![]() |
![]() |
Ray Brandbury
Icarus Montgolfier Wright, 1956
Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης
Ήτανε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, κι ο άνεμος φυσούσε μπαίνοντας από το παράθυρο, φυσούσε πάνω από τα αφτιά του κι από το μισάνοιχτο στόμα του σα να του ψιθύριζε στο όνειρό του. Ήτανε σαν τον άνεμο του χρόνου που ακουγόταν υπόκωφος στις δελφικές σπηλιές για να πει ότι πρέπει να ακουστεί από το χθες, από το σήμερα κι από το αύριο. Ορισμένες φορές, κάπου μακριά, κραύγαζε μια φωνή, δυο φωνές πιο μετά, πιο πολλές έπειτα, δέκα, είκοσι, μια ολόκληρη φυλή ανθρώπων που ξεφώνιζε μες από το στόμα του, μα λέγοντας διαρκώς τα ίδια λόγια:.
"Κοίτα, κοίτα, το πετύχαμε!"
Γιατί άξαφνα αυτός, αυτοί, ένας, ή πολλοί, εκσφενδονίζονταν μέσα στ' όνειρο και πετούσαν. Ο άνεμος φυσούσε σε μιαν ακύμαντη θάλασσα, ζεστή εκεί που κολυμπούσε δύσπιστος.
"Κοίτα, κοίτα! Το πέτυχα!"
Όμως αυτός δεν προσκαλούσε τον κόσμο να τον δει. Το μόνο που έκανε ήταν να μαστιγώνει τις αισθήσεις του, να τις οξύνει, για να δει, να γευτεί, να οσμιστεί, να αγγίξει τον αέρα, τον άνεμο, το φεγγάρι που υψωνόταν στον ουρανό. Κολύμπησε ίσια στο βάθος του ουρανού. Η βαριά γη είχε εξαφανιστεί.
Μα, μια στιγμή, συλλογίστηκε, για περίμενε!
Απόψε... τι νύχτα έχουμε απόψε;
Κι η χθεσινή νύχτα φυσικά. Μια νύχτα πριν από την πρώτη πτήση ενός πυραύλου για τη Σελήνη. Πέρα από αυτό το δωμάτιο, μες την καυτή έρημο, εκατό γυάρδες μακριά, ο πύραυλος με περιμένει.
Μια στιγμή! Ποιος πύραυλος; Πρόκειται π ρ α γ μ α τ ι κ ά για πύραυλο;
Στάσου! Συλλογίστηκε, και γύρισε, ιδρωμένος, με μάτια κλειστά, προς τον τοίχο, κι έβγαινε συριχτή η ανάσα ανάμεσα από τα δόντια του. Βεβαιώσου! Εσύ! Ποιος είσαι πάλι ε σ ύ;
Εγώ; σκέφτηκε. Το όνομά μου δηλαδή;
Τζεντέντια Πρέντις, γεννηθείς το 1938, απόφοιτος κολεγίου 1959, δίπλωμα πιλότου σε πύραυλο 1971. Τζεντέντια Πρέντις.... Τζεντέντια Πρέντις....
Ο άνεμος παρέσυρε μακριά ψιθυρίζοντας το όνομά του! Έκανε να το αρπάξει ξεφωνίζοντας.
Έπειτα ηρεμώντας, περίμενε πότε ο άνεμος θα του ξανάδινε πίσω το όνομά του. Περίμενε πολύ, και υπήρχε σιωπή, κι έπειτα από χίλιους χτύπους καρδιάς, ένιωσε κάτι να σαλεύει.
Ο ουρανός ανοίχτηκε σαν απαλό γαλάζιο λουλούδι. Το Αιγαίο ανέμιζε άσπρες μαλακές βεντάλιες μες από το μακρινό εκείνο αφρό που είχε το χρώμα του κρασιού.
Μες το τραγούδι των κυμάτων που σκάζουν στην ακροθαλασσιά, άκουσε το όνομά του.
Ίκαρος.
Κι ακόμα μια φορά σε ένα ψιθυρισμό αναπνοής.
Ί κ α ρ ο ς.
