Ντόμινο Ντόμινο

C. M. Kornbluth
Dominoes (1953)
Μετάφραση: Σούλα Πανούση

"ΛΕΦΤΑ!" ξεφώνισε η γυναίκα του. "Είναι αυτοκτονία αυτό που κάνεις, Γουίλ. Αποτραβήξουν από την αγορά και πάμε κάπου να ζήσουμε ανθρώπινα -"

Βρόντηξε πίσω του την πόρτα του διαμερίσματός χωρίς να δώσει συνέχεια στα λόγια της. Στάθηκε για λίγο διστακτικός στο διάδρομο, καθώς ένα σούβλισμα από το έλκος του διαπέρασε το κορμί του. Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και ο γκρούμ του είπε χαρούμενα: "Καλημέρα, κύριε Μπορν. Ωραίος καιρός σήμερα!"

"Πολύ χαίρομαι, Σαμ", απάντησε πικρόχολα ο Γ. Ι. Μπορν. "Μόλις έφαγα ένα καταπληκτικό πρωινό". Ο Σαμ, μη ξέροντας πως να το πάρει, συγκατάνευσε με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο.

"Πως πάει η αγορά, κύριε Μπορν;" ρώτησε την ώρα που το ασανσέρ σταματούσε στον πρώτο όροφο. "Ο ξάδερφός μου, ξέρετε, αυτός που εκπαιδεύεται για πιλότος, μου είπε να αποτραβηχτώ από τη Σεληνιακή Αναψυχή. Η Εφημερίδα όμως την αναφέρει στη στήλη των αυξήσεων".

Ο Γ. Ι. Μπορν γρύλισε. "Και να ήξερα δεν θα στο έλεγα. Δεν έχεις καμία δουλειά με την αγορά. Και μη νομίζεις πως μπορείς να παίζεις εκεί σαν να ρίχνεις ζάρια".

Σε όλη τη διαδρομή, μέσα στο ταξί που τον πήγαινε στο γραφείο βρισκόταν σε έξαψη. Ο Σαμ, ένα εκατομμύριο Σαμ, δεν είχαν καμία δουλειά με την αγορά. Παρ' όλα αυτά, όμως, ανακατευόντουσαν κι είχαν μάλιστα συμβάλει στη δημιουργία της Μεγάλης Υπερτίμησης του 1975, πάνω στην οποία στηριζόταν η Εταιρία Γ. Ι. Μποντ. Για πόσο ακόμα: Στη σκέψη αυτή ξανάνιωσε το σούβλισμα από το έλκος του.

Έφτασε στις 9.15. Το γραφείο ήταν κιόλας ανακατωμένο. Οι θορυβώδικοι ειδησεογραφικοί τηλέγραφοι του χρηματιστηρίου, οι χαρακωμένοι πίνακες τιμών κι οι εκφωνητές, ανακοίνωναν τα τελευταία ενδιαφέροντα νέα από τις αγορές του Λονδίνου, του Παρισιού, του Μιλάνου, της Βιέννης, Σύντομα θα ακουγόντουσαν και τα νεότερα από την Νέα Υόρκη, το Σικάγο, το Σαν Φραντζίσκο.

Ίσως αυτή να ήταν η μέρα. Η Νέα Υόρκη θα άνοιγε με σημαντική πτώση της Σεληνιακής Μετάλλευσης και Τήξης. Το Σικάγο, θα απαντούσε "νευρικά" με μια πιθανή πτώση στα εμπορεύματα και η Γιούτα Ουράνιο του Σαν Φραντζίσκο θα ακολουθούσε από "συμπάθεια". Στο άκουσμα των τρομαχτικών νέων από τις ΗΠΑ η Αγορά του Τόκιο θα πανικοβαλλόταν κι ο πανικός θα εξαπλωνόταν στην Ασία και, με την ανατολή του ήλιου, στην Βιέννη, στο Μιλάνο, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, για να ξεσπάσει σε λυσσασμένο κύμα στην ανοιχτή πόρτα της Νέας Υόρκης.

Ντόμινο, σκέφτηκε ο Γ. Ι. Μπορν. Μια σειρά από ντόμινα. Αν χτυπήσεις ελαφρά κάποιο από αυτά, θα τα δεις όλα να σωριάζονται κάτω. Ίσως αυτή να ήταν η μέρα.

Η δεσποινίς Ίλιγκ είχε κιόλας σημειώσει στο καρνέ του καμία ντουζίνα τηλεφωνήματα από τους προσωπικούς του σπουδαιότερους πελάτες. Τους αγνόησε. "Καλέστε μου στο τηλέφωνο το κύριο Λόρινγκ", είπε μη δίνοντας προσοχή στη χαμογελαστή καλημέρα της.

