αρέσει στις γυναίκες, ιδιαίτερα όταν ο άντρας είναι πιο έξυπνος απ' αυτές. Καλά τα λέω;»

Ο Δρ. Χάρπερ μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.

«Δεν έχει σημασία όμως. Έτσι κι αλλιώς τον αγαπούσα». Μίλησε σχεδόν εκδικητικά, σα να είχε αγαπήσει το παιδί για να φουρκίσει τη γυναίκα του.
«Ποιος σκότωσε τα παιδιά;» ρώτησε ο Χάρπερ.
«Ο μπαμπούλας», απάντησε με σιγουριά ο Λέστερ Μπίλινγκς. «Ο μπαμπούλας τα σκότωσε όλα. Βγήκε από τη ντουλάπα και τα σκότωσε». Ανασάλεψε και χασκογέλασε. «Νομίζεις ότι είμαι τρελός. Το βλέπω στη φάτσα σου. Αλλά δε με νοιάζει. Το μόνο που θέλω είναι να στα πω και μετά να σηκωθώ να φύγω».
«Ακούω», είπε ο Δρ. Χάρπερ.

«Όλα άρχισαν όταν ο Ντένι ήταν σχεδόν δύο χρονών και η Σιρλ ακόμη μωρουδάκι. Έκλαιγε όταν η Ρίτα τον έβαζε να κοιμηθεί. Το σπίτι μας είχε δυο κρεβατοκάμαρες, κατάλαβες; Η Σιρλ κοιμόταν στην κούνια της, μαζί μας. Στην αρχή νόμισα πως έκλαιγε γιατί δεν του δίναμε το μπιμπερό του στο κρεβάτι. Η Ρίτα είπε να μην το κάνω θέμα, να συνεχίσω να του το δίνω, θα το ξεπερνούσε μόνος του. Αλλά έτσι κακομαθαίνουν τα παιδιά, κατάλαβες; Η ανεκτικότητα τα καταστρέφει κι όταν μεγαλώνουν σου ραγίζουν την καρδιά. Γκαστρώνουν καμιά τσούλα ή την πέφτουν στην πρέζα. Ή γίνονται αδελφές. Φαντάζεσαι να ξυπνήσεις ένα πρωί και να δεις το γιο σου πούστη;

«Όταν όμως είδα ότι ο καιρός περνούσε και ο πιτσιρικάς δεν έλεγε να σταματήσει, άρχισα να τον βάζω εγώ για ύπνο. Όταν έκλαιγε, του έδινα μια στον κώλο. Η Ρίτα επέμενε ότι έλεγε «φως». Εγώ πού να ξέρω; Όταν είναι τόσο μικρά, μόνο οι μανάδες τα καταλαβαίνουν.

«Η Ρίτα ήθελε να του βάλει ένα φωτάκι. Ξέρεις, από ' κείνα που προσαρμόζονται κατευθείαν στον τοίχο και μοιάζουν με τον Μίκυ Μάους ή τον Πλούτο, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν την άφησα. Αν το παιδί δεν ξεπεράσει από μικρό το φόβο για το σκοτάδι, δεν τον ξεπερνάει ποτέ.

«Εν πάση περιπτώσει, πέθανε το καλοκαίρι μετά τη γέννηση της Σιρλ. Εκείνο το βράδυ τον είχα βάλει εγώ να κοιμηθεί κι άρχισε να κλαιει με το που το κεφάλι του ακούμπησε το μαξιλάρι. Κατάλαβα τι έλεγε. Έδειχνε τη ντουλάπα και φώναζε, "Ο μπαμπούλας, μπαμπά. Ο μπαμπούλας".

«Έκλεισα το φως, πήγα δίπλα και ρώτησα τη Ρίτα γιατί κάθισε κι έμαθε στο παιδί τέτοια κουβέντα. Σκέφτηκα να της ρίξω κάνα-δυο σφαλιάρες, το χέρι μου με έτρωγε, αλλά αντιστάθηκα στον πειρασμό. Το αρνήθηκε. Την είπα ψεύτρα.

«Βλέπεις, εκείνο το καλοκαίρι όλα μου πήγαιναν στραβά. H μόνη δουλειά που είχα καταφέρει να βρω ήταν χαμάλης σε μια αποθήκη. Ολημερίς φόρτωνα και ξεφόρτωνα κάσες Πέπσι-Κόλα, πονούσαν όλα μου τα κόκαλα, ήμουν συνεχώς κουρασμένος. H Σιρλ ξυπνούσε κι έκλαιγε κάθε βράδυ, η Ρίτα την έπαιρνε αγκαλιά και της κρατούσε το ίσο. Μα το Θεό, σου λεω, ώρες-ώρες μου ερχόταν να τις πετάξω και τις δύο από το παράθυρο. Θεέ μου, καμιά φορά σε τρελαίνουν τα παιδιά. Σου έρχεται να τα σκοτώσεις.

