
Karl Edward Wagner
Beyond any Measure (1982)
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου
«Στο Όνειρο είμαι μόνη σ' ένα δωμάτιο. Ακούω κάτι που μοιάζει με γυάλινες καμπανούλες στον άνεμο -ένα σκοπό μουσικού κουτιού- και κοιτώ γύρω να δω από πού έρχεται.
«Βρίσκομαι σε μια κρεβατοκάμαρα.Βαριά παραπετάσματα καλύπτουν τα παράθυρα, το δωμάτιο είναι σκοτεινό αλλά νιώθω ότι τα έπιπλα είναι παλιά, βικτοριανά θαρρώ. Υπάρχει ένα κρεβάτι με ουρανό και όλες του τις κουρτίνες τραβηγμένες. Δίπλα στο κρεβάτι έχει ένα μικρό κομοδίνο' πάνω του καίει ένα κερί. Από κάπου εδώ έρχεται η μουσική.
«Πλησιάζω στο κρεβάτι και καθώς στέκομαι δίπλα του, βλέπω ένα χρυσό ρολόι δίπλα στο κηροπήγιο. Ξαφνικά καταλαβαίνω ότι η μουσική βγαίνει από το ρολόι. Είναι από κείνα τα παλιά, της τσέπης, με θήκη που ανοιγοκλείνει. Είναι ανοιχτή τώρα και στο μισοσκόταδο διακρίνω ότι οι δείχτες ζυγώνουν τα μεσάνυχτα. Κάτι μου λέει πως πρέπει να υπάρχει μια εικόνα μέσα στο ρολόι, το παίρνω στα χέρια μου να την ψάξω.
«Την εικόνα
καλύπτει ένας κόκκινος λεκές.
Φρέσκο αίμα. Κοιτάζω γύρω μου
τρομαγμένη. Ένα χέρι βγαίνει από το
κρεβάτι και πάει να τραβήξει το
παραπέτασμα.
«Και τότε ξυπνώ».
«Μπράβο!» χειροκρότησε κάποιος.
Η Λιζέτ συνοφρυώθηκε, κατόπιν αντιλήφθηκε πως η φιλοφρόνηση απευθυνόταν σε μια άλλη παρέα από τις τόσες που είχαν γεμίσει τη γκαλερί. Ήπιε μια γουλιά σαμπάνια' πρέπει να ήταν μεθυσμένη, αλλιώς δε θα μιλούσε ποτέ για τα όνειρά της.
«Λοιπόν, δρ. Μάγκνους; Τί λέτε;»
Ήταν τα εγκαίνια του καινούριου Κόβεντ Γκάρντεν. Η παλιά, επιβλητική αγορά λουλουδιών και λαχανικών, σωσμένη την τελευταία στιγμή από τις μπουλντόζες της κατεδάφισης, είχε μετατραπεί σ' ένα ευρύχωρο εμπορικό κέντρο ακριβών καταστημάτων και γκαλερί: Η καινούρια εμπειρία για τους καταναλωτές του Λονδίνου. Η Λιζέτ το έβρισκε ατυχή συνδυασμό βικτοριανής επιδειξιομανίας και μοντέρνας φανταχτερής κατασκευής. Γιατί δεν άφηναν το νεκρό παρελθόν να θάψει τους νεκρούς του; Αναρωτήθηκε πώς θα καταντούσαν την ψαραγορά του Μπίλινγκσγκεϊτ οι υποστηρικτές της αναστήλωσης, αν κέρδιζαν την υπόθεσή τους -πράγμα απίθανο για την ώρα.
«Βλέπετε συχνά αυτό το όνειρο, δεσποινίς Σέιριγκ;» Προσπάθησε να διακρίνει ενδιαφέρον ή δυσπιστία στα ψυχρά, ανοιχτογάλαζα μάτια του γιατρού. Δε φανέρωναν τίποτα. «Αρκετά συχνά».
Τόσο συχνά που αναγκάστηκα να το πω στη Νταντέλ, τέλειωσε τη φράση από μέσα της. Η Ντανιέλ Μπόρλαντ μοιραζόταν μαζί της ένα διαμέρισμα στο Μπλούμσμπερι, πολύ κοντά στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Η γκαλερί ήταν η μια αγαπημένη ενασχόληση του Μέιτλαντ Ρέντιν, η Ντανιέλ η άλλη. Τώρα το αν ο Μέιτλαντ σκόπευε να εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά τον καινούριο εκθεσιακό του χώρο ή αν απλά ήθελε μια «βιτρίνα» για τα αμφισβητούμενα ταλέντα των άπειρων φίλων του, ήταν απαγορευμένο θέμα συζήτησης. Πάντως η παλιά του γκαλερί στο Νάιτσμπριτζ ήταν σίγουρα επιτυχημένη, αν αυτό σήμαινε τίποτα.
«Πόσο συχνά;» Ο
δρ. Μάγκνους έφερε το ποτήρι στα
χλωμά του χείλη. Έπινε μόνο Περιέ,
κι απ' αυτό ελάχιστα' κρατούσε το
ποτήρι μόνο και μόνο για να 'χει
κάτι στα χέρια του.
«Δεν ξέρω. Έξι-εφτά φορές
παλιότερα. Συνεχώς από τότε που
ήρθα στο Λονδίνο».
«Σπουδάζετε στο Πανεπιστήμιο του
Λονδίνου, απ' ό,τι μου είπε η
Ντανιέλ;»
«Ναι. Στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήρθα
με υποτροφία».
Η Ντανιέλ δούλευε κάπου-κάπου ως μοντέλο για τους φοιτητές --η Λιζέτ είχε πια βεβαιωθεί ότι το 'κάνε από μια ακατανίκητη ανάγκη να επιδεικνύει το σώμα της κι όχι για τα χρήματα- κι όταν μια βρισιά για ένα σπασμένο πινέλο αποκάλυψε την κοινή τους αμερικάνικη κληρονομιά, οι δυο «εκπατρισμένες» συναντήθηκαν σε μια παμπ μετά το μάθημα για ν' ανταλλάξουν νέα και απόψεις. Η γκαρσονιέρα της Λιζέτ κοντά στο μουσείο ήταν ελεεινή και η συγκάτοικος της Ντανιέλ είχε φύγει -νύχτα- για τη Γαλλία, αφήνοντας απλήρωτα τα ενοίκια δύο μηνών. Μέχρι να κλείσει η παμπ, τα είχαν συμφωνήσει. Θα έμεναν μαζί.
«Μα δεν πίνεις;»
Η Ντανιέλ τους ξετρύπωσε μέσα απ' το
πλήθος, κούνησε το κεφάλι της τάχα
ενοχλημένη και έσπευσε να γεμίσει
το ποτήρι της Λιζέτ πριν εκείνη
προλάβει να το σκεπάσει με το χέρι
της. «Εσείς, δρ. Μάγκνους;»
«Δε χρειάζομαι τίποτα ευχαριστώ».
«Ντανιέλ, να σε βοηθήσω;» Ο
Μέιτλαντ είχε καταφέρει και τις δύο
να το παίξουν οικοδέσποινες στα
εγκαίνια.
«Ούτε να το συζητάς, γλυκιά μου. Αν
με δεις να καταρρέω, φώναξε το
ιππικό. Αλλά μέχρι τότε, το μόνο που
θέλω από σένα είναι να μην αφήσεις
το δόκτορα Μάγκνους να κουνήσει από
δίπλα σου».
Η Ντανιέλ απομακρύνθηκε χαμογελαστή, με το μπουκάλι της σαμπάνιας στην αγκαλιά της. Η γκαλερί, βαφτισμένη «Τέτοια πράγματα μπορεί να υπάρχουν» κατά τον Ρίτσαρντ Μπάρτον (όχι τον πρώην της Λιζ Τέιλορ, όπως εξηγούσε η Ντανιέλ, προς μεγάλη διασκέδαση των πάντων), ήταν γεμάτη με φίλους και γνωστούς, όπως άλλωστε και όλα τα καταστήματα εκείνο το βράδυ: ιδιωτικά πάρτι με βραδινά ενδύματα και σαμπάνια, ελάχιστοι τουρίστες που κοιτούσαν γύρω τους μ' ανοιχτό το στόμα και φωτογράφιζαν σα μανιακοί. Η Λιζέτ και η Ντανιέλ φορούσαν τουαλέτες από κρεπ ντε σιν, σχιστές ως ψηλά στους μηρούς. Θα μπορούσε κανείς να τις περάσει για αδελφές: η Λιζέτ ξανθιά, πρασινομάτα, με λίγες γοητευτικές φακίδες η Ντανιέλ καστανή, με μάτια στο χρώμα του φουντουκιού, μακιγιαρισμένη στην εντέλεια, όπως οι περισσότερες Λονδρέζες' και οι δύο ήταν ψηλές, λυγερές κοπέλες, με κορμιά που έμοιαζαν τόσο ώστε να μπορούν ν' ανταλλάσσουν τα ρούχα τους.
«Φαντάζομαι πόσο
βασανιστικό είναι να βλέπετε
συνεχώς τον ίδιο εφιάλτη».
«Έχω κι άλλους. Μερικοί
επαναλαμβάνονται, άλλοι όχι. Όλοι
όμως μου αφήνουν την ίδια αίσθηση.
Όταν ξυπνώ νιώθω ότι βγαίνω από τα
πλατό της Χάμερ».
«Απ' όσα μου είπατε, συμπεραίνω πως
αυτοί οι εφιάλτες άρχισαν να σας
ενοχλούν σχετικά πρόσφατα».
«Ναι. Από τότε που ήρθα στο Λονδίνο.
Υποθέτω πως τους προκαλεί το άγχος
της ξένης πόλης». Είχε ήδη αρχίσει
να δανείζεται υπνωτικά χάπια από
την Ντανιέλ για λίγες ώρες ήσυχου
ύπνου.
«Πρώτη φορά έρχεστε στο Λονδίνο,
δεσποινίς Σέιριγκ;»
«Πρώτη». Πρόσθεσε, όμως, ίσως για
να μη δώσει την εντύπωση της
τυπικής Αμερικανίδας φοιτήτριας:
«Μόλο που έχω εγγλέζικες
καταβολές».
«Οι γονείς σας;»
«Ο παππούς και η γιαγιά από το σόι
της μητέρας μου ήταν Λονδρέζοι.
Μετανάστευσαν στις ΗΠΑ αμέσως μετά
τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο».
«Τότε θα σας φαίνεται σαν
επιστροφή στην πατρίδα».
«Όχι και τόσο. Είμαι η πρώτη στην
οικογένεια που διασχίζει τον
Ατλαντικό. Και δε θυμάμαι καθόλου
τους γονείς της μητέρας μου. Η
γιαγιά Κένσγουικ πέθανε το πρωινό
που γεννήθηκα». Κάτι που η μαμά δεν
κατόρθωσε ποτέ να ξεπεράσει,
πρόσθεσε σιωπηλά η Λιζέτ.
«Συμβουλευτήκατε γιατρό για τους
εφιάλτες σας;»
«Φοβάμαι πως δεν τα βγάζω πέρα με
το Εθνικό σας Σύστημα Υγείας». Η
Λιζέτ κατσούφιασε καθώς θυμήθηκε
τη νύχτα που προσπάθησε να εξηγήσει
σ' έναν Πακιστανό γιατρό γιατί
χρειαζόταν υπνωτικά χάπια.
Ευχήθηκε ξαφνικά να μην είχαν προσβάλλει το δόκτορα Μάγκνους τα λόγια της' από την άλλη, δεν της φαινόταν καθόλου ο τύπος που θα ενέκρινε την κοινωνική ιατρική. Ευγενέστατος, αβρός, σαν το ψάρι στο νερό με τα βραδινά του ρούχα, της θύμιζε τον Πήτερ Κάσινγκ με ξανθά γένια. Όπου να 'ναι θα μπει και ο Κρίστοφερ Λη με τη μαύρη του μπέρτα, σκέφτηκε, κοιτώντας κατά την πόρτα. Δεν ήξερε καλά-καλά ποια ήταν η ειδικότητα του γιατρού Μάγκνους. Η Ντανιέλ την είχε πιέσει να του μιλήσει -αυτή θα ανάγκασε και τον Μέιτλαντ να τον καλέσει στα εγκαίνια. «Δε φαντάζεσαι την οξυδέρκειά του. Έχει γράψει ένα σωρό βιβλία για τα όνειρα και το υποσυνείδητο, πρωτότυπα πράγματα, όχι αναμασήματα φροϋδικών ανοησιών!»
«Θα μείνετε καιρό
στο Λονδίνο, δεσποινίς Σέιριγκ;»
«Τουλάχιστον μέχρι το τέλος του
χρόνου».
«Μα δεν μπορείτε να περιμένετε
τόσο πολύ για να δείτε αν οι
εφιάλτες σταματήσουν
επιστρέφοντας στο Σαν Φραντσίσκο! Δε
θα σας είναι καθόλου ευχάριστοι,
είμαι σίγουρος. Πρέπει οπωσδήποτε
να κάνετε κάτι».
Η Λιζέτ δεν
απάντησε. Δεν είχε πει στο γιατρό
ότι καταγόταν από το Σαν
Φραντσίσκο, άρα η Ντανιέλ του είχε
ήδη μιλήσει. Ο δρ. Μάγκνους έβγαλε
την κάρτα του, της την πρόσφερε
διακριτικά. «Θα χαρώ πολύ να
ασχοληθώ επαγγελματικά με την
περίπτωσή σας, αν βέβαια το
επιθυμείτε και σεις».
«Μα δεν αξίζει τον κόπο...»
«Και βέβαια αξίζει, αγαπητή μου.
Αλλιώς δε θα σας το ζητούσα. Να
πούμε το απόγευμα της επόμενης
Τρίτης; Σας βολεύει;»
Η Λιζέτ έβαλε την κάρτα στην τσάντα
της. Αν μη τι άλλο, θα τής έγραφε μια
συνταγή για βαρβιτουρικά. «Στις
τρεις;»
«Θα σας περιμένω».
Η στοά δε φωτιζόταν καλά και η Λιζέτ ένιωθε έναν αόριστο τρόμο καθώς τη διέσχιζε βιαστική, ανασηκώνοντας τη νυχτικιά της για να μη σέρνεται στις βρωμιές που πατούσαν τα γυμνά της πόδια. Κουρελιασμένες ταπετσαρίες κηλίδωναν το λεπρό σοβά και, όταν σίμωσε το κερί της να κοιτάξει, της φάνηκε ότι οι αυλακιές και τα ξυσίματα, που γέμιζαν σαν παρανοϊκές επιγραφές τους τοίχους, ακολουθούσαν ένα ανησυχητικό, διόλου τυχαίο χνάρι. Η σκιά της έπεφτε διπλή, παραμορφωμένη: η μία πήγαινε σκυφτή μπροστά και η άλλη ακολουθούσε.
Η Λιζέτ είδε μπροστά της έναν ολόσωμο καθρέφτη και στάθηκε να περιεργαστεί το είδωλό της. Το πρόσωπό της ήταν ταραγμένο, τα μαλλιά της ανάκατα. Απόρησε με τη νυχτικιά της -ανοιχτόχρωμη, μεταξωτή, παλιομοδίτικη- αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε να τη φοράει. Και δε θυμόταν ούτε πώς είχε έρθει σε τούτο το μέρος.
Ο εαυτός της στον καθρέφτη την ξάφνιασε. Τα μαλλιά της ήταν πιο μακριά, έπεφταν στο στήθος της. Τα σμιλεμένα χαρακτηριστικά, η έντονη γραμμή του πηγουνιού, η ολόισια μύτη ολόκληρο το πρόσωπο, εκτός από την έκφραση, δεν ήταν δικό της: τα χείλη πιο γεμάτα, πιο αισθησιακά, πιο κόκκινα και από το κραγιόν της γυάλιζαν, και τα δόντια της άστραφταν, κανονικά και κάτασπρα. Τα πράσινα μάτια της ήταν σκληρά σαν της γάτας, ψυχρά, αρπακτικά και συνάμα νοσταλγικά.
Η Λιζέτ άφησε τον ποδόγυρό της να πέσει, ανασήκωσε το χέρι να ψηλαφίσει το είδωλό της. Τα δάχτυλά της πέρασαν το γυαλί, άγγιξαν το πρόσωπο πίσω του.
Δεν ήταν καθρέφτης αλλά πόρτα. Πόρτα κρύπτης.
Τα δάχτυλα μέσα από τον καθρέφτη την άρπαξαν από τα μαλλιά, τράβηξαν το κεφάλι της μπροστά. Παγωμένα χείλη πίεσαν τα δικά της. Η φριχτή υγρή ανάσα του τάφου χύθηκε στο στόμα της.
Προσπαθώντας να ξεφύγει από το αγκάλιασμα, η Λιζέτ ένιωσε μια κραυγή να ξεσκίζει το λαρύγγι της...
... Και η Ντανιέλ την τράνταζε να ξυπνήσει.
Η κάρτα ανήγγειλε απλά Δρ. 'Ινγκμαρ Μάνγκους, Γνωματεύσεις και ακολουθούσε μια διεύθυνση στο Κένσινγκτον. Τουλάχιστον το ιατρείο δεν ήταν στη Χάρλεϊ Στρητ. Η Λιζέτ τη συμβουλεύτηκε για εκατοστή φορά, ψάχνοντας τα ονόματα των δρόμων στις γωνίες των κτιρίων, καθώς κατηφόριζε την Κένσινγκτον Τσερτς Στρητ στο δρόμο της από το σταθμό του Νότινγκ Χιλ Γκέιτ. Ούτε μια νύξη για το τί γιατρός και τί είδους γνωματεύσεις' όλα υπέροχα αόριστα και επινοημένα, αναμφίβολα, για να παρακάμπτουν επιτήδεια τους νόμους περί άδειας ασκήσεως επαγγέλματος.
Η Ντανιέλ της είχε δανείσει ένα από τα βιβλία του: Η αναγέννηση του εαυτού, δημοσίευση κάποιου από τους ασήμαντους λόγιους εκδότες που στριμώχνονταν γύρω από το Βρετανικό Μουσείο. Η Λιζέτ το βρήκε ένα εξωφρενικό συνοθύλευμα μυστικιστικής φιλοσοφίας και θεοπάλαβων θεωριών -όλες σχετικές με τη μετενσάρκωση- και το παράτησε μετά το πρώτο κεφάλαιο. Είχε αποφασίσει να μην πάει στο ραντεβού, αλλά o εφιάλτης της Κυριακής και η επιμονή τής Ντανιέλ της άλλαξαν γνώμη.
Η Λιζέτ φορούσε μια φαρδιά μεταξωτή πουκαμίσα πάνω από στενά τζην και ψηλοτάκουνα σανδάλια. Η αφόρητη ζέστη των τελευταίων ημερών απειλούσε τώρα να ξεσπάσει σε βροχή, έπρεπε λοιπόν να βιαστεί. Έστριψε στη Χόλαντ Στρητ, πέρασε το κλειστό πια βιβλιοπωλείο Ισημερία, απ' όπου η Ντανιέλ είχε αγοράσει μισοτιμής όλα τα έργα του Αλιστερ Κρόουλι. Διέσχισε ένα λαβύρινθο απόμερων παρόδων και έφτασε σε μια σειρά σχετικά καλοδιατηρημένων κατοικιών του 19ου αιώνα, χωρισμένων τώρα σε γραφεία και διαμερίσματα. Είδε ότι ο αριθμός της μπρούτζινης πινακίδας ήταν ίδιος μ' εκείνον της κάρτας, πήρε βαθιά ανάσα και μπήκε.
Η Λιζέτ δεν ήξερε τι να περιμένει. Δε θα της φαινόταν περίεργο, κρίνοντας από τους φίλους της Ντανιέλ, αν την υποδέχονταν σύννεφα λιβανιού, ανατολίτικη μουσική, νεοφώτιστοι με κελεμπίες. Απεναντίας, βρέθηκε σε μια απογοητευτικά συνηθισμένη αίθουσα αναμονής, μικρή αλλά καλοεπιπλωμένη, όπου μια νόστιμη Ευρασιάτισσα γραμματέας τη ρώτησε το όνομά της και κάτι ψιθύρισε στο εσωτερικό τηλέφωνο. Κοίταξε το ρολόι της και είδε πως είχε αργήσει μερικά λεπτά.
«Περάστε παρακαλώ, δεσποινίς Σέιριγκ». Ο δρ. Μάγκνους βγήκε να τη συνοδέψει στο γραφείο του. Η Λιζέτ είχε επισκεφθεί ψυχίατρο λίγα χρόνια πριν, υποκύπτοντας στην επιθυμία των γονιών της, και το ιατρείο του δόκτορα Μάγκνους δε διέφερε σε τίποτα -από την καλόγουστη διακόσμηση και τη βιβλιοθήκη με τα επιστημονικά συγγράμματα ως τον παραδοσιακό καναπέ του ψυχαναλυτή. Κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά στο μοντέρνο, σχολαστικά τακτοποιημένο γραφείο, και ο δρ. Μάγκνους βολεύτηκε στην αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα πίσω του.
«Παραλίγο να μην
έρθω», πέταξε η Λιζέτ, κάπως
επιθετικά.
«Χαίρομαι που τελικά αποφασίσατε
να έρθετε». Ο δρ. Μάγκνους της
χαμογέλασε ενθαρρυντικά. «Δε
χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός
για να καταλάβει ότι κάτι σας
απασχολεί. Όταν το υποσυνείδητο
προσπαθεί να μας μιλήσει, είναι
ανόητο να αγνοούμε το μήνυμά του».
«Εννοείτε ότι αρχίζω να τα χάνω;»
«Είμαι σίγουρος, αγαπητή μου, πως η
κατάσταση σας προβληματίζει.
