![]() |
![]() |
Ray Brandbury
Chrysalis, 1946
Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης
Ο Ρόκγουελ σιχαινόταν το δωμάτιο. Μύριζε απαίσια. Όχι τόσο γιατί ο Μακ Γκουάιρ βρωμοκοπούσε μπύρα, όχι τόσο γιατί η απλυσιά του Χάρτλεϋ σου έκοβε την ανάσα, όσο για αυτή την έντονη βρώμα - μια βρώμα σάπιου εντόμου - που σκόρπιζε γύρω του το παγωμένο σώμα του Σμιθ, έτσι που κείτονταν γυμνό και γεμάτο πράσινες κηλίδες πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Κι ακόμα, υπήρχε διάχυτη μια μυρωδιά από λάδι και γράσο που σκόρπιζε ολόγυρα ένα ακατανόητο μηχάνημα, που γυάλιζε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου.
Ο άνθρωπος Σμιθ ήτανε πια ένα πτώμα. Ο Ρόκγουελ σηκώθηκε εκνευρισμένος από το κάθισμά του, κι έβαλε το στηθοσκόπιο στην τσάντα του: "Πρέπει να γυρίσω στο νοσοκομείο. Βιάζομαι. Καταλαβαίνει Χάρτλεϋ. Ο Σμιθ έχει οχτώ ώρες πεθαμένος. Αν χρειαστείς περισσότερα στοιχεία, προχώρησε στη νεκροψία".
Σταμάτησε να μιλάει καθώς ο Χάρτλεϋ ύψωνε ένα τρεμάμενο, κοκαλιάρικο χέρι, δείχνοντας το πτώμα, αυτό το πτώμα με το εύθραυστο πράσινο κέλυφος που είχε απλωθεί και κάλυπτε τώρα κάθε ίντσα από τη σάρκα του: "Εξέτασέ τον πάλι, Ρόκγουελ. Βγάλε το στηθοσκόπιο. Μια τελευταία φορά. Σε παρακαλώ!"
Ο Ρόκγουελ έκανε να διαμαρτυρηθεί, μα αναστέναξε. Ξανακάθισε κι έβγαλε το στηθοσκόπιο. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει. Ο Χάρτλεϋ ήταν συνάδελφος. Πρέπει να φέρεσαι ευγενικά στους συναδέλφους σου γιατρούς. Να ακουμπάς το στηθοσκόπιο σε μια παγωμένη πράσινη σάρκα, και να υποκρίνεσαι πως ακούς...
Το μικρό αδιόρατα φωτισμένο δωμάτιο έσκασε γύρω του. Έσκασε και διαλύθηκε σε ένα και μόνο πράσινο, παγωμένο σφυγμό. Χτύπησε σα γροθιά τα αφτιά του Ρόκγουελ. Τον χτύπησε. Είδε τα ίδια του τα δάχτυλα να τρέμουν καθώς άγγιζαν το άκαμπτο σώμα.
Ακουσε κάτι σα χτύπο καρδιάς.
Βαθιά μέσα στο πράσινο κορμί, άκουσε την καρδιά να χτυπάει. Μια φορά! Ακούστηκε σαν ηχώ μες σε θαλάσσιους βυθούς.
Ο Σμιθ ήταν νεκρός. Δίχως ανάσα, πετρωμένος. Αλλά στο βάθος αυτής της νέκρας, η καρδιά του ζούσε. Ζούσε, και σάλευε σα μικροσκοπικό αγέννητο βρέφος!
Τα νευρικά, χειρουργικά δάχτυλα του Ρόκγουελ κινήθηκαν με γρηγοράδα. Έσκυψε μπρος το κεφάλι του. Είχε μαύρα μαλλιά με γκρίζες αποχρώσεις, κι ένα κανονικό, ήρεμο κι ευχάριστο κεφάλι. Πλησίαζε τα τριανταπέντε. Ακουγε συνέχεια μες από το στηθοσκόπιο. Κρύος ιδρώτας κυλούσε στα απαλά μάγουλά του. Ο σφυγμός ήτανε κάτι που δεν μπορούσε να πιστέψει.
Κάθε τριανταπέντε δευτερόλεπτα, ένας χτύπος καρδιάς.
Κι η ανάσα του Σμιθ - πως να το πιστέψεις πάλι αυτό; - έβγαινε αδύναμη σαν πνοή ανέμου κάθε τέσσερα δευτερόλεπτα. Κίνηση πνευμόνων, αδιόρατη. Θερμοκρασία;
Εξήντα βαθμοί.
Ο Χάρτλεϋ γέλασε. Δεν ήταν γέλιο χαράς. Ήταν ηχώ πιο πολύ που είχε χαθεί.
"Ζει λοιπόν!" είπε κουρασμένα. "Ζει! Με έκανε κι απελπίστηκα πολλές φορές. Του έκανα ενέσεις με αδρεναλίνη για να τονώσω αυτό το σφυγμό, αλλά δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Δώδεκα βδομάδες είναι σε αυτή την κατάσταση. Κι ούτε μπορούσα πια να την κρατήσω μυστική. Να γιατί σου τηλεφώνησα Ρόκγουελ. Ο Σμιθ πως να στο πω, είναι κάτι αφύσικο!"
Κι αυτό το αφύσικο του πράγματος τον αναστάτωσε τον Ρόκγουελ. Ένιωθε τώρα μια ανεξήγητη ταραχή. Προσπάθησε να ανοίξει τα βλέφαρα του Σμιθ. Δεν μπόρεσε. Γιατί τα βλέφαρά του ήτανε κολλημένα από μια ινώδη μεμβράνη. Η ίδια μεμβράνη ένωνε και τα χείλη του. Η ίδια μεμβράνη έκλεινε και τα ρουθούνια του. Πως μπορούσε λοιπόν να αναπνέει;
"Και όμως αναπνέει", είπε ο Ρόκγουελ μουδιασμένος κι ένιωσε το στηθοσκόπιο να του πέφτει από τα χέρια. Το σήκωσε, κι είδε τα δάχτυλά του: έτρεμαν.
Ο Χάρτλεϋ, πανύψηλος, κοκαλιάρης, έσκυψε νευρικά πάνω από το τραπέζι. "Ο Σμιθ δεν ήθελε να σε φωνάξω. Ωστόσο, εγώ σου τηλεφώνησα. Ο Σμιθ με προειδοποίησε πριν από μια ώρα. Δε ήθελε να έρθεις".
Τα μάτια του Ρόκγουελ άνοιξαν θεόρατα μέσα σε πυρετικούς μαύρους κύκλους. "Πως σε προειδοποίησε; Αφού δεν μπορεί να κουνηθεί!"
Το πρόσωπο του Χάρτλεϋ, αιχμηρό σαν ξυριστική λεπίδα, σαγόνι μυτερό, μικρά αλλήθωρα μάτια, συσπάστηκε νευρικά. "Ο Σμιθ... σκέφτεται. Κι εγώ γνωρίζω τις σκέψεις του. Φοβάται ότι θα τον εκθέσεις στον κόσμο. Με μισεί. Γιατί; Θέλω να τον σκοτώσω! Να γιατί! Και μάλιστα αυτή τη στιγμή".
Ο Χάρτλεϋ έψαχνε στα τυφλά μέσα στο λεκιασμένο σακάκι του να βρει το πιστόλι του, ένα πιστόλι από γαλάζιο ατσάλι. "Μάρφυ. Πάρτο αυτό. Πάρτο, προτού το αδειάσω πάνω στο βρωμερό κορμί του Σμιθ!"
Ο Μάρφυ οπισθοχώρησε, με έντρομο το παχύ, κόκκινο πρόσωπό του. "Δεν αγαπώ τα όπλα. Πάρτο εσύ Ρόκγουελ".
Κι ο Ρόκγουελ, σα να ήταν κοφτερό νυστέρι η φωνή του, είπε: "Πέταξε το περίστροφο Χάρτλεϋ. Παραλογίζεσαι! Κι είναι φυσικό έπειτα από τρεις μήνες που περιποιείσαι έναν άρρωστο. Έχεις ανάγκη από ύπνο".
Έγλειψε τα χείλη του. "Ποια είναι η αρρώστια του Σμιθ;"
Ο Χάρτλεϋ έγειρε προς τα πίσω. Το στόμα του μισάνοιξε, προφέροντας αργά μερικές λέξεις. Ο Ρόκγουελ νόμισε ότι τον έπαιρνε ο ύπνος. "Όχι αρρώστια, όχι", κατάφερε να ψελλίσει: "Δεν ξέρω τι είναι. Μα ένιωσα... πως να στο πω... να ζηλεύω, όπως ζηλεύει το μικρό παιδί όταν γεννιέται το αδερφάκι του. Κάτι λάθος συμβαίνει με τον Σμιθ. Κάτι κακό. Βοήθησέ με. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με!"
"Μα φυσικά", είπε ο Ρόκγουελ χαμογελώντας: "Θα τον πάμε στη δική μου κλινική. Δεν υπάρχει κανείς. Κι είναι νομίζω το πιο κατάλληλο μέρος να τον υποβάλλουμε σε εξονυχιστική εξέταση, γιατί βέβαια... βέβαια... ο Σμιθ είναι το πιο απίστευτο φαινόμενο στην ιστορία της ιατρικής. Τα πτώματα δεν ενεργούν με αυτό τον τρόπο!"
Δεν συνέχισε παρακάτω. Ο Χάρτλεϋ σημάδευε κιόλας με το περίστροφό του το στομάχι του Ρόκγουελ. "Περίμενε! Περίμενε! Δεν... δεν πιστεύω να θάψεις τον Σμιθ. Νόμιζα ότι θα με βοηθούσες. Ο Σμιθ δεν είναι καλά. Τον θέλω σκοτωμένο! Είναι επικίνδυνος! Ξέρω πως είναι!"
Τα βλέφαρα του Ρόκγουελ πετάρισαν. Ήτανε φανερό πια. Ο Χάρτλεϋ υπέφερε από ψυχονεύρωση. Δεν ήξερε τι έλεγε. Ο Ρόκγουελ ορθώθηκε μπροστά του, νιώθοντας μέσα του ήρεμος και ψυχρός. "Αν σκοτώσεις τον Σμιθ, θα σε καταγγείλω για έγκλημα. Έχεις πάθει υπερκόπωση. Διανοητική και ψυχική. Πέταξε το πιστόλι από τα χέρια σου".
Κοίταζαν στα μάτια ο ένας τον άλλο.
Ο Ρόκγουελ προχώρησε ήρεμα προς αυτόν, πήρε το περίστροφο, και χτύπησε απαλά στην πλάτη τον Χάρτλεϋ, απαλά και με κατανόηση. Έπειτα έδωσε το περίστροφο στον Μάρφυ, που το κοίταζε σα να φοβόταν μήπως το δαγκώσει. "Κάλεσε το νοσοκομείο Μάρφυ. Θα πάρω άδεια μια βδομάδα. Ίσως και περισσότερο. Πες τους ότι θα κάνω έρευνες στην κλινική μου".
Το κόκκινο, πλατύ πρόσωπο του Μάρφυ, σκυθρώπιασε: "Τι να το κάνω τούτο το περίστροφο;"
Ο Χάρτλεϋ έκλεισε με πάταγο τα δόντια του, ερμητικά. "Φύλαξέ το. Θα σου χρειαστεί... αργότερα".
