![]() |
Zenna Henderson
Gilead, 1954
Δεν ξέρω πότε ακριβώς ανακάλυψα ότι η οικογένειά μας ήταν διαφορετική από άλλες οικογένειες. Τίποτα δεν το μαρτυρούσε. Ζούσαμε σε ένα σπίτι που έμοιαζε πολύ με όλα τα άλλα σπίτια στο Σοκόρο. Το λιβάδι μας κατηφόριζε ακριβώς όπως και τα υπόλοιπα μέσα από τους θάμνους και δέντρα μέχρι το Ρίο Γκόρντο που έκανε το γύρο του χωριού. Και καμιά φορά η γελάδα μας μούγκριζε το ίδιο δυνατά στον ταύρο των Τζέικομπς από την άλλη μεριά του ποταμού, όσο κι όλες οι γελάδες σε όλα τα άλλα λιβάδια. Και πέρναγα εγώ τις μέρες μου τεμπελιάζοντας όπως τα άλλα αγόρια στο Σοκόρο, ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από τα δέντρα, μασουλώντας ένα χορταράκι, ενώ κάπου με περίμενε δουλειά. Ποτέ δεν σκέφτηκα να αναρωτηθώ αν είμαστε διαφορετικοί.
Υποθέτω ότι το κατάλαβα για πρώτη φορά όταν πήγα σχολείο κι ερωτεύθηκα - το κορίτσι με τα πιο μακριά κοτσιδάκια και τα πιο αραιά μπροστινά δόντια από όλα τα κορίτσια στην τάξη. Ήμουνα έξι χρονών και νομίζω ότι με πέρναγε ένα χρόνο.
Το κορίτσι μου και εγώ είχαμε απομακρυνθεί πίσω από την αποθήκη του σχολείου, κάτω από τα δέντρα, για να φάμε μαζί το μεσημεριανό μας, αγνοώντας τις ψαλμωδίες "Ο Πήτερ έχει κορί-ι-τσι! Ο Πήτερ έχει κορί-ι-τσι!" και τις χειρονομίες που με κορόϊδευαν γιατί έδειχνα την αγάπη μου. Φάγαμε τα σάντουιτς και τις πίκλες μας κι έπειτα ξαπλώσαμε στο χορτάρι ακουμπώντας τα κεφάλια μας στα σταυρωμένα μπράτσα μας, και χαζεύαμε τον καθάριο ουρανό ενώ προσπαθούσαμε να εμποδίσουμε τα ψίχουλα από τα κέικ να πέσουν στα αυτιά μας.
Ήμουνα τόσο γεμάτος φαγητό, ικανοποίηση και έρωτα που ένιωσα ξαφνικά ότι έπρεπε να κάνω κάτι θεαματικό για την κοπέλα των ονείρων μου. Ανακάθισα, ηλεκτρισμένος από μια σπουδαία έμπνευση και από τη γνώση ότι μπορούσα να την εκτελέσω.
"Έι! Ήξερες ότι πετάω;" Σηκώθηκα όρθιος, αφήνοντας την αγάπη μου να κάθεται στο χορτάρι με το στόμα ανοιχτό.
"Δεν μπορείς να πετάξεις! Μη λες σαχλαμάρες!"
"Και βέβαια μπορώ να πετάξω!"
"Όχι! Δεν μπορείς!"
"Μπορώ! Κοίτα!" και σηκώνοντας τα χέρια μου πέταξα στη στέγη της αποθήκης. Έσκυψα στην άκρη και είπα, "Ορίστε, βλέπεις; Μπορώ ή δεν μπορώ;"
"Θα σε μαρτυρήσω στη δασκάλα!" ψέλλισε, κοιτάζοντάς με με γουρλωμένα μάτια. "δεν επιτρέπεται να σκαρφαλώνουμε στην αποθήκη".
"Τρίχες", είπα, "δε σκαρφάλωσα. Έλα, πέταξε και εσύ. Έλα θα σε βοηθήσω".
Και προσγειώθηκα πάλι στο χώμα. Πήρα την αγάπη μου στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να τη σηκώσω. Τσίριξε και τραβήχτηκε μακριά μου κι άρχισε να τρέχει ουρλιάζοντας προς το σχολείο. Κάπως ξαφνιασμένος από την εγκατάλειψή της, μάζεψα ότι είχε μείνει από το κέικ μου και το δικό της κι ήμουνα άνετα κουρνιασμένος σε μια γωνιά της στέγης, απολαμβάνοντας τα τελευταία ψίχουλα, όταν κατέφθασε η δασκάλα με το μισό σχολείο ξωπίσω της.
"Πήτερ Μέριλ! Πόσες φορές έχουμε πει να μην σκαρφαλώνετε σε μάντρες και σε δέντρα στο σχολείο;"
Κοιτάζοντάς την από ψηλά παρατήρησα με ενδιαφέρον ότι τα μπουκλάκια που κολλούσε με σάλιο στα μάγουλά της είχαν ξεκολλήσει από τη βιασύνη της και την ταραχή της και το ένα είχε πεταχτεί προς τα έξω, κάνοντας μια παράξενη αντίθεση με τον υπόλοιπο μαζεμένο κότσο της.
"Κρατήσου καλά μέχρι να φέρει τη σκάλα ο Στάνλυ!"
"Μπορώ να κατέβω μόνος μου", είπα και ανασηκώθηκα. "Είναι εύκολο".
"Πήτερ!" τσίριξε η δασκάλα. "Μείνε εκεί που είσαι!"
Έμεινα λοιπόν εκεί που ήμουνα, ξαφνιασμένος με όλη αυτή τη φασαρία. Όταν πια με κατέβασαν και η δασκάλα με πήγε σέρνοντας στην τάξη, έκλαιγα με όλη μου τη δύναμη θυμωμένος και προσβλημένος γιατί κανένας δεν εννοούσε να με πιστέψει, κι ακόμα και το κορίτσι μου αρνιόταν πεισματικά αυτό που είχε δει με τα ίδια της τα μάτια. Η δασκάλα, εκνευρισμένη με την επιμονή μου, μου έλεγε ξανά και ξανά, "Μην είσαι ανόητος, Πήτερ. Δεν μπορείς να πετάξεις. Κανένας δεν μπορεί να πετάξει. Που είναι τα φτερά σου;"
"Δεν χρειάζομαι φτερά", μούγκρισα κλαίγοντας. "Οι άνθρωποι δε χρειάζονται φτερά. Δεν είμαι πουλί!"
"Τότε δεν μπορείς να πετάξεις. Μόνο όποιος έχει φτερά μπορεί να πετάξει".
Έτσι πέρασα την υπόλοιπη ώρα του φαγητού κλαίγοντας και κλωτσώντας τα σκαλιά του σχολείου κι έπειτα άρχισα να ανησυχώ μήπως η δασκάλα με μαρτυρούσε στον Μπαμπά. Στο κάτω - κάτω ήμουνα σε απαγορευμένο έδαφος, άσχετα πως είχα φτάσει εκεί.
Όπως αποδείχτηκε δεν το είπε στον Μπαμπά, αλλά εκείνο το βράδυ, αφού με είχαν βάλει να κοιμηθώ, ένιωσα ξαφνικά μέσα μου μια βαθιά απογοήτευση. Ίσως δεν μπορούσα να πετάξω. Ίσως η δασκάλα να είχε δίκιο. Σηκώθηκα αθόρυβα από το κρεβάτι και πέταξα προσεκτικά μέχρι την κορυφή της ντουλάπας μου κι έπειτα γύρισα πίσω. Ύστερα τράβηξα τα σκεπάσματα σφιχτά κάτω από το σαγόνι μου και ψιθύρισα, "Μπορώ να πετάξω", κι αναστέναξα βαριά. Ήταν φαίνεται άλλο ένα από τα διασκεδαστικά πράγματα που δεν επέτρεπαν οι μεγάλοι, όπως να φάμε κέικ για πρωινό, ή να οδηγήσουμε το τρακτέρ, ή να δανειστούμε την αγελάδα για να παίξουμε καουμπόυδες και ινδιάνους.
Κι έτσι έληξε το επεισόδιο, μόνο που όταν η δασκάλα συνάντησε τη Μητέρα κι εμένα στο μπακάλικο εκείνο το Σάββατο, ανακάτεψε τα μαλλιά μου και είπε, "Τι κάνει το πουλάκι μου;" Έπειτα γέλασε και είπε στη Μητέρα, "Νομίζει ότι μπορεί να πετάξει!"
Είδα τα δάχτυλα της Μητέρας να σφίγγουν την τσάντα της τόσο πολύ που γίνανε κάτασπρα και με κοίταξε και δεν γελούσε πια. Αισθάνθηκα να με πλημμυρίζει η έκπληξη ανακατεμένη με ένα φόβο κι ένα τρόμο που με έκαναν να θέλω να κλάψω, ακόμα κι αν ήξερα ότι ένιωθα τα συναισθήματά της Μητέρας κι όχι τα δικά μου.
Τις περισσότερες φορές τα μάτια της Μητέρας ήταν γελαστά. Ήταν η πιο γελαστή Μητέρα στο Σοκόρο. Κουβαλούσε την ευτυχία μέσα της σαν ένα μπουκέτο λουλούδια και τη μοίραζε σε όποιον συναντούσε. Οι περισσότερες από τις άλλες μητέρες δε φαίνονταν να έχουν αρκετή ευτυχία ούτε για να μοιράσουν στα ίδια τους τα παιδιά. Κι όμως υπήρχαν άλλες φορές, όπως τότε στο μπακάλικο, όταν το γέλιο εξαφανιζόταν και φαινόταν ο φόβος - και μια επιφύλαξη. Κι άλλοτε μου θύμιζε φυλακισμένο πουλί να σπρώχνει τα σύρματα του κλουβιού του, όπως μια νύχτα που θυμάμαι πολύ καλά.
Η Μητέρα στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, φορώντας το μακρύ φανελένιο νυχτικό της, και τα μακριά σκούρα μαλλιά της ανέμιζαν ελαφρά στον αέρα που τράνταζε τα παντζούρια. Είχε καταιγίδα στο Χουατσούκας κι ο βοριάς έφτανε μέχρι τα μέρη μας. Με είχε ξυπνήσει το βουητό κι είχα κουλουριαστεί στον καναπέ κι αναρωτιόμουνα αν ένιωθα φόβο ή περιέργεια καθώς το σπίτι τρανταζόταν από τα ασταμάτητα μπουμπουνητά. Ο Μπαμπάς καθόταν με μια εφημερίδα στα γόνατά του.
Η Μητέρα μίλησε απαλά, αλλά η φωνή της ακούστηκε καθαρά μέσα στο θόρυβο.
"Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πως θα ήταν να βρίσκεσαι εκεί πάνω, στη μέση της καταιγίδας, με σύννεφα κάτω από τα πόδια και πίσω από το κεφάλι σου και τις αστραπές να πέφτουν γύρω σου σαν καυτά χρυσαφιά ποτάμια;"
Ο Μπαμπάς γύρισε σελίδα. "Δε μου φαίνεται και πολύ ευχάριστο", είπε.
Αλλά εγώ, κουλουριασμένος στη γωνιά μου, αγκάλιασα ξαφνιασμένος τα λόγια. Ήξερα! Θυμόμουνα! "Και η βροχή σαν παγωμένες ασημένιες κλωστές να μαστιγώνει το ανασηκωμένο πρόσωπό σου", απάγγειλα σα να ήταν το αγαπημένο μου μάθημα.
Η Μητέρα γύρισε απότομα από το παράθυρο και με κοίταξε. Τα μάτια του Μπαμπά ήταν στηλωμένα πάνω μου, σκοτεινά κι ανήσυχα.
"Πως το ξέρεις;" με ρώτησε.
Κατέβασα ταραγμένος το κεφάλι. "Δεν ξέρω", μουρμούρισα.
Η Μητέρα έσφιξε τα χέρια της δυνατά και χαμήλωσε το κεφάλι, και τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά, κρύβοντας το σκοτεινό πρόσωπό της. "Το ξέρει γιατί το ξέρω κι εγώ. Το ξέρω γιατί το ήξερε και η μητέρα μου. Κι εκείνη το ήξερε γιατί κάποτε ο Λαός μας -" Η φωνή της έσπασε. "Αυτά ήταν τα λόγια της -"
Σταμάτησε και ξαναγύρισε στο παράθυρο, ακουμπώντας τα χέρια της στο πλαίσιο, πιέζοντας το πρόσωπό της στο τζάμι, σαν παιδί που κλαίει.
"Ω, Μπρους, με συγχωρείς!"
Κοίταζα, με μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη, πασχίζοντας να σταματήσω τα δάκριά μου καθώς πάλευα ενάντια στην απελπισία και τη λύπη της Μητέρας.
Ο Μπαμπάς πλησίασε τη Μητέρα και την ανάγκασε να γυρίσει και την αγκάλιασε τρυφερά. Με κοίταξε πάνω από το κεφάλι της. "Καλύτερα να γυρίσεις στο κρεβάτι σου, Πήτερ. Το χειρότερο πέρασε".
Απομακρύνθηκα απρόθυμα και το μυαλό μου ήταν γεμάτο έκπληξη. Ακριβώς πριν κλείσω την πόρτα, σταμάτησα κι αφουγκράστηκα.
"Ποτέ δεν του είπα λέξη, σ' ορκίζομαι". Η φωνή της Μητέρας έτρεμε. "Ω, Μπρους, προσπαθώ τόσο πολύ, αλλά μερικές φορές - ω, μερικές φορές!"
"Το ξέρω, Εύα. Και τα καταφέρνεις θαυμάσια. Ξέρω ότι είναι δύσκολο για σένα, αλλά το έχουμε συζητήσει τόσες φορές. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, αγάπη μου".
"Ναι", είπε η Μητέρα. "Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, αλλά - ω, Μπρους, γίνε το στήριγμά μου! Δόξα να έχει η Δύναμη που μου έδωσε εσένα!"
