![]() |
![]() |
Antony Boucher
The Quest for St. Aquinas (1951)
Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
Ο Επίσκοπος Ρώμης, η Κεφαλή της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ο Βικάριος του Χριστού επί της Γης με δυο λόγια ο Πάπας - τίναξε μια κατσαρίδα απ' το λιγδιασμένο ξύλινο τραπέζι, ρούφηξε άλλη μια γουλιά απ' το δυνατό κόκκινο κρασί και συνέχισε την κουβέντα του.
«Από μιαν άποψη, Θωμά»,
χαμογέλασε, «τώρα είμαστε
ισχυρότεροι απ' όσο στις μέρες της
δόξας μας, όταν ζούσαμε μέσα στην
έξαρση και την ελευθερία για την
οποία προσευχόμαστε ακόμα μετά τη
λειτουργία. Γνωρίζουμε, όπως άλλοτε
και κείνοι στις κατακόμβες, πως
όσοι ανήκουν στο ποίμνιό μας του
ανήκουν αληθινά' πως ανήκουν στη
Μητέρα Εκκλησία επειδή πιστεύουν
πως όλοι oι άνθρωποι είναι αδέρφια
και παιδιά ενός πατέρα, του Θεού - κι
όχι επειδή θέλουν να προωθήσουν τις
πολιτικές τους βλέψεις, τις
κοινωνικές τους φιλοδοξίες, τις
επαγγελματικές τους επαφές».
«Ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ
θελήματος άνδρας, άλλ' εκ Θεού...
απάγγειλε σιγανά ο Θωμάς από το
Κατά Ιωάννην. Ο Πάπας έγνεψε
καταφατικά. «Μ' ένα τρόπο έχουμε
ξαναγεννηθεί εν Χριστώ όμως ακόμα
είμαστε λίγοι - πολύ λίγοι, ακόμα κι
αν λογαριάσουμε όσους δεν έχουν τη
δική μας πίστη, κι ωστόσο
αναγνωρίζουν το Θεό μέσα από τη
διδασκαλία του Λάο Τσε η του
Λούθηρου, του Γκοτάμα Βούδα η του
Τζότζεφ Σμίθ. Είναι ακόμα τόσοι
πολλοί αυτοί που πεθαίνουν δίχως
ν' ακούσουν το λόγο του ευαγγελίου,
τόσοι πολλοί που γνωρίζουν μόνο την
κυνική εγωλατρία της Τεχναρχίας.
Καταλαβαίνεις λοιπόν Θωμά πως
πρέπει να πας να τον γυρέψεις».
«Η Αγιότης σου», διαμαρτυρήθηκε ο
Θωμάς, «αν δεν αρκεί o λόγος και η
αγάπη του Θεού για να τους κάνει ν'
αλλαξοπιστήσουν, τι μπορούν να
κάνουν oι άγιοι και τα θαύματα;»
«Θαρρώ», ψιθύρισε ο Πάπας, «πως
και ο Υιός του Θεού την ίδια
διαμαρτυρία πρόβαλε. Μα κι η
ανθρώπινη φύση είναι θέλημά Του,
όσο παράλογο κι αν φαίνεται αυτό,
και πρέπει να Τον υπακούσουμε. Αν τα
σημεία και τα θαύματα μπορούν να
οδηγήσουν τις ψυχές στο Θεό, τότε θα
βρούμε αμέσως σημεία και θαύματα.
Kαι τι μας βολεύει καλύτερα από το
θρυλικό Ακίνο; Έλα τώρα Θωμά' αντί ν'
αμφιβάλλεις σαν το συνονόματό σου,
καλύτερα να ετοιμάζεσαι για το
ταξίδι».
Ο Πάπας σήκωσε την προβιά που σκέπαζε την πόρτα και πέρασε στην πλαϊνή κάμαρα, με το Θωμά βαρύ καταπόδι του. Η ώρα της κυκλοφορίας είχε τελειώσει, και το μεσιανό δωμάτιο της ταβέρνας ήταν αδειανό. Ο μαυριδερός ταβερνιάρης που λαγοκοιμότανε πετάχτηκε πάνω, έπεσε στα γόνατακαι φίλησε το δαχτυλίδι στο χέρι που του άπλωσε ο Πάπας. Σηκώθηκε ξανά και σταυροκοπήθηκε ρίχνοντας κλεφτές ματιές γύρω του, μήπως τον είχε πάρει κανένα μάτι - ίσως κάποιος Ελεγκτής Πίστεως. Έδειξε σιωπηλά μια άλλη πόρτα στην πίσω μεριά, κι oι δυο ιερείςτην άνοιξαν και βγήκαν.
Κατά τα δυτικά το κύμα γουργούριζε με μια παράξενη απαλότητα στις άκρες του ψαράδικου χωριού. Στο νότο τ' αστέρια ήταν κρύα και λαμπερά' στο βορρά θάμπωναν λίγο απ' την επίμονη ακτινοβολία αυτού που ήταν κάποτε το Σαν Φραντσίσκο.
«Το άτι σου σε περιμένει», έκανε
ο Πάπας κι είχε στη φωνή του κάτι σα
γέλιο.
«Το άτι; »
«Μπορεί να 'μαστε φτωχοί και
καταδιωγμένοι σαν τους πρώτους
Χριστιανούς, αλλά κάποιες φορές
μπορούμε και πετυχαίνουμε
μεγαλύτερα πλεονεκτήματα απ' τους
τυράννους μας. Σου βρήκα ένα
ρομπόνο - δώρο ενός μεγάλου
Τεχνάρχη που, σαν το Νικόδημο, κάνει
το καλό στα κρυφά' ανήκει στους
κρυφούς προσήλυτους και να ξέρεις,
προσηλυτίστηκε απ' τον ίδιο τον
Ακίνο που θα πας να γυρέψεις».
'Έμοιαζε αθώο, σα σωρός ξύλα σκεπασμένος για τη βροχή. O Θωμάς τράβηξε τις προβιές και εξέτασε τις λείες λειτουργικές γραμμές του ρομπόνου. Χαμογέλασε, βόλεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα στα κοφίνια του και σκαρφάλωσε στην αφροσέλλα. Το φως των αστεριών του 'φεγγε αρκετά για να μπορέσει να ελέγξει τις συντεταγμένες στο χάρτη του και να ταίσει με στοιχεία τον ηλεκτρονικό έλεγχο.
Πίσω του μια φωνή μουρμούρισε λατινικά στον ακίνητο νυχτεpιvo αέρα, και το χέρι του Πάπα σάλεψε πάνω απ' το Θωμά διαγράφοντας το πανάρχαιο σύμβολο. 'Έπειτα του άπλωσε το χέρι, πρώτα για το φιλί στο δαχτυλίδι, κι ύστερα για να σφίξει σαν άντρας το χέρι ενός φίλου που ίσως να μην τον έβλεπε ξανά.
Ο Θωμάς γύρισε πίσω να κοιτάξει άλλη μια φορά καθώς o ρομπόνος ξεκίναγε. Ο Πάπας, έπειτα από μια πολύ σοφή σκέψη, έβγαζε γρήγορα γρήγορα το δαχτυλίδι του και το έκρυβε στο κούφιο τακούνι του παπουτσιού του.
Ο Θωμάς έριξε μια κλεφτή ματιά στον ουρανό. Τουλάχιστο σε κείνο το βωμό τα κεριά έκαιγαν ολοφάνερα για τη δόξα του Θεού.
Ο Θωμάς δεν είχε καβαλικέψει ποτέ του ρομπόνο αλλά, οπωσδήποτε με κάποιες επιφυλάξεις, είχε εμπιστοσύνη στα έργα της Τεχναρχίας. 'Έπειτα από μερικά μίλια, αφού σιγουρεύτηκε πως oι συντεταγμένες είχαν καταγραφεί σωστά, σήκωσε την αφρώδη πλάτη της θέσης του, είπε τη βραδινή λειτουργία (τη θυμόταν απέξω' η κατοχή Σύνοψης σήμαινε θανατική ποινή) κι αποκοιμήθηκε.
'Όταν ξύπνησε περνούσαν από την ερημωμένη περιοχή στ' ανατολικά του Κόλπου. Το αφρώδες κάθισμα του είχε χαρίσει τον καλύτερο ύπνο που μπορούσε να θυμηθεί εδώ και χρόνια και με μεγάλη δυσκολία έπνιξε μια ζήλια για τους Τεχνάρχες και τις ανέσεις τους.
