(Το τελευταίο κεφάλαιο από «ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ» του Anthony Burgess, το οποίο δεν έχει συμπεριληφθεί στην ελληνική έκδοση του βιβλίου...)
«ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ» - Anthony Burgess
ΜΕΡΟΣ 3 - Κεφάλαιο 7
Μετάφραση: Σπύρος Δροσάκης
(αδημοσίευτη μετάφραση από το πρωτότυπο)
«Λοιπόν, τώρα τί γίνεται, έ;».
Ήμουν εγώ, Ο Ταπεινός Αφηγητής σας, και οι τρεις κολλητοί μου, ο Λεν, ο Ρικ και ο Ταύρος, ο Ταύρος που τον λέγαμε Ταύρο για τον χοντρό μεγάλο λαιμό του και το πολύ βρώμικο γέλιο του, που ήταν όπως ενός μεγάλου και χοντρoύ ταύρου που ουρλιάζει «αουουουουουχχ». Καθόμασταν στο Κορόβα Μιλκ-μπάρ στύβοντας τα μυαλά μας για το τί θα κάναμε το απόγευμα, ένα σκοτεινό και κρύο, χειμωνιάτικο ξερό απόγευμα του κερατά. Γύρω μας ήταν άνθρωποι φτιαγμένοι με γάλα-συν-βελοσέτ και συνθεμέσκ και ντρενοκρόμ, και άλλα πράγματα που σε πάνε πολύ-πολύ μακρυά από αυτόν τον διεφθαρμένο και αληθινό κόσμο, στην χώρα όπου βλέπεις Τον Θεό Και Τους Ιερούς Αγγέλους Και Τους Αγίους Του πάνω στο αριστερό σου παπούτσι, με φώτα να σκάνε και να κυλάνε μέσα στο μυαλό σου. Αυτό που πίναμε εμείς ήταν το γνωστό γαλατάκι με τα μαχαίρια, όπως λέγαμε, που σε ακόνιζε και σε ετοίμαζε για λίγο βρώμικο «είκοσι-προς-ένα», αλλά σας τά 'χω πει αυτά και πριν.
Είμασταν ντυμένοι με την αποθέωση της μόδας, που αυτές τις μέρες ήταν πολύ φαρδιά παντελόνια και ένα πολύ χαλαρό μαύρο γυαλιστερό δέρμα, σαν γιλέκο, πάνω σε πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό για να φαίνεται το μαντήλι. Αυτόν τον καιρό ήταν στη μόδα να ξυρίζεις το κεφάλι, γι' αυτό είμασταν σαν φαλακροί με μαλλιά μόνο στις πάντες. Αλλά στα πόδια ήταν πάντα τα ίδια - πραγματικά τρομερά - χοντροπάπουτσα για να κλωτσάμε μούτρα.
«Λοιπόν, τώρα τί γίνεται, έ;».
Ήμουνα ο μεγαλύτερος σε ηλικία κι από τους τέσσερίς μας, και όλοι με κοίταζαν σαν αρχηγό τους, αλλά μερικές φορές είχα την αίσθηση πως ο Ταύρος ήθελε να αναλάβει αυτός την κατάσταση αφού ήταν πιο χοντρός και έβγαζε τρομερές κραυγές όταν ήταν στο μονοπάτι του πολέμου. Αλλά όλες οι ιδέες προερχόντουσαν από τον Ταπεινό σας Αφηγητή, ω αδερφοί μου, και βέβαια ήταν και η φάση που ήμουν διάσημος και είχα την φωτογραφία μου και άρθρα για μένα κλπ. κλπ. στις εφημερίδες. Επίσης είχα την καλύτερη δουλειά κι από τους τέσσερις, αφού ήμουν στην Εθνική Δισκογραφική Εταιρία με ένα πραγματικά τρομερό πορτοφόλι φίσκα στο χρήμα κάθε τέλος της βδομάδας, χώρια τους τσάμπα δίσκους για την πάρτη μου.