Κάποιος τον έπιασε από το χέρι, κι ένιωσε πως ήταν ο πατέρας του που πρόφερε το όνομά του κι έδιωχνε από πάνω του τη νύχτα. Κι αυτός, μικροκαμωμένος, μισοστραμμένος στο παράθυρο, κι η ακτή από πάνω, κι ο βαθύς ουρανός, ένιωθε το πρώτο αγέρι της αυγής να χαϊδεύει τα χρυσά φτερά, τα κολλημένα με κερί πλάι στο κρεβάτι εκστρατείας που κοιμόταν. Χρυσά φτερά πάλλονταν μισό-ζώντανα στα χέρια του πατέρα του, κι ο ίλιγγος κάτω από τα πόδια του τον έκανε να τρέμει σαν φύλλο καθώς κοίταζε εκείνα τα φτερά, και πέρα από τα φτερά, τα απότομα βράχια της ακτής.
"Πατέρα, πως είναι ο άνεμος;"
"Για μένα είναι αρκετός, αλλά ποτέ για σένα..."
"Πατέρα, μη φοβάσαι. Τα φτερά φαίνονται αδέξια αυτή τη στιγμή, αλλά τα κόκαλά μου θα τους δώσουν δύναμη, και το αίμα μου θα ζωογονήσει το κερί!"
"Και το δικό μου αίμα, και τα δικά μου κόκαλα, θυμήσου! Ο κάθε άνθρωπος δανείζει τη σάρκα του στα παιδιά του, και τους ζητά να την προσέχουν σαν τα μάτια τους. Ίκαρε, θέλω να μου υποσχεθείς ότι δε θα πετάς πολύ ψηλά. Ο ήλιος, κι ο δικός μου γιος, η κάψα τους ενός κι ο πυρετός του άλλου, μπορούν να τα λιώσουν αυτά τα φτερά. Πρόσεχε!"
Κι άπλωναν τα υπέροχα χρυσά φτερά στο πρωινό, και τα άκουγαν στα χέρια τους να ψιθυρίζουν, να ψιθυρίζουν το όνομά του, ή ένα όνομα, ή κάποιο όνομα που πετούσε, στριφογύριζε και κατακάθιζε σα μικρούτσικο πούπουλο στην απαλή ατμόσφαιρα.
Μογγολφιέρος.
Τα χέρια του άγγιξαν το πυρακτωμένο σκοινί, άσπρο, κάτασπρο πανί να λάμπει, κι η κλωστή στη βελόνα να ανάβει και να ζεσταίνεται σαν καλοκαίρι. Τα χέρια του τάιζαν μαλλί και άχυρο μια φλόγα ψιθυριστή.
Μογγολφιέρος.
Τα μάτια του πέταξαν ψηλά στο πρησμένο μπαλόνι που ταλαντευόταν αργά στον αέρα, το γιγάντιο τράβηγμα προς τα πάνω, το θεόρατο ασημένιο αχλάδι να παρασύρεται από τον άνεμο, ώσπου να πλημμυρίζει από τρεμάμενα παλιρροιακά κύματα αύρας. Σιωπηλό, σα θεός που γέρνει νυσταλέα πάνω από τη γαλλική εξοχή, το ντελικάτο τούτο σύννεφο, τούτο το πρησμένο ασκί γεμάτο με συμπυκνωμένο αέρα, θα αποκοβόταν σύντομα και θα ελευθερωνόταν. Βουλιάζοντας ψηλά, σε γαλάζιους κόσμους σιγής, ο νους του, καθώς κι ο νους του αδερφού του, θα αρμένιζαν με αυτό το πάνινο σύννεφο, βουβοί, μακάριοι ανάμεσα σε νησιά από νέφη όπου αναπαύονταν άγριοι κεραυνοί. Μέσα σε κείνο το αγεωγράφητο κενό της αβύσσου, όπου δεν μπορούσαν να ανεβούν μήτε κελάηδημα πουλιού, μήτε φωνή ανθρώπου, θα βουβαινόταν ακόμα και το ίδιο το αερόστρατο. Έτσι παρασυρμένοι σε τέτοια βάθη του ύψους, αυτός, ο Μογγολφιέρος, κι όλοι του οι άντρες, θα μπορούσαν να ακούσουν την άμετρη ανάσα του Θεού και την επιβλητική περπατησιά της αιωνιότητας.
"Αααπ!... σάλεψε αυτός, το πλήθος σάλεψε, σκεπάστηκε από τη σκιά του τεράστιου μπαλονιού. "Τα πάντα έτοιμα, τα πάντα λειτουργούν κανονικώς..." Κανονικώς... Τα χείλη του συσπάστηκαν μες το όνειρό του. Κανονικώς... Σφύριγμα, ψίθυρος, δόνηση, ορμή προς τα ύψη. Κανονικώς...