Το τηλέφωνο του Λόρινγκ χτυπούσε, χτυπούσε, χτυπούσε ενώ ο Γ. Ι Μπορν έβραζε από μέσα του. Ήξερε πως το εργαστήριο ήταν καλά απομονωμένο και πως ο Λόρινγκ βυθιζόταν στη δουλειά δεν άκουγε ούτε έβλεπε γύρω του. Πρέπει να του το αναγνωρίσει κανείς αυτό. Μπορεί να ήταν στριμμένος, θρασύς, να είχε σύμπλεγμα κατωτερότητας και να φαινόταν από ένα μίλι μακριά, όμως ήταν εργατικός με το παραπάνω!

Η αυθάδικη φωνή του Λόρινγκ ήχησε στο αυτί του: "Ποιος είναι;"

"Ο Μπορν", απάντησε κοφτά. "Πως πάει;"

Ακολούθησε βαθιά σιωπή κι ο Λόρινγκ απάντησε αδιάφορα: "Δούλεψα όλη νύχτα. Νομίζω πως τα κατάφερα".

"Τι εννοείς;"

Ξαναφώναξε πολύ εκνευρισμένος: "Είπα, νομίζω πως τα κατάφερα. Έστειλα έξω ένα ρολόι, μια γάτα και ένα κλουβί με άσπρα ποντίκια για δυο ώρες. Γύρισαν εντάξει".

"Εννοείς -" άρχισε βραχνά ο Γ.Ι. Μπορν κι έβρεξε τα χείλη του. "Πόσα χρόνια;" ρώτησε ήρεμα.

"Τα ποντίκια δεν μίλησαν, μα νομίζω χρειάστηκαν δυο ώρες για το 1977".

"Έρχομαι αμέσως", τον έκοψε ο Μπορν και κατέβασε το ακουστικό. Το προσωπικό του γραφείου τον κοίταξε αδιάφορα καθώς έβγαινε. Κι αν του έλεγε ψέματα; Όχι. Αποκλείεται. Έξι μήνες αφότου όρμησε στο γραφείο του Μπορν κρατώντας το σχέδιο για μια μηχανή που τρέχει στο χρόνο μπορεί να έφαγε λεφτά, ούτε μια φορά όμως δεν είπε ψέματα. Με ωμή ειλικρίνεια είχε παραδεχτεί τις αποτυχίες και τις αμφιβολίες του για το αν θα λειτουργούσε ποτέ το σύστημά του. Μα τώρα, ο Γ. Ι. Μπορν ικανοποιήθηκε με τη σκέψη αυτή, η υπόθεση κατάληξε να γίνει η πιο πετυχημένη επιχείρηση της καριέρας του. Έξι μήνες, και 250.000 δολάρια! Τώρα μια μόνο πρόβλεψη δύο χρόνων στην αγορά θα του απέφερε ένα δισεκατομμύριο! Τέσσερις χιλιάδες προς ένα, αναλογίσθηκε, τέσσερις χιλιάδες προς ένα! Δύο ώρες για να μάθει πότε η Μεγάλη Αγορά θα καταρρεύσει και μετά θα ήταν πάλι πίσω στο γραφείο του, οπλισμένος με τις πληροφορίες του, έτοιμος να αγοράσει στο αποκορύφωμά ης κρίσης και μετά να αποσυρθεί την κατάλληλη στιγμή, πλούσιος για πάντα.

Ανέβηκε παραπατώντας στο κρησφύγετο του Λόρινγκ.

Ο Λόρινγκ το παράκανε πάντα παίζοντας τον αδιάφορο και παριστάνοντας το σκληρό καρύδι. Ασουλούπωτος, κοκκινομάλλης κι αξύριστος, είπε στον Μπορν μορφάζοντας: "Τι σκέφτεσαι για το μέλλον σου, Γ. Ι.; Θα το κρατήσεις ή θα το αλλάξεις;"

Ο Γ. Ι. Μπορν άρχισε μηχανικά: "Αν ήξερα δε θα - ωχ, μη γίνεσαι ανόητος. Δείξε μου επιτέλους αυτό το διαβολεμένο μηχάνημα".