«Τι έλεγα; Α, ναι. Με ξύπνησε λοιπόν στις τρεις το πρωί, ακριβώς στην ώρα της. Σύρθηκα μέχρι το μπάνιο μισοκοιμισμένος και η Ρίτα με παρακάλεσε να ρίξω μια ματιά στον Ντένι. Της είπα να τσακιστεί να πάει αυτή στο γιο της και ξαναγύρισα στο κρεβάτι. Κόντευε να με πάρει ο ύπνος όταν άκουσα τις στριγκλιές της.

«Σηκώθηκα κι έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο. Το παιδί ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα. Κάτασπρο σαν τ' αλεύρι εκτός από κει που είχε... κατακαθίσει το αίμα. Στις γάμπες, στο κεφάλι, στα πισινά. Τα μάτια του ορθάνοιχτα. Κι αυτό ήταν το χειρότερο, κατάλαβες; Ορθάνοιχτα και γυάλινα, σαν τα μάτια του τάρανδου, ας πούμε, που το κεφάλι του έχει κρεμάσει κάποιος πάνω από το τζάκι του για φιγούρα. Σα στις φωτογραφίες με τα κιτρινιάρικα του Βιετνάμ. Αλλά ένα Αμερικανάκι δεν επιτρέπεται να καταντήσει έτσι, είναι άδικο. Νεκρό κι ανάσκελα. Με πάνα και νάιλον βρακί γιατί είχε ξαναρχίσει να τα κάνει πάνω του τις τελευταίες δυο βδομάδες. Χριστέ μου, πώς τ' αγαπούσα εκείνο το παιδί!»

Ο Μπίλινγκς κούνησε αργά το κεφάλι του, κατόπιν τα χείλη του τραβήχτηκαν στο ίδιο σκληρό, τρομαχτικό χαμόγελο. «Η Ρίτα τσίριζε. Πήγε να πάρει τον Ντένι στην αγκαλιά της, αλλά δεν την άφησα. Οι μπάτσοι λεν να μην αγγίζεις τίποτα σ' αυτές τις περιπτώσεις. Το ξέρω από-»

«Ξέρατε τότε για τον μπαμπούλα;» ρώτησε ήρεμα ο Χάρπερ.
«Όχι. Όχι ακόμη. Αλλά πρόσεξα κάτι. Εκείνη την ώρα δεν έδωσα σημασία, όμως το μυαλό μου, το συγκράτησε».
«Τι προσέξατε; »
«Η πόρτα της ντουλάπας ήταν ανοιχτή. Όχι πολύ. Ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Όμως εγώ ήμουν σίγουρος πως την είχα κλείσει. Φύλαγα πλαστικές σακούλες εκεί. Τα παιδιά τις ξετρυπώνουν, τις πασπατεύουν και τσακ! Ασφυξία. Το 'ξερες αυτό;»
«Κάτι έχω ακούσει. Τι έγινε μετά;»

Ο Μπίλινγκς ανασήκωσε τους ώμους. «Τον φυτέψαμε». Κοίταξε βλοσυρά τα χέρια του, τα χέρια που είχαν ρίξει χώμα σε τρία μικροσκοπικά φέρετρα.
«Έγινε νεκροψία;»
«Τρίχες έγινε!» Τα μάτια του Μπίλινγκς φωτίστηκαν από μια σαρδόνια λάμψη. «Τον εξέτασε ένας σκατοκέφαλος χωριάτης με στηθοσκόπιο, τσάντα με μέντες και πτυχίο από πανεπιστήμιο του κώλου. Αιφνίδιος βρεφικός θάνατος, δήλωσε! Έχεις ξανακούσει τέτοια μαλακία; Ο Ντένι είχε κλείσει τα τρία!»
«Ο αιφνίδιος βρεφικός θάνατος, συνήθως συναντάται στους πρώτους δώδεκα μήνες», είπε επιφυλακτικά ο Χάρπερ, «αλλά έχω δει τη διάγνωση σε πιστοποιητικά θανάτου παιδιών μέχρι και πέντε ετών, ίσως λόγω έλλειψης -»
«Αρχίδια!» έφτυσε τη λέξη ο Μπίλινγκς. Ο Χάρπερ άναψε την πίπα του.