Έκλεισα απαλά την πόρτα και κουλουριάστηκα στα σκοτεινά στη μέση του κρεβατιού μου μέχρι που ένιωσα την αγωνία της Μητέρας να σβήνει σιγά - σιγά μέσα στην αγάπη του Μπαμπά. Κι έπειτα, χωρίς να το καλοσκεφτώ, πέταξα με επισημότητα μέχρι την κορυφή της ντουλάπας μου, γύρισα πίσω, τρύπωσα στο κρεβάτι και χαλάρωσα. Και θυμήθηκα. Θυμήθηκα τα χρυσαφένια ποτάμια, τα σύννεφα πάνω και κάτω και τους άγριους ανέμους που χτυπούσαν σαν αφρισμένα κύματα. Αλλά μαζί με τη γλυκιά ανάμνηση υπήρχε η υπενθύμιση. "Δεν μπορείς, γιατί είσαι μόνο οχτώ χρονών. Είσαι μόνον οχτώ χρονών. Θα πρέπει να περιμένεις".
Κι έπειτα γεννήθηκε η Μπέθυ, σχεδόν μόλις έκλεισα τα εννιά. Θυμάμαι που κοίταζα πάνω από το χείλος της λεκάνης αυτό το θαύμα με τα μικροσκοπικά δάχτυλα και τα μεταξωτά μαλλιά. Η Μπέθυ, η αδερφούλα μου. Η Μπέθυ, που ψιθύριζαν για αυτήν και την κοίταζαν καλά - καλά όταν η Μητέρα την άφησε να πάει σχολείο, αν και γενικά την κράταγε στο σπίτι κι όταν μεγάλωσε. Γιατί η Μπέθυ ήταν διαφορετική - κι εκείνη.
Όταν η Μπέθυ ήταν ενός μηνός, μάγκωσε το δάχτυλό μου στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Έκλαιγα για ένα τέταρτο της ώρας, αλλά η Μπέθυ συνέχισε να κλαίει σπαραχτικά μέχρι που και το τελευταίο ίχνος πόνου έφυγε από το δάχτυλό μου.
Όταν η Μπέθυ ήταν έξι μηνών, το μικρό μας τεριέ, ο Γκλιμπ, έπεσε σε μια παγίδα για κουνέλια. Σύρθηκε σκληρίζοντας πίσω στο σπίτι, τραβώντας μαζί του και το δόκανο. Η Μπέθυ ούρλιαζε μέχρι που ο Γκλιμπ αποκοιμήθηκε με το πόδι φασκιωμένο.
Ο Μπαμπάς έπαθε οξεία σκωληκοειδίτιδα όταν η Μπέθυ ήταν δύο χρονών, αλλά στην Μπέθυ χρειάστηκε να δώσουμε ηρεμιστικό μέχρι να μπορέσουμε να τον μεταφέρουμε στο νοσοκομείο.
Ένα βράδυ ο Μπαμπάς κι Μητέρα στέκονταν πάνω από την Μπέθυ καθώς κοιμόταν ανήσυχα, κάτω από την επήρεια των ηρεμιστικών. Ο κύριος Ταϊρύ στο διπλανό σπίτι έκοβε ξύλα και το τσεκούρι του γλίστρησε. Έχασε το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του και κάνα λίτρο αίμα, αλλά όταν ο γιατρός Νταφ έφτασε τρέχοντας στο δρόμο μας, στο δικό μας σπίτι όρμησε πρώτα κι έπειτα στου κυρίου Ταϊρύ, που ήταν ξαπλωμένος με το πόδι ακουμπισμένο σε μια καρέκλα και τα χέρια του σφιγμένα στα αυτιά του για να μην ακούει τα ουρλιαχτά της Μπέθυ.
"Τι μπορούμε να κάνουμε, Εύα;" ρώτησε ο Μπαμπάς. "Τι λέει ο γιατρός;"
"Τίποτα. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να τη βοηθήσουν. Ελπίζει ότι θα της περάσει καθώς θα μεγαλώνει. Δεν το καταλαβαίνει. Δεν ξέρει ότι -"
"Τι συμβαίνει; Γιατί είναι έτσι;" ρώτησε με απελπισία ο Μπαμπάς.
Η Μητέρα ταράχτηκε. "Είναι Ευαίσθητη. Ανάμεσα στο Λαό μου υπήρχαν τέτοιοι - αλλά όχι τόσο μικροί. Με την ευαισθησία τους μπορούσαν να βοηθάνε αυτούς που υπέφεραν. Η Μπέθυ έχει μόνο το μισό χάρισμα. Δεν έχει έλεγχο".
"Εγώ φταίω;" Η φωνή του Μπαμπά είχε σπάσει.
Η Μητέρα τον κοίταζε με βλέμμα σταθερό, γεμάτο αγάπη. "Κι οι δυο μας φταίμε, Μπρους. Ήταν επειδή το ριψοκινδυνέψαμε. Σπρώξαμε την τύχη μας μετά από τον Πήτερ".
Έτσι είμαστε κι οι δυο μας - διαφορετικοί - αλλά διαφορετικοί στις διαφορές μας. Για μένα ήταν διασκέδαση, αλλά όχι και για την Μπέθυ.
Έπρεπε να είμαστε πολύ προσεχτικοί μαζί της. Στην αρχή προσπάθησε να πάει σχολείο, αλλά τα γδαρμένα γόνατα και οι μπουνιές και οι πονόδοντοι και τα καρούμπαλα κι ο δευτεριάτικος πονοκέφαλος του επιστάτη από το κυριακάτικο μεθύσι του την έστειλαν στο σπίτι αδύναμη κι εξαντλημένη την πρώτη κιόλας μέρα, έτοιμη να ξεσπάσει σε υστερική κρίση. Έτσι η Μητέρα έμαθε την Μπέθυ να γράφει, να διαβάζει και να μετράει, κι η Μπέθυ έγερνε μελαγχολικά στο φράχτη μας και κοίταζε τα άλλα παιδιά να περνάνε στο δρόμο μας για το σχολείο.
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός μετά την πρώτη μέρα της Μπέθυ στο σχολείο όταν ανακάλυψα μια πραχτική χρήση για τη διαφορά μου. Ο Μπαμπάς με έστειλε στο υπόστεγο να τακτοποιήσω τα ξύλα που ο Ντελφίνο είχε ξεφορτώσει στην πίσω αυλή μας. Είχα ραντεβού με μερικά άλλα παιδιά για να εξερευνήσουμε ένα παλιό ορυχείο και στεναχωρήθηκα πικρά που ο Μπαμπάς με εμπόδιζε να πάω. Πλησίασα τεμπέλικα το σωρό με τα ξύλα, και στάθηκα με τα χέρια στις τσέπες, κλωτσώντας τα κούτσουρα. Τελικά κουβάλησα μέσα μα αγκαλιά, μουγκρίζοντας από το βάρος και πιπιλώντας το δάχτυλό μου εκεί που είχε μπει μια αγκίδα. Σταμάτησα και χάζευα καθώς το πιπιλούσα. Ξαφνικά κάτι μου γρατσούνισε το μυαλό. Αν μπορούσα να πετάξω, γιατί δεν μπορούσα να κάνω και τα ξύλα να πετάξουν;
Κι ήξερα ότι μπορούσα! Έσκυψα μπροστά και χτύπησα τα δάχτυλά μου κάτω από μισή ντουζίνα ξύλα, συγκεντρώνοντας όλη μου τη προσοχή καθώς το έκανα. Σηκώθηκαν στον αέρα και αιωρήθηκαν. Τα έσπρωξα στο υπόγειο, τα οδήγησα εκεί που ήθελα και τα μοίρασα σα να μοίραζα τραπουλόχαρτα. Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να υπολογίσω ποιο ήταν το μεγαλύτερο βάρος που θα μπορούσα να μετακινήσω με αυτόν τον τρόπο και σε πολύ σύντομο διάστημα όλα τα ξύλα ήταν στη θέση τους.
Γύρισα στο σπίτι για να πάρω το φακό μου. Το ορυχείο ήταν σκοτεινό, κι ήμουνα ο μόνος από την παρέα που είχε φακό.
"Σου είπα να τακτοποιήσεις τα ξύλα", είπε ο Μπαμπάς σηκώνοντας τα μάτια από τους λογαριασμούς του.
"Έτοιμα", ανήγγειλα χαμογελώντας.
"Ασε τα αστεία", γρύλισε ο Μπαμπάς. "Δεν είναι δυνατό να τελείωσες κιόλας".
"Κι όμως τελείωσα"¨, είπα θριαμβευτικά. "Βρήκα ένα καινούριο τρόπο για να το κάνω. Βλέπεις -"
Σταμάτησα, παγωμένος από το βλέμμα του Μπαμπά.
"Δεν χρειαζόμαστε καινούριους τρόπους σε αυτό το σπίτι", είπε ήρεμα. "Γύρισε πίσω στο υπόστεγο και μείνε εκεί όση ώρα χρειάζεται για να τακτοποιήσεις τα ξύλα όπως πρέπει".
"Μα τα τακτοποίησα", διαμαρτυρήθηκα. "Και με περιμένουν τα παιδιά!"
"Δεν το συζητώ, γιε μου", είπε ο Μπαμπάς, και το πρόσωπό τους ήταν κάτασπρο. "Γύρισε στο υπόγειο".
Γύρισα στο υπόγειο - περνώντας δίπλα από τη Μητέρα που είχε έρθει από την κουζίνα και που έκανε να μου απλώσει το χέρι. Κάθισα στο υπόστεγο, βράζοντας, πολλή ώρα, έχοντας βάλει πείσμα να μη φύγω από εκεί μέχρι να μου το πει ο Μπαμπάς.
Έπειτα άρχισα να σκέφτομαι. Ο Μπαμπάς δεν ήταν συνήθως έτσι παράλογος. Ίσως να είχα κάνει κάτι που δεν έπρεπε. Ίσως να ήταν κακό να τακτοποιώ έτσι τα ξύλα. Ίσως - οι σκέψεις μου κόμπιασαν καθώς θυμήθηκα ψίθυρους που είχε τύχει να ακούσω για την Μπέθυ. Ίσως να είχα κάνει κάτι τρελό - κάτι παράλογο.
Κουλουριάστηκα κι αγκάλιασα τα γόνατά μου κι έμεινα να συλλογιέμαι. Τρελός σημαίνει να μην κάνεις όπως οι άλλοι. Τρελός σημαίνει να κάνεις πράγματα που δεν τα κάνουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Ίσως για αυτό ο Μπαμπάς να έκανε τέτοια φασαρία. Ίσως είχα κάνει κάτι τρελό! Κοίταζα το χώμα, χαμένος μέσα στην έκπληξή μου. Τι το διαφορετικό είχε η οικογένειά μας; Και για πρώτη φορά μπόρεσα να απομονώσω και να αναγνωρίσω την αίσθηση που θα πρέπει να είχα από πολύ καιρό - την αίσθηση ότι ήμουνα έξω και κοίταζα μέσα - την αίσθηση ότι ήμουνα ξεχωριστά. Και μαζί με την αναγνώριση ήρθε και το σήμα κινδύνου, κατάλαβα ότι έπρεπε να κρυφτώ. Αν κάτι δεν ήταν σωστό, δεν έπρεπε να το μάθει κανένας άλλος - δεν έπρεπε να προδώσω.
Έπειτα είδα τη Μητέρα να στέκεται δίπλα μου. "Ο Μπαμπάς λέει ότι μπορείς να φύγεις τώρα", είπε και κάθισε στο κούτσουρο μου.
"Πήτερ -" Με κοίταξε με δυστυχισμένο βλέμμα. "Ο Μπαμπάς κάνει αυτό που πρέπει για το καλό σου. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι: θυμήσου πως ότι κι αν κάνεις, όπου κι αν ζήσεις, διαφορετικός σημαίνει νεκρός. Πρέπει να συμβιβαστείς - ή - να πεθάνεις. Αλλά, Πήτερ, μη ντρέπεσαι. Ποτέ να μην ντραπείς!" Έπειτα τα χέρια της πέρασαν γρήγορα στους ώμους μου, τα χείλια της χάιδεψαν το αυτί μου. "Να είσαι διαφορετικός!" ψιθύρισε. "Να είσαι όσο πιο διαφορετικός μπορείς. Αλλά μην αφήσεις να σε δει κανένας - μην αφήσεις να το μάθει κανένας!" Και εξαφανίστηκε μέσα στην κουζίνα.
Καθώς μεγάλωνα, μου φαινόταν ότι τραβιόμουνα όλο και πιο μακριά από τα παιδιά της ηλικίας μου. Τα πράγματα που εκείνα θεωρούσαν διασκέδαση εμένα δεν μπορούσαν να με συγκινήσουν. Κι έτσι, ολοένα με μεγαλύτερη συχνότητα, τα επόμενα χρόνια άρχισα να ακολουθώ τη συμβουλή που μου είχε ψιθυρίσει η Μητέρα, δίχως να ζητάω ποτέ εξηγήσεις που ήξερα ότι δε θα μπορούσε να μου δώσει. Το επεισόδιο με τα ξύλα μου είχε ανοίξει έναν ολόκληρο ορίζοντα πιθανοτήτων - ούτε ήξερα πόσα πράγματα μπορούσα να κάνω - κι έτσι απόχτησα τη συνήθεια να κατεβαίνω στην άκρη του λιβαδιού μας. Εκεί, κρυμμένος πίσω από τα δέντρα και τους θάμνους, έκανα ένα σωρό πειράματα, δίχως να ξέρω αν θα πετύχαιναν ή όχι. Κι έχυσα ποτάμια ιδρώτα για μερικά πράγματα που δεν πέτυχαν - και μερικά που πέτυχαν.
Ανακάλυψα ότι μπορούσα να χτυπήσω τα δάχτυλά μου για να φέρω μερικά πράγματα προς το μέρος μου ή για να τα στείλω λίγο πάρα πέρα δίχως να χρειαστεί να τα αγγίξω, όπως είχε γίνει με τα ξύλα. Απόχτησα τη συνήθεια να κουρνιάζω στις κορυφές των ψηλών δέντρων και να βουτάω γεμάτος έκσταση στο έδαφος, με προσοχή από τότε που η έκσταση με παράσυρε λίγο περισσότερο και προσγειώθηκα με τα μούτρα, ανοίγοντας τη μύτη μου. Με τόση αυτοσυγκέντρωση που με πόνεσε το κεφάλι μου, κατάφερα μια μέρα να ανάψω μια μικρή φωτιά. Κι έπειτα έκαψα ανελέητα τα δυο μου χέρια χουφτώνοντας τη φλόγα γεμάτος εμπιστοσύνη. Έπειτα υποθέτω ότι άρχισα να γίνομαι απρόσεχτος και να μην κοιτάζω αν υπήρχαν θεατές, γιατί διάφοροι καθόλου καλοπροαίρετοι ψίθυροι άρχισαν να κυκλοφορούν στο χωριό. Ο Μπαμπ Τζέικομπς άρχισε να διαδίδει ότι "έκανα παράξενα πράγματα" μονάχος μου στο λιβάδι. Η πονηρή γκριμάτσα του καθώς ψιθύριζε "παράξενα πράγματα" άφηνε τον ακροατή του ελεύθερο να φανταστεί οποιαδήποτε διαστροφή ήθελε, και το "μονάχος" με καταδίκαζε επιτόπου. Κι έτσι έμαθα αυτό που μου είχε πει η Μητέρα. Διαφορετικός σημαίνει νεκρός - κι ένας θάνατος δεν είναι ποτέ αρκετός. Μπορείς να πεθάνεις και να πεθάνεις και να πεθάνεις ξανά.
