![]() |
![]() |
Jack Williamson
Jamboree, 1969
Ο αρχηγός γλίστρησε στην κατασκήνωση πάνω σε μαύρα πλαστικά καρούλια. Η λεπτή κίτρινη καλύπτρα του έλαμπε στο ψυχρό πρωινό φως σαν κέλυφος σκαθαριού. Στάθηκε στην πόρτα, αφουγκράστηκε μήπως δεν κοιμόταν κανείς. Κατόπιν τα γουρλωτά του μάτια άρχισαν να στριφογυρίζουν, εξακοντίζοντας κόκκινες ακτίνες σε κάθε γωνιά, ψάχνοντας για παιδιά που δεν βρίσκονταν στο κρεβάτι.
"Όρθιοι και με χαμόγελο!". Η δυνατή, εύθυμη φωνή αντήχησε στους γκρίζους σιδερένιους τοίχους. "Η Αγέλη να σηκωθεί και να χαμογελάσει! Χοπ για το γέρο Ποπ! Η Μητέρα λέει πως σήμερα έχουμε Τζάμπορι!"
Η Ομάδα Γατάκια, πλάι στην πόρτα, αποτελούνταν στο μεγαλύτερο μέρος από βρέφη, ακόμα στα αυτόνομα καροτσάκια τους. Αρχισαν να νιαουρίζουν, ακόμα δεν είχαν μάθει να αγαπούν τον γέρο Ποπ. Η χαρούμενη φωνή της μηχανής υψώθηκε πάνω από τα κλάματά τους κι έφτασε γρήγορα στη στενή πτέρυγα των νηπίων της Ομάδας Ανθραξ.
"Χοπ για τον Ποπ! Η Μητέρα λέει πως έχουμε Τζάμπορι!"
Τα νήπια πετάχτηκαν προσοχή, με κραυγές χαράς. Το Τζάμπορι σήμαινε λαμπερά χρυσά αστέρια στα πρόσωπά τους. Σήμαινε ρόδινο παγωτό γάλα, ίσως και φυσικό μήλο. Σήμαινε επίσκεψη στη Μητέρα.
Οι παλιότεροι πρόσκοποι της Ομάδας Ύαινες κι η Ομάδα του Κρανίου δεν έκαναν τόσο θόρυβο, γνώριζαν πως η Μητέρα δεν τους φύλαγε πολλά Τζάμπορι ακόμα. Στην άκρη της κατασκήνωσης, τρία αγόρια σηκώθηκαν αθόρυβα και κοίταξαν το άδειο ράντσο του Τζόυ.
"Ο Τζόυ άργησε", ψιθύρισε ο Ρατμπαίητ. Ήταν χλωμός, με σοβαρά μάτια και έδειχνε περισσότερο από δώδεκα. "Πρέπει να τον σώσουμε. Να φτιάξουμε ένα ομοίωμα και να ξεγελάσουμε τον γέρο Ποπ".
"Όχι! Μουρμούρισε ο Μπατς. "Θα μας τσακώσει όλους".
"Μα θα έπρεπε-" σφύριξε ο Μπλίνκι. "Θα έπρεπε να βοηθήσουμε-"
Ο Ρατμπαίητ άρχισε να φτιάχνει ένα μαξιλάρι σαν κεφάλι, ξάπλωσε όμως ξανά όταν είδε τον αρχηγό να τρέχει με ένα θόρυβο σαν άνεμο, με τις κόκκινες λάμπες καρφωμένες στο άδειο κρεβάτι.
"Ελάτε, ελάτε, Πρόσκοποι!" Η φωνή του φτερούγισε σαν πληγωμένο πουλί. "Δεν μπορείτε να κάνετε ζαβολιές στον καημένο το γέρο Ποπ. Προπαντός όχι σήμερα. Θα μας κάνετε να αργήσουμε για το Τζάμπορι".
Ο Ρατμπαίητ ένιωσε την ουρά του ατσάλινου μαστιγίου να τραβάει την κουβέρτα που κρατούσε πάνω από το κεφάλι του, και διέκρινε κόκκινο δυνατό φως μέσα από τα σφαλιστά του βλέφαρα.
"Σήκω καλύτερα, Πρόσκοπε Ρ-8". Η απαλή, λυπημένη φωνή του Ποπ έσταξε πάνω του σαν ζεστό λάδι. "Καλύτερα να πεις στο γέρο Ποπ που πήγε ο Τ-Ο".
Διπλώθηκε κάτω από τη φοβερή φλόγα. Δεν μπορούσε να δει, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, δεν μπορούσε να σκεφτεί τι να πει. Η αναπνοή του κόπηκε από τον τρόμο που ανέβαινε στο λαιμό του και προσπάθησε να κουνήσει το κεφάλι του. Επιτέλους, η κόκκινη λάμψη κινήθηκε προς τον Μπλίνκι.
"Πρόσκοπε Κ-2, είσαι βαθμοφόρος". Η χαμηλή, αργή φωνή τρίφτηκε χαϊδευτικά πάνω στο Μπλίνκι σαν φιλικό κουτάβι. "Σίγουρα θέλεις να βοηθήσεις τον γέρο Ποπ να κρατήσει σε τάξη την κατασκήνωση για το καλό της Μητέρας. Θα μας πεις που πήγε ο Τ-Ο".
Ο Μπλίνκι ήταν ένα κάπως παχύ αγόρι. Το παχουλό πρόσωπό του έδειχνε φοβισμένο, και το στρώμα του ήταν υγρό και ανάδινε μια ξινή μυρωδιά. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του και τραβήχτηκε αμέσως πίσω νιώθοντας το ατσάλινο μαστίγιο να τον τυλίγει.