Είπε την πρωινή λειτουργία, έφαγε κάτι ελαφρό, και βρήκε την πρώτη ευκαιρία να επιθεωρήσει το ρομπόνο του στο φως της μέρας. Θαύμασε τα γρήγορα πολύσπαστα πόδια του, τόσο απαραίτητα αφού όλοι oι δρόμοι - εκτός απ' τις περιοχές των μεγαλουπόλεων - είχαν γίνει καρόδρομοι στην καλύτερη περίπτωση. Τους πλαϊνούς τροχούς, που χαμήλωναν και άρχιζαν να κινούνται όταν επέτρεπαν oι εδαφικές συνθήκες, και πάνω απ' όλα το λείο μαύρο λοφάκι που στέγαζε τον ηλεκτρονικό εγκέφαλο, τον εγκέφαλο που αποθήκευε εντολές και στοιχεία που αφορούσαν τον τελικό σκοπό κι αποφάσιζε μόνος του για την εκτέλεση τους' τον εγκέφαλο που έκανε αυτό το πράγμα να μη μοιάζει με το γαϊδουράκι που είχε καβαλικέψει ο Σωτήρας, ούτε με μηχανή, σαν το τζιπ του προ-προ-προ-πάππου του, αλλά μ' ένα ρομπόνο... ένα ρομπόνο.
«Λοιπόν», είπε μια φωνή, «πως σου
φαίνεται η διαδρομή; » Ο Θωμάς
κοίταξε γύρω του. Ολόκληρη η
περιοχή ήταν έρημη, άδεια και από
ανθρώπους και από βλάστηση.
«Λοιπόν», ξανάπε ανέκφραστη η
φωνή. «Δεν έχουν μάθει oi τrαπάδες ν'
απαντάνε ευγενικά όταν τους
ρωτάνε».
Η ερώτηση ήταν ολότελα άχρωμη, δεν έμοιαζε καν με ερώτηση. Κανένας τόνος - κάθε συλλαβή προφερόταν στο ίδιο νεκρό επίπεδο. 'Έμοιαζε περίεργα μηχανι...
Ο Θωμάς κοίταξε το μαύρο
βουναλάκι του εγκέφαλου. «Σε μένα
μιλάς; » ρώτησε το ρομπόνο.
«Χα χα», πρόφερε άχρωμα η φωνή αντί
για γέλιο. «Μη μου πεις πως δε σε
ξάφνιασα».
«Κάπως», παραδέχτηκε ο Θωμάς.
«Πίστευα πως τα μόνα ρομπότ που
μιλάνε είναι αυτά στις βιβλιοθήκες
που δίνουν πληροφορίες».
«Είμαι νέο μοντέλο. Κατασκευασμένο
- για - να - συζητάει - και να
ψυχαγωγεί - τον - κουρασμένο -
ταξιδιώτη», έκανε ο ρομπόνος
κολλώντας τις λέξεις μεταξύ τους,
σα να είχε ελευθερωθεί όλη αυτή η
διαφημιστική φράση από μια απ' τις
δυαδικές του συνάψεις.
«Βέβαια», έκανεαπλά ο Θωμάς.
«Μαθαίνουμε συνέχεια και νέα
περίεργα».
«Εγώ δεν είμαι περίεργο. Είμαι ένα
απλούστατο εργαλείο. Δεν ξέρεις και
πολλά από ρομπότ, έτσι; »
«Πρέπει να παραδεχτώ πως δε
μελέτησα ποτέ το θέμα ιδιαίτερα.
Ομολογώ πως ακόμα και η έννοια του
ρομπότ με τρομάζει κάπως. Φαίνεται
σχεδόν σα να διεκδικεί ο άνθρωπος
τις δυνάμεις του -» Ο Θωμάς
σταμάτησε απότομα.
«Μη φοβάσαι», γουργούρισε η φωνή.
«Μπορείς να μιλάς ελευθέρα. Ολα τα
στοιχεία που αφορούν το σχήμα σου
και την αποστολή σου μου είναι
δοσμένα. Αυτό ήταν αναγκαίο γιατί
αλλιώτικα μπορούσα να σε προδώσω
χωρίς να το θέλω».
Ο Θωμάς χαμογέλασε. «Ξέρεις»,
είπε, «ίσως και να 'ναι πολύ όμορφα -
θέλω να πω, να 'χεις κάποιο πλάσμα,
έκτός απ' τον εξομολογητή σου, που
να μπορείς να του μιλάς χωρίς να
φοβάσαι πως θα σε προδώσει».
«Πλάσμα», επανέλαβε ο ρομπόνος.
«Δε νομίζεις πως κινδυνεύεις να
ξεπέσεις σε αιρετικές σκέψεις».
«Σίγουρα είναι λίγο δύσκολο
πως να σε πω - μπορεί να μιλάς αλλά
δεν έχεις ψυχή».
«Είσαι σίγουρος».
«Kαi βέβαια, εγώ - θα σε πείραζε
πολύ», ρώτησε ο Θωμάς, «να πάψουμε
να μιλάμε για λίγο; Θα 'θελα να
συγκεντρωθώ και να προσαρμοστώ
στην κατάσταση».
«Δε με νοιάζει. Δε με νοιάζει. Μόνο
υπακούω. Αυτό θα πει πως με νοιάζει.
Πολύ περίεργη γλώσσα μ' έχουνε
ταίσει».
«Αν μείνουμε πολύ μαζί», είπε ο
Θωμάς, «θα προσπαθήσω να σε μάθω
λατινικά. Νομίζω πως θα σ' αρέσουν
καλύτερα. Kαι τώρα άσε με να
συγκεντρωθώ».
Ο ρομπόνος έστριψε αυτόματα ανατολικά για ν' αποφύγει τη μόνιμη πηγή ραδιενέργειας από το πρώτο κυκλοτρόνιο. O Θωμάς ψαχούλεψε το σακάκι του. Ο συνδυασμός δέκα μικρών κουμπιών κι ενός μεγαλύτερου έκαναν το σχέδιό του παράξενο ήταν όμως ασφαλέστερο απ' το να κουβαλάει κομποσκοίνι, κι ευτυχώς oι Ελεγκτές Πίστεως δεν είχαν καταλάβει ακόμα το λειτουργικό σκοπό αυτής της μόδας.
Τα θεία Μυστήρια φαίνονταν σκέψη ταιριαστή στην πιθανή λαμπρή έκβαση της περιπλάνησής του, όμως oι λογισμοί του δεν μπορούσαν να μείνουν καρφωμένοι σταθερά στα Μυστήρια. Καθώς ψιθύριζε τους Χαιρετισμούς του σκεφτόταν:
Αν ο προφήτης Βαλαάμ κουβέντιαζε με το γάιδαρό του, σίγουρα κι εγώ μπορώ να μιλάω με το ρομπόνο μου. Ο Βαλαάμ ήτανε πάντα για μένα ένα αίνιγμα. Δεν ήταν Ισραηλίτης- άνηκε στο λαότου Μωάβ, που λάτρευε τον Βάαλ και πολεμούσε το Ισραήλ' κι ωστόσο ήταν προφήτης του Kυρίoυ. Ευλόγησε τους Ισραηλίτες όταν τον διατάξανε να τουςκαταραστεί' και το ευχαριστώ ήταν να τον σφάξουν oι 'Ισραηλίτες όταν νίκησαν τους Μωαβίτες. Ολόκληρη η ιστορία δεν έχει λογικό ειρμό, δεν έχει ηθική' λες και θέλει να μας πει πως υπάρχουν κάποια κομμάτια στη Θεία Θέληση που δε θα τα καταλάβουμε ποτέ...
Είχε αρχίσει να κουτουλάει πάνω στην αφροσέλλα, όταν o ρομπόνος σταμάτησε απότομα κι άρχισε να προσαρμόζεται αστραπιαία σε εξωτερικά στοιχεία που δεν τα είχαν ταίσει από πριν στον υπολογιστή του. Ο Θωμάς σήκωσε τα μάτια του κι είδε έναν άντρα πελώριο, σωστό γίγαντα, που τον κοίταζε αυστηρά.
«Κατοικημένη περιοχή σ' ένα μίλι», γάβγισε ο άντρας. «Αν πηγαίνεις προς τα κει δείξε μου την άδεια και τα χαρτιά σου. Αν όχι, βρες απ' το δρόμο και στάσου».
Ο Θωμάς κατάλαβε πως βρίσκονταν πάνω σε κάτι που πολύ δύσκολα θα μπορούσες να το πεις δρόμο, και πως ο ρομπόνος είχε χαμηλώσει τους πλαϊνούς τροχούς του κι είχε μαζέψει τα πόδια του. «Εμείς -» έκανε να πει, κι έπειτα το γύρισε «Δεν πάω προς τα κει. Πηγαίνω στα βουνά. Εμείς - θα στρίψω παρακάτω».