Ο Λόρινγκ του το έδειξε. Οι γεννήτριες έτριζαν όπως και πριν, ο ψηλός συσσωρευτής τύπου Βαν ντε Γκράαφ έμοιαζε πάλι σα να ξεπήδησε από έργο φρίκης τρίτης διαλογής. Οι τριάντα τετραγωνισμένες βάσεις των ενωμένων με συρματόσχοινα άδειων σωλήνων και αντιστάσεων αποτελούσαν άλλο ένα ακατανόητο σύμπλεγμα. Από την τελευταία του όμως επίσκεψη είχε προστεθεί ένας τηλεφωνικός θάλαμος δίχως τηλέφωνο. Ένας επιχαλκωμένος δίσκος, στη σκεπή του, συνδεόταν με το μηχάνημα με ένα χοντρό καλώδιο. Η βάση του ήταν ένα κομμάτι από γυαλισμένο καθρέφτη.

"Αυτό είναι", είπε ο Λόρινγκ. "Το βρήκα σε μια μάντρα με παλιοσιδερικά και το στερέωσα όπως έπρεπε. Θέλεις να παρακολουθήσεις ένα πείραμα πάνω στα ποντίκια;"

"Όχι", είπε ο Γ.Ι. Μπορν. "Θέλω να το δοκιμάσω μόνος μου. Γιατί νομίζεις πως σε πληρώνω;" Σταμάτησε για λίγο. "Εγγυάσαι για την ασφάλειά του;"

"Κοίτα, Γ.Ι." του είπε ο Λόρινγκ, "δεν εγγυώμαι για τίποτα. Νομίζω πως θα σε στείλει δυο χρόνια μπροστά στο μέλλον. Νομίζω πως αν είσαι μέσα σε αυτό στο τέλος των δυο ωρών, θα βρεθείς ξανά στο παρόν. Σου λέω όμως τούτο. Αν πραγματικά σε εκτοξεύσει στο μέλλον θα ήταν καλύτερα στο τέλος των δυο ωρών να βρίσκεσαι πάλι πίσω, στη θέση σου. Αλλιώς μπορεί να γυρίζεις στο ίδιο μέρος σαν περιπλανώμενος πεζός ή σαν περιστρεφόμενο αυτοκίνητο - μια βόμβα υδρογόνου θα βγει από το σύνδεσμό σου".

Το έλκος σούβλισε τον Γ. Ι. Μπορν. Ρώτησε με δυσκολία: "Υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να ξέρω;"

"Όχι", αποκρίθηκε ο Λόρινγκ μετά από λιγόλεπτη σκέψη. "Είσαι απλώς ένας επιβάτης επί πληρωμή".

"Τότε ξεκινάμε". Ο Γ. Ι. Μπορν βεβαιώθηκε πως είχε το σημειωματάριό του και το ευκολομεταχείριστο στυλό στην τσέπη του και μπήκε στον τηλεφωνικό θάλαμο.

Ο Λόρινγκ έκλεισε την πόρτα, μόρφασε, χαιρέτησε κι εξαφανίστηκε - κυριολεκτικά εξαφανίστηκε, την ώρα που ο Μπορν τον κοίταζε. Ο Μπορν ορθάνοιξε την πόρτα και φώναξε: "Λόρινγκ! Τι διάβολο -". Και τότε πρόσεξε πως ήταν αργά το απόγευμα κι όχι νωρίς το πρωί. Πως ο Λόρινγκ δεν βρισκόταν πουθενά μέσα στο κρησφύγετο. Πως οι γεννήτριες ήταν σιωπηλές κι οι σωλήνες σκοτεινοί και κρύοι. Πως υπήρχε ένα στρώμα από σκόνη και μια ελαφριά μυρωδιά μούχλας.

Όρμησε έξω από το μεγάλο δωμάτιο προς τη σκάλα. Ήταν ο ίδιος πάντα δρόμος. Δυο ώρες, σκέφτηκε, κι έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Έδειχνε 9.55 αλλά από τον ήλιο καταλάβαινες πως ήταν χωρίς αμφιβολία αργά το απόγευμα. Κάτι είχε συμβεί. Αντιστάθηκε στην επιθυμία να αρπάξει ένα περαστικό σχολιαρόπαιδο, να το ρωτήσει ποιο έτος ήταν. Κάτω στο δρόμο ήταν ένα κιόσκι με εφημερίδες κι ο Μπορν κατευθύνθηκε προς τα εκεί γρηγορότερα από όσο είχε κάνει για να διασχίσει το χρόνο. Αφησε ένα νόμισμα κι άρπαξε ένα "Ταχυδρόμο", με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1977. Τα είχε καταφέρει.

Με αγωνία γύρισε στην ασήμαντη οικονομική στήλη του "Ταχυδρόμου". Η Σεληνιακή Μετάλλευση και Τήξη είχε ανοίξει με 27. Η Ουράνιο με 19. Η Ενωμένη Εταιρία με 24. Καταστροφικά μηνύματα! Το κραχ είχε πραγματοποιηθεί.