Ωστόσο, όνειρα σαν τα δικά σας
σημαίνουν πολύ συχνά την εμφάνιση
ενός νέου επιπέδου αυτογνωσίας
-κάτι σαν πόνοι γέννας της ψυχής, αν
μου επιτρέπετε- και δεν πρέπει σε
καμία περίπτωση να θεωρούνται
αρνητική εμπειρία. Σας ενοχλούν
γιατί δεν μπορείτε να τα
καταλάβετε. Μοιάζετε με το παιδί
που φοβάται τις αλλαγές της
εφηβείας γιατί είναι ακόμη
βυθισμένο στην άγνοια που του
επέβαλλε η σεξουαλική καταπίεση. Με
τη συνεργασία σας, ελπίζω να σας
κάνω να κατανοήσετε τις αλλαγές που
επιφέρει η αυξανόμενη αυτογνωσία
γιατί μόνο με την πλήρη κατανόηση
του εαυτού μπορεί κανείς να
κερδίσει την ολοκλήρωση και
συνεπώς πραγματική εσωτερική
γαλήνη».
«Φοβάμαι πως αυτή τη στιγμή δεν έχω
την οικονομική δυνατότητα να
υποβληθώ σε ανάλυση».
«Κατ' αρχήν θέλω να τονίσω ότι δεν
σας προτείνω ψυχανάλυση. Δε σας
θεωρώ ούτε κατά διάνοια νευρωτικό
άτομο, δεσποινίς Σέιριγκ. Αυτό που
συνιστώ είναι η εξερεύνηση του
υποσυνείδητού σας -η ανακάλυψη κάθε
πτυχής του εαυτού σας. Η πρόθεσή μου
είναι να σας βοηθήσω σ' αυτή τη
διαδικασία και γι' αυτό το προνόμιο
δε ζητώ αμοιβή».
«Δεν το 'ξερα πως το Εθνικό Σύστημα
Υγείας επιτρέπει τέτοιες
πολυτέλειες».
Ο δρ. Μάγκνους γέλασε αβίαστα. «Και βέβαια όχι. Το έργο μου χρηματοδοτείται από ένα ιδιωτικό ίδρυμα. Είναι κι άλλοι που θέλουν να μάθουν ορισμένες αλήθειες για την ύπαρξή μας, να ψάξουν απαντήσεις εκεί όπου η συμβατική επιστήμη δε συνειδητοποιεί καν ότι υπάρχούν ερωτήσεις. Απ' αυτή την άποψη, είμαι απλά ένας μισθωτός ερευνητής και τα αποτελέσματα των ερευνών μου είναι διαθέσιμα σ' εκείνους που έχουν την κοινή με μένα επιθυμία να δουν πέρα από τα αυθαίρετα και γελοία όρια της σύγχρονης επιστήμης».
Έδειξε το γεμάτο
βιβλία τοίχο πίσω από το γραφείο
του. Ένα ολόκληρο ράφι είχε τόμους
με το δικό του όνομα στη ράχη τους.
«Σκοπεύετε να γράψετε βιβλίο για
μένα;» Η Λιζέτ θα ' θελε να είναι πιο
έντονος ο τόνος της αποδοκιμασίας
στη φωνή της.
«'Ισως θελήσω να καταγράψω
ορισμένα πράγματα απ' αυτά που
θ' ανακαλύψουμε μαζί, αγαπητή μου.
Αλλά με τη μεγαλύτερη
διακριτικότητα και, είναι
αυτονόητο, μόνο με τη δική σας
άδεια».
«Τα όνειρά μου». Η Λιζέτ
θυμήθηκε το βιβλίο του που είχε
προσπαθήσει να διαβάσει. «Τα
θεωρείτε ενδείξεις κάποιας
προηγούμενης μετενσάρκωσης;»
«Πιθανόν. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πριν ερευνήσουμε. Η ιδέα της μετενσάρκωσης είναι πολύ αποκρυφιστική για σας, δεσποινίς Σέιριγκ; Ίσως θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε την ορολογία του συρμού, να αναφερόμαστε στα αρχέτυπα του Γιούνγκ, τη γενετική μνήμη, την τηλεπάθεια. Το γεγονός ότι το φαινόμενο έχει τόσες επωνυμίες είναι απόδειξη ότι τα όνειρα μιας προηγούμενης ζωής συνιστούν, πέρα από κάθε αμφιβολία, μέρος του υποσυνείδητου. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν βιώσει, σε όνειρα ή σε κατάσταση υπνώσεως, μνήμες που είναι αδύνατο να προέρχονται από προσωπικές τους εμπειρίες. Είτε πιστεύετε ότι η αθάνατη ψυχή αφήνει το φθαρτό σώμα τη στιγμή του θανάτου για να ξαναγεννηθεί στο ζωντανό έμβρυο, είτε προτιμάτε να το αποδίδετε στην κληρονομική μνήμη που εγγράφεται στο DNA, είτε ψάχνετε για άλλες εξηγήσεις, ένα είναι σίγουρο: το φαινόμενο είναι πραγματικό και ιστορικά τεκμηριωμένο.
«Κατά κανόνα, οι μνήμες της προηγούμενης ζωής είναι ολοκληρωτικά θαμμένες στο υποσυνείδητο. Όλοι μας σχεδόν έχουμε εμπειρίες του deja νυ. Ατομα σε κατάσταση υπνώσεως μίλησαν σε γλώσσες ή αρχαϊκές διαλέκτους που το συνειδητό κομμάτι του μυαλού τους αγνοούσε, διηγήθηκαν με λεπτομέρειες αναμνήσεις προηγούμενων υπάρξεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτές οι «βυθισμένες» μνήμες βγήκαν στην επιφάνεια ως όνειρα. Αυτό συμβαίνει όταν η ανάμνηση είναι τόσο φορτισμένη συναισθηματικά που δεν μπορεί να παραμείνει θαμμένη. Πιστεύω πως οι εφιάλτες σας εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία' και το γεγονός ότι επαναλαμβάνονται αποδεικνύει ότι τα περιστατικά που εγκαλούνται ήταν τρομακτικής σπουδαιότητας».
Η Λιζέτ λαχταρούσε ένα τσιγάρο' είχε όμως σταματήσει ν' αγοράζει γιατί τα εγγλέζικα ήταν πανάκριβα, και δεν μπορούσε να ζητήσει από το δόκτορα Μάγκνους μια και, κρίνοντας από την απουσία των σταχτοδοχείων, ο γιατρός δεν κάπνιζε.
«Μα γιατί άρχισαν
να με βασανίζούν τόσο πρόσφατα;»
«Αυτό εξηγείται εύκολα. Οι
πρόγονοί σας ήταν από το Λονδίνο. Οι
εφιάλτες σας έγιναν πρόβλημα μετά
την άφιξή σας στο Λονδίνο. Μόλο που
συνήθως είναι δύσκολο να
προσδιοριστεί η σχέση ανάμεσα στο
υποκείμενο και την προηγούμενη ζωή
του, ο χρόνος της ανάκυψης και η
δύναμη των ονειρικών σας υποτροπών
δείχνουν ότι είστε ίσως η
μετενσάρκωση κάποιας γυναίκας
-μιας συγγένισσάς σας μάλλον- που
έζησε στο Λονδίνο τον προηγούμενο
αιώνα».
«Τότε οι εφιάλτες θα πάψουν μόλις
γυρίσω στην Αμερική».
«Όχι απαραίτητα. Από τη στιγμή που
ανοίγει μια πόρτα στο υποσυνείδητο,
δεν κλείνει εύκολα. Εξάλλου, λέτε
πως βλέπατε αυτά τα όνειρα, σπάνια
έστω, πριν έρθετε εδώ. Νομίζω πως
έχουμε να κάνουμε με μια
φυσιολογική διαδικασία -το
βυθισμένο μέρος του εαυτού σας
αναζητά τρόπο έκφρασης. Δε θα ήταν
συνετό να αρνηθείτε αυτή την
άγνωστη σκιά μέσα σας. Θα τολμούσα
ακόμη να υποστηρίξω ότι η παρουσία
σας στο Λονδίνο δεν είναι
συμπτωματική, ότι η απόφασή σας να
φοιτήσετε εδώ ελήφθη από το κομμάτι
εκείνο του εαυτού σας που αναδύεται
στα όνειρα».
Η Λιζέτ αποφάσισε
πως δεν ήταν ακόμη έτοιμη να δεχτεί
τις ερμηνείες του γιατρού. «Τί
προτείνετε;»
Ο δρ. Μάγκνους έσμιξε τα χέρια σαν
επίσκοπος σε ώρα προσευχής. «Σας
έχουν υπνωτίσει ποτέ;»
«Όχι». Θα ήθελε το "όχι" της να
μην ακουγόταν μακρόσυρτα.
«Έχει αποδειχτεί εξαιρετικά
αποτελεσματικό σε πολλές
περιπτώσεις σαν τη δική σας,
αγαπητή μου. Προσπαθήστε σας
παρακαλώ να ξεχάσετε τις
γελοιότητες και τους παραλογισμούς
με τους οποίους η λαϊκή φαντασία
περιβάλλει την ύπνωση. Δεν είναι
τίποτα περισσότερο από μια τεχνική
η οποία επιτρέπει την απελευθέρωση
του υποσυνείδητου, αίροντας τους
αμέτρητους τεχνητούς φραγμούς που
μας εμποδίζουν να γνωρίσουμε τον
ίδιο μας τον εαυτό».
«Δηλαδή, θέλετε να με υπνωτίσετε;»
Ένα απροσδόκητο και καθαρά
βρετανικό κυμάτισμα στη φωνή της
μετέτρεψε τη φράση της σε ερώτηση
και μαζί διαμαρτυρία.
«Μόνο με τη δική σας συνεργασία.
Είναι ο καλύτερος τρόπος. Με την
ύπνωση θα ερευνήσουμε τη σημασία
αυτών των ονείρων και θα
ανακαλύψουμε την άγνωστη σκιά που
ανέφερα προηγουμένως. Θυμηθείτε
-αυτό που αναζητά συνειδητή έκφραση
είναι αναπόσπαστο κομμάτι σας. Μόνο
μέσα από την πλήρη συνειδητοποίηση
της ταυτότητάς μας, του συνόλου του
εαυτού μας, κερδίζουμε την
πραγματική εσωτερική ηρεμία. Η
αυτογνωσία φέρνει τη γαλήνη».
«Η αυτογνωσία;»
«Ακριβώς. Πρέπει να αποβάλλετε
αυτή την πλαστή αίσθηση ενοχής,
δεσποινίς Σέιριγκ. Δε σας έχει
κυριεύσει μια ξένη και εχθρική
δύναμη. Τούτα τα όνειρα, τούτες οι
μνήμες μιας άλλης ζωής, είστε εσείς».
«Μου κόλλησε ένα
φρικιό σήμερα τ' απόγευμα»,
εμπιστεύτηκε η Λιζέτ.
«Στο μετρό;» Η Ντανιέλ στεκόταν
στις μύτες των ποδιών, κάτι έψαχνε
στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης.
Φρεσκολουσμένη, φορούσε μόνο μια
δαντελένια κοντή κομπινεζόν που
αναδείκνυε τους μηρούς και τους
γλουτούς της.
«Όχι, στο
Κένσινγκτον. Αφού έφυγα από το
γραφείο του δόκτορα Μάγκνους». Η
Λιζέτ είχε τυλιχτεί στη σατέν ρόμπα
που είχε αγοράσει πάμφθηνα από έναν
πάγκο της Τσερτς Στρητ. Έπιναν
Μπρίστολ Κρημ σε ποτήρια του
κονιάκ. Ήταν από τα γλυκά, ήσυχα
βράδια που τόσο άρεσε και στις δύο
να περνούν κάπου-κάπου.
«Κατέβαινα τη Χόλαντ Στρητ και
ξαφνικά βλέπω ένα φρικιό ντυμένο
πανκ να ζουλάει το μούτρο του στη
βιτρίνα της παλιάς Ισημερίας. Έκανα
το λάθος να του ρίξω μια ματιά καθώς
περνούσα κι εκείνος φαίνεται με
είδε στο τζάμι, γιατί γύρισε
απότομα, με κοίταξε κατάματα και
είπε: «Αγάπη μου! Επιτέλους σε
ξαναβλέπω! Τι ευχάριστη
έκπληξη!"»
Η Λιζέτ ήπιε μια γουλιά σέρι. «Τον κάρφωσα με το πιο άγριο βλέμμα μου αλλά αυτός ο αλλοπαρμένος δεν κατάλαβε τίποτα. Στεκόταν εκεί, χαμογελώντας σα να με γνώριζε χρόνια, έτσι κι εγώ του πέταξα ένα "Αντε και γαμήσου!" με κραυγαλέα αμερικάνικη προφορά. Τότε εκείνος πάγωσε, το στόμα του άνοιξε διάπλατα».
«Νάτο», αναφώνησε η Ντανιέλ. «Το είχα βάλει δίπλα στο "Γινόμαστε αόρατοι" του Ρόλαντ Φράνκλιν -ένα ντοκουμέντο που, μια και το ' φερε η κουβέντα, πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις. Θύμισέ μου να το επιστρέψω κάποτε σ' εκείνον το νοστιμούλη, το συγγραφέα από το Λίβερπουλ, που μου το δάνεισε». Κάθισε δίπλα στη Λιζέτ στον καναπέ, της έδωσε ένα κάπως λερωμένο βιβλίο τσέπης και ξαναπήρε το ποτήρι της. Είχε τον τίτλο "Κι άλλες λαμπρές επαύλεις: Μαρτυρίες του άπειρου'; του δόκτορα 'Ινγκμαρ Μάγκνους. Στην πρώτη σελίδα η Λιζέτ είδε μια θερμή αφιέρωση του συγγραφέα στην Ντανιέλ. «Αυτή είναι η πρώτη έκδοση. Από τις επόμενες ανατυπώσεις λείπουν δύο άρθρα, δεν καταλαβαίνω γιατί. Πάντως, εδώ θα βρεις τις συνεδρίες που σου περιέγραψε».
«Θέλει να βάλει
και μένα στα βιβλία του», της
είπε η Λιζέτ μ' ένα πλατύ, πονηρό
χαμόγελο. «Μπορεί μια γυναίκα να
εμπιστευθεί τον εαυτό της στα χέρια
ενός γιατρού που γράφει τόσο
φλογερές αφιερώσεις;»
«Ο δρ. Μάγκνους είναι τέλειος
τζέντλεμαν», τη διαβεβαίωσε
υπεροπτικά η Ντανιέλ. «Από τους
καλύτερους επιστήμονες και
αφοσιωμένος όσο κανείς στο έργο
του. Αλλωστε, έχει υπνωτίσει και
μένα δυο-τρεις φορές».
«Δεν το 'ξερα. Πώς κι έτσι;»
«Ο δρ. Μάγκνους αναζητά συνεχώς
άτομα κατάλληλα για τις έρευνές
του. Έβρισκα απ' ανέκαθεν τη δουλειά
του συναρπαστική και κάποτε που τον
συνάντησα σ' ένα πάρτι, προσφέρθηκα
από μόνη μου».
«Και τί έγινε;»
«Τίποτα», απάντησε απογοητευμένη
η Ντανιέλ. «Δηλαδή, τίποτα που ν'
αξίζει να καταγραφεί. Είπε ότι ή
είχα αφομοιώσει τελείως τις
προηγούμενες ζωές μου ή ήταν πολύ
βαθιά θαμμένες στο υποσυνείδητο.
Έτσι γίνεται συνήθως, λέει, γι' αυτό
και είναι δύσκολο να αποδειχτεί η
μετενσάρκωση. Μετά από δυο-τρεις
επισκέψεις, αποφάσισα ότι έχανα το
χρόνο μου».
«Ναι, αλλά πώς ήταν;»
«Τόσο συγκλονιστικό όσο κι ένας
υπνάκος. Δεν ήρθε ο Σβενγκάλι να
κοιτάξει στα μάτια. Ούτε έβαλαν
μπροστά μου κανένα δαχτυλίδι από
οπάλια με μαγικές ιδιότητες. Για να
σου πω την αλήθεια, ήταν πολύ
ανιαρά. Ο δρ. Μάγκνους σε βάζει απλά
να κοιμηθείς».
«Φαίνεται ασφαλές. Φτάνει να μη με
βιάσουν επιστρέφοντας σπίτι από το
ιατρείο του».
Η Ντανιέλ της
χάιδεψε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά.
«Μόνο για πανκ δε μοιάζεις. Δεν
έχεις κουρέψει τα μαλλιά σου με το
ψαλίδι του κήπου, ούτε έβαψες τις
ρίζες πράσινες. Ασε που δεν
τόλμησες να καρφώσεις ούτε μια
παραμάνα στα μάγουλά σου!»
«Ξέρεις, τώρα που το ξανασκέφτομαι,
ίσως και να μην ήταν πανκ. Μου
φάνηκε κάπως περασμένος στα χρόνια
και όχι αρκετά φανταχτερός. Μου
έδωσε αυτή την εντύπωση γιατί
φορούσε μαύρα δερμάτινα ρούχα,
χρυσά σκουλαρίκια κι ένα περίεργο
μενταγιόν».
«Στην Ισημερία μπροστά, είπες;
Περίεργο».
«Θαρρώ πως τον ξάφνιασα. Κοίταξα σε
μια βιτρίνα να δω αν μ' ακολουθούσε,
μα εκείνος στεκόταν στον τόπο του
σα στήλη άλατος».
«Μπορεί να έκανε στ' αλήθεια λάθος.
Θυμάσαι το γέρο στο πάρτι της Μιτζ
που νόμιζε ότι σε ήξερε;»
«Και που ήταν τύφλα στο μεθύσι.
Αλλιώς θα έβρισκε κάτι πιο
πρωτότυπο να πει».
Η Λιζέτ βάλθηκε να ξεφυλλίζει το βιβλίο, ενώ η Ντανιέλ διάλεξε ένα δίσκο των Ταντζερίν Ντρημ και τον έβαλε να παίζει σιγανά. Η μουσική ταίριαζε με την απαλή βροχούλα έξω και τη ζεστασιά του μικρού τους σαλονιού. Βλέποντας πως η φίλη της ήταν απασχολημένη, η Ντανιέλ ξαναγέμισε τα ποτήρια τους σέρι και στάθηκε πάλι μπροστά στα ράφια με τα βιβλία: αποκρυφισμός και μεταφυσική δίπλα σε λευκώματα τέχνης και μυθιστορήματα, όλα ριγμένα ανάκατα, χωρίς συγκεκριμένη σειρά. Ανάμεσα στο Μαγεία στη Θεωρία και την πράξη του Αλιστερ Κρόουλι και το Πώς ανακάλυψα τον κρυμμένο μου εαυτό κάποιου ανώνυμου «Νεοφώτιστου», ήταν χωμένο το τελευταίο βιβλίο του Μάγκνους, Η άγνωστη σκιά. Το κατέβασε' ο δρ. Μάγκνους ατένιζε σκεφτικός το άπειρο στη φωτογραφία του εξώφυλλου.
«Πιστεύεις στη
μετενσάρκωση;» τη ρώτησε η Λιζέτ.
«Ναι. Ή μάλλον πότε ναι, πότε όχι».
Η Ντανιέλ έσκυψε πάνω από τον ώμο
της Λιζέτ να δει τι διάβαζε. «Η Μιτζ
Βων προσπαθεί να με πείσει ότι σε
μια προηγούμενη μετενσάρκωσή μου
ήμουν μάγισσα και κατέληξα στην
κρεμάλα».
«Η Μιτζ πρέπει να ευγνωμονεί την
τύχη της που γεννήθηκε στον εικοστό
αιώνα».
«Ξέρεις, υποστηρίζει ότι ήμασταν
αδελφές στο ίδιο τάγμα του Σατανά
και εκτελεστήκαμε μαζί. Γι' αυτό,
λέει, υπάρχει τούτη η έντονη
συμπάθεια μεταξύ μας».
«Πάω στοίχημα ότι τα ίδια λέει σ' όλα
τα κορίτσια».
«Μ' αρέσει η Μιτζ». Η Ντανιέλ ήπιε
λίγο σέρι και κοίταξε σκεφτική τα
βιβλία. «Είπες ότι ο τύπος φορούσε
μενταγιόν. Σβάστικα ή κάτι
παρόμοιο;»
«Όχι. Μου φάνηκε αστέρι μέσα σε
κύκλο. Και όλα του τα δάχτυλα ήταν
στολισμένα με δαχτυλίδια».
«Στάσου! Είχε μαλλιά λαδωμένα και
τραβηγμένα προς τα πίσω; Φρύδια
γυρισμένα στις γωνιές προς τα πάνω
και σαν περασμένα με κερί;»
«Ναι, μπράβο».
«Μα ήταν ο Μεφίστο!»
«Τον ξέρεις λοιπόν;»
«Όχι ακριβώς. Τον έβλεπα
κάπου-κάπου στην Ισημερία. Μου
θυμίζει ηθοποιό τρίτης κατηγορίας
στο ρόλο του Μεφιστοφελή. Η Μιτζ του
μίλησε μια φορά, αλλά απ' ό,τι
κατάλαβα δεν ανήκει στον «κύκλο»
της. 'Ισως να μην ήξερε ότι η Ισημερία
έκλεισε. Δε μου ' χει δώσει την
εντύπωση κορτάκια. Το πιθανότερο
είναι να σε πέρασε για κάποια
άλλη».
«Λένε ότι όλοι μας έχουμε ένα
σωσία. Θες η δική μου να κυκλοφορεί
στο Λονδίνο και να τη μπερδεύουν με
μένα;»
«Και να χαστουκίζει ίσως έναν
ανυποψίαστο συμμαθητή σου;»
«Κι αν τη συναντούσα ξαφνικά;»
«Να συναντήσεις το σωσία σου;
Θυμάσαι τον Ουίλιαμ Ουίλσον;
Καταστροφή μωρό μου -καταστροφή!»
"Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο,
τίποτα έξω από το συνηθισμένο."
Η Λιζέτ ένιωθε
αμήχανα, λιγάκι σαχλά, ίσως και
κάποια απογοήτευση.
«Χαλαρώστε», της είπε ο δρ.
