![]() |
![]() |
Karl Edward Wagner
The River of Nights' Dreaming (1981)
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου
Παντού σκοτεινιά και βροχή.
Το λεωφορείο με τις ένστολες επιβάτιδές του. Το υγρό οδόστρωμα που ανηφόριζε φιδογυρίζοντας κατά μήκος της απόκρημνης ακτής. Τα ανταριασμένα νερά του κόλπου κάτω, μακριά. Η ίδια η νύχτα, τυλιγμένη στον ιστό της καταχνιάς, παγιδευμένη στα δίκτυα της βροχής, αδιαπέραστη σχεδόν από τους προβολείς του λεωφορείου.
Η καταχνιά και η βροχή έσμιξαν στην τσιριχτή διαμαρτυρία των φρένων, στο γδούπο του μέταλλου που τσακίζεται.
Για μια στιγμή το λεωφορείο κοντοστάθηκε στο σπασμένο προστατευτικό κιγκλίδωμα, κρεμάστηκε στο χείλος του γκρεμού. Και μετά, με τριάντα φωνές να συνοδεύουν τα εφιαλτικά ουρλιαχτά του ατσαλιού και του λάστιχου, το όχημα βούτηξε στην άβυσσο.
Στα μισά της καθόδου χτύπησε στην πλαγιά από ασβεστόλιθο, χάνοντας τις ρόδες του μέσα σ' ένα λουτρό γυαλιών και μέταλλου. Στην επόμενη σύγκρουση άρχισε να κομματιάζεται πριν βουτήξει στον αφρισμένο κόλπο είχε ανοίξει στα δύο. Νερά και ήχοι πήγαν να πνίξουν τη νύχτα, καθώς τα τσακισμένα κορμιά πετάχτηκαν εδώ κι εκεί σα σπόροι από σπασμένο ρόδι.
Τα απεγνωσμένα βογκητά των εγκλωβισμένων στο λεωφορείο ακούστηκαν στη νύχτα σα φωνούλες ξεψυχισμένων γατιών. Μόνο για λίγο όμως. Κατόπιν τα νερά έκλεισαν πάνω από τα συντρίμμια, το σκοτάδι και η βροχή σαβάνωσαν κάθε θόρυβο.
Βγήκε στην επιφάνεια και προσπάθησε ν' ανασάνει. Τα πνευμόνια της πήγαιναν να σπάσουν. Παλεύοντας με το νερό, κοίταξε γύρω της -οι κινήσεις της ήταν ακόμη αυτόματες, η απότομη επαφή με το νερό την είχε αφήσει σχεδόν αναίσθητη. 'Ίσως να είχε πράγματι λιποθυμήσει' δε θυμόταν πια τίποτα. Τίποτα.
Σιγά-σιγά θραύσματα μνήμης επέστρεφαν. Η βροχή, η νύχτα, το λεωφορείο που γυρνούσε στις φυλακές. Και μετά, η βουτιά στο σκοτάδι, ο τρόμος των άλλων, τα μέταλλα που τσακίζονταν. Μόνη στη συνέχεια, εκτοξευμένη στο χάος, στο παγωμένο αγκάλιασμα των κυμάτων.
Το μυαλό της πήρε να καθαρίζει. Κατάφερε να βγάλει τα παπούτσια της, έσπρωξε τα βρεγμένα μαλλιά από το πρόσωπό της, προσπάθησε να καταλάβει πού βρισκόταν. Το αμάξωμα του λεωφορείου είχε ανοίξει στα δύο, θυμήθηκε, κι εκείνη πετάχτηκε έξω, στον κόλπο. Έβλεπε τη σκοτεινή πλαγιά να υψώνεται απειλητικά από πάνω της. Από κάπου, όχι μακριά, ακούγονταν αχνά τα βογκητά και οι κραυγές των υπόλοιπων επιζώντων. Δεν τις έβλεπε αλλά ένιωθε την παρουσία τους, τις φανταζόταν γαντζωμένες στους βράχους ανάμεσα στο νερό και τον κάθετο λόφο.
Η αργοπορία του λεωφορείου θα γινόταν σύντομα αισθητή. Θα σήμαιναν συναγερμό, θα έβγαιναν να τις ψάξουν. Θα ανακάλυπταν το καταστραμμένο κιγκλίδωμα. Θα κατέφταναν τα συνεργεία διάσωσης, με φώτα και σκοινιά και φορεία, να τις ξεκολλήσουν σαν πεταλίδες από τους βράχους, να τις στείλουν με τα ασθενοφόρα στο νοσοκομείο της φυλακής.
Συγκρατήθηκε. Χωρίς να το σκεφτεί, είχε αρχίσει να κολυμπά προς το μέρος τους. Όμως γιατί; Ξανασκέφτηκε τη θέση της. Απ' όσο μπορούσε να καταλάβει, δεν ήταν τραυματισμένη. Μπορούσε να πάει με τις άλλες αν ήθελε, να περιμένει τους ναυαγοσώστες και αφού την εξέταζαν οι γιατροί, αφού την έβγαζαν γερή και σώα, θα επέστρεφε στο κελί της. Φυλακή μέχρι να σωθούν οι μέρες της.
Διέκρινε τις αχνές ανταύγειες των φώτων της πόλης στην άλλη πλευρά του κόλπου. Η απόσταση ήταν μεγάλη. Πόσα μίλια; Δύο; Τρία; Περισσότερο; Γιατί η φυλακή απείχε κάμποσο από τις παρυφές της πόλης. Αλλά ήταν καλή αθλήτρια, δεινή κολυμβήτρια -γυμναζόταν καθημερινά στη φυλακή, η άσκηση τη βοηθούσε να περνά τις ατέλειωτες μέρες. Δε θυμόταν πια πόσες. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δε θα τους άφηνε να την ξανακλείσουν σε κείνο το φριχτό μέρος.
Όπου να 'ναι, η βοήθεια θα έφτανε. Μόλις περιμάζευαν όσες είχαν καταφύγει στα βράχια, θα έστελναν δύτες να βγάλουν το λεωφορείο. Αν δεν έβρισκαν το σώμα της στα συντρίμμια, θα υπέθεταν πως είχε πνιγεί, πως τα νερά είχαν παρασύρει το πτώμα της. Σiγouρα θα υπήρχαν κι άλλες αγνοούμενες, άλλες που τα κουφάρια τους ήδη παράδερναν στον κόλπο. Θα τις έψαχναν βατραχάνθρωποι και αστυνομικοί με ειδικά αγκίστρια -τεράστια αγκίστρια για τερατώδη ψάρια. Μερικές δε θα τις έβρισκαν ποτέ.
Αυτή δε θα την έβρισκαν ποτέ.
Γύρισε την πλάτη της στο λόφο και ξανοίχτηκε στον κόλπο. Αργές, υπομονετικές απλωτές --έπρεπε να διατηρήσει τις δυνάμεις της. Ήταν επικίνδυνο το εγχείρημα, το ήξερε, όμως αυτό ακριβώς θα τους έκανε να μην την υποπτευτούν. Το παράτολμο της απόφασής της σήμαινε πως οι πιθανότητες μιας επιτυχημένης απόδρασης ήταν πολλές. Σίγουρα θα την έψαχναν στα βράχια κατά μήκος της ακτής, ίσως να έφερναν σκυλιά που θα προσπαθούσαν να εντοπίσουν τις «φυγάδες» στην απότομη πλαγιά πάνω από τον κόλπο. Αλλά δε θα πίστευαν πως κάποια φυλακισμένη τους είχε αποπειραθεί να κολυμπήσει μέχρι τη μακρινή πόλη. Και από τη στιγμή που θα έφτανε εκεί, τα λαγωνικά τους δε θα την έβρισκαν ποτέ.
Ο μαύρος όγκος της πέτρας χάθηκε μες στη βροχή πίσω της' μαζί του έσβησαν οι κραυγές και οι θρήνοι των άλλων τροφίμων. Είχε γυρίσει την πλάτη της σ' όλα αυτά. Πέρα, μακριά, εκεί που τα φώτα λέκιαζαν τη σκοτεινιά, θα έβρισκε καινούρια ζωή και ταυτότητα.
Δοκίμασε το ύπτιο για ένα διάστημα, γυρνώντας ανάσκελα όταν κουραζόταν. Η βροχή που μαστίγωνε το πρόσωπό της, τα κύματα που έσπαγαν στο στόμα της, την ανάγκαζαν να στρέφεται πάλι μπρούμυτα πριν προλάβει να ξεκουραστεί. Σιγά-σιγά, μη βιάζεσαι, μονολογούσε. Μόνο τα αχνά φωτάκια τής ήταν πια οδηγοί στο υδάτινο χάος. Αν προσπαθούσε να επιστρέψει, θα κολυμπούσε άσκοπα στο σκοτάδι μέχρι...
Το φόρεμά της, μια μάλλινη σταχτιά ρόμπα, η στολή της φυλακής, την τραβούσε προς τα κάτω. Δίστασε για μια στιγμή -θα χρειαζόταν ρούχα όταν έβγαινε στη στεριά, αλλά μ' αυτό το πράγμα στην πλάτη της, δε θα έφτανε ποτέ στην πόλη. Δεν είχε την πολυτέλεια ν' αναλύσει το δίλημμα. Δεν υπήρχε επιλογή. Πάλεψε με τα κουμπιά, τράβηξε το φουστάνι, το πέταξε μακριά, το είδε να βουλιάζει στη νύχτα. Το ακολούθησαν οι κάλτσες της.
Κίνησε πάλι για τα μακρινά φώτα. Ο στηθόδεσμος και η κυλόττα δεν την εμπόδιζαν, τα κράτησε λοιπόν, βρίζοντας τον εαυτό της που δεν είχε σκεφτεί να πετάξει το φορτίο της νωρίτερα. Με τη βροχή και το σκοτάδι τής ήταν αδύνατο να υπολογίσει πόση απόσταση είχε διασχίσει. Τη μισή ήλπιζε. Η αδρεναλίνη, που της είχε δώσει φτερά νωρίτερα, υποχωρούσε. Την ενοχλούσαν όλο και περισσότερο οι ασήμαντες έστω αμυχές που είχε υποστεί στο δυστύχημα.
Τα φώτα όμως δε σίμωναν, είχε πια χάσει και κάθε αίσθηση του χρόνου. Κάβε φορά που γυρνούσε ανάσκελα να ξαποστάσει, ανησυχούσε μήπως το ρεύμα την απομάκρυνε από τον προορισμό της και τούτος ο φόβος της έδινε καινούρια δύναμη. Οι τιράντες του στηθόδεσμου μπήγονταν στους ώμους της μα το τσούξιμο δεν ήταν τίποτα μπροστά στο βασανιστικό πόνο της κούρασης. Πολέμησε τον πανικό της συγκεντρώνοντας όλη της την προσοχή στις μακρινές ανταύγειες.
Τούτα τα φώτα άρχισαν να της φαίνονται εξίσου μακρινά με τ' αστέρια, μόνο που τ' αστέρια τα είχαν καταπιεί το σκοτάδι και η βροχή. Κάπου-κάπου εξαφανιζόταν και η πόλη, την έσβηναν θαρρείς τα κύματα. Αποκοβόταν από τα πάντα σε τέτοιες στιγμές, από το χώρο και το χρόνο και την πραγματικότητα. Μόνο η καταχνιά και η βροχή έμεναν να τη σπρώχνουν βίαια στα μαύρα νερά. Κάθε ανάμνησή της είχε ξεθωριάσει. Παλιά της έλεγαν ότι ολόκληρη η ζωή του μελλοθάνατου περνάει μπροστά από τα μάτια του, μα εκείνη δε θυμόταν τίποτα από τη ζωή της πριν τη φυλακή. Ίσως η μνήμη ξαναγύριζε ένα δευτερόλεπτο πριν το νερό τη σφίξει στην ψυχρή αγκαλιά του για το έσχατο, παντοτινό φιλί.
Μα ξαφνικά είδε ότι τα φώτα είχαν πλησιάσει -ήταν σίγουρη αυτή τη φορά. Ωραία, της φάνηκαν λιγότερα απ' όσα περίμενε, αλλά είχε περάσει και τόση ώρα -ολόκληρος αιώνας- που κολυμπούσε. Η ελπίδα έστειλε καινούρια ενέργεια στα μέλη της που κινούνταν σπασμωδικά, σαν ενός μηχανικού παιχνιδιού με τελειωμένες σχεδόν τις μπαταρίες. Είχε ένα δυνατό ρεύμα εδώ, το ένιωθε, ένα ρεύμα που πάσχιζε να την απομακρύνει από τα φώτα, να τη στείλει πίσω στο χάος απ' όπου προσπαθούσε να ξεφύγει.