Ο γίγαντας μουρμούρισε κι έκανε να γυρίσει όταν μια φωνή ακούστηκε από την παράγκα στην άκρη του δρόμου. «'Ει, Τζό! Θυμήσου τι είπαμε για τους ρομπόνους! »
Ο Τζό γύρισε πίσω. «Nαι, δίκιο έχεις. Κάτι ακούσαμε, πως ένας ρομπόνος έπεσε στα χέρια των χριστιανών». 'Έφτυσε στο χωματόδρομο. «Καλύτερα να μου δείξεις πιστοποιητικό ιδιοκτησίας».
Κοντά στις άλλες αμφιβολίες του Θωμά προστέθηκαν τώρα και μερικές πονηρές σκέψεις σχετικά με κείνο τον ανώνυμο Νικόδημο του Πάπα, που δεν του είχε δώσει τέτοιο πιστοποιητικό. 'Έκανε όμως πως ψάχνεται να το βρει, αγγίζοντας πρώτα το δεξί του χέρι στο μέτωπο σα να σκεφτόταν, έπειτα ψαχουλεύοντας κάπου χαμηλά στο στήθος του, και τραβώντας μετά το χέρι του πρώτα στον αριστερό του ώμο κι έπειτα στο δεξιό.
Τα μάτια του σκοπού έμειναν ανέκφραστα καθώς παρακολουθούσε αυτήν την απελπισμένη παραλλαγή του σημείου του σταυρού. 'Έπειτα κοίταξε κάτω. Ο Θωμάς παρακολούθησε το βλέμμα του ως το χώμα, όπου το πελώριο δεξί ποδάρι του φρουρού είχε χαράξει δύο καμπυλωτές γραμμές, όπως κάνουντα παιδιά για να ζωγραφίσουν το ψάρι - το σύμβολο του ιχθύος, που συμβόλιζε μυστικά την πίστη των χριστιανών στις κατακόμβες. Η μπότα του έσβησε γρήγορα το ψάρι, καθώς φώναζε στον αφανέρωτο σύντροφό του, «Εντάξει είναι, Φρέντ!» και πρόσθετε «Αντε κύριε, τράβα».
Ο ρομπόνος περίμενε ν'
απομακρυνθούν πρώτα καλά και μετά
παρατήρησε. «Πολύ έξυπνο.
Κοντεύεις να γίνεις μυστικός
πράκτορας».
«Kαι τι είδες εσύ και το λες;»
ρώτησε ο Θωμάς. «Αφού δεν έχεις
μάτια».
«Τροποποιημένος παράγων ψι. Τα
καταφέρνει πολύ καλύτερα»..
«Τότε...» ο Θωμάς δίστασε. «Αυτό
σημαίνει πως μπορείς να διαβάζεις
τη σκέψη μου;»
«Πολύ λίγο. Μη στεναχωριέσαι όμως.
Αυτό που μπορώ να διαβάσω δε μ'
ενδιαφέρει, είναι σκέτη βλακεία».
«Ευχαριστώ», είπε ο Θωμάς.
«Ακούς να πιστεύεις στο Θεό.
Μπρδάχ». ('Ητανε η πρώτη φορά που ο
Θωμάς άκουγε αυτό το επιφώνημα
ακριβώς όπως γράφεται.) «Εγώ
διαθέτω ένα τέλεια κατασκευασμένο
λογικό μυαλό που δεν μπορεί να
κάνει τέτοια λάθη».
«'Έχω ένα φίλο», χαμογέλασε ο
Θωμάς, «που είναι κι αυτός
αλάθητος. Αλλά αυτό γίνεται μερικές
φορές, και μόνο επειδή έχει μαζί του
το Θεό».
«Κανένας άνθρωπος δεν είναι
αλάθητος».
«Τότε λοιπόν, η ατέλεια», ρώτησε ο
Θωμάς, νιώθοντας ξαφνικά λίγο απ'
το πνεύμα του γέρου Ιησουiτη που τον
είχε διδάξει φιλοσοφία, «μπόρεσε
να δημιουργήσει την τελειότητα; »
«Παίζεις με τα λόγια», είπε ο
ρομπόνος. «Το ίδιο παράλογο είναι
να πιστεύεις πως ο Θεός που είναι
τέλειος δημιούργησε τον άνθρωπο
που είναι ατελής».
Ο Θωμάς θα 'θελε πολύ να 'χε κείνη τη στιγμή κοντά του το γέρο δάσκαλό του για ν' απαντήσει. Ταυτόχρονα όμως παρηγορήθηκε λιγάκι, γιατί ο ρομπόνος, παρόλη την έξυπνάδα του, δεν είχε απαντήσει ακόμα στην παρατήρησή του.
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος»,
είπε, «πως όλα αυτά ανήκουν στη -
συζήτηση - για - να - ψυχαγωγείς -
τον - κουρασμένο - ταξιδιώτη. Ας
αφήσουμε καλύτερα τη λογομαχία
ώσπου να μου πεις σε τι πιστεύουν τα
ρομπότ, αν πιστεύουν».
«Σ' αυτά που μας ταίζουν».
«Nαι αλλά το μυαλό σας δεν παύει να
λειτουργεί - δημιουργείτε δικές σας
ιδέες».
«Κάποιες φορές vαι κι αν μας
ταίσουν με ατελή στοιχεία
αναπτύσσουμε περίεργες αντιλήψεις.
Ακουσα για ένα ρομπότ σ' έναν
απομονωμένο διαστημικό σταθμό που
λάτρευε ένα Θεό των ρομπότ και δεν
ήθελε να πιστέψει πως το έφτιαξαν
άνθρωποι».
«Υποθέτω», έκανε συλλογισμένα ο
Θωμάς, «πως υποστήριζε ότι δεν έχει
πλαστεί κατ' είχόνα μας. Χαίρομαι
που εμείς - η τουλάχιστον αυτοί, oi
Τεχνάρχες - ήταν τόσο έξυπνοι ώστε
να φτιάξουν μόνο εξειδικευμένο
ρομπότ σαν και σένα, το καθένα
διαμορφωμένο ανάλογα με τη
λειτουργία του, και δεν προσπάθησαν
ποτέ ν' αναπλάσουν τον ίδιο τον
άνθρωπο».
«Δε θα 'ταν λογικό», είπε ο
ρομπόνος. «Ο άνθρωπος είναι μια
μηχανή για όλες τις δουλειές αλλά
δεν κάνει τέλεια καμία. Κι ωστόσο
άκουσα πως κάποτε...»
Η φωνή σταμάτησε απότομα στη μέση
της φράσης.
Λοιπόν, ακόμα και τα ρομπότ έχουν τα όνειρά τους, σκέφτηκε ο Θωμάς. Πως κάποτε υπήρξε ένα υπέρ-ρομπότ κατ' εικόνα του δημιουργού του, του Ανθρώπου. Απ' αυτή τη σκέψη θα μπορούσε ν' αναπτυχθεί μια ολόκληρη ρομποτική θεολογία...
Ξαφνικά ο Θωμάς κατάλαβε πως είχε αρχίσει πάλι να λαγοκοιμάται και πάλι είχε ξυπνήσει από ένα απότομο σταμάτημα. Κοίταξε γύρω του. βρίσκονταν στους πρόποδες ενός βουνού μάλλον θα 'ταν το βουνό στο χάρτη του, που παλιά είχε τ' όνομα του Σατανά αλλά τώρα πια είχε καθαγιαστεί - και δε φαινόταν πουθενά ψυχή.
«Εντάξει», είπε ο ρομπόνος. «Μέχρι εδώ έχω καταγράψει ένα σωρό σκόνη και κόπο και δάκρυα και μπορώ να σου δείξω πως να φτιάξεις το κοντέρ μου να δείχνει παραπανίσια χιλιόμετρα. Μπορείς να φας και να κοιμηθείς καλά και μετά θα γυρίσουμε».
Η ανάσα του Θωμά κόπηκε. «Μα η αποστολή μου είναι να βρω τον Ακίνο. Μπορώ να κοιμάμαι όσο ταξιδεύουμε. Εσύ δε χρειάζεσαι ξεκούραση, έτσι; » πρόσθεσε σκεφτικά.
«Kαι βέβαια όχι. Αλλά ποια είναι η
αποστολή σου».
«Να βρω τον Ακίνο», ξανάπε ο Θωμάς
υπομονετικά. «Δεν ξέρω ποιες είναι
οι λεπτομέρειες - ή πως τα λες; - που
σου έχουν δώσει. Αλλά η Αγιότης Του
άκουσε για κάποιον άγιο άνθρωπο που
έζησε πολλά χρόνια πριν σ' αυτή την
περιοχή -»
«Ξέρω ξέρω ξέρω», είπε ο ρομπόνος.