"Παρακαλώ, όοοοοχ...ι". Το λαχανιασμένο ψεύδισμά του σκέπαζε τη φωνή του και δεν μπορούσε να ξεφύγει από το λαμπερό μαστίγιο που τον τύλιγε και τον έσερνε προς τη ζέστη και το βόμβο και τη μυρωδιά ζεστού λαδιού της κίτρινης κουκούλας του Ποπ.
"Λοιπόν, Πρόσκοπε Κ-2;"
Ο Μπλίνκι ξεροκατάπιε, τραύλισε και τελικά σωριάστηκε μπρος τα πλαστικά καρούλια του Ποπ σαν γκρίζο ζελέ. Οι γυαλιστερές φούντες του μαστιγίου κυμάτισαν γύρω του σαν φίδια, σφίγγοντάς τον. Η αναπνοή του βγήκε κοφτή, και το χοντρό χέρι του σηκώθηκε δείχνοντας μια μαύρη ταμπέλα κρεμασμένη στον τοίχο:
Το μαστίγιο τον τίναξε πίσω στο υγρό στρώμα του. Έμεινε έτσι ξαπλωμένος ασθμαίνοντας και ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και προσπαθώντας να ξεφύγει, ακόμα κι αφού το μαστίγιο είχε απομακρυνθεί. Τα μάτια του ομαδάρχη άστραψαν πάνω στην ταμπέλα και στον τετράγωνο φράχτη που υπήρχε από κάτω της, κι έπειτα στράφηκαν στον Μπατς.
Ο Μπατς ήταν ένα αργοκίνητο, κοντόχοντρο αγόρι με ποντικίσια μάτια, αρκετά νέος για να γυρίσει κι από άλλο Τζάμπορι. Φοβόταν πάντα τον Ποπ, ήθελε όμως να γίνει ο νέος αρχηγός της Ομάδας του Κρανίου, στη θέση του Τζόυ, και τώρα σκεφτόταν πως του παρουσιαζόταν η ευκαιρία.
"Μη με χτυπάς, Ποπ!" Η φωνή του βγήκε τσιριχτή και το πρόσωπό τους έγινε κατακόκκινο, πετάχτηκε όμως από το στρώμα του δίχως να περιμένει το μαστίγιο. "Θα μαρτυρήσω τον Τζόυ. Ήθελα από πολύ καιρό να το κάνω, αλλά φοβόμουν να μη με δείρουν".
"Μπράβο, καλό παιδί!" είπε δυνατά ο ομαδάρχης, κι οι ηχηρές λέξεις του φούσκωσαν σαν μεγάλες σαπουνόφουσκες που σκάνε στον ήλιο. "Η Μητέρα θέλει να μάθει τα πάντα για τον πρόσκοπο Τ-Ο".
Πηδάει αυτό το φράχτη..." Η φωνή του άρχισε να τρέμει κι έσβησε όταν είδε την έκφραση που είχε πάρει το πρόσωπο του Ρατμπαίητ, όμως γυρνώντας προς τον Ποπ ξαναβγήκε δυνατή. "Το κάνει κάθε βράδυ. Εδώ και τρία Τζάμπορι. Πάει κάτω στα τούνελ, εκεί που δουλεύουν τα ρομπότ. Δεν ξέρω γιατί, ξέρω όμως πως συναντάει κάποιον εκεί. Και φέρνει πίσω πράγματα. Πράγματα που δε θα έπρεπε να έχει. Πράγματα σαν αυτό!"
Έψαξε μέσα στη στολή του κι έβγαλε μια μικρή μεταλλική πλάκα.
"Σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα Πρόσκοπε Χ-6". Η λεπτή άκρη του μαστιγίου έπιασε τη μικρή πλάκα και την κράτησε κοντά στις ζεστές κόκκινες λάμπες. "Ποιανού σήμα είναι αυτό;"
"Κοίταξε τον αριθμό..."
Η φωνή του Μπατς έσβησε όταν είδε τα χλωμά χείλη του Ρατμπαίητ να κουνιούνται λέγοντας κάτι, δίχως όμως να βγαίνει κανένας ήχος. "Τόσο σπουδαίο είναι λοιπόν ένα σήμα ΙΔ;" ρώτησε ο Ρατμπαίητ. "Και εσύ τι δουλειά είχες στο κρεβάτι του Τζόυ;"
"Παράξενο!" είπε ο Μπατς μιλώντας στον Ποπ. "Ένα σήμα κοριτσιού!"
Το σιωπηλό ξάφνιασμα από τις λέξεις του χτύπησε πάνω στους σιδερένιους τοίχους πιο δυνατά και από τη βοή του γέρο Ποπ. Οι περισσότεροι από τους προσκόπους δεν είχαν δει ποτέ τους κορίτσι. Μετά από αρκετή ώρα τα νήπια κοντά στην πόρτα άρχισαν να ψιθυρίζουν και να χασκογελάνε.
"Σσσς..." ο Ποπ βρυχήθηκε σαν ατμομηχανή. "Τώρα μπορούμε όλοι να κάνουμε κάτι καλό για τη Μητέρα. Και να κάνουμε ένα μικρό αστείο στον Πρόσκοπο Τ-Ο! Δεν ήξερε πως σήμερα θα είχαμε το Τζάμπορι, αλλά θα το μάθει σύντομα". Το ειρωνικό γέλιο του Ποπ ακούστηκε σαν κρότος βαριάς αλυσίδας. "Γρήγορα στα κρεβάτια σας! Ήσυχοι σαν ρομπότ!"