Αυτό το απόγευμα στο Κορόβα ήταν αρκετοί τύποι και τύπισσες και πιτσιρίκες και πιτσιρίκοι που γελάγανε και αγναντεύανε πέρα, και ανακατεύανε τις κουβέντες τους με τα παραμιλητά των απογειωμένων, και, μέσα σ' όλη την φασαρία, άκουγες τον Νεντ Ατσιμόντα να τραγουδάει «Εκείνη τη μέρα, ναι, εκείνη τη μέρα». Παραδίπλα ήταν τρείς πιτσιρίκες ντυμένες με την αποθέωση της μόδας, που ήταν μακριά ξέπλεκα μαλλιά βαμμένα άσπρα και ψεύτικα βυζιά να πετάγονται ένα μέτρο προς τα μπροστά, και πολύ-πολύ στενές και κοντές φουστίτσες με άσπρη δαντελίτσα από μέσα. Και είχαμε και τον Ταύρο, που έλεγε συνεχώς: «Έι, να μπούμε εκεί κάτω μπορούμε, τρείς από μας. Ο γερο-Λεν δεν ενδιαφέρεται. Αφήστε τον γερο-Λεν μόνο με τον Θεό του». Και ο Λεν του απαντούσε: «Μαλακίες-μαλακίες. Πού πήγε το πνεύμα τού «όλοι για έναν και ένας για όλους», έ, αγόρι;». Ξαφνικά ένιωσα πολύ πολύ κουρασμένος και συνάμα γεμάτος ενέργεια, και είπα:
«Έξω έξω έξω έξω έξω!!».
«Για πού;» ρώτησε ο Ρικ, πού 'χε μία φάτσα σαν του βατράχου.
«Ω, απλά να κόψουμε κίνηση παραέξω», είπα. Αλλά κάπως ένιωθα πολλή πλήξη και λίγη απελπισία, και ένιωθα συχνά έτσι τον τελευταίο καιρό, αδερφοί μου. Έτσι, γύρισα στον διπλανό μου, έναν τύπο που παραμίλαγε, και τού 'ριξα τρείς γρήγορες μπουνιές στην κοιλιά. Ούτε πήρε χαμπάρι τίποτα, αδελφοί μου, μόνο που συνέχισε να παραμιλάει για «...αυτοκινούμενες αρρώστιες που ακολουθούν τα ακροφύσια των ποπ-κορν...». Μετά, βγήκαμε έξω στην μεγάλη χειμωνιάτικη νύχτα.
Κατηφορίσαμε την Λεωφόρο Μαργκανίτα από την πλευρά που δεν περιπολούσαν μπάτσοι, οπότε, όταν συναντήσαμε έναν γερο-χαμένο που μόλις είχε φύγει από το κιόσκι με την εφημερίδα του παραμάσχαλα, είπα στον Ταύρο: «Εντάξει, Ταυράκο, πράξε όπως σοφά θα κρίνεις». Όλο και πιο πολύ τις τελευταίες μέρες έδινα τις διαταγές και παρακολουθούσα τους άλλους να τις εκτελούν. Έτσι, ο Ταύρος την έπεσε στον γεράκο, και οι άλλοι δύο τον έσπρωξαν και τον κλώτσησαν γελώντας όσο αυτός ήταν κάτω, και μετά τον άφησαν να συρθεί προς το σπίτι του κλαψουρίζοντας. Ο Ταύρος είπε:
«Τί θά 'λεγες για ένα ωραίο ποτηράκι από κάτι που να διώχνει το κρύο, ω Άλεξ;». Αυτό το πρότεινε γιατί δεν ήμασταν μακρυά από τον Δούκα της Νέας Υόρκης. Οι άλλοι δύο έγνεψαν (ναι ναι ναι), αλλά όλοι κοίταζαν εμένα για να δουν άν ήταν εντάξει. Έγνεψα, και την κάναμε. Μέσα στο μαγαζί ήταν οι γριές που θα θυμάστε από την αρχή, και όλες αρχίσανε: «Καλησπέρα, παλικάρια, ο Θεός να σας ευλογεί, αγόρια, τα καλύτερα παλικάρια, αυτό είστε», περιμένοντας να πούμε «Πώς πάει, κορίτσια;». Ο Ταύρος πάτησε το κουδούνι και ήρθε ο σερβιτόρος σκουπίζοντας τα χέρια του με μια λιγδιασμένη πετσέτα. «Το χρήμα στο τραπέζι, φιλάρες», είπε ο Ταύρος, βγάζοντας ταυτόχρονα το δικό του κουδουνιστό μάτσο. «Ουίσκι για μας, και το ίδιο για τις γιαγιούλες, έ;». Κι εγώ:
«Στο διάβολο. Ας πληρώσουν αυτές τα δικά τους». Δεν ξέρω τί συνέβαινε, αλλά τις τελευταίες μέρες είχα γίνει κακός. Ήταν μέσα στο μυαλό μου η επιθυμία να κρατήσω το ωραίο μου χρήμα, σαν να το μάζευα για κάποιον λόγο. Ο Ταύρος είπε:
«Τί στην έδωσε, αδέρφι; Τί τού 'ρθε του γερο-Άλεξ;».