Ο Ρόκγουελ ένιωθε τη λαχτάρα να φωνάξει δυνατά στον κόσμο πως ήταν ο μόνος άνθρωπος πάνω στη Γη που είχε στην κατοχή του το πιο αλλόκοτο ανθρώπινο ον στην ιστορία. Ο ήλιος έλαμπε μέσα στο έρημο δωμάτιο της κλινικής όπου ο Σμιθ, δίχως λέξη να λέει, κείτονταν ασάλευτος στο τραπέζι του, με εκείνο το όμορφο πρόσωπο του να έχει παγώσει σε μια πράσινη, απαθή έκφραση.
Ο Ρόκγουελ προχώρησε ήρεμα μες στο δωμάτιο. Έβγαλε το στηθοσκόπιο, και το ακούμπησε πάνω στο πράσινο στήθος. Ακουσε το στηθοσκόπιο να βγάζει ένα παράξενο ήχο, όμοιο με τον ήχο που βγάζει το μέταλλο σαν το χτυπάς σε ένα σκαθάρι.
Ο Μακ Γκουάιρ, όρθιος στο πλάι, κοίταζε αβέβαια το σώμα του Σμιθ. Η ανάσα του βρωμοκοπούσε. Πριν από λίγο είχε πιει αναρίθμητα μπουκάλια μπύρα.
Ο Ρόκγουελ άκουγε με οδυνηρή ένταση. "Ίσως να ταρακουνήθηκε από το νοσοκομειακό..." είπε, κι αμέσως έβγαλε μια κραυγή.
Ευτυχώς, ο Μακ Γκουάιρ, με ένα βήμα, βρέθηκε πλάι του. "Τι συμβαίνει;"
"Ρωτάς;" είπε ο Ρόκγουελ κοιτάζοντας γύρω του απελπισμένος. Έπειτα έσφιξε τη γροθιά του: Πεθαίνει ο Σμιθ!"
"Πως το ξέρεις; O Χάρτλεϋ είπε ότι ο Σμιθ κάνει τον ψόφιο κοριό. Στην έσκασε πάλι..."
"Όχι!" Ο Ρόκγουελ δούλευε παράφορα τώρα πάνω από το σώμα του Σμιθ. Ένεση, κι άλλη ένεση. Κι αυτό το φάρμακο! Και εκείνο το φάρμακο, οτιδήποτε! Όλα τα φάρμακα. Μέσα στο σώμα του Σμιθ. Και να ορκίζεται. Δεν μπορεί! Έπειτα από όλη αυτή την αναστάτωση δε θα τον έχανε τον Σμιθ. Όχι! Όχι τώρα.
Το σώμα του Σμιθ τρανταζόταν ολόκληρο τώρα. Ζάρωνε, τεντωνόταν, στριφογύριζε, έφτανε στην τέλεια παραφροσύνη της κίνησης, κι έβγαζε έναν ήχο σα να έσκαγε ηφαίστειο ξεχύνοντας λάβα καυτή.
Ο Ρόκγουελ πάσχιζε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Το έβλεπε πια. Ο Σμιθ ήτανε σπάνια περίπτωση. Φυσιολογική θεραπεία δε σήμαινε τίποτα για αυτόν. Τότε λοιπόν; Τι;
Ο Ρόκγουελ κοιτούσε. Πάνω στη σκληρή σάρκα του Σμιθ έπεσε μια ηλιαχτίδα. Ζεστή ηλιαχτίδα. Αστραψε για μια στιγμή και έσταζε πάνω του αφού ακροζυγιάστηκε στην άκρη του στηθοσκοπίου. Ο ήλιος. Καθώς κοιτούσε, σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό. Έκρυψαν τον ήλιο. Το δωμάτιο σκοτείνιασε. Το σώμα του Σμιθ ακινητοποιήθηκε μες στη σιγή. Έσβησαν κι οι ηφαιστειακές παλίρροιες.
Μακ Γκουάιρ! Κλείσε τις γρίλιες!"
Ο Μακ Γκουάιρ τις έκλεισε.
Η καρδιά του Σμιθ χτυπούσε αργά, πολύ αργά τώρα, ρυθμίζοντας τους χτύπους της στη σπάνια συχνότητα της αναπνοής.
"Ο ήλιος του κάνει κακό. Εξουδετερώνει κάποια λειτουργία. Δεν ξέρω τι ακριβώς, ούτε πως γίνεται κάτι τέτοιο, πάντως του κάνει κακό..." Ο Ρόκγουελ ησύχασε: "Θεέ μου θα ήταν τρομερό να χάσω τον Σμιθ. Για τίποτα στον κόσμο δε θα το ήθελα. Ο Σμιθ είναι διαφορετικός. Ενεργεί με τα δικά του κριτήρια, είναι ικανός να κάνει πράγματα που οι άνθρωποι δεν τα έκαναν ποτέ. Ξέρεις κάτι Μάρφυ;"
"Τι;"
"Ο Σμιθ δε νιώθει καμιά αγωνία. Ούτε κι είναι έτοιμος να πεθάνει. Δε θα ένιωθε καλύτερα πεθαμένος, κι ας λέει ο Χάρτλεϋ ότι θέλει. Χθες το βράδυ, καθώς τοποθετούσα τον Σμιθ πάνω στο φορείο για να τον μεταφέρω στην κλινική, κατάλαβα ξαφνικά ότι ο Σμιθ με συμπαθεί".
"Δεν είμαστε καλά! Πρώτα ο Χάρτλεϋ. Και τώρα εσύ. Πως το ξέρεις ότι ο Σμιθ σε συμπαθεί. Σου το είπε;"
"Δεν μου το είπε. Αλλά η συνείδησή του λειτουργεί κάτω από αυτή τη σκληρή σάρκα. Έχει επίγνωση ο Σμιθ. Ναι αυτό είναι! Έχει επίγνωση".
"Το πράγμα είναι ξεκάθαρο. Κι απλό. Ο Σμιθ παραλύει σιγά σιγά. Σε λίγο θα πεθάνει. Είναι εβδομάδες τώρα που δεν έφαγε τίποτα. Έτσι είπε ο Χάρτλεϋ. Ο Χάρτλεϋ τον συντηρούσε με ενδοφλέβιους ορούς ως τη στιγμή που σκλήρυνε τόσο πολύ το πετσί του, ώστε η βελόνα δεν μπορούσε πια να τον τρυπήσει".
Τρίζοντας, άνοιξε σιγά η πόρτα του θαλάμου. Σήκωσε τα μάτια του ο Ρόκγουελ, κι είδε τον Χάρτλεϋ, με ξεκούραστο το τραχύ του πρόσωπο έπειτα από τόσες ώρες ύπνο, με τα ίδια εκείνα γκριζόμαυρα μάτια του, εχθρικό, να στέκεται πανύψηλος στην πόρτα.
"Αν φύγετε από το θάλαμο", είπε σιγά, "θα καταστρέψω τον Σμιθ μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Λοιπόν; Τι έχετε να πείτε;"
"Μην κάνεις βήμα!" είπε ο Ρόκγουελ, και προχώρησε προς τον Χάρτλεϋ. Έβραζε μέσα του: "Κάθε φορά που θα έρχεσαι εδώ μέσα πρέπει να σε υποβάλω σε έρευνα. Ειλικρινά, δε σου έχω εμπιστοσύνη".
Τον έψαξε. Δε βρήκε όπλο. "Γιατί δεν μου είπες τίποτα για τον ήλιο;"
"Ε;" Αργά και απαλά του ξέφυγε η λέξη: "Α... βέβαια! Το ξέχασα. Προσπάθησα να μετακινήσω τον Σμιθ πριν από πολλές βδομάδες. Ο ήλιος τον χτύπαγε, κι είχε αρχίσει να πεθαίνει πραγματικά. Και φυσικά, σταμάτησα την προσπάθεια. Την προσπάθεια να τον μετακινήσω. Ο Σμιθ έδινε την εντύπωση πως ήξερε τι θα συνέβαινε. Αόριστα. Ίσως και να το είχε σχεδιασμένο. Δεν είμαι σίγουρος. Όσο μιλούσε ακόμα κι έτρωγε σα λιμασμένος, πριν να πετρώσει τελείως το κορμί του, μου σύστησε να μην τον μετακινήσω επί δώδεκα βδομάδες. Είπε πως δεν του άρεσε ο ήλιος. Είπε πως ο ήλιος θα κατέστρεφε τη ζωή. Εγώ νόμιζα ότι αστειευόταν. Δεν αστειευόταν! Έτρωγε σα ζώο, σαν ένα πεινασμένο, άγριο ζώο που είχε πέσει σε κώμα. Και τώρα εδώ..."
Ο Χάρτλεϋ σα να τον καταράστηκε μες από τα δόντια του: "Μακάρι να τον αφήνατε στον ήλιο ώσπου να ψοφήσει".
Ο Μακ Γκουάιρ κινήθηκε με τα διακόσια πενήντα του κιλά. "Άκουσε εδώ. Αν προφτάσουμε την αρρώστια του Σμιθ;"
O Χάρτλεϋ κοίταξε το σώμα κι οι κόρες των ματιών του μίκρυναν: "Ο Σμιθ δεν είναι άρρωστος. Μη μου πείτε πως δεν αναγνωρίζετε τη σήψη όταν την αντικρίσετε! Είναι σαν τον καρκίνο. Τον καρκίνο δεν τον προλαβαίνεις, κληρονομείς μια τάση. Δεν άρχισα να φοβάμαι και να μισώ τον Σμιθ παρά πριν από μια βδομάδα, όταν ανακάλυψα πως αναπνέει, και υπάρχει, και συντηρείται θαυμάσια με σφραγισμένα τα ρουθούνια και το στόμα. Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δεν πρέπει να συμβαίνει!"
"Τι θα συμβεί", άρχισε να λέει ο Μακ Γκουάιρ με τρεμάμενη φωνή, "τι θα συμβεί αν εσύ, κι εγώ, κι ο Ρόκγουελ, γίνουμε πράσινοι ξαφνικά, και μια πανούκλα σαρώσει τη χώρα; μου λες;"
"Τότε", απάντησε ο Ρόκγουελ, "αν δεν κάνω λάθος, ίσως και να κάνω δηλαδή, θα πεθάνω. Αλλά αυτό δε με φοβίζει καθόλου".
Έστριψε τη πλάτη του στον Σμιθ, και συνέχισε τη δουλειά του.
Μια καμπάνα. Μια καμπάνα. Δυο καμπάνες. Δυο καμπάνες. Δέκα, είκοσι καμπάνες, εκατό! Χίλιες! Χιλιάδες χιλιάδων ηχηρές, θεόρατες, μεταλλικές καμπάνες. Γεννημένες στη στιγμή μες από τη σιωπή, εκκωφαντικές, σκορπίζοντας στο χάος το ουρλιαχτό τους. Χτυπώντας, τραγουδώντας με δυνατές και χαμηλές φωνές, τενόροι, μπάσοι και υψίφωνοι. Τεράστια γλωσσίδια που χτυπάνε το μέταλλο, κι αναρριπίζουν τον αέρα με το τρεμουλιαστό κύμα του ήχου!
Με όλες μαζί εκείνες τις καμπάνες να χτυπούν, ο Σμιθ δεν μπόρεσε αμέσως να καταλάβει που βρισκόταν. Ήξερε πως δεν μπορούσε να δει - ήτανε σφραγισμένα τα βλέφαρα του -, ήξερε πως δεν μπορούσε να μιλήσει - ήτανε σφραγισμένα τα χείλη του. Τα αυτιά του είχανε κλείσει ερμητικά, μα οι καμπάνες σφυροκοπούσαν την ακοή του.
