![]() |
|
Clifford Donald Simak
Desertion (1944)
Μετάφραση: Γιώργος Μπαλάνος
Τέσσερις άντρες, ανά δύο, είχαν βγει στη φοβερή κόλαση που λεγόταν Δίας, και δεν είχαν γυρίσει πίσω. Είχαν βαδίσει έξω στη μανιασμένη καταιγίδα... η μάλλον είχαν συρθεί, με την κοιλιά κολλητά στο έδαφος, με τα βρεγμένα καβούκια τους να γυαλίζουν στη βροχή
Γιατί δεν είχαν βγει στον πλανήτη έχοντας την ανθρώπινη μορφή.
Τώρα ο πέμπτος υποψήφιος στεκόταν μπροστά από το γραφείο του Κεντ Φάουλερ στο θόλο Νο 3, της Επιτροπής Εξερεύνησης του Δία.
Κάτω από το γραφείο του Φάουλερ, ο γερο-Τάουζερ έξυσε κάποιον ψύλλο στη γούνα του και μετά συνέχισε κανονικά τον ύπνο του.
Ο Χάρολντ Άλεν ήταν ο πέμπτος που θ' αποτολμούσε την έξοδο. Ο Φάουλερ συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο Άλεν ήταν νεαρός, πολύ νεαρός, κι αυτό τον γέμισε τύψεις. Είχε εκείνη την ανέμελη αυτοπεποίθηση της νιότης, το πρόσωπο ανθρώπου που ποτέ δεν είχε γνωρίσει το φόβο. Κι αυτό ήταν παράξενο. Γιατί οι άνθρωποι στους θόλους του Δία ήξεραν καλά τι θα πει φόβος... φόβος και ταπείνωση. 'Ήταν δύσκολο για τον Άνθρωπο να συμβιβάσει τον ασήμαντο εαυτό του με τις τρομαχτικές δυνάμεις του τερατώδους πλανήτη.
«'Όπως ξέρεις», είπε ο Φάουλερ, «δεν είσαι αναγκασμένος να το κάνεις. Οπωσδήποτε δεν είσαι υποχρεωμένος να πας».
Τα λόγια ήταν, βέβαια, μόνο για τους τύπους. Και οι άλλοι τέσσερις είχαν ακούσει ακριβώς τα ίδια, και παρ' όλα αυτά είχαν πάει. Και τούτος ο πέμπτος -o Φάουλερ ήταν σίγουρος γι' αυτό- θα πήγαινε όπως κι εκείνοι. Αλλά ξαφνικά ένιωσε μέσα του μια αχνή ελπίδα ότι τελικά ο Άλεν θα έκανε πίσω.
«Πότε ξεκινάω;» ρώτησε ο Άλεν.
Υπήρχε μια εποχή που ο Φάουλερ θα πλημμύριζε ζεστασιά και καμάρι στο άκουσμα αυτής της απάντησης, αλλά τώρα δε συνέβαινε τίποτα τέτοιο. Τα φρύδια του έσμιξαν για μια στιγμή.
«Εντός μίας ώρας», αποκρίθηκε.
Ο Άλεν έμεινε εκεί, περιμένοντας.
«Άλλοι τέσσερις άντρες βγήκαν στο Δία και δεν επέστρεψαν», παρατήρησε ο Φάουλερ. «Το ξέρεις, βέβαια. Δε σε στέλνουμε σε καμιά ηρωική αποστολή σωτηρίας. Το βασικό, το μόνο που έχει σημασία, είναι να γυρίσεις' ν' αποδείξεις έτσι ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει με τη μορφή πλάσματος του Δία. Πήγαινε ως το πρώτο πασσαλάκι χωρομετρίας, ούτε βήμα πιο πέρα, και μετά γύρισε πάλι. Μην το ρισκάρεις καθόλου. Μην ερευνήσεις τίποτα. Μονάχα γύρισε πίσω, κι αυτό μας φτάνει.
Ο Άλεν έγνεψε καταφατικά. «Τα έχω υπόψη μου όλ' αυτά».
«Η μις Στάνλεϋ θα χειρίζεται το μετατροπέα», συνέχισε ο Φάουλερ. «Στο θέμα αυτό μη σε ανησυχεί τίποτα. Οι άλλοι τέσσερις μεταμορφώθηκαν δίχως καμία δυσκολία. Βγήκαν από το μετατροπέα απόλυτα σώοι και υγιείς. Η δουλειά θα γίνει από το πιο ικανό και ειδικευμένο άτομο. Η μις Στάνλεϋ είναι η καλύτερη χειρίστρια μετατροπέα στο Ηλιακό Σύστημα. 'Έχει πείρα κι από τους περισσότερους άλλους πλανήτες. Γι' αυτό, άλλωστε, βρίσκεται κι εδώ».
Ο Άλεν χαμογέλασε στη γυναίκα, και ο Φάουλερ είδε κάτι να περνά φευγαλέα από το πρόσωπό της. Μπορεί να ήταν οίκτος, οργή... ή και σκέτος φόβος. Αλλά χάθηκε πολύ γρήγορα, και την άλλη στιγμή η γυναίκα ανταπόδιδε το χαμόγελο του νεαρού που στεκόταν μπροστά στο γραφείο του Φάουλερ. Του χαμογέλασε μ' εκείνο το σεμνότυφο, γεροντοκορίστικο τρόπο της, σχεδόν σαν να μάλωνε τον εαυτό της που το αποτόλμησε.
«Περιμένω ανυπόμονα τη μετατροπή μου», δήλωσε ο Άλεν.
Και ο τρόπος που το είπε έκανε την όλη υπόθεση να μοιάζει με αστείο, ένα τεράστιο; ειρωνικό αστείο. Και δεν ήταν διόλου αστείο.