Μάγκνους. «Το μόνο που σας ζητώ
είναι να χαλαρώσετε».
Το ίδιο ακριβώς της έλεγε και ο γυναικολόγος της, σκέφτηκε η Λιζέτ με μια ξαφνική νευρικότητα. Είχε ξαπλώσει ανάσκελα στον καναπέ του δόκτορα Μάγκνους: το κεφάλι της ακουμπούσε σ' ένα αναπαυτικό μαξιλάρι, τα πόδια της ήταν κόσμια μαζεμένα (είχε επίτηδες ξαναφορέσει πανταλόνι), είχε τα χέρια της σταυρωμένα στην κοιλιά της. Λευκό φόρεμα αντί για τζην και θα 'μουν έτοιμη για το φέρετρο, σκέφτηκε ανήσυχη.
«Ωραία. Θαυμάσια.
Πας πολύ καλά, Λιζέτ. Πολύ ωραία.
Χαλάρωσε. Έτσι μπράβο. Εντάξει. Λίγο
ακόμη».
Η φωνή του δόκτορα Μάγκνους ήταν
χαμηλή και επίπεδη, επαναλάμβανε
μονότονα τα ίδια ενθαρρυντικά
λόγια. Της μιλούσε ακούραστα,
υπομονετικά και σιγά-σιγά το άγχος
της εξανεμιζόταν.
«Νυστάζεις, Λιζέτ. Έχεις χαλαρώσει και νυστάζεις. Η αναπνοή σου είναι αργή και αβίαστη, αργή και αβίαστη. Συγκεντρώσου τώρα στην αναπνοή σου, Λιζέτ. Σκέψου πόσο αργή και βαθιά είναι η κάθε σου ανάσα. Βαθαίνει κι άλλο. Κοντεύεις ν' αποκοιμηθείς. Ηρέμησε και κοιμήσου, Λιζέτ ανάσαινε και κοιμήσου. Ανάσαινε και κοιμήσου...»
Η Λιζέτ είχε συγκεντρωθεί στην αναπνοή της. Μετρούσε τις ανάσες' οι αργές μονότονες συλλαβές του δόκτορα Μάγκνους έμοιαζαν να αφομοιώνονται στην αναπνοή της σ' ένα ήσυχο, παράτονο νανούρισμα. Αλλωστε νύσταζε και δεν της ήταν διόλου δυσάρεστο να χαλαρώσει εδώ, ακούγοντας το σβησμένο, καθησυχαστικό μουρμουρητό του γιατρού. Πόσο ακόμη ήθελε για να...
«Τώρα κοιμάσαι,
Λιζέτ. Κοιμάσαι, ωστόσο μ' ακούς.
Βυθίζεσαι όλο και πιο πολύ σ' έναν
ευχάριστο ήρεμο ύπνο, Λιζέτ. Πιο
βαθιά. Ακούς ακόμα τη φωνή μου;»
«Ναι».
«Όταν όμως ακούσεις να λέω τη λέξη κεχριμπάρι,
θα ξαναπέσεις σ' ένα βαθύ ύπνο,
Λιζέτ, ακριβώς όπως τώρα. Καταλαβαίνεις;»
«Ναι».
«Ακου που μετρώ, Λιζέτ. Ένα, δύο,
τρία».
Η Λιζέτ άνοιξε τα
μάτια της. Για μια στιγμή το πρόσωπό
της έμεινε ανέκφραστο, κατόπι
σκοτείνιασε. Κοίταξε το δόκτορα
Μάγκνους δίπλα της, χαμογέλασε
διστακτικά. «Κοιμήθηκα θαρρώ. Ή
μήπως...;»
«Τα πήγατε θαυμάσια, δεσποινίς
Σέιριγκ». Ο δρ. Μάγκνους της γέλασε
ενθαρρυντικά. «Περάσατε στο πρώτο
στάδιο της ύπνωσης και, όπως
βλέπετε, δε διαφέρει πολύ από ένα
μεσημεριάτικο υπνάκο».
«Αλήθεια, με υπνωτίσατε; Νόμιζα πως
απλά αποκοιμήθηκα». Η Λιζέτ
κοίταξε το ρολόι της. Το ραντεβού
της ήταν στις τρεις και η ώρα είχε
πάει τέσσερις.
«Γιατί δεν ξεκουράζεστε λίγο
ακόμα, δεσποινίς Σέιριγκ; Μπράβο,
χαλαρώστε πάλι. Το μόνο που
χρειάζεται είναι λίγη ανάπαυση».
Το χέρι της έπεσε στα μαξιλάρια
καθώς τα μάτια της έκλειναν.
«Κεχριμπάρι». Ο
δρ. Μάγκνους περιεργάστηκε για λίγο
το ήρεμό της πρόσωπο. «Κοιμάσαι,
Λιζέτ. Μ' ακούς;»
«Ναι». «Θέλω να χαλαρώσεις, Λιζέτ.
Θέλω να κοιμηθείς βαθιά. Πολύ βαθιά.
Κι άλλο».
Αφουγκράστηκε για λίγο την αναπνοή
της, κατόπιν είπε:
«Αναλογίζεσαι τα παιδικά σου
χρόνια τώρα, Λιζέτ. Είσαι μικρούλα,
δεν έχεις πάει ακόμα σχολείο. Είσαι
πολύ χαρούμενη. Γιατί;»
Η Λιζέτ γέλασε σαν παιδάκι. «Έχω τα
γενέθλιά μου και ήρθε ο Όλι ο Κλόουν
να παίξει μαζί μας».
«Πόσο χρονώ γίνεσαι σήμερα;»
«Πέντε». Το δεξί της χέρι σάλεψε,
έδειξε όλα της τα δάχτυλα.
«Πήγαινε πιο πίσω, Λιζέτ. Θέλω να
γυρίσεις πίσω. Στο βάθος της μνήμης
σου. Επέστρεψε στην εποχή που δεν
ήσουν παιδί στο Σαν Φραντσίσκο.
Πίσω, πολύ πίσω, Λιζέτ. Θέλω να
βρεθείς στον καιρό των ονείρων
σου».
Μελέτησε το πρόσωπό της. Παρέμενε στο στάδιο της προχωρημένης ύπνωσης, αλλά η έκφρασή της έδειξε ξαφνική αναστάτωση, σα να τάραζε εφιάλτης τον ήσυχό της ύπνο. Της ξέφυγε ένα βογκητό.
«Πιο βαθιά, Λιζέτ.
Θυμήσου, μη φοβάσαι. Αφησε το μυαλό
σου να γυρίσει πίσω».
Η φωνή του φάνηκε να την
καθησυχάζει. «Πού βρίσκεσαι;»
«Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη». Η
προφορά της ήταν Αγγλίδας
αριστοκράτισσας. «Παντού σκοτάδι.
Μόνο μερικά κεριά είναι αναμμένα.
Φοβάμαι».
«Γύρισε σε μια ευτυχισμένη
στιγμή», την παρακίνησε ο γιατρός,
καθώς διέκρινε τρόμο στη φωνή της.
«Είσαι ευτυχής τώρα. Κάτι υπέροχο
σου συμβαίνει».
Η αγωνία εξαφανίστηκε από το
πρόσωπό της. Τα μάγουλά της
κοκκίνισαν' χαμογέλασε
ευχαριστημένη.
«Πού βρίσκεσαι;»
«Χορεύω. Γιορτάζουμε τους
Αδαμάντινους Ιωβηλαίους της
Μεγαλειότητάς της. Δεν έχω ξαναδεί
τέτοιο πλήθος. Είμαι σίγουρη πως ο
Τσαρλς θα ζητήσει το χέρι μου απόψε,
αλλά είναι πολύ συνεσταλμένος, και
τώρα αφρίζει από το κακό του γιατί o
λοχαγός Στέιπλεντον μ' έχει κλείσει
για τους επόμενους δύο χορούς.
Είναι τόσο ωραίος με τη στολή του...
Τα μάτια όλου του κόσμου είναι
στραμμένα πάνω μας».
«Πώς σε λένε;»
«Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ».
«Πού μένετε, δεσποινίς
Μπέρεσφορντ,»
«Έχουμε ένα σπίτι στο Τσέλσι...»
Η έκφρασή της άλλαξε ξαφνικά. «Είναι σκοτεινά πάλι. Είμαι ολομόναχη. Δεν μπορώ να δω, αν και έχει κεριά ολόγυρα. Κάτι ξεχωρίζει στο φως τους. Πλησιάζω».
«Ένα».
«Ένα ανοιχτό φέρετρο». Ο τρόμος αλλοίωσε τη φωνή της.
«Δύο».
«Θεέ Μεγαλοδύναμε!»
«Τρία».
«Κυρία μου», ανήγγειλε με κάθε επισημότητα η Ντανιέλ, «είμαστε καλεσμένες σε χορό».
Έβγαλε μια τυπωμένη κάρτα από την τσάντα της, την έτεινε μεγαλόπρεπα στη Λιζέτ, και πήγε να κρεμάσει το αδιάβροχό της. «Βρομόκαιρος! Κι ύστερα σου λένε καλοκαίρι στην Αγγλία!» την άκουσε η Λιζέτ να μονολογεί στην κουζίνα. «Έχει έτοιμο καφέ; Α, ωραία!»
Εμφανίστηκε πάλι
μ' ένα φλιτζάνι κι ένα κουτί
κουλουράκια -η Λιζέτ δεν είχε ακόμη
συνηθίσει να τα λέει μπισκότα.
«Θέλεις;»
«Όχι, ευχαριστώ. Παχαίνουν».
«Και ο καφές σε άδειο στομάχι κάνει
τα νεύρα δαντέλα», είπε αυστηρά η
Ντανιέλ.
«Ποιά είναι η Μπεθ
Κάρινγκτον;» ρώτησε τη Ντανιέλ,
εξετάζοντας την κάρτα.
«Μμμμ!» Η Ντανιέλ
κατέβασε το κουλουράκι της με μια
γουλιά ζεματιστό καφέ. «Φίλη της
Μιτζ. Πέρασε το απόγευμα από τη
γκαλερί και μου άφησε την
πρόσκληση. Πάρτι μεταμφιεσμένων.
Καλεσμένοι; Αστέρια της ροκ και
μέλη της βασιλικής οικογένειας. Η
Μιτζ λέει πως θα είναι
καταπληκτικά. Το προηγούμενο πάρτι
της Μπεθ ήταν ένα αχαλίνωτο όργιο
-πρόσφερε κοκαίνη σε παλιά κουτιά
ταμπάκου. Το φαντάζεσαι;»
«Και πώς κονόμησε η Μιτζ την
πρόσκληση;»
«Απ' ό,τι κατάλαβα, η οξυδερκής
μαντάμ Κάρινγκτον θαύμασε τους
πίνακές μου -αγόρασε μάλιστα έναν. Η
Μιτζ της είπε ότι με γνωρίζει και
ότι εμείς οι δύο κοσμούμε με την
παρουσία μας οποιοδήποτε όργιο».
«Η πρόσκληση είναι και στο δικό μου
όνομα».
«Η Μιτζ σε συμπαθεί».
«Η Μιτζ με σιχαίνεται. Ζηλεύει σα
γάτα».
«Τότε θα είπε στην ακόλαστη
οικοδέσποινα τι ωραίο ζευγάρι
κάνουμε. Αλλωστε η Μιτζ ζηλεύει όλο
τον κόσμο -ακόμη και τον καημενούλη
τον Μέιτλαντ που, ηλίου φαεινότερο,
δεν μπορεί να ενδιαφέρεται
ερωτικά για μένα. Αλλά μη σ'
απασχολεί η Μιτζ -οι Εγγλέζες είναι
από φυσικού τους καχύποπτες
απέναντι στις «ξένες». Κομψές και
καθώς πρέπει, αλλά δεν ξυρίζουν
ποτέ τα πόδια τους. Να γιατί προτιμώ
τις συμπατριώτισσές μου τις
Αμερικάνες».
Η Ντανιέλ τη
φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού,
πασπαλίζοντας με ψίχουλα τα μαλλιά
της Λιζέτ. «Και κρυώνω κι είμαι
μούσκεμα και πουλάω και την ψυχή
μου για ένα ντους. Εσύ;»
«Πάρτι μεταμφιεσμένων;»
αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα η Λιζέτ.
«Τί θα φορέσουμε; Πάντως εγώ
κοστούμι δε νοικιάζω».
«Απ' ό,τι λέει η Μιτζ, μπορούμε να
βάλουμε οτιδήποτε, φτάνει να 'ναι
εξωφρενικό. Πρέπει να σκεφτούμε
κάτι τελείως παρακμιακό να τους
τρελάνουμε όλους». Η Ντανιέλ είχε
δει το Καμπαρέ τουλάχιστον έξη
φορές. «Το πάρτι θα γίνει σ' ένα
παλιό αρχοντικό της Μάιντα Βέιλ, άρα
δεν υπάρχει περίπτωση να
καλέσουν οι γείτονες την
αστυνομία».
Η Λιζέτ δεν
απάντησε και η Ντανιέλ τη σκούντησε
παιχνιδιάρικα με τον αγκώνα.
«Αγαπούλα μου, σε γλέντι μας
κάλεσαν, όχι σε κηδεία. Τί έγινε
-εκνευρίστηκες με τον Μάγκνους;»
«Όχι, όλα πήγαν καλά». Η Λιζέτ
χαμογέλασε αβέβαια. «Δηλαδή, δεν
ξέρω, εγώ μόνο κοιμήθηκα. Ο δρ.
Μάγκνους πάντως ήταν
ενθουσιασμένος. Αλλά να, πως να στο
πω, φοβήθηκα κάπως».
«Μα αφού είπες ότι απλά κοιμήθηκες.
Τί φοβήθηκες;»
«Δύσκολο να το εκφράσω. Σαν άσχημο
ταξίδι με παραισθησιογόνο: δεν
μπορείς να εξηγήσεις τι σ' ενοχλεί,
αλλά το μυαλό σου σε προειδοποιεί
να προσέχεις».
Η Ντανιέλ κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε. «Εμένα μου φαίνεται ότι ο δρ. Μάγκνους αρχίζει να βγάζει μια άκρη. Το ίδιο άγχος ένιωθα κι εγώ όταν άρχισα ψυχανάλυση. Είναι καλό σημάδι, γλυκιά μου. Σημαίνει πως αρχίζεις να καταλαβαίνεις τα μυστικά που σου κρύβει το υποσυνείδητο».
«'Ισως το
υποσυνείδητο έχει τους λόγους του
που τα κρύβει».
«Εννοείς τις μυστικές σεξουαλικές
συγκρούσεις, φαντάζομαι». Η
Ντανιέλ έτριβε απαλά τους ώμους και
το σβέρκο της Λιζέτ. «Αχ, καλή μου,
γιατί φοβάσαι να γνωρίσεις τον
εαυτό σου; Εγώ το βρίσκω
συναρπαστικό».
Η Λιζέτ κουλουριάστηκε δίπλα της, ακούμπησε το μάγουλο στο στήθος της Ντανιέλ ενώ τα δάχτυλα της φίλης της έδιωχναν την ένταση από τους μύες της. Ναι, μάλλον το παράκανε. Στο κάτω-κάτω, οι εφιάλτες τής αναστάτωναν τη ζωή και ο δρ. Μάγκνους πίστευε πως μπορούσε να την απαλλάξει απ' αυτούς.
«Ποιόν πίνακά σου
αγόρασε η μελλοντική μας
οικοδέσποινα;» ρώτησε η Λιζέτ,
αλλάζοντας θέμα.
«Α, δε στο είπα;» η Ντανιέλ
ανασήκωσε το πηγούνι της. «Εκείνη
τη μελέτη σε κάρβουνο με μοντέλο
εσένα».
Η Λιζέτ έκλεισε τις πλαστικές κουρτίνες καθώς έμπαινε στη μπανιέρα. Ήταν μια από κείνες τις μακριές, στενές, βαθιές μπανιέρες που οι Εγγλέζοι λατρεύουν μα που σ' εκείνη θύμιζαν φέρετρο για δύο. Μια άχαρη υδραυλική εγκατάσταση συνέδεε τις βρύσες του ζεστού και κρύου νερού και στην κοινή τους βάση ήταν περασμένο ένα λάστιχο με φορητό τηλέφωνο ντους που μπορούσες είτε να το κρατήσεις στο χέρι είτε να το κρεμάσεις στο καρφί του τοίχου. Η Ντανιέλ είχε αντικαταστήσει το παλιό με μια πιο μοντέρνα συσκευή όταν μετακόμισε, αλλά άφησε στη θέση του τον καθρέφτη του προηγούμενου ένοικου -έναν οβάλ με παλιό πλαίσιο από σμάλτο.
Η Λιζέτ κοιτάχτηκε
στο θολό από τους ατμούς καθρέφτη.
«Δεν έπρεπε να σ' αφήσω να τον
εκθέσεις στη γκαλερί».
«Και γιατί όχι;» Η Ντανιέλ έλουζε
τα μαλλιά της και οι σαπουνάδες την
τύφλωσαν καθώς στράφηκε. «Ο
Μέιτλαντ λέει πως είναι το καλύτερό
μου».
Η Λιζέτ έσκυψε να πάρει το
σφουγγάρι της. «Όπως και να το
κάνουμε, είναι ενοχλητικό. Όλοι
αυτοί οι άσχετοι να με κοιτάνε... Σα
να επεμβαίνουν στη ζωή μου».
«Μα είναι σεμνότατο, αγάπη μου. Σε
τελευταία ανάλυση, δε σε ζωγράφισα
σαν τις γυμνόστηθες του Σόχο».
Ήταν μια μελέτη
της Λιζέτ σε κάρβουνο και μολύβι
που η Ντανιέλ είχε φτιάξει όταν
περνούσε τη φάση «Ντέιβιντ
Χάμιλτον», όπως η ίδια την
αποκαλούσε. Είχε ντύσει την Λιζέτ
με βαμβακερή καμιζόλα που είχε βρει
σ' ένα μαγαζί του Γουέστμπουρν
Γκρόουβ και της είχε μαζέψει τα
μαλλιά σε κότσο.
Ονόμαζε τη σύνθεση "Σκοτεινό
ρόδο'''. Η Λιζέτ πίστευε ότι την
έδειχνε χοντρή.
Η Ντανιέλ ψηλάφισε τον τοίχο να βρει το τηλέφωνο και η Λιζέτ της το ' βαλε στο χέρι. «Απλά μου φαίνεται περίεργο να μ' έχει "κρεμασμένη" στον τοίχο μια άγνωστη». Το σαμπουάν κυλούσε σαν αφρός στα στήθη της Ντανιέλ. Η Λιζέτ φίλησε τον αφρό.
«Πολύ σύντομα θα
πάψει να είναι άγνωστη», της θύμισε
η Ντανιέλ.
Η Λιζέτ ένιωσε τις ρώγες της
Ντανιέλ να σκληραίνουν στο στόμα
της. Κρατούσε ακόμη τα μάτια της
κλειστά μα το χέρι της την
ενθάρρυνε να συνεχίσει. Η Λιζέτ
γονάτισε, το στόμα της γλίστρησε
προς τα κάτω, στάθηκε για λίγο στην
κοιλιά της Ντανιέλ, κατόπιν η
γλώσσα της χώθηκε στην υγρή ήβη του
κοριτσιού.
Η Λιζέτ της έκανε
έρωτα μ' ένα πάθος που την κατέπληξε
-παράφορο, ξαφνικά βίαιο, κάτι που
δεν έμοιαζε καθόλου με τη
συνηθισμένη τρυφερότητα ανάμεσά
τους. Τα χείλη και η γλώσσα της
γεύονταν πεινασμένα την Ντανιέλ, η
δική της έκσταση μεγαλύτερη από της
φίλης της. Η Ντανιέλ κρατήθηκε από
την κουρτίνα του ντους για να μην
πέσει, κλαίγοντας σχεδόν, καθώς
ένας ατέλειωτος οργασμός της
τράνταζε το κορμί.
«Φτάνει, αγάπη μου!» κατόρθωσε
κάποτε να ψελλίσει η Ντανιέλ. «Δε
με κρατούν πια τα πόδια μου!».
Τραβήχτηκε. Η Λιζέτ ύψωσε το
πρόσωπό της. «Ω!»
Η Λιζέτ σηκώθηκε σαν υπνωτισμένη.
Τα μάτια της, απλανή σχεδόν,
κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν τη
σαστισμένη έκφραση της Ντανιέλ.
Αγγιξε τα χείλη της και γύρισε στον
καθρέφτη.
«Με συγχωρείς». Η Ντανιέλ την
αγκάλιασε. «Μου ήρθε, φαίνεται, η
περίοδος. Δεν το 'χα καταλάβει...».
Η Λιζέτ κοιτούσε έντρομη το
καταματωμένο της πρόσωπο στο θαμπό
καθρέφτη.
Η Ντανιέλ πρόλαβε να τη συγκρατήσει
πριν σωριαστεί λιπόθυμη στα
πλακάκια του μπάνιου.
Ένιωθε την παγωμένη βροχή που μαστίγωνε το πρόσωπό της, ξεπλένοντας από τα ρουθούνια της τη γλυκερή μυρωδιά μισό-σαπισμένων λουλουδιών. Ανοιξε τα μάτια της και αντίκρισε σκοτάδι και ομίχλη. Η βροχή έπεφτε σταθερά, μονότονα, κολλώντας το λευκό της φόρεμα στη μουσκεμένη σάρκα. Για μια ακόμη φορά είχε σηκωθεί και περπατήσει στον ύπνο της. H εγρήγορση αργούσε να συμπληρωθεί' έτσι αντιλαμβανόταν βαθμιαία την κατάστασή της, το περιβάλλον. Για μια στιγμή ένιωσε σαν πιόνι στη σκακιέρα ενός σκοτεινού δωματίου. Γύρω της, μόνο πέτρινα μνημεία, στριμωγμένα κοντά-κοντά, φαγωμένα από την πολυκαιρία. Βρισκόταν σε νεκροταφείο και δεν αισθανόταν τον παραμικρό φόβο ή έκπληξη.