«Στο διάβολο. Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Αυτό που μού 'ρθε, είναι πως δεν θέλω να πετάω το χρήμα που βγάζω δουλεύοντας σκληρά, αυτό μού 'ρθε».
«Δουλεύοντας;» είπε ο Ρικ. «Δουλεύοντας; Δεν χρειάζεται να δουλεύεις για να βγάλεις χρήμα, όπως καλά γνωρίζεις, φιλαράκι. Το παίρνεις, αυτό είναι όλο, απλώς πάρτο». Και γέλασε βρώμικα, και εγώ είδα πως κάνα-δυό από τα δόντια του δεν ήταν και πολύ τρομερά.
«Ά», είπα. «Θα το σκεφτώ αυτό λίγο». Αλλά, βλέποντας τις γιαγιούλες να μας κοιτάνε (περιμένοντας λίγο τσάμπα αλκοόλ), αναποδογύρισα τις τσέπες μου και έβγαλα το χρήμα μου, ψιλά και χάρτινα μαζί, και τ' άφησα στο τραπέζι.
«Ουίσκι για όλους, έφτασε», είπε ο σερβιτόρος. Αλλά εγώ:
«Όχι, αγόρι, μία μικρή μπύρα για μένα». Ο Λεν είπε: «Δεν είσαι καλά!!» και άρχισε να βάζει την παλάμη του στο μέτωπό μου, αστειευόμενος πως έχω πυρετό, αλλά εγώ του γρύλισα και σταμάτησε γρήγορα-γρήγορα. «Εντάξει, εντάξει φιλαράκι», είπε, «όπως αγαπάς». Αλλά ο Ταύρος, με το στόμα ορθάνοιχτο από την σαστιμάρα, κοίταζε κάτι πού 'χε βγει από την τσέπη μου μαζί με το χρήμα.
«Κοίτα να δεις! Και δεν τα ξέραμε!».
«Δώστο πίσω», γρύλισα, και το βούτηξα γρήγορα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω πώς είχε βρεθεί εκεί πέρα, αδέρφια, αλλά ήταν η φωτογραφία ενός μωρού που είχα κόψει από μία παλιά εφημερίδα. Ενός μωρού που γουργούριζε (γκου-γκου-γκου), που κοίταζε γύρω του γελώντας, με γαλατάκι να τρέχει από το στόμα του, και ήταν γυμνούλι και το δέρμα του ήταν όλο διπλίτσες καθόσον ήταν ένα χοντρούλικο μωρό. Οι άλλοι προσπάθησαν να μου την βουτήξουν, κι έτσι αναγκάτηκα να σκίσω την φωτογραφία σε πολλά-πολλά μικρά κομματάκια και να τ' αφήσω να πέσουν σαν χιόνι στο πάτωμα. Ήρθε το ουίσκι, και οι γριές γιαγιούλες άρχισαν τα «Εις υγείαν, παιδιά, ο Θεός να σας φυλάει, αγόρια, τα καλύτερα παιδιά, αυτό είσαστε» και λοιπά. Και μια που ήταν ρυτιδιασμένη και ξεδοντιάρα μου είπε:
«Μην σκίζεις τα λεφτά, γιέ μου. Άν δεν τα θέλεις, δώστα σ' αυτούς», πράγμα που ήταν πολύ αγενές εκ μέρους της. Αλλά ο Ρικ της είπε:
«Λεφτά δεν ήταν, ω γιαγιάκα. Ήταν η φωτογραφία ενός γλυκούτσικου μωρού».