Καθώς αγωνιζόταν ενάντια στο ρεύμα, διέκρινε επιτέλους καθαρά την ακτή απέναντί της και την πλημμύρισε πάλι ο φόβος. Την περίμεναν κατακόρυφοι τοίχοι από πέτρα. Η πόλη ήταν χτισμένη σε πλαγιά. Ίσως έφτανε κάποτε στη στεριά, μα δε θα κατόρθωνε ποτέ να σκαρφαλώσει.
Είχε παλέψει πολύ σκληρά για να παραδοθεί τώρα στην απελπισία. Χύθηκε στο ρεύμα, σχίζοντας αποφασιστικά το νερό. Δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα, μόνο την απειλητική μαύρη μάζα που της έφραζε το δρόμο για την πόλη. Και τότε, της φάνηκε ότι σ' ένα σημείο το σκοτάδι ξάνοιγε κάπως. Μη τολμώντας να ελπίσει, κολύμπησε προς το χάσμα στον τοίχο. Το ρεύμα όλο και δυνάμωνε. Η κούραση περόνιαζε τους μυώνες της, ωστόσο έπρεπε ν' αντέξει για να μην παρασυρθεί.
Η πλαγιά ήταν πράγματι χαμηλότερη εδώ, αλλά είχαν χτίσει έναν τοίχο για τις πλημμύρες εκεί όπου σταματούσε ο φυσικός φράχτης. Πήγε ν' αρπαχτεί από τις πέτρες -τα δάχτυλά της γλίστρησαν. Το ρεύμα την πέταξε πίσω, στερώντας της εκδικητικά ακόμη και αυτή την ελάχιστη ανάπαυλα.
Βλαστήμησε κλαίγοντας. Τα νερά είχαν φουσκώσει με τη βροχή, είχαν καταπιεί κάθε σπιθαμή παραλίας. Μα από τη στιγμή που δεν υπήρχε δρόμος γυρισμού, ήταν υποχρεωμένη να επιμείνει. Το φράγμα στρεφόταν προς τα μέσα, κι ήταν βέβαιη πως έβλεπε μια ρωγμή στο σκοτάδι όχι πολύ μακριά της.
Συνέχισε με κόπο την πορεία της ενάντια στο ρεύμα και κάποτε συνειδητοποίησε που βρισκόταν. Ο κυματοθραύστης υψωνόταν πάνω από έναν ποταμό που διέσχιζε την πόλη και κατέληγε στον κόλπο. Με τους υπονόμους της πολιτείας να το ενισχύουν, το ποτάμι έσπαζε αφρισμένο στο ανάχωμα. Με δυσκολία αντιστεκόταν στην ορμή του. Ήταν πια εξαντλημένη. Προσπαθούσε ξανά και ξανά να γραπωθεί από τον τοίχο. Και κάθε φορά το ρεύμα την έριχνε πίσω.
Οι υπόνομοι άδειαζαν στο ποτάμι από τη μεριά του τοίχου, με τα διαφορετικά τους ρεύματα να δημιουργούν δίνες που τη μια στιγμή την προστάτευαν, πήγαιναν να την ξεσκίσουν την άλλη, μα που της επέτρεπαν να προχωρά ενάντια στον ποταμό. Την έδερναν σκουπίδια από παντού. Αρουραίοι περνούσαν δίπλα της, προσπαθούσαν ν' αρπαχτούν από το πρόσωπο και τους ώμους της. Τους έκανε πέρα με τα χέρια, αψηφώντας τις δαγκωματιές τους, τόσο απορροφημένη από την προσπάθειά της που δεν ένιωθε την καινούρια αυτή φρίκη.
Ένα ξαφνικό στροβίλισμα την πέταξε στον τοίχο ξαφνικά τα πόδια της χτύπησαν σ' ένα βυθισμένο πεζούλι. Μισό-κολύμπησε, μισό-σύρθηκε μπροστά, ξύνοντας με τα νύχια της γλιτσερά σκαλοπάτια. Με κομμένη την ανάσα βγήκε από το νερό και βρέθηκε σε μια σκάλα λαξεμένη στον τοίχο.
Ξάπλωσε για κάμποση ώρα στη μουσκεμένη πέτρα. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, δεν ένιωθε τα μέλη της. Η πλημμύρα έσπαγε στα πόδια της, ένας μισοπνιγμένος αρουραίος σκαρφάλωσε στη γάμπα της προσπαθώντας να βρει καταφύγιο -όπως κι εκείνη. Ανέβηκε λίγο πιο ψηλά, κάθισε πάλι να καταλάβει που βρισκόταν.
Έτσι λοιπόν. Τα είχε καταφέρει. Χαμογέλασε αδύναμα και κοίταξε πίσω της, από κει που είχε έρθει. Βροχή και σκοτάδι και απόσταση έφτιαχναν ένα αδιαπέραστο φράγμα, αλλά φανταζόταν ότι οι ναυαγοσώστες θα έπρεπε τώρα πια να τσεκάρουν τα ονόματα των διασωθέντων. Το δικό της θα είχε δίπλα του ένα ερωτηματικό.
Έτριψε τα γυμνά της πλευρά. Έκανε ψύχρα και τίποτα δεν την προστάτευε από τη βροχή. Θυμήθηκε πως ήταν σχεδόν γυμνή. Τι θα σκεφτόταν όποιος την έβλεπε σ' αυτή την κατάσταση; 'σως μες στη νύχτα το σουτιέν και το σλιπ της να φάνταζαν σα μπικίνι -μα τι στην ευχή γύρευε μια λουόμενη τέτοια ώρα σε τέτοιο μέρος; Μπορούσε να πει ότι έκανε ηλιοθεραπεία, την πήρε ο ύπνος, την πρόλαβε η καταιγίδα και αναγκάστηκε να ξεφύγει όπως-όπως από τη φουσκονεριά. Αλλά όταν μαθευόταν το ατύχημα, όποιος την έβλεπε τώρα, θα την ξαναθυμόταν.
Εκείνο που προείχε ήταν να βρει ρούχα και κάπου να κρυφτεί, οπουδήποτε. Οι περιστάσεις γέννησαν την ευκαιρία της απόδρασης' δεν είχε τότε τον καιρό να σκεφτεί και να προγραμματίσει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν θα τους άφηνε να την ξαναπιάσουν. Όποιες κι αν ήταν οι αντιξοότητες, θα τις αντιμετώπιζε.
Σηκώθηκε, στηρίχτηκε στον τοίχο μέχρι να σιγουρευτεί ότι τα πόδια της θα μπορούσαν να την κρατήσουν. Τα σκαλοπάτια κατέβαιναν διαγώνια από την κορυφή του κυματοθραύστη. Δεν υπήρχε εξωτερικό κιγκλίδωμα, η πέτρα ήταν καλυμμένη από μούχλα και βρωμιά. Έπιασε ν' ανεβαίνει, προσπαθώντας να μη σκέφτεται τα αφρισμένα νερά από κάτω. Αν γλιστρούσε, δεν είχε τρόπο να ελέγξει την πτώση της' θα κατρακυλούσε στο μαύρο στρόβιλο και τούτη τη φορά δεν υπήρχε σωτηρία.
Η αναρρίχηση τής φάνηκε τόσο δύσκολη όσο και το ατέλειωτο κολύμπι στον κόλπο. Τα κατάφερε ωστόσο και κάποτε βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας. Καβάλησε το χαμηλό κιγκλίδωμα, βγήκε στην άσφαλτο. Ανοιγόκλεισε αβέβαιη τα μάτια, πήρε βαθιά ανάσα. Η βροχή κολλούσε τα μαλλιά της στο λαιμό και τους ώμους, ξέπλενε τη λάσπη και τη βρωμιά από το κορμί της.
Δεν έβλεπε πουθενά φώτα. Ο δρόμος, έρημος τέτοια ώρα, διέτρεχε την κορυφή του τοίχου και στην απέναντι πλευρά του, σειρές κτιρίων από τούβλο έφτιαχναν δεύτερο φράγμα. Βρισκόταν προφανώς στις αποθήκες του λιμανιού και -απ' όσο μπορούσε να καταλάβει- η περιοχή ήταν σε άθλια κατάσταση. Δεν υπήρχαν πουθενά φανοστάτες, μα ακόμη και στο μισοσκόταδο, διέκρινε τα έρημα, ρημαγμένα κτίρια με τα σφραγισμένα τους παράθυρα και τις βρωμερές προσόψεις, τον τούβλινο δρόμο με το χιλιοσπασμένο οδόστρωμα.
Αναρίγησε. Ήταν πολύ τυχερή που δεν υπήρχε μάρτυρας της παράξενης ανάδυσής της. Σε τέτοια γειτονιά και με τα ρούχα που φορούσε, θα ήταν απίθανο να συναντήσει άνθρωπο με τάσεις Καλού Σαμαρείτη.
Ρούχα. Έπρεπε να βρει ρούχα. Οπωσδήποτε. Διέσχισε τρέχοντας το δρόμο και κρύφτηκε στους βαθείς ίσκιους των κτιρίων. Η καλύτερη περίπτωση θα ήταν να ανακαλύψει κάποιο κατάστημα - ίσως ένα φτηνομάγαζο, κάτι τέλος πάντων χωρίς σύστημα συναγερμού, που θα μπορούσε να διαρρήξει ή, έστω, να σπάσει τη βιτρίνα του και ν' αρπάξει ό,τι έβρισκε. Και μόνο ένα αδιάβροχο θα την έκανε λιγότερο τρωτή. Αργότερα θα χρειαζόταν χρήματα, στέγη, φαγητό, μέχρι τη στιγμή που θα κατόρθωνε να φύγει από την πόλη για κάπου μακριά, πολύ μακριά.
Καθώς προχωρούσε με χίλιες προφυλάξεις στον έρημο δρόμο, έπιασε τον εαυτό της ν' αναρωτιέται αν θα έβρισκε ποτέ κάτι εδώ. Σανίδες έφραζαν τις πόρτες, οι κλειδαριές τους ήταν ασφαλισμένες με βαριά, σκουριασμένα λουκέτα πίσω από τα κουρελιασμένα καφασωτά των παραθύρων διέκρινε σάπια πατώματα και λερά κομμάτια γυαλί. Ο δρόμος έμοιαζε εγκαταλειμμένος μια έρημη σειρά αρχαίων κτιρίων παρατημένων στην τύχη τους, μάλλον γιατί κρίθηκε οικονομικότερο να τ' αφήσουν να σαπίσουν παρά να τα κατεδαφίσουν. Ούτε καν οι μεθύστακες και οι απόκληροι πλησίαζαν εδώ. Ευχήθηκε να συναντήσει ένα έστω περαστικό αμάξι.
Μόνο οι αρουραίοι δεν είχαν εγκαταλείψει το δρόμο. H φουσκονεριά τούς είχε ξαμολήσει αδέσποτους στη νύχτα. Από τη στιγμή που τούς πρόσεξε, διαπίστωσε πως ήταν ορδές ολόκληρες. Κυκλοφορούσαν άφοβα. Τεράστια, πονηρά κτήνη' μερικοί μεγάλοι σα γάτες. Η παρουσία της δεν τους τρόμαζε' στιγμέςστιγμές μάλιστα της έδιναν την εντύπωση πως συγκεντρώνονταν σε κοπάδι για να την ακολουθήσουν. Είχε ακουστά για αρουραίους που επετίθονταν σε ανάπηρους και παιδιά... Ανυπομονούσε να βγει απ' αυτή την εφιαλτική περιοχή.
Ο δρόμος έπιασε να κατηφορίζει κι ακόμη να φανούν φώτα ή σημάδια ανθρώπινης δραστηριότητας. Η βροχή συνεχιζόταν, έπεφτε με δύναμη από τους νυχτερινούς ουρανούς. Σκέφτηκε να χωθεί σε μια από τις αποθήκες και να περιμένει να φέξει, μα μετά φαντάστηκε τον εαυτό της ολομόναχο σ' ένα σκοτεινό, έρημο κτίριο, παρέα με τους αρουραίους, και βάλθηκε να βαδίζει πιο γρήγορα.