Έσφιξε τα γυμνά της μπράτσα στο στήθος. Τα νερά κυλούσαν ανεμπόδιστα στο χλωμό της δέρμα όπως στις ταφόπλακες, και μόλο που η σάρκα της ήταν ψυχρή σαν το μάρμαρό τους, εκείνη δεν κρύωνε.
Στεκόταν ξυπόλητη, φορώντας μόνο ένα λεπτό βαμβακερό ρούχο που άφηνε το μισό της στήθος ακάλυπτο.
Βάλθηκε να περπατάει σαν αυτόματο στο σκοτάδι, σαν ν' ακολουθούσαν τα βήματά της ένα γνώριμο μονοπάτι ανάμεσα στα φρεσκοπλυμένα μνήματα. Καταλάβαινε πού βρισκόταν: στο Κοιμητήριο του Χάιγκεϊτ. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς το ήξερε μια και, απ' όσο θυμόταν, δεν είχε ξανάρθει ποτέ εδώ. Κι ακόμα, ήταν σίγουρη πως χωνόταν πιο βαθιά στο νεκροταφείο αντί να αναζητήσει την έξοδο.
Μια ζωηρόχρωμη κηλίδα κύλησε στο στήθος της, σπιλώνοντας την ωχρότητά του, καθώς η βροχή τη διέλυε σ' ένα κόκκινο ρόδο πάνω από την καρδιά της.
Ανοιξε το στόμα της να φωνάξει κι ένα ποτάμι αίμα χύθηκε από τα χείλη της.
«Ελίζαμπεθ!
Ελίζαμπεθ!»
«Λιζέτ! Λιζέτ!»
Ποιός τη φώναζε;
«Λιζέτ! Μπορείς να ξυπνήσεις τώρα,
Λιζέτ».
Ο δρ. Μάγκνους είχε σκύψει από πάνω
της. Ήταν άραγε ανησυχία αυτό που
διακρινόταν κάτω από την ψύχραιμη,
κοσμική μάσκα;
«Είστε ξύπνια, δεσποινίς Σέιριγκ,
και όλα πήγαν καλά».
Η Λιζέτ τον κοίταξε για μια στιγμή,
αβέβαιη, σα να έβγαινε από εφιάλτη.
«Νόμιζα... νόμιζα πως ήμουν νεκρή».
Τα μάτια της ήταν ακόμα τρομαγμένα.
Ο δρ. Μάγκνους
χαμογέλασε για να την καθησυχάσει.
«Υπνοβασία, αγαπητή μου.
Θυμηθήκατε ένα περιστατικό
υπνοβασίας από την προηγούμενη ζωή
σας. Πείτε μου, έχετε περπατήσει
ποτέ στον ύπνο σας;»
Η Λιζέτ έφερε τα χέρια στο πρόσωπό
της, περιεργάστηκε τα δάχτυλά της.
«Δεν ξέρω. Θέλω να πω, δε νομίζω».
Ανασηκώθηκε, έψαξε στην τσάντα για
την πουδριέρα της. Στάθηκε για μια
στιγμή πριν την ανοίξει.
«Δρ. Μάγκνους, θαρρώ πως δε θέλω να
συνεχίσω». Κοίταξε σα μαγεμένη το
είδωλό της, χωρίς να διορθώσει το
μακιγιάζ της, κι όταν έκλεισε τον
καθρέφτη, ο τρόμος είχε εξαφανιστεί
από το πρόσωπό της. Λαχταρούσε ένα
τσιγάρο.
Ο δρ. Μάγκνους αναστέναξε, ένωσε τα
δάχτυλά του, έγειρε στην πολυθρόνα
του και βάλθηκε να την παρακολουθεί
καθώς εκείνη έσιαζε νευρικά τα
ρούχα της, καθισμένη άκρη-άκρη στον
καναπέ.
«Θέλετε πραγματικά να
σταματήσουμε την έρευνά μας; Έχουμε
κάνει εξαιρετικές προόδους, το
καταλαβαίνετε κι εσείς».
«Έχουμε στ' αλήθεια;»
«Ω, ναι. Έχετε θυμηθεί περιστατικά
από τη ζωή κάποιας Ελίζαμπεθ
Μπέρεσφορντ, μιας νεαρής Αγγλίδας
που έζησε στο Λονδίνο στα τέλη του
προηγούμενου αιώνα. Απ' όσο
γνωρίζουμε, δεν ήταν πρόγονός σας».
Ο δρ. Μάγκνους έσκυψε μπροστά, προσπαθώντας να της μεταδώσει τον ενθουσιασμό του. «Δεν καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι αυτό; Αν η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ δεν είναι συγγενής σας, τότε δεν μπαίνει θέμα γενετικής μνήμης. Η μόνη εξήγηση είναι η μετενσάρκωση -απτή απόδειξη της αθανασίας της ψυχής. Για να το επαληθεύσουμε, πρέπει κατ' αρχή να βεβαιωθώ για την ύπαρξη της Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ και κατόπι να καταδείξω ότι δεν υπάρχει οικογενειακός δεσμός ανάμεσά σας. Είναι επιτακτικό να συνεχίσουμε».
«Επιτακτικό, ε; Τί
κέρδισα εγώ απ' όλα αυτά, γιατρέ; Πώς
με βοηθήσατε; Το μόνο που
ενδιαφέρει εσάς είναι να
τεκμηριώσετε τις θεωρίες σας για τη
μετενσάρκωση αλλά, πείτε μου, εγώ
πώς ωφελούμαι; Η κατάστασή μου δε
βελτιώθηκε, κάθε άλλο, οι εφιάλτες
έγιναν χειρότεροι από τότε που
αρχίσαμε τη "θεραπεία" σας».
«Τότε ίσως να μην επιτρέπεται να
σταματήσουμε».
«Τί εννοείτε;» Η Λιζέτ αναρωτήθηκε
τί θα ' κανε ο Μάγκνους αν σηκωνόταν
ξαφνικά και το 'βαζε στα πόδια.
«Εννοώ ότι οι εφιάλτες θα
χειροτερέψουν άσχετα με το αν
σταματήσουμε τις συνεδρίες. Το
υποσυνείδητό σας προσπαθεί να
στείλει ένα σημαντικό μήνυμα από
μια προηγούμενη ζωή. Θα συνεχίσει
τις προσπάθειές του όσο επίμονα κι
αν αρνείστε να το λάβετε υπόψη. Ο
δικός μου σκοπός είναι να σας
βοηθήσω ν' ακούσετε αυτή τη φωνή, να
καταλάβετε τι θέλει να σας πει και
κατανοώντας, να κατακτήσετε την
εσωτερική γαλήνη. Χωρίς τη βοήθειά
μου... Για να είμαι ειλικρινής,
δεσποινίς Σέιριγκ, σας απειλεί
πλήρης συναισθηματική
κατάρρευση».
Η Λιζέτ βούλιαξε
στον καναπέ. Ένιωσε να την κυριεύει
o πανικός και ευχήθηκε να ήταν η
Ντανιέλ δίπλα της να της δώσει
κουράγιο.
«Γιατί οι μνήμες μου είναι πάντα
εφιάλτες;» Η φωνή της έτρεμε και
μιλούσε αργά για να την ελέγχει.
«Μα δεν είναι, αγαπητή μου. Απλά
η ανάμνηση μιας εξαιρετικά
τραυματικής εμπειρίας προσπαθεί να
βγει στο προσκήνιο. Είναι φυσικό
μια τόσο έντονα φορτισμένη
συναισθηματικά ανάμνηση να
διαθέτει τεράστια δύναμη».
«Η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ έχει...
πεθάνει;»
«Υποθέτοντας πως ήταν είκοσι
τουλάχιστον ετών στους
Αδαμάντινους Ιωβηλαίους της
βασίλισσας Βικτορίας, σήμερα θα
είχε ξεπεράσει τα εκατό. Εξάλλου, η
ψυχή της έχει ξαναγεννηθεί σε σας,
δεσποινίς Σέιριγκ. Συνεπώς πρέπει
να ακολουθεί...»
«Δρ. Μάγκνους, δε θέλω να μάθω
πώς πέθανε η Ελίζαμπεθ
Μπέρεσφορντ».
«Φυσικά», της είπε ήπια ο δρ.
Μάγκνους. «Δεν είναι απόλυτα
σαφές;»
«Σαν από θαύμα,
ξέχασε να βρέξει σήμερα».
«Εισακούστηκαν οι προσευχές μας»,
σχολίασε η Λιζέτ, καθώς σκεφτόταν
ότι ο Ιούλιος στο Λονδίνο είχε
περισσότερο να κάνει με μουσώνες
παρά με τη ρομαντική πόλη της
ομίχλης που υμνούσαν τα λαϊκά
τραγούδια. «Φαντάσου να βρέχονταν
κιόλας τα κουρέλια που φοράμε».
Αναπηδούσαν συνεχώς με τη Ντανιέλ στο πίσω κάθισμα του ταξί -μια μαύρη 'Ωστιν- καθώς ο οδηγός προκαλούσε δημοκρατικότατα τόσο τους πεζούς όσο και τα φορτηγά για μια θέση στην Έτζγουεαρ Ρόουντ. Λιγάκι αμήχανη, η Λιζέτ κατέβασε κι άλλο τον ποδόγυρο της δερμάτινης καμπαρτίνας της. Είχαν αποφασίσει να φορέσουν κεντημένες κινέζικες μεταξωτές πιζάμες -αρκετά διάφανες για να τραβούν τα βλέμματα, αλλά με μόνο τα σεμνά πανταλονοφορεμένα πόδια να διακρίνονται κάτω από τα πανωφόρια τους.
«Πάμε σε πάρτι μεταμφιεσμένων», ένιωσε υποχρεωμένη η Λιζέτ να εξηγήσει στον οδηγό. Αδικα ανησυχούσε' ο ταξιτζής δεν είχε γυρίσει να τις κοιτάξει δεύτερη φορά. Είτε είχε συνηθίσει το κινέζικο στυλ -δημοφιλέστατο τότε είτε λίγοι μήνες πιάτσας έξω από τις ντίσκο και τα πανκ-ροκ κλαμπ τον είχαν εξοικειώσει με κάθε είδους αμφίεση.
Το ταξί μπήκε στην περιοχή της Μάιντα Βέιλ, διέσχισε σκοτεινά δρομάκια και ξαφνικά έκανε μια απότομη στροφή που θύμιζε πιρουέτα αδέξιας χορεύτριας. Από μια περιτοιχισμένη αυλή ακουγόταν ο ξέφρενος ήχος ενός νιου γουέιβ συγκροτήματος' τα γράμματα στη μεταλλική πινακίδα της εξώπορτας ήταν σχεδόν σβησμένα, αλλά από τα φώτα και το θόρυβο κατάλαβαν πως βρίσκονταν στο σωστό μέρος. Κάμποσα ακριβά αυτοκίνητα η Λιζέτ αναγνώρισε μια Ρολς Ρόις και τουλάχιστον δύο Φεράρι είχαν παρκάρει στο κράσπεδο. Πέρασαν ανάμεσά τους κι έφτασαν σ' ένα τριώροφο σπίτι, στο βάθος της αυλής.
Την πόρτα άνοιξε ένα κορίτσι με προκλητικό κοστούμι Γαλλίδας καμαριέρας. Έλεγξε τις προσκλήσεις τους, μια άλλη κοπέλα πήρε τα παλτά τους και μία τρίτη πρόσφερε μάσκες σ' ένα δίσκο. Η Λιζέτ και η Ντανιέλ διάλεξαν μάσκες ντόμινο στολισμένες με στρας.
Η Ντανιέλ έβγαλε μια εβένινη πίπα από την τσάντα της και στάθηκε μπροστά σ' έναν καθρέφτη να θαυμάσει τα είδωλά τους. «Η προσωποποίηση της διαφθοράς», είπε με μακρόσυρτη, προσποιητή φωνή, ανεμίζοντας το χέρι της με τα βαμμένα μαύρα νύχια. «Δυο ώρες έφαγα να βάψω τα μάτια μου μόνο και μόνο για να μου τα κρύψει η μάσκα. 'Ισως αργότερα, όταν λαλήσουν τα κοκόρια και αποκαλυφθούμε... Εμπρός, γενναία μου, πάμε».
Η Λιζέτ ένιωθε κάπως χαμένη, εκτός χώρου. Όταν το φως, έπεφτε πάνω τους, έβλεπες ότι δε φορούσαν τίποτα κάτω από τις μεταξωτές πυζάμες και μόνο δύο κομμάτια μπροκάρ κάλυπταν τα «στρατηγικά» σημεία. Μα ρίχνοντας μια ματιά στους άλλους καλεσμένους, η Λιζέτ αποφάσισε ότι δεν κινδύνευε να προκαλέσει το αίσθημα της σεμνότητας κανενός από κει μέσα. Όπως είχε υποσχεθεί η Μιτζ, όλα επιτρέπονταν φτάνει να 'ταν εξωφρενικά, και μόλο που τα δικά τους κοστούμια θα μπορούσαν να περάσουν και για κανονικά ρούχα, πολλοί καλεσμένοι ήταν υποχρεωμένοι ν' αλλάξουν στα επάνω δωμάτια.
Ένας καλοφτιαγμένος, γυμνασμένος νεαρός, που μόνο ένα πανί στα λαγόνια κάλυπτε τη γύμνια του, ανέβαινε τη σκάλα κραδαίνοντας ένα ξίφος και σέρνοντας ξοπίσω του μια τροφαντή κοπέλα δεμένη με αλυσίδες από τους καρπούς' εκτός από τις αυτοσχέδιες χειροπέδες, το μοναδικό της ένδυμα ήταν δυο-τρεις λωρίδες δέρμα. Ένα ζευγάρι πανκ τους έφτυσε καθώς περνούσαν' το κορίτσι φορούσε ένα κυλοτάκι με ξυράφια για φουντίτσες και ένα μαύρο κολάν που θαρρείς το 'χαν περάσει πάνω της με σπρέι. Δυο νεαρές με τουαλέτες Ντιόρ δεν έπαιρναν τα μάτια τους από τον παιδαρά με το ξίφος' η Λιζέτ πρόσεξε τους φαρδείς τους ώμους και τα καρύδια στο λαιμό και για μια στιγμή ζήλεψε που η πλαστική χειρουργική και οι ορμόνες είχαν χαρίσει σ' αυτούς καλύτερο ντεκολτέ από το δικό της.
Το νιου γουέιβ συγκρότημα, η Βελόνα, έπαιζε σε μια τεράστια σάλα του πρώτου πατώματος -η Λιζέτ υπέθεσε πως θα ήταν παλιά αίθουσα χορού αν και οι αρχικοί ένοικοι σίγουρα θα θεωρούσαν την αποψινή εκδήλωση danse mecabre'. Παρά το γεγονός ότι ο βαθμός των ντεσιμπέλ είχε ξεπεράσει τα όρια του πόνου, οι περισσότεροι καλεσμένοι ήταν συγκεντρωμένοι εδώ, ενώ ελάχιστοι είχαν καταφύγει σε άλλους χώρους. Οι μισοί χόρευαν, οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να κουβεντιάσουν. Ο καπνός της μαριχουάνας μόλις και ξεχώριζε μες στην πυκνή ομίχλη των εγγλέζικων τσιγάρων.
«Να η Μιτζ και η Φιόνα», τσίριξε η Ντάνιελ στο αυτί της Λιζέτ. Κούνησε με ενθουσιασμό το χέρι της και βάλθηκε ν' ανοίξει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος.
Η Μιτζ φορούσε μια περίτεχνη μεσαιωνική ενδυμασία -ένα φόρεμα από μπροκάρ που ξεκινούσε από το πάτωμα και τέλειωνε ακριβώς στις θηλές της. Είχε τα ξανθά της μαλλιά μαζεμένα σ' ένα κωνικό καπέλο απ' όπου κρεμόταν ένα μεταξωτό φουλάρι. Η Φιόνα τη συνόδευε με στολή ακόλουθου.
«Τώρα ήρθατε;» ρώτησε η Μιτζ, ρίχνοντας ένα αποδοκιμαστικό βλέμμα στο κοστούμι της Λιζέτ. «Έχει σαμπάνια στο μπαρ. Περιμένετε, θα φωνάξω μια απ' αυτές τις νοστιμούλες καμαριέρες».
Η Λιζέτ πήρε δυο
ποτήρια από την κοπέλα με το δίσκο
και έδωσε το ένα στην Ντανιέλ. Ήταν
αδύνατο ν' ακουστεί κανείς μέσα σ'
εκείνο το σαματά, όμως έτσι κι
αλλιώς δεν είχε τίποτα να πει με την
Μιτζ, και η Φιόνα δεν ήταν παρά μια
σκιά.
«Πού είναι η οικοδέσποινά μας;»
ρώτησε η Ντανιέλ.
«Δεν κατέβηκε ακόμα», ούρλιαξε η
Μιτζ. «Η Μπεθ πάντα περιμένει την
κατάλληλη στιγμή για να κάνει την
εμφάνισή της. Μη σκας, θα τη
γνωρίσεις».
«Μια και μιλάμε για εμφανίσεις...»
παρατήρησε η Λιζέτ, δείχνοντας ένα
ζευγάρι που μόλις έμπαινε. Η
γυναίκα φορούσε πηλίκιο Ναζί
αξιωματικού, ψηλές γυαλιστερές
μπότες, μαύρο πανταλόνι με τιράντες
στο γυμνό της στήθος. Ήταν καβάλα
στο συνοδό της που, εκτός από ένα
μικροσκοπικό σλιπ και φίμωτρο, δε
φορούσε τίποτ' άλλο.
«Δεν μπορώ να αποφασίσω αν είναι
βιτσιόζοι ή απλά κακόγουστοι»,
είπε η Λιζέτ.
«Καμιά σχέση με τα κοριτσίστικα
παρτάκια που είχες συνηθίσει στη
πατρίδα σου, έτσι, χρυσό μου;»
χαμογέλασε η Μιτζ.
«Κυκλοφορεί καθόλου κόκα;»
βιάστηκε να επέμβει η Ντανιέλ.
«Είχε λίγο πριν. Πήγαινε στη
βιβλιοθήκη, στον πρώτο όροφο, εκεί
που αλλάζουν όλοι».
Η Λιζέτ κατέβασε βιαστικά τη σαμπάνια της και άρπαξε ακόμη ένα ποτήρι πριν ακολουθήσει την Ντανιέλ. Ένας άντρας με διχτυωτό καλσόν, μπότες μοτοσικλετιστή και γιλέκο στολισμένο με σβάστικες και αλυσίδες την έπιασε από το μπράτσο, γυρεύοντας μάλλον να χορέψουν. Αντί για μάσκα, φορούσε ένα κιλό σκιά για τα μάτια και μαύρο κραγιόν. Η Λιζέτ φώναξε μια δικαιολογία, έφερε το δάχτυλο στο ρουθούνι, έκανε πως ρουφάει και έτρεξε πίσω από την Ντανιέλ.
«Ξέρεις ποιός
είναι αυτός που σνόμπαρες; Ο Έντι
Τιθ, τραγουδιστής των Τρυπανιών»,
της είπε η Ντανιέλ. «Θεούλη μου,
γιατί να μη την πέσει σε μένα!»
«Θα στην πέσει, μη νοιάζεσαι. Μας
έχει πάρει από πίσω», την
καθησύχασε η Λιζέτ.
Η Ντανιέλ τη σταμάτησε στα μισά της
σκάλας.
«Έχω πράμα εδώ, μωρό μου». Ο Έντι
Τιθ χτύπησε ελαφριά με το νύχι το
ασημένιο κουταλάκι και το φιαλίδιο
που κρέμονταν ανάμεσα στις
αλυσίδες του γιλέκου του.
«Δεν άντεχα πια το θόρυβο εκεί
μέσα», εξήγησε η Λιζέτ.
«Η Βελόνα είναι σκατά». Ο Έντι Τιθ
αγκάλιασε και τις δύο κοπέλες από
τη μέση και τις έσπρωξε στα σκαλιά.
«Αδελφούλες, αδελφούλες; Γουστάρω
τρελά αιμομιξία!»
Η βιβλιοθήκη ήταν γεμάτη κόσμο, προς μεγάλη ανακούφιση της Λιζέτ που ήθελε πάση θυσία να ξεφορτωθεί τον Έντι Τιθ. Περισσότερα από μια ντουζίνα άτομα ρουφούσαν τη δόση τους και συζητούσαν ζωηρά. Δυο υπηρέτριες έφτιαχναν γραμμές κοκαΐνης σε καθρέφτες και τους πρόσφεραν στους καλεσμένους. Σε μια τεράστια τσιγαροθήκη ήταν αραδιασμένα σωροί τα τσιγαρλίκια.
«Ταϊλανδέζικα, φίνο πράμα». Ο Έντι Τιθ άρπαξε μια χούφτα, έβαλε από ένα στο στόμα του κάθε κοριτσιού, κι έχωσε τα υπόλοιπα στο γιλέκο του. Η Ντανιέλ χασκογέλασε και προσάρμοσε το δικό της στην εβένινη πίπα. Ο Έντι ρούφηξε απανωτά δυο αράδες κοκαΐνης. «Δοκιμάστε, κορίτσια, θα σας πεταχτούν τα μάτια έξω», τις παρότρυνε.
Μόλις ο ένας καθρέφτης άδειαζε, οι καμαριέρες τον αντικαθιστούσαν με άλλον -μια ντουζίνα γραμμές ναρκωτικού παραταγμένες σα στρατιωτάκια στην επιφάνειά του. Η Λιζέτ τις παρακολουθούσε συνεπαρμένη. Συνειδητοποίησε ξαφνικά τι αμύθητα ποσά είχαν διατεθεί γι' αυτό το πάρτι: όλα τα υπόλοιπα της φαίνονταν βγαλμένα από ταινία, αλλά η παροχή ναρκωτικών σε πάνω από εκατό καλεσμένους ήταν μια σπατάλη που τη χωρούσε το μυαλό της.