Ξανακοίταξε πανικόβλητος το ρολόι του. Ήταν 9.59. Πριν από λίγο έδειχνε 9.55. Έπρεπε να βρίσκεται πίσω στο τηλεφωνικό θάλαμο στις 11.55, αλλιώς - ρίγησε. Μια βόμβα υδρογόνου θα εκτοξευόταν από το σύνδεσμό του.

Τώρα όμως έπρεπε να διαλευκάνει την καταστροφή. "Ταξί", φώναξε κουνώντας στον αέρα την εφημερίδα του. Ο ταξιτζής πήρε μαλακά τη στροφή. "Στη Δημόσια Βιβλιοθήκη", γρύλισε ο Γ.Ι. Μπορν και ξάπλωσε πίσω στο κάθισμα για να διαβάσει τον "Ταχυδρόμο".

Η επικεφαλίδα έγραφε: ΤΑΡΑΧΗ ΞΕΣΠΑΣΕ ΚΙ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΘΛΙΒΕΡΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ ΣΕ 25.000. Φυσικά, φυσικά. Ξεροκατάπιε μόλις είδε ποιος είχε κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του 1976. Θεέ μου, τι είχε να κερδίσει αν γύρναγε πίσω στο 1975 και στοιχημάτιζε για την ανακήρυξη του προέδρου. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΥΜΑ ΒΙΑΣ, ΛΕΕΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ. Τα πράγματα, δε τελευταία ανάλυση δεν είχαν αλλάξει και πολύ. ΞΑΝΘΟ ΜΑΝΕΚΕΝ ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΗΜΕΝΟ ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΚΑΦΗ. ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΕΡΑΣΤΗΣ. Το διάβασε μέχρι τέλος, παρασυρμένος από τη δίστηλη φωτογραφία του ξανθού μανεκέν, που δούλευε για λογαριασμό μιας εταιρίας καλτσών. Τότε παρατήρησε πως το αμάξι δεν προχωρούσε. Είχε φρακάρει σε ένα μεγάλο κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα. Η ώρα ήταν 10.05.

"Σωφέρ", είπε.

Ο άντρας γύρισε πίσω φοβισμένος. Το ναύλο ήταν ναύλο, υπήρχε άλλωστε και η οικονομική κρίση. "Εντάξει, κύριε. Ξεμπερδεύουμε σε ένα λεπτό. Μετατρέπουν την πορεία των αμαξιών κι αυτό φρακάρει την κυκλοφορία στη λεωφόρο για κάμποση ώρα, αυτό είναι όλο. Ξεκινάμε σε ένα λεπτό".

Σε ένα λεπτό συνέχισαν το δρόμο τους, αλλά μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Το ταξί προχωρούσε σημειωτόν και ο Γ.Ι. Μπορν στριφογύριζε νευρικά στα χέρια του την εφημερίδα. Στις 10.13 πέταξε ένα χαρτονόμισμα στον οδηγό και πήδηξε έξω από το αυτοκίνητο.

Με τη ψυχή στο στόμα έφτασε στη βιβλιοθήκη στις 10.46, σύμφωνα με το ρολόι του. Την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος συνέχιζε την εργασία του, τα κεντρικά γραφεία της πόλης σχολούσαν. Έπεσε πάνω σε ένα χείμαρρο από κορίτσια με εκπληκτικά κοντές φούστες και πολύ μεγάλα καπέλα.

Χάθηκε μέσα στη μαρμάρινη απεραντοσύνη της βιβλιοθήκης και στον ίδιο του τον πανικό. Όταν βρήκε την αίθουσα με τις εφημερίδες, το ρολόι του έδειχνε 11.03. Ο Γ. Ι. Μπορν είπε λαχανιασμένος στο κορίτσι που καθόταν πίσω από το γραφείο: "Θέλω τη σειρά της Εφημερίδας Συναλλαγματικού Κεφαλαίου του 1975, 1976 και 1977".

"Έχουμε τα μικροφίλμ του 1975 και του 1976, κύριε, και άδετα αντίγραφα αυτής της χρονιάς".

"Για πέστε μου", της απάντησε, "ποια είναι η χρονιά της μεγάλης καταστροφής; Αυτό ενδιαφέρομαι να δω".

"Είναι το 1975, κύριε. Θέλετε να σας το φέρω;"

"Σταθείτε", της είπε. "Μήπως θυμάστε το μήνα;"

"Νομίζω πως ήταν Μάρτης ή Αύγουστος ή κάτι σχετικό, κύριε".