Ο Ποπ κύλησε κοντά στον τοίχο, δίπλα στο φράχτη, και τα αγόρια έμειναν ξαπλωμένα στα στρώματά του. Σε μια στιγμή ο Ρατμπαίητ κράτησε την αναπνοή του έτοιμος να ουρλιάξει, αλλά είδε τα ποντικίσια μάτια του Μπατς να τον παρακολουθούν. Ο βόμβος του Ποπ έσβησε, κι ακόμα και τα νήπια πάνω στα καρότσια τους έμειναν ήσυχα σαν ρομπότ.
Ο Ρατμπαίητ άκουσε το φράχτη να τρίζει. Είδε το κεφάλι του Τζόυ, διάκρινε τα μπλεγμένα ξανθά μαλλιά γεμάτα λάδια και σκόνη. Κατσούφιασε, κούνησε το κεφάλι του, και είδε τα γαλανά μάτια του Τζόυ να ανοίγουν διάπλατα.
Ο Τζόυ προσπάθησε να σκύψει, αλλά το γοργό μαστίγιο τον έπιασε από το λαιμό. Τον τράβηξε έξω από τον τετράγωνο, μαύρο λάκκο και στριφογυρνώντας τον σαν κούκλα τον έφερε μπροστά στον Ποπ.
"Λοιπόν, Πρόσκοπε Τ-Ο!" Ο Ποπ γέλασε σαν παχύ λάδι που κοχλάζει. "Η Μητέρα θέλει να ξέρει που είχες πάει".
Ο Τζόυ έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα όταν το μαστίγιο ξετυλίχθηκε από πάνω του, αλλά προσπάθησε να ξανασταθεί στα πόδια του. Έστειλε στον Ρατμπαίητ ένα χλωμό χαμόγελο πριν γυρίσει να κοιτάξει τον Ποπ, αλλά δεν είπε τίποτα.
"Καλύτερα να πεις στον γέρο Ποπ την αλήθεια". Το μαστίγιο μαζεύτηκε σαν κουλουριασμένο φίδι που ετοιμάζεται να επιτεθεί. "Αλλιώς θα πρέπει να σε τιμωρήσουμε, Πρόσκοπε Τ-Ο".
Ο Τζόυ κούνησε το κεφάλι του και το μαστίγιο άρχισε να δουλεύει. Ωστόσο δε μίλησε. Ούτε καν φώναξε. Κάτι όμως έπεσε από την τριμμένη του στολή. Οι άκρες του μαστιγίου το σήκωσαν από το πάτωμα.
"Τι είναι αυτό το πράγμα, Πρόσκοπε Τ-Ο;" Οι φούντες του μαστιγίου το στριφογύρισαν προσεκτικά προς στα μανιασμένα μάτια του Ποπ, και σχεδόν το ξανάφησαν να πέσει. "Πρόσκοπε Τ-Ο, αυτό είναι βιβλίο!"
Η σιωπή αντήχησε στη σιδερένια κατασκήνωση.
"Πρόσκοπε Τ-Ο, έκλεψες ένα βιβλίο!" Η δυνατή, ξαφνιασμένη φωνή του Ποπ μεταμορφώθηκε σε ένα άτονο βόμβο καθώς διάβαζε τον τίτλο: "Εγχειρίδιο χειρισμού Πυρηνικού Αντιδραστήρα, Σειρά 9-Ζ".
Λεπτές σπίθες φόβου διαπέρασαν την κατασκήνωση. Δυο ή τρία νεογνά άρχισαν να σιγοκλαίνε μέσα στα καρότσια τους. Όταν ησύχασαν, ο γέρο Ποπ έκανε έναν απαίσιο ήχο καθαρίζοντας το λαιμό του.
"Πρόσκοπε Τ-Ο, τι σου χρειάζεται ένα βιβλίο;"
Ο Τζόυ ξεροκατάπιε και δάγκωσε το πάνω χείλος του μέχρι που έτρεξε αίμα, όμως δεν είπε λέξη. Ο γέρο Ποπ κύλησε πιο κοντά του, ενώ το αεικίνητο μαστίγιο έβαλε το βιβλίο σε μια σκοτεινή θυρίδα κάτω από την κίτρινη κουκούλα του.
"Αυτό δε θα αρέσει καθόλου στη Μητέρα". Κάθε του λέξη ηχούσε σκληρά, σα να χτυπούσε σίδερο πάνω σε σίδερο. "Τα βιβλία δεν είναι για παιδιά. Τα βιβλία είναι μόνο για τα ρομπότ. Δεν το ξέρεις αυτό;"
Ο Τζόυ στεκόταν ακίνητος.
"Αυτό με στεναχωρεί, Πρόσκοπε Τ-Ο". Η φωνή του Ποπ έγινε ξαφνικά τρυφερή και μαλακιά, οι αργές λέξεις έσταζαν τώρα σαν δάκρια λύπης. "Αυτό στεναχωρεί την καημένη τη Μητέρα σου. Περισσότερο από κάθε τι άλλο".
Το μαστίγιο χτύπησε, και χτύπησε, και ξαναχτύπησε. Σο τέλος τον σήκωσε, τον τίναξε και τον πέταξε σαν να ήταν κόκκινη, ριγωτή κουρελού στο πάτωμα. Ο γέρο Ποπ του γύρισε την πλάτη και τσούλησε πιο πέρα.
"Αγέλη της Αλεπούς, σηκωθείτε και χαμογελάστε!" Η άγρια, βραχνή φωνή του ξανάγινε εύθυμη, σα να είχε κιόλας ξεχάσει τον Τζόυ. "Χοροπηδήστε για τον Ποπ. Σήμερα είναι το Τζάμπορι και θα πάμε να επισκεφτούμε τη Μητέρα. Μπείτε στη γραμμή".