«Άρχισα να κουράζομαι», είπα. «Κι εσείς είστε τα μωρά, κόπανοι. Καμαρώνετε και χασκογελάτε και το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να βαράτε πισώπλατα ανθρώπους που δεν μπορούν να αντισταθούν». Ο Ταύρος μου απάντησε:
«Λοιπόν, πάντα νομίζαμε πως εσύ ήσουν ο άρχοντας σ' αυτό, και ο δάσκαλος, επίσης. Δεν νιώθεις καλά, αυτό σου συμβαίνει, παλιόφιλε».
Είδα το ποτήρι με την μπύρα μπροστά μου και ένιωσα αναγούλα· μ' ένα «αααααάχχχ» το άδειασα στο πάτωμα. Μια από τις γριούλες είπε:
«Μην το πετάς άν δεν το θέλεις».
«Κοιτάχτε, συντρόφια» είπα, «ακούστε με. Απόψε δεν έχω διάθεση. Δεν ξέρω γιατί και πώς, αλλά έτσι είναι. Συνεχίστε οι τρείς σας την νύχτα, κι αφήστε με απέξω. Αύριο θα συναντηθούμε στο ίδιο μέρος την ίδια ώρα, κι εγώ ελπίζω νά 'μαι καλύτερα».
«Ω», είπε ο Ταύρος «λυπάμαι πολύ». Αλλά τα μάτια του έλαμπαν, γιατί τώρα θ' αναλάμβανε το κουμάντο γι' απόψε. Δύναμη, εξουσία, όλοι τα θέλουνε. «Μπορούμε ν' αναβάλλουμε μέχρι αύριο αυτό που είχαμε κανονίσει. Την μπούκα στην οδό Γκαγκάριν. Πολύ πράγμα για να βουτήξεις εκεί, φιλαράκι».
«Όχι, μην αναβάλλετε τίποτα. Απλά συνεχίστε με τον δικό σας τρόπο. Τώρα» είπα, «θα την κάνω». Και σηκώθηκα από την καρέκλα.
«Για πού;» ρώτησε ο Ρικ.
«Αυτό δεν το ξέρω», απάντησα. «Απλά νά 'μαι μόνος μου και να ξεκαθαρίσω λίγο τα πράγματα». Θά 'πρεπε να βλέπατε τις γιαγιούλες, μπερδεμένες που έφευγα έτσι κατσούφης και όχι ο λαμπερός και γελαστός πιτσιρικάς που θα θυμάστε. Αλλά είπα «Δεν πάει στο διάβολο», και βγήκα, εγώ και ο εαυτός μου, στον δρόμο.
Ήταν σκοτεινά και σηκωνόταν ένας αέρας κοφτερός σαν μαχαίρι, και υπήρχαν πολύ-πολύ λίγοι περαστικοί τριγύρω. Ήταν και τα περιπολικά με τους σκληρούς μπάτσους που έκοβαν βόλτες, ενώ στη γωνία έβλεπες δύο πολύ νέους αστυνόμους να αψηφούν το ψοφόκρυο και τις ανάσες τους να ανακατεύονται με τον χειμωνιάτικο αέρα, ω αδελφοί μου. Ήξερα πως η παλιά σούπερ-βία και οι μπούκες είχαν αραιώσει πια, αφού οι μπάτσοι ήταν πολύ σκληροί με όποιον τσάκωναν· λες και γινόταν διαγωνισμός ανάμεσα στους άτακτους πιτσιρικάδες και τους μπάτσους για το ποιός ήταν πιο γρήγορος στο μαχαίρι και στο ξυράφι και στο ρόπαλο, ακόμα και στο όπλο. Αλλά αυτά δεν μ' ένοιαζαν και πολύ τις τελευταίες μέρες. Ήταν σαν κάτι απαλό νά 'χε μπει μέσα μου και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Τί ήθελα αυτόν τον καιρό, δεν ήξερα. Ακόμα και η μουσική που άκουγα στο ταπεινό μου σπίτι ήταν αυτή που πριν περιφρονούσα, αδέλφια. Άκουγα ρομαντικά τραγούδια, αυτά που ονομάζουν «Lieder», μόνο μία φωνή κι ένα πιάνο, πολύ ήσυχα και κάπως μελαγχολικά, διαφορετικά από τις πελώριες ορχήστρες που άκουγα ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου ανάμεσα στα βιολιά και στα τρομπόνια και στα κλειδοκύμβαλα. Κάτι συνέβαινε μέσα μου, κι αναρρωτιώμουν άν ήταν κάποια αρρώστια ή άν ήταν κάτι που μου έκαναν όταν μου ξανάφτιαχναν το μυαλό, κι ίσως αυτό να με τρέλανε εντελώς.