Έπειτα μια μέρα έπιασα τον Μπαμπ να κόβει δρόμο μέσα από την άκρη του λιβαδιού μας. Με είδε να έρχομαι και το έβαλε στα πόδια για το δάσος, έχοντας κιόλας αρχίσει να πονάει καθώς σκεφτόταν τι τον περίμενε έτσι και τον έπιανα. Αρχισα να τρέχω πίσω του κι έπειτα σταμάτησα απότομα. Γιατί να κάνω τον κόπο; Αν μπορούσα να κάνω κάτι στα ξύλα, μπορούσα να το κάνω και σε έναν ηλίθιο σαν τον Μπαμπ. Έβγαλε μια κραυγή γνήσιου τρόμου καθώς το έδαφος υποχώρησε κάτω από τα πόδια του. Το ουρλιαχτό του έσπασε και πνίγηκε μέσα στη σιωπή καθώς πάλευε στον αέρα, σφαδάζοντας από το φόβο της πτώσης και του τρομερού πράγματος που του συνέβαινε. Κι εγώ στεκόμουν και γέλαγα μαζί του, κι ένιωθα σαν γίγαντας που πυργωνόταν πάνω από ηλίθια υποκείμενα όπως ο Μπαμπ.
Απότομα, πριν λιποθυμήσει, ένιωσα στον τρόμο του, και μια ηχώ του ουρλιαχτού του ανέβηκε στο λαρύγγι μου. Σωριάστηκα στο χώμα, άρρωστος από την ξαφνική συνειδητοποίηση, ξέροντας, με μια γνώση που ξεπέρναγε τη συνηθισμένη εμπειρία, ότι είχα κάνει κάτι τρομερά κακό, ότι είχα εκπορνεύσει τις δυνάμεις μου χρησιμοποιώντας τις για να τρομοκρατήσω κάποιον άδικα.
Γονάτισα και κοίταξα τον Μπαμπ, κουλουριασμένο στον αέρα, ψηλότερα από το κεφάλι μου, ψηλότερα από εκεί που μπορούσα να τον φτάσω και ξεροκατάπια με δυσκολία καθώς συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ιδέα πως να τον κατεβάσω. Δεν ήταν κούτσουρο για να χτυπήσω τα δάχτυλά μου και να κατέβει. Δεν ήταν εγώ, για να πάρει βουτιά στον αέρα. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα πως να κατεβάσω έναν άνθρωπο.
Μισοζαλισμένος, σύρθηκα κάτω από τα δέντρα σε ένα σημείο όπου το φως του ήλιου πέρναγε μέσα από τα κλαδιά και το ένιωσα να ορμάει μέσα από τα δάχτυλά μου σαν κάτι που θα μπορούσα να σηκώσω - και να στρίψω - και να πλάσω και να χρησιμοποιήσω! Να το χρησιμοποιήσω πάνω στον Μπαμπ! Αλλά πως; Πως; Έσφιξα τη γροθιά μου στο χείμαρρο της λιακάδας, και το μυαλό μου χτύπαγε πάνω σε μια άλλη πόρτα που χρειαζόταν μόνο μια λέξη ή ένα βλέμμα ή μια χειρονομία για να ανοίξει, αλλά δεν μπορούσα να πω τη λέξη ή να κάνω τη χειρονομία.
Σηκώθηκα όρθιος και πήρα βαθιά ανάσα. Πήδηξα, προσπαθώντας να αγγίξω τις πατούσες του Μπαμπ που κρέμονταν λίγο χαμηλότερα από τον υπόλοιπο. Δεν τα κατάφερα. Πήδηξα πάλι κι η άκρη του δαχτύλου μου χάιδεψε την πατούσα του και μετακινήθηκε αργά στον αέρα. Έπειτα πέρασα την ανάστροφη του χεριού μου στο ιδρωμένο μέτωπό μου και γέλασα - γέλασα με την ίδια μου τη βλακεία.
Προσεκτικά, γιατί δεν είχα συνηθίσει να αιωρούμαι στον αέρα, τις περισσότερες φορές ανεβοκατέβαινα, ανασηκώθηκα μέχρι που έφτασα το επίπεδο του Μπαμπ. Έβαλα τα χέρια μου πάνω του κι έσπρωξα. Δεν κουνήθηκα.
Τον τράβηξα προς τα πάνω κι ανέβηκε μαζί μου. Απομακρύνθηκα αργά από κοντά του και στάθηκα να σκεφτώ. Έπειτα πήγα από την άλλη μεριά και τον έσπρωξα προς τα κλαδιά του δέντρου. Το κεφάλι του είχε αρχίσει να πηγαινοέρχεται και τα χείλη του σάλευαν σαν κούτσουρο στο νερό, αλλά κουνιόνταν και τον τύλιξα προσεκτικά πάνω σε ένα μεγάλο κλαδί κοντά στην κορυφή του δέντρου, αγκιστρώνοντας τα χέρια του και τα πόδια του όσο πιο στέρεα μπορούσα. Μέχρι να ανοίξουν τα μάτια του και να αρπαχτεί σαν τρελός από το κλαδιά για να στηριχτεί, εγώ στεκόμουν στα πόδια του δέντρου και του φώναζα.
"Κρατήσου, Μπαμπ! Θα πάω να φωνάξω κάποιον για να σε βοηθήσει να κατέβεις!"
Κι έτσι την επόμενη βδομάδα ο κόσμος ξέχασε, κι ο Μπαμπ έβραζε κάθε φορά που του φώναζαν "Ποιος σε κυνηγούσε, φίλε;" και "Πως είναι ο καιρός εκεί πάνω;" και "Βρες μια σκάλα, Μπαμπ, βρες μια σκάλα!"
Αλλά ακόμα και με κάτι τέτοιες στεναχώριες για μένα τις περισσότερες φορές η κατάσταση ήταν διασκεδαστική. Γιατί δεν μπορούσε να είναι το ίδιο και για την Μπέθυ; Γιατί δεν μπορούσα να της δώσω ένα μέρος από τη διασκέδαση μου και να πάρω ένα μέρος από τον πόνο της;
Έπειτα ο Μπαμπάς πέθανε. Τον πήρε από τη ζωή μας το Ρίο Γκόρντο, όταν προσπάθησε να σώσει έναν ανόητο επισκέπτη που είχε στήσει αντίσκηνο στη λευκή άμμο της κοίτης του ποταμού μια μέρα με συννεφιά. Κατά κάποιο τρόπο μου φαινόταν αδύνατον να σκεφτώ τη Μητέρα μόνη της. Ήταν πάντα η Μητέρα και ο Μπαμπάς. Όχι απλώς δυο γονιοί, αλλά Μητέρα - και - Μπαμπάς, μια οντότητα. Και τώρα οι σκέψεις μας έμεναν ατέλειωτες, σκόνταφταν στο Μητέρα - και, Μητέρα - και. Κι η Μητέρα - ο μισός εαυτός της είχε πεθάνει.
Μετά την κηδεία η μητέρα κι η Μπέθυ κι εγώ καθόμαστε στο λίβινγκ - ρούμ και κοιτάζαμε το πάτωμα. Η Μπέθυ έσφιγγε τα δόντια νιώθοντας τον οξύ πόνο των νυχιών της Μητέρας που ήταν μπηγμένα στις παλάμες της Μητέρας.
Ξεδίπλωσα απαλά τα σφιγμένα χέρια κι η Μπέθυ χαλάρωσε.
"Μητέρα", είπα μαλακά, θα φροντίσω εγώ για μας. Έχω την απογευματινή μου δουλειά στο εργοστάσιο. Μη στεναχωριέσαι. Θα φροντίσω εγώ για μας".
Ήξερα τι ασήμαντο πράγμα πρόσφερα στην αγωνία της, αλλά κάτι έπρεπε να κάνω για να σπάσω το φράγμα.
"Σε ευχαριστώ, Πήτερ", είπε η Μητέρα ζωντανεύοντας και σκέπασε και τα δυο της μάτια με τα χέρια της με συγκρατημένη απελπισία. "Ω, Πήτερ, Πήτερ! Ανήκω αρκετά σε αυτό τον κόσμο τώρα για να βρίσκω ότι ο θάνατος είναι θλίψη και απελπισία αντί για το γλυκό κάλεσμα που είναι στα αλήθεια. Βοήθησέ με! Βοήθησέ με!" Η ανάσα της σκάλωσε στο λαιμό της κι έψαξε τυφλά για το χέρι μου.
"Αν μπορώ, Μητέρα", είπα, παίρνοντας το ένα της χέρι ενώ η Μπέθυ πήρε το άλλο. "Τότε βοήθησέ με να θυμηθώ. Θυμήσου μαζί μου".
Και πίσω από τα κλειστά μάτια, θυμήθηκα. Ένα ανεμπόδιστο πέταγμα μέσα στην αστροφώτιστη νύχτα, ένα πέταγμα χίλιων ευτυχισμένων ανθρώπων που πέρναγαν σαν πουλιά στον ουρανό, ορμώντας για να συναντήσουν την αυγή - την αυγή της Γιορτής. Μύριζα τα λουλούδια που στόλιζαν τις γυναίκες κι ένιωθα την ήρεμη αγαλλίαση που έφερνε η αυγή της Γιορτής. Έπειτα ο αρχηγός έπαιξε τις θαυμάσιες νότες της εισαγωγής του τραγουδιού της Εορτής καθώς είδε την πρώτη λάμψη του ήλιου που ανέτειλε πάνω από τους δασωμένους λόφους. Χίλιες φωνές ενώθηκαν με τη δική του. Χίλια χέρια υψώθηκαν σχηματίζοντας το Σημείο...
Ανοιξα τα μάτια μου κι είδα και τα δικά μου δάχτυλα υψωμένα για να σχηματίσουν ένα σημείο που δεν γνώριζα. Και το δικό μου λαρύγγι έπαλλε σχηματίζοντας μια νότα που δεν είχα ποτέ τραγουδήσει. Πήρα βαθιά ανάσα και κοίταξα την Μπέθυ. Συνάντησε το βλέμμα μου και κούνησε θλιμμένα το κεφάλι της. Δεν είχε δει. Η Μητέρα καθόταν σιωπηλή, με τα μάτια κλειστά, το πρόσωπο καθαρό και γαληνεμένο.
"Τι ήταν, Μητέρα;" ψιθύρισα.
"Η Γιορτή", είπε απαλά. "Για όλους όσους κλήθηκαν φέτος. Για τον πατέρα σας, Πήτερ και Μπέθυ. Το θυμηθήκαμε για τον πατέρα σας".
"Που ήταν;" ρώτησα. "Που στον κόσμο -"
"Όχι σε αυτόν -" Τα μάτια της Μητέρας άνοιξαν. "Δεν έχει σημασία, Πήτερ. Εσύ ανήκεις σε αυτό τον κόσμο. Δεν υπάρχει άλλος για σένα".
"Μητέρα", η φωνή της Μπέθυ ήταν ένα διστακτικό μουρμουρητό, "τι εννοείς να θυμηθούμε;"
Η Μητέρα την κοίταξε και δάκρια πλημμύρισαν τα στεγνά της μάτια.
"Ω, Μπέθυ, Μπέθυ, όλα τα βάρη και καμιά από τις ευλογίες! Λυπάμαι, Μπέθυ, λυπάμαι". Κι έφυγε βιαστικά για το δωμάτιό της.
Η Μπέθυ στεκόταν δίπλα μου καθώς κοιτάζαμε τη Μητέρα να απομακρύνεται.
"Πήτερ", μουρμούρισε, "τι εννοούσε η Μητέρα, 'καμιά από τις ευλογίες;'
"Δεν ξέρω", είπα.
"Βάζω στοίχημα ότι είναι επειδή δεν μπορώ να πετάξω σαν και σένα".
"Να πετάξεις!" Τα ξαφνιασμένα μου μάτια συνάντησαν τα δικά της. "Πως το ξέρεις;"
"Ξέρω πολλά πράγματα", ψιθύρισε. "Κυρίως όμως ξέρω ότι είμαστε διαφορετικοί. Οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι σαν και εμάς. Πήτερ, τι μας έκανε διαφορετικούς;"
"Η Μητέρα;" ψιθύρισα. "Η Μητέρα;"
"Υποθέτω", μουρμούρισε η Μπέθυ. "Αλλά πως;"
Μείναμε σιωπηλοί κι έπειτα η Μπέθυ πλησίασε το παράθυρο κι ο απογευματινός ήλιος τύλιξε με φωτιά τα ασημόξανθα μαλλιά της.
"Μπορώ και εγώ να κάνω πράγματα", ψιθύρισε. "Κοίταξε".
Απλωσε το χέρι και πήρε μια χούφτα ήλιο, την ίδια χρυσή λιακάδα που κύλαγε τόσο βαριά μέσα από τα δάχτυλά μου κάτω από τα δέντρα τη μέρα που ο Μπαμπ κρεμόταν από πάνω μου. Με δάχτυλα που άστραφταν έπλασε τον ήλιο σε ένα πολύπλοκο λαμπρό σχέδιο. "Αλλά σε τι χρησιμεύει;" μουρμούρισε, "Μόνο που είναι όμορφο".
"Ξέρω", είπα, κοιτάζοντας την απάντηση που είχα βρει για να κατεβάσω τον Μπαμπ. "Ξέρω. Μπέθυ". Και πήρα το σχέδιο από τα χέρια της. Τεντώθηκε ανάμεσα στα δάχτυλά μου και κύλησε στο σκοτάδι.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ήσυχα, ατάραχα χρόνια. Τελείωσα το γυμνάσιο, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να πάω στο πανεπιστήμιο. Έπιασα δουλειά στο εργοστάσιο που πρόσφερε εργασία στους περισσότερους κατοίκους του Σοκόρο.