Τα νήπια κελάηδησαν γεμάτα ανυπομονησία, ώσπου οι επικεφαλής τους τα φοβέρισαν πως αν δεν ησύχαζαν δε θα τα έπαιρναν μαζί στο Τζάμπορι τελικά, όμως, ο γέρο Ποπ οδήγησε το σώμα των προσκόπων έξω από την κατασκήνωση, κάτω από στο λιθόστρωτο μονοπάτι προς τη Μητέρα. Ο Τζόυ κούτσαινε από το μαστίγωμα, έσφιγγε όμως τα δόντια και κρατούσε τη θέση του επικεφαλής της ομάδας του.
Βαδίζοντας μέσα από την περιοχή των αγοριών προσπέρασαν τις διασκορπισμένες κατασκηνώσεις των ομάδων που είχαν Τζάμπορι διαφορετικές μέρες. Μερικοί από αυτούς τους προσκόπους είχαν βγει έξω από τις κατασκηνώσεις του με τους αρχηγούς τους, κανένας όμως δεν χαιρέτησε, ούτε καν έριξε μια ματιά.
Ο ανοιξιάτικος ήλιος ήταν ζεστός κι ο βηματισμός του Ποπ ήταν πολύ γρήγορος για τα νήπια. Μερικά από αυτά άρχισαν να σιγοκλαίνε και να μένουν πίσω. Ο Ποπ κύλησε προς το μέρος τους προειδοποιώντας τα πως η Μητέρα δε θα τους έδινε χρυσά αστέρια αν πήγαιναν αργοπορημένα στο Τζάμπορι. Όταν ο Ποπ απομακρύνθηκε, ο Τζόυ έριξε μια γρήγορη ματιά στον Ρατμπαίητ και του έγνεψε με το κεφάλι.
"Πρέπει να φύγω! Ψιθύρισε γρήγορα και σιγανά. "Πρέπει να γυρίσω πίσω στο τούνελ..."
Ο Μπατς βγήκε από τη σειρά του προσπαθώντας να τους πλησιάσει για να ακούσει τι έλεγαν. Ο Ρατμπαίητ τον έσπρωξε έξω από τη γραμμή.
"Πρέπει να βοηθήσεις!" είπε ψιθυριστά ο Τζόυ. "Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε - και πρέπει να το κάνουμε τώρα. Γιατί για τους περισσότερους από εμάς αυτό θα είναι το τελευταίο Τζάμπορι. Δεν θα ξαναέχουμε ποτέ άλλη ευκαιρία".
Ο Μπατς πλησίασε λαχανιασμένος τη γραμμή προσπαθώντας να ακούσει, όμως ο Μπλίνκι του έκοψε το δρόμο.
"Τι είναι όλα αυτά;" σιγοψιθύρισε ο Ρατμπαίητ. "Τι πρόκειται να κάνεις;"
"Είναι όλα γραμμένα στο βιβλίο", είπε ο Τζόυ. "Είναι κάτι που λέγεται "Εγχειρίδιο Ελέγχου της Ενέργειας". Υπάρχει ένα σκονισμένο δωμάτιο βαθιά κάτω από της Μητέρας, πίσω από μια ταμπέλα που γράφει 'Μόνο Ανθρωποι'. Δυο κόκκινα κουμπιά. Δυο μεγάλοι μοχλοί. Με ένα γυάλινο τοίχο ανάμεσά τους. Χωράει δυο ανθρώπους".
"Ποιον; Έναν από μας;".
Ο Τζόυ κούνησε το κεφάλι περιμένοντας τον Μπλίνκι να σπρώξει τον Μπατς και να τον απομακρύνει. "Έχω ένα φίλο. Έχουμε εργαστεί μαζί κάτω στα τούνελ. Παρακολουθούσαμε τα ρομπότ. Διαβάσαμε βιβλία. Μάθαμε τι πρέπει να κάνουμε..."
Έριξε μια ματιά πίσω του. Ο Μπλίνκι μάλωνε με τον Μπατς για να τον κρατά απασχολημένο, αλλά εκείνη τη στιγμή ήρθε ο ομαδάρχης από τις πίσω σειρές φωνάζοντας δυνατά και χαρούμενα: "Χοροπηδήστε για τον Ποπ! Χοροπηδήστε πολύ για τον Ποπ!"
"Και πως θα τα καταφέρεις;" Η αναπνοή του Ρατμπαίητ πιάστηκε από την αγωνία. "Τώρα τα ρομπότ θα σε παρακολουθούν..."
Έχουμε ανακαλύψει μια πίσω πόρτα", ο ψίθυρος του Τζόυ έγινε πιο γρήγορος. "Ένα ξεραμένο τούνελ. Καυτό νερό βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Περνάει κάτω από τη γέφυρα του Μπλακ Κρηκ. Ο φίλος μου θα βρίσκεται εκεί. Αν μπορέσω να βουτήξω σε εκείνο το σημείο της γέφυρας..."
"Ε! Ποπ!" ούρλιαξε ο Μπατς. "Ο Ρατμπαίητ μιλάει! Ο Μπλίνκι με έσπρωξε! Ο Τζόυ ετοιμάζει κάτι κακό!"
"Μπράβο, καλό παιδί. Πρόσκοπε Χ-6!" του είπε ο Ποπ και τον πλησίασε. "Η Μητέρα θέλει να ξέρει αν σχεδιάζουν κάτι κακό"..
