![]() |
![]() |
Βασίλης Καράδαης
"Και τι σημαίνει αυτό δηλαδή; Ότι μπορούν να υπάρξουν ταξίδια στο χρόνο;..."
"Ίσως... Ναι, ίσως αυτό ακριβώς."
Η πνιγερή ατμόσφαιρα της βιβλιοθήκης έριχνε αλαφρές σκιές στο ταλαιπωρημένο πρόσωπο του γέρου καθηγητή. Τόνιζαν τις ρυτίδες, έσβηναν τα χρώματα... Ό,τι ξέρουν καλά να κάνουν οι σκιές. Ο Σίμος έβλεπε τον παλιό του δάσκαλο και τωρινό του συνάδελφο έτοιμο να καταρρεύσει - από την πολλή δουλειά, υπέθεσε.
"Αν δεν το είχα διαβάσει με τα μάτια μου, δεν ξέρω πώς θα το αντιμετώπιζα... Γιατί δεν το δημοσιεύεις;"
Ο καθηγητής δίστασε για μια στιγμή.
"Μα δεν καταλαβαίνεις;... Ετούτη η επιχειρηματολογία αγγίζει την επιστημονική φαντασία μάλλον, παρά τα μαθηματικά. Είναι αυτό που είπες σχεδόν κι εσύ, είναι κάτι το επιστημονικώς απαράδεκτο... Ανεξάρτητα αν οι κοσμολόγοι φλερτάρουν χρόνια τώρα με την ιδέα." Ένα δειλό χαμόγελο μόλις που ξέφυγε από τις σκιές. "Χωρίς βέβαια να τα έχουν καταφέρει ποτέ τους."
"Πρέπει όμως να το προωθήσεις. Ακόμη και αν λογίζεται 'απαράδεκτο' οφείλεις να το ελέγξεις. Εμένα τουλάχιστον μου φαίνεται βάσιμη η πορεία που ακολούθησες - και το μελετώ τόσο καιρό τώρα. Πρέπει να το δει ο κόσμος. Για να πειστούμε όλοι μας. Εγώ αυτό λέω... Ταξίδια στο χρόνο... με τέτοιο τρόπο;"
Ακουγόταν ακόμη απίστευτο. Ο καθηγητής έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τα δακτυλογραφημένα φύλλα - την εργασία του.
Τόσο απλός τίτλος. Τόσο ριζοσπαστικός. Τόσο μη μαθηματικός. Τον λάτρευε. Και ίσως να έπρεπε να τον είχε κρατήσει μόνο για δικό του τελικά. Ίσως ότι τον έδειξε και στο Σίμο ακόμη, να ήταν λάθος... Όμως ο Σίμος επέμενε.
"Μη διστάζεις. Και στο κάτω-κάτω μην είσαι σίγουρος ότι όλοι θα καταλάβουν τη σημασία της μεθόδου σου..."
Ο καθηγητής πήγε να γελάσει αλλά έβηξε.
"Εσύ όμως την κατάλαβες."
"...Εντάξει. Δεν θέλω να γίνω φορτικός. Απ' ό,τι κατάλαβα φοβάσαι- διστάζεις να το στείλεις αν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Πρόκειται για σπουδαία εργασία... Ακόμη και λάθος να υπάρχει-"
Ο Σίμος κοίταξε κατάματα τον παλιό του δάσκαλο αναγκάζοντάς τον να κοιτάξει κι εκείνος.
"Ευγένη... Δεν υπάρχει λάθος εδώ μέσα - και έχω την εντύπωση ότι το ξέρεις πολύ καλά αυτό."
Στη νότια πτέρυγα του πέμπτου ορόφου του κτηρίου των θετικών επιστημών βρίσκονταν τα γραφεία των γεωμετρών και των αλγεβριστών. Στην άκρη του διαδρόμου, δίπλα στις τουαλέτες, υπήρχε μια παλιά στενή πόρτα, που αν δεν την ήξερες, δεν θα της έριχνες παραπάνω από μία αφηρημένη ματιά. Η πόρτα άνοιγε στη μικρή αίθουσα 513, που χρησιμοποιόταν εδώ και πολλά χρόνια μόνο για τις διαλέξεις επάνω στα θεμέλια των μαθηματικών, αυτά που οι υποψιασμένοι της επιστήμης ονομάζουν 'μεταμαθηματικά'. Λόγω της φύσης και της ανάλογης φήμης των μαθημάτων αυτών, η αίθουσα παρέμενε άγνωστη ακόμη και σε πολλούς φοιτητές της ίδιας της σχολής.