Αυτά σκεφτόμουν, και με σκυμμένο το κεφάλι και τα χέρια στις τσέπες περπατούσα στην πόλη, αδέλφια. Τελικά, άρχισα να νιώθω πολύ κουρασμένος και θέλησα ένα ωραίο μεγάλο ποτήρι τσάι με γάλα. Καθώς σκέφτηκα το τσάι, είχα μία ξαφνική εικόνα: εγώ, να κάθομαι στην πολυθρόνα μπροστά σε μία μεγάλη φωτιά και να πίνω τσάι, και - αυτό ήταν πάρα πολύ περίεργο - φαινόμουν πολύ γερασμένος, περίπου 70 χρονών, γιατί έβλεπα πως τα μαλλιά μου ήταν γκρίζα, και είχα και γένεια, γκρίζα κι αυτά. Έβλεπα τον εαυτό μου σαν γέρο που κάθεται μπροστά στη φωτιά, και ξαφνικά η εικόνα χάθηκε. Αλλά ήταν πολύ περίεργο.
Στον δρόμο μου βρέθηκε ένα από αυτά τα «Μέρη-Για-Καφέ-Και-Τσάι», αδέρφια, και μπορούσα να δω μέσα απ' το μεγάλο-μεγάλο παράθυρο πως ήταν γεμάτο με πολύ βαρετούς ανθρώπους, συνηθισμένους, απ' αυτούς με τα πολύ υπομονετικά και ανέκφραστα πρόσωπα που δεν θα έκαναν κανένα κακό πράγμα, οι οποίοι κάθονταν και κουβέντιαζαν ήσυχα και έπιναν ωραίο κι ακίνδυνο καφέ και τσάι. Μπήκα μέσα, πήρα ένα ωραίο ζεστό τσαγάκι με μπόλικο γαλατάκι, και κάθησα σ' ένα από τα τραπέζια για να το πιώ. Ήταν κι ένα νεαρό ζευγάρι σ' αυτό το τραπέζι, που έπιναν και κάπνιζαν και κουβέντιαζαν και γέλαγαν πολύ ήσυχα αναμεταξύ τους, αλλά δεν τους έδωσα σημασία και συνέχισα να πίνω και να σκέφτομαι τί άλλαζε μέσα μου και τί θα γινόμουν. Είδα πως η τύπισσα που ήταν στο τραπέζι με τον τύπο ήταν πραγματικά τρομερή, όχι από αυτές που θες να ρίξεις κάτω και να τους δώσεις το παλιό δοκιμασμένο «μέσα-έξω-μέσα-έξω», αλλά είχε τρομερό σώμα και πρόσωπο και ένα γελαστό στόμα και πολύ-πολύ ωραίο γέλιο και λοιπές αηδίες. Και τότε, ο τύπος που ήταν μαζί της (που φόραγε καπέλο και δεν έβλεπα το πρόσωπό του) γύρισε για να δει το μεγάλο ρολόι που ήταν κρεμασμένο σ' έναν τοίχο πίσω από μένα, και είδα ποιός ήταν και είδε ποιός ήμουν. Ήταν ο Πητ, ένας από τους τρείς κολλητούς από εκείνες τις μέρες που ήταν ο Τζώρτζης, ο Χλωμός, αυτός κι εγώ. Ήταν ο Πητ, και φαινόταν πολύ μεγάλος παρότι δεν θά 'ταν πάνω από 19 και κάτι, και είχε μουστάκι, και φόραγε ένα συνηθισμένο κουστούμι και αυτό το καπέλο. Του είπα:
«Λοιπόν-λοιπόν-λοιπόν, κολλητέ, τί γίνεται; Πάρα πολύς καιρός πέρασε». Εκείνος μου απάντησε:
«Ο μικρούλης Άλεξ, έτσι δεν είναι;».