«Η Ντανιέλ
Μπόρλαντ υποθέτω;»
Ένας άντρας ντυμένος Μεφιστοφελής
υποκλίθηκε μπροστά τους. « Αντριαν
Τρέγκανετ. Έχουμε συναντηθεί σ' ένα
πάρτι της Μιτζ Βων, θυμάστε;»
Η Ντανιέλ κοίταξε το πρόσωπο κάτω
από τη μάσκα. «Α, ναι. Λιζέτ, να σου
γνωρίσω τον Μεφίστο αυτοπροσώπως».
«Τότε εσείς πρέπει να είστε η
δεσποινίς Σέιριγκ, το μοντέλο του
πίνακα που τόσο θαυμάζει η Μπεθ». Ο
Μεφίστο πήρε το χέρι της Λιζέτ και
το ' φέρε στα χείλη του. «Η Μπεθ
ανυπομονεί να γνωρίσει και τις δυο
σας».
Η Λιζέτ τράβηξε στο χέρι της.
«Εσείς δεν είστε...»
«Ο αγενής που σας ενόχλησε στο
Κένσινγκτον μερικές μέρες πριν»,
συμπλήρωσε απολογητικά ο
Τρέγκανετ. «Ναι, δυστυχώς. Πρέπει
όμως να με συγχωρήσετε για το
θράσος μου. Σας πέρασα στ' αλήθεια
για μια πολύ αγαπητή μου φίλη. Δε θα
μ' αφήσετε να επανορθώσω;»
«Βεβαίως». Η Λιζέτ αποφάσισε πως
αρκετά είχε ανεχτεί τον Έντι Τιθ'
άλλωστε η Ντανιέλ ήταν ικανή να τα
βγάλει πέρα μόνη της όταν, και
αν, βαριόταν να της ζουλάει τα βυζιά
ένας διάσημος σταρ της ροκ.
Ο Τρέγκανετ επέστρεψε γρήγορα με τη σαμπάνια. Η Λιζέτ ρούφηξε άλλες δυο γραμμές και χαμογέλασε ικανοποιημένη καθώς δεχόταν το ποτήρι. Η Ντανιέλ προσπαθούσε να πυροβολήσει τον Έντι Τιθ με την πίπα της και η Λιζέτ βρήκε την ευκαιρία να το σκάσει.
«Η συγκάτοικός σας είναι καταπληκτικό ταλέντο», είπε o Τρέγκανετ. «Πρέπει όμως να παραδεχτούμε πως διάλεξε κι ένα πολύ γοητευτικό μοντέλο».
Γλοιώδης σα χέλι, σκέφτηκε η Λιζέτ, επιτρέποντάς του ωστόσο να την πιάσει αγκαζέ. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας. Παρόλ' αυτά αισθάνομαι κάπως άσχημα όταν σκέφτομαι πως κάποια ξένη μ' έχει μισόγυμνη στο σπίτι της».
«Μα είναι εντελώς
παρθενική η σύνθεση, αγαπητή μου,
τόσο αγνή όσο και το "Σκοτεινό
ρόδο" της ονομασίας. Η Μπεθ το
κρέμασε στο μπουντουάρ της, κάθε
άλλο λοιπόν παρά σας επιδεικνύει
δημόσια, δε νομίζετε; Πάντως,
συμπεραίνω από τα ρούχα σας στον
πίνακα πως εκτιμάτε κι εσείς όσο
και η Μπεθ τις ενδυμασίες και τις
συμπεριφορές του περασμένου
αιώνα».
Κάτι που δε θα μου περνούσε ποτέ από
το μυαλό αν έκρινα την οικοδέσποινά
μας από το αποψινό πάρτι, σκέφτηκε η
Λιζέτ. «Ανυπομονώ κι εγώ να τη
γνωρίσω. Υποθέτω πως το γενικευμένο
"κυρία" είναι πολύ μοντέρνο
για τα τόσο παρωχημένα γούστα της.
Τί είναι λοιπόν στην
πραγματικότητα; Κυρία ή
δεσποινίς;»
«'Ισως σας έδωσα εσφαλμένα την
εικόνα μιας συντηρητικής
γερόντισσας. Η Μπεθ ανήκει στη
γενιά σας -είναι λίγο μεγαλύτερη
από σας. Πείτε την όπως θέλετε, δε θα
'χει αντίρρηση. Όλα αυτά τα βρίσκει
ξεπερασμένες τυπικότητες».
«Μιλάτε σα να την ξέρετε πολύ καλά,
κύριε Τρέγκανετ».
«Προέρχεται από παλιά οικογένεια.
Γνώρισα τη θεία της, την Τζούλια
Γούεδερφορντ, μέσω του κοινού μας
ενδιαφέροντος για τον αποκρυφισμό.
Μήπως κι εσείς...;»
«Όχι, καθόλου. Η Ντανιέλ ασχολείται
μ' αυτά. Ο δικός μου τομέας είναι η
τέχνη. Είμαι υπότροφη φοιτήτρια στο
Πανεπιστήμιο του Λονδίνου». Είδε
την Ντανιέλ και τον Έντι Τιθ να
προχωρούν κατά την αίθουσα χορού
και αποφάσισε, μ' ένα τσίμπημα
ζήλιας, πως το γούστο της Ντανιέλ
στους άντρες δεν ήταν από τα
καλύτερα. «Μπορώ να έχω λίγη ακόμη
σαμπάνια;»
«Φυσικά. Επιστρέφω αμέσως».
Η Λιζέτ ρούφηξε λίγη κοκαΐνη καθώς περίμενε. Ένας νεαρός με κοστούμι εποχής Εδουάρδου της πρόσφερε το κουτί του του ταμπάκου και της εξήγησε σοβαρά-σοβαρά τον τρόπο χρήσης. Η Λιζέτ φτερνιζόταν ακόμη όταν ο Τρέγκανετ ξαναγύρισε κοντά της.
«Δεν έπρεπε να
μπείτε στον κόποι, του είπε. «Οι
καμαριέρες με τους δίσκους
περιφέρονται συνεχώς».
«Αλλά αυτά τα ποτήρια δεν είναι
σωστά παγωμένα», εξήγησε ο
Τρέγκανετ. «Στην υγεία σας».
«'Γεια σας». Η Λιζέτ είχε αρχίσει
να ζαλίζεται, αποφάσισε λοιπόν να
κόψει το ποτό για λίγο. «Η Μπεθ
μένει σ' αυτό το σπίτι με τη θεία
της;»
«Η θεία της ζει στην Ευρώπη, έχει
χρόνια να επισκεφθεί το Λονδίνο. Η
Μπεθ εγκαταστάθηκε εδώ πριν μια
δεκαετία περίπου. Η οικογένειά τους
δεν είναι πολυμελής αλλά, όπως
βλέπετε, κάτι παραπάνω από εύπορη.
Ταξιδεύουν και οι δύο πολύ, άρα
είναι ευτυχής συγκυρία που η Μπεθ
συνέπεσε να βρίσκεται στο Λονδίνο
την ίδια εποχή με σας. Μια και το
'φερε η κουβέντα, πόσο σκοπεύετε να
μείνετε εδώ;»
«Μόνο ένα χρόνο». Η Λιζέτ άδειασε
το ποτήρι της. «Μετά θα γυρίσω στην
αγαπημένη μου, βαρετή οικογένεια
στο Σαν Φραντσίσκο».
«Δηλαδή δεν υπάρχει κανείς στο
Λονδίνο...;»
«Κανένας απολύτως, κύριε
Τρέγκανετ. Και τώρα θα μου
επιτρέψετε να πάω να βρω τις φίλες
μου».
Η κοκαΐνη μπορεί να είναι η σαμπάνια των ναρκωτικών, αλλά σαμπάνια και κοκαΐνη δεν παν μαζί, συλλογίστηκε η Λιζέτ, καθώς παραχωρούσε το μπάνιο στον επόμενο ανυπόμονο επισκέπτη. Το κεφάλι της γύριζε, σκέφτηκε για μια στιγμή να βρει την κρεβατοκάμαρα και να ξαπλώσει λίγο. Μα κρίνοντας από τον κόσμο γύρω της, όταν ξυπνούσε, θα ' βρισκε έναν άντρα πάνω της. Αποφάσισε λοιπόν να μην ξαναπιεί σταγόνα. Θα έπαιρνε μόνο λίγη, ελάχιστη κοκαΐνη για να διώξει την ενοχλητική αίσθηση ότι την είχαν δείρει με σακούλια άμμο.
Το πλήθος στη βιβλιοθήκη είχε αλλάξει κατά την απουσία της. Τώρα κυριαρχούσαν άτομα με κοστούμια ξεσηκωμένα από το Ρόκι Χόρορ Σόου, που εκείνη την εποχή έκλεινε μια θριαμβευτική σειρά παραστάσεων στο Κόμεντι Θίατερ του Πικαντίλι. Η Λιζέτ είχε σιχαθεί πια τη μόδα που η ομώνυμη ταινία είχε καθιερώσει στην Αμερική. Ανοιξε δρόμο σπρώχνοντας ανάμεσα στα μέλη της ομάδας που χοροπηδούσαν και ξελαρυγγίζονταν με τις επιτυχίες του σόου.
«Παραδόσου στην
απόλυτη ηδονή», στρίγκλισε κάποιος
στ' αυτί της καθώς η Λιζέτ ρουφούσε
μια αράδα κοκαΐνη. «Ερωτικοί
εφιάλτες πέρα από κάθε μέτρο»,
συνέχιζε το τραγούδι.
Η Λιζέτ ρούφηξε τη δεύτερη γραμμή
και ξεκίνησε βιαστική για την
πόρτα. Ένας πανύψηλος τραβεστί της
έκλεισε το δρόμο, ουρλιάζοντας:
«Μην το ονειρεύεσαι -γίνε!»
Η Λιζέτ του έστειλε ένα φιλάκι και
τον προσπέρασε. Ήθελε να βρει μια
ήσυχη γωνιά να μαζέψει το μυαλό της.
'Ισως θα 'πρεπε πρώτα να ψάξει την
Ντανιέλ -αν άντεχε να μείνει για
τόσο πολύ στην αίθουσα χορού.
Στην πίστα δεν έπεφτε καρφίτσα. Τουλάχιστον όλα εκείνα τα κορμιά έμοιαζαν ν' απορροφούν μέρος των ντεσιμπέλ. Η Λιζέτ μάταια αναζήτησε τη φίλη της ανάμεσα στους χορευτές' το μόνο που κατάφερε ήταν να της καταβρέξουν την πλάτη με σαμπάνια. Το μάτι της πήρε τη Μιτζ που, με το ψηλό της καπέλο, ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους καλεσμένους, και με χίλιους κόπους κατόρθωσε να την πλησιάσει.
Η Φιόνα τάιζε την
Μιτζ μπουκίτσες χαβιάρι σε
φρυγανιά, ενώ εκείνη κουβέντιαζε με
μια μεσόκοπη γυναίκα που θύμιζε
φωτογραφία της Μάρλεν Ντήτριχ με
σμόκιν.
«Είδες πουθενά την Ντανιέλ;» τη
ρώτησε η Λιζέτ.
«Όχι τώρα κοντά, χρυσό μου», γέλασε
η Μιτζ, γλείφοντας το χαβιάρι από τα
χείλη της. «Θαρρώ πως ανέβηκε επάνω
με τον τραγουδιστή της. Ήθελαν,
φαίνεται, τα παιδιά να μείνουν λίγο
μόνα. Είμαι σίγουρη πως θα ' ρθει να
σε μαζέψει μόλις τελειώσει».
«Μιτζ, είσαι μεγάλη χαμούρα», της
είπε η Λιζέτ με το γλυκύτερο
χαμόγελό της. Στράφηκε και τράβηξε
κατά την πόρτα, προσπαθώντας να μη
καταστρέψει μ' ένα τρίκλισμα την
αξιοπρεπή της αποχώρηση. Να πάει να
γαμηθεί η Ντανιέλ -χρειαζόταν
επειγόντως καθαρό αέρα.
Ένα πλήθος είχε συγκεντρωθεί στη βάση της σκάλας, αναγκάζοντάς τη ν' ανοίξει δρόμο σπρώχνοντας και τσαλαπατώντας. Η ορχήστρα σταμάτησε απότομα να παίζει. «Έρχεται! Κατεβαίνει!» άκουσε η Λιζέτ κάποιον να ψιθυρίζει με κομμένη την ανάσα. Η σιγή έγινε ξαφνικά απόλυτη. Η Λιζέτ ανατρίχιασε.
Στην κορυφή της σκάλας στεκόταν μια ψηλή γυναίκα, τυλιγμένη ολόκληρη σε μαύρη βελούδινη κάπα. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν μαζεμένα στην κορυφή του κεφαλιού σε μια πολύπλοκη παραλλαγή του γαλλικού κότσου. Τις μπούκλες της στόλιζαν γρανάτες, οι οποίες κατέβαιναν μέχρι τη μαύρη μάσκα που κάλυπτε το επάνω μισό του προσώπου της. Για μερικές στιγμές έμεινε να κοιτά αγέρωχα τους καλεσμένους της.
Ο Αντριαν Τρέγκανετ βρέθηκε μ' ένα πήδο στο πρώτο σκαλί. Ένευσε σ' ένα ζευγάρι καμαριέρες κι εκείνες ήρθαν να σταθούν αριστερά και δεξιά της κυράς τους.
«Κυρίες και κύριοι!» ανήγγειλε με μια βαθιά υπόκλιση. «Ας τιμήσουμε τη μαγευτική αρχόντισσα που μας κάλεσε εδώ απόψε. Σας παρουσιάζω τη λάμια που στοίχειωνε τα όνειρα του Αδάμ -τη Λίλιθ!»
Οι ακόλουθες τράβηξαν την κάπα από τους ώμους της αφέντρας τους. Οι πάντες κράτησαν την αναπνοή τους. Η Μπεθ Κάρινγκτον φορούσε έναν κορσέ χωρίς τιράντες από γυαλιστερό μαύρο δέρμα. Το υπόλοιπο κοστούμι της αποτελούνταν μόνο από ψηλές μέχρι το γόνατο μπότες με τακούνι στιλέτο, γάντια πάνω από τους αγκώνες κι ένα κολάρο με καρφιά στο λαιμό, όλα από μαύρο πετσί που ερχόταν σε εκτυφλωτική αντίθεση με το κάτασπρο δέρμα και τα ξανθά της μαλλιά. Στην αρχή η Λιζέτ νόμισε πως είχε τυλίξει ένα μαστίγιο γύρω από το κορμί της, μα όταν το είδε να σαλεύει, διαπίστωσε πως ήταν ένα τεράστιο μαύρο φίδι.
«Λίλιθ!» κραύγασε με δέος το πλήθος. «Λίλιθ!» Αναγνωρίζοντας τη λατρεία τους με μια συγκαταβατική χειρονομία, η Μπεθ Κάρινγκτον κατέβηκε αργά τα σκαλιά. Το ερπετό κουλουριαζόταν από το ένα γαντοφορεμένο μπράτσο της στο άλλο, σφίγγοντας τη λεπτή της μέση' κοιτούσε τους γλεντοκόπους ατάραχο, με άδεια μάτια. Τα ποτήρια της σαμπάνιας υψώνονταν το ένα μετά το άλλο προς τιμήν της Λίλιθ και η άναρθρη φωνή του ξεφαντώματος άρχισε πάλι ν' αντηχεί στο σπίτι.
Καθώς η Μπεθ χαιρετούσε τους καλεσμένους της στη βάση της σκάλας τη ζύγωσε ο Τρέγκανετ και την άγγιξε στον αγκώνα. Κάτι ψιθύρισε στ' αυτί της, εκείνη χαμογέλασε και απομακρύνθηκε μαζί του.
Η Λιζέτ στηρίχτηκε στον ορθοστάτη όταν τους είδε να την πλησιάζουν. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει, ήθελε απελπισμένα να ξαπλώσει κάπου σε καθαρό αέρα, αλλά δεν εμπιστευόταν τα πόδια της να τη βγάλουν έξω. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το ερπετό, η γλώσσα που μπαινόβγαινε στο στόμα του σχεδόν την υπνώτιζε.
Το δωμάτιο γυρνούσε. Οι μάσκες των καλεσμένων χασκογελούσαν χαιρέκακα, κοροϊδεύοντάς τη θαρρείς μ' ένα μυστικό που δε σκόπευαν να μοιραστούν μαζί της' οι χορευτές με τα παράξενα κοστούμια είχαν μεταμορφωθεί σε αποκρουστική ορδή σατύρων και έκφυλων δαιμόνων, σπαρταρώντας στη σάλα σε μια παρωδία αισχρής μαζικής συνουσίας. Σα σε εφιάλτη η Λιζέτ πρόσταξε τα μέλη της να κινηθούν και διαπίστωσε πως το κορμί της δεν υπάκουε πια στη θέλησή της.
«Μπεθ, ιδού η κοπέλα που ανυπομονούσες να γνωρίσεις», άκουσε η Λιζέτ τον Τρέγκανετ, «Μπεθ Κάρινγκτον, επέτρεψέ μου να σου παρουσιάσω τη Λιζέτ Σέιριγκ».
Η Μπεθ χαμογέλασε αυτάρεσκα. Η Λιζέτ κοίταξε τα μάτια πίσω από τη μάσκα και ανακάλυψε πως δεν ένιωθε πια το σώμα της. Της φάνηκε πως άκουσε τη Ντανιέλ να φωνάζει το όνομά της. Έβλεπε εκείνα τα μάτια για ώρα πολλή, ακόμη και αφού σωριάστηκε σαν άψυχο πράγμα στο πάτωμα.
Το Κάθριν Χουήλ ήταν μια παμπ στην Κένσινγκτον Τσερτς Στρητ. Το φαγητό ήταν καλό εδώ και η Λιζέτ σταματούσε συνήθως να τονωθεί πριν κατηφορίσει τη Χόλαντ Στρητ για το ιατρείο του δόκτορα Μάγκνους. Μια και σήμερα ήταν η τελευταία της επίσκεψη, της φάνηκε σωστό να τελειώσουν τη βραδιά τους εκεί.
«Αν και δε μου αρέσει καθόλου να επαναλαμβάνομαι», είπε σοβαρά ο δρ. Μάγκνους, «πιστεύω ακράδαντα πως πρέπει να συνεχίσουμε».
Η Λιζέτ τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της και κούνησε το κεφάλι της αποφασιστικά. «Αποκλείεται, γιατρέ. Τα νεύρα μου είναι σε άθλια κατάσταση. Καταλαβαίνετε; Έφτασα στο σημείο να φρικάρω σε πάρτι μεταμφιεσμένων, αναγκάστηκε η συγκάτοικός μου να με πάει σηκωτή στο σπίτι. Φριχτή εμπειρία! Μου θύμισε τις φορές που έκανα κακό ταξίδι με νοθευμένο LSD και περνούσαν βδομάδες μέχρι να συνέλθω. Όλος ο κόσμος γινόταν ένα αλλόκοτο, σατανικό σκηνικό θεάτρου».
«Απ' ό,τι μου
δώσατε να καταλάβω, το παρακάνατε
λίγο εκείνο το βράδυ».
«Μερικά ποτήρια σαμπάνια και λίγη
άσπρη σκόνη δε μ' έβλαψαν ποτέ μέχρι
τώρα, απλά μ' έκαναν να μιλώ και να
γελώ λίγο παραπάνω». Η Λιζέτ ήπιε
ανόρεχτα μια γουλιά από το ποτήρι
της: δεν είχε ακόμη καταφέρει να
συνηθίσει την εγγλέζικη μπύρα.
Κάθονταν σ' ένα τραπεζάκι μεγάλο
όσο ένα καπάκι ρόδας' εκείνη στο
ντυμένο με δέρμα πάγκο κόντρα στον
τοίχο, o γιατρός σε μια καρέκλα
απέναντί της. Ένα μέτρο πιο πέρα, σ'
ένα παρόμοιο τραπέζι, τρεις νεαροί
συζητούσαν ξαναμμένοι. Γύρω τους,
ακόμη και πάνω από τα κεφάλια
τους, βούιζε ο κόσμος. Παρόλ' αυτά,
θα μπορούσε να είναι μόνη με το
δόκτορα Μάγκνους σ' ένα δωμάτιο. Η
Λιζέτ αναρωτήθηκε αν ο ψυχολόγος
που είχε διατυπώσει την τόσο
δημοφιλή αντίληψη σχετικά με το
«χώρο», την είχε σοφιστεί σε μια
υπερπλήρη εγγλέζικη παμπ.
«Δεν είναι μόνο που λιποθύμησα στο
πάρτι. Δεν είναι μόνο οι εφιάλτες».
Σώπασε για να βρει τις κατάλληλες
λέξεις. «Είναι που νιώθω ότι χάνω
τον έλεγχο. Και φοβάμαι. Φοβάμαι
πολύ».
«Γι' αυτό ακριβώς πρέπει να
συνεχίσουμε».
«Γι' αυτό ακριβώς πρέπει να
σταματήσουμε», αναστέναξε η Λιζέτ.
Είχαν ήδη εξαντλήσει το θέμα. Αντί
να πάει κατευθείαν σπίτι της, η
Λιζέτ δέχτηκε σε μια στιγμή
αδυναμίας την πρόταση του δόκτορα
Μάγκνους να την κεράσει ένα ποτό.
Τον λυπήθηκε γιατί τον είδε τόσο
αναστατωμένο όταν του ανακοίνωσε
την απόφασή της να διακόψει τη
«θεραπεία».