Η Μητέρα απόχτησε πολύ καλή φήμη σαν μαμή - ένα πολύ απαραίτητο επάγγελμα σε μια κοινότητα που τα μέλη της έπαιρναν κατά γράμμα την εντολή να πολλαπλασιαστούν και να γεμίσουν τη γη και που βρισκόταν ακριβώς εβδομηνταπέντε μίλια μακριά από το νοσοκομείο, από όπου και να έστριβες βγαίνοντας στον αυτοκινητόδρομο.
Η Μπέθυ είχε φτάσει τα δεκαπέντε και με τη βοήθεια της Μητέρας μάθαινε σιγά - σιγά να ελέγχει τις έκδηλες αντιδράσεις της στον πόνο των άλλων, αλλά εγώ ήξερα ότι εξακολουθούσε να υποφέρει όσο υπέφερε όταν ήταν μικρότερη, αν όχι περισσότερο. Αλλά μπορούσε να πηγαίνει σχολείο τώρα και τα άλλα παιδιά τη συμπαθούσαν μόλο που ήταν τόσο ήσυχη.
Έτσι γενικά τα καταφέραμε αρκετά καλά και ζούσαμε φυσιολογικά σαν όλους τους ανθρώπους μόνο που - να πάντα ένιωθα σαν να περίμενα να συμβεί κάτι ή να έρθει κάποιος. Και πρέπει να συνέβαινε το ίδιο και με την Μπέθυ, γιατί εκείνη παρακολουθούσε κι αφουγκραζόταν στα αλήθεια - και μάλιστα μετά από μια ιδιαίτερα άσχημη κρίση. Ακόμα και η Μητέρα. Καμιά φορά όταν καθόμαστε στη βεράντα τα ατελείωτα βράδια, τέντωνε το κεφάλι της κι αφουγκραζόταν προσεχτικά, κι η κουνιστή της πολυθρόνα έμενε ακίνητη. Όταν όμως τη ρωτούσαμε τι άκουγε, αναστέναζε κι έλεγε "Τίποτα. Τη νύχτα μόνο". Κι η πολυθρόνα ξανάρχιζε να κουνιέται.
Εγώ φυσικά συνέχισα να ασχολούμαι με τις διαφορές μου. Όχι πια με τη λευκή φλόγα της πιθανής ανακάλυψης που άναβαν μέσα όταν είχα πρωταρχίσει, αλλά περισσότερο σα να ανακάτευα τη φωτιά "για χάρη της τέχνης". Πήγαινα μακρύτερα τώρα για τις "διακοπές" μου, αλλά η Μπέθυ ερχόταν μαζί μου. Διασκέδαζε πολύ με τις εκδρομές μας. Ιδιαίτερα όταν ανακάλυψα ότι μπορούσα να τη μεταφέρω όταν πέταγα, κι ακόμα περισσότερο όταν ανακαλύψαμε, μετά από ένα παρ' ολίγο ατύχημα, ότι μόλο που δεν μπορούσε να απογειωθεί, μπορούσε να ελέγξει την προσγείωση της. Μετά από αυτό της άρεσε να την ανεβάζω όσο πιο ψηλά μπορούσα και εκείνη κατέβαινε, κάνοντας καμιά φορά μια ολόκληρη ώρα για να προσγειωθεί, πλέκοντας γύρω της την πολύπλοκη λάμψη των σχεδίων που έφτιαχνε με τη λιακάδα.
Ήταν μια μέρα του Οκτώβρη γεμάτη δροσερούς ήχους όταν ο κόσμος μας τελείωσε - άλλη μια φορά. Μιλάγαμε και γελούσαμε παίρνοντας το πρωινό μας και πειράζαμε την Μπέθυ για το ραντεβού της το περασμένο βράδυ. Τα συνήθως χλωμά μάγουλά της είχαν κοκκινίσει, και με τα γέλια και την ευωδιαστή ατμόσφαιρα του φθινοπώρου η ζωή μας φαινόταν ωραία.
Αλλά ανάμεσα στο ένα αστείο και το άλλο, τα γέλια στέγνωσαν από το πρόσωπο της Μπέθυ και τα χείλη της σφίχτηκαν.
"Μητέρα!" ψιθύρισε και έπειτα χαλάρωσε.
"Κιόλας;" ρώτησε η Μητέρα και σηκώθηκε τελειώνοντας τον καφέ της ενώ πήγαινα να της φέρω το παλτό της. "Είχα ένα προαίσθημα ότι θα ήταν για σήμερα. Η Ρήνα επέμεινε να πάει με το τζιπ στο Πέπερσος Κάνιον ενώ είναι στο μήνα της".
Τη βοήθησα να βάλει το παλτό της και την αγκάλιασα σφιχτά.
"Γλυκιά μου μαμά", είπε, "πότε θα πάρεις σύνταξη και θα αφήσεις επιτέλους κάποιον άλλον να φέρει τα παιδιά στον κόσμο;"
"Όταν θα δω το πρώτο μου εγγόνι", είπε γελώντας, αλλά ένιωσα τη θλίψη της. "Αλλωστε, αυτό εδώ θα το ονομάσει Πήτερ - ή Μπέθυ, ανάλογα". Πήρε το μικρό μαύρο τσαντάκι της και κοίταξε την Μπέθυ. "Τίποτα άλλο ακόμα;"
Η Μπέθυ χαμογέλασε. "Όχι", μουρμούρισε.
"Τότε έχω καιρό. Πήτερ, θα ήταν προτιμότερο να πάρεις την Μπέθυ και να πάτε εκδρομή. Η Ρήνα πάντα αργεί και καθώς μένει απέναντί μας κάνει την Μπέθυ να υποφέρει".
"Εντάξει, Μητέρα", είπε. "Σκοπεύαμε να πάμε έτσι και αλλιώς, αλλά ελπίζαμε ότι αυτή τη φορά θα ερχόσουν μαζί μας".
Η Μητέρα με κοίταξε, δίστασε και γύρισε από την άλλη μεριά. "Ίσως - έρθω καμιά φορά".
"Μητέρα! Στα αλήθεια;" Πρώτη φορά δίσταζε η Μητέρα μετά από τόσες φορές που την είχαμε προσκαλέσει.
"Ε, να, τόσες φορές με έχετε καλέσει και έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι. Να αναρωτιέμαι αν είναι σωστό να αρνιέμαι το δικαίωμά μας. Στο κάτω - κάτω δεν είναι κακό να ανήκεις στο Λαό".
"Ποιο λαό, Μητέρα;" την πίεσα. "Από που είσαι; Γιατί μπορώ -"
"Μια άλλη φορά, γιε μου", είπε η Μητέρα. "Ίσως σύντομα. Τώρα τελευταία έχω αρχίσει να διαισθάνομαι - ναι δε θα σας έβλαπτε να ξέρετε, ακόμα και αν δεν σας ωφελούσε. Αλλά όχι", μας μάλωσε καθώς την αγκαλιάζαμε. "Δεν έχουμε καιρό τώρα. Η Ρήνα μπορεί να μας τη σκάσει τελικά και να γεννήσει πριν φτάσω. Δρόμο τώρα, παιδιά!"
Γυρίσαμε να την κοιτάξουμε καθώς το φορτηγάκι απομακρυνόταν στον αυτοκινητόδρομο προς την κατεύθυνση του Μεντίγκο. Η Μητέρα ανταπέδωσε το χαιρετισμό μας και μπήκε στην αυλή της Ρήνα, όπου ο Νταλτ, μόλο που τούτο εδώ ήταν το έκτο τους έτρεχε πέρα - δώθε σαν αλαφιασμένο κοτόπουλο από τη Μητέρα στη βεράντα κι από τη βεράντα στη Μητέρα.
Ήταν μια μέρα τελειότητας για μας. Η χαλάρωση του πετάγματος για μένα, η χαρά της αιώρησης για την Μπέθυ, η παγωμένη ομορφιά του καταγάλανου ουρανού, τα χρυσοκόκκινα λιβάδια που απλώνονταν μίλια ατελείωτα προς το χιονόστικτο χρυσογάλανο Μεντίγκο.
Την ώρα του φαγητού κυλιστήκαμε στην ευχάριστη ζεστασιά της αγαπημένης μας μικρής χαράδρας που κράταγε τη λιακάδα, αλλά δεν άφηνε τον άνεμο να περάσει. Μετά το φαγητό παίξαμε το αγαπημένο μας παιχνίδι, τη Θύμηση. Στην αρχή εγώ καθάριζα το μυαλό μου έτσι που έμενε ήρεμο και γαλήνιο σαν κρυμμένη λιμνούλα, και σαν λιμνούλα έτοιμο να δεχτεί κάθε σχέδιο που η ελαφριά αύρα θα χάριζε στην επιφάνειά της.
Έπειτα έρχονταν οι αναμνήσεις - παράξενες αναμνήσεις που δεν ήταν εικόνες γήινες, αλλά σαν κι εκείνες που είχαμε δει εγώ και η Μητέρα τότε που πέθανε ο Μπαμπάς. Η Μπέθυ δεν μπορούσε να θυμηθεί μαζί μου, αλλά μπορούσε να αρπάξει τις αναμνήσεις από μένα σχεδόν πριν προλάβουν να σχηματιστούν οι λέξεις από το στόμα μου.
Κι έτσι τούτη την τελευταία όμορφη "εκδρομή" θυμηθήκαμε πάλι την αγαπημένη μας σκηνή. Περπατούσαμε στα αστραφτερά νερά μιας λίμνης πάνω στο βουνό, κουλουριάζοντας τα δάχτυλα των ποδιών μας μέσα στην υγρή δροσιά, ξετρελαμένοι από τον παλμό των κυμάτων κάτω από τα πόδια μας, νιώθοντας με την όχθη και τον ουρανό γύρω μας μια γλυκιά συγγένεια, πιο δυνατή από οποιοδήποτε δεσμό είχαμε ποτέ δημιουργήσει στη Γη.
Χωρίς να το καταλάβουμε, το τεμπέλικο απόγευμα είχε τελειώσει κι ανατριχιάσαμε με την ξαφνική δροσιά καθώς ο ήλιος έπεφτε προς τη δύση, κοντά στις κορυφές του Χουατσούκας. Γεμίσαμε το καλάθι μας με τα φαγητά που είχαν περισσέψει και στράφηκα προς την Μπέθυ για να τη σηκώσω και να τη μεταφέρω πίσω στο φορτηγάκι.
Χαμογελούσε, με το γλυκό μυστικό χαμόγελό της..
"Κοίταξε, Πήτερ", μουρμούρισε. Και κουνώντας τα δάχτυλά της πάνω από το κεφάλι της, τίναξε ένα σύννεφο χιονονιφάδες, γιγάντιες νιφάδες που στροβίλισαν και ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος, κολλώντας απαλές σαν πούπουλα στα ανοιχτόχρωμα μαλλιά της κι έλιωσαν, αστραφτερές, και κύλησαν στα ζεστά μάγουλά της και το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της.
"Χειμώνας από τώρα, Πήτερ!" είπε.
"Χειμώνας, ε, διαβολάκι;" φώναξα κι αρπάζοντάς την, τη σήκωσα στην άκρη της χαράδρας, και πέταξα από πάνω της για να καθαρίσω τους βράχους από το δρόμο που θα έπρεπε να σκαρφαλώσει. "Για τιμωρία σας θα περπατήσετε, δεσποινίς!"
Αλλά παραλίγο να φτάσει στο αυτοκίνητο πιο γρήγορα από μένα. Δεν μπορούσε να πετάξει, αλλά είχε μάθει να τρέχει πολύ ανάλαφρα.
Ο ήλιος είχε βασιλέψει πριν ακόμα βγούμε στον αυτοκινητόδρομο. Βλέπαμε κιόλας τα φώτα των αυτοκινήτων που πέρναγαν σα βολίδες και σπάνια σταματούσαν στο Σοκόρο. "Ώστε αυτό λοιπόν ήταν το Σοκόρο, ε;" ήταν το μοναδικό σχόλιο των περισσοτέρων οδηγών που πέρναγαν μέσα από το χωριό.
Είχαμε περάσει και την τελευταία ανηφοριά πριν από τον αυτοκινητόδρομο όταν η Μπέθυ ούρλιαξε. Παραλίγο να χάσω τον έλεγχο του αυτοκινήτου στο χωματόδρομο. Ούρλιαξε πάλι, κι η κραυγή της ήταν άγρια και σπαραχτική καθώς διπλωνόταν στα δύο.
"Μπέθυ!" φώναξα, προσπαθώντας να καταλάβω. "Τι συμβαίνει; Που είναι; Που να σε πάω;"
Αλλά η Τρίτη της κραυγή έμεινε ατελείωτη και γλίστρησε χαλαρά στο πάτωμα. Είχα τρομοκρατηθεί. Χρόνια είχε να αντιδράσει έτσι. Και ποτέ δεν είχε λιποθυμήσει. Μήπως η Ρήνα δεν είχε γεννήσει ακόμα; Μήπως πονούσε τόσο πολύ - αλλά ακόμα κι όταν η κυρία Αλμπεγκ είχε πεθάνει πάνω στη γέννα, η Μπέθυ δεν είχε - Ανασήκωσα την Μπέθυ στο κάθισμα κι άρχισα να τρέχω σαν τρελός προς το σπίτι παρακαλώντας η Μητέρα να -
Και τότε το είδα. Μπροστά στο σπίτι μας. Το μεγάλο αυτοκίνητο ριγμένο στην απέναντι μεριά του δρόμου. Τον κόσμο γονατισμένο στην άσφαλτο.
Κι έπειτα βρέθηκα κι εγώ γονατισμένος, δίπλα στο γιατρό Νταφ, να κρατάω σφιχτά την άκρη της κουβέρτας που σκέπαζε τη Μητέρα από τα πόδια μέχρι το σαγόνι. Σήκωσα το τρεμάμενο χέρι μου μέχρι το σκοτεινό αυλάκι από αίμα που έτρεχε στο μέτωπό της.
"Μητέρα", ψιθύρισα. "Μητέρα!"
Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν κι άνοιξε τα μάτια. "Πήτερ". Μόλις που την άκουγα. "Πήτερ, που είναι η Μπέθυ;"
"Λιποθύμησε. Είναι στο αυτοκίνητο -" Η φωνή μου έσπασε, "Ω, Μητέρα!"