Μερικά από τα κτίρια διατηρούσαν τ' απομεινάρια παλιών μεγαλείων, έτσι ήλπισε πως ίσως έμπαινε σε μια κάπως καλύτερη γειτονιά. Περίτεχνες είσοδοι με ραβδωτούς κίονες και μαρμάρινα σκαλοπάτια έβγαζαν στο δρόμο. Γκροτέσκες βικτοριανές προσόψεις και φθαρμένα από την πολυκαιρία γλυπτά στόλιζαν κτίρια φαγωμένα από την ίδια υγρή μούχλα που διέβρωνε τις τούβλινες αποθήκες. «Πρέπει να έφτασα στο παλιό εμπορικό κέντρο», μονολόγησε, αν και όλα τα οικήματα έμοιαζαν να περιμένουν τις μπουλντόζες της αστικής ανανέωσης. Λαχταρούσε ν' αφήσει πίσω της αυτό το δρόμο γιατί οι αρουραίοι είχαν πληθύνει τόσο που δεν μπορούσε πια να τους αγνοήσει.
Ίσως έβρισκε μια δίοδο που θα την οδηγούσε σε κάποια κατοικημένη περιοχή. Εξέταζε προσεχτικά τα κτίρια αλλά δεν έβρισκε άνοιγμα ανάμεσά τους. Χωρίς φακό, δεν τολμούσε να μπει σε κανένα απ' αυτά τα σαράβαλα.
Στάθηκε για μια στιγμή και αφουγκράστηκε. Εδώ και ώρα άκουγε πνιχτά σκληρίσματα και συρσίματα πίσω της. Τώρα o μόνος ευδιάκριτος ήχος ήταν της βροχής. Μήπως οι αρουραίοι την περικύκλωναν, προσέχοντας να μην κάνουν θόρυβο, για την τελική επίθεση;
Σταμάτησε μπροστά σε μια είσοδο με στέγαστρο και κολώνες -τράπεζα ή εκκλησία;- και έψαξε με το βλέμμα τις σκιές, προσπαθώντας ν' αποφασίσει αν ήταν φρόνιμο ν' αναζητήσει άσυλο. Ένα άγαλμα -κάποιος άγγελος, υπέθεσε, ή μια συμβολική φιγούρα- στεκόταν μπροστά στους μαρμάρινους κίονες. Δεν ξεχώριζε τα χαρακτηριστικά του, μόνο ότι ήταν παραμορφωμένο, από βάνδαλους μάλλον, γιατί έγερνε και έμοιαζε να στηρίζεται στην κολώνα με σκοινιά ή καλώδια. Δε διέκρινε το πρόσωπό του.
Φοβισμένη από τη σιωπή, κίνησε να φύγει. Μόλις πέρασε την είσοδο, γύρισε να κοιτάξει πίσω της, να δει αν την ακολουθούσαν οι αρουραίοι. Είχαν χαθεί. Έβλεπε μόνο την κιονοστοιχία. Η στρεβλωμένη φιγούρα είχε εξαφανιστεί.
Αρχισε να τρέχει τότε. Στα τυφλά, χωρίς να σκέφτεται που την οδηγούσε ο πανικός της.
Στα δεξιά της, είχε μόνο το κιγκλίδωμα που οριοθετούσε την άκρη του τοίχου, και τ' αφρισμένα νερά του κόλπου κάτω. Στ' αριστερά, τη συμπαγή μάζα των ρημαγμένων κτιρίων. Πίσω της, η βροχή και η νύχτα και κάτι που η παρουσία του είχε διώξει τους αρουραίους. Και μπροστά της -ήταν κοντά πια και μπορούσε να το δει- ο δρόμος φραζόταν από έναν πέτρινο τοίχο.
Πλησίασε σχεδόν παραπατώντας -δεν τολμούσε να γυρίσει πίσω- και ανακάλυψε πως απότομα σκαλοπάτια οδηγούσαν σ' ένα πλάτωμα στην κορυφή του τοίχου. Εδώ η πλαγιά υψωνόταν και πάλι κόντρα στον ποταμό, έτσι ο κυματοθραύστης κατέληγε σ' αυτό το φυσικό φράγμα. Κάμποσα κτίρια ήταν στριμωγμένα εκεί ψηλά και ένα από τα παράθυρα ήταν φωτισμένο. Η ανάσα της δεν έβγαινε, τα πόδια της λυγούσαν σα λαστιχένια, ωστόσο ζόρισε τον εαυτό της να ανεβεί τη σκάλα. 'Αλλο ένα κιγκλίδωμα, άλλο ένα τούβλινο οδόστρωμα. Σφαλιστά παράθυρα και θλιβερές προσόψεις την υποδέχτηκαν κι εδώ. Το φως ήταν στα δεξιά της, πάνω από το ποτάμι.
Το έβλεπε καθαρά τώρα. Της έγνεφε από το τελευταίο σπίτι στη σειρά -ένα τεράστιο βικτοριανό οίκημα. Ένα άλλο παράθυρο, στα πλάγια, έβλεπε σ' έναν παραμελημένο κήπο. Σκαρφάλωσε το τοιχίο που χώριζε το σπίτι από την αναβαθμίδα και γονάτισε μπροστά στο παράθυρο.
Είδε ένα άνετο καθιστικό με παλιομοδίτικα έπιπλα. Μια μεσόκοπη γυναίκα έπλεκε, ενώ στην καρέκλα δίπλα της μια νεαρή, με στολή καμαριέρας, διάβαζε δυνατά από ένα βιβλίο. Στην απέναντι πλευρά του δωματίου, άλλο ένα παράθυρο έβλεπε στα μαύρα νερά κάτω.
Αν ο φόβος και η εξάντλησή της ήταν λιγότερο βασανιστικά, δε θα φερόταν τόσο ριψοκίνδυνα' ίσως σταματούσε να σκεφτεί τι εντύπωση θα δημιουργούσε η εμφάνισή της. Αλλά θυμήθηκε ένα σούρσιμο που άκουσε καθώς σκαρφάλωνε και το σκοτάδι που είχε γίνει πιο πηχτό στην κορυφή της σκάλας, όταν γύρισε να κοιτάξει, ένα λεπτό πριν. Με μόνη της επιθυμία να ξεφύγει από τη νύχτα, χτύπησε δυνατά με τη γροθιά της το τζάμι.
Η μεσόκοπη κυρία σήκωσε τα μάτια από το εργόχειρό της, η καμαριέρα άφησε τον κιτρινόδετο τόμο να πέσει στη λευκή ποδιά της. Κοίταξαν κατά το παράθυρο, όχι τόσο τρομαγμένες όσο αβέβαιες γι' αυτό που είχαν ακούσει. Η κουρτίνα τις εμπόδιζε να τη δουν.
Σας παρακαλώ! ικέτεψε σιωπηλά. Η φωνή της δεν έβγαινε. Ξαναχτύπησε, πιο επίμονα τώρα, κόλλησε στο τζάμι. Θα έβλεπαν πως ήταν μόνο ένα κοριτσόπουλο, θα καταλάβαιναν την απελπισία της.
Είχαν σηκωθεί η μεσόκοπη κάτι έλεγε, αλλά μιλούσε πολύ γρήγορα και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις. Η καμαριέρα έτρεξε στο παράθυρο, έβγαλε το σύρτη. Το άνοιξε κι εκείνη σωριάστηκε στο δωμάτιο.
Έμεινε ένα κουβαράκι στο πάτωμα, δεν άντεχε πια να σαλέψει. Ριγούσε ολόκληρη, νερά έσταζαν από πάνω της. Ένιωθε σαν μισοπνιγμένο γατί που είχε βρει επιτέλους καταφύγιο. Ακουγε αχνά τις ερωτήσεις τους, το «κλικ» του σύρτη που μαντάλωνε στο παράθυρο, την κουρτίνα που τραβήχτηκε να κρύψει τη νύχτα.
Η καμαριέρα έφερε μια πετσέτα, την τύλιξε ολόκληρη και βάλθηκε να τη σκουπίζει με ζέση. Οι περιποιήσεις τής θύμισαν πως έπρεπε να δώσει ορισμένες εξηγήσεις -πριν οι ευεργέτιδές της καλέσουν την αστυνομία που θα έδινε απότομο τέλος στην ελευθερία της.
«Είμαι εντάξει τώρα»,
είπε με σπασμένη φωνή. «Ένα λεπτό
μόνο να πάρω ανάσα, να ζεσταθώ
λιγάκι».
«Πώς σε λένε, παιδί μου;» ρώτησε με
ειλικρινές ενδιαφέρον η μεσόκοπη.
«Καμίλα, φέρε αμέσως καυτό τσάι».
Έψαξε να βρει όνομα. «Κασίλντα. Της
έδωσε την ιδέα το όνομα της
καμαριέρας, ήταν άλλωστε ταιριαστό
με το περιβάλλον. «Κασίλντα
Αρτσερ». Η δόκτωρ Αρτσερ σίγουρα θα
παραξενευόταν με τούτη την
«οικειοποίηση».
«Φτωχό μου κοριτσάκι! Πώς βρέθηκες
εδώ; Σου... επιτέθηκε κανείς;».
Το μυαλό της δούλεψε γρήγορα.
Ικανοποίησε την περιέργειά τους αλλά
μην ξυπνάς τις υποψίες τους.
Εξήγησε τη θέση σου αλλά μην τις
πανικοβάλλεις.
«Έκανα ώτο-στοπ».
Μιλούσε κοφτά, λαχανιασμένα. «Με
πήρε ένας άντρας. Με πήγε σε μια
έρημη περιοχή κοντά στο λιμάνι. Μ'
ανάγκασε να γδυθώ. Είχε σκοπό να
με...» Δε χρειάστηκε να υποκριθεί
πως έτρεμε.
«Έφερα το τσάι, κυρία Καστέιν.
Πρόσθεσα και λίγο μπράντι».
«Σ' ευχαριστώ, Καμίλα. Έλα, καλή μου,
πιες λίγο». Επωφελήθηκε από το
σύντομο διάλειμμα για να
ανακεφαλαιώσει την κατάσταση. Οι
δύο γυναίκες έμεναν μόνες εδώ,
αλλιώς σίγουρα θα είχαν φωνάξει και
τους άλλους ενοίκους.
«Όταν άρχισε να
κατεβάζει το πανταλόνι του... τον
χτύπησα. Βγήκα από το αυτοκίνητο
και τό 'βαλα στα πόδια. Δε νομίζω ότι
με ακολούθησε, αλλά χάθηκα μες στη
βροχή. Δε βρήκα ψυχή να με βοηθήσει.
Δεν είχα τίποτα μαζί μου εκτός από
τα εσώρουχα που φορούσα. Θαρρώ πως
με πήρε στο κατόπι ένας αλήτης.
Ξαφνικά είδα το φως στο παράθυρό
σας κι έτρεξα εδώ».
«Σας παρακαλώ, μην καλέσετε την
αστυνομία!» πρόλαβε την επόμενή
τους -λογική- κίνηση. «Δεν έπαθα
τίποτα. Δε θ' αντέξω τη ντροπή μιας
ανάκρισης για βιασμό, το ξέρω.
Εξάλλου, δε θα μπορέσουν ποτέ να
βρουν αυτό το χτήνος».
«Μα σίγουρα θα υπάρχει κάποιος
δικός σας που πρέπει να
ειδοποιήσουμε».
«Δε νοιάζεται κανείς για μένα.
Είμαι ολομόναχη στον κόσμο. Το
σακίδιο και τα λίγα λεφτά μου
έμειναν στο αμάξι εκείνου του
καθάρματος. Αφήστε με μόνο να μείνω
εδώ απόψε, δανείστε μου ένα ρούχο να
ρίξω επάνω μου, και αύριο θα
τηλεφωνήσω σ' ένα φίλο να μου
στείλει χρήματα».
Η κυρία Καστέιν την
αγκάλιασε προστατευτικά. «Δύστυχο
παιδί! Τι πέρασες! Φυσικά θα μείνεις
μαζί μας απόψε. Και μη φοβάσαι,
κανείς δε θα σε υποχρεώσει να πεις
την ιστορία σου σ' ένα τσούρμο
σιχαμένους αστυνόμους! Αύριο θα
'χεις όλο τον καιρό να σκεφτείς τι
θέλεις να κάνεις.
«Καμίλα, ετοίμασε το μπάνιο για την
Κασίλντα. Θα κοιμηθεί στο δωμάτιο
της Κόνστανς. Στρώσε το κρεβάτι,
δώσε της κι ένα φόρεμα. Και συ,
Κασίλντα, τώρα θα πιεις ένα ακόμη
φλιτζάνι τσάι. Θα ' σαι πολύ τυχερή,
παιδί μου, αν γλιτώσεις την
πνευμονία!»