Παρασκευή απόγευμα, τέσσερα άτομα ήταν μαζεμένα στην 513. Ήταν προχωρημένος Μάιος και το μάθημα της θεωρίας συνόλων πλησίαζε στην κορύφωσή του. Οι δύο φοιτητές και η μία φοιτήτρια παρακολουθούσαν τον καθηγητή τους να ξεδιπλώνει τις σημασίες πίσω από τα σύμβολα του πράσινου πίνακα και ένιωθαν περίπου σαν να έβλεπαν κάποια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή. Εκείνος, αδύνατος και ανεπαίσθητα σκυφτός, με αδιάφορο ντύσιμο και στρόγγυλα γυαλιά χωρίς σκελετό, χάιδευε τα γκριζόμαυρα γένια του καθώς μιλούσε, λερώνοντάς τα με κιμωλία και λίγο ιδρώτα, κοιτώντας πέρα από τον πίνακα. Από την τζαμαρία πίσω του ο ήλιος έδυε και έριχνε ζωηρές πορτοκαλιές και κίτρινες αχτίδες στην αίθουσα. καθρεφτίζονταν στο ολότελα γυμνό κεφάλι του και κέντριζαν τα βλέμματα των παιδιών. Και -περίεργο- δεν ήταν αστείο θέαμα, παρά συνέβαλλε κι αυτό στην κάπως μαγική ατμόσφαιρα του χώρου.
"Σύμφωνα λοιπόν με την υπόθεση του συνεχούς, δεν υπάρχει πληθάριθμος που να είναι ταυτόχρονα μεγαλύτερος από το άλεφ μηδέν και μικρότερος από τη δύναμη του συνεχούς."
Παίρνοντας το χέρι από το σαγόνι του, έδειξε τον σχετικό τύπο στον πίνακα:
"Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο πι. Με άλλα -πιο απλά- λόγια, δεν υπάρχει σύνολο που να είναι και μεγαλύτερο από το σύνολο των φυσικών αριθμών και μικρότερο από το σύνολο των πραγματικών αριθμών."
Τα τρία παιδιά έμειναν αμίλητα προσπαθώντας σκληρά να αντιληφθούν τι ακριβώς σήμαινε αυτή η 'υπόθεση του συνεχούς' και γιατί ήταν τόσο σημαντική. Ο καθηγητής τους άφησε να το παλέψουν μόνοι τους για κάμποσα δευτερόλεπτα πριν επαναλάβει.
"Τι λέει δηλαδή η υπόθεση του συνεχούς; Ότι ανάμεσα στους φυσικούς και τους πραγματικούς αριθμούς δεν υπάρχει κανένα άλλο σύνολο -όσον αφορά στο μέγεθος φυσικά."
Τους κοίταξε.
"Καλά μέχρις εδώ;..."
Το ένα από τα δύο αγόρια κοίταζε χάσκοντας τον πίνακα και ήταν φανερό ότι το μυαλό του βολόδερνε αβοήθητο μέσα στη συμβολοθάλασσα του πίνακα. Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι για να σημειώσει τα τελευταία λόγια του καθηγητή. 'Πάντα οι πιο πρακτικές,' σκέφτηκε από μέσα του, 'γράψε τα στο τετράδιο και τα μελετάς με την ησυχία σου στο σπίτι...'
Ο τρίτος φοιτητής σήκωσε σκεφτικός το χέρι του και έδειξε τον τύπο στον πίνακα.
"Αυτή είναι μία 'υπόθεση'... Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί, έτσι δεν είναι;"
"Πράγματι, δεν έχει αποδειχθεί..." είπε ο καθηγητής περιμένοντας το ολίσθημα.
"Κάτι σαν το θεώρημα του Fermat ή την εικασία του Goldbach δηλαδή..."
Μετά από πολλά χρόνια διδασκαλίας επάνω στο ίδιο αντικείμενο γίνεσαι σχεδόν θεατής της όλης διαδικασίας παρά συμμετέχεις σε αυτήν. Η απορία του φοιτητή ήταν ένα από τα καθιερωμένα δρώμενα του μαθήματος για τον καθηγητή - σχεδόν κάθε χρονιά θιγόταν το ίδιο ζήτημα με παρόμοιο τρόπο.
"Λάθος. Το ότι μιλάμε για μία 'υπόθεση' αντί για μία 'εικασία' έχει διαφορά. Όταν ο Cantor διατύπωσε για πρώτη φορά την πρόταση αυτή, τη διατύπωσε ως εικασία, δηλαδή ως μία πρόταση που είτε θα αποδειχθεί ότι ισχύει -όπως πίστευε και ο ίδιος- ή αντίθετα ότι δεν ισχύει. Αυτό έγινε φερειπείν με το τελευταίο θεώρημα του Fermat: όταν το διατύπωσε πίστευε ότι ισχύει - βέβαια πίστευε ότι το είχε αποδείξει κιόλας, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα. Το γεγονός ότι δεν είχαμε στα χέρια μας την απόδειξη της πρότασης ήταν που την ανήγαγε σε 'εικασία'. Τώρα πλέον που αποδείχθηκε η ισχύς της, κατοχυρώθηκε ως θεώρημα - αν και καταχρηστικά ονομαζόταν έτσι και πρωτύτερα.
Από την άλλη, η εικασία του συνεχούς, όπως απέδειξαν ο Godel και ο Cohen, δεν είναι δυνατό να δειχθεί ούτε ότι ισχύει ούτε ότι δεν ισχύει. Δηλαδή δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αποδείξουμε την υπόθεση του συνεχούς ούτε και την αντίθετη πρόταση, δηλαδή την άρνησή της. Συνεπώς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βασιστούμε στη διαίσθησή μας και να υποθέσουμε ότι ισχύει ή ότι δεν ισχύει. Εξ ου και η 'υπόθεση'."