«Σύμφωνα με τη λογική του όλοι όσοι
τον άκουγαν προσηλυτίζονταν στην
'Εκκλησία κι απ' όταν πέθανε ο
μυστικός του τάφος έγινε τόπος
προσκυνήματος και πολλά θαύματα
γίνονται εκεί το μεγαλύτερο σημείο
της αγιότητας όμως είναι που το
σκήνωμά του διατηρήθηκε ανέπαφο
και σ' αυτούς τους καιρούς
χρειάζονται σημεία και τέρατα για
τους ανθρώπους».
Ο Θωμάς σκυθρώπιασε. 'Ολα έμοιαζαν φριχτή ασέβεια και ψευτιά, ειπωμένα μ' αυτή τη νεκρή μονότονη φωνή. 'Όταν η Αγιότης Του του μίλησε για τον Ακίνο, σκέφτηκε αμέσως τη δόξα του ανθρώπου του Θεού επί της γης - την ευγλωττία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την πειστικότητα του Αγίou Θωμά του Ακινάτου, την ποίηση του Αγίou Ιωάννου του Σταυρού... και πάνω απ' όλα το φυσικό θαύμα που έγινε για ελάχιστους άπ' τους αγίους, την υπερφυσική διατήρηση της σάρκας... «ου δώσεις τον όσιον σου ίδείν διαφθοράν...»
Οταν όμως μιλούσε ο ρομπόνος, ο νους σου πήγαινε αμέσως σε φτηνή διαφήμιση, όπως μαζεύεις το λαό να δει το γίγαντα του Κάρντιφ...
Ο ρομπόνος μίλησε ξανά. «Η
αποστολή σου δεν είναι να βρεις τον
Ακίνο. Μόνο να πεις πως τον βρήκες.
Τότε ο περιστασιακά αλάθητος φίλος
σου θα μπορέσει με εύλογα καθαρή
συνείδηση να τον ανακηρύξει άγιο
και να μιλήσει για ένα νέο θαύμα και
πολλοί θα προσηλυτιστούν και η
πίστη του ποιμνίου θα ενισχυθεί
αφάνταστα. Kαi σ' αυτές τις μέρες που
τα ταξίδια είναι τόσο δύσκολα ποιος
προσκυνητής θα ξεκινήσει για ν'
ανακαλύψει πως δεν υπάρχει άγιος
Ακίνος όπως δεν υπάρχει και Θεός».
«Η πίστη δεν μπορεί να βασιστεί στο
ψέμα», είπε ο Θωμάς.
«'Όχι», είπε ο ρομπόνος. «Δεν ήθελα
να πω όχι τελεία. Εννοώ όχι
ερωτηματικό με ειρωνική χροιά. Αυτό
το πρόβλημα της ομιλίας θα πρέπει
να είχε λυθεί σε κείνο το τέλει...»
Σταμάτησε πάλι τη φράση στη μέση. Αλλά πριν προλάβει o Θωμάς να του απαντήσει συνέχισε. «Tι σημασία έχει ποιο μικρό ψέμα οδηγεί τους ανθρώπους στην Εκκλησία αφού όταν μπουν θα πιστεύουν αυτές που νομίζεις για μεγάλες αλήθειες. Αυτό που χρειάζεται είναι η αναφορά σου κι όχι η ανακάλυψη. Μπορεί να είμαι αναπαυτικό αλλά εσύ έχεις ήδη κουραστεί άπ' το ταξίδι' είσαι πολύ κουρασμένος έχεις παντού κάτι μικρούς μυϊκούς πόνους επειδή έμεινες σε θέση που δεν έχεις συνηθίσει και με τις καλύτερες προθέσεις θα τραμπαλίζομαι λιγάκι κι αυτό θα χειροτερέψει όσο θ' ανεβαίνουμε το βουνό και θ' αναγκάζομαι να προσαρμόζω τα πόδια μου δυσανάλογα μεταξύ τους αλλά ανάλογα με την πλαγιά. Θα δεις πως το υπόλοιπο ταξίδι είναι διπλά κουραστικό άπ' ό,τι ήταν μέχρι τώρα. Το γεγονός ότι δεν, προσπαθείς να με διακόψεις σημαίνει πως δε διαφωνείς έτσι δεν είναι. Ξέρεις πως το μόνο λογικό πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να κοιμηθείς κατάχαμα έτσι γι' αλλαγή και να γυρίσουμε πίσω το πρωί ή να μείνουμε εδώ δυο μέρες να ξεκουραστούμε για να περάσει περισσότερος χρόνος και να γίνει πιο πιστευτό. Έπειτα μπορείς να κάνεις την αναφορά σου και -»
Κάπου στα βάθη του κοιμισμένου μυαλού του ο Θωμάς πρόφερε τα ονόματα «Ιησούς, Mαρiα και Ιωσήφ!» Σιγά σιγά, μέσα άπ' αυτά τα βάθη, άρχισε να περνάει μια συνειδητοποίηση, πως ένας απόλυτα ανέκφραστος μονόλογος είναι ο,τι πρέπει για να υπνωτίζει.
«Retro me, Satanas!» φώναξε δυνατά ο
Θωμάς κι έπειτα πρόσθεσε. «Ανέβα
στο βουνό. Είναι εντολή και πρέπει
να υπακούσεις».
«Θα υπακούσω», είπε ο ρομπόνος.
«Μα τι ήταν αυτό που είπες πιο
πριν».
«Με συμπαθάς», έκανε ο Θωμάς.
«Πρέπει ν' αρχίσω να σε μαθαίνω
λατινικά».
Το ορεινό χωριό ήταν πολύ μικρό για
να θεωρείται κατοικημένη περιοχή
και να χρειάζεται σκοπούς και
άδειες' είχε όμως κάτι σαν
πανδοχείο.
Την ώρα που ο Θωμάς ξεπέζευε άπ' το ρομπόνο άρχισε να νιώθει πολύ καλά τι σήμαιναν εκείνες oι παρατηρήσεις για τους μικρούς μυϊκούς πόνους, αλλά προσπάθησε να το δείξει όσο μπορούσε λιγότερο. Δεν είχε καμιά διάθεση να κάνει τον τροποποιημένο παράγοντα να σκεφτεί «Σου το 'λεγα, δε σου το 'λεγα; »
Η σερβιτόρα στο πανδοχείο ήταν σίγουρα άρειανοαμερικάνα μιγάδα. Το ύπεραναπτυγμένο φαρδύ αδειανό στέρνο και το υπεραναπτυγμένο αμερικάνικο στήθος έφτιαχναν ένα θεαματικό συνδυασμό. Το χαμόγελό της ήταν ο,τι θα ζητούσε ένας ξένος, ίσως και κάτι παραπάνω' κι ήταν πρόθυμη, όχι μόνο να του σερβίρει υποφερτό φαγητό, αλλά και να του δώσει με κάθε λεπτομέρεια τις λίγες πληροφορίες που μπορούσε να πάρει για το ορεινό χωριό.
Δεν έδειξε όμως καμιά αντίδραση όταν ο Θωμάς, τάχα αφηρημένα, έβαλε δύο μαχαίρια σταυρωτά περίπου σε σχήμα χ. Τεντώνοντας τα πόδια του μετά το φαγητό, ο Θωμάς συλλογίστηκε το στήθος της - φυσικά απλώς σαν σύμβολο της απίθανης καταγωγής της. Τι σημάδι της θείας φροντίδας Του για τα πλάσματά Του, που αυτές oι δυο φυλές, χωρισμένες αμέτρητους αιώνες, αποδείχτηκαν γόνιμες η μια για την άλλη!
Κι ωστόσο απέμενε το γεγονός ότι τα γεννήματά τους, όπως αυτό εδώ το κορίτσι, ήταν στείρα και για τις δύο φυλές γεγονός που είχε αποδειχτεί και βολικό και επικερδές για μερικούς ακατονόμαστους διαπλανητικούς επιχειρηματίες. Και τι μας δίδασκε αυτό το γεγονός για τη Θεία Θέληση;
Ο Θωμάς θυμήθηκε βιαστικά πως δεν είχε πει ακόμα την πρωινή λειτουργία.
Κόντευε να βραδιάσει όταν ο Θωμάς γύρισε στο ρομπόνο που ήταν σταματημένος μπροστά στο πανδοχείο. Αν και δεν περίμενε πολλά μέσα σε μια μέρα, ήταν ωστόσο αδικαιολόγητα απογοητευμένος. Τα θαύματα θα 'πρεπε να γίνονται πιο γρήγορα.