Δεν μπορούσε να δει. Μα, ναι, βέβαια, μπορούσε! Κι ήταν σα να βρισκότανε στο βάθος μιας μικροσκοπικής μαυροκόκκινης σπηλιάς, σάμπως τα μάτια του να στράφηκαν προς τα μέσα πάνω στο κρανίο του. Κι ο Σμιθ αγωνιζόταν να κουνήσει τη γλώσσα του, και ξαφνικά, πασχίζοντας να ξεφωνίσει, κατάλαβε ότι δεν είχε γλώσσα, κι ότι στη θέση της υπήρχε ένα κενό, ένα κενό που γύρευε μια γλώσσα, μα δεν μπορούσε να την αποκτήσει αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή.
Δεν είχε γλώσσα λοιπόν. Παράξενο. Μα πως; Ο Σμιθ προσπάθησε να σταματήσει τις καμπάνες. Κι οι καμπάνες σταμάτησαν, ευλογώντας τον με μια σιγή που τον τύλιξε σε μια κρύα κουβέρτα. Παράξενα πράγματα συντελούνταν. Παράξενα.
Ο Σμιθ προσπάθησε να κουνήσει κάποιο δάχτυλο, μα είχε χάσει τον έλεγχο. Ένα πόδι, ένα χέρι, το κεφάλι του, οτιδήποτε. Τίποτε δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κορμί, μέλη, ασάλευτα, παγωμένα μέσα σε ένα στενόμακρο χώρο που είχε τις διαστάσεις φέρετρου.
Έπειτα από λίγο, ήρθε η ανήκουστη ανακάλυψη πως δεν ανέπνεε πια.
"ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΝΕΥΜΟΝΕΣ!" κραύγασε. Μέσα του κραύγασε, κι αυτή η εγκεφαλική κραυγή ρουφήχτηκε βαθιά, αναδιπλώθηκε, σβόλιασε και ταξίδεψε ράθυμα για να χαθεί σε ένα μαυροκόκκινο αφρό. Σε ένα κόκκινο, κοιμισμένο αφρό που αργά και υπνωτισμένα τύλιξε την κραυγή, τη στραγγάλισε και την εξαφάνισε, ανακουφίζοντας τον Σμιθ.
Δε φοβάμαι, σκέφτηκε. Καταλαβαίνω αυτό που δεν καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω πως δε φοβάμαι, κι ωστόσο δεν ξέρω γιατί. Δίχως γλώσσα, δίχως μύτη, δίχως πνεύμονες.
Όμως αυτά θα έρχονταν αργότερα. Ναι οπωσδήποτε θα έρχονταν, γιατί τώρα συνέβαιναν μέσα του παράξενα πράγματα...
Μες από τους πόρους του κορμιού του, δηλαδή μέσα από το κέλυφος που κάλυπτε το κορμί του, γλίστρησε σα βροχή ποτιστική που φτάνει ως τα απόμακρα κύτταρά του δίνοντάς του ζωή. Ανασαίνοντας μες από δισεκατομμύρια βράγχια, εισπνέοντας οξυγόνο, άζωτο και υδρογόνο και διοξείδιο του άνθρακος. Κατάπληκτος. Η καρδιά του... η καρδιά του άραγε χτυπούσε ακόμα;
Μα βέβαια χτυπούσε! Αργά, αργά, πολύ αργά. Κι ένας κοκκινωπός, αμυδρός ψιθυρισμός, σαν κύμα, ένα ποτάμι που τον τυλίγει από παντού, αργά, κι ακόμα πιο αργά, πιο αργά. Τι ωραία!
Τι άνετα!
Οι κύβοι του θαυμάσιου παιχνιδιού συναρμολογήθηκαν σιγά σιγά και σταθερά, όσο κυλούσαν οι μέρες και γίνονταν βδομάδες. Ο Μακ Γκουάιρ βοηθούσε. Ο Μακ Γκουάιρ ήταν χειρούργος που είχε αποσυρθεί, κι είχε χρηματίσει γραμματέας του Ρόκγουελ για πολλά χρόνια. Δε πρόσφερε βέβαια και τίποτα σπουδαίο, μα ήταν καλός για συντροφιά.
Ο Ρόκγουέλ παρατήρησε ότι ο Μακ Γκουάιρ έκανε χοντρά αστεία σε βάρος του Σμιθ. Και με έναν αφύσικο εκνευρισμό. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Μια μέρα, όμως, ο Μακ Γκουάιρ σταμάτησε το καλοσκέφτηκε, και μίλησε σέρνοντας τη φωνή του, "Χε! Τώρα μου ήρθε! Ο Σμιθ είναι ζωντανός. Έπρεπε να είναι πεθαμένος. Μα είναι ζωντανός. Ο Θεός να βάλει το χέρι του!"
Ο Ρόκγουελ χαμογέλασε: "Μα τι νομίζεις; Ότι χαζεύω; Την άλλη βδομάδα, θα φέρω ένα ακτινοσκοπικό μηχάνημα, και θα ανακαλύψω τι κρύβεται κάτω από το κέλυφος του Σμιθ". Ο Ρόκγουελ πήγε να τρυπήσει το κέλυφος με μια βελόνα. Κι η βελόνα έσπασε πάνω στο σκληρό όστρακο.
Ο Ρόκγουελ προσπάθησε με άλλη βελόνα, κι άλλη, ώσπου στο τέλος τα κατάφερε. Τρύπησε το κέλυφος, πήρε αίμα, και το έβαλε στο μικροσκόπιο. Έπειτα από ώρες, έσπρωξε ήρεμα ένα όροτεστ κάτω από τη μύτη του Μακ Γκουάιρ, και μίλησε γρήγορα.
"Θεέ μου, δεν μπορώ να το πιστέψω. Το αίμα του είναι μικροβιοκτόνο. Έχυσα μέσα του μια ποσότητα στρεπτόκοκκων, κι ο στρεπτόκοκκος εξοντώθηκε μέσα σε οχτώ δευτερόλεπτα! Όποια αρρώστια κι αν ρίξεις μες στο αίμα του, ο Σμιθ τις εξοντώνει όλες!"
Από εκεί κι έπειτα, ως τη στιγμή κι άλλων ανακαλύψεων, ήτανε ζήτημα ωρών. Ο Ρόκγουελ έμενε ξάγρυπνος στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι του, κι έμενε έκθαμβος καθώς ταξινομούσε μια μια, θεωρητικά, τις απίστευτες εκείνες ιδέες. Λόγου χάρη...
Μέχρι πρόσφατα ο Χάρτλεϋ τάιζε καθημερινά τον Σμιθ με ενδοφλέβιες τροφές. Ούτε μια από αυτές τις τροφές δεν είχε καταναλωθεί! Αντίθετα, όλες είχαν αποθηκευτεί, όχι βέβαια σε τίποτα λιπαρά στρώματα, αλλά με μια ολωσδιόλου ασυνήθιστη λύση: σε ένα ακτινικό υγρό υψηλής συμπύκνωσης μέσα στο αίμα του Σμιθ. Μια ουγκιά από το υγρό αυτό μπορούσε να θρέψει επί τρεις μήνες έναν άνθρωπο. Κυκλοφορούσε μέσα σε ολόκληρο το σώμα ώσπου να χρειαστεί σε μια κατάλληλη στιγμή, και να χρησιμοποιηθεί. Πιο εξυπηρετικό κι από το λίπος. Πολύ πιο εξυπηρετικό! Ο Ρόκγουελ φλεγόταν από αυτή την ανακάλυψη. Μέσα στ αίμα του Σμιθ ήταν αποθηκευμένο τόσο ακτινικό υγρό, όσο έφτανε για να κρατήσει μήνες.
Ο Μακ Γκουάιρ όταν του το είπε, κοίταξε με θλίψη τη θεόρατη κοιλιά του.
"Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να αποθηκέψω με αυτό τον τρόπο την τροφή μου".
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Σμίθ χρειαζόταν ελάχιστο αέρα. Φαίνεται πως τον εξασφάλιζε με κάποια οσμωτική διαδικασία μέσω του δέρματος. Και χρησιμοποιούσε ακόμα και το τελευταίο μόριο από αυτό τον αέρα. Όχι σπατάλες.
"Και βέβαια", τελείωσε τις εξηγήσεις ο Ρόκγουελ, "η καρδιά του... ναι, σου φαίνεται απίθανο, η καρδιά του καθώς δείχνει, μπορεί να ξεκουράζεται όποτε θέλει..."
"Δηλαδή;"
"Να σταματάει. Τελείως να σταματάει!"
"Μα τότε θα πέθαινε!" είπε ο Μακ Γκουάιρ.
"Για σένα και για μένα, ναι! Για τον Σμιθ, ίσως! Δεν είναι βέβαιο. Ίσως... Σκέψου το Μακ Γκουάιρ. Συνοψίζω: στον Σμιθ, υπάρχει ένα σύστημα αυτό - καθαρισμού του αίματος που δεν απαιτεί εξωτερική ανανέωση, αλλά διαθέτει μια εσωτερική αυτάρκεια που μπορεί να το συντηρήσει επί μήνες, με ελάχιστες πιθανότητες διαταραχής. Δε γίνεται η οποιαδήποτε αποβολή άχρηστης ύλης, επειδή ακριβώς το κάθε μόριο χρησιμοποιείται πλήρως, αυτοεξελίσσεται κι είναι έτοιμο να εξοντώσει οποιοδήποτε ζωικό μικρόβιο. Κι ύστερα ο Χάρτλεϋ, μας μιλάει για αποσύνθεση!"
Ο Χάρτλεϋ ταράχθηκε όταν άκουσε τον Ρόκγουελ να του μιλάει για τις ανακαλύψεις του. Μα δε σταμάτησε να επιμένει ότι ο Σμιθ είχε μπει στο στάδιο της αποσύνθεσης, ότι ήταν επικίνδυνος.
"Πως μπορούμε να ξέρουμε", είπε ο Μακ Γκουάιρ, "ότι δεν πρόκειται για κάποια σούπερ-μικροσκοπική ασθένεια που εξουδετερώνει όλα τα άλλα βακτηρίδια τη στιγμή που κατατρώει το θύμα του; Αλλωστε, κι ο ελώδης πυρετός χρησιμοποιείται συχνά από την ιατρική για την καταπολέμηση της σύφιλης. Γιατί τάχα να μην πρόκειται για ένα νέο βάκιλο που κατανικά όλους τους άλλους;"
"Αξιόλογη παρατήρηση", είπε ο Ρόκγουελ. "Δεν είμαστε άρρωστοι όμως. Ή κάνω λάθος;"
"Μπορεί ο βάκιλος να επωάζεται στα σώματά μας".
"Τυπική ιατρική απάντηση, ξεπερασμένης σχολής. Καμιά σημασία δεν έχει το τι συμβαίνει σε έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται "ασθενής" όταν διαφοροποιείται από την πεπατημένη αντίληψη περί υγείας. Αυτό είναι δική σου ιδέα Χάρτλεϋ", είπε ο Ρόκγουελ, "όχι δική μου. Οι γιατροί δεν ικανοποιούνται παρά μόνο όταν φτάνουν στη διάγνωση και ταξινομούν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Εγώ πιστεύω πάντως ότι ο Σμιθ είναι υγιής πέρα για πέρα. Τόσο υγιής μάλιστα, ώστε σε κάνει να τον φοβάσαι..."
"Είσαι τρελός", είπε ο Μακ Γκουάιρ.
"Μπορεί. Δε νομίζω όμως ότι ο Σμιθ χρειάζεται ιατρική επέμβαση. Ο Σμιθ απεγράζεται τη δική του σωτηρία. Εσύ πιστεύεις ότι ο Σμιθ έχει μπει στο στάδιο της αποσύνθεσης. Εγώ λέω ότι ο Σμιθ αναπτύσσεται".