"Φέρτε μου το όλη τη σειρά, παρακαλώ", είπε. Χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Η χρονιά του - πραγματικά η χρονιά του. Θα είχε ένα μήνα; Μια βδομάδα; Ή -"

"Υπογράψτε αυτή την κάρτα, κύριε", επανέλαβε υπομονετικά η κοπέλα. "Υπάρχει μια αναγνωστική μηχανή, πηγαίνετε να καθίσετε εκεί και θα σας φέρω την ταινία".

Κακόγραψε το όνομά του και πήγε προς το μηχάνημα, το μόνο ελεύθερο που υπήρχε σε μια σειρά από δώδεκα. Το ρολόι του έδειχνε 11.05. Είχε στα διάθεσή του πενήντα λεπτά.

Η κοπέλα χασομερούσε με τις καρτέλες στο γραφείο της και φλυαρούσε με ένα καλοφτιαγμένο υπάλληλο, που κρατούσε ένα σωρό βιβλία, ενώ ο ιδρώτας άρχισε να κυλάει από τα βλέφαρα του Μπορν. Τελικά εξαφανίστηκε πίσω από το γραφείο της μέσα στις στοίβες από τα βιβλία.

Ο Μπορν περίμενε... περίμενε... περίμενε... Έντεκα και δέκα. Έντεκα και τέταρτο. Έντεκα και είκοσι.

Η βόμβα υδρογόνου θα ελευθερωνόταν από το σύνδεσμό του.

Το έλκος του έδωσε μια σουβλιά, καθώς η κοπέλα ξαναφάνηκε, κρατώντας με χάρη μια ταινία των 35 χιλιοστών ανάμεσα στον αντίχειρά και το δείχτη, χαμογελώντας γλυκά στον Μπορν. "Το βρήκα", είπε και έβαλε την ταινία στην μηχανή ανοίγοντας το διακόπτη. Δεν έπαιρνε μπροστά.

"Καταραμένο", φώναξε η κοπέλα. "Το φως δεν λειτουργεί. Το είπα στον ηλεκτρολόγο".

Ο Μπορν αισθανόταν την επιθυμία να ξεφωνίσει και μετά να της εξηγήσει γιατί, πράγμα βέβαια που θα ήταν πολύ ανόητο.

"Υπάρχει ένα μηχάνημα ελεύθερο", του είπε δείχνοντας προς την κάτω σειρά. Τα γόνατα του Γ.Ι. Μπορν έτρεμαν καθώς προχωρούσε προς τη μεριά της αναγνωστικής μηχανής. Κοίταξε το ρολόι του - 11.27. Είκοσι οχτώ λεπτά ακόμα. Η γυάλινη βάση της οθόνης φωτίστηκε με μια σκιά από το γνωστό σχήμα του βιβλίου. 1η Ιανουαρίου, 1975. "Να γυρίζετε μόνο το διακόπτη", του είπε και του έδειξε τι να κάνει. Οι σκιές διαδέχονταν η μια την άλλη πάνω στην οθόνη με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η κοπέλα επέστρεψε στο γραφείο της.

Ο Μπορν γύρισε το φιλμ στον Απρίλη του 1975, το μήνα που είχε αφήσει εδώ και 91 λεπτά, και μάλιστα στην ίδια τη μέρα που είχε φύγει, 16 Απριλίου. Η σκιά στη γυάλινη βάση ήταν το ίδιο το χαρτί που είχε διαβάσει το πρωί. Τα ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ανεβαίνουν ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΒΙΕΝΗ. Τρέμοντας γύρισε το κουμπί να πάρει μια εικόνα του μέλλοντος. Εφημερίδα Συναλλαγματικού Kεφαλαίου της 17 Απρίλη 1975.

Το άρθρο των τριών ιντσών έλεγε: ΟΙ ΜΕΤΟΧΕΣ ΠΕΦΤΟΥΝ. ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΡΙΣΗ. ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΛΕΙΝΟΥΝ. ΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ΜΑΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΣΙΤΩΝ!

Ξαφνικά ηρέμησε, καθώς ήξερε το μέλλον ένιωθε ασφαλής από τα απρόβλεπτα. Σηκώθηκε από το αναγνωστήριο και προχώρησε σταθερά προς τους μαρμάρινους διαδρόμους. Όλα τώρα ήταν εντάξει. Είκοσι έξι λεπτά ήταν αρκετός χρόνος για να γυρίσει πίσω στη μηχανή. Θα είχε προτεραιότητα πολλών ωρών στην αγορά, τα μετρητά του θα ήταν ασφαλισμένα σε ακίνητα από την καταστροφή.