Ο φοιτητής που έκανε την ερώτηση απέμεινε να επεξεργάζεται την απάντηση που πήρε. Ο καθηγητής συνέχισε.
"Αυτή η περίπτωση βέβαια μας θυμίζει μία άλλη παρόμοια γνωστή περίπτωση, εκείνη της ευκλείδειας γεωμετρίας. Το περίφημο πέμπτο αίτημα του Ευκλείδη, το αίτημα της παραλληλίας, είναι μία πρόταση την οποία αιώνες προσπαθούσαμε να αποδείξουμε ώσπου τελικά βρήκαμε ότι δεν μπορούμε καν να την αποδείξουμε."
Οι φοιτητές ένιωθαν δέος μπροστά σε μία τέτοια συνειδητοποίηση. Αυτό που δεν αντιλήφθηκαν όμως ήταν ότι και ο καθηγητής τους, ο Ευγένης Σηρόπουλος, ένιωθε επίσης δέος, αν και όχι για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Με σταθερή, μαθημένη φωνή συνέχισε.
"Η περίπτωση της γεωμετρίας ήταν ευτυχής διότι ήμαστε σε θέση να βασιστούμε με άμεσο τρόπο στη διαίσθησή μας και να δεχτούμε το πέμπτο αίτημα ως αληθές: δηλαδή να δεχτούμε ότι από σημείο εκτός ευθείας περνά ακριβώς μία παράλληλη ευθεία προς την πρώτη - ούτε δύο ούτε τρεις, αλλά ούτε και καμία. Στην περίπτωση όμως της θεωρίας των συνόλων τι γίνεται; Είμαστε πάλι σε θέση να βασιστούμε στη διαίσθησή μας; Να αξιώσουμε ότι η υπόθεση του συνεχούς ισχύει, δηλαδή ότι δεν υπάρχει σύνολο ανάμεσα στα σύνολα των φυσικών και των πραγματικών αριθμών; Ή να υποθέσουμε το αντίθετο, ότι δηλαδή υπάρχει τέτοιο σύνολο; Ακόμη, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει, αυτό θα είναι ένα μόνον ή περισσότερα; Πώς απαντά η διαίσθησή μας;"
Όταν τα παιδιά συνειδητοποίησαν ότι η ερώτηση δεν ήταν ακριβώς ρητορική αλλά απευθυνόταν και σε αυτούς, επέλεξαν ομόφωνα να κάνουν ότι δεν το κατάλαβαν.
"Η αλήθεια είναι ότι δεν απαντά. Μόνο μισόλογα και αοριστολογίες μπορεί να μας δώσει. Φυσικά δεν έχει βρεθεί τέτοιο σύνολο στα μαθηματικά: αυτό θα απεδείκνυε άμεσα ότι η υπόθεση του συνεχούς δεν ισχύει, πράγμα που ο Cohen απέδειξε ότι δεν μπορεί να γίνει. Εξάλλου ο ίδιος ο Cantor πίστευε τότε στην αρχή ότι η υπόθεση του συνεχούς ήταν αληθής. Μήπως θα έπρεπε λοιπόν να εμπιστευθούμε την κρίση του;
Στη γεωμετρία, ένας ο Lobatchevsky και ένας ο Riemann απέρριψαν την κρίση του Ευκλείδη, αντικατέστησαν το αίτημα της παραλληλίας με τις αρνήσεις του και οδηγηθήκαμε στις μη ευκλείδειες γεωμετρίες. Όπως γνωρίζουμε καλά, η ασεβής αυτή τακτική εξυπηρέτησε πολύ τον Einstein στη σχετικότητά του. Μήπως πρέπει και εδώ να ακολουθήσουμε τέτοια τακτική; Και πού όμως θα μπορούσε να μας εξυπηρετήσει αλήθεια;..."
Ο Σηρόπουλος έκανε δυο βήματα προς μία κοντινή σε αυτόν καρέκλα και σχεδόν σωριάστηκε πάνω της. Τα παιδιά μόλις τότε κατάλαβαν ότι ο καθηγητής τους φαινόταν να είναι εξαντλημένος. Μέχρι τότε άκουγαν μόνο τη φωνή του, αργή και σταθερή, πειστική, σε σημείο να σε καθησυχάζει και να σε συγκινεί ταυτόχρονα.