«Προσπάθησα να συνεργαστώ μαζί σας όσο καλύτερα μπορούσα και είμαι βέβαιη για την ειλικρινή σας πρόθεση να με βοηθήσετε». Δεν ήταν και τόσο βέβαιη, αλλά δεν έβλεπε το λόγο να το πει. «Το γεγονός όμως είναι ότι από τότε που αρχίσαμε, τα νεύρα μου πάνε κατά διαβόλου. Ισχυρίζεστε πως τα πράγματα θα ήταν χειρότερα χωρίς αυτές τις συνεδρίες και πιθανό να μην υπάρχει καμία σχέση -αλλά, όπως και να το κάνουμε, η κατάστασή μου επιδεινώθηκε. Αποφάσισα λοιπόν να εμπιστευτώ το ένστικτό μου και να προσπαθήσω να επιβιώσω χωρίς τις συνεδρίες. Ελπίζω να έγινα σαφής».
Ο δρ. Μάγκνους κοίταξε αμήχανα το σχεδόν γεμάτο ποτήρι σέρι μπροστά του. «Μόλο που καταλαβαίνω την αιτιολογία σας, θέλω να σας παρακαλέσω να το ξανασκεφτείτε, Λιζέτ. Διατρέχετε κινδύνους που...»
«Κοιτάξτε. Αν οι
εφιάλτες σταματήσουν, τόσο το
καλύτερο. Αν όχι τα μαζεύω και
γυρνάω στο Σαν Φραντσίσκο. Έτσι θ'
απομακρυνθώ απ' ό,τι δε μου πηγαίνει
στο Λονδίνο, και αν χρειαστεί, θα
συμβουλευτώ τον ψυχίατρό μου στην
Αμερική».
«Εντάξει λοιπόν». Ο δρ. Μάγκνους
της έσφιξε το χέρι. «Ωστόσο, θέλω να
θυμάστε ότι είμαι πάντα στη διάθεσή
σας αν αλλάξετε γνώμη».
«Γίνατε κι εσείς σαφής. Σας
ευχαριστώ».
Ο δρ. Μάγκνους σήκωσε το ποτήρι του
στο φως. Και σκεφτικά παρατήρησε:
«Κεχριμπάρι».
«Λιζέτ;» Η Ντανιέλ κλείδωσε την εξώπορτα και κρέμασε την ομπρέλα της στο χωλ. Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη, κατσουφιάζοντας με το χάλι των μαλλιών της. «Λιζέτ; Είσ' εδώ;»
Καμιά απάντηση, και το αδιάβροχό της έλειπε από τη θέση του. Είτε είχε καθυστερήσει στου δόκτορα Μάγκνους, είτε περίμενε κάπου μέχρι να σταματήσει η βροχή. Μετά από τη βραδιά του πάρτι, η Ντανιέλ είχε αρχίσει στ' αλήθεια ν' ανησυχεί για την υγεία της φίλης της.
Έβγαλε τα μουσκεμένα της παπούτσια πριν μπει στο καθιστικό. Τράβηξε τις κουρτίνες να κλείσει έξω τη σκοτεινιά κι άναψε μια λάμπα. Το φόρεμα κολλούσε πάνω της σα σιχαμερό δεύτερο πετσί ρίγησε και σκέφτηκε με λαχτάρα ένα φλιτζάνι καφέ. Μια όμως και η Λιζέτ δεν είχε επιστρέψει ακόμη, δε θα υπήρχε έτοιμος. Θα έκανε ένα ζεστό μπάνιο πρώτα και μετά θα έβλεπε για καφέ -ίσως στο μεταξύ η Λιζέτ γυρνούσε κι έβαζε το νερό να βράσει.
«Λιζέτ;» Το υπνοδωμάτιό τους ήταν άδειο. Η Ντανιέλ άναψε το φως. Χριστέ μου, κι αν δεν ήταν σκέτη μούχλα αυτός ο καιρός! Τούτα ήταν τα περίφημα εγγλέζικα καλοκαιριάτικα βράδια; Βροχή και πάλι βροχή, δε θυμόταν πια πότε είχε δει για τελευταία φορά τον ήλιο. Έβγαλε το φουστάνι της και το άπλωσε στο κρεβάτι με την αόριστη ελπίδα ότι θα προλάβαινε το τσαλάκωμα, κατόπιν πέταξε το σουτιέν και το σλιπ της σε μια καρέκλα.
Φόρεσε το μπουρνούζι της και ξαναγύρισε στο σαλόνι. Πουθενά η Λιζέτ κι ήταν περασμένες εννέα. 'Ισως είχε χωθεί σε καμιά παμπ. Η Ντανιέλ έβαλε τον τελευταίο δίσκο των Μπλόντι στο στέρεο και δυνάμωσε την ένταση μέχρι τέρμα. Ας παραπονιόνταν οι γείτονες -η μουσική ίσως ξόρκιζε τη μελαγχολία της.
Βλαστήμησε το νερό που αργούσε να ζεσταθεί κι όταν επιτέλους το ρύθμισε στη θερμοκρασία που ήθελε, μπήκε στη μπανιέρα. Στάθηκε για λίγο κάτω από το ντους να συνέλθει' στην αρχή το νερό την αναζωογόνησε, κατόπιν της έφερε μια γλυκιά χαλάρωση. Πήρε το σαμπουάν, και κουνώντας το κορμί της στο ρυθμό της μουσικής, άρχισε να λούζεται.
Η κουρτίνα του ντους ανέμισε καθώς άνοιξε η πόρτα του μπάνιου. Η Ντανιέλ άνοιξε το ένα της μάτι -ήξερε ότι η εξώπορτα ήταν κλειδωμένη, αλλά μετά το Ψυχώ... Ήταν μόνο η Λιζέτ, ήδη γυμνή, με τα μακριά ξανθά μαλλιά της ριγμένα στο στήθος.
«Δε σ' άκουσα που
μπήκες», τη χαιρέτησε η Ντανιέλ.
«Έλα μέσα γρήγορα, θα κρυώσεις».
Η Ντανιέλ ξανάρχισε να σαπουνίζει
τα μαλλιά της καθώς η άλλη κοπέλα
πέρασε στη μπανιέρα και στάθηκε
πίσω της. Ένιωσε το κορμί της Λιζέτ
να κολλάει στο δικό της, τα χέρια
της να χουφτώνουν τα στήθη της.
Επιτέλους, η Λιζέτ είχε ξεπεράσει την ανόητη ζήλια της για τον Έντι Τιθ, σκέφτηκε η Ντανιέλ. Της είχε εξηγήσει ότι τσακώθηκε με τον τύπο όταν προσπάθησε να την πηδήξει μέσα στην αίθουσα χορού, μπροστά σε τόσο κόσμο, αλλά πώς να συνεννοηθείς με μια χαζούλα που λιποθυμάει όταν βλέπει φίδι;
«Χριστέ μου, είσαι
παγωμένη!» παραπονέθηκε η Ντανιέλ.
«Στάσου κάτω από το ντους να
ζεσταθείς λιγάκι. Σε πρόλαβε η
βροχή;»
Τα δάχτυλα του άλλου κοριτσιού συνέχισαν να χαϊδεύουν το στήθος της και αντί για απάντηση, φίλησε το λαιμό της. H Ντανιέλ βόγκηξε κι άφησε το νερό να ξεπλύνει τις σαπουνάδες από τα μαλλιά και τα αγκαλιασμένα κορμιά τους. Γύρισε νωχελικά ν' αντικρίσει τη φίλη της, πιάνοντάς την ταυτόχρονα από τους ώμους.
Η γλώσσα της Λιζέτ ερέθισε τις ρώγες της τη μια μετά την άλλη και βάλθηκε να τις βυζαίνει επίμονα, σχεδόν οδυνηρά. H Ντανιέλ πίεσε το κεφάλι του κοριτσιού στο στήθος της, αναστέναξε καθώς τα φιλιά ανέβαιναν στο λαιμό της. Έλιωνε από ηδονή, μόνο η Λιζέτ τη στήριζε τώρα. Τα χείλη στο λαιμό της την τρέλαιναν και, με κομμένη την ανάσα, ανασήκωσε το κεφάλι της Λιζέτ.
Το στόμα της, μισάνοιχτο για να δεχτεί το φιλί της Λιζέτ, άνοιξε διάπλατα καθώς η Ντανιέλ κοίταξε κατάματα την άλλη. Το πρώτο που ένιωσε ήταν απορία.
«Μα δεν είσαι η Λιζέτ!»
Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν η Λιζέτ ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός τους. Μπήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Δυο φώτα έκαιγαν μόνο και η Ντανιέλ δε φαινόταν πουθενά ή είχε βγει έξω ή, το πιθανότερο, κοιμόταν.
Η Λιζέτ κρέμασε το αδιάβροχό της κι έβγαλε κουρασμένη τα παπούτσια της. Μόλις και είχε προλάβει το τελευταίο μετρό. Ήταν τρελή που επέτρεψε στο δόκτορα Μάγκνους να την πείσει να επιστρέψουν στο ιατρείο του για μια τελευταία συνεδρία αλλά, σε τελευταία ανάλυση, ο γιατρός είχε δίκιο: με τόσο σοβαρά προβλήματα χρειαζόταν τη βοήθειά του. Ένιωσε μια ξαφνική ευγνωμοσύνη για τον Μάγκνους που της παραστάθηκε στη δύσκολή της ώρα.
Ο δίσκος δε γυρνούσε πια στο πικάπ, αλλά το φωτάκι του ενισχυτή ήταν ακόμη αναμμένο. Η Ντανιέλ δεν είχε πέσει, φαίνεται, για ύπνο. 'Ισως έπρεπε να της ζητήσει συγνώμη που πίστεψε τα γεμάτα δηλητήριο ψέματα της Μιτζ. Στο κάτω-κάτω της είχε καταστρέψει τη βραδιά' η καημένη η Ντανιέλ αναγκάστηκε να την πάρει και να φύγουν άρον-άρον, πριν καν προλάβει να γνωρίσει τη Μπεθ Κάρινγκτον.
«Ντανιέλ; Γύρισα», φώναξε η Λιζέτ. «Θέλεις τίποτα;»
Καμιά απάντηση. Η Λιζέτ έριξε μια ματιά στην κρεβατοκάμαρα μήπως και η Ντανιέλ «φιλοξενούσε» κάποιο φίλο. Όμως όχι, τα κρεβάτια ήταν άθικτα, μόνο τα ρούχα της Ντανιέλ περίμεναν απλωμένα.
«Ντανιέλ;» Η Λιζέτ ύψωσε τη φωνή της. 'Ισως ο θόρυβος του ντους εμπόδιζε τη φίλη της να την ακούσει. «Ντανιέλ;» Αποκλείεται να είχε πάθει τίποτα, όχι, σίγουρα ήταν καλά.
Η Λιζέτ ένιωσε κάτι να της μουσκεύει τα πόδια. Έσκυψε να δει. Νερά γλιστρούσαν από την πόρτα του μπάνιου. Η Ντανιέλ θα είχε ξεχάσει να τραβήξει τις κουρτίνες του ντους.
«Ντανιέλ! Θα πλημμυρίσουμε!»
Ανοιξε την πόρτα και έβαλε προσεχτικά μέσα το κεφάλι της. Η κουρτίνα ήταν τραβηγμένη. Το ντους έτρεχε. Η Λιζέτ σκέφτηκε πως κανονικά θα έπρεπε να φαίνεται η σιλουέτα της Ντανιέλ πίσω από το διάφανο πλαστικό παραπέτασμα.
«Ντανιέλ!» Την τύλιξε ο πανικός. «Ντανιέλ! Είσαι καλά;» Έτρεξε στα υγρά πλακάκια και τράβηξε την κουρτίνα. H Ντανιέλ κείτονταν στη μπανιέρα, τα χείλη της τραβηγμένα σ' ένα χαμόγελο, η σάρκα της πιο λευκή από την πορσελάνη γύρω της.
Ήταν πια απομεσήμερο όταν την άφησαν να επιστρέψει σπίτι της. Αν μπορούσε να σκεφτεί κάπου αλλού να πάει, θα πήγαινε. Δεν είχε όμως κανέναν κι έτσι η Λιζέτ γύρισε στο διαμέρισμα και ξάπλωσε στον καναπέ, πολύ κουρασμένη για να βάλει το ποτό που τόσο λαχταρούσε.
Παρά την υστερία της, είχε καταφέρει να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να τους δώσει να καταλάβουν τη διεύθυνσή της. Από τη στιγμή που έφθασε το περιπολικό, δε χρειάστηκε να πάρει άλλες πρωτοβουλίες' άφησε απλά τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη δίνη της αστυνομικής έρευνας. Μόνο όταν την ανέκριναν στην Νέα Σκότλαντ Γιάρντ, διαπίστωσε ότι κάποιες υποψίες βάραιναν και την ίδια.
Το θύμα είχε αιμορραγήσει μέχρι θανάτου, αποφάνθηκε o ιατροδικαστής. Είχε χρησιμοποιηθεί η λεπίδα από μια ξυριστική μηχανή για τα πόδια. Υπήρχαν τομές και στους δύο καρπούς, βαθιά στην ακτινική αρτηρία, σε αντίθεση με τα επιφανειακά εγκάρσια κοψίματα που συνήθιζαν όσοι αυτόχειρες δεν καταλάβαιναν από ανατομία. Ακόμη, υπήρχε μια εγκοπή στο αριστερό μέρος του λαιμού. Επρόκειτο είτε για αυτοκτονία απόλυτα αποφασισμένου ατόμου είτε για επιδέξια συγκαλυμμένη δολοφονία. Από τη στιγμή που δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης ή πάλης, οι αρχές έκλιναν στο πρώτο. Η συγκάτοικος του θύματος είχε παραδεχτεί μια πρόσφατη διαφωνία μεταξύ τους. Οι εργαστηριακές εξετάσεις θα έδειχναν αν το θύμα είχε πάρει ναρκωτικά ή αναισθητοποιηθεί με χτυπήματα. Για τη συνέχεια θα αποφάσιζε o εισαγγελέας.
Η Λιζέτ κατέθεσε ότι είχε περάσει τη βραδιά της με το δόκτορα Μάγκνους. Όταν ανέφερε ότι την παρακολουθούσε ψυχίατρος, είδε τους ανακριτές της ν' ανακάθονται και να κρατούν νοερή σημείωση. Οι προσπάθειές τους να βρουν το δόκτορα Μάγκνους αποδείχθηκαν μάταιες. Αλλά η γραμματέας του επιβεβαίωσε ότι η δεσποινίς Σέιριγκ είχε έρθει στο ιατρείο το προηγούμενο απόγευμα. Ο δρ. Μάγκνους θα επικοινωνούσε μαζί τους μόλις επέστρεφε. Όχι, η γραμματέας δεν ήξερε γιατί ο γιατρός είχε ακυρώσει τα ραντεβού του σήμερα, αλλά δεν ήταν ασυνήθιστο να φεύγει ξαφνικά όταν κάποια περίπτωση απαιτούσε την άμεση επέμβασή του.
Πέρασαν ώρες πριν αφήσουν την Λιζέτ να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο. Κάλεσε τους γονείς της μα το μετάνιωσε. Ήταν ακόμη νύχτα στην Καλιφόρνια και της φάνηκε ότι ο χρόνος γύριζε ανώφελα πίσω. Την παρακίνησαν να επιστρέψει αμέσως στην πατρίδα, με την επόμενη κιόλας πτήση, αλλά φυσικά δεν ήταν τόσο απλό' άλλωστε ούτε εκείνοι μπορούσαν να έρθουν στο Λονδίνο από τη μια στιγμή στην άλλη και, σε τελευταία ανάλυση, σε τι θα της φαίνονταν χρήσιμοι; Τηλεφώνησε στον Μέιτλαντ Ρέντιν ο οποίος αναστατώθηκε με τα νέα και προσφέρθηκε να βοηθήσει με κάθε δυνατό τρόπο, αλλά η Λιζέτ δεν κατάφερε να σκεφτεί τίποτα. Πήρε την Μιτζ Βων που της το 'κλεισε. Ξαναδοκίμασε το γραφείο του δόκτορα Μάγκνους χωρίς αποτέλεσμα. Ευτυχώς η αστυνομία ανέλαβε να ανακοινώσει το θάνατο στην οικογένεια της Ντανιέλ.
Κάποιος γιατρός στη Σκότλαντ Γιάρντ την εξέτασε πρόχειρα και της έδωσε μερικά χάπια -ηρεμιστικά για να κοιμηθεί. Την γύρισαν στο διαμέρισμά της, επισημαίνοντάς της για άλλη μια
φορά ότι η παρουσία της στην ανάκριση ήταν απαραίτητη. Δεν είχε λόγους ν' ανησυχεί για το αν ο υποτιθέμενος δολοφόνος καραδοκούσε στη γειτονιά της γιατί η αστυνομία θα παρακολουθούσε μέρα νύχτα το σπίτι.
Η Λιζέτ κοίταξε γύρω της σα χαμένη, ανίκανη ακόμη να κατανοήσει τι είχε συμβεί. Οι αστυνομικοί είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους -μέτρησαν, έψαξαν, πήραν αποτυπώματα και τ' άφησαν όλα άνω-κάτω. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι όλα αυτά ήταν απλά ένας εφιάλτης σαν τους άλλους κι ότι η Ντανιέλ θα έμπαινε σ' ένα λεπτό στο δωμάτιο και θα την έβρισκε να κοιμάται στον καναπέ. Τί στην ευχή θα έκανε με τα πράγματα της Ντανιέλ; Η μάνα της είχε ξαναπαντρευτεί και ζούσε στο Κολοράντο, ο πατέρας της ήταν ανώτερο στέλεχος σε μια εταιρία επενδύσεων της Νέας Υόρκης. Προφανώς θα είχε κανονίσει να μεταφέρει τη σορό της κόρης του πίσω στην Αμερική.
«Αχ, Ντανιέλ!» Η Λιζέτ ήταν πολύ σαστισμένη για να κλάψει. 'Ισως έπρεπε να πάει σε ξενοδοχείο. Όχι, δεν άντεχε να μείνει ολομόναχη σε ξένο μέρος. Πόσο παράξενο να διαπιστώνει τώρα ότι δεν είχε κανένα στενό φίλο στο Λονδίνο εκτός από τη νεκρή -και οι γνωστοί της ακόμη ήταν φίλοι της Ντανιέλ.
Είχε αφήσει μήνυμα στη γραμματέα του Μάγκνους να της τηλεφωνήσει ο γιατρός μόλις επέστρεφε. Η Λιζέτ δεν ήξερε πώς θα τη βοηθούσε, αλλά ήταν άνθρωπος με κατανόηση, ένιωθε καλύτερα και μόνο στην ιδέα ότι θα του μιλούσε.
Έβγαλε το μπουκαλάκι με τα χάπια από την τσάντα της. 'Ισως θα 'ταν προτιμότερο να πάρει δυο-τρία και να κοιμηθεί για ένα 24ωρο. Δεν είχε πια το κουράγιο ούτε να σκεφτεί.
Και τότε χτύπησε
το τηλέφωνο. Η Λιζέτ το κοίταξε για
μια στιγμή δίχως να το
αναγνωρίζει και κατόπιν όρμησε να
σηκώσει τ' ακουστικό.
«Η Λιζέτ Σέιριγκ;»
Μια γυναικεία φωνή -η Λιζέτ δεν την
είχε ξανακούσει. «Η ίδια. Ποιος
είναι παρακαλώ;»
«Μπεθ Κάρινγκτον, Λιζέτ. Ελπίζω να
μη σ' ενοχλώ».
«Όχι, καθόλου».
«Καημενούλα μου! Τα 'μαθα από τον
Μέιτλαντ Ρέντιν. Τι φριχτή
τραγωδία! Δεν μπορείς να φανταστείς
πόσο ταράχτηκα. Από το λίγο που είδα
την Ντανιέλ μου φάνηκε
καταπληκτική κοπέλα. Και τι
ταλέντο! Κρίμα να χαθεί τόσο
γρήγορα».
«Σ' ευχαριστώ. Λυπάμαι που δεν
πρόλαβες να τη γνωρίσεις
καλύτερα». Η Λιζέτ ένιωσε τύψεις
και αμηχανία, ξαναφέρνοντας στο νου
της τη σύντομη γνωριμία των δύο
γυναικών.
«Αγαπούλα μου, δεν μπορείς να
μείνεις μόνη σου εκεί μέσα. Είναι
κανείς μαζί σου;»
«Όχι. Μα δεν πειράζει, θα τα
καταφέρω».
«Μην είσαι ανόητη. Ακου, μου
περισσεύουν αρκετά υπνοδωμάτια σ'
αυτό το μαυσωλείο για ν' ανοίξω
ξενοδοχείο. Μάζεψε λοιπόν τα
πράγματά σου κι έλα αμέσως εδώ».
«Είσαι πολύ καλή, μα δε θέλω να σου
γίνω βάρος».
«Βλακείες. Δε γίνεται να μείνεις
μόνη σου. Όσο και να σου φανεί
παράξενο, όταν δε με πιάνει η
ξαφνική μανία να καλέσω όλο το
Λονδίνο σπίτι μου, η ζωή εδώ κυλά
πολύ ήσυχα, πιο ανιαρά και από τις
Κυριακές στην εκκλησία. Εγώ
χρειάζομαι μια συντροφιά κι εσένα
θα σου κάνει καλό να ξεφύγεις».
«Σ' ευχαριστώ πολύ, αλλά...»
«Σε παρακαλώ, Λιζέτ, φέρσου λογικά.
Οι ξενώνες μου είναι ήδη έτοιμοι
και θα στείλω ένα αυτοκίνητο να σε
πάρει. Το μόνο που έχεις να κάνεις
είναι να ρίξεις λίγα πραγματάκια
σε μια τσάντα. Αν κοιμηθείς καλά
σήμερα το βράδυ, όλα θα σου φανούν
ευκολότερα αύριο το πρωί».
Όταν η Λιζέτ δεν
απάντησε αμέσως, η Μπεθ πρόσθεσε
προσεχτικά: «Αλλωστε, Λιζέτ, απ'
ό,τι κατάλαβα, η αστυνομία δεν
απέκλεισε το ενδεχόμενο του φόνου.
Σ' αυτή την περίπτωση, εκτός κι αν η
κακόμοιρη η Ντανιέλ ξέχασε να
κλειδώσει, όποιος το ' κανε, έχει
κλειδί του διαμερίσματός σας».