«Βάλαμε τη Σιρλ στο παλιό δωμάτιο του Ντένι ένα μήνα μετά την κηδεία. Η Ρίτα με πολέμησε με νύχια και με δόντια, αλλά την τελευταία λέξη την είχα εγώ! Και να σου πω κάτι; Ούτε εγώ ήθελα να βγάλουμε τη μικρή από το δωμάτιο, μ' άρεσε που την είχαμε μαζί μας. Αλλά δεν πρέπει να είσαι υπερπροστατευτικός γιατί το χαλάς το παιδί, κατάλαβες; Όταν ήμουν πιτσιρικάς, η μάνα μου από τη μια με πήγαινε στη θάλασσα και από την άλλη βράχνιαζε στις φωνές. "Μην ξανοίγεσαι. Μην πάς από κει! Έχει ρεύματα! Μη μπαίνεις, μόλις έφαγες! Μέχρι εκεί που πατώνεις, σπιθαμή παραπάνω!" Ως και να προσέχω τους καρχαρίες, αν έχεις Θεό! Και ξέρεις τι έγινε; Ούτε παραλία δε μπορώ να πλησιάσω τώρα. Η Ρίτα μια φορά μ' έπεισε να τους πάω στο Σέιβιν Ροκ, όταν ζούσε ακόμη ο Ντένι. Με το που είδα το νερό, άρχισα να ξερνάω σα σκυλί. Κατάλαβες; Δεν πρέπει να προστατεύεις πολύ τα παιδιά. Ούτε να παραχαϊδεύεις τον εαυτό σου. H ζωή συνεχίζεται. Η Σιρλ λοιπόν πήρε το δωμάτιο του Ντένι. Πάντως το παλιό του στρώμα το πετάξαμε. Δεν ήθελα το κοριτσάκι μου να κολλήσει τίποτα μικρόβια.

«Πέρασε ένας χρόνος. Κι ένα βράδυ, εκεί που την έβαζα να κοιμηθεί, πατάει τις φωνές και τα κλάματα. "Ο μπαμπούλας, μπαμπάκα, ο μπαμπούλας, ο μπαμπούλας"!»
«Να σου πω, τρόμαξα. Έτσι έλεγε και ο Ντένι. Θυμήθηκα την ανοιχτή ντουλάπα, τότε που τον βρήκαμε πεθαμένο. Σκέφτηκα να την πάρω στο δωμάτιο μαζί μας».
«Και την πήρατε;»
«Όχι». Ο Μπίλινγκς κοίταξε τα χέρια του και το πρόσωπό του συσπάστηκε. «Πώς να παραδεχτώ στη Ρίτα ότι έκανα λάθος; Ήμουν αναγκασμένος να το παίζω δυνατός. Ξέρεις τι κότα ήταν η γυναίκα μου; Δειλή, άβουλη του κερατά... δες μόνο πόσο εύκολα κοιμήθηκε μαζί μου πριν παντρευτούμε».
Ο Χάρπερ είπε, «Από την άλλη, δείτε πόσο εύκολα κοιμηθήκατε εσείς μαζί της»
Ο Μπίλινγκς πάγωσε' γύρισε αργά το κεφάλι και κοίταξε καχύποπτα τον Χάρπερ. «Το παίζεις ξύπνιος, δικέ μου;»
«Όχι, σας βεβαιώ», είπε ο Χάρπερ.
«Τότε άσε με να στα πω όπως νομίζω», τον αποπήρε ο Μπίλινγκς. «Ήρθα εδώ για να ξαλαφρώσω. Να πω την ιστορία μου. Αν περιμένεις να σου μιλήσω για τη σεξουαλική μου ζωή, ξέχνα το. Η Ρίτα και γω το κάναμε νορμάλ, χωρίς βρωμιές και ανωμαλίες. Ξέρω ότι πολλοί γουστάρουν να μιλάνε γι' αυτό, αλλά εγώ δεν είμαι τέτοιος τύπος».
«Εντάξει», είπε ο Χάρπερ.
«Εντάξει», επανέλαβε ο Μπίλινγκς με αμήχανη έπαρση. Είχε χάσει τον ειρμό του, το βλέμμα του όλο γυρνούσε ανήσυχο στην πόρτα της ντουλάπας που παρέμενε κλειστή.
«Θέλετε να την ανοίξω;» ρώτησε ο Χάρπερ.
«Όχι», βιάστηκε ν' απαντήσει ο Μπίλινγκς. Γέλασε νευρικά. «Τι θαρρείς, τη βρίσκω με τις γαλότσες σου;»
«Την ξέκανε κι αυτή ο μπαμπούλας», συνέχισε ο Μπίλινγκς. Έτριψε το μέτωπο με τ' ακροδάχτυλά του σα να ζωγράφιζε αναμνήσεις. «Ένα μήνα αργότερα. Αλλά κάτι συνέβη πριν απ' αυτό. Ένα βράδυ άκουσα θόρυβο. Και αμέσως μετά την κραυγή της Σιρλ. Πετάχτηκα κι άνοιξα την πόρτα -το φως του διαδρόμου έκαιγε- και... την είδα όρθια στην κούνια να κλαιει και... κάτι κουνήθηκε. Εκεί στα σκοτεινά, δίπλα στην ντουλάπα. Κάτι σύρθηκε».
«Ήταν ανοιχτή η πόρτα της ντουλάπας;»
«Λιγάκι. Ίσα-ίσα μια χαραμάδα». Ο Μπίλινγκς έγλειψε τα χείλη του. «Η Σιρλ φώναζε για τον μπαμπούλα και κάτι άλλο, κάτι σα «δαγκάνες». Μόνο που τις έλεγε «ζαγάνες», κατάλαβες; Τα πιτσιρίκια δε μπορούν να πουν το «δ». Κατέφτασε τρεχάτη και η Ρίτα να μάθει τι έγινε. Της είπα ότι είχε δει τους ίσκιους των κλαριών στο ταβάνι -φυσούσε, θυμάμαι- και φοβήθηκε».