«Αυτός και μόνο», είπα. «Πάρα πολύς καιρός από εκείνες τις περασμένες και ωραίες μέρες. Και τώρα, ο φτωχούλης Τζώρτζης είναι θαμμένος, μου είπαν, και ο Χλωμός είναι ένας σκληρός μπάτσος, και εδώ είσαι εσύ και εδώ είμαι εγώ. Τί χαμπάρια, παλιέ μου φίλε;».
«Μιλάει αστεία, έ;» είπε η τύπισσα χασκογελώντας.
«Αυτός» της είπε ο Πητ, «είναι ένας παλιός φίλος. Το όνομά του είναι Άλεξ». Και, γυρνώντας σε μένα: «Άλεξ, η σύζυγός μου».
Το στόμα μου άνοιξε διάπλατα. «Σύζυγος;;» ψέλλισα. «Σύζυγος-σύζυγος-σύζυγος;;; Ά, δεν γίνεται. Πολύ νέος εσύ για γάμο, φιλαράκο. Αδύνατον-αδύνατον».
Η τύπισσα που ήταν η σύζυγος του Πητ (αδύνατον-αδύνατον) χασκογέλασε πάλι, και του είπε: «Κι εσύ έτσι μίλαγες;».
«Λοιπόν» είπε ο Πητ χαμογελώντας, «είμαι σχεδόν 20. Αρκετά μεγάλος για αποκατάσταση, και έχουμε 2 μήνες παντρεμένοι. Εσύ ήσουν ο νέος και προχωρημένος, θυμάσαι;».
«Κοίτα να δεις», μουρμούρισα. «Αυτό να ξεπεράσω δεν μπορώ, παλιέ μου φίλε. Ο Πητ παντρεμένος. Άν είναι δυνατόν!...».
«Έχουμε ένα διαμερισματάκι» είπε ο Πητ. «Βγάζω λίγα λεφτά από ασφάλειες πλοίων, αλλά θα φτιάξουν τα πράγματα, αυτό είναι σίγουρο. Και η Τζωρτζίνα...».
«Πώς τό 'πες το όνομα;;» είπα με μια ηλίθια έκφραση. Η σύζυγος του Πητ (σύζυγος, αδέρφια) ξαναγέλασε.
«Τζωρτζίνα», επανέλαβε ο Πητ. «Η Τζωρτζίνα δουλεύει επίσης. Δακτυλογράφος, ξέρεις. Τα καταφέρνουμε».
Δεν μπορούσα, αδέρφια, να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Έμοιαζε μεγάλος τώρα, με μεγάλη φωνή και όλα τα σχετικά. «Πρέπει», συνέχισε ο Πητ, «νά 'ρθεις να μας δεις κάποτε. Και φαίνεσαι ακόμα νέος, παρά τα όσα τρομερά έπαθες. Ναι-ναι, τα διαβάσαμε όλα. Αλλά, βέβαια, είσαι ακόμα νέος».
«18, κλεισμένα μόλις», είπα.
«18, έ; Τόσο γέρος... Λοιπόν-λοιπόν-λοιπόν: τώρα» είπε ο Πητ, «πρέπει να πηγαίνουμε». Και έριξε ένα βλέμμα λατρείας στην Τζωρτζίνα του και της έπιασε το χέρι και αυτή του ανταπέδωσε το βλέμμα, ω αδερφοί μου. «Ναι» είπε, γυρνώντας σε μένα, «πάμε σε μία συγκέντρωση του Γκρεγκ».
«Του Γκρεγκ;» ρώτησα.