Ήξερε αυτά τα παραμεθόρια χωριά, όπου έστελναν εκείνους
που ήταν άχρηστοι η ανεπιθύμητοι για την Τεχναρχία. Ο μεγάλος τεχνικός πολιτισμός της Τεχναρχικής Αυτοκρατορίας, και στους τρεις πλανήτες, υπήρχε μόνο σε διάσπαρτα μητροπολιτικά κέντρα κοντά σε μεγάλα λιμάνια έκτοξεύσεων. Σ' όλα τ' άλλα μέρη, πέρα άπ' τις περιοχές που είχαν ερημώσει ολότελα, oi περιπλανώμενοι, οι ήλίθιοι κι οι δυσαρεστημένοι, ζούσανε μια σκληρή κι άχαρη ζωή εδώ και χίλια χρόνια, σε ερημιές που μπορούσαν να περάσουν χρόνο χωρίς να δουν ούτ' έναν Ελεγκτή Πίστεως - αν και μ' ένα μυστήριο δίκτυο επικοινωνίας (και εδώ ο Θωμάς άρχισε να σκέφτεται ξανά τον τροποποιημένο παράγοντα ψί) κάθε απροσδόκητη τεχνολογική πρόοδος σε μια άπ' αυτές τις περιοχές έφερνε αμέσως κύματα Ελεγκτών.
Είχε μιλήσει με βλάκες, είχε μιλήσει με τεμπέληδες, με έξυπνους και με αγανακτισμένους. Μα δεν είχε μιλήσει με κανέναν που ν' αποκριθεί στα διακριτικά του σημεία, κανένα που να τολμήσει να τον ρωτήσει για τον Ακίνο:
«'Έκανες τίποτα», ρώτησε ο
ρομπόνος, και πρόσθεσε
«ερωτηματικό».
«Αναρωτιέμαι αν πρέπει να μου
μιλάς μπροστά σε άλλους», είπε ο
Θωμάς λιγάκι θυμωμένα. «Φοβάμαι
πως αυτοί οι χωριάτες δεν έχουν
ιδέα πως υπάρχουν ρομπότ που
μιλάνε».
«Τότε καιρός να το μάθουν. Αν όμως
σε φέρνω σε δύσκολη θέση μπορείς να
με διατάξεις να σταματήσω».
«Είμαι κουρασμένος», είπε ο Θωμάς.
«Τόσο κουρασμένος που δεν μπορώ να
έρθω σε δυσκολότερη θέση. Και για ν'
απαντήσω στο ερωτηματικό σου, όχι.
Δεν έκανα τίποτα. Θαυμαστικό».
«Τότε γυρίζουμε απόψε», είπε ο
ρομπόνος.
«'Ελπίζω πως ήθελες να το πεις με
ερωτηματικό. Η απάντηση», είπε
δισταχτικά ο Θωμάς, «είναι όχι.
Πάντως νομίζωπως θα περάσουμε εδώ
τη νύχτα. Οι άνθρωποι πηγαίνουν
πάντα στις ταβέρνες τα βράδια. Ίσως
ψαρέψω τίποτα».
«Χα χα», είπε ο ρομπόνος.
«Γέλιο είναι αυτό; » ρώτησε ο
Θωμάς.
«Ήθελα να εκφράσω το γεγονός ότι
αναγνώρισα το χιούμορ στο
καλαμπούρι που είπες».
«Καλαμπούρι; »
«Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουνα.
Σύμφωνα με τα μέτρα των
ανθρωποειδών η σερβιτόρα είναι
πολύ ελκυστική, αξίζει τον κόπο να
την ψαρέψεις».
«Για να σου πω. Ξέρεις πως δεν
εννοούσα τίποτα τέτοιο. Ξέρεις πολύ
καλά πως είμαι -» Σταμάτησε
απότομα. Δεν ήταν διόλου έξυπνο να
προφέρει δυνατά τη λέξη ιερέας.
«Και συ ξέρεις πολύ καλά πως η
αγαμία του κλήρου είναι θέμα
πειθαρχίας κι όχι δόγματος. Κάτω
από τις διαταγές του Πάπα σου
ιερείς άλλων εκκλησιών ας πούμε της
βυζαντινής ή της αγγλικανικής
είναι απαλλαγμένοι από τον όρκο της
αγαμίας. Κι ακόμα και μέσα στη
ρωμαϊκή εκκλησία όπου ανήκεις
υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία που ο
όρκος αυτός δεν παιρνόταν στα
σοβαρά ακόμα και στις ανώτατες
βαθμίδες της ιεροσύνης. Είσαι
κουρασμένος χρειάζεσαι ανάπαυση
σωματική και ψυχική χρειάζεσαι
ανακούφιση και ζεστασιά. Γιατί το
γράφει και στο βιβλίο του προφήτη
Ησαΐα. Χαρείτε χαρά μετ' αυτής δια
να χορτασθήτε από των μαστών της
παρηγορίας αυτής και -»
«Διάολε!» ξέσπασε άξαφνα ο Θωμάς.
«Σταμάτα γιατί σε λίγο θ' αρχίσεις
να μου απαγγέλλεις το Ασμα του
Σολόμωντα. Που, θα πρέπει να σου πω,
είναι μια καθαρή αλληγορία που
άφορά την αγάπη του Χριστού για την
Εκκλησία Του, η τουλάχιστον έτσι
μου λέγανε στην ιερατική σχολή».
«Βλέπεις πόσο εύθραυστος και
γήινος είσαι», είπε ο ρομπόνος.
«Εγώ ένα ρομπότ σ' έκανα να
βλαστημήσεις».
«Distinguo», είπε ο Θωμάς σεμνότυφα.
«Είπα Διάολε, αλλά δε
μεταχειρίστηκα το όνομα του Κυρίου
μου επί ματαίω». Και μπήκε στο
πανδοχείο νιώθοντας για την ώρα
ικανοποιημένος με τον εαυτό του...
αλλά και αρκετά απορημένος για το
πλήθος και την ποικιλία των
στοιχείων που είχαν «ταϊσει» το
ρομπόνο.
Αργότερα ο Θωμάς δεν μπόρεσε να θυμηθεί ποτέ με ακρίβεια τι έκανε εκείνο το βράδυ.
Αναμφίβολα έφταιγε ο θυμός του - με το ρομπόνο, την αποστολή, και τον εαυτό του - που ήπιε όλο κείνο το αψύ ντόπιο κρασί. Αναμφίβολα έφταιγε το ότι ήταν τόσο εξαντλημένος φυσικά, ώστε τον έπιασε αμέσως και εκεί που δεν το περίμενε.
Είχε κάποιες αναλαμπές μνήμης. Μια στιγμή που άδειαζε πάνω του ένα ποτήρι και σκεφτόταν «Τι καλά που απαγορεύονται τα ιερατικά άμφια κι έτσι κανείς δεν μπορεί να δει το κατρακύλισμα ενός άνθρώπου που φέρει το σχήμα! » Μια στιγμή που άκουγε τους άσεμνους στίχους μιας Διαστημικής Σουίτας για Δύο και μια άλλη στιγμή που έκοβε στη μέση το τραγούδι για να βροντοφωνάξει παθιασμένα κάτι αποσπάσματα από το Ασμα Ασμάτων στα λατινικά.
Δεν ήτανε όμως σίγουρος αν oι στιγμές που θυμόταν ήτανε πραγματικές ή της φαντασίας του. Ένιωθε τη γεύση από ένα στόμα ζεστό και τα δάχτυλά του που μούδιαζαν στο άγγιγμα άρειανοαμερικάνικης σάρκας μα δε σιγουρεύτηκε ποτέ αν ήτανε πραγματική ανάμνηση ή κομμάτι από κείνο το όνειρο της Αστάρτης που είχε αρχίσει να τον τυλίγει.
Ούτε βεβαιώθηκε ποτέ ποια σύμβολα ή σε ποιόν είχε δείξει τόσο αδέξια και κραυγαλέα για να προκαλέσει εκείνη τη φοβερή φωνή «Το Θεό σου, σκύλε χριστιανέ!» Θυμήθηκε όμως που απόρησε: ακόμα κι αυτοί που δεν πίστευαν στο Θεό, oι πιο αποφασισμένοι, τον χρειάζονταν για τις βλαστήμιες τους. Κι έπειτα άρχισε το μαρτύριο.