'Ήταν σοβαρή επιχείρηση, θανάσιμα σοβαρή. Από τα τεστ αυτά, ο Φάουλερ το 'ξερε καλά, εξαρτιόταν η μοίρα του ανθρώπου στο Δία. Αν τα τεστ πετύχαιναν, οι δυνατότητες του γιγάντιου πλανήτη θα προσφέρονταν στον Άνθρωπο. Θα κατακτούσε το Δία όπως είχε ήδη κατακτήσει και τους μικρότερους πλανήτες. Αλλά αν τα τεστ αποτύχαιναν...
Αν αποτύχαιναν, ο Άνθρωπος θα συνέχιζε να είναι αλυσοδεμένος κι αιχμάλωτος της τρομαχτικής πίεσης, της φοβερής βαρύτητας και της παράξενης βιοχημείας του πλανήτη. Θα συνέχιζε να μένει κλεισμένος στους θόλους του, ανήμπορος να πατήσει αληθινά πόδι στον πλανήτη και ανίκανος να τον δει άμεσα, με γυμνό μάτι. Θα ήταν αναγκασμένος να βασίζεται αποκλειστικά στα δυσκίνητα ερπυστριοφόρα και στις τηλεκάμερες, υrτοχρεωμένος να δουλεύει με άβολα μηχανήματα και εργαλεία ή με τη χρήση ρομπότ, που κι αυτά ήταν άβολα.
Γιατί ο Άνθρωπος, απροστάτευτος και με το φυσικό του σώμα, θα γινόταν κυριολεκτικά λιώμα από την τρομακτική πίεση των δεκαπέντε χιλιάδων λιμπρών ανά τετραγωνική ίντσα στην επιφάνεια του Δία. 'Ήταν μια πίεση που έκανε κείνη των βυθών στους ωκεανούς της Γης να μοιάζει ανάλαφρη σαν πούπουλο.
Ακόμη και τ' ανθεκτικότερα μέταλλα που μπόρεσαν οι Γήινοι να φτιάξουν δεν άντεχαν κάτω από τέτοιες πιέσεις. χώρια οι αλκαλικές βροχές που μαστίγωναν αδιάκοπα την επιφάνεια του πλανήτη. Τα μέταλλα γίνονταν εύθραυστα και θρυμματίζονταν σαν πηλός ή έτρεχαν σαν ρυάκια φτιάχνοντας λιμνούλες από άλατα αμμωνίας. Μονάχα ανεβάζοντας τα όρια αντοχής των μετάλλων, αυξάνοντας την τάση των ηλεκτρονίων τους, γινόταν δυνατό ν' αντέξουν στις χιλιάδες χιλιόμετρα των στροβιλιζόμενων, θανατηφόρων αερίων που αποτελούσαν την ατμόσφαιρα. Αλλά κι αυτό δεν ήταν αρκετό, γιατί το καθετί έπρεπε να επενδυθεί με σκληρό χαλαζία ώστε ν' αντέχει στη βροχή της υγρής αμμωνίας που έπεφτε σαν καταρράχτης
Ο Φάουλερ καθόταν ακούγοντας το βόμβο των μηχανών στις υπόγειες εγκαταστάσεις του θόλου. Δούλευαν ακατάπαυστα και ποτέ ο βόμβος τους δεν έπαυε ν' ακούγεται στο θόλο. 'Έπρεπε να δουλεύουν έτσι' αν σταματούσαν να τροφοδοτούν μ' ενέργεια τα μετάλλινα τοιχώματα, η ηλεκτρονική τάση θα έπεφτε... και μετά θα τέλειωναν όλα.
Ο Τάουζερ ανασηκώθηκε κάτω από το γραφείο του Φάουλερ και ξύστηκε για κάποιον άλλο ψύλλο, με το πόδι του να τυμπανίζει γοργά στο δάπεδο.
«'Έχουμε καμιά άλλη εκκρεμότητα;» ρώτησε o Άλεν.
Ο Φάουλερ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ίσως υπάρχει κάτι που θέλεις να κάνεις», είπε αδέξια. «'Ίσως θέλεις να...»
Πήγαινε να πει:«να γράψεις κανένα γράμμα», αλλά πρόλαβε να σταματήσει έγκαιρα και δεν το είπε.
Ο Άλεν κοίταξε το ρολόι του. «Θα παρουσιαστώ στην ώρα μου», δήλωσε. 'Ύστερα έκανε μεταβολή και προχώρησε για την πόρτα.
Ο Φάουλερ ήξερε ότι η μις Στάνλεϋ τον κοιτούσε, αλλά δεν ήθελε να γυρίσει και ν' αντικρίσει το βλέμμα της. Ξεφύλλισε νευρικά μια στοίβα χαρτιά από το γραφείο μπροστά του. «Πόσο καιρό θα κρατήσει αυτό;» ρώτησε η Μις Στάνλεϋ, με την κάθε λέξη της κοφτή και ψυχρή.
Ο Φάουλερ αποφάσισε ότι δε γινόταν διαφορετικά και γύρισε να την κοιτάξει. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα σε μια ίσια γραμuή και τα μαλλιά της έμοιαζαν πιο τραβηγμένα ψηλά στο κεφάλι της, δίνοντας στα χαρακτηριστικά της εκείνη την παράξενη, σχεδόν άγρια όψη νεκροκεφαλής.
Προσπάθησε να κάνει τη φωνή του ψύχραιμη και ήρεμη. «Για όσο καιρό χρειάζεται», αποκρίθηκε. «Για όσο καιρό θα υπάρχει ελπίδα».
«'Ώστε θα συνεχίσετε να τους καταδικάζετε σε θάνατο», τον κατηγόρησε. «θα συνεχίσετε να τους στέλνετε να τα βάλουν με το Δία. Κι εσείς θα κάθεστε βολεμένος και ασφαλής στην καρέκλα σας, στέλνοντας άλλους να πεθάνουν».