"...Εν πάση περιπτώσει, η θεωρία συνόλων σε τούτο το σημείο διακλαδίζεται ερευνητικά και έχουμε ένα κλάδο να υιοθετεί την υπόθεση του συνεχούς και τον άλλο να την απορρίπτει. Από το σημείο αυτό όμως και μετά δεν έχουμε ασφαλή εποπτεία στα μαθηματικά που κάνουμε και αυτό τυγχάνει να συνδέεται άμεσα με την χρησιμότητά τους στα υπόλοιπα μαθηματικά. Μην ξεχνάτε ότι η θεωρία αυτή ξεκίνησε με τη φιλοδοξία να θεμελιώσει τα γνωστά μαθηματικά, να τα 'ενοποιήσει', για να μιμηθώ τους θεωρητικούς φυσικούς. Η θεμελίωση αυτή είδαμε ότι έφτασε να επεκτείνει την επιστήμη σε ασύλληπτο βαθμό, είδαμε τα μαθηματικά ως την επιστήμη που διαπραγματεύεται, που δαμάζει το άπειρο. Είδαμε το άπειρο να διαβαθμίζεται το ίδιο σε διαφορετικού μεγέθους άπειρα... Η θεωρία συνόλων μάς δίδαξε αυτό: δεν υπάρχει μόνον ένα άπειρο, υπάρχει μία άπειρη αύξουσα σειρά απείρων! Το πρώτο στη σειρά αυτή -και το πιο μικρό- είναι το πλήθος των φυσικών αριθμών. Αν δεχθούμε την υπόθεση του συνεχούς, το αμέσως επόμενο άπειρο είναι το πλήθος των πραγματικών αριθμών, ενώ αν δεν τη δεχθούμε, οι πραγματικοί είναι κάποιο από τα επόμενα... Αυτά τα συμπεράσματα, μπορούμε να πούμε ότι τουλάχιστον αρκούν για τα υπόλοιπα μαθηματικά."
Σήκωσε αργά το χέρι του, πήρε μια ανάσα και κοίταξε το ρολόι του.
"Υπάρχουν απορίες;"
Κύλησαν καμιά ντουζίνα δευτερόλεπτα. Ακουγόταν μόνο το στυλό της κοπελιάς στο χαρτί.
"...Να κάνω μία ερώτηση;" Ήταν ο ίδιος φοιτητής. Από εκείνα τα -κατά τα άλλα έξυπνα ή καλά- παιδιά που όμως όσο και αν προσπαθούν δεν μπορούν να καταπνίξουν το σύμπλεγμα επίδειξης που τους κατατρέχει, αναζητώντας πάντα την ευκαιρία να διατυπώνουν τις σοβαρές τους ερωτήσεις. Και ο Σηρόπουλος σχεδόν αποζητούσε τη σοβαρή ερώτηση που μόλις πριν λίγους μήνες είχε απαντήσει για τον εαυτό του.
"Φυσικά."
"Γίνεται την επόμενη Παρασκευή να μεταθέσουμε το μάθημα μία ή δύο ώρες νωρίτερα; Θα γίνει ένα θεατρικό στο μεγάλο αμφιθέατρο και..."
"...Καλά, ας αρχίσουμε μία ώρα νωρίτερα."
Στο παλιό γραφείο δεν υπήρχε φως. Από τις βρώμικες κουρτίνες του παραθύρου μόνο κατάφερνε να βουτήξει στο σκοτάδι λίγο από το φεγγάρι. Ένα νυχτοπούλι φτερούγιζε πάνω σε κάποιο κλαδί από έξω, αλλά δεν έβγαζε λαλιά. Οι ευθύγραμμες σκιές των επίπλων ήταν πηχτές στο ισχνό φεγγαρόφωτο, όμως πια ούτε αυτές μπορούσε να ατενίσει ο κουρασμένος μαθηματικός. Τα βλέφαρά του ήταν τόσο βαριά που νόμιζε ότι θα βουλιάξουν μέσα στα μάτια του. Το μόνο που κινιόταν ακόμη στο σώμα του ήταν η καρδιά του, αν και ήξερε ότι δεν θα άντεχε κι αυτή για πολύ περισσότερο. Ήταν θα έλεγε κανείς θαύμα το ότι κατάφερε να επιστρέψει στο γραφείο του πάλι. Ήθελε όμως πολύ να τελειώσει εδώ, στο χώρο του, στο χρόνο του. Όχι ως αυτόχειρας, αλλά ως ταξιδιώτης αποκαμωμένος από τις μακρινές πορείες, που επιτέλους γυρνά στο σπίτι του.
Και πόσο μακρινές αλήθεια!... Κατά βάθος ήταν ικανοποιημένος. Είχε δώσει απάντηση σε δύο θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου, ένα μαθηματικό και ένα υπαρξιακό. Πάντα όμως πίστευε ότι τα μαθηματικά είναι η επιστήμη της ύπαρξης... Τώρα το είχε αποδείξει κιόλας. Και διέψευσε τον Cantor. εξήγησε το Χριστό. κατέρριψε τις εξεζητημένες θεωρίες της μοντέρνας φυσικής. γελοιοποίησε κάθε μεταφυσικό δόγμα. Αν οι μύες του τον υπάκουαν θα του έπλαθαν ένα θριαμβευτικό χαμόγελο στα χείλη.