Τα μάτια του Μπίλινγκς καρφώθηκαν πάλι στη ντουλάπα. «Δαγκάνες, μεγάλες δαγκάνες», ψιθύρισε.
«Κοιτάξατε στη ντουλάπα;»
«Ν-ναι». Τα χέρια του Μπίλινγκς ήταν τόσο σφιχτά πλεγμένα που ένα άσπρο μισοφέγγαρο στόλιζε την κάθε άρθρωση. «Είχε τίποτα μέσα; Είδατε το-»
«Δεν είδα τίποτα!» ούρλιαξε ξαφνικά ο Μπίλινγκς. Και οι λέξεις ξεχύθηκαν, σα να είχε τραβηχτεί μια σκουρόχρωμη, βρώμικη τάπα από τα βάθη της ψυχής του: «Εγώ τη βρήκα πεθαμένη, κατάλαβες; Κι ήταν μαύρη, κατάμαυρη. Είχε καταπιεί τη γλώσσα της κι ήταν μαύρη σαν αράπης και με κοίταζε. Τα μάτια της ήταν μάτια βαλσαμωμένου ζώου, γυαλιστερά και απαίσια, σα χάντρες, κι έλεγαν με πήρε, μπαμπάκα, τον άφησες να με πάρει, με σκότωσες, τον βοήθησες να με σκοτώσει...». Οι λέξεις στέρεψαν. Ένα μοναδικό δάκρυ, μεγάλο και σιωπηλό, κύλησε στο μάγουλό του.

«Ήταν εγκεφαλικός σπασμός, κατάλαβες; Τον παθαίνουν τα παιδιά πότε-πότε. Στέλνει λάθος σήμα το μυαλό. Έγινε νεκροψία στο νοσοκομείο και μας είπαν ότι πνίγηκε με τη γλώσσα της. Κι έπρεπε να γυρίσω σπίτι μόνος γιατί κράτησαν τη Ρίτα εκεί, της έδωσαν καταπραϋντικά, είχε πάθει υστερία, κόντευε να τρελαθεί. Έπρεπε να γυρίσω ολομόναχος στο σπίτι ενώ ήξερα ότι τα παιδιά δεν παθαίνουν σπασμούς επειδή φρακάρει το μυαλό τους. Παθαίνουν γιατί τρομάζουν. Κι εγώ έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι όπου κρυβόταν... αυτό».

Ψιθύρισε, «Κοιμήθηκα στον καναπέ. Με το φως αναμμένο».

«Συνέβη τίποτ' άλλο;»
«Είδα ένα όνειρο», είπε ο Μπίλινγκς. «Βρισκόμουν σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη ντουλάπα υπήρχε κάτι, κάτι που δε μπορούσα να δω. Έκανε θόρυβο... πνιχτό θόρυβο. Μου θύμιζε ένα κλασσικό εικονογραφημένο που είχα διαβάσει μικρός, τις Ιστορίες από την κρύπτη. Το θυμάσαι; Χριστέ μου! Ήταν ένας τύπος, ο Γκράχαμ Ίνγκλς' ζωγράφιζε όλα τα φριχτά του κόσμου τούτου -και μερικά έξω απ' αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, σ' αυτή την ιστορία μια γυναίκα έπνιξε τον άντρα της, κατάλαβες; Τού έβαλε τσιμέντο στα πόδια και τον πέταξε στη θάλασσα. Μόνο που αυτός ξαναγύρισε. Σαπισμένος και μαύρο-πράσινος και με το 'να μάτι φαγωμένο και με φύκια στα μαλλιά. Γύρισε και τη σκότωσε. Κι όταν ξύπνησα, μες στη νύχτα, μου φάνηκε ότι έσκυβε από πάνω μου, και αντί για νύχια είχε δαγκάνες... μεγάλες δαγκάνες...».

Ο Δρ. Χάρπερ κοίταξε το ρολόι του γραφείου του. Ο Λέστερ Μπίλινγκς μιλούσε επί τριάντα λεπτά. « Όταν η γυναίκα σας επέστρεψε σπίτι, τι στάση είχε απέναντί σας;» τον ρώτησε.

«Μ' αγαπούσε ακόμη», είπε ο Μπίλινγκς με καμάρι. «Δεν είχε αντίρρηση να κάνει ό,τι της έλεγα. Σωστή γυναίκα, κατάλαβες; Κι όσες τραβιούνται για τη χειραφέτησή τους είναι άρρωστες. Το πιο σημαντικό πράγμα σε τούτη τη ζωή είναι να ξέρεις τη, την πώς-τη-λένε...»
«Τη θέση σου στην κοινωνία».
«Ακριβώς!» Ο Μπίλινγκς κροτάλισε τα δάχτυλά του. «Ακριβώς. Και η γυναίκα πρέπει ν' ακολουθεί τον άντρα. Δε λεω, ήταν κομμάτι άκεφη τους πρώτους τέσσερις-πέντε μήνες' σερνόταν στο σπίτι σαν ψοφίμι, δεν τραγουδούσε, δεν έβλεπε τηλεόραση, δε γελούσε. Ήξερα ότι θα το ξεπερνούσε. Όταν είναι τόσο μικρά, δε δένεσαι πολύ μαζί τους. Ύστερα από μερικούς μήνες κοιτάς τη φωτογραφία τους για να θυμηθείς πώς ήταν...