"Κοίτα το δέρμα του Σμιθ", γκρίνιαξε ο Μακ Γκουάιρ.
"Πρόβατο κάτω από δέρμα λύκου. Εξωτερικώς, η σκληρή, εύθραυστη επιδερμίδα. Εσωτερικώς, μια ρυθμισμένη στην εντέλεια αναδιοργάνωση, μια αλλαγή. Γιατί; Θαρρώ πως βρίσκομαι στα πρόθυρα της ανακάλυψης. Αυτές οι αλλαγές μέσα στο σώμα του Σμιθ είναι τόσο βίαιες, ώστε χρειάζονται ένα κέλυφος για να προστατεύει τη δραστικότητά τους. Κι όσο για σένα Χάρτλεϋ, θα ήθελα να μου απαντήσεις τίμια: όταν ήσουν νέος, φοβόσουν ή όχι τα έντομα, τις αράχνες, κι ότι άλλο ενοχλητικό;"
"Ναι".
"Συνεννοηθήκαμε λοιπόν. Εδώ πρόκειται για φοβία. Μια φοβία που την προτάσσεις στην παρουσία του Σμιθ. Κι αυτό εξηγεί την απέχθειά σου για την αλλαγή του".
Τις επόμενες βδομάδες, ο Ροκγουελ άρχισε να ανασκαλεύει με πολλή προσοχή την προηγούμενη ζωή του Σμιθ. Επισκέφτηκε το ηλεκτρονικό εργαστήρι όπου είχε προσληφθεί ο Σμιθ, και στη συνέχεια αρρώστησε. Μπήκε μέσα στο θάλαμο όπου πέρασε τις πρώτες βδομάδες της "αρρώστιας" του, με τον Χάρτλεϋ στο πλευρό του. Εξέτασε προσεκτικά τα μηχανήματα που βρίσκονταν εκεί, σε κάποια γωνιά του θαλάμου. Και κείνο το μηχάνημα, κάτι του έλεγε... για κάτι ακτινοβολίες...
Ο Ρόκγουελ φεύγοντας από την κλινική του, κλείδωσε τον Σμιθ, κι έβαλε τον Μακ Γκουάιρ να φυλάει την πόρτα σε περίπτωση που ο Χάρτλεϋ θα έκανε καμιά ανοησία.
Ο Σμιθ ήταν εικοσιτριών ετών. Οι λεπτομέρειες της ζωής του ήταν απλές. Είχε εργαστεί πειραματικά, επί πέντε χρόνια, σε ηλεκτρονικά εργαστήρια. Ποτέ στη ζωή του δεν αρρώστησε από σοβαρή ασθένεια.
Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο Ρόκγουελ παραδινόταν σε ατελείωτους περιπάτους. Περπατούσε μονάχος πάνω στην ξερή λάσπη που έζωνε την κλινική. Αυτό του έδινε καιρό να σκεφτεί και να τοποθετήσει σε βάσεις λογικές την απίστευτη θεωρία που έπαιρνε σιγά σιγά μες στο μυαλό του μια ενιαία μορφή.
Κι ένα απομεσήμερο σταμάτησε πλάι σε κάποιο γιασεμί που άνθιζε τη νύχτα έξω από την κλινική, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, χαμογελώντας, και ξεκόλλησε από ένα ψηλό κλαδί κάτι μαύρο και αστραφτερό. Το κοίταξε για λίγο και το έβαλε στη τσέπη του. Έπειτα μπήκε στο κτίριο της κλινικής.
Φώναξε τον Μακ Γκουάιρ που βρισκόταν στη βεράντα. Πίσω από τον Μακ Γκουάιρ σερνόταν ο Χάρτλεϋ απειλώντας θεούς και δαίμονες, γκρινιάζοντας. Κάθισαν κι οι τρεις τους σε μια αίθουσα αναμονής.
Κι ο Ρόκγουελ τους είπε.
"Ο Σμιθ δεν πάσχει από τίποτα. Δεν είναι άρρωστος. Τα μικρόβια δεν μπορούν να ζήσουν στο κορμί του. Δεν κατοικείται από νεράϊδες, ούτε από υπερφυσικά τέρατα που τον γέμισαν "ολόκληρο". Αυτό το λέω για να δείξω ότι δεν άφησα τίποτα που να μην το ερευνήσω. Απορρίπτω κάθε φυσιολογική διάγνωση για τον Σμιθ. Προτείνω την πιο σημαντική, την πιο εύκολα αποδεκτή πιθανότητα της... εμπρόθεσμης κληρονομικής μεταλλαγής".
"Μεταλλαγής;" έκανε ο Μακ Γκουάιρ με αλλόκοτη φωνή.
Ο Ρόκγουελ έβγαλε από την τσέπη του το λαμπερό αντικείμενο. Το σήκωσε στο φως.
"Βρήκα αυτό το πραγματάκι κολλημένο σε ένα θάμνο στον κήπο. Αυτό ακριβώς θα ερμηνεύσει τέλεια τη θεωρία μου. Αφού μελέτησα τα συμπτώματα του Σμιθ, εξετάζοντάς το εργαστήριό του κι ένα σωρό από τούτα τα μικρά πραγματάκια" - έκανε παίζοντας στα δάχτυλά του το μαύρο - αντικείμενο -, "βεβαιώθηκα. Πρόκειται για μεταμόρφωση. Για διαφοροποίηση των κυττάρων, για αλλαγή και μεταλλαγή έπειτα από τη γέννηση. Να η απόδειξη. Πιάστο. Αυτό είναι ο Σμιθ".
Κι άπλωσε το αντικείμενο στον Χάρτλεϋ. Ο Χάρτλεϋ το πήρε από τα χέρια του διστακτικά.
"Αυτό είναι χρυσαλίδα από κάμπια", είπε.
Ο Ρόκγουελ συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού. "Ακριβώς", είπε.
"Δεν πιστεύω να εννοείς ότι ο Σμιθ είναι... χρυσαλίδα;"
"Μα δεν το εννοώ απλώς. Το διακηρύττω!" απάντησε ο Ρόκγουελ.
Ο Ρόκγουελ στεκόταν όρθιος πάνω από το σώμα του Σμιθ μες στο σκοτάδι. Ο Χάρτλεϋ κι ο Μακ Γκουάιρ κάθονταν ήρεμα μέσα στο θάλαμο του ασθενή, κι άκουγαν. Ο Ρόκγουελ άγγιξε απαλά τον Σμιθ. "Ας υποθέσουμε πως, απ' την άποψη της ζωής, υπάρχει κάτι περισσότερο από το να γεννηθείς, να ζήσεις εβδομήντα χρόνια και να πεθάνεις. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ακόμα μεγαλύτερο βήμα σε αυτό που λέμε ζωική ύπαρξη, κι ότι ο Σμιθ είναι ο πρώτος από μας που το πραγματοποιεί.
"Κοιτάζοντας μια κάμπια, διαπιστώνουμε ότι τη θεωρούμε ένα αντικείμενο στατικό. Όμως η κάμπια μεταλλάζει και μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Γιατί; Δεν υπάρχουν τελεσίδικες θεωρίες για να το εξηγήσουν. Η μεταμόρφωση αυτή αποτελεί βασικά μια πρόοδο, μια εξελικτική πορεία. Το ζήτημα είναι πως ένα υποθετικά αμετάβλητο αντικείμενο μεταβάλλεται σε ένα ενδιάμεσο αντικείμενο, εντελώς αγνώριστο, μεταβάλλεται σε χρυσαλίδα από όπου ξεπηδάει η πεταλούδα. Εξωτερικά, η χρυσαλίδα δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι κάτι νεκρό. Αυτό είναι παραπλανητικό. Ο Σμιθ, όπως βλέπετε, μας παραπλάνησε. Εξωτερικά είναι νεκρός. Εσωτερικά όμως, περιδινήσεις υγρών ανασκευή των κυττάρων, χημικές αναστατώσεις, μια κρυφή προετοιμασία για έναν άγριο σκοπό. Από σκουλήκι σε κουνούπι, από κάμπια σε πεταλούδα από Σμιθ σε...;"
"Ο Σμιθ είναι χρυσαλίδα;" είπε ο Μακ Γκουάιρ γελώντας βαριά.
"Ναι".
"Οι άνθρωποι δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο".
"Κόφτο Μακ Γκουάιρ. Αυτό το εξελικτικό στάδιο είναι πολύ μεγάλο για να το συλλάβεις. Κοίταξε αυτό το σώμα και πες μου οτιδήποτε άλλο θέλεις. Δέρμα, μάτια, αναπνοή, κυκλοφορία του αίματος. Βδομάδες τώρα αφομοίωνε την τροφή του γι' αυτή τη χειμερία νάρκη. Γιατί άραγε έτρωγε τόσο μεγάλες ποσότητες, τι την χρειαζόταν αυτή την ακτινική ουσία στο αίμα του, αν όχι για τη μεταμόρφωσή του; Κι η αιτία για όλα αυτά... οι ακτινοβολίες. Έντονες ακτινοβολίες από τα χημικά όργανα στο εργαστήριο του Σμιθ. Προσχεδιασμένο, ή συμπτωματικό, δεν ξέρω. Αγγιξα μια πλευρά από τη βασική γενεσιουργό δομή του, κάποια πλευρά από την εξελικτική διαδικασία του ανθρώπου που δεν προοριζόταν να λειτουργήσει ίσως για χιλιάδες χρόνια ακόμα".
"Πιστεύεις πως κάποια μέρα όλοι οι άνθρωποι..."
"Η μύγα δεν μένει για πολύ στα λιμνάζοντα νερά, ούτε το σκουλήκι στο χώμα, ή η κάμπια πάνω στο λαχανόφυλλο. Όλα αυτά μεταμορφώνονται, γεμίζοντας κύματα κύματα το χώρο.
" Ο Σμιθ αποτελεί απάντηση στο πρόβλημα "Τι θα συμβεί μετά στον άνθρωπο; Που πάμε από εδώ και πέρα;" Είμαστε αντιμέτωποι με τη μοίρα να ζούμε μέσα σε αυτό το σύμπαν. Ο άνθρωπος, όπως είναι σήμερα, δεν είναι έτοιμος να ορθωθεί ενάντια στο σύμπαν. Η ελάχιστη προσπάθεια καταπονεί τον άνθρωπο, η υπερκόπωση σκοτώνει την καρδιά του, η αρρώστια το σώμα του. Ο Σμιθ ίσως να είναι έτοιμος να δώσει απάντηση στο πρόβλημα των φιλοσόφων για το ποιος είναι ο σκοπός της ζωής. Ίσως να μπορέσει να δώσει στη ζωή ένα καινούριο σκοπό.
" Κι ο λόγος είναι γιατί όλοι μας δεν είμαστε τίποτα άλλο από ασήμαντα έντομα, που αγωνιζόμαστε πάνω σε ένα πλανήτη που μοιάζει με το κεφάλι της καρφίτσας. Ο σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να παραμείνει εδώ, και να αρρωσταίνει, και να γίνεται ασήμαντος κι αδύναμος. Ωστόσο δεν ανακάλυψε ακόμα το μυστικό της πληρέστερης γνώσης.