«Στην αστυνομία μου είπαν ότι θα
παρακολουθούν το σπίτι».
«Πιθανό να είναι κάποιος που και οι
δύο γνωρίζετε και εμπιστεύεστε,
κάποιος που η ίδια η Ντανιέλ κάλεσε
μέσα».
Η Λιζέτ κοίταξε αγριεμένη τους ίσκιους που βάθαιναν γύρω της και ξαφνικά της φάνηκαν απειλητικοί, καταχθόνιοι. Το άσυλό της είχε παραβιαστεί. Ακόμη και τα πιο οικεία αντικείμενα έμοιαζαν μολυσμένα, εχθρικά, ξένα. Προσπάθησε να κρατήσει τα δάκρυά της. «Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω». Ανακάλυψε πως είχε μείνει σιωπηλή για ώρα, σφίγγοντας στο ιδρωμένο χέρι της το ακουστικό.
«Γλυκιά μου, δε
χρειάζεται να υποθέσεις τίποτα.
Ακου τώρα. Είμαι στου δικηγόρου μου
για μια υπόθεση της θείας Τζούλια.
Θα ειδοποιήσω αμέσως το σοφέρ μου
να έρθει σπίτι σου. Μέχρι να
μαζέψεις τις πυτζάμες και την
οδοντόβουρτσά σου, θα είναι εκεί. Θα
σε πάρει και θα σε φέρει στην
ειδυλλιακή Μάιντα Βέιλ. Οι
υπηρέτριες θα σου στρώσουν το
κρεβάτι και θα προλάβεις να πάρεις
έναν ωραίο υπνάκο μέχρι να γυρίσω
σπίτι για το δείπνο. Είμαι σίγουρη
πως δεν έχεις φάει τίποτα. Έλα, καλή
μου, πες μου ότι θα ' ρθεις».
«Ευχαριστώ, είσαι πραγματικά πολύ
καλή. Ναι, θα έρθω».
«Θαύμα! Όλα ταχτοποιήθηκαν λοιπόν.
Μην ανησυχείς για τίποτα, Λιζέτ. Θα
σε δω το βράδυ».
Ο δρ. Μάγκνους έσκυψε μπρος στο στενό κάθισμα του ταξί, τρίβοντας κουρασμένα το μέτωπο και τους κροτάφους του. Μπορεί το μασάζ να μην έκανε τίποτα για την πνευματική του κούραση, αλλά ανακούφιζε κάπως τον πονοκέφαλό του. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Περασμένες δέκα. Δεν είχε κλείσει μάτι την προηγούμενη νύχτα και δεν προέβλεπε να κοιμηθεί ούτε απόψε. Μα γιατί αυτά τα ευλογημένα κορίτσια δε σήκωναν το τηλέφωνό τους!
Σα να μην έφταναν όλα τ' άλλα, τον βασάνιζε και η συνείδησή του. Είχε προδώσει μια ιερή εμπιστοσύνη. Δεν έπρεπε να χρησιμοποιήσει ύπνωση για να πείσει την Λιζέτ να επιστρέψει στο ιατρείο του, ήταν κάτι που παρέβαινε κάθε αρχή του επαγγέλματός του. Αλλά δεν του είχε μείνει άλλος τρόπος: η κοπέλα ήταν αμετάπειστη κι εκείνος έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει βρισκόταν τόσο κοντά στην έσχατη απόδειξη! Μια ακόμη συνεδρία του χρειαζόταν, μόνο μία.
Στη συνέχεια πέρασε όλη τη νύχτα στο γραφείο του, προσπαθώντας να συμβιβάσει τα αντιφατικά στοιχεία των αναμνήσεων της Λιζέτ με τις ιστορικές πληροφορίες που η έρευνα τού είχε αποφέρει. Μέχρι να ξημερώσει είχε καταφέρει να συνταιριάξει τόσα γεγονότα όσα χρειάζονταν για να βαθύνει το μυστήριο. Τηλεφώνησε στη γραμματέα του ν' ακυρώσει όλα του τα ραντεβού και πέρασε ολόκληρη τη μέρα ψάχνοντας σε σκονισμένα δημοτολόγια και σε αρχεία εφημερίδων, παίρνοντας θάρρος όταν το παρελθόν άρχισε να παρέχει διστακτικά τη μια εκπληκτική ένδειξη μετά την άλλη.
Ο δρ. Μάγκνους μπορεί τώρα να ήταν εξαντλημένος, κουρασμένος και βρώμικος αλλά είχε καταφέρει επιτέλους ν' αποδείξει τις θεωρίες του. Δεν ένιωθε όμως καμία έξαρση. Γιατί προσπαθώντας να δικαιώσει τις απόψεις του, είχε ξεσκεπάσει κάτι που ούτε ονειρευόταν την ύπαρξή του. Ήλπιζε σχεδόν να αποδειχτεί λάθος η δουλειά μιας ολόκληρης ζωής.
«Φτάσαμε, κύριε».
«Ευχαριστώ». Ο δρ. Μάγκνους
αναδύθηκε από τη θλιβερή
ονειροπόλησή του και είδε πως είχε
φτάσει στον προορισμό του. Πλήρωσε
τον οδηγό και διέσχισε βιαστικά το
δρομάκι για το διαμέρισμα της
Λιζέτ. Χτύπησε επίμονα το κουδούνι
-ένα ανήμπορο προαίσθημα κακού
έκανε τις κινήσεις του αδέξιες.
«Μια στιγμή,
κύριε!»
Ο δρ. Μάγκνους γύρισε απότομα,
ξαφνιασμένος. Είδε να τον
πλησιάζουν δύο άντρες.
«Φρόνιμα! Είμαστε αστυνομικοί».
«Τί συμβαίνει; Έγινε τίποτα;»
Προφανώς κάτι είχε γίνει.
«Μπορούμε να μάθουμε τι γυρεύετε
εδώ, κύριε;»
«Βεβαίως. Είμαι φίλος της
δεσποινίδας Μπόρλαντ και της
δεσποινίδας Σέιριγκ. Δεν μπόρεσα να
επικοινωνήσω μαζί τους από
τηλεφώνου, και καθώς έχω ορισμένες
επείγουσες υποθέσεις να συζητήσω
με τη δεσποινίδα Σέιριγκ, αποφάσισα
να έρθω o ίδιος». Συνειδητοποίησε
ότι σχεδόν τραύλιζε από
νευρικότητα.
«Μπορούμε να δούμε την ταυτότητά
σας, κύριε;»
«Μα τί έγινε;» επανέλαβε ο
Μάγκνους, βγάζοντας το πορτοφόλι
του. .
«Δρ. 'Ινγκμαρ Μάγκνους». Ο
ψηλότερος από τους δύο τον
περιεργάστηκε ειρωνικά. «Μάλλον
δεν παρακολουθείτε ειδήσεις, δρ.
Μάγκνους».
«Μα τί συμβαίνει επιτέλους!»
«Είμαι ο επιθεωρητής Μπράντλεϊ, δρ.
Μάγκνους, και ο συνάδελφός μου
είναι ο αρχιφύλακας Χουάρτον. Θα
θέλαμε να σας ρωτήσουμε ορισμένα
πράγματα, κύριε, αν δεν έχετε
αντίρρηση να μας ακολουθήσετε».
Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά όταν η Λιζέτ ξύπνησε από τον ανήσυχο ύπνο της. Έμεινε σαστισμένη στο σκοτάδι για μια στιγμή, προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Σιγά-σιγά η μνήμη αντικατέστησε τις αόριστες εικόνες του ονείρου. Αναψε τη λάμπα δίπλα στο κρεβάτι και κοίταξε το ρολόι της. Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Είχε κοιμηθεί για τα καλά.
Η Ρολς Ρόις της Μπεθ είχε περάσει να την πάρει πριν καλά καλά προλάβει να ετοιμάσει τα πράγματά της. Όταν έφτασαν στο μέγαρο της Μέιντα Βέιλ, μια υπηρέτρια -με πολύ πιο συμβατική στολή απ' ό,τι οι συναδέλφισές της του πάρτι- την οδήγησε σ' ένα ευρύχωρο ξενώνα στο τελευταίο πάτωμα. Η Λιζέτ πήρε ένα ηρεμιστικό κι έπεσε αμέσως στο κρεβάτι. Σκόπευε να πάρει έναν υπνάκο και κατόπι να συναντήσει την οικοδέσποινά της για το δείπνο. Αντί γι' αυτό, κοιμήθηκε δέκα ολόκληρες ώρες. Η Μπεθ δικαιολογημένα θα πίστευε πως ήταν τελείως ξεμυαλισμένη.
Όπως συχνά συμβαίνει μετά από έναν πολύωρο ύπνο, η Λιζέτ ήταν τώρα νευρική και ανήσυχη. Ευχήθηκε αναδρομικά να είχε πάρει μαζί της ένα βιβλίο. Το σπίτι ήταν απόλυτα σιωπηλό και η ώρα πολύ περασμένη για να καλέσει την υπηρέτρια. H Μπεθ αποφάσισε προφανώς να την αφήσει να κοιμηθεί μέχρι το πρωί και τώρα θα είχε αποσυρθεί και η ίδια.
Από την άλλη όμως, η Μπεθ Κάρινγκτον δεν ήταν τύπος που θα έπεφτε νωρίς για ύπνο. 'Ισως ήταν ακόμη ξύπνια, ίσως έβλεπε τηλεόραση κάπου όπου ο θόρυβος δε θα ενοχλούσε τη φιλοξενούμενη της. Όπως και να ' χε το πράγμα, όμως, η Λιζέτ δεν ήθελε να ξανακοιμηθεί αμέσως.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και διαπίστωσε πως ήταν ακόμη μισοντυμένη. Έβγαλε το σουτιέν και την κιλότα της και φόρεσε την παλιομοδίτικη νυχτικιά από δαντέλα που είχε φέρει μαζί της. Είχε ξεχάσει να πάρει ρόμπα και παντόφλες, μα η βραδιά ήταν ζεστή και το άσπρο νυχτικό αρκετά σεμνό για μια γρήγορη ματιά στο χωλ.
Διέκρινε μια λωρίδα φωτός στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Η Λιζέτ βγήκε από το δωμάτιό της, προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο. Μια και η Μπεθ δεν είχε μιλήσει για άλλους επισκέπτες, και καθώς τα διαμερίσματα των υπηρετών βρίσκονταν σ' άλλη πτέρυγα, το φως πρέπει να έβγαινε από το δωμάτιο της οικοδέσποινάς της -άρα δεν είχε κοιμηθεί.
Καθώς διέσχιζε βαδίζοντας στα νύχια το χωλ, άκουσε μια μακρινή μουσική. Η πόρτα του δωματίου δεν ήταν εντελώς κλειστή, από κει ερχόταν ο ήχος. Για καλή της τύχη η Μπεθ ήταν ξύπνια. Χτύπησε μαλακά.
«Μπεθ; Κοιμάσαι; Εγώ είμαι, η Λιζέτ».Καμιά απάντηση, μα η πόρτα άνοιξε στο άγγιγμά της.
Η Λιζέτ πήγε πάλι να μιλήσει, αλλά η φωνή πάγωσε στο λαρύγγι της. Αναγνώρισε το σκοπό που άκουγε, το ήξερε αυτό το δωμάτιο. Από τη στιγμή που μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, δεν μπορούσε πια ν' αλλάξει τις ενέργειές της ακριβώς όπως δεν μπορούσε να ελέγξει τους εφιάλτες της.
Ήταν ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο με έπιπλα βικτοριανής εποχής. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες και μόνο ένα κερί στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι έριχνε λίγο φως. Δίπλα στο κερί ήταν ένα παλιό χρυσό ρολόγι, το ρολόγι που έπαιζε το σκοπό των ονείρων της.
Η Λιζέτ ήλπιζε απεγνωσμένα όλα τούτα να μην ήταν παρά μια ιδιαίτερα ζωντανή επανάληψη του εφιάλτη της. Είδε ότι οι δείχτες του ρολογιού έδειχναν μεσάνυχτα. Η μουσική σταμάτησε. Πήρε το ρολόι στα χέρια της για να δει την εικόνα που ήξερε ότι υπήρχε στη θήκη.
Και η εικόνα ήταν μια δική της φωτογραφία.
Η Λιζέτ άφησε να της πέσει το ρολόι στο τραπέζι, κοίταξε έντρομη το κρεβάτι.
Ένα χέρι ξεπρόβαλλε και τράβηξε τα παραπετάσματα.
Το άτομο που ξάπλωνε ανακάθισε και την κοίταξε κατάματα.
Και η Λιζέτ αντίκρισε τον εαυτό της.
«Δε μπορείτε να
πάτε λίγο πιο γρήγορα;»
Ο επιθεωρητής Μπράντλεϊ
αντιστάθηκε στον πειρασμό να
κλείσει το μάτι στον αρχιφύλακα
Χουάρτον. «Ηρεμήστε, δρ. Μάγκνους.
Θα φτάσουμε στην ώρα μας. Πιστεύω να
έχετε βρει μια πειστική
δικαιολογία για τους νοικοκυραίους
του σπιτιού που πάμε να ενοχλήσουμε
μαύρα μεσάνυχτα».
«Το μόνο που εύχομαι είναι να
χρειαστεί μια τέτοια δικαιολογία»
είπε ο δρ. Μάγκνους, συνεχίζοντας να
σκύβει μπρος, λες και η στάση του θα
έπειθε τον οδηγό να πατήσει γκάζι.
Δεν ήταν εύκολο, σκέφτηκε ο δρ. Μάγκνους. Δεν είχε τολμήσει να τους πει την αλήθεια. Υποπτευόταν πως ο Μπράντλεϊ είχε συμφωνήσει να επισκεφθούν νυχτιάτικα την Μπεθ Κάρινγκτον για να ελέγξει το άλλοθί του κι όχι γιατί πίστεψε το παραμύθι του.
Θαμμένος όλη μέρα στην έρευνά του, ο δρ. Μάγκνους δεν είχε ακούσει ειδήσεις, είχε αγνοήσει τις εφημερίδες με τους πηχυαίους τίτλους του είδους «Γυμνό μοντέλο νεκρό στο μπάνιο», «Γυμνή καλλονή σφαγμένη στη, μπανιέρα», «Αυτοκτόνησε η πεταλουδίτσα ή έπεσε θύμα του αντεροβγάλτη;» Το πρώτο σοκ της είδησης του θανάτου της Ντανιέλ ακολούθησε ένα δεύτερο όταν ανακάλυψε ότι η αστυνομία τον θεωρούσε «ουσιώδη μάρτυρα» στην υπόθεση.
Χρειάστηκε όλη του την επινοητικότητα για να τους πείσει να τον αφήσουν -ή, τουλάχιστον, να τον συνοδέψουν στο μέγαρο της Μάιντα Βέιλ. Κατά περίεργη ειρωνεία της τύχης, εκείνος και η Λιζέτ ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να επαληθεύσουν o ένας το άλλοθι του άλλου για την ώρα του θανάτου της Ντανιέλ. Μόλο που οι αστυνομικοί αντιμετώπιζαν με δυσπιστία τη φύση της συνάντησής τους στο ιατρείο του, δεν μπορούσαν παρά να λάβουν υπόψη τους ορισμένα ενισχυτικά στοιχεία. Ένας μπάρμαν στο Κάθριν Χουήλ είχε θυμηθεί τον επιβλητικό μουσάτο κύριο και τη νεαρή συνοδό του. Η καθαρίστρια άκουσε φωνές από το ιατρείο και προτίμησε να μην ενοχλήσει το γιατρό και την ασθενή του. Όλ' αυτά είχαν ήδη ελεγχθεί για να διαπιστωθεί η αλήθεια των ισχυρισμών της Λιζέτ. Μισή ντουζίνα τουλάχιστον ταλαιπωρημένοι υπάλληλοι μπορούσαν να καταθέσουν για τις κινήσεις του δόκτορα Μάγκνους σήμερα. Ο γιατρός ανακεφαλαίωσε νοερά τα αποτελέσματα της έρευνάς του. Η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Κόρη πλούσιας οικογένειας, είχε γεννηθεί το 1879 στο Λονδίνο, στο Τσέιν Ρόου του Τσέλσι. Το 1899 παντρεύτηκε τον λοχαγό Ντόναλντ Στέιπλεντον και μαζί με το σύζυγό της έφυγαν για να εγκατασταθούν στην Ινδία. Σύντομα επέστρεψε πάλι στο Λονδίνο, άρρωστη από φυματίωση που, το πιθανότερο, την είχε προσβάλλει στο εξωτερικό, και πέθανε το 1900. Θάφτηκε στο Κοιμητήριο του Χάιγκεϊτ. Όλ' αυτά τ' ανακάλυψε στην αρχή ο δρ. Μάγκνους με σχετική ευκολία. Από κει και πέρα προσπάθησε να αναπλάσει την ιστορία, αφενός με τις αναμνήσεις της Λιζέτ και αφετέρου, με τα στοιχεία που μπόρεσε να ξεθάψει από τα αρχεία εκείνης της περιόδου.
Στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολο να ακολουθήσει τα ίχνη των μεταγενέστερων κλάδων της οικογένειας -κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει για ν' αποδείξει ότι η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ δεν είχε την παραμικρή συγγένεια με την Λιζέτ Σέιριγκ. Κι εκείνο που τον αναστάτωσε περισσότερο ήταν ότι δεν μπόρεσε να βρει τάφο με το όνομα Ελίζαμπεθ Στέιπλεντον, το γένος Μπέρεσφορντ, στο Κοιμητήριο του Χάιγκεϊτ.
Την προηγούμενη νύχτα είχε πιέσει την Λιζέτ όσο πιο πολύ τολμούσε. Μέσα από τα οράματά της τής φρίκης βρήκε επιτέλους μια ένδειξη. Οι εικόνες αυτές δεν ήταν βγαλμένες από εφιάλτες, ούτε συμβολικές αναπαραστάσεις θαμμένων φόβων. Ήταν αναμνήσεις στην κυριολεξία.
Χάρη στο κύρος της ενεχόμενης οικογένειας και τη νοσηρή εντύπωση που προκάλεσαν τα γεγονότα στο κοινό της εποχής, τα δημόσια αρχεία απέφυγαν διακριτικά τις αναφορές στην τραγωδία και το παράδειγμά τους ακολούθησαν οι σοβαρότερες εφημερίδες. Ο κίτρινος τύπος όμως αποδείχτηκε λιγότερο επιφυλακτικός' και διαβάζοντάς τον, ο δρ. Μάγκνους ένιωσε τι πάει να πει τρόμος.
Η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ είχε ταφεί ζωντανή.
Σύμφωνα με τις τελευταίες της επιθυμίες, το σώμα της δεν ταριχεύτηκε. Οι εφημερίδες υπαινίσσονταν πως τούτη ήταν η απόδειξη ότι γνώριζε ποιά μοίρα την περίμενε και παρέθεταν κατεβατά ολόκληρα από τον Έντγκαρ Αλλαν Πόε. Ο λοχαγός Στέιπλεντον επισκέφθηκε ένα βράδυ τον τάφο της γυναίκας του και τη βρήκε να περιφέρεται σα χαμένη ανάμεσα στα μνήματα. Αυτό συνέβη ένα μήνα μετά την ταφή.
Οι εφημερίδες πρόσφεραν αφειδώς ψευδό-επιστημονικές θεωρίες, μεταφυσικές εξηγήσεις και μακροσκελείς αφηγήσεις Ινδών μυστικιστών, οι οποίοι είχαν μείνει εβδομάδες ολόκληρες μεταξύ ζωής και θανάτου, σε μια κατάσταση που έμοιαζε με αναστολή της ύπαρξης. Κανείς δεν ήξερε πώς η Ελίζαμπεθ Στέιπλεντον είχε κατορθώσει να βγει από το φέρετρο και την κρύπτη, αλλά όλοι υπέθεσαν ότι σήκωσε το καπάκι με την δύναμη της απελπισίας ενώ, κατά εκπληκτική σύμπτωση, κάποιος είχε ξεχάσει να κλειδώσει την κρύπτη.
Για ευνόητους λόγους, το ζευγάρι εγκατέλειψε αμέσως την Αγγλία: για να αποφύγει τη δημοσιότητα αλλά και για να συνέλθει η Ελίζαμπεθ από τη δοκιμασία της. Εκείνη τα κατάφερε και μάλιστα πολύ γρήγορα, αλλά το σοκ ήταν φαίνεται τόσο δυνατό για το λοχαγό Στέιπλεντον που δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Πέθανε το 1902, και η γυναίκα του επέστρεψε στο Λονδίνο λίγο μετά για ν' αναλάβει τη μεγάλη της κληρονομιά που, ανάμέσα στ' άλλα, περιλάμβανε και το μέγαρο της Μάιντα Βέιλ. Όταν αργότερα κληρονόμησε και την περιουσία των γονέων της -ο μοναδικός αδελφός της είχε σκοτωθεί στον πόλεμο των Μπόερ- έγινε μια πάμπλουτη κυρία.
Η Ελίζαμπεθ Στέιπλεντον γρήγορα κέρδισε τον τίτλο της πλέον περιβόητης οικοδέσποινας της Εδουρδιανής εποχής' το άστρο της έλαμπε μέχρι και έπειτα από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκθαμβωτική καλλονή, οι άντρες της έδειχναν θαυμασμό που άγγιζε τα όρια της λατρείας, ενώ οι γυναίκες αναρωτιόνταν ζηλότυπα πώς και δε γερνούσε μέρα με το πέρασμα των χρόνων. Μετά τον πόλεμο έφυγε από το Λονδίνο για να ταξιδέψει στην εξωτική Ανατολή. Το 1924 έφτασαν τα νέα του θανάτου της στην Ινδία.