«Ήθελε κι άλλο μωρό», πρόσθεσε απειλητικά. «Της είπα πως ήταν κακή ιδέα. Δηλαδή, δεν της το απέκλεισα για πάντα, για ένα διάστημα μονάχα. Της είπα ότι πρώτα έπρεπε να μαζέψουμε τα κομμάτια μας και να τη βρούμε μεταξύ μας. Δεν είχαμε προλάβει μέχρι τότε. Σινεμά θέλαμε να πάμε και μας έβγαινε η ψυχή μέχρι να βρούμε μπέιμπι σίτερ. Δε μπορούσαμε ούτε στο γήπεδο να κατεβούμε αν δε συμφωνούσαν οι δικοί της να μας κρατήσουν τα παιδιά γιατί, βλέπεις, η μάνα μου μας είχε κόψει και την καλημέρα. Ο Ντένι γεννήθηκε πολύ γρήγορα μετά το γάμο, κατάλαβες; Έλεγε λοιπόν η γριά μου ότι η Ρίτα ήταν σκέτο τσουλί, κοκότα της πεντάρας. Έτσι φώναζε απ' ανέκαθεν τις πουτάνες, κοκότες της πεντάρας. Πλάκα δεν έχει; κάθισε μια φορά και μου εξήγησε τι αρρώστιες θα κολλούσα αν πήγαινα με κοκό- με πόρνη. Πώς ο πού- το πέος - τη μια μέρα βγάζει ένα τόσο δα σπυράκι και την άλλη σαπίζει και πέφτει ολόκληρο. Ούτε στο γάμο δεν ήρθε».

Ο Μπίλινγκς έπαιξε τα δάχτυλα στο στήθος του.

«Ο γυναικολόγος της Ρίτας της έδωσε ένα πράγμα που το έλεγαν ενδομητρική συσκευή. Διάφραγμα. Απόλυτα εγγυημένο, είπε ο γιατρός. Το χώνεις στο μου- στο πράμα - της γυναίκας και ησυχάζεις. Έτσι δεν γονιμοποιούνται τα ωράρια και δε σ' ενοχλεί στην... πράξη, ούτε που το παίρνεις χαμπάρι». Χαμογέλασε με σκοτεινή γλυκύτητα στο ταβάνι. «Ούτε που το παίρνεις χαμπάρι. Και μέσα στο χρόνο, νάσου την πάλι γκαστρωμένη. Ωραία εγγύηση ! »
«Καμία μέθοδος αντισύλληψης δεν είναι τέλεια», είπε ο Χάρπερ. «Το χάπι αφήνει ένα περιθώριο 2%. Το διάφραγμα μπορεί να αποβληθεί με ισχυρούς πόνους, ιδιαίτερα έντονη ροή περιόδου και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με την αφόδευση».
«Πώς, ξέρω. Ή μπορεί και να το βγάλεις».
«Είναι κι αυτό μια πιθανότητα».
«Και στη συνέχεια, τα γνωστά. Πλέκει ζιπουνάκια, τραγουδάει στο μπάνιο, τρώει τουρσιά σα μανιακή. Κάθεται στα γόνατά μου και μου λεει ότι ήταν θέλημα Θεού. Μαλακίες».
«Το μωρό γεννήθηκε στο τέλος της χρονιάς μετά το θάνατο της Σιρλ;»
«Ναι. Αγόρι. Το βάφτισε Αντριου Λέστερ Μπίλινγκς. Δεν ήθελα ούτε να το βλέπω, στην αρχή τουλάχιστον. Της το είχα πει καθαρά: μόνη της τα σκάτωσε, μόνη της να τα βγάλει πέρα. Καταλαβαίνω τι θα σκέφτεσαι για μένα, αλλά μην ξεχνάς όσα είχα τραβήξει.
«Σιγά-σιγά όμως άλλαξα γνώμη, κατάλαβες; Πρώτα απ' όλα, ήταν το μόνο από τα κουτάβια που μου έμοιαζε. Ο Ντένι έφερνε στη μάνα του και η Σιρλ σε κανέναν, ίσως λίγο στη γιαγιά μου την Ανν. Αλλά ο Αντι ήταν φτυστός εγώ.
« Όταν γυρνούσα από τη δουλειά, έπαιζα μαζί του. Μου άρπαζε το δάχτυλο και χαμογελούσε και γουργούριζε σαν περιστεράκι. Εννιά μηνών πράμα και γελούσε στον μπαμπά του, το πιστεύεις;