Όμως αυτή η κούραση... Θα έπρεπε να υποψιαστεί από την αρχή ότι θα υπήρχε κάποιο τίμημα. Ακόμη και όταν το κατάλαβε πάντως δεν έπαψε να ταξιδεύει. Δεν μετάνιωνε για τίποτε... Ίσως μόνο για το Σίμο. Ο ίδιος δεν είχε τίποτε να χάσει, ήταν μόνος του εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς παιδιά, χωρίς γυναίκα, με ξεχασμένους συγγενείς. Ο Σίμος όμως ήταν αλλιώς. Θα μπορούσε να αντισταθεί στην πρόκληση; Θα το ήθελε;
Το νυχτοπούλι από έξω έκρωξε μία, δύο φορές, χτύπησε τα φτερά του άλλη μία, και απομακρύνθηκε μέσα στη νύχτα. Και ο Σηρόπουλος ήξερε ότι ο χρόνος του είχε τελειώσει πια.
Ο Σίμος Πηλιάδης βρισκόταν εκείνη την Κυριακή μόνος στο γραφείο του και ένιωθε κουρασμένος. Η γυναίκα του τον είχε καλέσει τέσσερις φορές από το πρωί. κάθε φορά της έλεγε ότι είχε δουλειά να κάνει και ότι θα επέστρεφε αργότερα. Την τελευταία φορά τον ρώτησε αν υπάρχει κανένα πρόβλημα, και εννοούσε μήπως ο Σίμος γνώρισε κάποια άλλη γυναίκα και θέλει να χωρίσουν και να διαλύσει έτσι έναν υπέροχο γάμο έντεκα χρόνων, αφήνοντας πίσω του δύο παιδιά και μία άνεργη- ο Σίμος εκνευρίστηκε.
"Για το Θεό, ρε Εύα... Έχω δου-λειά, μην βάζεις τίποτε άλλο στο νου σου!"
"Με ποιον μιλάς τότε συνέχεια στο τηλέφωνο από το πρωί;"
"..."
"Ποιος άλλος συνάδελφός σου δουλεύει τέτοια μέρα και τέτοιες ώρες, μου λες; Ποιον θα μπορούσες να παίρνεις τηλέφωνο τόσες ώρες;"
Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Άκουγε μάλιστα στο βάθος την μικρή του κόρη ήδη να κλαψουρίζει φοβισμένη. Δεν ήταν καλή η στιγμή να της απαριθμήσει τους συναδέλφους του που όντως εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στο κτήριο δουλεύοντας.
"Εύα, δεν μπορώ να σου μιλήσω αυτή τη στιγμή..."
"Και γιατί δεν δουλεύεις εδώ στο σπίτι; Λίγες φορές το έχεις κάνει μήπως;"
Ο Σίμος δεν είχε κουράγιο για τέτοια. Νιώθοντας ότι αργότερα θα το μετάνιωνε ίσως πικρά, τράβηξε το καλώδιο του τηλεφώνου από την πρίζα και άφησε το ακουστικό να πέσει στο πάτωμα. Ένιωθε αδύναμος να αντεπεξέλθει πια σε ο,τιδήποτε. Ο Σηρόπουλος εδώ και τέσσερις ώρες δεν απαντούσε στο σπίτι του, ούτε και ήταν στο γραφείο του. Δεν θα μπορούσε όμως να είναι και πουθενά αλλού. Εδώ και πολλή ώρα πάλευε με τον εαυτό του: σκεφτόταν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να πάει στο σπίτι του καθηγητή, να του μιλήσει και από την άλλη ένας αδικαιολόγητος φόβος στα σωθικά δεν τον άφηνε να σηκωθεί από τη καρέκλα του. Δεν ήταν μόνο ο φόβος όμως. ήταν και η καινούργια λαχτάρα. Αυτή που νιώθει το παιδί για κάθε καινούργιο του παιχνίδι.
Μπροστά του κείτονταν αραδιασμένα τα φύλλα από την εργασία του Σηρόπουλου και κάποια φύλλα με τις δικές του σημειώσεις. Τον τρόμαζε αυτό που είχε ανακαλύψει ο παλιός του καθηγητής. Τον τρόμαζε κυρίως επειδή ήταν τόσο απλό. Επειδή τελικά μπορούσε να το δοκιμάσει οποιοσδήποτε. Ή τουλάχιστον, οποιοσδήποτε πίστευε στα μαθηματικά...
Όμως υπήρχε ακόμη και εκείνη η γνώριμη γλυκιά αίσθηση που αφήνει κάθε καινούργια μαθηματική εμπειρία. Ένα δέος τον είχε κυριεύσει από τις πρώτες ακόμη σελίδες της εργασίας, όταν την πρωτοπήρε στα χέρια του δύο μήνες περίπου πριν. Εκείνο το ρίγος που ταξιδεύει στην πλάτη και το σβέρκο και σου αφήνει τελικά ένα χαμόγελο στα χείλη. Ασυναίσθητα διάβασε ξανά τις πρώτες γραμμές του abstract.
"Στην παρούσα εργασία εξετάζεται μία πειραματική μέθοδος έκφρασης και ελέγχου της υπόθεσης του συνεχούς με χωροχρονικούς όρους. Συνολοθεωρητικές έννοιες ερμηνεύονται στο χωροχρονικό μοντέλο CHSTM (continuum hypothesis space-time model) και προτείνεται ένα πρότυπο πείραμα στα πλαίσιά του."