«Δεν υπάρχουν περιθώρια για συναισθηματισμούς, μις Στάνλεϋ», απάντησε ο Φάουλερ, προσπαθώντας να κρύψει το θυμό από τη φωνή του. «Ξέρετε το ίδιο καλά με μένα γιατί το κάνουμε αυτό. Ξέρετε πολύ καλά ότι ο Άνθρωπος, με τη δική του μομφή, είναι εντελώς αδύνατο να τα βάλει με το Δία. Η μοναδική λύση είναι να μετατρέψουμε τους ανθρώπους σε κάτι άλλο rιου να μπορεί ν' αντέξει εκεί έξω. Το έχουμε ξανακάνει άλλωστε και σε άλλους πλανήτες».
Πήρε ανάσα και συνέχισε.
«Αν κάποιοι άνθρωποι πεθάνουν αλλά η προσπάθεια πετύχει τελικά, το αντίτιμο θα είναι μικρό. Από τότε που υπάρχουν, οι άνθρωποι σπαταλούν τη ζωή τους γι' ασήμαντα πράγματα και γι' ανόητους λόγους. Γιατί να διστάσουμε τώρα; Τι σημασία έχουν λίγοι θάνατοι μπροστά σε κάτι τόσο μεγάλο;»
Η μις Στάνλευ καθόταν αλύγιστη και ψυχρή, με τα χέρια διrτλωμένη στα γόνατα, και τα φώτα να κάνουν ανταύγειες στα ψαρά μαλλιά της. Ο Φάουλερ την κοιτούσε, προσπαθώντας να φανταστεί τι ένιωθε η γυναίκα, να μαντέψει τι σκεφτόταν. Δεν τη φοβόταν ακριβώς, αλλά δεν ένιωθε και άνετα όταν ήταν κοντά του. Εκείνα τα διαπεραστικά γαλανά μάτια της διέκριναν πάρα πολλά, και τα χέρια της φαίνονταν ιδιαίτερα ικανά. Θα μπορούσε να'ναι η θεία κάποιου, καθισμένη τώρα στην κουνιστή πολυθρόνα της με τις βελόνες και το πλεχτό της. Αλλά δεν ήταν. Απεναντίας, ήταν η κορυφαία χειρίστρια του Ηλιακού Συστήματος στις μονάδες μετατροπής, και δεν της άρεσε ο τρόπος που ο Φάουλερ χειριζόταν το πρόβλημα.
«Κάτι δεν πάει καλά, κύριε Φάουλερ», παρα'rήρησε. «Ακριβώς», συμφώνησε ο Φάουλερ. «Γι' αυτό και στέλνω το νεαρό Άλεν μονάχο του. Μπορεί ν' ανακαλύψει τι δεν πάει καλά».
«Και αν δεν το ανακαλύψει;» ..Τότε θα στείλω κάποιον άλλοe.
Η μις Στάνλεύ σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της, έκανε να πάει rιμος την πόρτα, αλλά μετά κοντοστάθηκε μπροστά στο γραφείο του.
«Εσείς κάποια μέρα», του είπε σαρκαστικά, «θ' ανέβετε ψηλά. Ποτέ δεν αφήνετε ευκαιρία να πάει χαμένη. Και τούτη είναι η μεγάλη ευκαιρία της ζωής σας. Το μυριστήκατε από τη στιγμή που διάλεξαν αυτόν το θόλο για τις δοκιμές. Αν τα καταφέρετε θ' ανέβετε κάνα δυο σκαλιά ακόμη. Δεν έχει σημασία πόσοι θα πεθάνουν, εσείς πάντως θ' ανέβετε ένα δυο σκαλιά·.
«Μις Στάνλεϋ», της απάντησε ξερά, «ο νεαρός Άλεν πρόκειται ν' αναχωρήσει σε λίγο. Σας παρακαλώ, φροντίστε ώστε η μηχανή σας να-»
«Η μηχανή μου», τον έκοψε, «δε φταιει σε τίποτα. Λειτουργεί με βάση τις συντεταγμένες που της δίνουν οι βιολόγοι».
Ο Φάουλερ έμεινε σκυφτός στην καρέκλα του γραφείου του, ακούγοντας τα βήματά της ν' απομακρύνονται στο διάδρομο.
Τα όσα του είχε πει ήταν, βέβαια, αλήθεια. Οι βιολόγοι έδιναν τις συντεταγμένες, αλλά μπορεί κι αυτοί να έκαναν λάθη. Μια απειροελάχιστη διαφορά, μια ασήμαντη παράβλεψη, και από το μετατροπέα θα έβγαινε κάτι που δεν προβλεπόταν στα χαρτιά. 'Ένα μεταλλαγμένο πλάσμα που μπορεί να μην άντεχε, να διαλυόταν, να παραφρονούσε κάτω από απρόβλεπτες συνθήκες ή δυσκολίες.
Γιατί, τελικά, ο Άνθρωπος δεν ήξερε τι γινόταν εκεί έξω. Γνώριζε μονάχα ό,τι του έλεγαν τα όργανα και οι μηχανές του. Και οι δειγματοληψίες από τα όργανα και τις μηχανές ήταν αυτό ακριβώς: απλές δειγματοληψίες, γιατί ο Δίας ήταν απίστευτα μεγάλος iαι οι ανθρώπινοι θόλοι ελάχιστοι.
Ακόμη και η δουλειά των βιολόγων για να συγκεντρώσουν τα στοιχεία των Λόπερ, της κατά τα φαινόμενα ανώτερης μορφής ζωής του Δία, είχε απαιτήσει χρόνια εντατικής μελέτης και άλλα δύο για τον έλεγχο των ευρημάτων. 'Ήταν δουλειά που στη Γη θα γινόταν σε μια δυο βδομάδες. Δυστυχώς όμως, η δουλειά δεν μπορούσε να γίνει στη Γη, γιατί ήταν αδύνατο να μεταφερθούν εκεί τα πλάσματα του Δία. Οι πιέσεις και οι θερμοκρασίες του γιγάντιου πλανήτη δεν ήταν δυνατό ν' αναπαραχθούν αλλού, και στη Γη τα Λόπερ θα εξαφανίζονταν σαν σαπουνόφουσκες.