«Ω, βέβαια» είπε ο Πητ, «δεν μπορείς να ξέρεις τον Γκρεγκ, έτσι δεν είναι; Ο Γκρεγκ εμφανίστηκε όταν εσύ ήσουν... μακρυά. Οργανώνει μικρές συγκεντρώσεις, ξέρεις. Κυρίως πνευματικά παιχνίδια και παιχνίδια με λέξεις. Αλλά είναι πολύ ωραία και πολύ ευχάριστα, ξέρεις. Ακίνδυνα, άν καταλαβαίνεις τί εννοώ».
«Ναι», είπα. «Ακίνδυνα. Ναι-ναι, το εννόησα τρομερά». Και αυτή η τύπισσα, η Τζωρτζίνα, ξαναχασκογέλασε με τα λόγια μου. Και μετά, αυτοί οι δύο την κάνανε για τα βρωμο-λεξο-παιχνίδια τους στου Γκρεγκ, όποιος μαλάκας κι άν ήταν αυτός. Εγώ, εγκαταλελειμμένος απ' όλους, μόνος με τον εαυτό μου και το τσάι μου (πού 'χε κρυώσει τώρα), έμεινα να σκέφτομαι και να αναρρωτιέμαι.
Ίσως αυτό νά 'ναι, σκέφτηκα. Ίσως νά 'χω γεράσει κάπως για να κάνω τη ζωή που κάνω, αδέρφια. Ήμουν 18 τώρα, κλεισμένα μόλις. Τα 18 χρόνια δεν είναι και λίγα. Στα 18 του ο γέρο-Βόλφγκανγκ Αμαντέους είχε γράψει κοντσέρτα και συμφωνίες και όπερες και ορατόρια και όλες αυτές τις βλακείες, όχι, όχι βλακείες, ουράνια μουσική ήταν. Ήταν και ο γερο-Φήλιξ Μ. με το «Όνειρο της Καλοκαιριάτικης Νύχτας» του. Και ήταν κι άλλοι. Ήταν κι εκείνος ο Γάλλος ο ποιητής που τα καλύτερά του τά 'χε γράψει στα 15 του, ω αδέρφια μου. Ο Αρθούρος πώς-τον-λέγανε... Τα 18 χρόνια δεν είναι και λίγα, τελικά. Αλλά, εγώ, τί θα έκανα;
Περπατώντας στους σκοτεινούς και κρύους χειμωνιάτικους δρόμους, αφού είχα φύγει από την καφετέρια, έβλεπα συνέχεια οράματα όπως ήταν τα κόμικς στις εφημερίδες: ήταν εκεί Ο Ταπεινός Αφηγητής Σας ο Άλεξ, που γύριζε από την δουλειά του για ένα όμορφο ζεστό πιάτο με φαγάκι για δείπνο, και ήταν εκεί και μία τύπισσα όλο καλωσορίσματα κι αγάπες. Αλλά δεν την έβλεπα και πολύ τρομερά, αδέρφια, δεν μπορούσα να σκεφτώ ποιά θα μπορούσε να ήταν. Αλλά είχα αυτήν την ξαφνική και έντονη αίσθηση πως, εάν πήγαινα στο δωμάτιο δίπλα απ' αυτό που υπήρχε η φωτιά και το δείπνο μου στο τραπέζι, εκεί θά έβρισκα αυτό που πραγματικά ήθελα, και τότε όλα ταίριαξαν, η φωτογραφία πού 'χα κόψει απ' την εφημερίδα και η συνάντησή μου με τον γερο-Πήτ: γιατί, στο άλλο δωμάτιο, μέσα σε μια κούνια, ήταν ξαπλωμένος γουργουρίζοντας (γκου-γκου-γκου) ο γιος μου. Ναι ναι ναι, αδέρφια, ο γιος μου. Και τώρα εντόπιζα ένα πελώριο κενό μέσα μου, νοιώθοντας έκπληκτος με τον εαυτό μου. Ήξερα τί μου συνέβαινε, ω αδερφοί μου: είχα μεγαλώσει.