«Κι ύστερα, ένα βράδυ, να 'μαι έξω από το σούπερ μάρκετ μ' ένα αεικίνητο για την κούνια του στο χέρι. Εγώ που με βλέπεις! Τα παιδιά δεν εκτιμούν τα δώρα μέχρι να φτάσουν σε ηλικία να λεν ευχαριστώ, αυτή ήταν η αρχή μου. Αλλά να που τώρα του αγοράζω τούτη τη σαχλαμάρα και ξαφνικά διαπιστώνω πως τον αγαπώ περισσότερο απ' όλα. Είχα μια καλή δουλειά εκείνη την εποχή, πουλούσα τρυπάνια στους Κούετ και Υιός κι έβγαζα κάμποσα. Όταν λοιπόν ο Αντι έγινε ενός χρόνου, τα μαζέψαμε και μετακομίσαμε στο Γουώτερμπερι. Πολλές κακές αναμνήσεις βάραιναν το παλιό σπίτι.

«Χώρια οι πολλές ντουλάπες.

«Η επόμενη χρονιά ήταν η καλύτερή μας. Θα 'δινα και το δεξί μου χέρι για να την ξαναζήσω. Δε λεω, ο πόλεμος στο Βιετνάμ συνεχιζόταν, οι χίπις κυκλοφορούσαν ακόμη μισόγυμνοι, οι αραπάδες γκρίνιαζαν, αλλά τίποτα απ' αυτά δε μας άγγιζε. Μέναμε σ' έναν ήσυχο δρόμο με καλούς γείτονες. Ήμασταν ευτυχισμένοι», συνόψισε απλά. «Ρώτησα μια φορά τη Ρίτα αν ανησυχούσε. Ξέρεις, γι' αυτά που λένε ότι το κακό τριτώνει και τα σχετικά. Όχι για μας, είπε. Ο Αντι ήταν άλλο πράγμα, είπε. Ο Θεός είχε φτιάξει γύρω του ένα προστατευτικό κύκλο, είπε».

Ο Μπίλινγκς κοίταξε λυπημένα το ταβάνι.

«Η περσινή χρονιά όμως δεν ήταν και τόσο ωραία. Κάτι είχε αλλάξει στο σπίτι. Αρχισα να φυλάγω τις μπότες μου στο χωλ γιατί δεν ήθελα πια ν' ανοίγω τη ντουλάπα. Σκεφτόμουν: Κι αν είναι μέσα; Έτοιμο να μου χιμήξει μόλις ανοίξω την πόρτα; Μου φαινόταν ότι άκουγα πνιχτούς θορύβους, σα να σάλευε κάτι μαύρο και πράσινο και υγρό.

«Η Ρίτα με ρωτούσε μήπως είχα πάθει υπερκόπωση, της απαντούσα απότομα, βλαστημούσα όπως παλιά. Αρρώσταινα κάθε πρωί που τους άφηνα μόνους να πάω στη δουλειά, αλλά χαιρόμουν κιόλας που έφευγα από το σπίτι. Αρχισα να σκέφτομαι πως μας είχε χάσει όταν μετακομίσαμε, κατάλαβες; Αναγκάστηκε να μας γυρέψει, να τριγυρίσει στους δρόμους τη νύχτα, να γλιστρήσει ίσως σε υπονόμους. Μας έψαχνε με τη μυρωδιά. Του πήρε ένα χρόνο, αλλά μας βρήκε. Γύρισε. Είχε βάλει στο μάτι τον Αντι και μένα. Έλεγα με το νου μου, αν σκέφτεσαι κάτι για καιρό, αν το πιστεύεις, γίνεται αληθινό. Ίσως όλα τα τέρατα που φοβόμασταν μικροί -ο Φρανκενστάιν, ο Λυκάνθρωπος, η Μούμια- είναι αληθινά. Τόσο αληθινά ώστε να σκοτώνουν τα παιδιά που τάχα έπεσαν σε λάκκους ή σε λίμνες ή απλά χάθηκαν.
Ίσως...»

«Προσπαθείτε να αποφύγετε κάτι, κύριε Μπίλινγκς;»

Ο Μπίλινγκς έμεινε για κάμποσο σιωπηλός -δυο λεπτά τουλάχιστον. Κι έπειτα είπε κοφτά: «Ο Αντι πέθανε το Φεβρουάριο. Η Ρίτα δεν ήταν σπίτι. Η μάνα της είχε χτυπήσει σ' ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις 2 Ιανουαρίου και από την πρώτη στιγμή έτρεξε κοντά της. Ήταν πολύ άσχημα, την περίμεναν να πεθάνει από τη μια ώρα στην άλλη. Δεν πέθανε, αλλά έμεινε σε κώμα δύο μήνες. Είχα βρει μια πολύ καλή γυναίκα για να φυλάει τον Αντι τη μέρα. Τα βράδια τον αναλάμβανα εγώ. Και οι ντουλάπες όλο άνοιγαν».