Ωστόσο ήταν δουλειά που έπρεπε να γίνει. αν o Άνθρωπος ήθελε να περπατήσει κάποτε στο Δία με τη μορφή ενός Λόπερ. Γιατί πριν ο μετατροπέας αλλάξει έναν άνθρωπο σε άλλου είδους πλάσμα, έπρεπε να καταγράφει κάθε φυσικό χαρακτηριστικό του ξένου πλάσματος, σίγουρα, θετικά, και δίχως το παραμικρό λάθος.
Ο Άλεν δεν επέστρεψε.
Τα ερπυστριοφόρα που σάρωσαν τη γύρω περιοχή δε βρήκαν ίχνος του, εκτός κι αν το πλάσμα που είχε δει φευγαλέα κάποιος οδηγός ήταν ο χαμένος Γήινος με μορφή Λόπερ.
Οι βιολόγοι ρουθούνισαν με τα πιο ακαδημαϊκά περιφρονητικά τους ρουθουνίσματα όταν ο Φάουλερ έκανε την υπόθεση ότι ίσως οι συντεταγμένες τους ήταν λάθος. Του υπενθύμισαν συγκαταβατικά ότι οι συντεταγμένες τους είχαν αποδειχτεί σωστές στην πράξη. 'Όταν ένας άνθρωπος έμπαινε στο μετατροπέα και πατιόταν το κουμπί, ο άνθρωπος έβγαινε από μέσα σαν Λόπερ. Άφηνε πίσω του τη μηχανή και απομακρυνόταν, για να χαdεί σε λίγο στη σούπα που o Δίας είχε γι' ατμόσφαιρα.
'Ίσως κάποιο λαθάκι, είχε επιμείνει ο Φάουλερ, κάποια ελάχιστη απόκλιση από τη σωστή δομή ενός Λόπερ... κάποιο πολύ μικρό ελάττωμα. Στην περίπτωση αυτή, του απάντησαν, θα χρειάζονταν χρόνια να το εντοπίσουν.
Και ο Φάουλερ ήξερε πως οι βιολόγοι είχαν δίκιο. 'Έτσι είχαν χαθεί πέντε άντρες ως τώρα, και η έξοδος του χάρολντ Άλεν στο Δία είχε αποδειχθεί εντελώς μάταιη. Κρίνοντας από τις πληροφορίες που αποκόμισαν, θα μπορούσε να μην είχε φύγει καθόλου.
Ο Φάουλερ άπλωσε το χέρι στο γραφείο του και σήκωσε το φάκελο του προσωπικού, μια λεπτή δεσμίδα από συρραμμένα χαρτιά. Τούτη ήταν η δουλειά που τον τρόμαζε περισσότερο, κι ωστόσο ήταν υποχρεωμένος να την κάνει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να βρεθεί η αιτία αυτών των παράξενων εξαφανίσεων. Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να στείλει έξω και άλλους.
Κάθισε για μια στιγμή εκεί, ακούγοντας το ουρλιαχτό της λαίλαπας πάνω από το θόλο, τους αδιάκοπους κεραυνούς και την καταιγίδα που σάρωνε τον πλανήτη με ανείπωτα φοβερή μανία.
Μήπως υπήρχε καμιά άγνωστη απειλή εκεί έξω; αναρωτήθηκε. Κάποιος κίνδυνος που αγνοούσαν; Κάτι που καραδοκούσε και καταβρόχθιζε τα Λόπερ, δίχως να κάνει διάκριση ανάμεσα στα ντόπια Λόπερ και σ' εκείνα που ήταν προηγουμένως άνθρωποι; Βέβαια, για το άγνωστο αρπαχτικό, αυτό δε θα 'χε καμιά σημασία.
'Η μήπως υπήρχε κάποιο βασικό λάθος στην εκλογή των Λόπερ σαν της πιο ιδανικής μορφής ζωής προσαρμοσμένης στις συνθήκες του πλανήτη; 'Ήξερε ότι η φανερή νοημοσύνη των Λόπερ ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας σ' αυτή την εκλογή. Γιατί, αν το πλάσμα από το οποίο ο Άνθρωπος θα δανειζόταν τη μορφή δεν είχε δυνατότητες νοημοσύνης, τότε και ο ίδιος δε θα μπορούσε να dιατηρήσει για πολύ τη νοημοσύνη του στο ξένο σώμα.
Μήπως οι βιολόγοι είχαν υπερεκτιμήσει αυτό τον παράγοντα, υποτιμώντας κάποιον άλλο που μπορεί να μην ήταν τόσο ιδανικός αν όχι και καταστροφικός; Μάλλον απίθανο. Μπορεί οι βιολόγοι να ήταν λίγο σνομπ, αλλά ήξεραν καλά τη δουλειά τους.
'Η μήπως το όλο εγχείρημα ήταν ανέφικτο, καrαδικασμένο από την αρχή; Η μετατροπή σε διαφορετικές μορφές ζωής είχε εφαρμοστεί με επιτυχία σε άλλους πλανήτες, άλλ' αυτό δε σήμαινε και ότι θα ίσχυε και για το Δία. 'Ίσως η ανθρώπινη νόηση δεν μπορούσε να λειτουργήσει σωστά με τα αισθητήρια όργανα των Λόπερ. 'Ίσως αυτά τα πλάσματα του Δία ήταν τόσο ξένα που δεν υπήρχε κοινό έδαφος κατανόησης. 'Ίσως ο ανθρώπινος νους να μην μπορούσε να δουλέψει αρμονικά με το εξωγήινο σώμα.
'Η μπορεί πάλι το σφάλμα να βρισκόταν στον Άνθρωπο, κάτι σύμφυτο στη ράτσα του. Κάποια ψυχική ανωμαλία που, σε συνδυασμό με κάποιον εξωτερικό παράγοντα, δεν επέτρεπε στους Ανθρωπολόπερ να γυρίσουν. Βέβαια, μπορεί να μην ήταν ανωμαλία με την κοινή έννοια. 'Ίσως ήταν κάποιο συνηθισμένο ψυχολογικό χαρακτηριστικό, κοινότοπο στη Γη, που όμως ερχόταν σε τόσο βίαιη αντίθεση με το περιβάλλον του Δία ώστε να οδηγεί τον άνθρωπο στην τρέλα.