Βρήκε ένα ταξί με μεγάλη ευκολία και κατευθύνθηκε στο σπίτι του Λόρινγκ χωρίς να συναντήσει κανένα εμπόδιο. Στις 11.50 σύμφωνα με το ρολόι του έκλεινε την πόρτα του τηλεφωνικού θαλάμου στο σκονισμένο εργαστήριο.

Στις 11.54 παρατήρησε μιαν απότομη αλλαγή στο φως του ήλιου που διαπερνούσε τα θολά από την ακαθαρσία παράθυρα και βγήκε ήρεμα έξω. Ήταν 16 Απρίλη 1975, πάλι. Ο Λόρινγκ κοιμόταν και ροχάλιζε δίπλα σε μια γκαζιέρα όπου σιγόβραζε ο καφές. Ο Γ. Ι. Μπορν έσβησε το γκάζι, και κατέβηκε κάτω αθόρυβα. Ο Λόρινγκ ήταν ένας εκβιαστής, αυθάδης, άστατος νεαρός, αλλά η ευφυία του είχε δώσει τη δυνατότητα στον Γ.Ι. Μπορν να εκμεταλλευθεί την περιουσία του ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε.

Φτάνοντας πάλι πίσω στο γραφείο του κάλεσε το χρηματομεσίτη του και του είπε με σταθερότητα: "Κρόνιν, άκουσέ με προσεκτικά. Θέλω να πουλήσεις αμέσως στην αγορά κάθε μετοχή και τις ομολογίες που έχω στον προσωπικό μου λογαριασμό και να ζητήσεις πιστοποιημένα τσεκ πληρωμής".

Ο Κρόνιν αμέσως φώναξε: "Αφεντικό, μήπως τρελάθηκες;"

"Όχι. Μη χάνεις λεπτό και να βρίσκεσαι σε επαφή μαζί μου συνέχεια. Βάλε τους υπαλλήλους σου να δουλέψουν. Ασε κάθε άλλη δουλειά".

Ο Μπορν παράγγειλε να του φέρουν λίγο φαγητό κι αρνήθηκε να δει οποιονδήποτε ή να δεχτεί τηλεφωνήματα, εκτός από το χρηματομεσίτη. Ο Κρόνιν συνέχιζε να έρχεται σε επαφή μαζί του και βεβαίωνε πως η υπόθεση πήγαινε καλά, πως ο κύριος Μπορν θα έπρεπε να έχει τρελαθεί, πως η ανήκουστη αξίωσή για πιστοποιημένο τσεκ είχε προκαλέσει ανησυχίες και, τελικά, με το κλείσιμο της αγοράς, πως οι επιθυμίες του κυρίου Μπορν είχαν πάει όλες κατ' ευχήν. Ο Μπορν ζήτησε να του φέρει αμέσως τα τσεκ.

Έφτασαν σε μία ώρα. Είχαν τραβηχτεί από μια ντουζίνα τράπεζες της Ν. Υόρκης. Ο Γ. Ι. Μπορν κάλεσε καμιά δωδεκαριά από τους αρχαιότερους χρηματιστές και τους μοίρασε τα τσεκ, μια τράπεζα για τον καθένα. Τους έδωσε οδηγίες να αποσύρουν τα μετρητά, να νοικιάσουν θυρίδες με κατάλληλο μέγεθος, στις τράπεζες εκείνες που δεν είχε ήδη, και να καταθέσουν εκεί τα μετρητά.

Κατόπιν τηλεφώνησε στις τράπεζες για να επιβεβαιώσει την τελική διευθέτηση. Είχε σχέσεις στενές με έναν τουλάχιστον αντιπρόεδρο σε κάθε τράπεζα, πράγμα που τον διευκόλυνε σημαντικά.

Ο Γ. Ι. Μπορν έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του αναπαυτικά. Ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Ασε την καταιγίδα να ξεσπάσει. Για πρώτη φορά τη μέρα εκείνη άνοιξε τον πίνακα ανακοινώσεως αποτελεσμάτων. Το κλείσιμο της Ν. Υόρκης έχει τελειώσει άσχημα. Το Σικάγο ήταν σε χειρότερη κατάσταση. Το Σαν Φραντζίσκο κλονιζόταν - την ώρα που παρακολουθούσε τα φωτεινά ψηφία στον σύνθετο πίνακα τιμών του Σαν Φραντζίσκο άρχισαν να παρουσιάζουν πτώση. Μέσα σε πέντε λεπτά είχε γίνει μια κατακόρυφη βουτιά στο βυθό. Το κουδούνι του κλεισίματος την σταμάτησε ένα χιλιοστό πριν την καταστροφή.