"Πες στο γιατρό να δει την Μπέθυ".
"Μα Μητέρα!" Φώναξα. "Εσύ -"
"Δεν άκουσα ακόμα το κάλεσμα. Πηγαίνετε στην Μπέθυ".
Ήμαστε γονατισμένοι στο προσκέφαλό της, η Μπέθυ κι ο εγώ. Ο γιατρός είχε φύγει. Δεν ωφελούσε να μεταφέρουμε τη Μητέρα στο νοσοκομείο. Ακόμα κι όταν την σηκώσαμε για να τη φέρουμε μέσα, σκούρο αίμα είχε αρχίσει να τρέχει από την άκρη των χειλιών της. Οι γείτονες είχαν κι αυτοί φύγει όλοι εξόν από τη Γιαγιά Ρώυθερ, που πάντα ερχόταν στα σπίτια των χαροκαμένων και σταύρωνε τα χέρια των νεκρών από τότε που είχε χτιστεί το Σοκόρο. Καθόταν τώρα στο μπροστινό δωμάτιο κρατώντας την ξεθωριασμένη Βίβλο της, δίχως να χρειάζεται, μετά από τόσα χρόνια, να διαβάσει τα αποσπάσματα με τα λόγια της παρηγοριάς και της υπόσχεσης.
Ο γιατρός είχε δώσει στη Μητέρα ένα καταπραϋντικό για τους πόνους κι είχε πει στην Μπέθυ να κοιμηθεί, γιατί δεν ήξερε πόσο θα διαρκούσε η επήρεια του φαρμάκου, αλλά η Μπέθυ αρνιόταν.
Ξαφνικά η Μητέρα άνοιξε τα μάτια.
"Παντρεύτηκα τον Πατέρα σας", είπε καθαρά, σαν να συνέχιζε κάποια συζήτηση. "Είμαστε τόσο ερωτευμένοι, κι είχαν πεθάνει όλοι - όλος ο Λαός μου. Φυσικά του το είπα πρώτα, και ω, Πήτερ! Με πίστεψε! Μετά από τόσο καιρό που ήμουνα αναγκασμένη να προσέχω κάθε μου λέξη και κάθε μου κίνηση, είχαν κάποιον που μπορούσα να του μιλήσω - κάποιον που με πίστευε. Του είπα για το Λαό και σηκώθηκα στον αέρα κι έπειτα σήκωσα το αυτοκίνητο και το αναποδογύρισα στον αέρα πάνω από τον αυτοκινητόδρομο - έτσι για να γελάσουμε. Ευχαριστήθηκε πολύ, αλλά έμεινε σκεφτικός κι αργότερα είπε, "Ξέρεις, αγάπη μου, ο δικός σου κόσμος κι ο δικός μας πήραν διαφορετική κατεύθυνση πριν από πολύ καιρό. Στραφήκαμε στις μηχανές. Εσείς στραφήκατε στη Δύναμη"".
Τα μάτια της χαμογέλασαν. "Στο τέλος ήξερε πότε νοσταλγούσα την Πατρίδα. Κάποτε είπε, "Σε έπιασε νοσταλγία, αγάπη μου; Κι εμένα το ίδιο. Για αυτό που θα μπορούσε να είναι τούτος ο κόσμος. Ή - με τη βοήθεια του Θεού - γι αυτό που ίσως να γίνει".
"Ο Πατέρας σας ήταν το άλλο μου μισό". Τα μάτια της έκλεισαν και μέσα στη σιωπή η ανάσα της ακουγόταν καθαρά, ένας τραχύς, βασανισμένος ήχος. Η Μπέθυ ήταν κουλουριασμένη και με τα δυο χέρια σφιγμένα στο στήθος και το πρόσωπό της ήταν κάτασπρο μέσα στο σκοτάδι.
"Το συζητήσαμε και το ξανασυζητήσαμε", φώναξε η Μητέρα. "Αλλά έπρεπε να αποφασίσουμε αυτό που αποφασίσαμε. Νομίζαμε ότι ήμουνα η τελευταία από το Λαό. Έπρεπε να ξεχάσω την Πατρίδα και να ανήκω στη Γη. Κι εσείς τα παιδιά έπρεπε να ανήκετε στη Γη, ακόμα κι αν - Γι αυτό ήταν τόσο αυστηρός μαζί σου, Πήτερ. Γιατί δεν ήθελε να - κάνεις πειράματα. Φοβόταν ότι θα έκανες πολλά πράγματα μπροστά σε άλλους ανθρώπους αν ανακάλυπτες -" Σταμάτησε λαχανιασμένη. "Διαφορετικός σημαίνει νεκρός", ψιθύρισε κι έμεινε ξέπνοη γα μια στιγμή.
"Γνώρισα την Πατρίδα". Η φωνή της ήταν βαριά από τη θλίψη. "Θυμάμαι την Πατρίδα. Όχι μόνο γιατί την θυμόταν ο Λαός μου, αλλά γιατί την είδα. Εκεί γεννήθηκα. Τώρα χάθηκε. Χάθηκε για πάντα. Δεν υπάρχει Πατρίδα. Μόνο μια λουρίδα σκόνης ανάμεσα στα αστέρια!" Το πρόσωπό της συσπάστηκε από τη λύπη κι η Μπέθυ επανέλαβε την κραυγή του πόνου της.
Έπειτα το πρόσωπο της Μητέρας καθάρισε και τα μάτια της άνοιξαν. Μισοανασηκώθηκε στο κρεβάτι.
"Έχετε και εσείς την Πατρίδα. Εσύ κι η Μπέθυ. Θα την έχετε πάντα. Και τα παιδιά σας μετά από σας. Θυμάσαι, Πήτερ; Θυμάσαι;"
Και το κεφάλι της έγειρε σα να αφουγκραζόταν προσεχτικά κι έβγαλε έναν λυγμό που ήταν γέλιο. "Ω, Πήτερ! Ω, Μπέθυ! Το ακούσατε; Με κάλεσαν! Με κάλεσαν!" Το χέρι της υψώθηκε για να σχηματίσει το Σημείο και τα χείλια της σάλεψαν τρυφερά.
"Μητέρα!" φώναξα τρομαγμένα. "Τι θες να πεις; Ξάπλωσε. Σε παρακαλώ, ξάπλωσε!" Την έσπρωξα στα μαξιλάρια.
"Με κάλεσαν στην Παρουσία. Τα χρόνια μου τελείωσαν. Οι μέρες μου ολοκληρώθηκαν".
'"Μα Μητέρα", τραύλισα σα μωρό. "τι θα κάνουμε δίχως εσένα;"
"Ακουσε!" ψιθύρισε βιαστικά η Μαμά, χαϊδεύοντας με το ένα της χέρι τα μαλλιά μου. "Πρέπει να βρείτε τους υπόλοιπους. Πρέπει να ξεκινήσετε αμέσως. Μπορούν να βοηθήσουν την Μπέθυ. Μπορούν να βοηθήσουν κι εσένα, Πήτερ. Όσο είστε χωρισμένοι από αυτούς, δεν είστε ολοκληρωμένοι. Τους νιώθω να σας καλούν εδώ κι ένα χρόνο, και τώρα που ξεκίνησα για την Παρουσία τους ακούω ολοένα και πιο καθαρά". Σταμάτησε να πάρει ανάσα. "Υπάρχει μια χαράδρα - στα βορινά. Εκεί έπεσε το σκάφος όταν - Πήτερ, δώσε μου το χέρι σου". Μου άπλωσε το χέρι της και το τύλιξα στοργικά στα δικά μου.
Κι είδα την πολιτεία απλωμένη κάτω από μένα σαν ένα γιγάντιο χάρτη. Είδα τις ρυτιδωμένες πτυχές των βουνών, τις απατηλά λείες επιφάνειες της ερήμου μέχρι τα απόκρημνα ριζά των λόφων. Είδα τα πυκνά δάση και το στενό, γεμάτο γωνίες δρόμο να ξετυλίγεται ανάμεσα στα περάσματα. Κι ένιωσα ένα οξύ ευχάριστο σφίξιμο, σαν εκείνο που νιώθεις όταν γυρίζεις σπίτι μετά από πολύ καιρό.
"Να!" ψιθύρισε η Μητέρα καθώς το πανόραμα έσβηνε. "Μακάρι να το ήξερα από πριν. Είχα τόση μοναξιά -"
"Αλλά εσύ, Πήτερ" είπε αποφασιστικά. "Εσύ και η Μπέθυ πρέπει να πάτε να τους βρείτε".
"Γιατί, Μητέρα;" φώναξα γεμάτος απόγνωση. "Τι είναι αυτοί για εμάς ή εμείς για αυτούς ώστε να αφήσουμε το Σοκόρο και να πάμε ανάμεσα στους ξένους;"
Η Μητέρα ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και με κοίταξε με μάτια που έκαιγαν. Ταλαντεύτηκε για μια στιγμή, αλλά η Μπέθυ κουλουριάστηκε πίσω της στηρίζοντας την πλάτη της.
"Δεν είναι ξένοι", είπε αργά και καθαρά. "Είναι ο Λαός. Μοιραστήκαμε το ίδιο σκάφος για το Πέρασμα. Ήταν μαζί μας όταν βρεθήκαμε μέσα στο κενό και μόνο τα αστέρια που έσβηναν πίσω μας κι η φωτεινή λάμψη μπροστά μας μας έλεγαν ότι συνεχίζαμε να κινούμαστε. Εκείνοι, μαζί μας, κοίταξαν όλα τα αστέρια που έλαμπαν παγωμένα στο σκοτάδι κι αναρωτήθηκαν αν σε ένα από αυτά θα είμαστε καλοδεχούμενοι.
"Είστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό. Ακόμα και αν ο Πατέρας σας δεν ανήκε στο Λαό -"
Η φωνή της έσβησε. Το πρόσωπο της άλλαξε. Η Μπέθυ άλλαξε θέση και την ξάπλωσε απαλά στο κρεβάτι. Η Μητέρα σταύρωσε τα χέρια και αναστέναξε.
"Τόση μοναξιά", ψιθύρισε. "Κανένας δεν μπορεί να πάει μαζί σας. Ακόμα και μαζί τους η αναμονή είναι μοναχική".
Στη σιωπή που ακολούθησε, ακούσαμε τη Γιαγιά Ρώυθερ να κουνιέται ήσυχα στην πολυθρόνα της στο μπροστινό δωμάτιο. Η Μπέθυ κάθισε στο πάτωμα δίπλα μου, και τα μάγουλά της έκαιγαν και τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα με ένα παράξενο, σκοτεινό δέος.
"Πήτερ, δεν πόνεσε. Δεν πόνεσε καθόλου. Η πληγή γιατρεύτηκε!"
Αλλά δεν φύγαμε. Πως να αφήσουμε τη δουλειά μου και το σπίτι μας και να ξεκινήσουμε για - πού; Να ψάξουμε για - ποιον; Για - τι; Ίσως εγώ να έφταιγα περισσότερο, φαντάζομαι, αλλά δεν μπορούσα να πιστέψω απόλυτα αυτά που μας είχε πει η Μητέρα. Στο κάτω - κάτω δεν είχε πει τίποτα συγκεκριμένο. Ίσως να βρίσκαμε στα λόγια της ένα νόημα που δεν υπήρχε. Η Μπέθυ σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν τα αινιγματικά λόγια της Μητέρας προσπαθώντας να μαντέψει τι εννοούσε, αλλά δε φύγαμε.
Κι η Μπέθυ άρχισε να χλομιάζει και να αδυνατίζει, κι ήταν σχεδόν ένα χρόνο αργότερα όταν γύρισα μια μέρα σπίτι και τη βρήκα σφιχτά κουλουριασμένη στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά, να ανασαίνει με κόπο, η κάθε ανάσα ένας λυγμός.
Κόντεψα να τρελαθώ μέχρι να την κάνω να μου μιλήσει και να χαλαρώσει αρκετά για να μου δώσει το ένα της χέρι. Στο τέλος, όμως, άνοιξε τα μάτια της και το βλέμμα της ήταν θολό και ζαλισμένο, και κοίταξε κάπου μακριά, πέρα από μένα.
"Σαν χείμαρρος, Πήτερ", στέναξε. "Μαζεύεται. Θα έπρεπε - θα έπρεπε! Γεννήθηκα για να -" Σκούπισα τον κρύο ιδρώτα από το μέτωπό της. "Φουσκώνει συνέχεια. Κάπου πρέπει να ξεσπάσει. Κάτι πρέπει να κάνω! Πήτερ, Πήτερ, Πήτερ!" Στριφογύρισε στο κρεβάτι, κρύβοντας το συσπασμένο της πρόσωπο στο μαξιλάρι.
"Τι είναι αυτό, Μπέθυ;" τη ρώτησα γυρίζοντας το πρόσωπό της προς το μέρος μου. "Τι είναι;"
"Το πόδι του Γκλιμπ και το πλευρό του Μπαμπά, και το δάχτυλο του κυρίου Ταϊρύ -" κι η φωνή της έσβησε μέσα στη λιτανεία τόσων χρόνων αγωνίας.
"Πάω να φέρω το γιατρό Νταφ", είπα απελπισμένα.
"Όχι". Γύρισε το πρόσωπό της μακριά από το δικό μου. "Γιατί να προσθέσουμε κι άλλα; Ασε το να ξεσπάσει. Ω γρήγορα, γρήγορα!"
"Μπέθυ, μη μιλάς έτσι", είπα νιώθοντας να με πλημμυρίζει η τρομερή μου μοναξιά, που μόνο η Μπέθυ μπορούσε να απομακρύνει τώρα που δεν υπήρχε πια η Μητέρα. "θα βρούμε κάτι - κάποιο τρόπο -"
"Η Μητέρα μπορούσε να με βοηθήσει", είπε. "Λίγο. Αλλά πέθανε. Και τώρα έχω αρχίσει και νιώθω και τον πνευματικό πόνο! Η Ρήνα φοβάται ότι έχει καρκίνο. Ω, Πήτερ, Πήτερ!" Η φωνή της έσβησε σε ένα ψίθυρο. "Ασε με να πεθάνω! Βοήθησέ με να πεθάνω!"