Η κοπέλα βάλθηκε να εξετάζει το δωμάτιο και τους ανθρώπους πιο προσεχτικά. Ήταν σαφώς παλιομοδίτικο -της θύμιζε σαλονάκι σε παλιά φωτογραφία ή σκηνικό ταινίας που υποτίθεται ότι διαδραματιζόταν στις αρχές του αιώνα. Ακόμη και οι λάμπες ήταν γκαζιού ή κηροζίνης. Προφανώς τίποτα δεν είχε αλλάξει στο σπίτι εδώ και χρόνια, πριν ακόμη η περιοχή πάρει την κάτω βόλτα. Οπωσδήποτε, μόνο εκκεντρικό άτομο μπορούσε να μείνει εδώ, αν και τούτη θα ήταν προφανώς όλη κι όλη η περιουσία της κυρίας Καστέιν, και κύριος Καστέιν δε φαινόταν πουθενά. Το σπίτι και το οικόπεδο δε θ' άξιζαν πολλά σ' αυτή τη γειτονιά, μόλο που τα έπιπλα θα μοσχοπουλιόνταν σαν αντίκες. Δεν ήξερε πολλά από τέτοια πράγματα, μα της φαινόταν πως όλα ήταν καλοδιατηρημένα.
Η κυρία Καστέιν ταίριαζε απόλυτα με το περιβάλλον της. Το πρόσωπό της την έδειχνε σαράντα ή εξήντα ετών. Είχε όμορφα χαρακτηριστικά αλλά πολύ αυστηρά για νέα γυναίκα, χωρίς ωστόσο τις ρυτίδες γριάς. Κρατούσε θαυμάσια τη σιλουέτα της. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα, εφαρμοστό στη μέση, που έμοιαζε ίδιας εποχής με το σπίτι. Τα χέρια που χάιδευαν τους γυμνούς της ώμους ήταν δυνατά, άσπρα, ακηλίδωτα, και τα μαζεμένα στην κορυφή του κεφαλιού μαλλιά της τόσο μαύρα όσο και του ίδιου του κοριτσιού.
Υπολόγισε πως η κυρία Καστέιν έπεφτε πολύ νέα γι' αυτό το σπίτι. Θα ήταν μάλλον η κόρη ή, το πιθανότερο, η εγγονή των αρχικών ιδιοκτητών -χήρα που ζούσε μόνο με την καμαριέρα της. Και η Κόνστανς, που το δωμάτιό της τής παραχωρούσαν ποια να 'ταν άραγε;
«Το μπάνιο σας είναι έτοιμο, δεσποινίς Αρτσερ». Η Καμίλα εμφανίστηκε πάλι. Τυλιγμένη στην πετσέτα, η κοπέλα την ακολούθησε. Την στήριζε η κυρία Καστέιν γιατί τα πόδια της δεν την κρατούσαν, κόντευε να λιποθυμήσει από την εξάντληση.
Το λουτρό ήταν ευρύχωρο, με μια πελώρια μπανιέρα που άχνιζε και μοσχοβολούσε από τα άλατα του μπάνιου. Η Καμίλα έμεινε μαζί της και -προς μεγάλη της έκπληξη- τη βοήθησε να γδυθεί και να μπει στο νερό. Ήταν πολύ κουρασμένη για να νιώσει αμήχανα μ' αυτή την ασυνήθιστη προσοχή στο άτομό της, και όταν η καμαριέρα άρχισε να της σαπουνίζει την πλάτη, βόγκηξε από ευχαρίστηση.
«Μένει κανείς άλλος
εδώ;» ρώτησε δήθεν αδιάφορα.
«Μόνο η κυρία Καστέιν και γώ,
δεσποινίς Αρτσερ».
«Η κυρία Καστέιν ανέφερε κάποια
-Κόνστανς;- που θα κοιμηθώ στο
δωμάτιό της».
«Η δεσποινίς Καστέιν δεν είναι πια
μαζί μας, δεσποινίς Αρτσερ»
«Λέγε με Κασίλντα σε παρακαλώ. Δε μ'
αρέσουν οι τυπικότητες».
«Και βέβαια, αν το θέλεις...
Κασίλντα».
Η Καμίλα δεν ήταν πολύ μεγαλύτερή της, σκέφτηκε. Παρά τη ντεμοντέ στολή της -μαύρο φόρεμα και κάλτσες με λευκή ποδίτσα και σκουφί- η κοπέλα δε θα ξεπερνούσε τα είκοσι πέντε. Είχε τα ξανθά της μαλλιά κότσο όπως και η κυρά της προφανώς συμμορφωνόταν με τις -προτιμήσεις της κυρίας Καστέιν. Ήταν αφράτη, πολύ πιο στρουμπουλή από την κοπέλα που, με τη λυγερή της σιλουέτα, θύμιζε έφηβο. Τα μάτια της, καταγάλανα, ξεχώριζαν στο πρόσωπο με την ολόισια μύτη και τα σαρκώδη χείλη.
«Χτύπησες». Η Καμίλα
χάιδεψε απαλά τις μελανιές στα
πλευρά και τα πόδια της.
«Πάλεψα. Κι έπεσα στο σκοτάδι -ούτε
που θυμάμαι πόσες φορές».
«Κόπηκες κιόλας». Η Καμίλα
ανασήκωσε τα μαύρα μαλλιά του
κοριτσιού. «Εδώ, στους ώμους και το
λαιμό. Δεν είναι σοβαρό όμως, μην
ανησυχείς». Τα δάχτυλά της άγγιξαν
απαλά τις γρατζουνιές. «Είσαι
σίγουρη πως δε θέλεις να
ειδοποιήσουμε κανέναν;»
«Σου είπα, είμαι μονάχη στον
κόσμο».
«Δύστυχη Κασίλντα».
«Το μόνο που θέλω είναι να
κοιμηθώ», μουρμούρισε. Το ζεστό
νερό της ανακούφιζε τους πόνους,
της έφερνε μια γλυκιά χαύνωση.
Η Καμίλα έφυγε επέστρεψε μετά από λίγο με κάμποσες πετσέτες. Τη βοήθησε να βγει από την μπανιέρα και βάλθηκε να τη σκουπίζει. Κόντευε να την πάρει ο ύπνος, έγειρε στην ξανθιά κοπέλα για να μην πέσει. Ήταν πολύ δυνατή με το ένα χέρι τη στήριζε, με το άλλο σκούπιζε τα μικρά της στήθη. Τα δάχτυλα της Καμίλα χώθηκαν στο χώρισμα ανάμεσα στους μηρούς της, αργοπόρησαν λίγο, αποσύρθηκαν, επέστρεψαν αμέσως για ένα διόλου τυχαίο άγγιγμα.
Τα σκούρα της μάτια καρφώθηκαν στα φωτεινά γαλάζια του άλλου κοριτσιού,
μα ήταν πολύ χαλαρωμένη για ν' αντιδράσει όταν το χάδι της καμαριέρας έγινε πιο
τολμηρό. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Καις, Κασίλντα».
«Κάνε γρήγορα, Καμίλα». Η κυρία Καστέιν στεκόταν στο κατώφλι. «Η άμοιρη η μικρή
είναι έτοιμη να λιποθυμήσει. Φόρεσέ της τη νυχτικιά της».
Μην έχοντας πια τη δύναμη να απορήσει για τίποτα, σήκωσε τα χέρια ψηλά και άφησε την Καμίλα να της βάλει το δαντελένιο νυχτικό, ένα ρούχο φαρδύ και μακρύ μέχρι τους αστραγάλους. Την οδήγησαν σ' ένα υπνοδωμάτιο, επιπλωμένο στο ίδιο στυλ με το υπόλοιπο σπίτι, όπου δέσποζε ένα μπρούτζινο σκαλιστό κρεβάτι με στρώμα που την κατάπιε σαν κύμα αφρού. Ένιωσε να τη σκεπάζουν, τις είδε να χασομερούν από πάνω της και αμέσως μετά βυθίστηκε στο σα θάνατο ύπνο της τέλειας κόπωσης.
«Λοιπόν; Δεν υπάρχει
κανείς;»
«Τίποτα απολύτως».
«Φυσικά. Πώς αλλιώς θα ερχόταν εδώ;
Μας ανήκει».
Τα όνειρά της τάραξαν αόριστοι φόβοι -τρομακτικοί τη στιγμή που τους βίωνε, φευγάτοι όταν ξύπνησε από τις ίδιες τις κραυγές της. Κοίταξε ανήσυχη γύρω της, δεν κατάλαβε αμέσως που βρισκόταν. Το ίδιο της συνέβαινε όταν συνερχόταν από τα ηλεκτροσόκ, μόνο που τούτο το μέρος δεν ήταν νοσοκομείο φυλακής ούτε η γυναίκα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο δεσμοφύλακας.
«Καλημέρα, Κασίλντα». Η καμαριέρα άνοιξε τις κουρτίνες και μακρόστενες σκιές γλίστρησαν στο δωμάτιο. «Καλησπέρα θα έπρεπε να πω, κοντεύει να βραδιάσει. Κοιμόσουν όλη μέρα».
Κασίλντα; Ναι, αυτό τα όνομα είχε διαλέξει. Η μνήμη επανήλθε, ένας κυκεώνας. Ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια και βάλθηκε να περιεργάζεται το χώρο, κάτι που η κούραση δεν της είχε επιτρέψει να κάνει την προηγούμενη νύχτα. Ήταν σαφώς γυναικείο δωμάτιο, θυμήθηκε πως ανήκε στην κόρη της κυρίας Καστέιν. Δε φαινόταν αχρησιμοποίητο: το κρεβάτι ήταν φρεσκολουστραρισμένο η ντουλάπα από ξύλο καρυδιάς, η σιφονιέρα, η τουαλέτα έλαμπαν πεντακάθαρες, οι παστέλ κουρτίνες και η ταπετσαρία των τοίχων αναδείκνυαν την επιβλητικότητα της ψηλής οροφής και του αστραφτερού παρκέτου. Τα μικρά ανατολίτικα χαλιά, τα μαξιλάρια στις καρέκλες, η αναπαυτική πολυθρόνα έφτιαχναν ζωηρές λίμνες χρωμάτων. Τίποτα σύγχρονο δεν υπήρχε εκεί μέσα. Ελάχιστα ήξερε από αντίκες, μάντεψε όμως πως τα έπιπλα χρονολογούνταν πριν ακόμη τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Καμίλα τακτοποιούσε
ένα μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο
στο κρυστάλλινο ανθοδοχείο της
τουαλέτας. Τα βλέμματά τους
συναντήθηκαν στον καθρέφτη,
«Κοιμήθηκες καλά, Κασίλντα; Σα να σ'
άκουσα να φωνάζεις καθώς έμπαινα».
«Θα έβλεπα εφιάλτη. Αλλά
κοιμήθηκα πολύ καλά, πράγμα που δε
μου συμβαίνει συχνά». Στη φυλακή
της έδιναν χάπια για να κοιμηθεί.
«Ξύπνησες Κασίλντα; Ακουσα τη φωνή
σου». Η κυρία Καστέιν της
χαμογέλασε από την πόρτα και
πλησίασε το κρεβάτι. Ήταν ντυμένη
όπως την προηγούμενη βραδιά.
«Δεν ήθελα να κοιμηθώ τόσες ώρες»,
απολογήθηκε το κορίτσι.
«Καημενούλα μου! Σου άξιζε ένας
καλός ύπνος μετά από τέτοια
ταλαιπωρία. Tι λες; Μπορείς να φας
λίγη σούπα;»
«Πρέπει να φύγω. Σας έχω γίνει
φόρτωμα».
«Σου απαγορεύω να λες τέτοια
πράγματα, καλή μου. Θα μείνεις μαζί
μας μέχρι να συνέλθεις τελείως». Η
κυρία Καστέιν κάθισε δίπλα της στο
κρεβάτι, άγγιξε μ' ένα παγωμένο χέρι
το μέτωπό της, «Κασίλντα, εσύ, παιδί
μου, ζεματάς. Κοίτα, τα χέρια σου
τρέμουν!»
«Νιώθω μια χαρά». Έλεγε ψέματα.
Καταλάβαινε ότι είχε πυρετό, το
κορμί της πονούσε τόσο που δεν
ήξερε αν μπορούσε να σταθεί, πόσο
περισσότερο να περπατήσει. Η
τρεμούλα δεν την ανησυχούσε: οι
ενέσεις που της έκαναν κάθε δέκα
πέντε μέρες της έφερναν ρίγη, γι'
αυτό άλλωστε της έδιναν χάπια. Δεν
τα κουβαλούσε βέβαια μαζί της, μα
καθώς είχε έρθει ο καιρός για την
ένεση, τα συμπτώματα της στέρησης
θα εμφανίζονταν γρήγορα.