Σκυλίσια πόδια ακούστηκαν να πλησιάζουν από το διάδρομο. Στο άκουσμά τους ο Φάουλερ χαμογέλασε αχνά. 'Ήταν ο Τάουζερ που γύριζε από την κουζίνα' πήγαινε συχνά εκεί να επισκεφθεί το φίλο του το μάγειρα.
Ο Τάουζερ μπήκε στο δωμάτιο φέρνοντας μαζί του κι ένα κόκαλο. Κούνησε την ουρά του στον Φάουλερ και ξάπλωσε δίπλα από το γραφείο, με το κόκαλο ανά
μέσα στα μπροστινά πόδια του. Για μια ατέλειωτη στιγμή τα γέρικα μάτια του κοίταξαν το αφεντικό του και ο Φάουλερ άπλωσε το χέρι του να χαϊδέψει ένα μαδημένο αφτί.
«Εσύ τουλάχιστον με συμπαθείς ακόμη, Τάουζερ;» ρώτησε ο Φάουλερ, και ο σκύλος του κούνησε φιλικά την ουρά του.
«Είσαι ο μόνος», τον διαβεβαίωσε ο Φάουλερ. Όρθωσε το κορμί του και γύρισε πάλι προς το γραφείο του. Το χέρι του απλώθηκε απρόθυμα προς το φάκελο του προσωπικού.
Των Μπέννετ; Ο Μπέννετ είχε κορίτσι που τον περίμενε στη Γη.
Τον 'Αντριους; Ο 'Αντριους έκανε σχέδια για το Πολυτεχνείο του Άρη αμέσως μόλις μάζευε αρκετά για τα έξοδα της πρώτης χρονιάς.
Τον Όλσον; Ο 'Όλσον ζύγωνε την ηλικία της σύνταξης. Δεν έκανε άλλη κουβέντα με rους νεαρούς παρά μονάχα για τα σχέδιά του να πάρει ένα κτηματάκι και να καλλιεργεί τριαντάφυλλα.
Ο Φάουλερ ακούμπησε προσεκτικά το φάκελο στο γραφείο.
Καrαδίκαζε ανθρώπους σε θάνατο. Η μις Στάνλεϋ το είχε πει απερίφραστα, με τα χλομά χείλη της σχεδόν ακίνητα στο ρυτιδωμένο πρόσωπό της. Του λόγου του έστελνε ανθρώπους έξω, να πεθάνουν, ενώ ο ίδιος καθόταν βολεμένος και ασφαλής στην καρέκλα του.
Ασφαλώς τα ίδια θα' λεγαν κι όλοι οι άλλοι στο θόλο, ιδίως όταν δε γύρισε και ο Άλεν. Βέβαια, ποτέ δε θα του το πετούσαν κατάμουτρα. Ακόμη κι εκείνος ή εκείνοι που θα καλούσε για να τους πει ότι ήταν η σειρά τους να πάνε, δε θα του το 'λεγαν ανοιχτά.
Θα το διάβαζε όμως στα μάτια τους.
Σήκωσε πάλι το φάκελο. Μπέννετ, 'Αντριους, 'Ολσον.. Υπήρχαν κι άλλοι, αλλά δεν έβγαινε τίποτα αν συνέχιζε.
Ο Κεντ Φάουλερ ήξερε ότι δε θα το άντεχε άλλο. Δε θα μπορούσε να τους αντικρίσει' δε θα μπορούσε να στείλει κι άλλους να πεθάνουν.
'Έγειρε μπροστά
και πάτησε το κουμπί της ενδοσυνεννόησης.
«Μάλιστα, κύριε
Φάουλερ:»
«Τη μις Στάνλεϋ, παρακαλώ».
«Εδώ μις
Στάνλεϋ», ακούστηκε η φωνή της γυναίκας.
«'Ήθελα να σας
ειδοποιήσω, μις Στάνλευ, να ετοιμάσετε τη μηχανή για δυο ακόμη».
«Δε φοβάστε μήπως
σας τελειώσουν κάποτε; Στέλνοντας έναν έναν θα κρατήσουν περισσότερο, και θα
το ευχαριστηθείτε διπλάσια».
«Ο ένας από τους
δύο θα είναι σκύλος», εξήγησε ο Φάουλερ.
«Σκύλος!»
«Ναι,
ο Τάουζερ».
Άκουσε το γοργό,
απότομο φούντωμα της οργής που έκανε σαν πάγο τη φωνή της. «Τον ίδιο σας το
σκύλο; Μα ήταν μαζί σας σχεδόν μια ζωή...»
«Γι' αυτό
ακριβώς», αποκρίθηκε ο Φάουλερ. «ο Τάουζερ θα ένιωθε δυστυχής αν τον άφηνα
πίσω».
Δεν ήταν ο Δίας που είχε γνωρίσει από τις οθόνες. Περίμενε να είναι διαφορετικός, αλλά ποτέ κάτι τέτοιο. Περίμενε μια κόλαση από καταρραχτώδεις βροχές αμμωνίας, αποπνιχτικά αέρια και τον ασταμάτητο ορυμαγδό της καταιγίδας. Περίμενε θυελλώδη σύννεφα κι ομίχλες, και τις φοβερές λάμψεις από τερατώδη αστροπελέκια.
Δεν περίμενε ότι οι καταρράχτες της αμμωνίας θα φαίνονταν σαν βιολετιές καταχνιές, που αναδεύονταν νωχελικά σαν άυλες σκιές πάνω από την κόκκινη και πορφυρή χλόη. Δεν είχε μαντέψει καν ότι οι φιδογυριστές αστραπές θα έλαμπαν σαν φαντασμαγορικά βεγγαλικά σ' έναν ουρανό γεμάτο χρώματα.