Τα λόγια της μας τάραξαν και τους δυο τόσο πολύ που μείναμε σιωπηλοί. Να τη βοηθήσω να πεθάνει; Έγειρε στο χέρι της. Να γυρίσουμε στην Παρουσία με το βάρος των χρόνων που δεν είχαν τελειώσει να σέρνεται στα πόδια μας; Γιατί αν πήγαινε εκείνη, θα πήγαινα και εγώ.
Έπειτα τα μάτια μου άνοιξαν και κοίταξα το χέρι της Μπέθυ. Ποια Παρουσία; Ποια ήθη και έθιμα μιλούσαν στο μυαλό της;
Κι έτσι αναγκάστηκα να αποφασίσω. Έπεισα την Μπέθυ να πάρει ένα υπνωτικό και κάθισα μαζί της ακόμα κι όταν αποκοιμήθηκε. Και καθώς καθόμουνα εκεί όλα τα περασμένα χρόνια ξετυλίχθηκαν μέσα στο μυαλό μου. Πως θα έπρεπε να νοιώθει η Μπέθυ όλο αυτόν τον καιρό και δεν είχα αφήσει τον εαυτό μου να το καταλάβει.
Λίγο πριν ξημερώσει την ξύπνησα. Φτιάξαμε τις βαλίτσες μας και φύγαμε. Αφησα ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας για το γιατρό Νταφ όπου του έλεγα μόνο ότι πηγαίναμε να βρούμε κάποιον να βοηθήσει την Μπέθυ κι αν είχε την καλοσύνη να παρακαλέσει τη Ρήνα να φροντίζει το σπίτι. Κι ευχαριστώ.
Έκοψα ταχύτητα κοντά στην άκρη της διασταύρωσης και πάτησα φρένο. "Εντάξει" είπα απελπισμένα. "Διάλεξε εσύ αυτή τη φορά. Ή να το παίξουμε κορώνα - γράμματα. Κορώνα ίσια πάνω, γράμματα ίσια κάτω! Δεν ξέρω από που πρέπει να πάμε, Μπέθυ. Μόνο μια ματιά μπόρεσα να ρίξω σε τούτη τη χώρα τότε με τη Μητέρα. Υπάρχουν εκατομμύρια χαράδρες κι εκατομμύρια δρόμοι. Φερθήκαμε ανόητα φεύγοντας από το Σοκόρο. Στο κάτω - κάτω δεν έχουμε τίποτα για να μας καθοδηγήσει παρά μόνο αυτά που είπε η Μητέρα. Ίσως να παραμιλούσε".
"Όχι", μουρμούρισε η Μπέθυ. "Δεν είναι δυνατόν. Πρέπει να είναι αλήθεια".
"Μα, Μπέθυ", είπα. Γέρνοντας το κουρασμένο μου κεφάλι στο τιμόνι, "ξέρεις πόσο θέλω να είναι αλήθεια, όχι μόνο για σένα αλλά και για μένα. Αλλά κοίταξε. Τι στοιχεία έχουμε ώστε να υποθέσουμε ότι η Μητέρα είχε δίκιο; Πρώτον ότι γίνονται διαστημικά ταξίδια, ότι άρχισαν πριν από πενήντα χρόνια. Δεύτερον, ότι η Μητέρα κι ο Λαός της ήρθαν εδώ από έναν άλλο πλανήτη. Τρίτον, ότι εμείς είμαστε, για να πούμε ωμά, μιγάδες, μια διασταύρωση ανάμεσα στη Γη και ένας Θεός ξέρει ποιον κόσμο. Τέταρτον, ότι υπάρχει μια πιθανότητα - στα δέκα εκατομμύρια - να βρούμε τους άλλους που ήρθαν την ίδια εποχή με τη Μητέρα, αν κανένας από αυτούς επέζησε από το Πέρασμα.
" Αν τα λέγαμε αυτά σε ένα φυσιολογικό άνθρωπο, θα μας έπαιρνε για τρελούς. Όχι, στηριζόμαστε υπερβολικά σε ένα όνειρο και μια ελπίδα. Ας γυρίσουμε πίσω, Μπέθυ. Μας μένουν ακριβώς όσα λεφτά χρειάζονται για τη βενζίνη. Ας τα παρατήσουμε".
"Και να γυρίσουμε σε τι;" ρώτησε η Μπέθυ, και το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ένταση. "Όχι, Πήτερ. Να πάρε".
Σήκωσα τα μάτια και μου έδωσε ένα από τα σχέδια που έπλαθε με τη λιακάδα, μια χούφτα φως που μπερδεύτηκε για μια στιγμή ανάμεσα στα δάχτυλά μου κι έσβησε.
"Αυτή είναι η Γη;" ρώτησε ήσυχα. "Πόσοι από τους φίλους μας μπορούν να πετάνε; Πόσοι" δίστασε, "πόσοι μπορούν να θυμηθούν;" "Να θυμηθούν;" είπα αργά και έπειτα χτύπησα το τιμόνι
"Να θυμηθούν;" είπα αργά και έπειτα χτύπησα το τιμόνι με τη γροθιά μου. "Ω, Μπέθυ, είναι τόσο κουτό! Λες κι ακούω τον Μπαμπ!"
Κλώτσησα το φορτηγάκι για να πάρει μπρος κι έστριψα στο πρώτο δρομάκι για την έρημο μετά τη διασταύρωση. Βγήκα ακόμα κι από αυτό το σχεδόν ανύπαρκτο μονοπάτι και χώθηκα μέσα στη γυμνή έρημο, και τράβηξα για μια συστάδα δέντρων στην άλλη άκρη, που σημάδευαν την ξεραμένη κοίτη ενός ποταμού στα πόδια των χαμηλών λόφων. Και καθώς ο ήλιος βασίλευε πλέκοντας δαντέλα από σκιές μέσα από τα αραιά φυλλώματα, σταματήσαμε για να περάσουμε τη νύχτα.
Ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από τα δέντρα, κοίταζα βαθιά μέσα στο θόλο του ουρανού πάνω από την έρημο κι άφηνα το μυαλό μου να καθαρίσει και να γίνει λείο, τόσο λείο που ακόμα κι η απαλή ανάσα της Μπέθυ που καθόταν δίπλα μου το έκανε να ανατριχιάζει.
'Και θυμήθηκα. Αλλά ,όνο τη Μητέρα - και - τον - Πατέρα, και τη μικρή φωτιά που είχα στα χέρια μου, και τον Γκλιμπ με το δόκανο στο πόδι, και την Μπέθυ κουλουριασμένη στο κρεβάτι με το πρόσωπο στα γόνατα, και τον αδύναμο ήχο της βασανισμένης της ανάσας.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Έπρεπε να θυμηθώ. Έπρεπε οπωσδήποτε. Έκλεισα τα μάτια μου και συγκεντρώθηκα, συγκεντρώθηκα με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που ένιωσα την εξάντληση να με πλημμυρίζει. Τίποτα δεν ερχόταν τώρα, ούτε ίχνος θύμησης. Απελπισμένος χαλάρωσα, κι αφέθηκα στη δροσερή άμμο. Και ξαφνικά άγνωστοι μοχλοί κινήθηκαν, ήρθαν στη θέση τους μέσα στο μυαλό μου και βρέθηκα, όπως ήμουνα, να αιωρούμαι πάνω από ένα χάρτη σε φυσικό μέγεθος.
Αργά και με δυσκολία, εντόπισα το Σοκόρο, και τη λεπτή κλωστή που ήταν το Ρίο Γκόρντο. Την ακολούθησα, την έχασα, την ξαναβρήκα, και την ακολούθησα προσεχτικά . Έπειτα εντόπισα την Κοιλάδα Βάλκαν Σπρινγκς να σκαρφαλώνει πλατιά μέσα από την έρημο προς τα βουνά της Σιέρα Κομπρένια. Ήταν μια αλλόκοτη αίσθηση να κοιτάζω από ψηλά τη μικροσκοπική χαραγματιά που θα πρέπει να ήταν το σημείο όπου ήμουνα ξαπλωμένος τώρα. Έπειτα άπλωσα τη σκέψη μου γύρω από αυτό το σημείο. Τίποτα. Έψαξα πιο βόρεια κι ανατολικά κι έπειτα πάλι βόρεια. Ξαφνικά ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα. Το είχα βρει. Το σφίξιμο στην καρδιά μου μου έλεγε πως τούτη ήταν η Πατρίδα. Την άκουγα να με καλεί.
Το διάβασα στην Μπέθυ. Το πανύψηλο δασωμένο βουνό με τις απότομες πλαγιές. Το πελώριο σκουπιδότοπο πέρα από την άλλη πλευρα του βουνού. Τον καπνό να σκαρφαλώνει ανέμελα από τα σπίτια μιας πόλης ξυλοκόπων, όλα μαζί να σχηματίζουν τις πλευρές ενός λεπτού τριγώνου. Κάπου σε αυτή την περιοχή ήταν το μέρος που γυρεύαμε.
Ανοιξα τα μάτια κι είδα την Μπέθυ να κλαίει.
"Μα, Μπέθυ", είπα. "Τι έπαθες; Δεν χαίρεσαι;"
Η Μπέθυ προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλια της έτρεμαν. Έκρυψε το πρόσωπό της με το μπράτσο της και ψιθύρισε, "Είδα κι εγώ! Ω Πήτερ, αυτή τη φορά το είδα κι εγώ!"
Βγάλαμε το χάρτη μας και στο αδύναμο φως του δειλινού προσπαθήσαμε να μεταφράσουμε τη θύμησή μας. Από ότι μπορούσαμε να υπολογίσουμε θα έπρεπε να ξεκινήσουμε για ένα μέρος μακριά από τον αυτοκινητόδρομο που λεγόταν Κέρυ Κάνιον. Φαινόταν να είναι το μόνο κατοικημένο σημείο σε ολόκληρη εκείνη την περιοχή κοντά στο μεγάλο βουνό. Κοίταξα τη μικρή μαύρη κουκίδα στην άκρη ενός καρόδρομου κι αναρωτήθηκα αν σημάδευε το τέλος όλων μας των ελπίδων ή την αρχή μιας καινούριας ζωής και για τους δυο μας. Ζωή και πνευματική ισορροπία για την Μπέθυ, και για μένα... Σε ένα ξαφνικό σπασμό συγκίνησης, τσαλάκωσα τ χάρτη με το χέρι μου. Ένιωσα τυφλά ότι όλη μου τη ζωή δεν είχα γνωρίσει ποτέ κανέναν άλλο εξόν από τη Μητέρα και τον Μπαμπά και την Μπέθυ. Ότι ήμουνα ένα φάντασμα που περιπλανιόταν στον κόσμο. Ας μπορούσα να δω έστω κι ένα μόνο άνθρωπο που να ένιωθε σαν κι εμάς! Να ξέρω ότι η Μπέθυ κι εγώ δεν είμαστε μόνοι με την εξωγήινη κληρονομιά μας!
Ίσιωσα το χάρτη και τον ξαναδίπλωσα. Η νύχτα είχε πέσει κι ο άνεμος ήταν παγωμένος. Τρέμαμε από το κρύο καθώς πηγαινοερχόμαστε ψάχνοντας για ξύλα για να ανάψουμε τη φωτιά μας.
Ο Κέρυ Κάνιον ήταν ένας εμπορικός δρόμος, δυο βενζινάδικα, δυο σαλούν, δυο μαγαζιά, δυο εκκλησίες, και μια χούφτα σπίτια τυχαία σκορπισμένα στην λοφοπλαγιά που κατηφόριζε σε μια περιοχή που μου φαινόταν πολύ στενή για να έχει δρόμο. Το λιγοστό νερό στο ρέμα κύλαγε τεμπέλικα και δισταχτικά περιμένοντας τις φθινοπωρινές βροχές για να γίνει ποτάμι. Μερικές ξαφνικές σταγόνες στο παρμπρίζ μας έδειχναν ότι δεν θα περίμενε και πολύ.
Περάσαμε την παλιά γέφυρα και προχωρήσαμε στην πόλη. Ο δρόμος πέρναγε απότομα πάνω από τις σκουριασμένες γραμμές του σιδηροδρόμου κι έστριβε αριστερά, αποφεύγοντας ένα ύψωμα που σε ένα κοίλωμά του ήταν στημένο το ένα από τα δυο βενζινάδικα.
Σταματήσαμε μπροστά στο βενζινάδικο. Ο υπάλληλος με τη στολή μας πλησίασε.
"Μερικές πληροφορίες μόνο θέλουμε να ζητήσουμε", είπα και σκεφτόμουνα το ισχνό μου πορτοφόλι. Είχαμε γεμίσει για τελευταία φορά το ντεπόζιτό μας πριν χωθούμε στο λαβύρινθο από χαράδρες ανάμεσα στον αυτοκινητόδρομο και σε τούτο το μέρος. Σύντομα θα είμαστε αναγκασμένοι να σταματήσουμε, είτε βρίσκαμε το Λαό είτε όχι.
"Βέβαια! Βέβαια! Θα χαρώ πολύ να σας εξυπηρετήσω!" Ο υπάλληλος έσπρωξε πίσω την τραγιάσκα του. "Τι μπορώ να κάνω για σας;"
Κόμπιασα, προσπαθώντας να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και τα λόγια μου - και λίγες από τις ελπίδες που είχα χάσει καθώς απομακρυνόμαστε από τη διασταύρωση.
"Προσπαθούμε να βρούμε κάτι - φίλους μας. Μας είπαν ότι έμεναν από την άλλη μεριά του βουνού, κοντά στο Μπάλντυ. Υπάρχει κανένας -"
"Είστε φίλοι αυτών των ανθρώπων;" ρώτησε έκπληκτος. "Για δες, λοιπόν, αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον! Είστε οι πρώτοι που ήρθαν ποτέ να τους ζητήσουν".
Ένιωθα το χέρι της Μπέθυ να τρέμει πάνω στο δικό μου. Ώστε λοιπόν υπήρχε πραγματικά κάτι πέρα από το Κέρυ Κάνιον!
"Πως δηλαδή; Τι έχουν;"
"Τίποτα δεν έχουν, φίλε, τίποτα. Είναι μάλιστα πολύ συμπαθητικοί. Έρχονται συχνά στο χωριό για δουλειές. Και στην εκκλησία και για τους χορούς".
"Χορούς;" Έριξα μια ματιά στους απόκρημνους λόφους.