Ο Γ. Ι. Μπορν βγήκε για φαγητό, αφού τηλεφώνησε πρώτα στη γυναίκα του πως δε θα γύριζε σπίτι. Επέστρεψε στο γραφείο του και παρακολούθησε τον πίνακα σε ένα από τα εξωτερικά δωμάτια, που όλη τη νύχτα είχαν να κάνουν με το Χρηματιστήριο του Τόκυο. Έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό του καθώς οι αριθμοί έδειχναν τον πανικό και την καταστροφή. Τα ντόμινα έπεφταν, έπεφταν, έπεφταν συνέχεια.

Πήγε και πέρασε τη νύχτα στο κλαμπ του και σηκώθηκε πρωί για να πάρει το πρωινό του σε μια σχεδόν έρημη αίθουσα. Ο ειδησεογραφικός τηλέγραφος του χρηματιστηρίου, στον προθάλαμο, γρύλισε ένα καλημέρισμα καθώς ο Μπορν έβαζε τα γάντια του για να βγει έξω, στο κρύο απριλιάτικο πρωινό. Σταμάτησε να δει. Ο τηλέγραφος άρχισε ξερά να δίνει μια περιγραφή της καταστροφής στα μεγάλα χρηματιστήρια της Ευρώπης. Ο κύριος Μπορν κατευθύνθηκε στο γραφείο του. Ένα σωρό χρηματομεσίτες έφταναν νωρίς - νωρίς, κατά ομάδες, σιγομουρμουρίζοντας μεταξύ τους μέσα στον προθάλαμο και στο ασανσέρ.

"Τι λες για αυτό, Μπορν;" τον ρώτησε κάποιος.

"Ότι πάει ψηλά κάποτε πρέπει να πέσει" απάντησε. "Εγώ βρίσκομαι έξω από αυτά, ασφαλισμένος".

"Έτσι έμαθα", του πέταξε ο άλλος με ένα βλέμμα που στον Μπορν φάνηκε φθονερό.

Η Βιέννη, το Μιλάνο, το Παρίσι και το Λονδίνο εξέφραζαν τη λύπη τους για την κατάσταση στους πίνακες μέσα στις αίθουσες των πελατών. Υπήρχαν κιόλας κάμποσοι πελάτες, που γύριζαν γύρω-γύρω και το νυχτερινό προσωπικό ήταν απασχολημένο να παίρνει οδηγίες από το τηλέφωνο σχετικά με το άνοιγμα της αγοράς. Όλοι ήθελαν να πουλήσουν.

Ο Γ. Ι. Μπορν χαμογέλασε μορφάζοντας σε έναν από τους νυχτερινούς υπαλλήλους κι είπε ένα από τα σπάνια αστεία του: "Θέλεις, Ουίλαρντ, να αγοράσεις ένα χρηματομεσιτικό γραφείο;"

Ο Ουίλαρντ έριξε μια ματιά στον πίνακα κι απάντησε: "Όχι ευχαριστώ, κύριε Μπορν. Πάντως ήταν ευγενικό από μέρους σας που με θυμηθήκατε".

Το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού ήρθε νωρίς, το αίσθημα της κρίσης πλανιόταν στον αέρα. Ο Μπορν έδωσε εντολή στο προσωπικό του να κάνει ότι μπορεί, πρώτα βέβαια για τους προσωπικούς του πελάτες, κι αποσύρθηκε στο γραφείο του.

Το κουδούνισμα του ανοίγματος ήταν το σινιάλο για το ξέσπασμα της θύελλας. Ποτέ δεν είχε τύχει στους τηλέγραφους του χρηματιστηρίου η ευκαιρία να έχουν να κάνουν με μια καταστροφή, που χωρίς αμφιβολία ήταν η μεγαλύτερη κι η πιο απότομη που έγινε ποτέ στην ιστορία. Ο Μπορν ευχαριστιόταν με το γεγονός πως η ετοιμότητα των υπαλλήλων του είχε κάπως συγκρατήσει τις ζημιές των προσωπικών του πελατών. Ένας πολύ σπουδαίος τραπεζίτης τηλεφώνησε στη μέση του πρωινού για να προτείνει στον Μπορν ένα κερδοσκοπικό συνεταιρισμό ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων που θα έδινε στην αγορά υποστήριξη και απόδειξη εμπιστοσύνης. Ο Μπορν αρνήθηκε, γνωρίζοντας καλά πως καμιά απόδειξη εμπιστοσύνης δε θα εμπόδιζε τη Σεληνιακή Μετάλλευση και Τήξη να ανοίξει στην τιμή των 27, στις 11 Σεπτέμβρη 1977. Ο τραπεζίτης διέκοψε απότομα τη συνομιλία.