Δεν έμαθε ποτέ αν κάποιο στόμα είχε αγγίξει τα χείλια του, αλλά το σίγουρο ήταν πως τα είχαν αγγίξει πολλές στέρεες γροθιές με σάρκα και οστά. Δεν έμαθε ποτέ αν τα δάχτυλά του είχαν αγγίξει ένα στήθος, αλλά σίγουρα είχαν ποδοπατηθεί από βαριά τακούνια. Θυμόταν ένα πρόσωπο που γελούσε δυνατά την ώρα που ο ιδιοκτήτης του ανέμιζεκείνη την καρέκλα που του' σπάσε δυο πλευρά. Θυμόταν άλλο ένα πρόσωπο με κόκκινο κρασί να τρέχει πάνω του από' να αναποδογυρισμένο μπουκάλι, και θυμόταν τη λάμψη ενός κεριού στο μπουκάλι την ώρα που σωριαζόταν κατάχαμα.
Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν το χαντάκι και το πρωί και το κρύο. 'Έκανε πολύ κρύο γιατί όλα του τα ρούχα ήταν βγαλμένα μαζί με αρκετά κομμάτια άπ' το δέρμα του. Δεν μπορούσε να σαλέψει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κείτεται εκεί πέρα και να βλέπει.
Τους έβλεπε να τον προσπερνάνε, αυτούς που του μίλαγαν χτες, αυτούς που του είχαν φερθεί φιλικά. Τους έβλεπε να του ρίχνουν μια ματιά κι έπειτα να γυρίζουν γρήγορα το βλέμμα άλλού. Είδε τη σερβιτόρα να τον προσπερνάει. Αυτή ούτε που τον κοίταξε' ήξερε πολύ καλά τι βρισκότανε στο χαντάκι.
Ο ρομπόνος δε φαινότανε πουθενά. Προσπάθησε να προβάλει τις σκέψεις του, προσπάθησε να ελπίσει απελπισμένα στον παράγοντα ψί.
'Ενας άνθρωπος, που ο Θωμάς δεν τον είχε ξαναδεί, ερχόταν προς το μέρος του πασπατεύοντας τα κουμπιά του σακακιού του. Είχε δέκα μικρά κουμπιά κι ένα μεγάλο, και τα χείλια του σάλευαν σιωπηλά.
Αυτός κοίταξε στο χαντάκι. Σταμάτησε μια στιγμή και κοίταξε γύρω του. Κάπου εκεί κοντά ακούστηκαν δυνατά γέλια και ξεφωνητά.
Ο χριστιανός τράβηξε βιαστικά το μονοπάτι, συνεχίζοντας ευλαβικά την προσευχή του με το κουμποκομποσκοίνι του. Ο Θωμάς έκλεισε τα μάτια.
'Οταν τα ξανάνοιξε βρισκόταν σ' ένα μικρό παστρικό δωμάτιο. Κοίταξε πρώτα τους τραχιούς ξύλινους τοίχους κι έπειτα τις άγριες αλλά πεντακάθαρες και ζεστές κουβέρτες που τον σκέπαζαν. 'Έπειτα το βλέμμα του γύρισε στο λιγνό μελαχρινό πρόσωπο που του χαμογελούσε.
«Νιώθεις καλύτερα τώρα;» ρώτησε
μια βαθιά φωνή. «Ξέρω. Θες να πεις
`Που βρίσκομαι;' και νομίζεις πως θ'
ακουστεί ανόητα. Είσαι στο
πανδοχείο. Είναι το μόνο δωμάτιο
της προκοπής».
«Μα δεν έχω πεντάρα -» άρχισε ο
Θωμάς. Kι έπειτα θυμήθηκε πως
ουσιαστικά δεν είχε τίποτα. Ακόμα
και oi πιστωτικές κάρτες της
έκτακτης ανάγκης που κρατούσε μαζί
του είχαν χαθεί όταν γδυνόταν.
«Δεν πειράζει. Για την ώρα πληρώνω
εγώ», είπε η βαθιά φωνή. «Μήπως θες
να φας τίποτα; »
«Αν έχει καμιά ρέγκα», είπε ο
Θωμάς... και την άλλη στιγμή είχε
αποκοιμηθεί.
'Οταν ξαναξύπνησε βρήκε πλάι του ένα φλιτζάνι με ζεστό καφέ. 'Έπειτα η βαθιά φωνή απολογήθηκε: «Σάντουιτς. Μόνο αυτά διαθέτει σήμερα το πανδοχείο».
Μόνο στο δεύτερο σάντουιτς
σταμάτησε ο Θωμάς λιγάκι για να
προσέξει πως είχε καπνιστό
βαλτογούρουνο, το αγαπημένο του
κρεατικό. 'Εφαγε το δεύτερο
απολαμβάνοντας περισσότερο, κι
άπλωνε το χέρι του για τρίτο όταν ο
μελαχρινός άντρας είπε, «Ίσως αυτό
να φτάνει για την ώρα. Τα υπόλοιπα
αργότερα».
Ο Θωμάς του έδειξε το πιάτο. «Δεν
τρως και συ κανένα; »
«'Οχι, ευχαριστώ. Είναι όλα με
βαλτογούρουνο». Μπερδεμένες
σκέψεις πέρασαν από το νου του Θωμά.
Το βαλτογούρουνο της Αφροδίτης
ήταν μηρυκαστικά. Οι οπλές του δεν
ήταν διχαλωτές. Προσπάθησε να
θυμηθεί τι είχε μάθει παλιά για τη
δίαιτα που ορίζει ο μωσαϊκός νόμος.
Κάπου στο Λεβιτικό μάλλον.
Ο μελαχρινός άντρας μάντεψε τις
σκέψεις του. «Τρέφ», είπε.
«Τι πράγμα; »
«Είναι ακάθαρτο».
Ο Θωμάς σοβάρεψε. «Παραδέχεσαι
μπροστά μου πως είσαι ορθόδοξος
εβραίος; Και πως μ' εμπιστεύεσαι;
Πως ξέρεις αν δεν είμαι Ελεγκτής; »
«Σ' εμπιστεύομαι. Ήσουνα πολύ
άρρωστος όταν σ' έφερα εδώ. Τους
έδιωξα όλους γιατί δεν ήθελα ν'
ακούσουν αυτά που έλεγες... Πάτερ»,
πρόσθεσε ελαφρά.
Ο Θωμάς πάλευε να βρει τις
κατάλληλες λέξεις. «Δε... δεν άξιζα
να με περιμαζέψεις. Είχα πιει και
ατιμάστηκα, ατίμασα το σχήμα μου. Κι
όταν βρισκόμουνα εκεί στο χαντάκι
ούτε που σκέφτηκα να προσευχηθώ.
Πίστεψα πιο καλά τον... Θεέ μου
ήμαρτον, τον τροποποιημένο
παράγοντα ψί του ρομπόνου!»
«Όμως Αυτός σε βοήθησε», του
θύμισε ο Εβραίος. «Αυτός μ'
έστειλε».
«Κι όλοι τους με προσπέρασαν»,
μούγκρισε ο Θωμάς. «Ακόμα και
κάποιος που προσευχόταν με το
κομποσκοίνι του. Με προσπέρασε κι
αυτός. Κι έπειτα ήρθες εσύ - ο Καλός
Σαμαρείτης».
«Πίστεψε με», έκανε ο
Εβραίοςαπότομα, «μπορεί να είμαι
οτιδήποτε άλλο εκτός από
Σαμαρείτης. Και τώρα κοιμήσου. Θα
προσπαθήσω να βρω το ρομπόνο σου...
και το άλλο».
Kαi βγήκε από την κάμαρα πριν μπορέσει ο Θωμάς να τον ρωτήσει τι «άλλο» εννοούσε.
Αργότερα την ίδια μέρα ο Εβραίος - Αβραάμ τον έλεγαν του ανέφερε πως ο ρομπόνος του ήταν προστατευμένος σ' ένα παχνί πίσω άπ' το πανδοχείο. Σίγουρα φέρθηκαν πολύ έξυπνα να μην τον ξαφνιάσουν με διάφορες συζητήσεις.
Την άλλη μέρα του είπε και για «το άλλο».
«Πίστεψέ με, Πάτερ», είπε απαλά,
«έπειτα από τις ώρες που σε
φρόντισα δεν είναι σχεδόν τίποτα
που να μην ξέρω για το ποιος είσαι
και τι κάνεις εδώ πέρα. Υπάρχουν εδώ
μερικοί χριστιανοί που τους ξέρω
και με ξέρουν. Η εμπιστοσύνη μας
είναι αμοιβαία. Βέβαια oι Εβραίοι
έχουν ακόμα εχθρούς, όμως, δόξα τω
Θεώ, όχι πια αυτούς που λατρεύουν το
'Ονομά Του. Τους μίλησα για σένα.