"Βέβαια. Δεν είμαστε και τόσο ψόφιοι όσο φαινόμαστε". Ο υπάλληλος χαμογέλασε. "Τα Σαββατόβραδα τούτη η πόλη γίνεται σωστό πανηγύρι. Έχει ένα σωρό ράντσα στους λόφους. Όχι βέβαια και πολλά κατά τη μεριά του Κούγκαρ. Εκεί ζουν μόνο οι φίλοι σου, έτσι δεν είπες;"
"Ναι, κοντά στο Μπάλντυ".
"Ε, δε ζει και κανένας άλλος από κείνα τα μέρη". Δίστασε. "Έι, θέλω να σε ρωτήσω κάτι"./p>
"Ναι. Σαν τι;"
"Να, αυτοί οι άνθρωποι είναι κάπως μονόχνοτοι. Όχι ότι είναι φαντασμένοι ή τίποτα τέτοιο, αλλά - να, αναρωτιόμουνα. Από που είναι; Μήπως από καμιά από κείνες τις χώρες στην Ευρώπη που καταστράφηκαν στον πόλεμο; Είναι ξένοι, σωστά; Και από ότι φαίνεται εκείνο που εξάγει η Ευρώπη τελευταία είναι Πολιτικοί Πρόσφυγες. Τέτοιοι είναι και αυτοί;"
"Ναι, θα μπορούσες να τους πεις έτσι. Γιατί;"
"Ε, να, μιλάνε σωστά σαν κι εμάς και θα πρέπει να ήταν κάποιος πόλεμος πριν από πολλά χρόνια, γιατί είναι εδώ από τον καιρό του μπαμπά μου, αλλά, πως να σου πω - τους νιώθουμε αλλιώτικους". Μάσησε σκεφτικά τα χείλια του. "Αλλά με την καλή έννοια. Πολύ αλλιώτικοι". Χαμογέλασε πάλι. "Δε θα με πείραζε να κάνω κόρτε στα κορίτσια τους, Μόνο που δεν σε ενθαρρύνουν καθόλου.
"Ευχαριστούμε, φίλε", είπα. "Ευχαριστούμε πολύ. Νομίζεις ότι θα φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει;">
"Ω, σίγουρα. Δεν είναι και τόσο μακριά, αλλά ο δρόμος είναι χάλια. Θα πρέπει να φτάσετε σε δυο - τρεις ώρες, εκτός κι αν βρέξει, όπως σας είπα".
Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβουμε ότι είχαμε φτάσει στο Τζάκας Φλατ. Ήταν σα να έκανες βουτιά. Αν νομίζαμε ότι ο δρόμος για το Κέρυ Κάνιον δεν ήταν καλός, τώρα αλλάξαμε γνώμη και γρήγορα μάλιστα. Πρώτα από όλα ήταν "διαλέξτε τις λακκούβες σας". Έπειτα αυτοκίνητα που είχαν περάσει πριν από το δικό μας είχαν κάνει βαθιά αυλάκια στο πυκνό κοκκινόχωμα που ήταν ανακατεμένο με πέτρες και βράχους μεγάλους σα δυο γροθιές κι αυτό συνεχιζόταν μέχρι πέρα μακριά στην άγονη έκταση του οροπεδίου.
Και, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, τα αυλάκια που διάλεγα να ακολουθήσω σταμάταγαν ξαφνικά λες και τα αυτοκίνητα που τα είχαν χαράξει είχαν κάνει όπισθεν ή είχαν πηδήξει στον αέρα κι είχαν προσγειωθεί πάρα πέρα. Οδηγούσα, μέσα κι έξω από τα αυλάκια, τόσο απορροφημένος να κάνω διάφορες υποθέσεις σχετικά με την παράξενη ιδιομορφία τους, που είχα σχεδόν ξεχάσει πόσο ανώμαλος ήταν ο δρόμος, μέχρι που μια κραυγή της Μπέθυ, με έκανε να τιναχτώ.
Πάτησα φρένο τόσο γρήγορα που το αυτοκίνητο ντεραπάρισε, ανέβηκε στην άκρη μιας λακκούβας, όρμησε μπροστά και κάθισε απότομα στο πίσω λάστιχο που αναστέναξε κι άρχισε να βουλιάζει αργά.
"Τι στο διάβολο!" ούρλιαξα, και για πρώτη φορά στη ζωή μου κόντεψα να θυμώσω με την Μπέθυ. "Γιατί το έκανες αυτό;"
Η Μπέθυ, κάτασπρη, έβγαλε το κεφάλι της μέσα από τη στρατιωτική κουβέρτα που της είχα δώσει για να τυλιχτεί. "Το σκέφτηκα ξαφνικά. Πήτερ, κι αν δεν μας θέλουν;"
"Να μη μας θέλουν; Τι θέλεις να πεις;" γρύλισα, ενώ σκεφτόμουν αν άξιζε το κόπο να αλλάξω λάστιχο.
"Δεν το σκεφτήκαμε. Ούτε μας πέρασε από το μυαλό ποτέ. Πήτερ, δεν - δεν ανήκουμε. Δε θα ήμαστε σαν και αυτούς. Ένα μέρος από εμάς είναι γήινο - όσο είναι και το άλλο από κάπου αλλού. Κι αν μας απορρίψουν; Αν σκεφτούν ότι είμαστε ανεπιθύμητοι;" Η Μπέθυ γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη μεριά. "Ίσως να μην ανήκουμε πουθενά, Πήτερ, πουθενά".
Ένιωσα να με τυλίγει μια παγωνιά, και δεν ήταν από το κρύο. Μέσα στη χαρά μας, είχαμε υποθέσει ότι θα είμαστε καλοδεχούμενοι. Αλλά πως το ξέραμε; Ίσως να μην μας ήθελαν. Δεν ανήκαμε στο Λαό. Δεν ανήκαμε στη Γη. Ίσως δεν ανήκαμε -πουθενά.
"Και βέβαια θα μας θέλουν", είπα με προσποιητό κέφι. Έπειτα τα μάτια μου κοίταξαν αλλού για να αποφύγουν το βλέμμα της Μπέθυ κι είπα πεισματωμένος. "Η Μητέρα είπε ότι θα μας βοηθούσαν. Είπε ότι είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια στόφα..."
"Αλλά ίσως το υφάδι να δέχεται μόνον αληθινό στημόνι. Η Μητέρα δεν μπορούσε να ξέρει. Δεν υπήρχαν - μιγάδες - όταν χωρίστηκε από αυτούς. Ίσως το γήινο αίμα μας να μας σημαδέψει -"
"Δεν είναι κακό να έχεις γήινο αίμα", είπα αγανακτισμένος. "Κι άλλωστε, όπως είπες, τι υπάρχει για σένα αν γυρίσουμε πίσω;"
Έφερε τις σφιγμένες της γροθιές στα μάγουλά της και τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και κοίταζαν το κενό. "Ίσως", μουρμούρισε, "ίσως αν συνεχίσω έτσι και τρελαθώ εντελώς, να μην υποφέρω πια τόσο τρομερά. Ίσως να αισθάνομαι κι ευτυχισμένη".
"Μπέθυ!" Η φωνή μου την έκανε να τιναχτεί. "Σταμάτησε αμέσως αυτές τις ανοησίες! Θα συνεχίσουμε. Ο μόνος τρόπος για να κρίνουμε τον Λαό, είναι από τη Μητέρα. Εκείνη δε θα μας απέρριπτε ποτέ, ούτε εμάς, ούτε άλλους σαν κι εμάς. Κι εκείνος στο βενζινάδικο είπε ότι είναι καλοί άνθρωποι".
Ανοιξα την πόρτα. "Βγες λίγο να ξεμουδιάσεις μέχρι να αλλάξω το λάστιχο. Από ότι δείχνει ο ουρανός, θα χρειαστεί να κάνουμε λίγο πατίνι πριν φτάσουμε στο Κούγκαρ".
Αλλά παρόλα τα θαρραλέα μου λόγια, δεν ήταν μόνο για το λάστιχο που γονάτισα δίπλα στο αυτοκίνητο, και ο θόρυβος που έκανε η τανάλια δεν ήταν ο μόνος ήχος που έστελνε ο άνεμος ψηλά στο μολυβένιο ουρανό.
Προσπάθησα να ξεχωρίσω το δρόμο μέσα από τους καταρράκτες της βροχής που πλημμύριζαν το παρμπρίζ μας με τέτοια ορμή που οι καθαριστήρες είχαν σταματήσει να λειτουργούν. Ότι μπόρεσα να δω από το δρόμο έδειχνε ένα απατηλό λείο σοκολατένιο ποτάμι, αλλά άλλοτε τρανταζόμαστε σα να γινόταν σεισμός, κι άλλοτε πεταγόμαστε μέσα από σεντόνια νερού σα να είμαστε κρις - κραφτ, ή γλιστρούσαμε άσκοπα και επικίνδυνα πάνω σε λασπερές επιφάνειες που μας τίναζαν γιάρδες ολόκληρες έξω από το δρόμο. Τότε σερνόμαστε προσεχτικά πίσω μέχρι που το μουσκεμένο τρίξιμο των λάστιχων μας έλεγε ότι είχαμε ξαναγυρίσει στις πλημμυρισμένες λακκούβες.
Έπειτα, ξαφνικά, έπαψε να υπάρχει. Ο δρόμος, θέλω να πω. Απλωνόταν μερικές γιάρδες μπροστά μας κι έπειτα απλώς ξεχείλισε πάνω από την άκρη, μέσα στη βροχή, μέσα στο τίποτα.
"Δεν μπορεί να πηγαίνει εκεί", μουρμούρισε η Μπέθυ. "Δεν είναι δυνατόν να εξαφανίζεται έτσι ξαφνικά".
"Ωραία, αλλά εγώ δεν πρόκειται να εξαφανιστώ μαζί του, δίχως να ξέρω που πηγαίνω", είπα και κουκουλώθηκα πιο σφιχτά με τη στρατιωτική μου κουβέρτα. Το τζάκετ μου ήταν χωμένο κάπου στο πίσω μέρος και δεν είχα νοιαστεί να το ξετρυπώσω. Σήκωσα τους ώμους μου για να φέρω την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου. "Θα πάω να ρίξω μια ματιά πρώτα".
Γλίστρησα έξω στο συμπαγή τοίχο που είχε δημιουργήσει η βροχή που σφύριζε και έπεφτε με θόρυβο γύρω μου στον πλημμυρισμένο δρόμο. Μουσκεύτηκα μέχρι τα γόνατα και χώθηκα στις λάσπες μέχρι το καλάμι ώσπου να φτάσω γλιστρώντας στο σημείο όπου ο δρόμος σταματούσε. Το μονοπάτι - να το πω δρόμο; - έφτανε μέχρι το χείλος της χαράδρας κι έστριβε απότομα δεξιά, κι έπειτα χανόταν κατά μήκος μιας προεξοχής γεμάτη θάμνους που προχωρούσε στο χείλος της χαράδρας. Αν κατάφερνα να περάσω το φορτηγάκι πάνω από το χείλος και να μπω στο μονοπάτι δεν θα ήταν και τόσο άσχημα. Αλλά - κοίταξα πάνω από το χείλος στη στροφή. Ήταν σαν άβυσσος, χαμένη στη βροχή και το σκοτάδι. Ανατρίχιασα.
Έπειτα, γρήγορα, για να μην χάσω το θάρρος μου, γύρισα παραπατώντας στο αυτοκίνητο.
"Προσευχήσου, Μπέθυ. Φύγαμε".
Ακούσαμε το ρούφηγμα και το τρίξιμο των λάστιχων που γύριζαν, κι ήρθε η τρομερή στιγμή που κρεμαστήκαμε στο χείλος. Έπειτα η στροφή. Και βρεθήκαμε να κρεμόμαστε στο κενό, με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου να δείχνει προς τη σωστή κατεύθυνση, έκανε τον κρύο ιδρώτα στο πρόσωπό μου να τιναχτεί και να κυλήσει ανακατεμένος με τη βροχή.
Μπήκα στο πρώτο πλάτωμα που βρήκαμε στο δρόμο και σταμάτησα. Καθόμαστε μέσα στη σιωπή κι ακούγαμε τη βροχή. Ένιωθα σάμπως κάτι αφάνταστα πολύτιμο να βρισκόταν ακριβώς μπροστά μου. Το χέρι της Μπέθυ τρύπωσε στο δικό μου και κατάλαβα πως ένιωθε και αυτή το ίδιο πράγμα. Αλλά ξαφνικά η Μπέθυ τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό μου κι άρχισε να με χτυπάει στον ώμο και με τις δυο της γροθιές με μια βιαιότητα που ποτέ πριν δεν είχε ξαναδείξει.
"Δεν αντέχω, Πήτερ!" φώναξε βραχνά, κι η συγκίνηση έπνιγε τη φωνή της. "Έλα να γυρίσουμε πριν ανακαλύψουμε τίποτα άλλο. Κι αν μας διώξουν! Ω, Πήτερ! Πάμε να φύγουμε προτού μας βρουν! Έτσι θα μας μείνει τουλάχιστον το όνειρό μας. Θα κάνουμε ότι κάποια μέρα θα γυρίσουμε. Αλλιώς δε θα μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε ποτέ πια, να ξαναελπίσουμε ποτέ πια!" Έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. "Θα τα καταφέρω. Προτιμώ να φύγω, ελπίζοντας, παρά να διακινδυνέψω να με απορρίψουν".
"Εγώ όμως όχι", είπα, βάζοντας μπροστά τη μηχανή. "Οι πιθανότητές να μας καλωσορίσουν είναι ίδιες με τις πιθανότητες να μας πετάξουν έξω. Κι αν μπορούν να σε βοηθήσουν - Δε μου λες τι έχεις πάθει σήμερα; Υποτίθεται ότι εγώ είμαι εκείνος που αμφιβάλλει, θυμάσαι; Εσύ έχεις την πίστη και τον ενθουσιασμό!" Της χαμογέλασα, αλλά η καρδιά μου ράγισε καθώς είδα το τραβηγμένο από την απελπισία πρόσωπό της.