Ο Μπίλινγκς έγλειψε τα χείλη του. «Ο μικρός κοιμόταν μαζί μου. Περίεργο, ε; Η Ρίτα με ρώτησε μια φορά, όταν ο Αντι ήταν δυο χρονών, αν ήθελα να τον βάλουμε σ' άλλο δωμάτιο. Ο Δρ. Σποκ ή κάποιος άλλος κομπογιαννίτης, λέει ότι δεν κάνει να κοιμούνται τα παιδιά με τους γονείς τους, κατάλαβες; Δήθεν, λέει, τους δημιουργεί τραύματα για το σεξ και τα σχετικά. Αλλά εμείς περιμέναμε πρώτα να κοιμηθεί ο πιτσιρικάς και μετά πηδιόμασταν... Μετά τον Ντένι και τη Σιρλ, φοβόμουν να τον πάω αλλού».

«Τελικά όμως τον πήγατε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Δρ. Χάρπερ.
«Ναι», είπε ο Μπίλινγκς. Χαμογέλασε, ένα άρρωστο, κίτρινο χαμόγελο. «Τον πήγα».
Σιγή. Ο Μπίλινγκς την πάλεψε.
«Έπρεπε να το κάνω!» βρυχήθηκε στο τέλος. «Έπρεπε! Το άντεχα όσο ήταν μαζί μου η Ρίτα, αλλά όταν έφυγε, εκείνο άρχισε να γίνεται πιο τολμηρό. Αρχισε...» Έδειξε τ' ασπράδια των ματιών του και τα δόντια του στον Χάρπερ. «Δε θα το πιστέψεις! Ξέρω τι σκέφτεσαι, ότι είμαι άλλος ένας μουρλός για τη συλλογή σου. Το ξέρω, αλλά δεν ήσουν εσύ εκεί, ψωροφαντασμένε τσαρλατάνε!

«Μια νύχτα, όλες οι πόρτες του σπιτιού άνοιξαν διάπλατα. Ένα πρωί βρήκα ίχνη λάσπης και βρωμιάς στο διάδρομο ανάμεσα στη ντουλάπα με τα παλτά και την κουζίνα. Έβγαινε; Έμπαινε; Δεν ξέρω. Οι δίσκοι μου ήταν γρατσουνισμένοι και λεκιασμένοι με γλίτσα, οι καθρέφτες σπασμένοι... και οι ήχοι... οι ήχοι...»

Έφερε το χέρι στα μαλλιά του. «Ξυπνούσες στις τρεις τα ξημερώματα και κοιτούσες στο σκοτάδι και στην αρχή έλεγες, «Δεν είναι τίποτα, μόνο το ρολόι». Αλλά άμα αφουγκραζόσουν πιο προσεχτικά, άκουγες κάτι να κινείται ύπουλα. Όχι εντελώς αθόρυβα, όμως, γιατί ήθελε να τ' ακούσεις. Ένας γλοιώδης ήχος, σα να έβγαινε από το νεροχύτη της κουζίνας. Ή ένας ξερός θόρυβος, σα δαγκάνες που σέρνονταν στο κάγκελο της σκάλας. Κι έκλεινες τα μάτια σου, ξέροντας πως να τ' ακούς ήταν κακό, αλλά αν το έβλεπες κιόλας...

«Και φοβόσουν ότι ο θόρυβος θα σταματούσε για λίγο και μετά κάτι θα γελούσε από πάνω σου και μια ανάσα σα μπαγιάτικο λάχανο θα χάιδευε το μούτρο σου και χέρια θα έσφιγγαν το λαιμό σου».

Ο Μπίλινγκς ήταν κατάχλομος, έτρεμε ολόκληρος.

«Έτσι έβγαλα τον Αντι από το δωμάτιο. Ήξερα πως αυτόν ήθελε, κατάλαβες; Γιατί ήταν πιο αδύναμος. Και μου τον πήρε. Το ίδιο κιόλας βράδυ τον άκουσα να φωνάζει κι όταν βρήκα το κουράγιο να πάω στο δωμάτιό του, τον είδα όρθιο στο κρεβατάκι του να κλαίει. "Ο μπαμπούλας, μπαμπά, ο μπαμπούλας... Θέλω να πάω στον μπαμπάκα... στον μπαμπάκα"». Η φωνή του Μπίλινγκς είχε γίνει λεπτή, παιδική. Τα μάτια του γέμιζαν όλο το πρόσωπό του' συρρικνώθηκε θαρρείς στον καναπέ.