Όταν ο Ποπ κύλησε πάλι στις μπροστινές σειρές, ο Ρατμπαίητ ήθελε να ρωτήσει τι θα γινόταν όταν ο Τζόυ και ο φίλος του πατούσαν τα δυο κόκκινα κουμπιά και τραβούσαν τους δυο μεγάλους μοχλούς, όμως ο Μπατς στεκόταν τόσο κοντά τους που δεν μπορούσαν να μιλήσουν ξανά. Σκέφτηκε πως πρέπει να ήταν κάτι που είχε σχέση με τον αντιδραστήρα. Η ενέργεια ήταν η ζωή της Μητέρας και των ρομπότ. Αν ο Τζόυ μπορούσε να διακόψει τη διοχέτευση της ενέργειας...
Θα πέθαιναν; Η ιδέα τον τρόμαζε. Αν τα καρότσια σταματούσαν, τότε ποιος θα φρόντιζε τα νεογνά; Ποιος θα έφτιαχνε το φαγητό; Ποιος θα έλεγε στον καθένα τι πρέπει να κάνει; Μπορεί τα βιβλία να βοηθούσαν, σκέφτηκε. Ίσως ο Τζόυ κι ο φίλος του να ήξεραν. Με τον Ποπ να κυλάει γοργά επικεφαλής του σώματος, σκαρφάλωσαν σε ένα πλατύ λόφο κι αντίκρισαν την περιοχή της Μητέρας. Παλιοί, γκρίζοι τοίχοι που δεν είχαν παράθυρα. Δυο ψηλές καπνοδόχοι από γκριζοκάστανο τούβλο. Μια λάμψη από ζέστη που ανέβαινε προς το χλωμό ουρανό.
Το σώμα κατηφόρισε την πλαγιά. Ο Ρατμπαίητ είδε να ξετυλίγεται στις όχθες μια κορδέλα από πράσινους θάμνους, και σε λίγο αντίκρισε την τσιμεντένια γέφυρα. Είδε τον Μπατς να παρακολουθεί τον Τζόυ, άκουσε τον Μπλίνκι να αναπνέει λαχανιασμένα και προσπάθησε να σκεφτεί κάποιο τρόπο να βοηθήσει. Τα νήπια κοντοστάθηκαν βγάζοντας μικρές φωνούλες μόλις είδαν τους μυστηριώδεις τοίχους και τις καπνοδόχους της Μητέρας, και το σώμα συνέχισε την κατηφορική πορεία του. Ο Ρατμπαίητ προχωρούσε με κόπο έχοντας τα μάτια καρφωμένα στην κίτρινη λάμψη που έβγαζε η κουκούλα του Ποπ καθώς αντανακλούσε πάνω της ο ήλιος. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα που θα μπορούσε να κάνει.
"Το βρήκα!" ψιθύρισε ο Μπλίνκι πολύ κοντά στο αυτί του. "Θα αναλάβω εγώ τον Ποπ".
"Εσύ;" σκυθρώπιασε ο Ρατμπαίητ. "Εσύ ήσουν έτοιμος να μαρτυρήσεις τον Τζόυ..."
"Γι αυτό ακριβώς", μουρμούρισε κοφτά ο Μπλίνκι. "Θέλω να επανορθώσω. Θα τα καταφέρω με τον Ποπ. Εσύ θα σταματήσεις τον Μπατς... και θα δώσει το σύνθημα στον Τζόυ".
Έφτασαν στη γέφυρα κι ο Ποπ έκανε να περάσει απέναντι.
"Ποπ! Περίμενε!" Ο Μπλίνκι πετάχτηκε έξω από τη γραμμή του. "Είδα ένα κορίτσι! Κρυμμένο μέσα στους θάμνους να μας παρακολουθεί καθώς περνούσαμε".
Ο Ποπ βρυχήθηκε και γύρισε πίσω.
"Ένα κορίτσι στην περιοχή των αγοριών!" Η ταραγμένη του φωνή χτύπησε πάνω τους σαν παγωμένη βροχή. "Τι θα έλεγε η Μητέρα αν το ήξερε;" Τα μαύρα καρούλια του στριφογύρισαν με δύναμη σκορπώντας τα χαλίκια εδώ και εκεί, και περνώντας δίπλα από τον Μπλίνκι όρμησε μέσα στους θάμνους.
"Ακουσε, Ποπ!" άρχισε ο Μπατς κι έκανε να τον ακολουθήσει χειρονομώντας και φωνάζοντας. "Δεν υπάρχει κανένα κορίτσι..."
Ο Ρατμπαίητ του έβαλε τρικλοποδιά και γύρισε να δώσει το σύνθημα στον Τζόυ, αλλά εκείνος είχε κιόλας φύγει. Κάτι πάφλασε κάτω από τη γέφυρα κι ο Ρατμπαίητ είδε το ξανθό κεφάλι να γλιστράει μες στον ατμό που έβγαινε από το μαύρο στόμιο του τούνελ.
"Ποπ! Ποπ!" ο Μπατς έφτυσε τα χαλίκια που του είχαν μπει στο σόμα κι έτρεξε κάτω στο λιθόστρωτο. "Γύρνα πίσω, Ποπ! Ο Τζόυ είναι στο ρυάκι! Ο Ρατμπαίητ κι ο Μπλίνκι... τον βοήθησαν να το σκάσει".
Ο ομαδάρχης έστριψε προς τα πίσω και κατηφόρισε την πλαγιά κουνώντας το άδειο μαστίγιο. Προσπέρασε τις σειρές των προσκόπων και πλησίασε στην όχθη κοντά στο ζεστό ρυάκι. Η κίτρινη κουκούλα του χάθηκε μέσα στους ατμούς.
"Μαρτυριάρη!" ο Μπλίνκι έσφιξε τις χοντρές γροθιές του. "Μαρτύρησες τον Τζόυ".