Περιμένοντας να εμφανιστεί έξω κι ο Τάουζερ, δοκίμασε τα μέλη του νέου κορμιού του, σαστίζοντας από τη ρωμαλέα, λυγερή δύναμη που ένιωσε να τα διαχέει. Δεν ήταν κι άσχημο σώμα, σκέφτηκε, κι έκανε μια εύθυμη γκριμάτσα στη θύμηση ότι είχε νιώσει οίκτο για τα Λόπερ βλέποντάς τα στην οθόνη.
Γιατί του ήταν δύσκολο να φανταστεί ένα ζωντανό οργανισμό βασισμένο στην αμμωνία αντί για το νερό, και στο υδρογόνο αντί για το οξυγόνο. Του ήταν δύσκολο να πιστέψει πως ένα τέτοιο πλάσμα θα ένιωθε για τη ζωή το ίδιο σκίρτημα χαράς που ένιωθε κι ο άνθρωπος. Του ήταν δύσκολο να μαντέψει τι σήμαινε να ζεις σ' αυτή την εφιαλτική κόλαση, μην ξέροντας βέβαια ότι για τα μάτια των ντόπιων ο Δίας δεν ήταν διόλου εφιαλτική κόλαση.
Η απαλή αύρα ήταν σαν χάδι πάνω του, και θυμήθηκε με έκπληξη ότι για τους Γήινους ήταν ένας φοβερός κυκλώνας που λυσσομανούσε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα, φορτωμένος με θανάσιμα αέρια.
Ευχάριστες μυρωδιές πότιζαν το σώμα του. Κι ωστόσο δεν ήταν ακριβώς μυρωδιές, γιατί δεν είχαν καμιά σχέση με την αίσθηση της όσφρησης που θυμόταν. 'Ήταν σαν ολόκληρη η ύπαρξή του να ρουφούσε την ευωδιά της λεβάντας... που δεν ήταν ακριβώς λεβάντα. 'Ήξερε πως ήταν κάτι για το οποίο δεν είχε λέξεις, σίγουρα το πρώτο από τα πολλά αινίγματα της νέας ορολογίας. Γιατί οι λέξεις που ήξερε, τα σύμβολα της σκέψης που χρησιμοποιούσε σαν Γήινος, ήταν άχρηστα σ' έναν κάτοικο του Δία.
Η θωρακισμένη στεγανή πόρτα στο πλάι του θόλου άνοιξε και ο Τάουζερ βγήκε χοροπηδώντας... ή, τουλάχιστον, αυτός υπέθεσε ότι ήταν ο Τάουζερ.
Έκανε να φωνάξει το σκύλο του, με το μυαλό του να διαμορφώνει τις λέξεις που σκόπευε να πει. Αλλά δεν μπορούσε να τις προφέρει. Δεν υπήρχε τρόπος να τις χρησιμοποιήσει. Δεν είχε τίποτα να πει μ' αυτές.
Για μια στιγμή ένιωσε τις σκέψεις του να στροβιλίζονται στην αβεβαιότητα του φόβου, ενός τυφλού φόβου που έφτιαχνε μικρούς κυκλώνες στο μυαλό του.
Πώς μιλούσαν τα Λόπερ; Πώς....
Ξαφνικά συνειδητοποίησε την παρουσία του Τάουζερ, ένιωσε έντονα την αδέξια, καμαρωτή, ζεστή φιλία του μαλλιαρού φίλου που τον είχε ακολουθήσει από τη Γη στους διάφορους πλανήτες. 'Ήταν λες και το πλάσμα που κάποτε ήταν ο Τάουζερ είχε απλωθεί για ν' αγγίξει για λίγο το μυαλό του.
Και από το εγκάρδιο καλωσόρισμα που ένιωσε, ξεχώρισαν λέξεις.
«Γεια σου, φίλε».
Δεν ήταν λέξεις στ' αλήθεια, αλλά κάτι καλύτερο από λέξεις. 'Ήταν σύμβολα σκέψης στο μυαλό του, με αποχρώσεις αισθημάτων που θα 'ταν αδύνατο ν' αποδοθούν ποτέ με λέξεις.
«Γεια σου, Τάουζερ», αποκρίθηκε.
«Αισθάνομαι υπέροχα», είπε ο Τάουζερ. «Λες κι είμαι κουταβάκι. Τώρα τελευταία ένιωθα rτολύ χάλια. Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να με πονάνε και τα δόντια μου είχαν πέσει σχεδόν όλα. Άσε δε τι μαρτύρια τραβούσα με τους ψύλλους. Παλιά δεν τους έδινα και πολλή σημασία. Δυο ψύλλοι παραπάνω ή παρακάτω δεν έπαιζαν ρόλο στα νιάτα μου».
«Μα... μα...», τραύλισαν σαστισμένα οι σκέψεις του Φάουλερ. «Εσύ μου μιλάς!»
«Και βέβαια», αποκρίθηκε ο Τάουζερ... «Πάντοτε σου μιλούσα, αλλά εσύ δε μ' άκουγες. Προσπαθούσα να σου πω χίλια δυο πράγματα, αλλά ήταν αδύνατο να με καταλάβεις».
«Σε καταλάβαινα πότε πότε», είπε ο Φάουλερ. «'Όχι και τόσο καλά πάντως», παρατήρησε ο Τάουζερ. «'Ήξερες πότε πεινούσα, πότε ήθελα νερό και πότε βόλτα' αλλά σχεδόν τίποτα παραπάνω».
«Με συγχωρείς», είπε ο Φάουλερ.
«Δεν πειράζει», τον καθησύχασε ο Τάουζερ. «Τρέχουμε να δούμε ποιος θα φτάσει πρώτος σ' εκείνο τον γκρεμό;»
Για πρώτη φορά ο Φάουλερ παρατήρησε τον γκρεμό. Φαινόταν να είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά, αλλά είχε μια παράξενη κρυστάλλινη ομορφιά και λαμποκοπούσε στις σκιές που έριχναν τα πολύχρωμα σύννεφα. Ο Φάουλερ δίστασε. «Είναι μακριά...»