Το μονοπάτι οδηγούσε σταθερά προς τα κάτω, αναδιπλωνόταν καθώς πηγαινοερχόταν μπρος - πίσω κατά μήκος της χαράδρας, άλλοτε απόκρημνο, άλλοτε σχεδόν επίπεδο. Όσο προχωρούσαμε τόσο πιο ξεκούραστος ένιωθα, σαν να έκλεινα πόρτες πίσω μου ή να τις άνοιγα μπροστά μου. Έπειτα έγινε ένα από τα συνηθισμένα θαύματα του βουνού. Τα σύννεφα άνοιξαν ξαφνικά κι ο απογευματινός ήλιος φάνηκε από μέσα τους. Και τόσο απρόσμενα που σχεδόν τρόμαξα, ένα πελώριο βουνό διαγράφτηκε πέρα μακριά στο μουντό γκρίζο ορίζοντα. Μέσα στο φως που κύλαγε από ψηλά σαν καταρράκτης, οι πανύψηλες πλαγιές του έμοιαζαν να κινούνται, να μας πλησιάζουν καθώς κοιτάζαμε. Η βροχή συνέχισε να πέφτει, αλλά τώρα σε αστραφτερές ασημένιες κλωστές. Κι η ζωηρή άκρη ενός ουρανίου τόξου πιτσίλισε με χρώμα τις κορυφές των δέντρων και μια γωνιά του ουρανού.
Δεν κοίταζα το δρόμο. Κοίταζα αυτό το θαύμα της φύσης που ξεδιπλωνόταν γύρω μας. Κι έτσι όταν, ακούγοντας την κραυγή της Μπέθυ, έφερα πάλι τα μάτια μου στο δρόμο, το μόνο που πήρα μαζί μου στο φουρτουνιασμένο σκοτάδι που βυθίστηκα ήταν η σκέψη της Μπέθυ και το όραμα εκείνου του άλλου αυτοκινήτου που γλίστραγε από τα ψηλότερα κλαδιά ενός δέντρου, μερικά δευτερόλεπτα πριν πέσει πάνω μας από το πλάι, μια γιάρδα πάνω στο δρόμο.
Νόμιζα ότι είχα πεθάνει. Φοβόμουνα να ανοίξω τα μάτια μου γιατί ένιωθα τη βροχή να κάνει λιμνούλες πάνω στα κλεισμένα μου βλέφαρα.Κι έπειτα ανάσανα. Ήμουνα ζωντανός. Ένα μαχαίρι ανεβοκατέβαινε στην αριστερή πλευρά του στήθους μου και στριφογύριζε με κάθε ανάσα που έπαιρνα απρόθυμα.
Έπειτα άκουσα μια φωνή.
"Δόξα να έχει η Δύναμη, δεν χτύπησαν πολύ άσχημα. Αλλά, ω, Βάλανσυ! Τι θα πει ο Πατέρας;" Η φωνή ήταν νεαρή και τρομαγμένη.
"Εσύ τον γνωρίζεις πιο πολύ καιρό από μένα", απάντησε μια άλλη κοριτσίστικη φωνή. "Κάτι θα πρέπει να ξέρεις".
"Δεν έχω ξανακάνει δυστύχημα, ούτε καν όταν οδηγώ αντί να πετάω".
"Έχω μια ιδέα ότι θα σε προσγειώσει για αρκετό καιρό", απάντησε η δεύτερη φωνή. "Αλλά δεν είναι αυτό που με απασχολεί, Κάρεν. Γιατί δεν καταλάβαμε ότι έρχονταν; Πάντα διαισθανόμαστε τους Ξένους. Θα έπρεπε να το είχαμε καταλάβει -"
"Ο ε.δ., τότε", είπε η φωνή της Κάρεν.
"Ο ε.δ.;"
"Ναι. Αν δεν τους διαισθανθήκαμε, τότε δεν είναι Ξένοι -"Ακούστηκε μια κοφτή ανάσα κι έπειτα. "Ω, τι είπα, Βάλανσυ!" Δεν φαντάζεσαι!" Ένιωσα μια κίνηση κοντά μου κι άκουσα τον απαλό ήχο μιας ανάσας. "Λες να είναι στα αλήθεια άλλοι δυο δικοί μας; Ω, Βάλανσυ, θα πρέπει να είναι δεύτερη γενιά - είναι στην ηλικία μας. Πως μας βρήκαν; Ποιοί από τους χαμένους μας να ήταν άραγε οι γονείς τους;"
Η Βάλανσυ φαινόταν να διασκεδάζει. "Αυτές είναι ερωτήσεις που στην κατάσταση που βρίσκονται οπωσδήποτε δεν μπορούν να απαντήσουν τώρα, Κάρεν. Καλύτερα να σκεφτούμε τι θα κάνουμε. Κοίταξε, το κορίτσι συνέρχεται".
Ένα βογκητό δίπλα μου με έκανε να τιναχτώ. Έκανα να ανασηκωθώ. "Μπέθυ -" άρχισα κι όλα τα μαχαίρια στριφογύρισαν στα πλεμόνια μου. Η κραυγή της Μπέθυ ακολούθησε το σφίξιμο που ένιωσα.
Τα μάτια μου είχαν ανοίξει τώρα, και το πόδι μου ήταν ένας καυτός πόνος στο βάθος του μυαλού μου. Έτριξα τα δόντια μου, αλλά η Μπέθυ βόγκηξε πάλι.
"Βοηθείστε τη, βοηθείστε τη!" παρακάλεσα τις δυο θαμπές μορφές που έσκυβαν από πάνω μας, καθώς προσπαθούσα να κρατήσω την αναπνοή μου για να σταματήσω τον πόνο.
"Μα δεν έχει τίποτα", φώναξε η Κάρεν. "Ένα καρούμπαλο, μερικές γρατσουνιές".
Κάνοντας μια προσπάθεια ξεχώρισα καθαρά ένα φωτεινό καθάριο πρόσωπο - της Βάλανσυ - που τα βαθιά της μάτια ήταν σκυμμένα από πάνω μου. Έδιωξα τη βροχή από τα χείλη μου και τραύλισα ηλίθια. "Δεν είστε καν βρεγμένες με όλη αυτή τη βροχή!" Μια έκφραση θλιμμένης έκπληξης πέρασε στο πρόσωπό της. Ακολούθησε μια σιωπή καθώς με κοίταζε έντονα κι έπειτα είπε, "Οι προστατευτικές τους οθόνες δεν λειτουργούν, Κάρεν. Να απλώσουμε τις δικές μας".
"Εντάξει, Βάλανσυ". Κι οι ενοχλητικές σταγόνες σταμάτησαν να με μουσκεύουν.
"Πως είναι το κορίτσι;"
"Θα πρέπει να είναι το σοκ ή κάτι εσωτερικό -"
Έκανα να γυρίσω να δω, αλλά ο λυγμός της Μπέθυ με σταμάτησε.
"Βοηθείστε τη", φώναξα, ψάχνοντας σαν τρελός στο μυαλό μου για τα λόγια της Μητέρας. "Είναι - είναι Ευαίσθητη!"
"Ευαίσθητη;" Οι δυο τους αντάλλαξαν βλέμματα. "Τότε γιατί δεν -" Η Βάλανσυ άρχισε να λέει κάτι, έπειτα στράφηκε απότομα. Έκρυψα το κεφάλι μου στα χέρια μου καθώς άκουγα.
"Μπέθυ - γλυκιά μου - άκουσέ με!" Η φωνή ήταν ζεστή αλλά αυταρχική. "Θα σε βοηθήσω. Θα σου δείξω, Μπέθυ".
Ακολούθησε σιωπή. Ένα ζεστό χέρι έπιασε το δικό μου κι η Κάρεν κάθισε κοντά μου.
"Την ερευνά". Ψιθύρισε. "Μπαίνει στο μυαλό της. Για να τη μάθει να ελέγχει. Είναι πολύ απλό. Πως γίνεται και δεν το ξέρει;"
Ακουσα ένα απαλό "Ω", γεμάτο έκπληξη από την Μπέθυ κι ένα ενθουσιασμένο "Ω, σε ευχαριστώ, Βάλανσυ, σε ευχαριστώ!"
Ανασηκώθηκε στον αγκώνα μου, κι ο πόνος κυλούσε μέσα μου καυτός από την κορυφή μέχρι τα νύχια, και κοίταξα την Μπέθυ. Με κοίταζε, και το ήσυχο πρόσωπό της ήταν πιο ευτυχισμένο από ότι θα μπορούσαν να το κάνουν ποτέ χίλια χαμόγελα. Κοιταχτήκαμε και δυο δάκρια ανακούφισης κύλησαν από τα μάτια μας, κι έπειτα είπε σιγανά, "Πες τους, τώρα, Πήτερ. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε αν δεν τους πεις!"
Ξάπλωσα πάλι, κοιτάζοντας τον ουρανό όπου οι σκόρπιες στάλες έπεφταν ακόμα, μόνο που καμιά δεν έφτανε μέχρι εμάς. Το χέρι της Κάρεν ήταν ζεστό πάνω στο δικό μου κι ένιωσα μια ανατριχίλα απροθυμίας. Αν μας έδιωχναν...! Αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν πίσω αυτό που είχαν δώσει στην Μπέθυ, ακόμα κι αν - έκλεισα τα μάτια μου και το είπα όσο πιο ωμά μπορούσα.
"Δεν ανήκουμε στο Λαό - όχι ολοκληρωτικά. Ο Πατέρας δεν ανήκε στο Λαό. Είμαστε μιγάδες".
Ακολούθησε μια ξαφνιασμένη σιωπή.
"Δηλαδή η μητέρα σας παντρεύτηκε ένα Ξένο;" Η φωνή της Βάλανσυ ήταν γεμάτη έκπληξη. "Κι εσύ κι η Μπέθυ είστε -;"
"Ναι, τον παντρεύτηκε και ναι, εγώ και η Μπέθυ είμαστε!" απάντησα. "Κι ο Μπαμπάς ήταν ο καλύτερος -" Η επιθετικότητά μου έσβησε πάνω στην κοφτερή κόψη του πόνου. "Πέθαναν και οι δύο... Η Μητέρα μας έστειλε σε εσάς".
"Αλλά η Μπέθυ είναι ευαίσθητη..." Η φωνή της Βάλανσυ ήταν σκεφτική.
"Ναι, κι εγώ πετάω και κάνω διάφορα πράγματα να ταξιδεύουν στον αέρα και μια φορά μάλιστα έφτιαξα φωτιά. Αλλά ο Μπαμπάς -" Έκρυψα το πρόσωπό μου και το άφησα να συσπαστεί από τον πόνο που μεγάλωνε.
"Τότε λοιπόν μπορούμε!" Δεν μπορούσα να καταλάβω τη συγκίνηση στη φωνή της Βάλανσυ. "Τότε ο Λαός και ο Ξένοι - Μα είναι απίστευτο εσείς να..." Η φωνή της έσβησε.
Στη σιωπή που ακολούθησε, η Μπέθυ ακούστηκε τρεμάμενη και φοβισμένη. "Θα μας διώξετε;" Η καρδιά μου σφίχτηκε από τον πόνο της φωνής της.
"Να σας διώξουμε! Μα είστε δικοί μας, δικοί μας! Και βέβαια όχι! Πως είναι δυνατόν να αμφιβάλλετε!" Το χέρι της Βάλανσυ αγκάλιασε σφιχτά την Μπέθυ, και τα δάχτυλα της Κάρεν έσφιξαν ζεστά τα δικά μου. Η ένταση που είχε γίνει ένας σκληρός κόμπος μέσα μου διαλύθηκε, η Μπέθυ κι εγώ είχαμε βρει την πατρίδα.
Τότε η Βάλανσυ έγινε πολύ απότομη.
"Μπέθυ, τι έχει ο Πήτερ;"
Η Μπέθυ ξαφνιάστηκε. "Που ήξερες το όνομά του;" Έπειτα χαμογέλασε. "Βέβαια. Όταν με ερευνούσες!" Με άγγιξε ελαφρά στα πλευρά, στα πόδια. "Έχει χτυπήσει τέσσερα πλευρά. Το αριστερό πόδι έσπασε. Αυτό είναι όλο. Να τον ελέγξω;"
"Ναι", είπε η Βάλανσυ. "Θα σε βοηθήσω".
Κι ο πόνος έφυγε, υπνωτισμένος από την πειστική ζεστασιά που ένιωσα μέσα μου καθώς η Μπέθυ κι η Βάλανσυ μπήκαν απαλά στο μυαλό μου.
"Ωραία", είπε η Βάλανσυ. "Χαιρόμαστε που καλωσορίζουμε μια Ευαίσθητη. Η Κάρεν και εγώ ξέρουμε λίγο πως λειτουργούν γιατί είμαστε Ερευνήτριες. Αλλά δεν έχουμε κανέναν αποκλειστικά Ευαίσθητο στην ομάδα μας τώρα".
Στράφηκε σε εμένα. "Είπες ότι ξέρεις την άψυχη πτήση;"
"Δεν ξέρω", είπα. "Δεν ξέρω τις λέξεις για πολλά πράγματα".
"Θα πρέπει να χαλαρώσεις τελείως. Συνήθως δεν το χρησιμοποιούμε για ανθρώπους. Αλλά αν χαλαρώσεις εντελώς, θα τα καταφέρουμε".
Με τύλιξαν ζεστά με τις κουβέρτες μας κι ελαφρά, στηρίζοντας με το ένα χέρι τους ώμους μου και με το άλλο τα πόδια μου, με σήκωσαν ψηλά και πέταξαν μαζί μου μέσα από τα δέντρα, ενώ η Μπέθυ ακολουθούσε πιασμένη από το ελεύθερο χέρι της Βάλανσυ.
Πριν φτάσουμε στην αυτή, η πόρτα άνοιξε και ζεστό κίτρινο φως ξεχύθηκε στο σούρουπο. Τα κορίτσια σταμάτησαν στη βεράντα και με παρέδωσαν σε δυο άντρες που περίμεναν. Στη σιωπηλή παύση που ακολούθησε πριν από τις ερωτήσεις και τις εξηγήσεις, ένιωσα την Μπέθυ να παίρνει μια βαθιά ανάσα γεμάτη ανακούφιση και να ενώνεται με το Λαό γύρω μας όπως οι στάλες της βροχής με το ποτάμι.
Αλλά ακόμα κι όταν κατάλαβα ότι θα ξαναλιποθυμούσα κι ένιωσα τον εαυτό μου να παραδίνεται στη ζεστασιά της αίσθησης ότι επιτέλους ανήκα, κάπου βαθιά μέσα μου, ένας πυρήνας, μια σπίθα, δεν μπορούσε - όχι, δεν ήθελε να σβήσει - δεν ήθελε ακόμα να παραδοθεί τελεσίδικα στο Λαό.