«Αλλά δε μπορούσα», συνέχισε η ψιλή φωνούλα, «δε μπορούσα. Και μια ώρα αργότερα άκουσα το ουρλιαχτό του. Ένα φριχτό ουρλιαχτό. Και κατάλαβα πόσο τον αγαπούσα γιατί έτρεξα, δεν άναψα καν το φως, έτρεξα, έτρεξα και Θεέ μου, τον κρατούσε' τον ταρακουνούσε, τον ταρακουνούσε όπως ταρακουνούν τα σκυλιά ένα κομμάτι πανί και είδα μια φιγούρα με απαίσιους κυρτούς ώμους και κεφάλι σα σκιάχτρο και μύρισα κάτι σαν ψόφιο ποντίκι σε μπουκάλι κι άκουσα...» Σώπασε κι όταν ξαναμίλησε η φωνή του είχε βρει πάλι τους τόνους του ενήλικα. «Τον άκουσα όταν τσάκισε το λαιμό του Αντι». Η φωνή του Μπίλινγκς ήταν ψυχρή και ανέκφραστη. «Ένας ήχος σαν τον πάγο που σπάει όταν πατινάρεις σε λίμνη το χειμώνα».

«Τι έγινε μετά;»
«Το έβαλα στα πόδια», είπε ο Μπίλινγκς με την ίδια άτονη, επίπεδη φωνή. «Πήγα σ' ένα μαγαζί που διανυκτέρευε. Ή είσαι χέστης ή δεν είσαι. Χώθηκα σ' ένα μαγαζί που διανυκτέρευε και ήπια έξι φλιτζάνια καφέ. Όταν έφεξε, γύρισα σπίτι. Κάλεσα την αστυνομία πριν ανεβώ στο δωμάτιό του. Με κοίταζε σα να με κατηγορούσε. Μια σταγονίτσα αίμα είχε τρέξει από το αυτί του. Μια σταγονίτσα μόνο. Και η πόρτα της ντουλάπας ήταν ανοιχτή. Ίσα-ίσα μια χαραμάδα».

Η φωνή σώπασε. Ο Χάρπερ κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει πενήντα λεπτά. «Κανονίστε το επόμενο ραντεβού με τη νοσοκόμα μου», είπε. «Κι όχι μόνο ένα, θα χρειαστούν αρκετά. Σας βολεύει Τρίτη και Πέμπτη;»
«Ήρθα μόνο για να πω την ιστορία μου», ψιθύρισε ο Μπίλινγκς. «Να τη βγάλω από μέσα μου να ξαλαφρώσω. Είπα ψέματα στην αστυνομία, κατάλαβες; Είπα ότι ο Αντι είχε προσπαθήσει να βγει από την κούνια του και... το έχαψαν. Και βέβαια το έχαψαν. Έτσι άλλωστε έδειχναν τα πράγματα. Τυχαίος θάνατος όπως και οι άλλοι. Αλλά η Ρίτα κατάλαβε. Επιτέλους... η Ρίτα... κατάλαβε...».

Σκέπασε τα μάτια με το δεξί του μπράτσο κι άρχισε να κλαιει.

«Κύριε Μπίλινγκς, έχουμε πολλά να συζητήσουμε», είπε o Δρ. Χάρπερ. «Πιστεύω πως μπορώ να σας απαλλάξω από τις ενοχές που σας βασανίζουν, αλλά κατ' αρχήν πρέπει να θέλετε κι εσείς να τις ξεφορτωθείτε».
«Λες να μη θέλω;» φώναξε ο Μπίλινγκς, παίρνοντας το χέρι από τα μάτια του. Ήταν κατακόκκινα, πρησμένα, πληγωμένα.
«Όχι ακόμη», είπε ήρεμα ο Χάρπερ. «Τρίτες και Πέμπτες λοιπόν;»

Μετά από μια μεγάλη παύση, ο Μπίλινγκς μουρμούρισε, «Πανάθεμά σε, τρελογιατρέ. Εντάξει. Τρίτες και Πέμπτες. Εντάξει».
«Συνεννοηθείτε με την αδελφή, κύριε Μπίλινγκς. Καλή σας μέρα».

Ο Μπίλινγκς γέλασε άκεφα και βγήκε βιαστικός από το ιατρείο, χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Το γραφείο της νοσοκόμας ήταν άδειο. Μια ταμπελίτσα στηριγμένη στο τηλέφωνο ανήγγειλε: «Επιστρέφω αμέσως».

Ο Μπίλινγκς ξαναγύρισε στο ιατρείο. «Γιατρέ, η νοσοκόμα σου δεν -»

Το δωμάτιο ήταν άδειο.

Αλλά η πόρτα της ντουλάπας ήταν ανοιχτή. Ίσα-ίσα μια χαραμάδα.

«Τι ωραία», είπε η φωνή από την ντουλάπα. «Τι ωραία». Λες και μιλούσε στόμα γεμάτο σάπια φύκια.

Ο Μπίλινγκς έμεινε καρφωμένος στη θέση του καθώς η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Ένιωσε κάτι ζεστό να μουσκεύει το παντελόνι του και σκέφτηκε αόριστα ότι μάλλον είχε κατουρηθεί.

«Τι ωραία», είπε ο μπαμπούλας, πλησιάζοντάς τον. Κρατούσε ακόμη τη μάσκα του δόκτορα Χάρπερ σ' ένα σαθρό χέρι που είχε δαγκάνες στη θέση των νυχιών.