«Έλα, πάμε», τον ενθάρρυνε ο Τάουζερ, και την άλλη στιγμή άρχισε να τρέχει προς τον γκρεμό.
Ο Φάουλερ τον ακολούθησε, δοκιμάζοντας τη δύναμη στο καινούριο σώμα του, κάπως επιφυλακτικά στην αρχή, μ' ευχάριστη έκπληξη λίγο αργότερα. Σε λίγο έτρεχε κι αυτός, με μια εκστατική χαρά που γινόταν ένα με την κόκκινη και πορφυρή χλόη και τις νωχελικές καταχνιές της βροχής που αρμένιζαν πάνω από τη Γη
Εκεί που έτρεχε, μια μουσική έφτασε στη συνείδησή του, μια μουσική που του πότιζε το κορμί, του πλημμύριζε το είναι και τον έκανε να πετά με τ' ασημένια φτερά της γρηγοράδας. Μουσική σαν σήμαντρο από κάποιο μακρινό καμπαναριό, πέρα ψηλά σ' έναν ηλιόλουστο λόφο την άνοιξη.
Καθώς ο γκρεμός πλησίαζε, η μουσική δυνάμωνε και γέμιζε τον κόσμο με κύματα μαγικής μελωδίας. Μόλις τότε κατάλαβε ότι η μουσική προερχόταν από τον καταρράχτη που έπεφτε σαν αφρός στο πρόσωπο του λαμπερού γκρεμού.
Μονάχα που ήξερε ότι δεν ήταν σαν τους καταρράχτες που θυμόταν, γιατί ετούτος ήταν από αμμωνία, και ο γκρεμός ήταν άσπρος από το στερεοποιημένο οξυγόνο.
Σταμάτησε τσουλαριστά δίπλα στον Τάουζερ, εκεί που ο καταρράχτης σκόρπιζε σ' ένα αστραφτερό ουράνιο τόξο μ' εκατοντάδες χρώματα. Κυριολεκτικά εκατοντάδες, γιατί εδώ, πρόσεξε, δεν υπήρχε μονάχα το βαθμιαίο σβήσιμο των βασικών χρωμάτων που έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Απεναντίας; τα χρώματα είχαν μια φοβερή σαφήνεια που ανέλυε το πρισματικό φάσμα ως τους έσχατους διαχωρισμούς.
«Η μουσική», είπε ο Τάουζερ. «Τι θες να πεις για τη μουσική;»
«Η μουσική», συνέχισε ο Τάουζερ, «είναι δονήσεις. Οι δονήσεις του νερού που πέφτει».
«Μα εσύ, Τάουζερ, δεν έχεις ιδέα από δονήσεις». «Ασφαλώς και έχω», τον διαβεβαίωσε ο Τάουζερ. «Η σκέψη, να... έτσι ξεφύτρωσε στο μυαλό μου».
Ο Φάουλερ ξεροκατάπιε νοερά. «Άκου, έτσι ξεφύτρωσε!»
Και ξαφνικά, μέσα στο κεφάλι του, υπήρχε μια φόρμουλα... η τεχνική για την κατασκευή μετάλλων που θα άντεχαν στις πιέσεις του Δία.
Κοίταξε εμβρόντητος προς τον καταρράχτη και απρόσμενα το μυαλό του πήρε το πλήθος των χρωμάτων και τα ταξινόμησε στη σωστή τους σειρά στο φάσμα. Έτσι απλά! Σαν να'ταν ουρανοκατέβατη έμπνευση. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είχε ιδέα από μέταλλα ή χρώματα.
«Τάουζερ», φώναξε. «Τάουζερ, κάτι μας συμβαίνει!»
«Μα, ναι, το ξέρω», του απάντησε ο Τάουζερ. «Είναι το μυαλά μας», είπε ο Φάουλερ. «Το χρησιμοποιούμε στο σύνολό του, ως και την τελευταία του κρυφή γωνιά. Το χρησιμοποιούμε για να συμπεράνουμε πράγματα που θα 'πρεπε να τα ξέραμε από την αρχή. 'Ίσως ο εγκέφαλος στη Γη είναι από τη φύση του αργόστροφος και ασαφής στη σκέψη. 'Ίσως είμαστε οι ηλίθιοι του σύμπαντος. 'Ίσως είμαστε από τη φύση μας φτιαγμένοι για να διαλέγουμε πάντοτε το δυσκολότερο δρόμο».
Και με την καινούρια, καθάρια σκέψη που τώρα κατείχε, καταλάβαινε ότι δεν ήταν μονάχα το θέμα των χρωμάτων σ' έναν καταρράχτη ή των μετάλλων που θ' άντεχαν στις πιέσεις του Δία. Ένιωσε κι άλλα πράγματα, πιο πέρα, πράγματα που δεν ήταν ακόμη συγκεκριμένα. 'Έναν αχνό ψίθυρο που υποσχόταν πράγματα περισσότερο μεγαλειώδη, μυστήριο πέρα από την ανθρώπινη σκέψη, πέρα ακόμη κι από τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας. Πράγματα που κανένα γήινο μυαλό δε θα μάθαινε ποτέ, έστω και αν χρησιμοποιούσε όλη τη δύναμη της λογικής του.
«Εξακολουθούμε να είμαστε περισσότερο Γήινοι», παρατήρησε. «Μόλις τώρα αρχίζουμε να μαθαίνουμε μερικά από τα πράγματα που ξανοίγονται μπροστά μας... λίγα από κείνα που παρέμεναν απρόσιτα για τους ανθρώπους, ίσως ακριβώς επειδή ήταν άνθρωποι. Γιατί το ανθρώπινο σώμα ήταν φτωχό, φτωχό για να σκέφτεται, φτωχό σε αισθήσεις που μόνο όταν τις έχει κανείς ξέρει τι σημαίνουν. 'Ίσως μάλιστα να μη διαθέτει καν τις αισθήσεις που απαιτούνται για την απόκτηση της αληθινής γνώσης».