" Κι όμως, άλλαξε τον άνθρωπο. Φτιάξε το δικό σου τέλειο άνθρωπο. Τον... τον υπεράνθρωπό σου αν θες. Εξαφάνισε τη χυδαία νοοτροπία, χάρισέ του πλήρη έλεγχο του εαυτού σου: βιολογικό, νευρολογικό, ψυχολογικό. Προίκισε τον με ξεκάθαρη, διορατική σκέψη, χάρισέ του μια ακαταπόνητη αρτηριακή λειτουργία, ένα κορμί που μπορεί να ζει μήνες πολλούς χωρίς τροφή από έξω, που να μπορεί να προσαρμόζεται σε οποιοδήποτε κλίμα και να σκοτώνει κάθε αρρώστια. Απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά της σάρκας κι από τη μιζέρια της σάρκας και δεν θα είναι πια ένα κακόμοιρο τιποτένιο πλάσμα που φοβάται να ονειρευτεί επειδή ξέρει ότι ανάμεσα σε αυτόν και την πραγματοποίηση των ονείρων, μεσολαβεί αυτό το εύθραυστο κορμί. Τότε θα είναι έτοιμος να εξαπολύσει τον πόλεμο, το μόνο πόλεμο που αξίζει να γίνει: τη σύγκρουση του ξαναγεννημένου ανθρώπου με ολόκληρο το καταραμένο το σύμπαν!"
Κρατώντας την ανάσα του, με φωνή βραχνή, και με την καρδιά του να χτυπάει σαν καμπάνα, ο Ροκγουελ έσκυψε πάνω από τον Σμιθ, ακούμπησε τα χέρια του με σιγουριά πάνω στην κρύα επιφάνεια της χρυσαλίδας, κι έκλεισε τα μάτια του. Τον είχε κυριέψει το θάμπος. Η δύναμη, η ορμή και η πίστη στο φαινόμενο Σμιθ θα έλεγες πως τον διαπερνούσε. Είχε δίκιο. Είχε δίκιο. Το ήξερε πως είχε δίκιο. Ανοιξε τα μάτια του κι αντίκρισε τον Μακ Γκουάιρ και τον Χάρτλεϋ που δεν ήταν παρά μονάχα δυο σκιές μέσα στο αχνοφωτισμένο δωμάτιο.
Έπειτα από σιγή πολλών δευτερολέπτων, ο Χάρτλεϋ έσβησε το τσιγάρο του.
"Δεν πιστεύω σε αυτή τη θεωρία".
"Πως το ξέρεις ότι ο Σμιθ εσωτερικά, δεν είναι μια μάζα ζελατίνη;" είπε ο Μακ Γκουάιρ: "Του έβγαλες ακτινογραφία;"
"Δεν μπορούσα να το διακινδυνεύσω. Μπορεί να ενεργούσε αρνητικά στην αλλαγή του. Όπως ο ήλιος".
"Θα γίνει υπεράνθρωπος λοιπόν; Και πως θα μοιάζει;"
"Θα περιμένουμε και θα δούμε".
"Πιστεύεις ότι μπορεί να μας ακούει τώρα που μιλάμε γι' αυτόν;"
"Είτε μπορεί να μας ακούει, είτε όχι, ένα είναι βέβαιο: μοιραζόμαστε ένα μυστικό που δε θα έπρεπε να το ξέρουμε. Ο Σμιθ δεν υπολόγισε ότι εγώ και ο Μακ Γκουάιρ θα μπαίναμε στην ιστορία. Κι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει κάθε προσπάθεια. Μα ένας υπεράνθρωπος δε θέλει να ξέρουν τίποτα για αυτόν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι διαθέτουν ένα δικό τους, πρόστυχο τρόπο να ζηλεύουν, να υποβλέπουν και να μισούν. Ο Σμιθ ήξερε πως δε θα ήταν ασφαλής αν τον ανακάλυπταν οι άνθρωποι. Ίσως αυτό να εξηγεί και το δικό σου μίσος Χάρτλεϋ".
Σώπαιναν όλοι τώρα, κι άκουγαν προσεκτικά. Τίποτα δεν ακουγόταν. Ο Ρόκγουελ ένιωθε το αίμα του να σφυρίζει στα μηνίγγια του. Ήταν το μόνο που μπορούσε να ακούσει. Κι υπήρχε ο Σμιθ, όχι πια ο Σμιθ, μα ένα φορτίο που είχε απέξω την ένδειξη ΣΜΙΘ, μ' εντελώς άγνωστο το περιεχόμενό του.
"Αν είναι αλήθεια όλα αυτά που λες", είπε ο Χάρτλεϋ, "τότε πραγματικά πρέπει να τον καταστρέψουμε. Σκέψου τι δύναμη θα μπορούσε να ασκήσει πάνω σε όλο τον κόσμο. Και αν η δύναμή αυτή προσβάλλει το μυαλό του, όπως πιστεύω, τότε θα προσπαθήσει να μας σκοτώσει μόλις γλιτώσει, επειδή είμαστε οι μόνοι που γνωρίζουμε την περίπτωσή του. Θα μας μισεί επειδή φανήκαμε αδιάκριτοι".
"Εγώ δε φοβάμαι", είπε ήρεμα ο Ρόκγουελ.
Ο Χάρτλεϋ δεν είπε τίποτα. Η ανάσα του μονάχα ακουγόταν μες στο δωμάτιο, τραχιά και δυνατή.
Ο Ρόκγουελ έκανε το γύρο του τραπεζιού, και σήκωσε το χέρι του σε αποχαιρετισμό.
"Θαρρώ πως θα ήταν καλύτερο να πούμε καληνύχτα".
Η απαλή βροχή κατάπιε το αυτοκίνητο του Χάρτλεϋ. Ο Ρόκγουελ έκλεισε την πόρτα, έδωσε εντολή στον Μακ Γκουάιρ να κοιμηθεί κάτω απόψε, σε ένα κρεβάτι εκστρατείας, απέναντι ακριβώς από την πόρτα του Σμιθ, κι έπειτα ανέβηκε τα σκαλοπάτια για το δικό του κρεβάτι. Καθώς γδυνόταν, στριφογύριζε μες στο μυαλό του και προσπαθούσε να συναρμολογήσει όλα εκείνα τα απίστευτα συμβάντα των εβδομάδων που πέρασαν. Ένας υπεράνθρωπος. Αλήθεια! Γιατί όχι; Δύναμη, ενεργητικότητα...
Έπεσε στο κρεβάτι.
Πότε; Πότε άραγε, ποια ακριβώς στιγμή θα ξεπροβάλλει από τη χρυσαλίδα του ο Σμιθ; Πότε;
Η βροχή έπεφτε ψιλή και διαπεραστική πάνω στη στέγη της κλινικής.
Ο Μακ Γκουάιρ, μέσα σε κείνο το θόρυβο της βροχής και των κεραυνών, που έκαναν τη Γη να σείεται, κοιμόταν του καλού καιρού πάνω στο κρεβάτι εκστρατείας ροχαλίζοντας. Κάπου έτριξε μια πόρτα, αλλά ο Μακ Γκουάιρ δε σταμάτησε το ροχαλητό. Ένα κύμα ψυχρού αέρα μπουκάρισε κάτω στο χολ. Ο Μακ Γκουάιρ μούγκρισε και γύρισε από το άλλο πλευρό. Μια πόρτα έκλεισε μαλακά, κι ο άνεμος σταμάτησε.
Βήματα πνίγονταν αθόρυβα πάνω στο παχύ χαλί, βήματα αργά, που προχωρούσαν προσεκτικά, κι έτοιμα για το καθετί... βήματα! Ο Μακ Γκουάιρ πετάρισε τα βλέφαρά του κι άνοιξε τα μάτια του.
Μέσα στο αχνό φως είδε μια σιλουέτα να στέκεται από πάνω του και να τον κοιτάζει.
Μια οσμή από λιωμένο έντομο γέμιζε τον αέρα. Ένα χέρι σάλεψε. Μια φωνή άρχισε να μιλάει.
Ο Μακ Γκουάιρ άφησε ένα ουρλιαχτό.
Το χέρι που σάλεψε μέσα στο φως ήταν πράσινο.
Πράσινο!
"Σμιθ" ξεφώνισε ο Μακ Γκουάιρ και πετάχτηκε. Χύθηκε προς την έξοδο του χολ κραυγάζοντας: "Περπατάει! Δεν μπορεί να περπατήσει, μα περπατάει!"
Η πόρτα της εισόδου παραβιάστηκε σχεδόν από το βάρος του Μακ Γκουάιρ που έπεσε πάνω της. Ανεμος και βροχή λυσσομανούσαν γύρω του, κι αυτός έτρεχε μέσα στη θύελλα, τραυλίζοντας.
Μέσα στο χολ, η σιλουέτα έμεινε ασάλευτη. Στον πρώτο όροφο, μια πόρτα άνοιξε βιαστικά, και φάνηκε ο Ρόκγουελ να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια. Το πράσινο χέρι αποτραβήχτηκε από το φως, και κρύφτηκε πίσω από τη πλάτη της σιλουέτας.
"Ποιος είναι;" φώναξε ο Ρόκγουελ, και σταμάτησε στα μισά.
Η σιλουέτα προχώρησε και στάθηκε στο λίγο φως που χυνόταν από ψηλά.
Ο Ρόκγουελ συνοφρυώθηκε.
"Χάρτλεϋ! Τι κάνεις εδώ πέρα; Γιατί ξαναγύρισες;"
"Κάτι συνέβη", είπε ο Χάρτλεϋ. "Δεν πας καλύτερα να φέρεις τον Μακ Γκουάιρ; Όρμησε μέσα στη βροχή ουρλιάζοντας σαν τρελός".
Ο Ρόκγουελ δε φανέρωσε τις σκέψεις του. Κοίταξε ερευνητικά τον Χάρτλεϋ με μια γρήγορη ματιά, έπειτα προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο του χολ, άνοιξε την πόρτα, και βγήκε στον κρύο άνεμο της νύχτας.
"Ε Μακ Γκουάιρ, γύρισε πίσω ανόητε!"
Η βροχή μούσκευε τον Ρόκγουελ καθώς έτρεχε. Βρήκε τον Μακ Γκουάιρ εκατό γυάρδες μακριά από το κτίριο, να σκούζει:
"Περπατάει... Περπατάει ο Σμιθ..."
"Ανόητε. Ο Χάρτλεϋ ήταν. Ο Χάρτλεϋ ξαναγύρισε. Αυτό ήταν όλο".
"Είδα ένα πράσινο χέρι να σαλεύει".
"Ονειρεύτηκες".
"Όχι, όχι!" φώναξε ο Μακ Γκουάιρ, κι ήταν κίτρινο το πρόσωπό του, υγρό. ¨Είδα ένα πράσινο χέρι, πίστεψέ με! Γιατί ξαναγύρισε ο Χάρτλεϋ; Τι λόγο είχε..."
Τότε ο Ρόκγουελ κατάλαβε. Τα κατάλαβε όλα. Ο Χάρτλεϋ... Η επιστροφή του... Ο φόβος άρπαξε το νου του, μια παράφορη προειδοποιητική θολούρα, η πριονωτή κόψη μιας σιωπηλής κραυγής που ζητάει βοήθεια.
"Χάρτλεϋ!"
Έσπρωξε βίαια τον Μακ Γκουάιρ, κι ο Ρόκγουελ όρμησε στο κτίριο ξεφωνίζοντας. Το χολ, η άκρη του χολ...
Κι η πόρτα του Σμιθ, ορθάνοιχτη, σπασμένη.
Όρθιος ο Χάρτλεϋ στη μέση του θαλάμου, με το περίστροφο στο χέρι. Στην είσοδο του Ρόκγουελ, στράφηκε. Κινήθηκαν και οι δυο την ίδια στιγμή. Ο Χάρτλεϋ πυροβόλησε, κι ο Ρόκγουελ έσβησε το φως.