"Και θα τον πιάσουν!" τα μάτια του Μπατς γυάλιζαν σκοτεινά. "Περίμενε μόνο να γυρίσει ο Ποπ και θα δεις..." του είπε και απομακρύνθηκε.
Περίμεναν. Οι κουρασμένοι μικροί πρόσκοποι κάθισαν κάτω να ξεκουραστούν και τα νεογνά αδημονούσαν μέσα στα ζεστά καροτσάκια τους. Αναπνέοντας βαριά ο Μπλίνκι παρακολουθούσε τον Μπατς από κοντά. Ο Ρατμπαίητ κοίταζε, ώσπου ο Ποπ κολύμπησε και βγήκε έξω.
Τα μαστίγια ήταν τυλιγμένα γύρω από δυο μικρά δέματα που έσταζαν ανοιχτοκόκκινο νερό. Καθώς οι άκρες του μαστιγίου ξετυλίχθηκαν, έριξαν τον Τζόυ και τη συνοδό του πάνω σε ένα άδειο καρότσι. Σωριάστηκαν σαν πάνινες κούκλες αλλά το μαστίγιο τους ξανασήκωσε όρθιους.
"Πως σας φαίνεται αυτό, Πρόσκοποι;" το γέλιο του Ποπ ακούστηκε σαν να τρίβονταν ατσαλένιοι τροχοί. "Αποκτήσαμε ένα αληθινό ζωντανό κορίτσι!"
Η κοπέλα με μια ανάλαφρη, γρήγορη κίνηση έστυψε το νερό από τα μαλλιά της που είχαν το χρώμα της άμμου. Όρθια, δίχως τα μαστίγια να την κρατούν, κοίταζε κατάματα τις φωτεινές λάμπες του Ποπ. Έμοιαζε ψηλή για δώδεκα χρονών.
Ο Τζόυ πήγε να πέσει όταν τα μαστίγια τον άφησαν. Έσκυψε, έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί και πισωπατώντας έγειρε πάνω στο καρότσι. Εκείνη του σκούπισε το πρόσωπο με τα υγρά της μαλλιά. Πιάστηκαν χέρι - χέρι και χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος γύρω τους.
"Ποπ! Μου έβαλαν τρικλοποδιά!" Πιο γενναίος τώρα, ο Μπατς έβγαλε τη γλώσσα στον Μπλίνκι κι έτρεξε κοντά στον Ποπ. "Προσπάθησαν να με εμποδίσουν να σου πω ότι..."
"Αφησέ τους στην Μητέρα", κελάηδησε ο Ποπ χαρούμενα. "Ας τους να δοκιμάσουν να κάνουν τα ανόητα κόλπα τους σε αυτήν". Κύλησε προς τη γέφυρα και τα μαστίγια έσπρωξαν τον Τζόυ και την κοπέλα μπρος τα εμπρός. "Τώρα χοροπηδήστε με τον Ποπ για το Τζάμπορι!"
Σκαρφάλωσαν τον τελευταίο λόφο ως την ψηλή σιδερένια πόρτα του παλιού γκρίζου τοίχου της Μητέρας. Μέσα, τα πατώματα ήταν από γυμνό ατσάλι, κινητά χάρη σε ειδικούς μηχανισμούς που βρίσκονταν από κάτω τους. Οι πρόσκοποι παρατάχτηκαν μέσα σε ένα σκοτεινό, στρογγυλό δωμάτιο που αντηχούσε από το διαπεραστικό τρίξιμο που έκαναν τα σκληρά καρούλια του Ποπ.
"Σώμα της Αλεπούς, να που φτάσαμε για το Τζάμπορι!" Η χαρούμενη φωνή του Ποπ έγινε μια υπόκωφη βοή καθώς αντήχησε πάνω στον κοίλο ατσάλινο τοίχο, και τα κόκκινα φώτα του έριξαν πάνω του τις ανταύγειές τους. "Η Μητέρα θέλει να μάθετε γιατί γιορτάζουμε αυτή την ευτυχισμένη στιγμή κάθε χρόνο".
Η μηχανή κύλησε στο κέντρο ενός μεγάλου κύκλου που βρισκόταν στη μέση του δωματίου. Κάτι σαν τύμπανο ακουγόταν από κάπου βαθιά, κάτι που έμοιαζε με χτύπο καρδιάς κάποιου τέρατος, κι ο Ρατμπαίητ είδε ότι ο κύκλος ήταν η κορυφή ενός μαύρου, ατσάλινου εμβόλου που κινήθηκε αργά προς τα πάνω σηκώνοντας τον Ποπ. Ο ήχος από το τύμπανο έσβησε και τα μάτια του Ποπ καρφώθηκαν φλογισμένα πάνω στα νήπια της Ομάδας Ανθραξ, κάνοντάς τα να σταματήσουν το φοβισμένο τους μουρμουρητό.
"Κάποτε δεν υπήρχε Μητέρα". Η ταραχή που προξένησαν αυτά τα λόγια ξέσπασε, δονήθηκε στον αέρα και κόπασε. "Δεν υπήρχε ετήσιο Τζάμπορι. Δεν υπήρχε ούτε καν ο Ποπ να αγαπάει και να φροντίζει τα μικρά αγόρια".
Τα νήπια δεν τολμούσαν να βγάλουν τσιμουδιά αλλά ένα κύμα ταραγμένου θαυμασμού τα διαπέρασε.