Κοίταξε πίσω προς το θόλο, ένα ασήμαντο μαύρο αντικείμενο, μικροσκοπικό εξαιτίας της απόστασης. Εκεί μέσα υπήρχαν άνθρωποι που δεν μπορούσαν να δουν την ομορφιά που έκρυβε ο Δίας. Άνθρωποι που νόμιζαν ότι θυελλώδεις άνεμοι, σύννεφα και καταρραχτώδεις βροχές μαστίγωναν το πρόσωπό του πλανήτη. Τυφλά ανθρώπινα μάτια, φτωχά μάτια που δεν μπορούσαν να διακρίνουν την ομορφιά στα σύννεφα, που δεν μπορούσαν να δουν πέρα από την καταιγίδα. Σώματα που δεν μπορούσαν να νιώσουν τη γοητεία της μουσικής από τα κελαριστά νερό.
Άνθρωποι που περπατούσαν μονάχοι, σε τρομερή μοναξιά, μιλώντας μια παιδιάστικη γλώσσα, ανίκανοι να ξανοιχτούν και ν' αγγίξουν έναν άλλο νου, όπως αυτός άγγιξε τώρα εκείνον του Τάουζερ. Άνθρωποι αποκομμένοι για πάντα από κάθε προσωπική, στενή επαφή με άλλα ζωντανά πλάσματα.
Αυτός, ο Φάουλερ, περίμενε να βρει τον τρόμο των απόκοσμων καταστάσεων εδώ στην επιφάνεια του πλανήτη. Περίμενε ότι θα ζάρωνε φοβισμένος μπροστά στην απειλή άγνωστων τεράτων, και είχε ατσαλώσει το κουράγιο του για ν' αντιμετωπίσει έναν αποτρόπαιο κόσμο που δεν ήταν η Γη.
Και, αντί γι' αυτά, είχε βρει κάτι πιο μεγαλειώδες απ' ό,τι είχε συλλάβει ποτέ ο άνθρωπος. Ένα πιο γρήγορο, πιο τέλειο κορμί. Μια αίσθηση χαράς, και μια βαθύτερη αίσθηση ζωής. Ένα πιο κοφτερό μυαλό. Έναν κόσμο ομορφιάς που ακόμη και οι ονειροπόλοι της Γης δεν είχαν φανταστεί.
«Άντε, ας φεύγουμε», τον παρότρυνε ο Τάουζερ. «Πού θέλεις να πάμε;»
«Οπουδήποτε», απάντησε ο Τάουζερ. «Έτσι, να ξεκινήσουμε και να δούμε πού μας οδηγούν όλ' αυτά. Έχω ένα προαίσθημα... πώς το λένε; Ένα προαίσθημα...»
«Ναι, ξέρω», τον διαβεβαίωσε ο Φάουλερ.
Γιατί το ένιωθε κι ο ίδιος. Μια αίσθηση μεγάλων πεπρωμένων. Σαν κάτι μεγαλειώδες να τους περίμενε. Μια σιγουριά ότι πέρα από τους ορίζοντες υπήρχαν περιπέτειες, και πράγματα πιο μεγάλα κι από περιπέτειες.
Και οι άλλοι πέντε το είχαν νιώσει αυτό. Είχαν αισθανθεί το κέντρισμα να προχωρήσουν και να δουν, ένα ακατανίκητο κάλεσμα ότι μπροστά τους υπήρχε μια ζωή πληρότητας και γνώσης.
Ο Φάουλερ το 'ξερε τώρα, αυτός ήταν κι ο λόγος που κανένας δεν είχε ξαναγυρίσει. «Δεν πρόκειται να πάω πίσω», δήλωσε ο Τάουζερ.
«Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε έτσι», επέμεινε ο Φάουλερ. Έκανε ένα δυο βήματα προς την κατεύθυνση του θόλου, αλλ' αμέσως μετά σταμάτησε.
Να γυρίσει πίσω στο θόλο; Πίσω σ' εκείνο το ανυπόφορο, γεμάτο δηλητήρια κορμί που είχε ξεφορτωθεί; Δεν του φαινόταν ανυπόφορο παλιά, αλλά τώρα ήξερε ότι έτσι είχε το πράγμα.
Πίσω στο συσκοτισμένο μυαλό. Πίσω στις θολερές σκέψεις. Πίσω στα πλαδαρά στόματα που έβγαζαν θορύβους για να γίνονται κατανοητά από τους άλλους. Πίσω στα μάτια που τώρα του φαίνονταν χειρότερα κι από την έλλειψή τους. Πίσω στη βρομιά, πίσω στη μικρότητα, πίσω στην άγνοια.
«Μπορεί, κάποια άλλη μέρα...», μουρμούρισε μονολογώντας.
«Έχουμε τόσα πολλά να δούμε και να κάνουμε·, είπε ο Τάουζερ. «Έχουμε τόσα να μάθουμε. Θ' ανακαλύψουμε πράγματα...»
Ναι, θ' ανακάλυπταν πράγματα. 'Ίσως άλλους πολιτισμούς. Πολιτισμούς που θα 'καναν εκείνον του Ανθρώπου να φαίνεται ασήμαντος σε σύγκριση μαζί τους. Ομορφιά, και κάτι πιο σημαντικό: την κατανόηση αυτής της ομορφιάς. Και μια συντροφικότατα που κανένας τους δεν είχε γνωρίσει στο παρελθόν... που κανένας, άνθρωπος ή σκύλος, δεν είχε βρει πουθενά.
Και ζωή. Μια φρεσκάδα ζωής ύστερα από μια αποχαυνωμένη ύπαρξη.
«Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω», είπε ο Τάουζερ. «Ούτε κι εγώ», συμφώνησε ο Φάουλερ.
«Θα μ' έκαναν πάλι σκύλο», είπε ο Τάουζερ.
«Και μένα», είπε ο Φάουλερ, «θα μ' έκαναν πάλι άνθρωπο».