«Θα σου φέρω κάτι να πιεις να
τονωθείς, καλή μου. Και η Καμίλα θα
φτιάξει μια ωραία σουπίτσα και συ
θα προσπαθήσεις να τη φας. Κασίλντα,
γλυκιά μου, αν δε σε φροντίσουμε
όπως πρέπει, θ' αρρωστήσεις πολύ
σοβαρά».
«Μα δεν μπορώ να σας γίνω βάρος»,
διαμαρτυρήθηκε, για τους τύπους
κυρίως. «Πρέπει να φύγω».
«Να πας πού, παιδί μου;» Η κυρία
Καστέιν πήρε σοβαρή τα χέρια του
κοριτσιού στα δικά της. «Σε
περιμένει κανείς; Θέλεις να
ενημερώσουμε κάποιον δικό σου ότι
είσαι ασφαλής;»
«Όχι», παραδέχτηκε. «Δεν έχω
πουθενά να πάω, κανέναν να δω.
Περιπλανιόμουν στην ακτή
προσπαθώντας να βρω δουλειά σε
κάποιο ξενοδοχείο. Γνωρίζω μια-δυο
κοπέλες που θα με φιλοξενούσαν
μέχρι να ταχτοποιηθώ».
«Ορίστε λοιπόν. Δεν υπάρχει λόγος
να μη μείνεις εδώ ώσπου να
αναρρώσεις τελείως. Ποιός ξέρει,
ίσως σου βρω εγώ μια θέση. Όλ' αυτά
όμως θα τα συζητήσουμε αργότερα,
όταν γίνεις καλά. Για την ώρα,
ξάπλωσε κι άφησέ μας να σε
βοηθήσουμε».
Η κυρία Καστέιν έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο. Τα χείλη της ήταν δροσερά. «Τι όμορφη που είσαι, Κασίλντα», είπε χαμογελώντας και της έσφιξε τρυφερά το χέρι.
Ανταπέδωσε το χαμόγελο και το χάδι. Δεν είχε δει τηλεόραση μήτε ραδιόφωνο στο σπίτι, και μια τόσο εκκεντρική γυναίκα όπως η κυρία Καστέιν δε θα διάβαζε ούτε εφημερίδες. Μα ακόμη κι αν είχε ακούσει για το ατύχημα, ήταν σαφές πως χαιρόταν τόσο που μια απρόσμενη επισκέπτρια τάραζε τη μοναχική της ρουτίνα ώστε δε θα καθόταν να αναρωτηθεί αν φιλοξενούσε μια φυγάδα. Όσο και να έψαχνε, καλύτερο κρησφύγετο απ' αυτό δε θά ' βρισκε.
Το τονωτικό είχε γλυκόπικρη γεύση και της έφερε υπνηλία. Μέχρι να μαζέψει η Καμίλα το δίσκο της, είχε αποκοιμηθεί. Παρά την πολύωρή της ξεκούραση, ο πυρετός και η εξάντληση την κοίμισαν πάλι -αν και τούτη τη φορά δε βρήκε τη σωτήρια λησμονιά που αποζητούσε στον ύπνο. Οι εφιάλτες ήρθαν πάλι, πιο έντονοι, κοντύτερα στην επιφάνεια του συνειδητού.
Ονειρεύτηκε τη γιατρό Αρτσερ, την είδε να σκύβει από πάνω της το αυστηρό της πρόσωπο και τους φαρδείς, σχεδόν αντρικούς, ώμους. Οι αστράγαλοι και οι καρποί της ήταν δεμένοι στις τέσσερις γωνίες του κρεβατιού με δερμάτινους ιμάντες. H Αρτσερ κάτι της έλεγε σε επιτιμητικό τόνο, ενώ οι δεσμοφύλακες τής ανασήκωναν τη φούστα και κατέβαζαν την κυλόττα της. Μια σύριγγα άστραψε στο χέρι της γιατρού και ένιωσε ένα σουβλερό πόνο στο γοφό της.
Αγωνιζόταν να ξεφύγει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η Δρ. Αρτσερ της φώναζε και μια χοντρή νοσοκόμα έδενε τις αγκράφες στο ζουρλομανδύα που φυλάκιζε τα χέρια στο στήθος της σ' ένα άχαρο, άστοργο χάδι. Τα λουριά την έσφιγγαν τόσο που μετά βίας ανάσαινε, και παρότι δεν καταλάβαινε Τι της έλεγε η γιατρός, αναγνώρισε τη βελόνα που έχωνε μέσα της.
'Ήταν παγιδευμένη στο στενό φορείο, τα μάτια της στυλωμένα στο γκρίζο ταβάνι καθώς την οδηγούσαν μέσα από ατέλειωτους διαδρόμους στην ειδική αίθουσα. Εκεί σταμάτησαν. Η Δρ. Αρτσερ έσκυψε πάλι από πάνω της. Αισθάνθηκε το τσίμπημα στο μπράτσο της, την ορμητική πορεία του φάρμακου στις φλέβες της -και η Αρτσερ χαμογελά και στρέφεται στο μηχάνημά της και το ρεύμα επιτίθεται στο κρανίο της και το κορμί της σπαρταρά μες στα δεσμά του και οι κραυγές της πνίγονται στη λαστιχένια μπάλα που της έχουν χώσει ανάμεσα στα δόντια.
Αλλά το πρόσωπο που την κοιτά τώρα δεν είναι της γιατρού και τα χέρια που την ταρακουνούν δεν είναι βίαια.
«Κασίλντα! Ξύπνα, Κασίλντα! Μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα, ένα όνειρο μόνο".
Αναγνώρισε επιτέλους
το ξανθό κεφάλι της Καμίλα.
«Εφιάλτης ήταν, πάει, πέρασε», την
καθησύχασε η καμαριέρα. «Καημένο
μου κοριτσάκι». Τα χέρια της άφησαν
τους ώμους της Κασίλντα, έσπρωξαν
προς τα πίσω τα μαλλιά της, χάιδεψαν
τα μάγουλά της. Η Καμίλα έσκυψε και
φίλησε τρυφερά τα στεγνά της χείλη.
«Τι είναι; Τι συμβαίνει;» Η κυρία
Καστέιν, με το νυχτικό και ένα κερί
στο χέρι, μπήκε ανήσυχη στο δωμάτιο.
«Η Κασίλντα είδε ένα κακό όνειρο»,
της είπε η Καμίλα. «Καιει πάλι,
πρέπει να ψήνεται στον πυρετό».
«Καλό μου παιδί!» Η κυρία Καστέιν
ακούμπησε το κηροπήγιο στο τραπέζι.
«Πρέπει να πιει αμέσως το γιατρικό
της. Θα σε παρακαλούσα να μείνεις
απόψε μαζί της, Κασίλντα. Ίσως με
σένα στο πλευρό της, κοιμηθεί πιο
ήσυχα».
«Βεβαίως, κυρία. Μόνο δυο λεπτά να
φέρω το φάρμακο».
«Σας παρακαλώ, μη μπαίνετε σε
κόπο...». Αλλά το δωμάτιο βάλθηκε να
γυρνά σα μύλος του Λούνα Παρκ μόλις
πήγε ν' ανασηκωθεί. Το κορμί της
έκαιγε, το στόμα της ήταν στεγνό, το
χέρι της έτρεμε τόσο όταν τ' άπλωσε
για να πάρει το ποτήρι με το
γιατρικό που η Καμίλα κούνησε
αρνητικά το κεφάλι και της το έδωσε
η ίδια. Κατέβασε το καταπότι, ενώ
αναρωτιόταν μήπως όλ' αυτά ήταν
καθυστερημένη αντίδραση του
οργανισμού στο Προλιξίν που είχε
ποτίσει το πετσί της. Μα σιγά-σιγά
συνερχόταν γιατί, όταν σήκωσε το
κεφάλι να χαμογελάσει στις
νοσοκόμες της, πρόσεξε ότι τα
χρώματα είχαν αρχίσει πάλι να
διακρίνονται μέσα από την αχλύ που
το φάρμακο δημιουργούσε γύρω από
τις αισθήσεις της.
«Θα γίνω γρήγορα
καλά», υποσχέθηκε.
«Προσπάθησε να κοιμηθείς, καρδιά
μου». Η κυρία Καστέιν της χάιδεψε
το μπράτσο. «Πρέπει να ανακτήσεις
τις δυνάμεις σου. Η Καμίλα θα μείνει
εδώ να σε προσέχει».
«Κλείσε τις κουρτίνες να μη μπει η
νυχτερινή υγρασία», διέταξε την
καμαριέρα της. «Αν χρειαστεί,
φώναξέ με».
«Φυσικά, κυρία. Δεν πρόκειται να
κουνήσω από δίπλα της».
Ονειρευόταν πάλι -ή ονειρευόταν ακόμα.
Το σκοτάδι την περιέβαλλε σα μαύρη δερμάτινη μάσκα και το κορμί της τιναζόταν από ασυγκράτητους σπασμούς. Η γυμνή της σάρκα ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα --κρύο ιδρώτα- αν και το στόμα της φλεγόταν. Βογκούσε και στριφογύριζε πασχίζοντας να ξυπνήσει, να γλιτώσει από την πηχτή μαυρίλα, αλλά το έρεβος την αγκάλιαζε με ασφυκτική επιμονή.
Κρύα χείλη έλιωναν τα δικά της, μια παγωμένη γλώσσα χωνόταν στο καυτό στόμα της, πληγώνοντάς της τον ουρανίσκο. Δάχτυλα, λεπτά και δυνατά, χάιδευαν τα στήθη της, πρόσφεραν τις ρόγες της σε πεινασμένα χείλη. Τα χέρια της άγγιξαν λεία σάρκα. Ανακάλυψε πως τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα αλλά το σκοτάδι ήταν τόσο βαθύ που δεν έβλεπε, μόνο ένιωθε την παρουσία άλλων δίπλα της.
Οι κινήσεις της ήταν νωχελικές, ονειρικές. Μέσα από τους σπασμούς που κουρέλιαζαν το κορμί της, αντιλήφθηκε ότι έφτανε σε κάτι που έμοιαζε με διαστροφικό οργασμό. Τα δάχτυλά της χάιδευαν νυσταγμένα το δροσερό σώμα που έσκυβε πάνω της, μα το άγγιγμά της είχε τόση δύναμη και αποφασιστικότητα όση και τ' άσκοπα ανασαλέματα των μελών ενός πνιγμένου.
Την ακινητοποιούσε μια ακαταμάχητη αποχαύνωση, ενώ ταυτόχρονα το σκοτάδι την τύφλωνε. Της φάνηκε πως απομακρυνόταν, πως αποχωριζόταν το κορμί της, το όνειρό της, βουλιάζοντας σε βαθύτερο σκοτάδι. Η σεξουαλική διέγερση που εξαπέλυε τη χαμένη της πραγματικότητα ενάντια στο λήθαργο και τον πυρετό που την κρατούσαν αιχμάλωτη, και που αναδυόταν από τον ερωτισμό του παραληρήματός της, τριβέλιζε το μυαλό της με ψιθύρους μυστικής αποστροφής και φρίκης.
Ένα ζευγάρι χείλη φυλάκιζαν το στόμα και το λαιμό της τώρα, βυζαίνοντας την ανάσα της, ενώ ένιωσε άλλα χείλη να σέρνονται στα στήθη της, να χασομερούν στον αφαλό της και να καρφώνονται στην ήβη της. Η ανάσα της κόπηκε, τη ρούφηξαν τα χείλη που παραμόνευαν στο στόμα της καθώς τα ρίγη άρχισαν να έρπουν στην καυτή της σάρκα.
Ένιωσε να πνίγεται, δεν μπορούσε ν' αναπνεύσει, τέντωσε το κορμί της πανικόβλητη, τα μέλη της συσπώνταν ανεξέλεγκτα. Οι απόπειρές της να ξεφύγει ήταν τόσο μάταιες όσο και η προσπάθειά της να ξυπνήσει. Τα χείλη που της έκλεβαν την ανάσα την άφησαν, αλλά μόνο για ένα λεπτό. Μες στο σκοτάδι, ένιωσε άλλο σώμα να πέφτει στο δικό της, να τρίβεται πάνω της με ψυχρή δύναμη. Παγωμένη φωτιά βασάνιζε τα λαγόνια της και καθώς άνοιξε το στόμα της να ουρλιάξει, ή ν' αναστενάξει, λείοι μηροί πίεσαν τα μάγουλά της και κάτι απίστευτα κρύο μάγκωσε την ανάσα της. Βουβά, υπέκυψε στις ανάγκες που την εξουσίαζαν, που κόντευαν να τη συντρίψουν. Και η σιωπηλή κραυγή της της έκστασης και του τρόμου έσκισε τυφλά το σκοτάδι.