Σκοτάδι. Μια φλόγα απλώθηκε σε όλο το μήκος του δωματίου, φωτίζοντας το σκληρό σώμα του Σμιθ σάμπως φλας φωτογραφικό. Ο Ρόκγουελ πήδησε πάνω στη φλόγα. Είχε θεριέψει η οργή του τώρα που κατάλαβε πια γιατί είχε γυρίσει ο Χάρτλεϋ. Πριν από μια στιγμή, προτού σβήσουν τα φώτα, κάτι άρπαξε η ματιά του από τα δάχτυλα του Χάρτλεϋ.
Τα δάχτυλα του Χάρτλεϋ ήταν διάστικτα από πράσινους λεκέδες.
Γροθιές πιο μετά. Κι ο Χάρτλεϋ που σωριαζόταν στο πάτωμα καθώς άναβαν τα φώτα, κι ο Μακ Γκουάιρ, στάζοντας, στο άνοιγμα της πόρτας να τραυλίζει:
"Τον σκότωσες; Σκότωσες τον Σμιθ;"
Ο Σμιθ δεν έπαθε τίποτα. Η σφαίρα είχε περάσει από πάνω του.
"Αυτός ο ηλίθιος! Αυτός ο ηλίθιος!" ξεφώνιζε ο Ρόκγουελ, όρθιος πάνω από το άβουλο σχήμα του Χάρτλεϋ: "Το πιο μεγάλο ιστορικό φαινόμενο, και γυρεύει να το καταστρέψει!"
Ο Χάρτλεϋ ψέλλισε αργά. "Έπρεπε να το ξέρω. Ο Σμιθ σε προειδοποίησε".
"Ανοησίες! Ο Σμιθ..." Ο Ρόκγουελ σώπασε. Κατάπληκτος. Μα ναι. Τούτη η άξαφνη προαίσθηση... Ναι! Και κοίταξε κατάματα τον Χάρτλεϋ:
"Εσύ, επάνω! Θα σε κλειδώσω μέσα κει όλη νύχτα. Μακ Γκουάιρ, κι εσύ! Να τον φυλάς".
Γρύλισε ο Μακ Γκουάιρ: "Το χέρι του! Κοίτα το χέρι του Χάρτλεϋ. Είναι πράσινο! Δεν ήταν ο Σμιθ κάτω στο χολ. Ήταν ο Χάρτλεϋ!"
Ο Χάρτλεϋ κοίταζε τώρα τα δάχτυλά του: "Όμορφα δεν είναι;" είπε με πίκρα. "Μου τα έκαψαν οι ακτινοβολίες. Ήμουν και εγώ μες στην ακτίνα τους για πολλές μέρες, όταν πρωτο-αρρώστησε ο Σμιθ. Τώρα θα γίνω κι εγώ... ένα πλάσμα σαν τον Σμιθ. Είμαι πολλές μέρες σε αυτή τη κατάσταση. Δε σας είπα τίποτα. Προσπάθησα να το κρύψω. Απόψε δεν άντεχα πια, και γύρισα να τον καταστρέψω αυτόν τον Σμιθ για ότι μου έκανε..."
Κείνη την ώρα ακριβώς ακούστηκε ο ήχος. Ένας ήχος ξερός, σα να σπάζει μια ξερή φλούδα. Πάγωσαν και οι τρεις.
Τρία μικροσκοπικά λέπια ξεκόλλησαν από τη χρυσαλίδα του Σμιθ κι έπεσαν στο πάτωμα.
Στη στιγμή ο Ρόκγουελ βρέθηκε πλάι στο τραπέζι.
"Αρχίζει να σπάει. Μια μικρή χαραματιά. Από το λαιμό ως τον αφαλό. Σε λίγο θα βγει από τη χρυσαλίδα".
Τα σαγόνια του Μακ Γκουάιρ έτρεμαν: Κι έπειτα; Τι θα γίνει έπειτα;"
Τα λόγια του Χάρτλεϋ βγήκαν σκληρά και κοροϊδευτικά: "Θα βρεθούμε μπρος σε ένα υπεράνθρωπο. Ερώτηση: Με τι μοιάζει ένας υπεράνθρωπος; Απάντηση: Κανείς δεν ξέρει".
Κι άλλος ήχος από λέπια που σκάζουν και ανοίγουν.
Ο Μακ Γκουάιρ ανατρίχιασε: "Θα... θα του μιλήσεις;"
"Ασφαλώς".
"Από πότε οι ... πεταλούδες μιλάνε;"
"Πάψε πια Μακ Γκουάιρ. Για όνομα του Θεού!"
Ασφαλισμένος πια από τους άλλους δυο, που τους κλείδωσε στον πρώτο όροφο, ο Ρόκγουελ κλειδώθηκε κι αυτός στο θάλαμο του Σμιθ, και ξάπλωσε σε ένα κρεβάτι εκστρατείας, προετοιμασμένος να περιμένει όλη τη νύχτα, αυτή την ατελείωτη, υγρή νύχτα, κοιτάζοντας με προσοχή, ακούγοντας με τεντωμένα αυτιά, συλλογισμένος.
Κοιτάζοντας με τεταμένη προσοχή να ξεκολλούν και να πέφτουν τα μικρά λέπια από το σκληρό πετσί της χρυσαλίδας, καθώς το Αγνωστο πλάσμα από μέσα, αγωνιζόταν μεθοδικά να βγει στο φως.
Λίγες ώρες μονάχα. Λίγες ώρες ακόμα αναμονής. Η βροχή γλιστρούσε μουρμουρίζοντας πάνω από το σπίτι. Πως άραγε; Πως θα έμοιαζε ο Σμιθ; Μια αλλαγή πιθανό στα αφτιά για εντονότερη ακοή. Πρόσθετα μάτια ίσως. Μια αλλαγή στην κατασκευή του κρανίου, στο σχήμα του προσώπου, στα οστά του σώματος, στην τοποθέτηση των οργάνων, στην υφή του δέρματος, χίλιες δυο άλλες αλλαγές.
Ο Ρόκγουελ ένιωθε κατάκοπος, κι ωστόσο φοβόταν να κοιμηθεί. Βαριά τα βλέφαρά του, πολύ βαριά. Κι αν είχε κάνει λάθος; Τι θα γινόταν αν η θεωρία του έβγαινε τελείως λαθεμένη; Τι θα γινόταν αν μέσα του ο Σμιθ ήταν μια κινούμενη ζελάτινη ουσία; Κι αν έβγαινε τρελός ο Σμιθ, άρρωστος; Κι αν ήταν κάτι τόσο διαφορετικό ώστε να γίνει μια απειλή για τον κόσμο; Όχι. Όχι. Ο Ρόκγουελ κούνησε σαν μεθυσμένος το κεφάλι του. Ο Σμιθ ήταν τέλειος. Τέλειος. Δεν θα υπήρχε χώρος στον Σμιθ για κακή σκέψη. Τέλειος.
Σιγή θανάτου βασίλευε στο κτίριο της κλινικής. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το ανεπαίσθητο τρίξιμο από τα λέπια της χρυσαλίδας που έσκαζαν και έπεφταν στο σκληρό δάπεδο...
Ο Ρόκγουελ κοιμήθηκε. Βουλιάζοντας μες στ σκοτάδι που εξαφάνισε το δωμάτιο καθώς χίμηξαν πάνω του τα όνειρα. Όνειρα, όπου ο Σμιθ σηκωνόταν, περπατούσε μουδιασμένος, με άκαμπτες κινήσεις, κι ο Χάρτλεϋ που άδραχνε ένα πέλεκυ, κι ο πέλεκυς να αστράφτει στον αέρα και να πέφτει πάνω στην πράσινη πανοπλία εκείνου του πλάσματος. Ξανά και ξανά, πολλές φορές, και να το κομματιάζει και να το μεταβάλλει σε έναν εφιαλτικό πολτό. Όνειρα... κι ο Μακ Γκουάιρ να τρέχει σκούζοντας μέσα σε μια αιμάτινη βροχή. Όνειρα...
Ήλιος καυτός. Ήλιος καυτός που έχει πλημμυρίσει το δωμάτιο. Πρωί. Ο Ρόκγουελ έτριψε τα μάτια του. Ένιωθε μιαν αόριστη δυσφορία από το γεγονός ότι κάποιος είχε ανεβάσει τα πατζούρια. Ήταν κατεβασμένα εδώ και αρκετές βδομάδες. Αφησε μια κραυγή.
Η πόρτα ανοιχτή. Το κτίριο της κλινικής βυθισμένο στη σιγή. Ατολμα και δειλά στρέφει ο Ρόκγουελ το κεφάλι του, κοιτάζει το τραπέζι. Εκεί θα έπρεπε να είναι ξαπλωμένος ο Σμιθ.
Δεν ήταν.
Τίποτα δεν υπήρχε πάνω στο τραπέζι. Τίποτα, εξόν από το φως του ήλιου. Αυτό και... μερικά υπολείμματα σκασμένης χρυσαλίδας. Υπολείμματα.
Εύθραυστα κομμάτια, ένα προφίλ που έπεσε και κόπηκε στα δύο, ένα συντρίμμι από κέλυφος ποδιού, ένα χνάρι χεριού, ένα αποτύπωμα στήθους, να τι είχε απομείνει από τον Σμιθ!
Ο Σμιθ ήταν φευγάτος. Ο Ρόκγουελ τρίκλισε ως το τραπέζι, σωριάστηκε. Μπουσουλώντας σαν παιδί ανάμεσα σε κείνους τους πάπυρους από το δέρμα του Σμιθ που τριζοβολούσαν. Έπειτα στράφηκε απότομα, σα να ήταν μεθυσμένος, χίμηξε έξω από το δωμάτιο και πάτησε βαριά πάνω στις σκάλες ξεφωνίζοντας.
"Χάρτλεϋ! Τι τον έκανες; Χάρτλεϋ! Νόμιζες ότι μπορείς να τον σκοτώσεις, ε; Νόμιζες ότι μπορείς να αρπάξεις το σώμα του, να αφήσεις πίσω μερικά λείψανα για να με ξεγελάσεις και να χάσω τα ίχνη;"
Ήτανε κλειδωμένη η πόρτα της κάμαρας όπου είχαν κοιμηθεί ο Μακ Γκουάιρ και ο Χάρτλεϋ.. Ψηλαφώντας ο Ρόκγουελ, την ξεκλείδωσε. Τους βρήκε και τους δυο εκεί.
"Εδώ είστε!" ψέλλισε κατάπληκτος ο Ρόκγουελ. "Τότε λοιπόν, δεν κατεβήκατε. Ή μήπως ξεκλειδώσατε την πόρτα, κατεβήκατε, παραβιάσατε την κάμαρά μου, σκοτώσατε τον Σμιθ και... όχι, όχι!"
"Τι έπαθες; Τι συμβαίνει;"
"Ο Σμιθ έφυγε! Πες μου εσύ Μακ Γκουάιρ: μήπως ο Χάρτλεϋ βγήκε καθόλου από αυτό το δωμάτιο;"
"Όχι. Όλη νύχτα την πέρασε εδώ μέσα".
"Τότε... μόνο μια εξήγηση υπάρχει. Ο Σμιθ βγήκε από τη χρυσαλίδα του και το έσκασε, όσο κοιμόμασταν εμείς! Δε θα τον δω ποτέ, ποτέ που να πάρει ο διάβολος! Τι ηλίθιος που ήμουν να κοιμηθώ!"
"Αυτό τα λέει όλα!" δήλωσε ο Χάρτλεϋ. "Ο άνθρωπος αυτός είναι επικίνδυνος. Αλλιώς θα έπρεπε να μείνει και να μας αφήσει να τον δούμε. Ο Θεός ξέρει τι σόι πράμα είναι".