Η τελευταία αυτή φράση... Ο Σίμος ρίγησε - και δεν ήταν μόνο από μαθηματική ηδονή. Ο παλιός του δάσκαλος είχε κάνει τη μεγαλύτερη υπέρβαση που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί: είχε εισχωρήσει επιστημονικά στο μη-παρατηρήσιμο, στο μη-επιστημονικό... Με αυτόν τον τρόπο φυσικά αρνιόταν την ίδια την επιστήμη. Θυμήθηκε εκείνο το καταχρασμένο αρχαίο σύμβολο, το φίδι να τρώει την ουρά του.
("...Είδαμε λοιπόν ότι το ισοπληθές μεταξύ του χώρου και του χρόνου μπορεί να συνεπάγεται την εμφύτευση στο χωροχρόνο ενός κλασματογενούς συνόλου (fractal) J, αναγκαστικά μικρότερου από το σύνολο των πραγματικών αριθμών. Θα είναι όμως και μεγαλύτερο από το σύνολο των φυσικών αριθμών; Λησμονώντας για την ώρα τις κατά τα άλλα μνημειώδεις εργασίες των Godel και Cohen, περιγράφουμε τις ιδιότητες του συνόλου Θ σαν αυτό να υπήρχε όπως το θέλουμε...")
Με μία απότομη κίνηση πετάχτηκε από την καρέκλα του και έφτασε τρεκλίζοντας στο ανοιχτό παράθυρο. Ακούμπησε τα χέρια στο περβάζι και ατένισε από πέντε πατώματα ψηλά το βρώμικο ακάλυπτο του υπογείου.
("...Αρχικά δείχνουμε ότι η εμφύτευση του συνόλου Θ στο συνήθη χωρόχρονο -τον οποίο θα συμβολίζουμε με z- γίνεται με ομοιόμορφο τρόπο, δηλαδή ότι τα δύο σύνολα επικοινωνούν μεταξύ τους σε σημεία κατανεμημένα ομοιόμορφα στο χωρόχρονο z. Τα σημεία επικοινωνίας των δύο συνόλων θα τα ονομάσουμε σημεία αμοιβαίας μετάβασης ενώ τη μετάβαση από το ένα σύνολο στο άλλο θα την ονομάσουμε καντοριανό ταξίδι. Το φυσικό νόημα όλων αυτών θα θιγεί στα επόμενα...")
Δεν υπήρχε κανένα ίχνος... Τι να έβλεπε άραγε ένας παρατηρητής την ώρα της μετάβασης; Υπήρχαν πολλά σκοτεινά σημεία στο πείραμα του Σηρόπουλου. Πολλές προεκτάσεις - πτυχές ανεξερεύνητες. Η εργασία αυτή ήταν ένα ερευνητικό χρυσωρυχείο. Μέσα του ο Σίμος ήξερε πάντως ότι μετά από αυτή, η επιστήμη δεν θα έμενε πια η ίδια. Οι σελίδες αυτές του δασκάλου του ήταν μάλλον ένα μανιφέστο επιστημονικής επανάστασης, παρά ένα σύνολο από απλές μαθηματικές διαπιστώσεις. Ήταν ένας κόμβος όπου τα μαθηματικά συναντούσαν τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, τη βιολογία σε θεμελιώδες επίπεδο. Τι να σήμαινε πια έρευνα; Του Σίμου του ερχόταν να γελάσει από χαρά.
("...Υπάρχει όμως το σύνολο J; Μέσα στα μαθηματικά φυσικά δεν μπορούμε να απαντήσουμε ούτε καταφατικά ούτε αρνητικά. Ωστόσο προτείνουμε το εξής πείραμα στα πλαίσια του CHSTM που αναπάντεχα δίνει απάντηση...")
Του έρχονταν στο μυαλό παλιές παραδοσιακές απόψεις και τις γκρέμιζε μία-μία, νιώθοντας σαν ήρωας σε shoot-em-up. Ποιος ήταν που είχε πει ότι ποτέ δεν θα μπορέσουν να γίνουν ταξίδια στο χρόνο, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να μας έχουν κατακλύσει ορδές τουριστών από το μέλλον; Για σκέψου! Στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει... Πόσοι άραγε να κυκλοφορούν ανάμεσά μας, νεκροί παρελθόντων και μελλόντων χρόνων, ακόμη κι αν δεν ήξεραν τα μαθηματικά για να το κάνουν;...
Λέγανε ακόμη ότι στα μαθηματικά ό,τι είναι να κάνεις θα το κάνεις νέος. Ο Σίμος το είχε πρωτακούσει ως φοιτητής ακόμη και σχεδόν είχε κυριευθεί από άγχος. Πόσο αστείο ακουγόταν αυτό τώρα! Τώρα που ο Σηρόπουλος είχε κάνει τη σημαντικότερη ανακάλυψη όλης της ανθρώπινης ιστορίας στα εβδομήντα έξι του... Φυσικά, μόνο τώρα θα μπορούσε να κάνει μαθηματικά με το θάνατο, μια και δεν υπάρχει άλλη ηλικία στην οποία τον σκέφτεσαι τόσο σοβαρά.