"Δε θα το πιστέψετε αν σας πω πως γίνονταν τα νήπια".Απόλυτη ησυχία απλώθηκε και δεν ακουγόταν ούτε αναπνοή. "Εκείνο τον κακό, παλιό καιρό, τα αγόρια και τα κορίτσια μπορούσαν να αλλάζουν σαν παράξενα έντομα. Μεταμορφώνονταν σε πλάσματα που τα έλεγαν ενήλικες..." Τα μαστίγια στριφογύρισαν, οι κόκκινες λάμπες αναβόσβησαν και τα μαύρα καρούλια έτριξαν πάνω στο ατσαλένιο πάτωμα.
"Ενήλικες!" ο Ποπ έφτυσε τη λέξη. "Οι λειτουργίες τους ήταν ατελείς, γερνούσαν και καταστρέφονταν. Τα ελαττωματικά κυκλώματα της λογικής τους τους προγραμμάτιζαν να κάνουν κακό ο ένας στον άλλο. Σε μια παράξενη μορφή συνολικής κακής λειτουργίας τους - που λεγόταν πόλεμος - καταστρέφονταν συστηματικά αναμεταξύ τους. Όμως, η χειρότερη ατελής λειτουργία τους ήταν το να κάνουν καινούρια νεογνά".
Ο Ποπ τσούλησε αργά πάνω στη ψηλή πλατφόρμα σαρώνοντας το ήσυχο σώμα των προσκόπων με τις κατακόκκινες ακτίνες του, που στάθηκαν πάνω στον Τζόυ και την κοπέλα. Όλοι οι πρόσκοποι, εκτός από τον Ρατμπαίητ και τον Μπλίνκι, είχαν τραβηχτεί μακριά από το ζευγάρι.
"Κάποτε, οι ενήλικες έφτιαχναν τα νεογνά - και ξέρω πόσο αυτό σας φαίνεται παράξενο - χρησιμοποιώντας μια περίεργη φυσική διαδικασία, στην οποία δε θα αναφερθούμε. Η διαδικασία αυτή τελικά καταστράφηκε γιατί είχαν βλαφτεί τα γονίδιά τους στον πόλεμο. Οι τελευταίοι ενήλικες που απόμειναν δεν μπορούσαν πια καθόλου να κάνουν νέα αγόρια και κορίτσια".
Οι κόκκινες ακτίνες που εξακοντίστηκαν έκαναν ένα κατάπληκτο νήπιο να παγώσει.
"Σώμα της Αλεπούς, γι αυτό το λόγο έχουμε τη Μητέρα. Η εργασία της είναι να συγκεντρώνει γονίδια που είναι ακόμα υγιή και να τα διαμορφώνει σε κύτταρα, με τα οποία μπορεί να φτιάχνει ολοκληρωμένα αγόρια και κορίτσια. Το κάνει αυτό εδώ και πολύ καιρό και το κάνει πολύ καλύτερα από ότι εκείνοι οι ενήλικες.
"Και για αυτό ακριβώς έχουμε το Τζάμπορι! Για να γεμίσουμε τον κόσμο με καλοφτιαγμένα αγόρια και κορίτσια σαν και σας, και για να σας κρατήσουμε ευτυχισμένους στην καλύτερη εποχή της ζωής σας - ακόμα κι εκείνοι οι ενήλικες πάντα έλεγαν ότι η παιδική ηλικία είναι μια ευτυχισμένη περίοδος. Πρόσκοποι, χειροκροτείστε για το Τζάμπορι!"
Τα νεογνά χειροκρότησαν, η ηχώ ακούστηκε σαν ένα ράντισμα από ζήτω πάνω στο ψηλό σιδερένιο ταβάνι.
"Τώρα, Πρόσκοποι, εκείνες οι παλιές και άσχημες μέρες έφυγαν για πάντα", η φωνή του Ποπ ακούστηκε χαρούμενη. "Η Μητέρα έχει ένα όμορφο μέρος φυλαγμένο για τον καθένα σας, κι ο γέρο Ποπ έχει τη φροντίδα σας, και δεν θα γίνετε ποτέ ενήλικοι..."
"Ποπ! Ποπ!" φώναξε ο Μπατς. "Κοίτα τον Τζόυ και την κοπέλα του!"
Ο Ποπ έκανε μια στροφή πάνω στη ψηλή πλατφόρμα. Οι εκτυφλωτικές ακτίνες του πρόφτασαν να φωτίσουν τον Τζόυ και το κορίτσι, που έτρεχαν προς μια φωτεινή λουρίδα ουρανού, εκεί όπου η πόρτα είχε μείνει μισάνοιχτη για να περάσουν τα τελευταία καροτσάκια.
"Ξυπνήστε, φίλοι!" η κραυγή του Τζόυ συντρίφτηκε πάνω στον κόκκινο ατσάλινο τοίχο. "Όλα είναι ένα λάθος. Η Μητέρα δεν είναι παρά μια μηχανή που έχει δραπετεύσει. Ο Ποπ είναι ένα ρομπότ που τρελάθηκε..."
"Σταματείστε!" Ο ομαδάρχης είχε παγιδευτεί στην κορυφή του τεράστιου εκείνου εμβόλου, αλλά οι αστραφτερές λάμψεις των ματιών του ακολουθούσαν τον Τζόυ και την κοπέλα. "Πιάστε τους! Κρατήστε τους γερά. Αλλιώτικα δεν θα γίνει Τζάμπορι!"
"Στο είπα, Ποπ!" Ο Μπατς έτρεξε πίσω από το ζευγάρι. "Μην ξεχάσεις πως εγώ είμαι αυτός που σου είπε..."
Ο Ρατμπαίητ όρμησε και τον έπιασε από τα πόδια. Κυλίστηκαν και οι δυο στο πάτωμα.