"Όπως και να έχει το πράγμα, εμείς πρέπει να ψάξουμε να τον βρούμε. Δεν μπορεί να είναι μακριά. Πρέπει να ψάξουμε να τον βρούμε! Γρήγορα Χάρτλεϋ. Μακ Γκουάιρ!"
Ο Μακ Γκουάιρ κάθισε κάτω βαρύς. "Εγώ δεν το κουνάω. Ας πάει να κουρεύεται. Αρκετά ως εδώ".
Ο Ρόκγουελ δεν περίμενε να ακούσει περισσότερα. Κατέβηκε τα σκαλιά. Από κοντά και ο Χάρτλεϋ. Έπειτα από λίγο κατέβηκε λαχανιασμένος και ο Μακ Γκουάιρ.
Ο Ρόκγουελ όρμησε στο χολ, σταμάτησε μπρος στα μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν στην έρημο και στα βουνά που έλαμπαν στον πρωινό ήλιο. Κοίταξε έξω, δεξιά κι αριστερά, κι αναρωτιόταν αν χάθηκε πια κάθε ελπίδα να βρεθεί ο Σμιθ. Το πρώτο υπερ-δημιούργημα. Το πρώτο ίσως σε μια καινούρια ατελείωτη σειρά. Ίδρωσε ο Ρόκγουελ. Όχι! Δεν θα έφευγε ο Σμιθ δίχως να αποκαλύψει τον εαυτό του τουλάχιστον στον Ρόκγουελ. Δεν μπορούσε να φύγει! Ή μήπως μπορούσε;
Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε αργά, πολύ αργά.
Κάποιο πόδι ξεπρόβαλλε στο άνοιγμα της πόρτας. Κι άλλο πόδι μετά. Ένα χέρι υψώθηκε και στηρίχτηκε στον τοίχο. Καπνός από τσιγάρο φάνηκε να βγαίνει μες από ζαρωμένα χείλη.
"Ποιος με ζητάει;"
Έντρομος ο Ρόκγουελ στράφηκε. Είδε την έκφραση στο πρόσωπο του Χάρτλεϋ, άκουσε τον Μακ Γκουάιρ να πνίγεται από την κατάπληξη. Κι οι τρεις τους μίλησαν ταυτόχρονα. Μια μόνο λέξη. Σα να έδιναν το σύνθημα: "Σμιθ".
Ο Σμιθ απέπνεε μια μυρωδιά τσιγάρου. Ήτανε ροδαλό το πρόσωπό του, σα ηλιοκαμένο θαρείς. Γαλάζια και σπινθηροβόλα τα μάτια του. Ξυπόλητος. Το γυμνό του κορμί τυλιγμένο σε ένα παλιό μπουρνούζι του Ρόκγουελ.
"Μήπως μπορείτε να μου πείτε που βρίσκομαι; Θα ήθελα να μάθω τι έκανα τους τελευταίους τρεις τέσσερις μήνες. Νοσοκομείο είναι αυτό; Ή τίποτα άλλο;"
Ο τρόμος σφυροκοπούσε το μυαλό του Ρόκγουελ. Ανελέητα. Ο Ρόκγουελ κατάπιε το σάλιο του.
"Γεια σου Σμιθ! Εγώ... Ετούτο δω... Δε θυμάσαι αλήθεια; Τίποτα;"
Ο Σμιθ έδειξε με τα δάχτυλά του: "Θυμάμαι που πρασίνιζαν σιγά σιγά, αν εννοείται αυτό. Περ' από αυτό... τίποτα" Βύθισε το ροδαλό χέρι του στα καστανά του μαλλιά, με την αρρενωπή ομορφιά του νιογέννητου πλάσματος που χαίρεται να ανασαίνει και πάλι.
Ο Ρόκγουελ οπισθοχώρησε κι έπεσε πάνω στον τοίχο. Σήκωσε τα χέρια του, κι έκρυψε με φρίκη το πρόσωπό του κουνώντας το κεφάλι του. Μην πιστεύοντας σε ότι έβλεπαν τα μάτια , ψέλλισε: "Τι ώρα βγήκες από τη χρυσαλίδα;"
"Τι ώρα βγήκα από... από που;"
Ο Ρόκγουελ τον οδήγησε μέσα από το χολ στο επόμενο δωμάτιο, κι έδειξε το τραπέζι.
"Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε", είπε ο Σμιθ με αυθόρμητη ειλικρίνεια: "Απλούστατα, πριν από μισή ώρα, ανακάλυψα ότι στεκόμουν ολόγυμνος στη μέση του δωματίου".
"Αυτό είναι όλο;" είπε ο Μακ Γκουάιρ αναθαρρεύοντας. Έδειχνε ανακουφισμένος.
Ο Ρόκγουελ εξήγησε τα πάντα γύρω από τη χρυσαλίδα.
Ο Σμιθ συνοφρυώθηκε: "Είναι τερατώδες! Εσείς ποιοι είστε;"
Ο Ρόκγουελ του σύστησε τους άλλους.
Ο Σμιθ κοίταξε άγρια τον Χάρτλεϋ: "Εσένα σε θυμάμαι. Ήσουν αυτός που με επισκέφτηκε όταν αρρώστησα για πρώτη φορά. Θυμάμαι. Στο ακτινολογικό. Μα είναι ανόητο. Τι αρρώστια είναι αυτή;"
Τα νεύρα στο πρόσωπο του Χάρτλεϋ πήγαν να σπάσουν.
"Όχι αρρώστια, όχι! Δεν ξέρεις τίποτα λοιπόν;"
"Βρίσκομαι σε μια παράξενη κλινική μαζί με παράξενους ανθρώπους. Βρίσκομαι γυμνός σε ένα δωμάτιο κοντά σε έναν άντρα που κοιμάται πάνω σε ένα κρεβάτι εκστρατείας. Βγαίνω έξω, και περιφέρομαι στην κλινική, πεινασμένος. Μπαίνω στην κουζίνα, βρίσκω φαγητό, τρώω, ακούω ανάστατες φωνές, κι έπειτα βρίσκομαι κατηγορούμενος επειδή λέει ξεπήδησα μες από μία χρυσαλίδα. Τι θέλετε να φανταστώ; Παρεμπιπτόντως σας ευχαριστώ για το μπουρνούζι, για το φαγητό, και για το τσιγάρο που δανείστηκα. Δεν ήξερα ποιος ήσασταν, κι έπειτα δείχνατε πεθαμένος από την κούραση".
"Ω, δεν υπάρχει λόγος να με ευχαριστείτε".
Ο Ρόκγουελ δεν θα αφηνόταν να το πιστέψει. Τα πάντα διαλύονταν. Με κάθε λέξη που πρόφερε ο Σμιθ, εξανεμίζονταν κι οι ελπίδες του σαν τη διαλυμένη χρυσαλίδα.
"Πως αισθάνεσαι;"
"Περίφημα. Νιώθω πολύ δυνατός. Είναι καταπληκτικό, όταν σκεφτείτε πόσο καιρό ήμουν σε αυτή την κατάσταση".
"Πράγματι, καταπληκτικό!" είπε ο Χάρτλεϋ.
"Φαντάζεστε τι αισθάνθηκα όταν αντίκρισα το ημερολόγιο στον τοίχο. Όλοι τούτοι οι μήνες κύλησαν σαν το νερό. Αναρωτιέμαι τι έκανα όλο αυτό τον καιρό".
"Το ίδιο και εμείς".
"Έλα τώρα Χάρτλεϋ, άφησε τον ήσυχο", γέλασε ο Μακ Γκουάιρ. "Επειδή ακριβώς τον μισούσες..."
"Με μισούσε;" ανασηκώθηκαν τα φρύδια του Σμιθ: "Εμένα; Γιατί;"
"Να γιατί!" είπε ο Χάρτλεϋ βγάζοντας στο φως τα δάχτυλά του: "Οι καταραμένες οι ακτινοβολίες σου. Κάθε νύχτα κάθομαι πλάι σου σε κείνο το νοσοκομείο! Τι θα κάνω τώρα με τούτο δω; Τι μπορώ να κάνω;"
"Χάρτλεϋ" είπε ο Ρόκγουελ προειδοποιητικά. "Κάτσε κάτω! Ηρέμησε!"
"Ούτε θα κάτσω, ούτε θα ηρεμήσω! Τρελαθήκατε κι οι δυο σας με αυτό το... με αυτή την απομίμηση ανθρώπου, με αυτό το κοκκινόπετσο πλάσμα που είναι η μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία; Αν είχατε τόσο δα μυαλό, θα καταστρέφατε τον Σμιθ πριν το σκάσει!"
Ο Ρόκγουελ ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί, να ζητήσει συγνώμη για το ξέσπασμα του Χάρτλεϋ.
Ο Σμιθ κούνησε το κεφάλι του:
"Δεν είναι ανάγκη να ζητάτε συγνώμη. Αφήστε τον να μιλήσει. Τι σημαίνουν όλα τούτα;"
"Αφού ξέρεις! Του πέταξε οργισμένος ο Χάρτλεϋ: "Έμεινες κατάκοιτος μέρες, μήνες, ακούγοντας, σχεδιάζοντας. Δεν μπορείς να με ξεγελάσεις εμένα. Τον εξαπάτησες τον Ρόκγουελ. Τον απογοήτευσες. Περίμενε πως θα έβγαινες κανένας υπεράνθρωπος. Μπορεί και να είσαι δηλαδή. Ότι όμως και αν είσαι, ο Σμιθ δεν είσαι πια. Όχι! Είναι κι αυτό ένα από τα τεχνάσματά σου. Για να μη μάθουμε ποτέ ποιος είσαι, ούτε κι ο κόσμος να μάθει ποιος είσαι. Θα μπορούσες να μας σκοτώσεις, εύκολα. Αλλά προτίμησες να μείνεις και να μας πείσεις πως είσαι φυσιολογικός. Και διάλεξες τον καλύτερο τρόπο. Θα μπορούσες να το είχες σκάσει πριν από λίγη ώρα, μα θα άφηνες πίσω σου το σπέρμα της υποψίας. Αντί για αυτό, περίμενες! Για να μας πείσεις πως είσαι φυσιολογικός!"
"Μα είναι φυσιολογικός" γκρίνιαξε ο Μακ Γκουάιρ.
"Δεν είναι! Το μυαλό του λειτουργεί διαφορετικά: Είναι έξυπνος".
"Τότε να τον υποβάλλεις σε μια σειρά από τεστ λεκτικών συνδυασμών", είπε ο Μακ Γκουάιρ.
"Είναι πάρα πολύ έξυπνος, ακόμα και γι' αυτό".
"Τότε είναι πολύ απλό. Του κάνουμε εξετάσεις αίματος, ακούμε την καρδιά του, και του βάζουμε ορούς".
Ο Σμιθ έμοιαζε να αμφιβάλει:
"Με κάνετε να νιώθω σαν πειραματόζωο. Αν όμως το θέλετε πραγματικά. Το βρίσκω πάντως ανόητο".
Αυτό τον τάραξε τον Χάρτλεϋ. Κοίταξε τον Ρόκγουελ.
"Φέρε τη σύριγγα", είπε.
Ο Ρόκγουελ έφερε τη σύριγγα, σκεφτικός. Τώρα, δεν αποκλείεται να ήταν υπεράνθρωπος ο Σμιθ. Το αίμα του... Αυτό το υπερανθρώπινο αίμα. Η ικανότητά του να σκοτώνει μικρόβια. Ο χτύπος της καρδιάς του. Η αναπνοή του. Μπορεί ο Σμιθ να ήταν υπεράνθρωπος, και να μην το ήξερε. Ναι. Ναι, μπορεί να ήταν...