Από τα χέρια του πατέρα του, κάποιο παιχνίδι εκτοξεύτηκε στο ταβάνι, στριφογυρίζοντας με το δικό του άνεμο, μετέωρο, ενώ αυτός κι ο αδερφός του το κοίταζαν να τρεμολάμπει, να ψιθυρίζει, να σφυρίζει, το άκουγαν να μουρμουρίζει το όνομά τους.
Εφευρέτης!
Κι ο ψίθυρος: ο άνεμος, ουρανός, σύννεφο, χάος, φτερό, πτήση...
"Γουίλμπερ, Όρβιλ! Κοιτάξτε..."
Αχ! Στέναξε μες τον ύπνο του.
Βοούσε το παιδικό ελικόπτερο, χτυπούσε στο ταβάνι, μουρμούριζε σαν αετός, κοράκι, σπουργιτόπουλο, γεράκι και κοκκινολαίμης. Ψιθύριζε σαν αετός, ψιθύριζε σαν κοράκι, και στο τέλος, φτερούγισε στα χέρια τους με ένα σφύριγμα του ανέμου, με ένα θρόισμα από ήχους καλοκαιριών που ήτανε να έρθουν, και με ένα τελευταίο φτερούγισμα σα να ξεψυχούσε, ψιθύρισε σα γεράκι.
Όνειρο είναι.... χαμογέλασε.
Είδε τα σύννεφα να κυνηγιούνται κάτω από τα πόδια του, στη θάλασσα του Αιγαίου.
Ένιωσε το αερόστατο να ταλαντεύεται σα μεθυσμένο έτοιμο να παραδοθεί στον παρθένο άνεμο.
Ένιωσε την άμμο να υψώνεται σφυρίζοντας στις ακτές του Ατλαντικού, και να μεταμορφώνεται σε απαλές δίνες που θα τον έσωζαν, αν κατά τύχη έπεφτε στη γη σαν άπειρος νεοσσός. Έτριζαν τα αντερείσματα του σκελετού. Ηχούσαν σαν χορδές άρπας, κι αυτός αιχμάλωτος της μουσικής τους.
Πέρα από αυτό τo δωμάτιο, αισθανόταν τον παραγεμισμένο με καύσιμα πύραυλο να γλιστρά πάνω στο έρημο τερραίν, με διπλωμένα τα πέντε του πτερύγια, με κρατημένη την πύρινη αναπνοή του, έτοιμος να υπερασπιστεί τρία δισεκατομμύρια ανθρώπους. Σε λίγο θα ξυπνούσε και θα βάδιζε με βήματα αργά σε αυτόν τον πύραυλο.
Και θα στεκόταν στην άκρη της απότομης ακτής.
Θα στεκόταν στη δροσιά του θεόρατου αερόστατου.
Θα ένιωθε στο πρόσωπό του το μαστίγωμα της άμμου.
Και θα σκέπαζε τα παιδικά του χέρια, τα παιδικά του πόδια, τα τρυφερά του δάχτυλα με χρυσά φτερά, κολλημένα με χρυσό κερί.
Και θα ένιωθε για τελευταία φορά την αιχμαλωτισμένη ανθρώπινη ανάσα, το ζεστό λαχάνιασμα του δέους και του θάμπους που θα σήκωναν τα ύψη στα όνειρά του.
Και θα έβαζε μπρος τη μηχανή.
Και θα έπιανε το χέρι του πατέρα του, να του ευχηθεί καλοτάξιδα τα φτερά του, εδώ, μπρος στο γκρεμό.
Έπειτα θα έκανε μια περιστροφή και θα πηδούσε...
Κι έπειτα θα έκοβε τα σκοινιά για να απελευθερώσει το μεγάλο αερόστατο.
Έπειτα θα μείωνε την ταχύτητα και θα ισορροπούσε το αεροπλάνο στον αέρα.
Κι έπειτα θα κατέβαζε το διακόπτη για να πυροδοτήσει τον πύραυλο.