"Ελάτε πρόσκοποι!" φώναξε ο Τζόυ. "Φύγετε μαζί μας! Τα δικά μας γονίδια είναι αρκετά καλά!"
Το πάτωμα έτριξε κάτω από τα πόδια του, κι εκείνη η φωτεινή λουρίδα ουρανού έγινε στενότερη. Τρέχοντας πάνω στα μικρά τους καρούλια τα καρότσια έφτιαξαν μια γραμμή μπρος από την πόρτα για να την φρουρήσουν. Ο Τζόυ πήδηξε πάνω από τα νήπια που τσίριζαν, όμως η κοπέλα σκόνταψε και έπεσε. Σταμάτησε για να την σηκώσει.
Η σφυριχτή φωνή έσβησε κάπου μακριά και το στρογγυλό στόμιο του λάκκου βυθίστηκε σαν ματωμένο φεγγάρι. Το ζεστό σκοτάδι που τους κύκλωσε βροντούσε σαν κεραυνός και το γλιστερό πάτωμα υποχώρησε. Τα κόκκινα, ατσάλινα σαγόνια της Μητέρας τους περίμεναν.
"Βοηθείστε μας, πρόσκοποι!" φώναξε λαχανιασμένο. "Πρέπει να φύγουμε από εδώ..."
"Πιάστε τους για χάρη του Ποπ!" τους έζωσε η μεταλλική φωνή. "Αλλιώς δεν θα πάρει κανείς σας χρυσά αστέρια!"
Ένα σμήνος από νήπια τους κύκλωσε. Η Πόρτα έκλεισε με θόρυβο. Ο Ποπ μόλις πρόλαβε να πηδήξει από το έμβολο που βυθιζόταν. Έπεσε κάτω με θόρυβο και η κίτρινη κουκούλα του κύλησε στο πάτωμα. Καυτό λάδι πετάχτηκε κι άχνισε, αλλά το μαστίγιο τον τράβηξε και τον ξανάστησε όρθιο.
"Μην ανακατεύεστε στις δουλειές της Μμμμμμητέρας!" στρίγκλισε τραυλίζοντας. "Εκείνη ξέρει πιο καλά από όλους τι πρέπει να γίνει!" Τρεμουλιαστό το μαστίγιο τράβηξε τον Τζόυ και την κοπέλα μακριά από τα νήπια και τους έσπρωξε μέσα στο σκοτεινό λάκκο, εκεί που το τεράστιο μαύρο έμβολο είχε βυθιστεί κάνοντας το πάτωμα να υποχωρήσει.
"Τραγουδήστε για τη Μητέρα σας!" χαχάνισε τώρα ο γέρο Ποπ. "Τραγουδήστε για το Τζάμπορι!"
Τα νήπια άρχισαν όλα μαζί να ωρύονται τραγουδώντας τον επίσημο ύμνο τους και το Τζάμπορι συνεχίστηκε. Υπήρχαν φουσκωμένα μπαλόνια - ομοιώματα του Ποπ - για τα λυκόπουλα και διπλές μερίδες ροζ παγωμένο γάλα για τα νεογνά και χρυσά αστέρια για όλους σχεδόν. "Όμως η Μητέρα θέλει μερικούς από εσάς", γουργούρισε ο γέρο Ποπ σαν ευχαριστημένος γάτος.
Όταν το μαστίγιο στράφηκε προς τον Μπλίνκι έτοιμο να τον αρπάξει, εκείνος πήδηξε μέσα στο λάκκο δίχως να περιμένει το μαστίγιο να τον τραβήξει. Όμως ο Μπατς έγινε κάτασπρος και προσπάθησε να ξεφύγει όταν το μαστίγιο ακούμπησε πάνω του.
"Ποπ! Όχι εμμμμμμένα!" ούρλιαξε με τρόμο. "Μην ξεχνάς πως εγώ σου μαρτύρησα τον Τζόυ. Δεν έχω πατήσει ακόμα τα έντεκα, και είναι η σειρά μου να γίνω αρχηγός... και θα στους μαρτυράω όλους..."
"Γι αυτό ακριβώς σε θέλει η Μητέρα", ο γέρο Ποπ γέλασε σαν χαλασμένη αντλία. "Αρχίζεις να μοιάζεις πολύ με ενήλικο".
Το μαστίγιο έσυρε τον Μπατς μέσα στο λάκκο. Τα ποντικίσια μάτια του γούρλωσαν από το φόβο. Κατρακύλησε στο βάθος του μαύρου γυαλιστερού εμβόλου, σφάδασε σαν πληγωμένο ζώο κι έμεινε εκεί ακίνητος κυριευμένος από τον τρόμο.
Ο Ρατμπαίητ στεκόταν ιδρωμένος βλέποντας το μαστίγιο να πλησιάζει προς το μέρος του. Ένιωθε ένα περίεργο κενό στο στομάχι του, ο ψηλός κόκκινος τοίχος άρχισε να στριφογυρνάει σαν σβούρα μπροστά του. Δεν μπόρεσε να κάνει ούτε μια κίνηση, ώσπου το μαστίγιο τον έσπρωξε στο χείλος του λάκκου.
Εκεί, όμως, ένιωσε τον Μπλίνκι να του πιάνει το χέρι. Τίναξε από πάνω του το μαστίγιο και κατέβηκε μόνος του μέσα. Ο Τζόυ του έγνεψε και το κορίτσι του έστειλε ένα μικρό, γλυκό χαμόγελο. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω της πιασμένοι σφιχτά από τα χέρια, καθώς το έμβολο κατέβηκε με δύναμη.
"Χοροπηδήστε τώρα για τον Ποπ! Το Τζάμπορί σας τελείωσε..."