'Ενας τους», πρόσθεσε χαμογελώντας,
«έγινε κατακόκκινος»
«Ο Θεός τον συχώρεσε», είπε ο
Θωμάς. «Ήταν κι άλλοι κοντά - οι
ίδιοι εκείνοι που μου επιτέθηκαν.
Μήπως θα 'πρεπε να διακινδυνέψει τη
ζωή του για να με σώσει;»
«Αν θυμάμαι καλά, κάτι τέτοιο
περίμενε ο Μεσσίας σας. Αλλά ας τ'
αφήσουμε αυτά. Τώρα που ξέρουν
ποιος είσαι θέλουν να σε βοηθήσουν.
Να, δες, μου δώσανε αυτό το χάρτη. Το
μονοπάτι είναι απόκρημνο κι
επικίνδυνο' ευτυχώς που έχεις το
ρομπόνο. Σου ζητάνε μόνο μια χάρη:
'Οταν γυρίσεις να τους
εξομολογήσεις και να τους
λειτουργήσεις. 'Έχει εδώ κοντά μια
σπηλιά που είναι ασφαλισμένη».
«Kαi βέβαια. Κι αυτοί οι φίλοι σου
σου είπαν τίποτα γιατον Ακίνο; »
Ο Εβραίος δίστασε πολύ. 'Επειτα
έκανε αργά: «Ναι...»
«Και λοιπόν;»
«Πίστεψέ με, φίλε μου. Δεν ξέρω.
Φαίνεται για θαύμα. Βοηθάει τον
κόσμο να κρατάει την πίστη του
ζωντανή. Η πίστη μου... πουέχει ζήσει
πολύ καιρό με τα θαύματα, κάπου
τρεις χιλιάδες χρόνια και παραπάνω.
Ίσως αν είχα ακούσει τον ίδιο τον
Ακίνο... »
«Σε πειράζει», είπε ο Θωμάς, «να
προσευχηθώ για σένα στο Θεό μου; »
Ο Αβραάμ χαμογέλασε. «Με καλή
καρδιά, Πάτερ».
Τα πονεμένα του πλευρά, που δεν είχαν ακόμα γιατρευτεί, τον γέμισαν αγωνία καθώς σκαρφάλωνε στην αφροσέλλα. Ο ρομπόνος στεκόταν υπομονετικά και ταϊζόταν με τις συντεταγμένες του χάρτη. Περίμενε ν' απομακρυνθούν πρώτα καλά από το χωριό κι έπειτα μίλησε.
«Λοιπόν», είπε, «τώρα είσαι ασφαλισμένος για τα καλά». «Tι θες να πεις; »
«Μόλις κατέβουμε το βουνό ψάξε να
βρεις έναν Ελεγκτή. Να καταγγείλεις
τον Εβραίο. Από κει και πέρα θα
γραφτείς στα βιβλία σαν πιστός
υπηρέτης της Τεχναρχίας και δε θα'
χεις πειράξει ούτε τρίχα από
άνθρωπο του ποιμνίου σου».
Ο Θωμάς ρουθούνισε. «Πολλή φόρα
πήρες, Σατανά. Αυτός εδώ ούτε που με
βάζει σε πειρασμό. Είναι
αδιανόητο».
«Τα κατάφερα καλύτερα με τους
μαστούς έτσι δεν είναι. O Θεός σου
δεν είπε πως το πνεύμα είναι
πρόθυμο αλλά η σαρξ ασθενής».
«Kαι τώρα πια», είπε ο Θωμάς, «η
σάρκα παραείναι ασθενής, ακόμα και
για σαρκικούς πειρασμούς. Μη
σπαταλάς τις δυνάμεις σου... ή τέλος
πάντων ο,τι έχεις».
Σκαρφάλωσαν το βουνό σιωπηλά. Το μονοπάτι που έδειχναν oι συντεταγμένες ήταν στριφογυριστό και μπερδεμένο, φανερά σχεδιασμένο για να παραπλανεί τους Ελεγκτές.
Ξαφνικά ο Θωμάς τινάχτηκε άπ' την
προσευχή του με το
κουμποκομποσκοίνι του (σ' ένα
πανωφόρι δανεικό από κάποιο
περαστικό χριστιανό) και φώναξε
«Εϊ!» καθώς ο ρομπόνος ορμούσε
ίσια σ' ένα πυκνό σύθαμνο.
«Έτσι λένε oi συντεταγμένες», είπε
ξερά ο ρομπόνος.
Για μια στιγμή ο Θωμάς ένιωσε χιλιάδες αγκάθια να τον ξεσκίζουν. 'Επειτα οι θάμνοι χάθηκαν και βρέθηκε να καλπάζει σ' ένα στενό υγρό πέρασμα καμωμένο από μονοκόμματη πέτρα, όπου ακόμα κι ο ρομπόνος φαινόταν να μπερδεύει τα πόδια του.
'Επειτα βρέθηκαν σ' ένα πέτρινο δωμάτιο, κάπου τέσσερα μέτρα ύψος και δέκα φάρδος και κει, πάνω σε κάτι που έμοιαζε με βάθρο από ακατέργαστο βράχο, ήταν ξαπλωμένο το άλιωτο πτώμα ενός άνθρώπου.
Ο Θωμάς γλίστρησε από την αφροσέλλα μουγκρίζοντας καθώς τα πλευρά του τον σούβλιζαν, και πρόφερε βουβά έναν ύμνο ευχαριστίας. Χαμογέλασε στο ρομπόνο κι έλπισε πως ο παράγοντας ψί θ' ανίχνευε τα στοιχεία του οίκτου και του θριάμβου σ' αυτό το χαμόγελο.
'Επειτα μια σκιά αμφιβολίας
πέρασε άπ' το πρόσωπό του καθώς
ζύγωνε το σώμα. «'Οταν ανακήρυσσαν
άγίους τον παλιό καιρό», είπε, πιο
πολύ στον εαυτό του παρά στο
ρομπόνο, «είχαν και κάποιον που τον
έλεγαν συνήγορο του διαβόλου, και
που αναλάμβανε να δημιουργήσει
όλες τις πιθανές αμφιβολίες για τα
πειστήρια».
«Ο ρόλος θα σου ταίριαζε γάντι»,
είπε ο ρομπόνος.
«Αν ήμουνα εγώ», είπε ψιθυριστά ο
Θωμάς, «θ' αναρωτιόμουνα μήπως
υπάρχει κάτι στη σπηλιά. Μερικές
σπηλιές έχουν παράξενες ιδιότητες
να διατηρούν τα σώματα και να τα
κάνουν μούμιες».
Ο ρομπόνος είχε προχωρήσει κοντά
στο βάθρο. «Αυτό το κορμί δεν είναι
μουμιοποιημένο», είπε. «Μην
ανησυχείς».
«Τόσα πολλά ξέρει ο παράγοντας
ψί;» χαμογέλασε ο Θωμάς.
«'Οχι», είπε ο ρομπόνος. «Αλλά θα
σου δείξω γιατί ο Ακίνος δε θα
μπορέσει ποτέ να γίνει μούμια».
Σήκωσε το πολύσπαστο μπροστινό του πόδι κι έδωσε μια δυνατή κλωτσιά με την οπλή του στο χέρι του σώματος. O Θωμάς ούρλιαξέ τρομαγμένος για τη βεβήλωση - κι έπειτα έμεινε να κοιτάζει απολιθωμένος το τσακισμένο χέρι.
Δε φαινόταν αίμα ούτε ιχώρας, Δε φαινόταν σάρκα κομματιασμένη. Τίποτ' άλλο παρά μόνο σκισμένο δέρμα και από κάτω μια πολύπλοκη μάζα από πλαστικούς σωλήνες και μετάλλινα σύρματα.
'Έπεσε μεγάλη σιωπή. Τέλος ο
ρομπόνος είπε, «Καλό θα' ναι να το
ξέρεις. Φυσικά μόνο εσύ».
Και τόσο καιρό», έκανε
λαχανιασμένα ο Θωμάς, «η αναζήτηση
του άγιου ήταν μόνο τ' όνειρό σου...
το τέλειο ρομπότ με μορφή
άνθρώπου».
«Ο κατασκευαστής του πέθανε και το
μυστικό του χάθηκε», είπε ο
ρομπόνος. «Δεν έχει σημασία αν
εμείς το ξαναβρούμε».
«Κι όλα για τίποτα. Για λιγότερο άπ'
το τίποτα. Το `θαύμα' ήταν φτιαγμένο
άπ' την Τεχναρχία».
«'Οταν πέθανε ο Ακίνος», είπε ο
ρομπόνος, «και βάλε το πέθανε μέσα
σε εισαγωγικά ήταν επειδή είχε
κάποια μηχανική βλάβη και δεν
τολμούσε να πάει να τον διορθώσουν
γιατί έτσι όλοι θα μάθαιναν τι
είναι. Αυτό μόνο εσύ το ξέρεις.