Μαζί και οι δυο, με ένα και μοναδικό άλμα, θα άρχιζαν να κολυμπούν στο κενό, να κυνηγούν τον άνεμο, να πηδούν από ψηλά, να αρμενίζουν και να γλιστρούν με τα νώτα στραμμένα στον ήλιο, στο φεγγάρι, στα αστέρια πάνω από τον Ατλαντικό, πάνω από τη Μεσόγειο. Πάνω από εξοχές, αγριότοπους, πάνω από πόλεις και πολιτείες. Μέσα σε αέρινη σιγή, πούπουλο που θροΐζει, παρασυρμένοι από τα κύματα ηφαιστείου που σκάει, ψηλά, κι όλο ψηλότερα ανεβαίνοντας, θα γελούσαν και θα φώναζαν ο ένας του άλλου το όνομα το όνομά του. Ή άλλων ονόματα, αγέννητων ακόμα, ή άλλων που πέθαναν από παλιά και χάθηκαν από φθινοπωρινούς ανέμους, από τους ανέμους της θάλασσας, ή από τη σιωπηλή ερημιά ενός ανέμου από αερόστατο, ενός ανέμου χημικής φωτιάς. Και θα ένιωθε ο καθένας να σαλεύουν τα ανάλαφρα πούπουλα των φτερών του, και να βλασταίνουν βαθιά θαμμένα και να ξεπροβάλλουν τρυπώντας τις ωμοπλάτες! Και θα άφηνε ο καθένας πίσω του τον απόηχο του πετάγματός του, έναν ήχο που θα περικύκλωνε τη γη με τους ανέμους, και πάλι θα την περικύκλωνε, και θα ξαναμιλούσε, σε άλλα χρόνια στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους, που θα ήταν βυθισμένα στον ύπνο, κι όμως θα άκουγαν καθαρά τον ακοίμητο ουρανό του μεσονυχτίου.
Ψηλά, ακόμα πιο ψηλά πατέρα! Μια ανοιξιάτικη παλίρροια, μια καλοκαιρινή φουσκοθαλασσιά, ένας αστέρευτος ποταμός από φτερά!
Ένα κουδούνι χτύπησε σιγά.
Όχι, ψιθύρισε. Θα ξυπνήσω σε λίγο. Περίμενε...
Το Αιγαίο γλίστρησε κάτω από το παράθυρο και χάθηκε. Οι δίνες του Ατλαντικού, η γαλλική εξοχή, διαλύθηκαν κάτω στην έρημο του Νέου Μεξικού. Μες στο δωμάτιό του, πλάι στο κρεβάτι που κοιμόταν, δε σάλεψε κανένα πούπουλο κολλημένο με κερί. Απέξω, δεν ταλαντεύτηκε κανένα αχλάδι στον άνεμο, δεν μπήκε μπρος καμιά μηχανή πεταλούδας. Απέξω, μονάχα ένας πύραυλος, ένα εύφλεκτο όνειρο, που περίμενε την αφή των χεριών του για να υψωθεί στα ουράνια.
Την τελευταία στιγμή μέσα στον ύπνο του, κάποιος ρώτησε το όνομά του.
Ήρεμα, έδωσε την απάντηση όπως την είχε ακούσει όλες τις ώρες από τα μεσάνυχτα κι εδώ.
"Ίκαρος Μογγοφλιέρος Εφευρέτης".
Το επανέλαβε αργά ώστε αυτός που τον ρωτούσε να μπορεί να θυμηθεί τη διάταξη των λέξεων και την προφορά ίσαμε την τελευταία απίστευτη συλλαβή.
"Ίκαρος Μογγοφλιέρος Εφευρέτης".
"Γεννηθείς: εννιακόσια χρόνια προ Χριστού. Δημοτικό: Παρίσι, 1783. Γυμνάσιο: Κίττυ Χόουκ, 1903, Αποφοίτηση, ξεκίνημα από τη Γη στη Σελήνη: σήμερα, αν θέλει ο Θεός, πρώτη Αυγούστου 1971. Θάνατος και ενταφιασμός, καλώς εχόντων των πραγμάτων: Αρης, καλοκαίρι του 1999, χρονιά της Εορτής του Κυρίου".
Έπειτα ξύπνησε..
Σε λίγο διασχίζοντας την έρημο Ταρμάκ, άκουσε κάποιον να ξεφωνίζει..
Δε μπορούσε να ξεχωρίσει αν υπήρχε κανείς πίσω του. Κι αν ήτανε μια φωνή ή πολλές, αν ήτανε νεανικές φωνές ή γερασμένες, αν ήτανε κοντά ή μακριά, αν δυνάμωναν ή αν κόπαζαν, αν του ψιθύριζαν ή αν του φώναζαν και τα τρία καινούρια του ονόματα, ούτε κι αυτό μπορούσε να ξεχωρίσει. Δε στράφηκε να δει.
Γιατί ο άνεμος δυνάμωνε σιγά σιγά και τον έσπρωχνε αμετάκλητα μες στην έρημο, προς τα εκεί που τον περίμενε, σημαδεύονταν τον ουρανό, ο πύραυλος.