Η δεσποινίς Ίλινγκ ρώτησε: "Θέλετε να δείτε τον κύριο Λόρινγκ; Είναι εδώ".

"Στείλε τον μέσα".

Ο Λόρινγκ είχε μια νεκρική χλομάδα και στριφογύριζε μέσα στην παλάμη του ένα αντίτυπο της Εφημερίδας. "Χρειάζομαι μερικά χρήματα", είπε.

Ο Γ. Ι. Μπορν κούνησε το κεφάλι του. "Βλέπεις τι γίνεται", του είπε. "Τα λεφτά είναι δύσκολα. Χάρηκα για τη συνεργασία μας, Λόρινγκ, μα νομίζω πως καιρός είναι να σταματήσει. Κέρδισες καθαρά ένα τέταρτο του εκατομμυρίου δολάρια, δεν έχω καμία απαίτηση πάνω στην εφεύρεσή σου -"

"Τελείωσε", είπε βραχνά ο Λόρινγκ. "Δεν πλήρωσα για τον εξοπλισμό - ούτε δέκα σέντς μέχρι τη στιγμή αυτή. Έπαιζα στο χρηματιστήριο. Αυτό το πρωί έχασα εκατόν πενήντα χιλιάδες. Θα ξεσηκώσουν το υλικό μου, θα λύσουν τη μηχανή και θα τα εξαφανίσουν. Πρέπει να βρω μερικά λεφτά".

"Όχι!" γαύγισε ο Μπορν. "Ασφαλώς όχι!"

"Θα έρθουν με ένα φορτηγό για να πάρουν τις γεννήτριες, σήμερα το απόγευμα. Τους σταμάτησα. Οι μετοχές μου ανέβαιναν συνέχεια. Τώρα όμως - αυτό που ήθελα ήταν ένα απόθεμα αρκετό για να συνεχίσω να εργάζομαι. Πρέπει να βρω χρήματα".

"Όχι", του είπε ο Μπορν. "Στο κάτω-κάτω δεν είναι δικό μου το λάθος".

Το άσχημο πρόσωπο του Λόρινγκ τον πλησίασε ακόμα περισσότερο. "Δεν είναι;" ούρλιαξε ξεδιπλώνοντας το χαρτί πάνω στο γραφείο.

Ο Μπορν διάβασε την επικεφαλίδα - μια φορά ακόμα - της Εφημερίδας Συναλλαγματικού Κεφαλαίου της 17 Απρίλη 1975: ΟΙ ΜΕΤΟΧΕΣ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΕ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΡΙΣΗ: ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΛΕΙΝΟΥΝ, ΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ΜΑΙΝΟΝΤΑΙ! Τούτη τη φορά όμως δε βιαζόταν τόσο ώστε να μην συνεχίσει το διάβασμα: "Μια παγκοσμίας έκτασης πτώση των μετοχών, που άρχισε χθες λίγο πριν το κλείσιμο του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, σάρωσε δισεκατομμύρια. Ακόμα δεν φαίνεται να τερματίζεται το καταστροφικό κύμα των πωλήσεων. Έμπειροι παρατηρητές της Ν. Υόρκης συμφώνησαν πως η ανάληψη των μετοχών από την αγορά της Ν. Υόρκης, που έγινε χθες από τον Γ. Ι. Μπορν της "Εταιρίας Γ. Ι. Μπορν" προκάλεσε έκρηξη της υποτίμησης που πρέπει τώρα να περάσει στο παρελθόν σαν κακιά ανάμνηση. Οι Τράπεζες κλονίστηκαν από -"

"Δεν είναι;" ούρλιαξε ο Λόρινγκ. "Δεν είναι;" Τα μάτια του είχαν μια λάμψη τρέλας καθώς αγκάλιαζε με τα δάχτυλά του τον αδύνατο λαιμό του Μπορν.

Ντόμινο, σκέφτηκε αόριστα ο Γ. Ι. Μπορν, μέσα στον πόνο του και κατάφερε να πατήσει ένα κουμπί στο γραφείο του. Η δεσποινίς Ίλινγκ μπήκε μέσα και ξεφώνισε, ξαναβγήκε κι ήρθε πάλι με δυο μεγαλόσωμους πελάτες. Ήταν όμως αργά.