Η Κασίλντα ξύπνησε. Στο δωμάτιο είχε τρυπώσει η λιακάδα -τα χρωματιστά τζάμια δημιουργούσαν ένα πλασματικό πρισματικό φαινόμενο. Η Καμίλα, που έφτιαχνε τις κουρτίνες, γύρισε και της χαμογέλασε όταν την άκουσε να σαλεύει.
«Καλημέρα, Κασίλντα.
Αισθάνεσαι καλύτερα σήμερα;»
«Πολύ καλύτερα». Η Κασίλντα
αντιγύρισε το χαμόγελο. «Νιώθω σα
να κοιμόμουν εβδομάδα ολόκληρη».
Συνοφρυώθηκε, ξαφνικά την έζωσαν οι
αμφιβολίες.
Η Καμίλα άγγιξε το
μέτωπό της. «Έπεσε ο πυρετός. Η
κυρία Καστέιν θα χαρεί πολύ όταν το
μάθει. Κοιμήθηκες όλη μέρα κι όλη
νύχτα χθες. Να σου φέρω τώρα το
πρωινό σου;»
«Σε παρακαλώ -πεθαίνω της πείνας.
Μα θαρρώ πως είναι πια καιρός να
σηκωθώ».
«Μετά το πρόγευμα. Πάω να πω στην
κυρία πως είσαι καλύτερα». Η κυρία
Καστέιν εμφανίστηκε την ώρα που η
καμαριέρα μάζευε το δίσκο. «Μια
χαρά μου φαίνεσαι σήμερα, Κασίλντα.
H Καμίλα μου λέει πως θέλεις να
σηκωθείς».
«Μα δεν μπορώ πια να παριστάνω την
ανάπηρη και να σας επιβαρύνω με την
παρουσία μου. Μήπως μπορείτε να μου
δανείσετε λίγα ρούχα; Τα δικά
μου...» Η Κασίλντα προσπάθησε να
θυμηθεί για ποιο λόγο είχε
καταφτάσει στο σπίτι της
ευεργέτιδάς της σχεδόν γυμνή.
«Βεβαίως, καλή μου». Η Kυρία
Καστέιν της έσφιξε ενθαρρυντικά
τον ώμο. «Θα σου φέρω να δοκιμάσεις
τα φορέματα της κόρης μου. Θα σου
κάνουν, είμαι σίγουρη. Η Καμίλα θα
σε βοηθήσει να ντυθείς».
Ζαλίστηκε όταν πρωτοπροσπάθησε να σηκωθεί, αλλά κρατήθηκε από τα μπρούτζινα κολωνάκια του κρεβατιού μέχρι που ένιωσε ότι τα πόδια της άντεχαν να την κρατήσουν. Η καμαριέρα κάτι έψαχνε σ' ένα κομμό με συρτάρια, βγάζοντας ρούχα τυλιγμένα σε λεπτότατο χαρτί. Μια ξεθωριασμένη μυρωδιά τριαντάφυλλου έφτασε στα ρουθούνια της Κασίλντα.
«Όπως βλέπεις τίποτ'
απ' αυτά δεν είναι τελευταίας μόδας,
ελπίζω όμως να μη σε πειράζει»,
είπε η κυρία Καστέιν. «Πάει καιρός
που μας έφυγε η Κόνστανς».
«Η κόρη σας είναι...;»
«Αλλού. Μακριά».
Η Κασίλντα αποφάσισε να μην επιμείνει. Κρύφτηκε πίσω από ένα παραβάν για να ντυθεί, ενώ η κυρία Καστέιν κάθισε στη σεζ-λονγκ να περιμένει τα αποτελέσματα. Η Καμίλα ήρθε να τη βρει φορτωμένη με μια αγκαλιά ρούχα.
Τα αραχνοΰφαντα εσώρουχα ήταν από λεπτό μετάξι και φίνα δαντέλα, σε χρώματα απαλά. Η Κασίλντα απόρησε με το αντιφατικό αίσθημα του πρωτόγνωρου και συνάμα του οικείου που της δημιουργούσαν. Ένιωθε σα να τα έβλεπε για πρώτη φορά και ταυτόχρονα σα να τα φορούσε χρόνια. Όσο προσπαθούσε να λύσει αυτό το μυστήριο, τα χέρια της, φευγάτα θαρρείς από τον έλεγχό της, αναπτύσσοντας δική τους πρωτοβουλία, έντυναν το κορμί της με γρήγορες, επιδέξιες κινήσεις. Πρώτα η κομπινεζόν, μακριά ως το γόνατο, δουλεμένη με δαντέλα και σατέν κορδέλες. κάθισε σε μια καρέκλα να φορέσει άσπρες μεταξωτές κάλτσες που τις συγκρατούσαν κομψότατες ζαρτιέρες. Κατόπιν έβαλε φουφούλα, ανοιχτή μπρος και πίσω, που της έπεφτε ως τη μέση των μηρών. Τέλος, ένα αφράτο μεσοφόρι που κάλυπτε σχεδόν τους αστραγάλους της.
«Μα δεν μπορώ να σφιχτώ
σ' αυτό το πράγμα», διαμαρτυρήθηκε
η Κασίλντα. Η Καμίλα της έδειχνε ένα
κορσέ με μπαλένες από oυραvί
μπροκάρ.
«Ανοησίες, αγαπητή μου», επενέβη η
κυρία Καστέιν. «Μπορεί να το
θεωρείς ξεπερασμένο αλλά επιμένω
να το φορέσεις. Δε θα σ' αφήσω να
καταστρέψεις τη σιλουέτα σου».
Η Κασίλντα υπέκυψε, αναρωτήθηκε μάλιστα γιατί της είχε φανεί τόσο παράξενο στην αρχή. Κούμπωσε το μπροστινό μέρος, ενώ η Καμίλα μάζευε τα κορδόνια πίσω. Η καμαριέρα τα τράβηξε απότομα, κόβοντάς της για μια στιγμή την ανάσα. Η Κασίλντα έσκυψε και στηρίχτηκε στην καρέκλα καθώς η Καμίλα, με το γόνατο στη βάση της πλάτης της, τα έσφιξε ακόμα πιο πολύ πριν τα δέσει. Κατόπιν της φόρεσε μια λευκή καμιζόλα από βαμβακερή δαντέλα που ταίριαζε με το μεσοφόρι. Λιγάκι ζαλισμένη, η Κασίλντα κάθισε στην τουαλέτα και η καμαριέρα βάλθηκε να της βουρτσίζει τα μακριά μαύρα μαλλιά της τα έπλεξε κοτσίδα και τα στερέωσε στην κορυφή του κεφαλιού με χτένια από ταρταρούγα. Την αμφίεσή της συμπλήρωναν ψηλοτάκουνα γοβάκια που της έρχονταν τόσο καλά σα να είχαν κοπεί στο πόδι της.
«Έξοχα, Κασίλντα!» ενέκρινε η κυρία Καστέιν, «Δε θ' αναγνώρισε κανείς στο πρόσωπό σου το μισοπνιγμένο πλασματάκι που ξεπρόβαλλε μέσα από τη νύχτα!»
Η Κασίλντα σηκώθηκε να κοιταχτεί στον ολόσωμο καθρέφτη. Της φάνηκε σα ν' αντίκριζε μια ξένη, μα ήξερε πως έβλεπε τον εαυτό της. Ο κορσές έσφιγγε τη μέση της, δίνοντας στο κορμί της τις καμπύλες ενός «S». Την απροσδόκητα αισθησιακή της εμφάνιση έκανε ακόμη πιο φιλήδονη η διάφανη μάζα της δαντέλας και του μεταξιού. Αγγιξε το σώμα της εκστατική, σχεδόν πιστεύοντας ότι το είδωλο στον καθρέφτη ήταν η φωτογραφία κάποιας άλλης.
Η Καμίλα της διάλεξε ένα μακρυμάνικο πουκάμισο, κλειστό ως ψηλά στο λαιμό και με φιλντισένια κουμπιά στους καρπούς, κατόπιν τη βοήθησε να βάλει μια σκουρόχρωμη φούστα που της έπεφτε ως τους αστραγάλους. Η Κασίλντα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τον καθρέφτη.
Μοιάζω με κορίτσι σε παλιά γκραβούρα, σκέφτηκε κατάπληκτη. Από τα ανοιχτά παράθυρα έφταναν συγκεχυμένα οι θόρυβοι της πόλης και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε ότι, ανάκατα με τους γνώριμους ήχους της πόλης, άκουγε το κροτάλισμα πεταλωμένων αλόγων στο πλινθόστρωτο.
«Δε θέλω να ξανακούσω λέξη για αναχώρηση, Κασίλντα», δήλωσε η κυρία Καστέιν, ακουμπώντας το χέρι της στο γόνατο του κοριτσιού και σκύβοντας εμπιστευτικά προς το μέρος της.
Η Κασίλντα ένιωσε το άγγιγμα σα φωτιά παρά τα μύρια ρούχα που την κάλυπταν. Τη στοίχειωνε το παράξενο θρόισμα, ένας κελαρυστός ψίθυρος, που συνόδευε την παραμικρή της κίνηση γιατί έμοιαζε ξένος και μαζί οικείος -ένας τρεμουλιαστός αναστεναγμός μεταξιού πάνω σε μετάξι, κάτι σαν παγωμένο χιόνι που χάιδευε στεγνή πέτρα. Χαμογέλασε, κρατώντας το φλιτζάνι του τσαγιού με παρωχημένη αβρότητα, και αναρωτήθηκε γιατί αυτές οι ασήμαντες, τόσο κοινότυπες λεπτομέρειες της φαίνονταν τόσο αλλόκοτες. Είχε συνηθίσει ακόμη και το σφιχτό αγκάλιασμα του κορσέ' μπορούσε πια να κάθεται άνετα και ν' ακούει την ευεργέτιδά της ενώ σ' ένα άλλο κομμάτι του μυαλού της στριφογύριζαν ανησυχητικές, αμήχανες σκέψεις.
«Μόνη σου είπες ότι δεν έχεις συγκεκριμένο πρόγραμμα», συνέχισε η κυρία Καστέιν. «Δε χρειάζεται να σε προειδοποιήσω για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει μια μόνη κοπέλα στις μεγάλες πόλεις. Στάθηκες τυχερή και ξέφυγες από τους εμπόρους λευκής σαρκός που σε απήγαγαν. Χωρίς οικογένεια και φίλους να ενδιαφερθούν για την εξαφάνισή σου, φαντάζεσαι τι φριχτή μοίρα σε περίμενε;»
Η Κασίλντα ανατρίχιασε με την ανάμνηση της απόδρασης, μια ανάμνηση τόσο θολή και αβέβαιη -εκτός από την ανάγκη της να δραπετεύσει- όπως και η ζωή της πριν την «απαγωγή». Είχε δώσει αόριστες απαντήσεις στις διακριτικές ερωτήσεις της κυρίας Καστέιν και δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει ποια κομμάτια της ιστορίας της ήταν μισές αλήθειες ή ψέματα.
Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη: ο κίνδυνος καραδοκούσε έξω από το άσυλο αυτού του σπιτιού.
«Ένιωθα τόσο μόνη από
τότε που έφυγε η Κόνστανς», έλεγε η
κυρία Καστέιν. «Η Καμίλα μου είναι
μεγάλη παρηγοριά, αλλά έχει το
σπίτι να φροντίσει. Σκέφτηκα πολλές
φορές να προσλάβω μια συνοδό. Θα
χαιρόμουν πολύ αν δεχόσουν εσύ αυτή
τη θέση, για την ώρα τουλάχιστον».
«Είστε πολύ καλή! Και βέβαια
δέχομαι».
«Σου υπόσχομαι πως τα καθήκοντά
σου θα περιοριστούν στην ψυχαγωγία
μιας παλαιών αρχών και μάλλον
συνεσταλμένης κυρίας. Ελπίζω να μη
σου φαίνεται πολύ ανιαρή η δουλειά
που σου προτείνω, παιδί μου».
«Μου ταιριάζει απόλυτα», τη
διαβεβαίωσε η Κασίλντα. «Τίποτα δε
μ' ευχαριστεί όσο η ήρεμη ρουτίνα
ενός σπιτικού».