Ο Ρόκγουελ πήρε αίμα από τον Σμιθ και το έβαλε κάτω από το μικροσκόπιο. Οι ώμοι του κύρτωσαν. Το αίμα ήταν φυσιολογικό. Αν έριχνες μικρόβια μέσα, τα μικρόβια, για να πεθάνουν έπρεπε να διανύσουν έναν φυσιολογικό χρονικό διάστημα. Το αίμα δεν ήταν πια υπεριοκτόνο. Δεν υπήρχε ούτε κι ακτινικό υγρό. Ο Ρόκγουελ αναστέναξε θλιβερά. Η θερμοκρασία του Σμιθ ήταν φυσιολογική. Το ίδιο και ο σφυγμός του. Το νευρικό του σύστημα, τα αισθητήριά του, αντιδρούσαν όπως σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο.
"Τίποτα το ασυνήθιστο", είπε ο Ρόκγουελ μαλακά.
Ο Χάρτλεϋ βούλιαξε σε μια πολυθρόνα, με διάπλατα τα μάτια, κρατώντας το κεφάλι του με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του.
"Ζητώ συγνώμη", είπε βγάζοντας ένα βαθύ στεναγμό: "Θαρρώ πως το μυαλό μου... Το μυαλό μου απλώς φαντάστηκε ορισμένα πράγματα. Ήταν τόσο ατελείωτοι εκείνοι οι μήνες. Κάθε νύχτα. Κάθε νύχτα. Φοβάμαι πως έγινα υποχονδριακός. Ζητώ συγνώμη".
Κοίταξε τα πράσινα δάχτυλά του: "Τι θα γίνει όμως με μένα;"
"Φαντάζομαι πως όλα θα εξελιχθούν ομαλά, όπως και με μένα", είπε ο Σμιθ. "Συμμερίζομαι την αγωνία σου. Δεν ήταν άσχημα όμως... Πραγματικά, δε θυμάμαι τίποτε".
Ο Χάρτλεϋ ηρέμησε κάπως. "Μα... βέβαια, έχεις δίκιο υποθέτω. Δε νιώθω καθόλου καλά στην ιδέα ότι το σώμα μου θα αρχίσει και μένα να σκληραίνει, μα δεν μπορώ να το αποφύγω. Όλα θα εξελιχθούν ομαλά..."
Ο Ρόκγουελ ένιωθε άρρωστος. Η κατάρρευση ήταν φοβερή για να την αντέξει. Η έντονη προσπάθεια, η έξαψη, η πείνα κι η περιέργεια, η φλόγα, όλα είχαν βουλιάξει μέσα του. Α υ τ ό ήταν λοιπόν ο άνθρωπος από τη χρυσαλίδα; Ο ίδιος άνθρωπος μπήκε. Ο ίδιος άνθρωπος βγήκε. Κι όλη αυτή η αναμονή, η λαχτάρα, για ένα τίποτα!
Πήρε βαθιά ανάσα, προσπάθησε να πειθαρχήσει τις βαθύτερες σκέψεις που έτρεχαν μες στο μυαλό του. Σύγχυση. Τούτος ο νεαρός άντρας, με το ροδαλό δέρμα και την ολόδροση φωνή, που καθόταν μπροστά του καπνίζοντας ήρεμα, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος που είχε υποστεί μια μερική δερματική σκλήρυνση, κι είχαν καεί οι αδένες του από την ακτινοβολία, αλλά άνθρωπος εντούτοις αυτή τη στιγμή, άνθρωπος και τίποτα περισσότερο. Το μυαλό του Ρόκγουελ, το υπερευαίσθητο, γεμάτο φαντασία μυαλό του, είχε συλλάβει και την παραμικρότερη εκδήλωσε της αρρώστιας για να φτιάξει ένα τέλειο οργανισμό, δημιούργημα βαθύτερων πόθων. Τώρα ο Ρόκγουελ ένιωθε μέσα του μια βαθιά απογοήτευση, ένα τεράστιο κενό.
Το πρόβλημα του ότι έζησε ο Σμιθ χωρίς τροφή, το καθαρό αίμα του, η χαμηλή θερμοκρασία, κι οι άλλες ενδείξεις ανωτερότητας, ήταν τώρα οι διάφορες όψεις μιας αλλόκοτης αρρώστιας. Μιας αρρώστιας, και τίποτε περισσότερο. Κάτι που θα είχε τελειώσει, είχε ωριμάσει κι είχε φύγει αφήνοντας πίσω του μερικά εύθραυστα λέπια μονάχα πάνω σε ένα ηλιοφώτιστο τραπέζι. Ο Χάρτλεϋ, αυτή τη στιγμή, θα ήταν μια σπάνια ευκαιρία να τον παρακολουθήσει κανείς από κοντά, αν η αρρώστια του προχωρούσε, και να αναφέρει την καινούρια αρρώστια στον επιστημονικό κόσμο.
Ο Ρόκγουελ δεν νοιαζόταν για την αρρώστια. Νοιαζόταν μόνο για την τελειότητα. Κι αυτή η τελειότητα είχε κοπεί στα δυο, είχε ανοίξει, είχε σκιστεί κι είχε φύγει. Το όνειρό του είχε φύγει. Το υπερδημιούργημα που ήθελε να φτιάξει είχε φύγει. Δεν τον ενδιέφερε πια αν ολάκερος ο κόσμος άρχιζε άξαφνα να πετρώνει, να πρασινίζει, να γίνεται εύθραυστος σαν το γυαλί.
Ο Σμιθ μιλούσε τώρα με τα χέρια του διάπλατα ανοιχτά. "Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να γυρίσω στο Λος Ατζελες. Έχω πολλή δουλειά να κάνω στο ίδρυμα. Η παλιά μου θέση με περιμένει. Λυπάμαι που δεν μπορώ να μείνω άλλο μαζί σας. Καταλαβαίνεται".
"Θα έπρεπε να μείνεις λίγο ακόμα. Μερικές μέρες τουλάχιστον", είπε ο Ρόκγουελ. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δει να χάνεται και το τελευταίο ίχνος από το όνειρό του.
"Όχι , ευχαριστώ. Πάντως, αν το επιθυμείτε Γιατρέ, μπορώ να σας επισκεφτώ στο γραφείο σας σε καμιά βδομάδα, για ένα άλλο τσεκ-απ. Θα περνώ συχνά, κάθε δυο τρεις βδομάδες, για ένα χρόνο περίπου για να μπορείτε να με παρακολουθείτε. Σύμφωνοι;"
"Σύμφωνοι Σμιθ, σύμφωνοι. Μόνο σε παρακαλώ μην το ξεχνάς. Θα ήθελα να συζητήσω μαζί του την αρρώστια σου. Είσαι τυχερός που ζεις".
"Θα σε πάω εγώ με το αυτοκίνητό μου στο Λος Ατζελες", είπε χαρούμενα ο Μακ Γκουάιρ.
"Μην ενοχλείστε. Θα περπατήσω ως την Τουγιοίνγκα και θα πάρω ένα ταξί. Θέλω να περπατήσω. Έχω να περπατήσω τόσο καιρό... Θέλω να δω πως είναι..."
Ο Ρόκγουελ του έδωσε ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια κι ένα παλιό σακάκι.
"Ευχαριστώ Γιατρέ. Θα σας εξοφλήσω ότι σας οφείλω το συντομότερο δυνατό".
"Τίποτα δεν μου οφείλεις. Ούτε πεντάρα. Ήταν ενδιαφέρον".
"Σας χαιρετώ Γιατρέ. Χαίρετε κύριε Μακ Γκουάιρ. Χάρτλεϋ".
"Στο καλό Σμιθ".
"Στο καλό".
Ο Σμιθ κατέβηκε το μονοπάτι προς το μικρό ποτάμι που είχε ξεραθεί από τον καυτό απογευματινό ήλιο που έδυε. Περπατούσε ευτυχισμένος. Σφύριζε. Μακάρι να μπορούσα να σφυρίξω και εγώ είπε ο Ρόκγουελ.
Ο Σμιθ γύρισε μια φορά, τους έγνεψε με το χέρι, κι έπειτα άρχισε να σκαρφαλώνει στη λοφοπλαγιά, έφτασε στην κορφή, και χάθηκε προς την απόμακρη πολιτεία.
Ο Ρόκγουελ τον κοίταζε όπως κοιτάζει ένα μικρό παιδί το αγαπημένο του αμμόκαστρο που σβήνει και διαλύεται από τα κύματα της θάλασσας.
"Δεν μπορώ να το πιστέψω", επαναλάμβανε μονότονα.
"Δεν μπορώ να το πιστέψω. Να τελειώσουν όλα τόσο σύντομα, τόσο απότομα για μένα! Νιώθω ένα βούρκωμα μέσα μου, ένα κενό".
"Όλα μου φαίνονται ρ ο δ ι ν ά!" γέλασε ευτυχισμένος ο Μακ Γκουάιρ.
Ο Χάρτλεϋ στεκόταν όρθιος στον ήλιο. Τα πράσινα χέρια του κρέμονταν απαλά στο πλάι, και το λευκό του πρόσωπο είχε ηρεμήσει πραγματικά, για πρώτη φορά εδώ και μήνες. Έτσι του φάνηκε του Ρόκγουελ.
Ο Χάρτλεϋ μίλησε χαμηλόφωνα: "Θα βγω σώος από αυτή την περιπέτεια. Θα βγω σώος. Σε ευχαριστώ Θεέ μου, σε ευχαριστώ. Δεν θα βγω τέρας. Θα είμαι ο εαυτός μου, ο εαυτός μου και τίποτα άλλο".
Στράφηκε στον Ρόκγουελ. "Μόνο να θυμάστε, να θυμάστε. Μην τους αφήσετε να με θάψουν κατά λάθος. Μην τους αφήσετε... κατά λάθος... πιστεύοντας πως είμαι πεθαμένος. Να το θυμάστε αυτό".
Ο Σμιθ πήρε το μονοπάτι πλάι στο ξεροπόταμο κι ανέβηκε στο λόφο. Νύχτωνε πια, κι ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω από γαλάζιους λόφους. Τα άστρα λαμπύριζαν εδώ και εκεί. Μέσα στη χλιαρή ατμόσφαιρα πλανιόταν μια μυρωδιά από νερό, σκόνη, κι απόμακρα λουλούδια πορτοκαλιάς.
Φύσηξε άνεμος. Ο Σμιθ πήρε βαθιές ανάσες. Γέμισε τα πνευμόνια του. Περπατούσε.
Μόνος τώρα και αθέατος, μακριά από το κτίριο της κλινικής, σταμάτησε ο Σμιθ. Στάθηκε τελείως ακίνητος, και κοίταζε ψηλά στον ουρανό.
Πατώντας το τσιγάρο που κάπνιζε, το έλιωσε κάτω από το τακούνι του. Έπειτα όρθωσε το καλοχυμένο κορμί του, τίναξε πίσω τα καστανά μαλλιά του, έκλεισε τα μάτια του, κατάπιε, και χαλάρωσε τα δάχτυλά του που κρέμονταν στο πλάι.
Χωρίς καμιά προσπάθεια, μόνο με έναν ανάλαφρο ήχο, ο Σμιθ υψώθηκε απαλά από το έδαφος μέσα στη χλιαρή ατμόσφαιρα και πέταξε γρήγορα, ήρεμα προς τα πάνω.
Σε λίγο χάθηκε ανάμεσα στα αστέρια καθώς κατευθυνόταν για το μακρινό διάστημα...