Ένα κύμα συγκίνησης χτύπησε το Σίμο. Δάσκαλε, δάσκαλε... Τόσα χρόνια μόνος να παλεύεις με άδεια τοπία... Έτσι λοιπόν τα πάλευες; Με μαθηματικά; Σκέφτηκε ξανά να τηλεφωνήσει και έκανε να γυρίσει προς το γραφείο. Κινιόταν με δυσκολία. Λες και ανεβοκατέβαινε σκάλες για ώρες - και πάλι όχι ακριβώς έτσι... Ένιωθε σαν ταξιδιώτης που έχει αποκάμει από πολυετείς αναζητήσεις στα ξένα - όπως και ο δάσκαλός του, ο οποίος όμως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν πολύ-πολύ μακριά. Θα περίμενε καλύτερα να ξεκουραστεί πρώτα. Ή όχι; Θα ξεκουραζόταν μια και καλή όταν θα επέστρεφε σπίτι.
Με κάποια προσπάθεια τελικά γύρισε την πλάτη στο παράθυρο. Είδε το τηλέφωνο δύο μέτρα μακριά του. το καλώδιο πεταμένο στο πάτωμα. Κίνησε προς τα κει αλλά ο ίλιγγος τον έριξε κι αυτόν στο πάτωμα. Είχε πεθάνει ήδη πολλές φορές μέχρι τότε, και όμως ήταν η πρώτη φορά που ανησύχησε πραγματικά για τη ζωή του.
Όταν η Εύα Πηλιάδη έφτασε στο πανεπιστήμιο φοβόταν το χειρότερο - δεν ήξερε όμως τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιο. Η πανεπιστημιούπολη ήταν νεκρή από ανθρώπους αν και έσφυζε από αδέσποτα. Η μέρα ήταν κρύα για μαγιάτικη. Προχωρούσε σφίγγοντας στο σώμα της ένα ελαφρύ πανωφόρι - από την αγωνία μάλλον παρά από την ψύχρα.
Τις τελευταίες βδομάδες ο Σίμος ήταν χειρότερος από ποτέ: δεν του έβγαζες μιλιά. Αυτό -είχε μάθει πια η Εύα- σήμαινε ότι πάλευε με κάποια καινούργια μαθηματική ιδέα. Πράγματι έτσι γινόταν κάθε άλλη φορά, από τότε που τον πρωτογνώρισε ως συμφοιτητή στο δεύτερο έτος. Ήθελε να δαμάσει μόνος του πρώτα την καινούργια ιδέα και μετά θα τη μοιραζόταν μαζί της.
Όμως τώρα συνέβαινε και κάτι ακόμη... Ίσως ήταν απατηλή η ιδέα, όμως η Εύα ένιωθε τον άντρα της γερασμένο. Χωρίς να καταφέρει να την ερμηνεύσει, αυτή η εντύπωση της είχε καρφωθεί αμετάκλητα στο μυαλό. Πώς όμως να τον καταφέρεις να το συζητήσει; Εκείνος κάθε φορά την αντιμετώπιζε με τέτοιο τρόπο, που την έκανε να εκδηλώνει αντί για ανησυχία ζήλια... Αυτό περίμενε από κείνη, αυτό του έδειχνε. Τι ειρωνεία! Μετά από τόσα χρόνια γάμου να ψάχνεις ακόμη για κώδικες επικοινωνίας. Η Εύα έπιασε τον εαυτό της να προσεύχεται. Και αυτό την ανησύχησε ακόμη περισσότερο.
Ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή που αντίκρισε τον άντρα της να αφήνεται από το παράθυρο του γραφείου του στο κενό.
Δεν κατάλαβε αν τσίριξε ή όχι. Ούτε ότι έτρεχε πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά στη ζωή της. Ήθελε ίσως να προλάβει. Την πτώση. Το αναπόφευκτο, άδικο τέλος. Όταν έφτασε, το αποσυναρμολογημένο σώμα που αντίκρισε ήταν πάρα πολύ για κείνη... Σωριάστηκε λιπόθυμη δίπλα στο πτώμα του άντρα της. Ένα ρυάκι αίμα, που ξεκινούσε από το αριστερό αυτί του Σίμου, πλησίασε δειλά-δειλά μία μπούκλα της και τη μούσκεψε λίγο στην άκρη... Μα μετά -λες και τρόμαξε- σταμάτησε, έκανε πίσω και χάθηκε.
Όταν η Εύα βρήκε πάλι τις αισθήσεις της, το σώμα του Σίμου δεν ήταν εκεί.
Όταν επιτέλους άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε η γυναίκα του, μόλις που μπορούσε να κρατήσει όρθιο το κεφάλι του. Μια λύπη τον έπιασε όταν είδε το πρόσωπό της και κατάλαβε...
Θεέ μου... Με είδε!... Αυτή ήταν...