«Υπέροχα!» Η κυρία Καστέιν της
έσφιξε το χέρι. «Όλα ρυθμίστηκαν
λοιπόν. Η Καμίλα θα ενθουσιαστεί,
της λείπει η συντροφιά των
συνομηλίκων της. Κι ίσως μπορέσεις
να την απαλλάξεις από ορισμένες
υποχρεώσεις».
«Ό,τι θέλετε. Πείτε μου, Τι θα
κάνω;» την παρακάλεσε η Κασίλντα,
ολόχαρη με την καλή της τύχη.
«Θα μου διαβάζεις, καλή μου; Είναι
μια άσκηση που χαλαρώνει το σώμα
και διεγείρει τις πνευματικές
λειτουργίες. Απασχολώ ώρες την
Κασίλντα μ' αυτή την... την αγγαρεία,
δεν την αφήνω να κάνει τις δουλειές
της».
«Φυσικά». Η Κασίλντα ανταπέδωσε το
χαμόγελο της Καμίλα όταν εκείνη
μπήκε να μαζέψει τα σερβίτσια του
τσαγιού. Ήταν φανερό από την
ευτυχισμένη έκφραση της καμαριέρας
πως κρυφάκουγε στην πόρτα. «Τι
θέλετε να σας διαβάσω;»
«Εκείνο το βιβλίο πίσω από τη
λάμπα». Η κυρία Καστέιν της έδειξε
έναν τόμο δεμένο με κίτρινο ύφασμα.
«Πρόκειται για ένα σύγχρονο δράμα,
ένα παράξενο έργο, όπως θα δεις. Μου
το διάβαζε η Καμίλα τη νύχτα που
ήρθες».
Η Κασίλντα άνοιξε το βιβλίο, με μια περίεργη αίσθηση deja νυ.
Αναρωτήθηκε πού είχε ξαναδιαβάσει το Βασιλιά με τα κίτρινα, αν
πράγματι είχε συμβεί κάτι τέτοιο.
«Βρισκόμαστε, θαρρώ, στην αρχή της
δεύτερης πράξης», της είπε η κυρία
Καστέιν.
Η Κασίλντα διάβαζε στο
κρεβάτι όταν η Καμίλα της χτύπησε
δισταχτικά την πόρτα, Αφησε το
βιβλίο δίπλα της, με μια σχεδόν
λαθραία, ένοχη κίνηση. «Erιtrez vous».
«Σκέφτηκα ότι θα κοιμόσουνα,
απολογήθηκε η καμαριέρα, «μα μετά
είδα φως από τη χαραμάδα. Ξέχασα να
σου φέρω το δυναμωτικό σου».
Η Καμίλα, με τη νυχτικιά της, κουβαλούσε το φάρμακο σ' έναν ασημένιο δίσκο. Οι δαντέλες και τα ανοιχτά χρώματα του ρούχου ήταν μια ευχάριστη αντίθεση στη μαύρη στολή της καμαριέρας που φορούσε συνήθως.
«Δεν μπορούσα να
κοιμηθώ», ομολόγησε η Κασίλντα,
καθώς ανακαθόταν στα μαξιλάρια.
«Διάβαζα».
Η Καμίλα της έδωσε το ποτήρι. «Για
να δω... Α, ναι. Πολύ πιπεράτο βιβλίο
για να το διαβάζεις στο κρεβάτι!!»
«Έχεις διαβάσει το Βασιλιά με τα
κίτρινα;»
«Δυνατά στην κυρία και πάνω -από
μια φορά. Είναι από τα αγαπημένα
της».
«Είναι αμαρτία, περισσότερο από
αμαρτία, να περιγράφεις τη διαφθορά
με τόσο συναρπαστικό τρόπο. Απορώ
πώς επέτρεψαν να εκδοθεί. Μόνο
τρελός θα μπορούσε να γράψει τέτοια
πράγματα».
«Παρόλ' αυτά, το διαβάζεις».
Η Κασίλντα τραβήχτηκε
στο κρεβάτι για να της κάνει τόπο.
«Δεν μπόρεσα ν' αντισταθώ στον
πειρασμό. Ήταν αδύνατο να σταματήσω
όταν η κυρία Καστέιν αποσύρθηκε
στην κάμαρά της».
«Το βιβλίο ήταν της Κόνστανς». Η
Καμίλα στριμώχτηκε κοντά της.
«Ίσως γι' αυτό η κυρία το αγαπάει
τόσο».
Η Κασίλντα άνοιξε τον κίτρινο τόμο στη σελίδα που διάβαζε. Η Καμίλα τέντωσε το ξανθό της κεφάλι για να δει. Είχε βγάλει τον κορσέ και το πλούσιο στήθος της ξεχείλιζε από την καμιζόλα που φορούσε. Η Κασίλντα ένιωθε σα σκιάχτρο δίπλα της.
«Δεν είναι παράξενο;»
παρατήρησε. «Αυτό το αχρείο έργο
έχει για ηρωίδες την Κασίλντα και
την Καμίλα».
«Αραγε μοιάζουμε μ' αυτές τις δυο
συνονόματες;» γέλασε η Καμίλα.
«Είναι τόσο καλές φίλες».
«Κι εμείς το ίδιο, δε νομίζεις;»
«Το θέλω τόσο πολύ!»
«Μα είσαι ακόμη στη δεύτερη πράξη,
γλυκιά μου. Πού ξέρεις ποια είναι η
μοίρα της;»
«Αχ, Καμίλα!» Η Κασίλντα έχωσε
το πρόσωπό της στα αρωματισμένα
στήθη της Καμίλα. «Μη με
πειράζεις, σε παρακαλώ!»
Το ξανθό κορίτσι την
έσφιξε πάνω της, της χάιδεψε την
πλάτη. «Καημενούλα, χαμένη
Κασίλντα».
Η Κασίλντα φώλιασε στην αγκαλιά
της, έμεινε ν' ακούει τους χτύπους
της καρδιάς της. Μια γλυκιά νύστα
την πλημμύριζε, παρόλο που το
βιβλίο την είχε ταράξει. Το
δυναμωτικό την εξακόντιζε συνήθως
σε μια ονειρική λήθη, μα για την ώρα
ένιωθε απόλυτα ασφαλής στα τρυφερά
χέρια της Καμίλα...
«Ήσασταν φίλες με την
Κόνστανς;» ρώτησε.
«Πολύ στενές μάλιστα».
«Θα πρέπει να σου λείπει».
«Όχι πια».
Η Κασίλντα καθόταν στο γραφειάκι του δωματίου της κι έγραφε στο ημερολόγιο που είχε βρει σ' ένα συρτάρι. Τα μεσοφόρια της σκόνταψαν στα πόδια του επίπλου καθώς έγειρε να βουτήξει την πένα της στο μελανοδοχείο. Κάπου-κάπου σταματούσε και κοιτούσε σκεφτική τον ουρανό που σιγά-σιγά σκοτείνιαζε και τις λοξές στέγες των κτιρίων κατά μήκος της προκυμαίας κάτω, στο βάθος.
«Πιστεύω πως πρέπει να είμαι ικανοποιημένη από τη διαμονή μου εδώ», έγραψε. «Η κυρία Καστέιν είναι αυστηρή, λιγάκι απαιτητική, αλλά είμαι σίγουρη πως ενδιαφέρεται στ' αλήθεια για μένα και πως μ' αντιμετωπίζει με την καλύτερη προαίρεση. Στη διάρκεια της ημέρας, τα καθήκοντά μου είναι ελάχιστα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να της διαβάζω ή να της τραγουδώ στο πιάνο όσο εκείνη απασχολείται με το εργόχειρό της, δηλαδή απλά να της κρατώ συντροφιά.
«Προσφέρθηκα να
βοηθήσω την Καμίλα, αλλά η κυρία
Καστέιν δε μου επιτρέπει να
καταπιαστώ με βαριές δουλειές. Η
Καμίλα έγινε πολύ καλή μου φίλη και
οι περιποιήσεις της με αποσπούν από
την ανία που σίγουρα θα ένιωθα,
περιορισμένη όπως είμαι στο σπίτι
από το πρωί ως το βράδυ. Ωστόσο, δε
θέλω να φύγω από δω, ούτε καν να
αποτολμήσω έναν περίπατο στο δρόμο.
Η περιοχή μας δεν είναι ιδιαίτερα
ελκυστική' απέχει πολύ από το
κέντρο της πόλης και δεν έχει
καταστήματα, μόνο αποθήκες και
γραφεία ναυτιλιακών οίκων. Δε
δεχόμαστε επισκέψεις αν εξαιρέσω
βέβαια τους εμπόρους που μας
εξυπηρετούν- και η κυρία Καστέιν
δεν είναι διατεθειμένη να
αποζητήσει τη συντροφιά τρίτων.
«Αλλωστε, το ένστικτό μου
υπαγορεύει ότι η κυρία Καστέιν
διάλεξε τον ασκητικό αυτό τρόπο
ζωής μετά από κάποια μεγάλη
συναισθηματική ταλαιπωρία που της
στέρησε κάθε ενδιαφέρον για μια πιο
κοινωνική ζωή. Είναι σαφές, από την
προσοχή και τη φροντίδα που με
περιβάλλει, ότι βλέπει σε μένα την
κόρη της. Έχω πειστεί ότι η απώλεια
της Κόνστανς βρίσκεται στην καρδιά
του σκοτεινού μυστικού που την
οδήγησε στην απόφαση να αποσυρθεί
σχεδόν από τα εγκόσμια. Καταλαβαίνω
τον πόνο της γιατί αρνείται να
αναφερθεί στην απουσία της κόρης
της. Γι' αυτό και 'γω αποφεύγω κάθε
σχετική ερώτηση, αν και είμαι
σίγουρη ότι αυτό είναι το κλειδί
του μυστηρίου που μας κρατά
έγκλειστες στο σπίτι».
Η Κασίλντα συμπλήρωσε την καταχώρηση με την ημερομηνία: 7 Ιουνίου 189-.
Συνοφρυώθηκε, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Μα τι μέρα ήταν σήμερα; Ανόητο εκ μέρους της! Συμβουλεύτηκε τις προηγούμενες σελίδες και συμπλήρωσε την ημερομηνία. Ξεφύλλισε αφηρημένα το ημερολόγιο και χαμογέλασε με τις πάμπολλες γεμάτες σελίδες, όλες γραμμένες με τον ίδιο κομψό, συμμετρικό γραφικό χαρακτήρα όπως αυτή που μόλις είχε τελειώσει.
Η Κασίλντα κάθισε στην τουαλέτα της. Ήταν νύχτα, ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο. Περιεργαζόταν το είδωλό της στον καθρέφτη: η αέρινη λευκή καμιζόλα, οι ανοιχτόχρωμες κάλτσες και η φουφούλα έρχονταν σε χτυπητή αντίθεση με τη μαύρη στολή της Καμίλα που, όρθια πίσω της, της βούρτσιζε τα σκούρα μαλλιά.
Στο τραπεζάκι είχε αραδιάσει τα περιεχόμενα ενός τενεκεδένιου κουτιού που είχε βρει στο συρτάρι του γραφείου. Χάρτινες κούκλες, κάρτες, εικόνες κομμένες από περιοδικά, το σκαλιστό ενός πανέμορφου κύκνου. Βρήκε ακόμη μια κρυστάλλινη μπάλα που στο εσωτερικό της είχε ένα μικροσκοπικό σπίτι σκεπασμένο με χιόνι, δέντρα, μια παγωμένη λίμνη και ένα κοριτσάκι που έπαιζε. Όταν η Κασίλντα την πήρε στα χέρια της, το χιόνι αναδεύτηκε ανάλαφρα στο διάφανο υγρό που γέμιζε τη σφαίρα. Την αναποδογύρισε με μια απότομη κίνηση, την ξανάφερε αμέσως στη θέση της, και η χιονοθύελλα μάνιασε για μια στιγμή γύρω από το σπιτάκι.
«Τι όμορφα που θά ' ταν να μέναμε για πάντα σε μια κρυστάλλινη παραμυθένια χώρα σαν τούτη δω», είπε η Κασίλντα, κοιτώντας μαγεμένη τη σφαίρα.
Της φάνηκε πως είδε κάτι ακόμη να σαλεύει ανάμεσα στις νιφάδες, μα όταν το χιόνι κατακάθισε, τίποτα δεν είχε αλλάξει στην εικόνα. Κι όμως, όχι: δίπλα στο παιδί που έπαιζε ορθωνόταν ένας μικρός σωρός που δεν υπήρχε πριν, ήταν σίγουρη. Η Κασίλντα αντέστρεψε πάλι τη σφαίρα και έσκυψε να την εξετάσει πιο προσεχτικά. Νάτο. Μια άλλη μικρή, μικρότατη φιγούρα στριφογύρισε στο χιόνι. Ένα δεύτερο κορίτσι. Έπεσε στην παγωμένη λίμνη και οι νιφάδες την σκέπασαν πάλι.