Ναι ναι ναι, αυτό ήταν. Τα νειάτα πρέπει να φύγουν, ναι. Γιατί τα νειάτα τα ζεις μονάχα με τον τρόπο που υπάρχει ένα ζώο. Όχι, όχι σαν νά 'σαι άβουλος σαν ζώο, αλλά σαν νά 'σαι ένα απ' αυτά τα μικρά παιχνίδια που βλέπεις να πουλάνε στον δρόμο, σαν τα μικροσκοπικά μεταλλικά ανθρωπάκια με το ελατήριο από μέσα και το κουρδιστήρι απέξω, που, όταν το στρίβεις, «γκρρ-γκρρ-γκρρ», φαίνονται σαν να περπατάνε, ω αδερφοί μου. Αλλά περπατάνε σε μια ίσια γραμμή και χτυπάνε πάνω σε πράγματα (μπανγκ-μπανγκ), και δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Το να είσαι νέος είναι σαν νά 'σαι ένα τέτοιο μικροσκοπικό κουρδιστό ανθρωπάκι.
Ο γιος μου, ο γιόκας μου: όταν θα τον έχω θα του τα εξηγήσω όλα αυτά, όταν μεγαλώσει αρκετά για να με καταλάβει. Αλλά ξέρω πως δεν θα καταλάβει (ή δεν θα θελήσει να καταλάβει) τίποτα, και θα κάνει όλα όσα έκανα κι εγώ, ναι, ίσως ακόμα και να καθαρίσει κάποια φτωχιά γριούλα τριγυρισμένη από γάτες και γάτους, κι εγώ δεν θα μπορέσω να τον σταματήσω. Και μάλλον ούτε αυτός θα μπορέσει να σταματήσει τον δικό του γιο, αδέρφια. Και έτσι θα τραβήξει μέχρι το τέλος του κόσμου, ξανά και ξανά και ξανά, όπως ένας τεράστιος γίγαντας, ίσως ο γερο-Θεός Αυτοπροσώπως (με την ευγενική παραχώρηση του Κορόβα Μιλκ-μπάρ) που γυρίζει και γυρίζει και γυρίζει ένα βρωμερό πορτοκάλι μέσα στα τεράστια χέρια του.
Αλλά πρώτα απ' όλα είναι αυτή η φάση, να βρω την τύπισσα που θα γίνει η μητέρα του γιού μου. Θα πρέπει να την ψάξω από αύριο, σκέφτηκα. Αυτό είναι κάτι καινούργιο για να κάνω. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αρχίσω, όπως αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο σ' ένα βιβλίο.
Αυτά είναι που θα γίνουν, αδέρφια, μετά το τέλος αυτής της ιστορίας. Βρεθήκατε παντού με τον φιλαράκο σας τον Άλεξ, υποφέρατε μαζί του, και τον είδατε να παθαίνει μερικές από τις πιο άσχημες φάσεις που σκαρφίστηκε ποτέ ο γερο-Θεός. Και όλα αυτά επειδή ήμουν νέος. Τώρα όμως που η ιστορία τελειώνει, αδέρφια, δεν είμαι πια νέος, ω όχι. Ο Άλεξ μεγάλωσε, ω ναι.
Αλλά εκεί που πηγαίνω τώρα, ω αδερφοί μου, πηγαίνω εγώ και ο εαυτούλης μου, κι εσείς δεν μπορείτε να μου κάνετε παρέα. Το αύριο είναι φτιαγμένο από τα γλυκά λουλουδάκια, από την γυρίστρα την Γη, από τ' αστέρια και το φεγγάρι εκεί ψηλά, και από τον Άλεξ που, μοναχός του, ψάχνει για μία σύντροφο... και όλες αυτές τις αηδίες. Ένας τρομερός και βρώμικος κόσμος, πραγματικά, ω αδέρφια μου. Και, έτσι, σας αποχαιρετά ο φιλαράκος σας. Και σ' αυτούς που πρόσβαλλε αυτή η ιστορία, τους βγάζω την γλώσσα και να πάνε να πνιγούνε. Αλλά εσείς, ω αδερφοί μου, να θυμάστε πού και πού τον μικρό Άλεξ έτσι όπως ήταν παλιά. Αμήν... και όλες αυτές οι αηδίες.