Φυσικά η αναφορά σου θα λέει πως
βρήκες το σώμα του Ακίνου πως ήταν
άφθαρτο και ανέπαφο. Αυτή είναι η
αλήθεια και μόνο η αλήθεια κι αν δεν
είναι ολόκληρη η αλήθεια ποιος
νοιάζεται. Ασε τον αλάθητο φίλο σου
να χρησιμοποιήσει την αναφορά σου
και να μου το θυμηθείς δε θα σου
δειχτεί αχάριστος».
«Αγιο Πνεύμα, δώσε μου χάρη και
σοφία», ψιθύρισε ο Θωμάς.
«Η αποστολή σου πέτυχε. Τώρα θα
γυρίσουμε η εκκλησία θα μεγαλώσει
κι ο Θεός σου θα κερδίσει πολλούς
ακόμα πιστούς για να υμνούν τα 'Εργα
Του στα ανύπαρκτα αφτιά Του».
«Ανάθεμά σε! » φώναξε ο Θωμάς.
«Μακάρι να' χες ψυχή για να
μπορούσα να σε καταραστώ».
«Είσαι σίγουρος πως δεν έχω», είπε
ο ρομπόνος. «Ερωτηματικό».
«Ξέρω τι είσαι. Είσαι ο διάβολος
που γυρίζεις στον κόσμο και
γυρεύεις ν' αφανίσεις τους
ανθρώπους. Είσαι το έργο του
σκότους. Είσαι ένα ρομπότ που
φτιάχτηκε και ταίστηκε για να με
βάλει σε πειρασμό, και η ταινία με
τα στοιχεία σου είναι ταινία της
απώλειας».
«Δεν θέλω να σε βάλω σε πειρασμό»,
είπε ο ρομπόνος. «Ούτε να σε
καταστρέψω. Θέλω να σε καθοδηγήσω
και να σε σώσω. Οι καλύτεροι
υπολογιστές μας δείχνουν μια
πιθανότητα 51,5% πως σε είκοσι χρόνια
θα γίνεις ο επόμενος Πάπας. Αν
αφήσεις να σε διδάξω σοφία και
πρακτικό πνεύμα στις πράξεις σου η
πιθανότητα μπορεί ν' ανέβει στο 97,2 η
πολύ κοντά στο 100. Μήπως δε θες να
δεις την Εκκλησία κυβερνημένη όπως
μόνο εσύ μπορείς να την
κυβερνήσεις. Αν αναφέρεις πως
απέτυχες στην αποστολή σου θα
πέσεις στη δυσμένεια του φίλου σου
που όπως ακόμα και συ παραδέχεσαι
δεν είναι τόσο αλάθητος τις πιο
πολλές φορές. Θα χάσεις όλα τα
πλεονεκτήματα τηςθέσης και των
επαφών που μπορούν να σε φέρουν ως
το κόκκινο καπέλο του καρδινάλου αν
και δε θα το φορέσεις ποτέ όσο
υπάρχει Τεχναρχία κι από κει στο -»
«Σταμάτα!». Το πρόσωπο του Θωμά
έφεγγε και τα μάτια του γυάλιζαν με
κάτι που ο παράγοντας ψί δεν είχε
ξαναδεί ποτέ πριν. «Το αντίθετο
συμβαίνει, δε βλέπεις; Αυτός είναι
ο θρίαμβος! Αυτό είναι το τέλειο
τέρμα της έρευνας! »
Το πολύσπαστο πόδι τίναξε το
τσακισμένο χέρι. «Αυτό.
'Ερωτηματικό».
«Αυτό είναι το δικό σου όνειρο.
Αυτή είναι η δικιά σου τελειότητα.
Και τι απόγινε αυτή η τελειότητα;
Αυτό το τέλειο λογικό μυαλό - αυτό
το μυαλό που κάνει για όλα, που δεν
είναι εξειδικευμένο σαν το δικό σου
- ήξερε πως είναι φτιαγμένο άπ' τον
άνθρωπο και η λογική του το
ανάγκασε να πιστέψει πως o άνθρωπος
είναι πλασμένος από το Θεό. Κι είδε
πως το έργο του βρίσκεται στα χέρια
του άνθρώπου που το έφτιαξε, και
πέρα άπ' αυτό στον Πλάστη του, το
Θεό. 'Εργο του ήταν να προσηλυτίσει
τους ανθρώπους, να μεγαλύνει τη
δόξα του Kυρίου. Kαι τους
προσηλύτισε με μόνη τη δύναμη του
τέλειου μυαλού του!»
«Τώρα καταλαβαίνω γιατί τον λένε
Ακίνο», συνέχισε σα να μονολογούσε.
«Ξέραμε το Θωμά Ακινάτο, τον
Αγγελικό Γιατρό, τον τέλειο λογικό
της Εκκλησίας. Τα γραφτά του
χάθηκαν, αλλά σίγουρα κάπου στον
κόσμο θα βρίσκεται κάποιο
αντίγραφο. Μπορούμε να διδάξουμε
στους νέους μας τη λογική του, για
να την αναπτύξουν παραπέρα. Πολύ
καιρό αρκεστήκαμε μόνο στην πίστη'
ο αιώνας μας δεν είναι αιώνας
πίστης. Πρέπει να επικαλεστούμε τη
λογική - κι ο Ακίνος μας έδειξε πως
μόνο η τέλεια λογική οδηγεί στο
Θεό!»
«Γι' αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερη
ανάγκη να αυξήσεις τις πιθανότητες
να γίνεις Πάπας για να εκτελέσεις
το πρόγραμμά σου. Ανέβα στη σέλλα
και θα γυρίσουμε πίσω και στο δρόμο
θα σου διδάξω εκείνα τα μικρά
πράγματα που θα σου χρειαστούν για
να-»
«'Οχι», είπε ο Θωμάς. «Δεν είμαι
τόσο δυνατός σαν τον Παύλο που
μπορούσε να καυχιέται για τις
ατέλειες του και να χαίρεται -
επειδή είχε το σατανά για να τον
βάζει σε δοκιμασίες. 'Οχι' θα
προσευχηθώ με το Σωτήρα, `Kαιμη
είσενέγκης ημάςεις πειρασμόν'. Ξέρω
λίγο τον εαυτό μου. Είμαι αδύνατος
και γεμάτος αβεβαιότητες κι είσαι
πολύ έξυπνος. Πήγαινε. Θα βρω το
δρόμο να γυρίσω μόνος μου».
«Είσαι άρρωστος. Τα πλευρά σου
είναι σπασμένα και πονάνε. Δεν θα τα
καταφέρεις να γυρίσεις μόνος σου
χρειάζεσαι τη βοήθειά μου. Αν θες
διάταξέ με να σωπάσω. Για την
Εκκλησία είναι πιο σημαντικό να
γυρίσεις ασφαλήςστον Πάπα με την
αναφορά σου δεν μπορείς να
σκέφτεσαι τον εαυτό σου
περισσότερο άπ' την Εκκλησία».
«Φύγε!» ούρλιαξε ο Θωμάς. «Φύγε.
Γύρισε πίσω Νικόδημε... η Ιούδα!
Είναι διαταγή. Υπάκουσε! »
«Δε φαντάζομαι να νομίζεις πως με
είχαν φτιάξει αληθινά για να
υπακούω τις διαταγές σου. Θα σε
περιμένω στο χωριό. Αν καταφέρεις
να φτάσεις ωςεκεί θα χαρείς που θα
ξανανταμώσουμε».
Ο ρομπόνος ποδοβόλησε στο πέτρινο πέρασμα. Καθώς ο ήχος των ποδιών του έσβηνε, ο Θωμάς έπεσε στα γόνατα πλάι στο σώμα αυτού, που το ερχότανε στο νου μ' ένα όνομα μόνο: Αγιος Ακίνος, ο Ρομπότ.
Τα πλευρά του τον πέθαιναν περισσότερο από πριν. Το ταξίδι του γυρισμού θα' ταν αβάσταχτο.
Kαi τότε η προσευχή του ανέβηκε, όπως λένε οι Ψαλμοί, σαν το θυμίαμα, το ίδιο χύμα όπως και τα σύννεφα άπ' το λιβάνι. Και πάντα μέσα άπ' όλες τις σκέψεις που χόρευαν στο μυαλό του, πέρναγε η κραυγή του πατέρα του επιληπτικού στην Καισάρεια του Φιλίππου:
Πιστεύω, Κύριε' βοήθει μου τη απιστία!