Η περιουσία της πέρασε στην κόρη της, Τζέιν Στέιπλεντον, γεννημένη στο εξωτερικό το 1901. Μόλο που η Ελίζαμπεθ Στέιπλεντον αναφέρονταν συχνά και με τρυφερή νοσταλγία στην κόρη της, η Τζέιν ανατράφηκε και μορφώθηκε στην Ευρώπη' ήρθε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1925. Κάποιοι υποστήριζαν ότι η μάνα δεν ήθελε να εκθέσει την κόρη στον ελευθέριο τρόπο ζωής της, μα όταν εμφανίστηκε η Τζέιν Στέιπλεντον, οι περισσότεροι συμπέραναν ότι το μοναδικό κίνητρο της μάνας ήταν η ζήλια. Η Τζέιν Στέιπλεντον είχε κληρονομήσει όλη την ομορφιά της Ελίζαμπεθ -οι παλιοί της θαυμαστές μάλιστα ορκίζονταν πως ήταν ολόιδια η μητέρα της στα νιάτα της. Ακόμη, είχε κληρονομήσει και την προτίμηση της μάνας της για την ξέφρενη ζωή' μ' ένα καινούριο κύκλο συνομηλίκων της ξεκίνησε από κει που είχε σταματήσει η μαμά της. Οι εφημερίδες είχαν σκανδαλιστεί ιδιαίτερα από τη στενή της σχέση με τον Αλιστερ Κρόουλι και άλλους του «σιναφιού» του. Μόλο που ο έκλυτος βίος της γεφύρωσε το χάσμα από τη Φλογερή Νιότη ως τα χρόνια της Χαμένης Γενιάς, ακόμη και οι εχθροί της ήταν αναγκασμένοι να ομολογήσουν ότι δεν έδειχνε διόλου την ηλικία της. Το 1943 η Τζέιν Στέιπλεντον θεωρήθηκε νεκρή όταν τα βομβαρδιστικά της Λουφτ Βάφε ισοπέδωσαν την περιοχή του Λονδίνου που είχε επισκεφθεί για να δειπνήσει με φίλους της.
Αφησε όλη της την περιουσία στην κόρη της, την Τζούλια Γουέδερφορντ, γεννημένη στο Μαϊάμι το 1934. Προφανώς η μητέρα της είχε ένα σύντομο ειδύλλιο με κάποιον Αμερικανό εκατομμυριούχο που ξεχειμώνιαζε στην Φλόριντα. Ο γάμος τους έμεινε μυστικός, ακυρώθηκε μετά τη γέννηση της Τζούλια, και η θυγατέρα έμεινε να μεγαλώσει με τον πατέρα της. Η Τζούλια Γουέδερφορντ ήρθε από την Αμερική στις αρχές του 1946. Όσοι αμφέβαλλαν για την αυθεντικότητα των ισχυρισμών της άλλαξαν γνώμη μόλις την είδαν: η κόρη ήταν φτυστή η μάνα στα νιάτα της. Ακολούθησε κι εκείνη την παράδοση της οικογένειας με τρελά πάρτι και αλλόκοτες συναναστροφές, μια ξέφρενη πορεία που κάλυψε την περίοδο από την Γενιά των Μπήτνικ ως τα Παιδιά των Λουλουδιών. Οι συνομήλικοί της έβρισκαν εκπληκτικό το γεγονός ότι η Τζούλια με μίνι δε διέφερε σε τίποτα από τις νεαρές χίπισσες φίλες της. Φαίνεται όμως ότι στο τέλος η ομορφιά της άρχισε να ξεθωριάζει γιατί από το 1967 και πέρα η Τζούλια Γουέδερφορντ έφυγε για την Ευρώπη όπου και έζησε τα υπόλοιπά της χρόνια σε πλήρη σχεδόν απομόνωση, με μοναδική επισκέπτρια την ανιψιά της.
Η ανιψιά της, η Μπεθ Κάρινγκτον, γεννημένη το 1950, ήταν η ορφανή κόρη της Αμερικανίδας ετεροθαλούς αδελφής της Τζούλια κι ενός εύπορου Εγγλέζου από τον κύκλο της θείας της. Μετά το θάνατο των γονιών της σ' ένα αεροπορικό δυστύχημα το 1970, η Μπεθ πέρασε στην κηδεμονία της θείας της και συνέχισε την έξαλλη ζωή (σήμα κατατεθέν της οικογένειας) στο Λονδίνο. Ήταν φανερό πως η Μπεθ θα κληρονομούσε την περιουσία της θείας της. Ήταν επίσης φανερό πως έμοιαζε σα σταγόνα νερό με την Τζούλια όταν η δεύτερη είχε την ηλικία της. Πολλοί θα ήθελαν να τις δουν και τις δύο μαζί. Και φυσικά δεν το είχε κατορθώσει κανείς ποτέ.
Στην αρχή ο δρ. Μάγκνους δε θέλησε να πιστέψει το τρομερό μυστικό που είχε ανακαλύψει. Ήξερε ωστόσο πως δεν μπορούσε να βγει άλλο συμπέρασμα.
Ήταν πρωτοφανές το πώς μια γυναίκα που τρεφόταν θαρρείς με το θόρυβο γύρω από το όνομά της κατόρθωνε να αποφεύγει τόσο αποτελεσματικά την φωτογράφηση. Σε τελευταία ανάλυση, οι αλλαγές της μόδας, οι καινούριες κομμώσεις και το προσεκτικό μακιγιάζ μπορούσαν να αλλοιώσουν την εμφάνιση μέχρι ένα σημείο' και σε αντίθεση με το ανθρώπινο μάτι, ο φακός της μηχανής διέθετε ακριβέστατη μνήμη. Ο δρ. Μάγκνους όμως κατάφερε να βρει, μετά από επίπονες έρευνες, λίγες φωτογραφίες. Με τα κατάλληλα θεατρικά κοστούμια κι ένα καλό μακιγιέρ, θα μπορούσαν όλες να απεικονίζουν την ίδια γυναίκα την ίδια ημέρα. Θα μπορούσαν επίσης να είναι φωτογραφίες της Λιζέτ Σέιριγκ.
Ωστόσο ο δρ. Μάγκνους ήξερε πως ήταν αδύνατο να δει την Μπεθ Κάρινγκτον και την Λιζέτ Σέιριγκ μαζί.
Και προσευχόταν να πρόφταινε να το εμποδίσει.
Με τούτη τη σκέψη να τριβελίζει το μυαλό του, ήταν ένα θαύμα πώς ο δρ. Μάγκνους διατήρησε τόσο το λογικό του ειρμό ώστε να πείσει τους ανθρώπους της Σκότλαντ Γιάρντ να τον συνοδέψουν στη Μάιντα Βέιλ. Όταν του είπαν επιτέλους πού είχε πάει η Λιζέτ, το σοκ που ένιωσε ήταν τόσο δυνατό όσο κι εκείνο της είδησης του θανάτου της Ντανιέλ.
«Μην ανησυχείτε,
δεν κινδυνεύει. Πήγε να μείνει σε
μιας φίλης της».
«Μπορώ να ρωτήσω ποιά;»
«Ήρθε να την πάρει μια Ρολς με
σοφέρ. Ελέγξαμε τον αριθμό
κυκλοφορίας και βρήκαμε ότι ανήκει
σε κάποια Ελίζαμπεθ Κάρινγκτον στη
Μάιντα Βέιλ».
Αλλόφρων ο δρ. Μάγκνους, απαίτησε να ξεκινήσουν αμέσως για κει. Μ' ένα τηλεφώνημα έμαθαν ότι η δεσποινίς Σέιριγκ κοιμόταν και δεν μπορούσαν να την ενοχλήσουν' θα επικοινωνούσε μαζί τους το πρωί.
Πνίγοντας τον πανικό του, ο γιατρός κατάφερε να σκαρώσει ένα μπερδεμένο κουβάρι με μισές αλήθειες και ευλογοφανή ψέματα -οτιδήποτε για να τους πείσει να πάνε στο σπίτι της Κάρινγκτον όσο το δυνατόν συντομότερα. Τον θεωρούσαν ήδη σαν έναν από κείνους τους αλλοπρόσαλλους αποκρυφιστές. Πολύ ωραία τότε, θα τους έλεγε ό,τι περίμεναν ν' ακούσουν. Τους βεβαίωσε ότι η Μπεθ Κάρινγκτον ήταν μέλος ενός μυστικού κυκλώματος ναρκομανών και σατανιστών (πράγματι) κι ότι είχαν παρασύρει την Ντανιέλ και την Λιζέτ στο τελευταίο τους όργιο για σκοπούς ακατονόμαστους. Έριξαν ναρκωτικό στο ποτό της Λιζέτ μα η Ντανιέλ πρόλαβε να την πάρει και να φύγουν πριν τις παγιδεύσουν σ' όποιες διεστραμμένες τελετουργίες είχαν κατά νου -μπορεί και ανθρωποθυσίες. Η Ντανιέλ δολοφονήθηκε -είτε για να της κλείσουν το στόμα είτε σε κάποια φάση της ιεροτελεστίας- και τώρα κρατούσαν στα χέρια τους και την Λιζέτ.
Όλα πολύ μελοδραματικά, αλλά ένα μέρος τους ήταν αλήθεια. Ο επιθεωρητής Μπράντλεϊ είχε ακούσει για τα όργια που γίνονταν εκεί, αλλά οι ανώτεροί του τον πίεζαν εδώ και καιρό να κάνει τα στραβά μάτια. Κι ακόμη, ήξερε αρκετά για τις παράδοξες σατανιστικές κλίκες του Λονδίνου ώστε να θεωρήσει ότι ο τελετουργικός φόνος δεν ήταν απίθανος, με δεδομένο το σωστό συνδυασμό άρρωστων μυαλών και παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Και μόλο που δεν είχε δοθεί στη δημοσιότητα, ο ιατροδικαστής πίστευε πως οι ξυραφιές στο λαιμό και τους καρπούς της Μπόρλαντ, ήταν μια προσπάθεια να καλυφθεί το γεγονός ότι είχε ήδη αιμορραγήσει μέχρι θανάτου από δύο τρύπες στη σφαγίτιδα φλέβα.
Παράφρων δολοφόνος, πολύ πιθανό. Μα και τελετουργικός φόνος; Δεν μπορούσες να τ' απορρίψεις κατηγορηματικά. Ο επιθεωρητής Μπράντλεϊ ζήτησε ένα περιπολικό.
«Λιζέτ Σέιριγκ, ποιά είσαι εσύ που φοράς το πρόσωπό μου;» Η Μπεθ Κάρινγκτον σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι.
Φορούσε μια νυχτικιά από παλιά δαντέλα, παρόμοια μ' εκείνη της Λιζέτ. Τα πράσινα μάτια της -τα μάτια που τόσο είχαν ταράξει την Λιζέτ όταν τα πρωτοείδε- την έκαναν πάλι να παραλύσει.
«Όταν ο πιστός Αντριαν μου είπε ότι είχε δει το σωσία μου, σκέφτηκα ότι το μυαλό του είχε περάσει στη φάση της έσχατης τρέλας. Αλλά όταν σε ακολούθησε στη μικρή σας γκαλερί και στη συνέχεια κουβάλησε κι εμένα να δω το πορτραίτο σου, κατάλαβα ότι αντιμετώπιζα κάτι πέρα ακόμη και από τη δική μου εμπειρία».
Η Λιζέτ στεκόταν παγωμένη, παρακολουθούσε με τη σαγήνη του τρόμου τον εφιάλτη της να παίρνει σάρκα και οστά. Η δίδυμή της βάλθηκε να βηματίζει γύρω της, αξιολογώντας την ψυχρά, όπως περιεργάζεται το φίδι το υπνωτισμένο του θύμα.
«Ποιά είσαι εσύ,
Λιζέτ Σέιριγκ, με το πρόσωπο που
έβλεπα στα όνειρά μου, το πρόσωπο
που στοίχειωνε τους εφιάλτες μου
καθώς κειτόμουν ετοιμοθάνατη, το
πρόσωπο που νόμιζα δικό μου;»
Η Λιζέτ πίεσε τον εαυτό της να
μιλήσει. «Ποιά είσαι»;
«Τ' όνομά μου; Τ' αλλάζω όποτε
γίνεται απαραίτητο. Απόψε είμαι η
Μπεθ Κάρινγκτον. Χρόνια και χρόνια
πριν ήμουν η Ελίζαμπεθ
Μπέρεσφορντ».
«Μα πώς είναι δυνατόν;» Η Λιζέτ
ήλπιζε πως είχε να κάνει με τρελή,
μα ήξερε πως η ελπίδα της ήταν
μάταιη.
«Ένα πνεύμα ερχόταν στα όνειρά μου
και σιγά-σιγά μου έκλεβε τη ζωή,
χαρίζοντάς μου σε αντάλλαγμα την
αθανασία. Καταλαβαίνεις τι λέω αν
και η λογική σου επιμένει πως
τέτοια πράγματα είναι απίθανο να
συμβούν».
Έλυσε τις κορδέλες που κρατούσαν τη νυχτικιά της Λιζέτ, άφησε το ρούχο να πέσει στο πάτωμα, κατόπιν έβγαλε και το δικό της. Το ένα γυμνό κορμί έμοιαζε αντανάκλαση του άλλου.
Η Ελίζαμπεθ πήρε στα χέρια της το πρόσωπο της Λιζέτ και τη φίλησε στα χείλη. Το φιλί κράτησε ώρα' η ανάσα της χυνόταν παγωμένη στο στόμα της Λιζέτ. Όταν η Ελίζαμπεθ τραβήχτηκε και την κοίταξε με πόθο κατάματα, η Λιζέτ είδε δυο μυτερούς κυνόδοντες να κατεβαίνουν προς τα κάτω.
«Θα φωνάξεις άραγε; Αν ναι, ας είναι από έκσταση κι όχι από φόβο. Δεν θα σε στραγγίσω, ούτε θα σ' εγκαταλείψω όπως έκανα με την ανόητη φίλη σου. Όχι, Λιζέτ, αδελφή μου. Θα ρουφήξω τη ζωή σου με μικρά φιλιά από νύχτα σε νύχτα -φιλιά που σε λίγο θα λαχταράς όπως δε λαχτάρησες τίποτα μέχρι τώρα. Και στο τέλος θα φτάσεις να με υπηρετείς με τη θέλησή σου όπως όλοι όσοι διάλεξα σ' αυτό το ατέλειωτο διάστημα».
Η Λιζέτ ριγούσε στο άγγιγμά της, ανίκανη ν' αποτραβηχτεί. Από τα βάθη του υποσυνείδητού της αναδύθηκε η κατανόηση. Δεν αντιστάθηκε όταν η Ελίζαμπεθ την οδήγησε στο κρεβάτι κι έπεσε δίπλα της στα μεταξωτά σεντόνια. Η Λιζέτ είχε ξεπεράσει το φόβο.
Η Ελίζαμπεθ τέντωσε το γυμνό κορμί της πάνω στην πιο ζεστή σάρκα της άλλης, ξάπλωσε ανάμεσα στους μηρούς της σαν εραστής. Τα δροσερά της δάχτυλα χάιδεψαν την Λιζέτ' τα φιλιά της χάραξαν ένα μονοπάτι από την κοιλιά στα στήθη και από κει, στη λακκούβα του λαιμού της.
Η Ελίζαμπεθ στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε την Λιζέτ στα μάτια. Τα δυο μυτερά δόντια γυάλιζαν, τερατώδης λαγνεία καθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της.
«Και τώρα θα σου
δώσω ένα φιλί πιο γλυκό απ'
οποιοδήποτε πάθος τολμά να
φανταστεί το θνητό μυαλό σου, Λιζέτ
Σέιριγκ. Ίδιο με το φιλί που μου
χάρισε το φάντασμα του ύπνου μου, το
φάντασμα που με κοιτούσε με τα δικά
μου μάτια. Γιατί στοίχειωσες τα
όνειρά μου, Λιζέτ Σέιριγκ;»
Η Λιζέτ ανταπέδωσε το βλέμμα
σιωπηλά, χωρίς συναίσθημα. Ούτε που
κουνήθηκε όταν τα χείλη της
Ελίζαμπεθ κόλλησαν στο λαιμό της' ο
θόρυβος ήταν ανεπαίσθητος, σαν το
άνοιγμα του μπουμπουκιού.
Η Ελίζαμπεθ πετάχτηκε ξαφνικά πάνω με μια άναρθρη κραυγή πόνου. Κοίταξε την Λιζέτ κατάπληκτη και τρομαγμένη. H Λιζέτ, με το αίμά να τρέχει από την πληγή του λαιμού της, αντιγύρισε το βλέμμα, μ' ένα χαμόγελο ανόσιου μίσους.
«Τί είσαι,
Λιζέτ Σέριγκ;»
«Είμαι η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ». Η
φωνή της Λιζέτ ήταν ατάραχη. «Σε
μια άλλη ζωή έδιωξες την ψυχή από το
σώμα μου κι έκλεψες τη σάρκα μου για
να την κάνεις δική σου. Τώρα
επιστρέφω να πάρω αυτό που κάποτε
μου ανήκει.
Η Ελίζαμπεθ πήγε να τρέξει αλλά τα μπράτσα της Λιζέτ την αγκάλιασαν με ξαφνική, τρομαχτική δύναμη -τα δυο τους κορμιά ενώθηκαν σε μια φριχτή παρωδία εραστών τη στιγμή της έκστασης.
Όμως το ουρλιαχτό που αντήχησε στη νύχτα δεν ήταν κραυγή έκστασης.
Ακούγοντας την κραυγή -δεν μπόρεσαν ποτέ να συμφωνήσουν μεταξύ τους αν ήταν δυο φωνές ή μία- ο επιθεωρητής Μπράντλεϊ παραμέρισε την υπηρέτρια και τις αγανακτισμένες διαμαρτυρίες της και όρμησε στο σπίτι.
«Επάνω. Γρήγορα!» διέταξε. Ο δρ. Μάγκνους τον είχε ήδη προσπεράσει, βρισκόταν κιόλας στα μισά της σκάλας.
«Νομίζω πως ακούστηκε από το τελευταίο πάτωμα. Κοιτάξτε σ' όλα τα δωμάτια». Αργότερα βλαστημούσε τον εαυτό του που ξέχασε ν' αφήσει φρουρό στην πόρτα γιατί, μέχρι να ξαναμπορέσει να σκεφθεί λογικά, οι υπηρέτες είχαν εξαφανιστεί.
Στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα στο τέλος του διαδρόμου του τρίτου ορόφου βρήκαν δυο νεκρές γυναίκες πίσω από τα παραπετάσματα του πελώριου κρεβατιού. Η μία είχε μόλις δολοφονηθεί' το γυμνό της σώμα ήταν βουτηγμένο στο αίμα που έτρεχε ακόμη από τον ανοιγμένο λαιμό της -πάρα πολύ αίμα για ένα μόνο άτομο. Η άλλη ήταν αποκεφαλισμένη -προφανώς νεκρή εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τα μέλη της κοπέλας αγκάλιαζαν χυδαία το αποσαθρωμένο κουφάρι που ξάπλωνε πάνω της και τα δόντια της, σ' έναν τελευταίο σπασμό, ήταν μπηγμένα στο λαιμό του εκτρώματος. Τούφες μαλλιά και κομμάτια στεγνό πετσί έπεφταν από πάνω του ακόμη και την ώρα που οι άντρες κοιτούσαν τη μακάβρια σύνθεση, βουβοί από φρίκη.
Ο αρχιφύλακας Χουάρτον έστρεψε τα μάτια αλλού κι έκανε εμετό στο πάτωμα.
«Σας χρωστώ μια ειλικρινή συγνώμη, δρ. Μάγκνους». Το πρόσωπο του επιθεωρητή Μπράντλεϊ ήταν βλοσυρό. «Είχατε δίκιο. Τελετουργικός φόνος από μια συμμορία αρρωστημένων μανιακών. Αρχιφύλακα! Στείλε αμέσως σήμα για την Μπεθ Κάρινγκτον. Μάζεψε όσους βρεις εδώ και φέρτους στα Κεντρικά. Κουνήσου, άνθρωπέ μου!»
«Αν είχα μόνο καταλάβει εγκαίρως», ψιθύρισε ο Μάγκνους. Κόντευε να καταρρεύσει.
«Όχι, εγώ έπρεπε να σας πάρω από την αρχή στα σοβαρά», μούγκρισε ο Μπράντλεϊ. «'Ισως τις προλαβαίναμε. Οι άλλοι διαβόλοι θα το ' σκασαν από τη σκάλα υπηρεσίας όταν μας άκουσαν. Ομολογώ ότι τα 'κανα μούσκεμα».
«Ήταν βρικόλακας, βλέπετε», του είπε άτονα ο δρ. Μάγκνους, πασχίζοντας να εξηγήσει. «Ο βρικόλακας χάνει την ψυχή του όταν μπαίνει στη λεγεώνα των ζωντανών-νεκρών. Αλλά η ψυχή δεν πεθαίνει ποτέ' εξακολουθεί να ζει ακόμα κι όταν η προηγούμενή της μετενσάρκωση έχει γίνει ένας άψυχος δαίμονας. Η ψυχή της Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ συνέχισε να ζει μέχρι που βρήκε άσυλο στη Λιζέτ Σέιριγκ. Δεν καταλαβαίνετε; Η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ συνάντησε τη μετενσάρκωσή της και αυτό σήμαινε θάνατο και για τις δύο».
Ο επιθεωρητής Μπράντλεϊ δεν του έδινε σημασία. «Δρ. Μάγκνους, κάνατε ό,τι μπορούσατε. Κατεβείτε τώρα κάτω μαζί με τον αρχιφύλακα Χουάρτον και προσπαθήστε να ηρεμήσετε μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο».
«Μα πρέπει να καταλάβετε πως είχα δίκιο», ικέτεψε ο δρ. Μάγκνους. Η τρέλα χόρευε στα μάτια του. «Αν η ψυχή είναι αθάνατη και άπειρη, τότε ο χρόνος δεν έχει κανένα νόημα γι' αυτήν. Η Ελίζαμπεθ Μπέρεσφορντ στοίχειωνε τον εαυτό της».