Η Εύα τον είδε και άρθρωσε κάτι που δεν θα μπορούσες να ξεχωρίσεις για επιφώνημα χαράς ή φρίκης. Δεν είχε τρελαθεί όμως. Όχι ακόμη τουλάχιστον. Όρμησε από πάνω του και κλαίγοντας τον αγκάλιασε σφιχτά, με δύναμη.
"Αγάπη μου!... Νόμιζα ότι είχες... Νόμιζα ότι σε είδα... Τι καλά, Θεέ μου, τι καλά!..."
Πήγε να της πει κάτι, μα το βρήκε σχεδόν ακατόρθωτο να κουνήσει τα χείλη του. Στο μεταξύ η Εύα έκλαιγε από καθαρή χαρά πια, με δυνατούς λυγμούς. Της πήρε αρκετή ώρα να καταλάβει ότι δεν ήταν όλα και τόσο καλά τελικά. Γύρισε και τον κοίταξε. εκείνος της αντιγύρισε μία κουρασμένη, λυπημένη μα και παράξενη ματιά.
"Σίμο... Τι έχεις;", και λίγος από τον πανικό επέστρεψε στη φωνή της.
Ο ετοιμόρροπος άντρας μάζεψε κουράγιο και άρχισε να της ψιθυρίζει χωρίς φωνή.
"Σ' αγαπώ, Εύα..."
"Κι εγώ σ' αγαπώ..."
"Είμαι ανόητος, Εύα... Αγαπάς έναν ηλίθιο."
"..."
"Ο Σηρόπουλος..."
"Τι ο Σηρόπουλος;"
"...πρέπει να 'χει πεθάνει ως τώρα..."
Τότε μόνο κατάλαβε ότι τον έχανε. Δεν ήξερε γιατί και πώς, ήταν όμως σίγουρη τώρα. Τα χέρια της χάιδευαν το γκρίζο κεφάλι του τελετουργικά και η αίσθηση της απώλειας την κυρίευε λίγο-λίγο.
"...Στο γραφείο... έχω κάτι σελίδες του Ευγένη... Είναι η τελευταία εργασία του... Αποδεικνύει ότι η υπόθεση του συνεχούς... δεν ισχύει..."
Η τελευταία κουβέντα κουβαλούσε τόσο αναπάντεχη πληροφορία που έκανε ακόμη και την Εύα να διακόψει τους λυγμούς της... Ήταν όμως αντανακλαστική η αντίδραση αυτή, προκλημένη από καταχωνιασμένες αναμνήσεις των έντονων φοιτητικών χρόνων. Στην πραγματικότητα δεν τον άκουγε πια. Άκουγε μόνο τον ήχο που έκανε ψιθυρίζοντας. Μόνο τον ήχο.
"...υπάρχει σύνολο ανάμεσα... ένα fractal... έδειξε ότι είναι μοντέλο... το σύνολο Θ ως ο χωρόχρονος του θανάτου... με πληθάριθμο μικρότερο από το χωρόχρονο ζ... το δικό μας δηλαδή... Τα δύο σύνολα... οι δύο χωρόχρονοι επικοινωνούν... στα σημεία που ένας άνθρωπος πεθαίνει... επικοινωνούν... Διάβασε και θα καταλάβεις..."
Το στόμα του ήταν στεγνό και οι ψίθυροι έβγαιναν από μέσα του με πόνο - σαν τις πέτρες που ξεκινάν από το νεφρό και βγαίνουν από την ουρήθρα. Όμως τις στερνές αυτές στιγμές ήθελε να μιλήσει στην αγαπημένη γυναίκα που τον αγκάλιαζε και τίποτε άλλο.
"...Μπορείς να ταξιδέψεις στο χρόνο Εύα... Το έκανα... Κάθε θάνατος είναι και ένα ταξίδι... Ο Σηρόπουλος το είπε καντοριανό... Τον συνάντησα τον Cantor... Τελικά... δεν είχε καθόλου χιούμορ... Θα μπορούσα να σου μιλάω μήνες... για τα ταξίδια που έχω κάνει αυτές τις μέρες... Δεν μπορείς να φανταστείς τι είδα... αρχαίους... και κατοπινούς... Όμως κουράστηκα... Κουράστηκα πολύ γλυκιά μου..."
Η Εύα είχε πια αφεθεί ολοκληρωτικά στο θρήνο της.
"Μην κλαις... θα βρεθούμε ξανά... Ο πόνος αυτός ανήκει εδώ... στο ζ... όχι εκεί..."
Έτσι ο Σίμος έκανε το τελευταίο του ταξίδι, και άφησε στο σύνολο ζ την Εύα να ακολουθεί το σκηνοθετικό πρότυπο που και οι αρχαίοι είχαν αγαπήσει: τη γυναίκα να κλαίει πάνω από το άψυχο αντρικό σώμα. Στο μεταξύ ο Σίμος ένιωθε όλο και πιο μικρός. Σχεδόν σημείο, που διαγράφει χαοτικές τροχιές πάνω σε παράξενες επιφάνειες.
("Cantor, συγχώρεσέ με...")