«Πού είναι η Κόνστανς
Καστέιν;» ρώτησε η Κασίλντα.
«Η Κόνστανς... αρρώστησε», απάντησε
επιφυλακτικά η Καμίλα. «Έπασχε
ανέκαθεν από τα νεύρα της. Κι ένα
βράδυ, σε μια κρίση...»
«Καμίλα!» Η φωνή της κυρίας
Καστέιν ήταν αυστηρή. «Ξέρεις ότι
απεχθάνομαι τα κουτσομπολιά,
ιδιαίτερα όταν αφορούν τη δυστυχία
των άλλων».
Η καμαριέρα έσκυψε το κεφάλι. «Με
συγχωρείτε, κυρία. Λυπάμαι, δεν είχα
κακή πρόθεση».
Η άλλη διέσχισε
εκνευρισμένη το δωμάτιο. Η Κασίλντα
πίστεψε για μια στιγμή ότι σκόπευε
να χαστουκίσει την υπηρέτριά της.
«Δεν πρόκειται να πάρεις άφεση
μόνο και μόνο επειδή ζήτησες
συγνώμη. Το παράπτωμα είναι πολύ
σοβαρό. Θα σου δώσω ένα μάθημα που
θα βελτιώσει τους τρόπους σου.
Πήγαινε αμέσως στο δωμάτιό σου».
«Σας παρακαλώ, κυρία...».
«Η αυθάδειά σου αρχίζει να μ'
εξοργίζει, Καμίλα».
«Σας παρακαλώ, μην την
τιμωρήσετε!» ικέτεψε η Κασίλντα,
καθώς η καμαριέρα έτρεχε να βγει
από το δωμάτιο. «Εγώ φταίω, εγώ τη
ρώτησα».
Η κυρία Καστέιν ήρθε να σταθεί πίσω της κι ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του κοριτσιού. «Μια αθώα ερώτηση, αγαπητή μου. Η ιστορία αυτή όμως είναι πολύ οδυνηρή για μένα και η Καμίλα το ξέρει. Ωστόσο θα σου πω ορισμένα πράγματα τώρα και ελπίζω να κλείσουμε έτσι το θέμα μια για πάντα. Η κόρη μου αρρώστησε από εγκεφαλικό πυρετό. Αναγκάστηκα να την κλείσω σε άσυλο φρενοβλαβών».
Η Καμίλα έσφιξε με μια
αυθόρμητη κίνηση τα χέρια της
πρεσβύτερής της. «Λυπάμαι. Λυπάμαι
πάρα πολύ».
«Καταλαβαίνεις, πιστεύω, τον πόνο
μου». Η κυρία Καστέιν χαμογέλασε,
τα βλέμματά τους συναντήθηκαν στον
καθρέφτη.
«Δεν θα το αναφέρω ποτέ ξανά».
«Και βέβαια όχι. Και τώρα, καλή μου,
πρέπει να πέσεις για ύπνο.
Κουράστηκες πολύ και φοβάμαι μήπως
ξανακυλήσεις. Έτσι μπράβο, πήγαινε,
και ' γω θα σου ετοιμάσω το
δυναμωτικό».
«Δεν το χρειάζομαι πια. Μου
φέρνει εφιάλτες».
«Κασίλντα, δε θέλω αντιρρήσεις».
Τα δάχτυλα της κυρίας Καστέιν
μπήχτηκαν βαθιά στη σάρκα της
κοπέλας, την πόνεσαν. «Θα κάνεις
ό,τι σου λεω. Πώς θα εκπληρώσεις τα
καθήκοντα της συνοδού αν
ξαναπέσεις άρρωστη στο κρεβάτι; Και
Θέλεις να μείνεις εδώ».
«Μα ναι!» Η Κασίλντα απάντησε, αν
και η τελευταία πρόταση δεν ήταν
ερώτηση. «Θα κάνω ό,τι μου
ζητήσετε».
«Το ξέρω Κασίλντα. Αλλωστε, το μόνο
που επιθυμώ είναι να σε μεταμορφώσω
σε μια τέλεια νεαρή κυρία. Αφησέ με
τώρα να σε βοηθήσω να γδυθείς».
Η Κασίλντα άνοιξε τα μάτια της σ' ένα απόλυτο σκοτάδι που στροβιλιζόταν γύρω της σαν αόρατο ρεύμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι, προσπαθώντας να διώξει τον ίλιγγο που, είχε σιγουρευτεί πια, της προκαλούσε το φάρμακο. Κάτι την είχε ξυπνήσει. Εφιάλτης πάλι; Ήξερε πως τους έβλεπε συχνά, αν και το επόμενο πρωινό δεν τους θυμόταν. Θα έκανε εμετό; Το απαίσιο καταπότι τα έφταιγε όλα.
Κοιτούσε το σκοτάδι με μάτια ορθάνοιχτα. Ήξερε πως δεν θα ξανακοιμόταν εύκολα γιατί φοβόταν να παραδοθεί στα φριχτά όνειρα που δεν την άφηναν να ξεκουραστεί, την εξουθένωναν και την έκαναν να σέρνεται όλη την ημέρα.
Στην απόλυτη σιωπή του σπιτιού άκουγε τους χτύπους της καρδιάς και τη λαχανιασμένη της ανάσα.
Κι όμως, υπήρχε κι άλλος ήχος, μακρινός, σχεδόν μονότονα κανονικός. Το κλάμα μιας γυναίκας.
Η κυρία Καστέιν, σκέφτηκε. Θα την τάραξε η κουβέντα για την κόρη της. Μα τα αναφιλητά συνόδευε ένας ακόμη θόρυβος, ρυθμικός, ξερός, σαν κουνιστή πολυθρόνα σε ξεχαρβαλωμένο σανίδι.
Η Κασίλντα ψηλάφισε το κομοδίνο δίπλα της. Βρήκε σπίρτα. Αναψε το κερί -οι κινήσεις της αυτόματες, σαν του υπνοβάτη. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήρε το κηροπήγιο και διέσχισε, προσέχοντας μην κάνει θόρυβο, το δωμάτιο.
Στο διάδρομο στάθηκε να αφουγκραστεί. Το κερί της έφεγγε σα μικροσκοπική άλως στο πηχτό σκοτάδι του παμπάλαιου σπιτιού. Η Κασίλντα ρίγησε και μάζεψε το νυχτικό στο λαιμό της. Οι δαντέλες και οι κορδέλες δεν την προστάτευαν από την κρύα μαυρίλα που παραμόνευε γύρω από τη νησίδα του φωτός.
Τα κλάματα δεν δυνάμωσαν έξω από το δωμάτιο της κυρίας Καστέιν. Ανοιξε την πόρτα και αντίκρισε μόνο βουβό σκοτάδι. «Κυρία Καστέιν;» μουρμούρισε η Κασίλντα, χωρίς να πάρει απάντηση.
Οι πνιχτοί λυγμοί συνεχίστηκαν' τώρα της φάνηκε πως έρχονταν από το επάνω πάτωμα. Η Κασίλντα ακολούθησε τον ήχο ως το τέλος του διαδρόμου απ' όπου ξεκινούσαν τα σκαλιά για τα δωμάτια υπηρεσίας στη σοφίτα. Στάθηκε για λίγο φοβισμένη στη βάση της σκάλας -το κερί ήταν ανίσχυρο να διαπεράσει τα σκοτάδια μπροστά της. Ακουγε ακόμη τ' αναφιλητά, o άλλος όμως θόρυβος είχε σταματήσει. Το κεφάλι της κολυμπούσε θαρρείς σ' ένα κύμα ερέβους αλλά, παρά τον ονειρικό της λήθαργο, ήξερε πως θα ήταν αδύνατο πια να ξανακοιμηθεί. Ανασηκώνοντας την νυχτικιά της, η Κασίλντα ανέβηκε προσεχτικά τα σκαλοπάτια.
Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν μια λεπίδα κίτρινου φωτός κάτω από την πόρτα της Καμίλα- από κει ακούγονταν τα κλάματα. Η Κασίλντα χτύπησε σιγανά.
«Καμίλα; Εγώ είμαι, η Κασίλντα. Είσαι καλά;»
Καμιά απάντηση, αν και της φάνηκε πως κάτι σάλεψε μέσα. Οι λυγμοί συνεχίστηκαν.
Η Κασίλντα γύρισε το πόμολο, ανακάλυψε πως η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη την άνοιξε και μπήκε το φως της λάμπας τη θάμπωσε για μια στιγμή.
Η Καμίλα, μόνο με τον κορσέ και τα εσώρουχα, έσκυβε πάνω από το κρεβάτι. Οι αστράγαλοί της ήταν δεμένοι στις δύο κολώνες, οι καρποί της κρέμονταν σε μια θηλιά περασμένη από το κεφαλάρι του κρεβατιού. Η ανοιχτή φουφούλα άφηνε ακάλυπτους τους γλουτούς της: γεμάτοι κόκκινες χαρακιές, μια τεράστια πληγή. Γύρισε να κοιτάξει την Κασίλντα κι εκείνη είδε ότι αυτό που έπνιγε τις κραυγές της ήταν ένα δερμάτινο φίμωτρο.
«Έλα μέσα, Κασίλντα, μια και θέλεις να μας κάνεις παρέα», άκουσε τη φωνή της κυρίας Καστέιν από πίσω της. Πρόλαβε να κλείσει την πόρτα και να κλειδώσει, πριν το κορίτσι βρει το κουράγιο να γυρίσει και να φύγει. Η κυρία Καστέιν ήταν ντυμένη όπως η Καμίλα και ανέμιζε ανυπόμονα το μαστίγιό της. Κοιτώντας από την κυρά στην υπηρέτρια, η Κασίλντα ανακάλυψε πως και τα δυο ζευγάρια μάτια άστραφταν με τους ίδιους άνομους πόθους μιας κολασμένης ηδονής.
Η Κασίλντα αντιστεκόταν στο ξύπνημα κάμποση ώρα, χασομερώντας στη χαύνωση άμορφων ονείρων. Όταν άνοιξε επιτέλους τα μάτια της, είδε το κηροπήγιο στο κομοδίνο δίπλα της και παρατήρησε, προς μεγάλη της έκπληξη, πως το κερί είχε καεί σχεδόν ολόκληρο. Συγκεχυμένες μνήμες πλημμύρισαν το μυαλό της, μα όλες της ξεγλιστρούσαν πριν προλάβει να τις κατανοήσει. Είχε ονειρευτεί ότι...
Είχε μια πικρή, χημική γεύση στο στόμα της που δεν έμοιαζε διόλου μ' εκείνη της ανιζέτας που της άφηνε συνήθως το δυναμωτικό, και το κορμί της πονούσε σα να είχε σκάψει ολόκληρο χωράφι την προηγούμενη μέρα. Η Κασίλντα ήλπιζε πως δε θα της ανέβαινε πάλι ο πυρετός που τόσο την είχε ταλαιπωρήσει μετά την απόδρασή της από το μοναστήρι, εκείνη τη βροχερή νύχτα τόσες εβδομάδες πριν.
Προσπάθησε να θυμηθεί. Οι αδελφές με τα μαύρα ράσα και τις λευκές ποδιές σκόπευαν να τη χτίσουν ζωντανή στο κελί γιατί είχε υποκύψει στον πειρασμό ακατανόμαστων επιθυμιών... Η ανάμνηση θόλωσε, της ξέφυγε, σαν απόσπασμα μισοξεχασμένου βιβλίου.
Ήταν πολλές οι φευγαλέες μνήμες, οι μνήμες που έσβηναν χωρίς απόηχο... Κάπου δεν τό 'χε διαβάσει αυτό; Ο Βασιλιάς με τα κίτρινα ήταν ανοιχτός στο κομοδίνο της. Διάβαζε άραγε και την πήρε ο ύπνος για να ονειρευτεί όνειρα τέτοιας ανομολόγητης διαστροφής; Μα τα όνειρα, σαν τις μνήμες, διαλύονταν μόλις πήγαινε να τ' αγγίξει, αφήνοντας μόνο δελεαστικές, εκμαυλιστικές εικόνες πίσω τους.
Η Κασίλντα σηκώθηκε με κόπο από το κρεβάτι. Η Καμίλα είχε αργήσει να της φέρει το πρόγευμα, θα ντυνόταν λοιπόν μόνη της και θα προσπαθούσε να ξεχάσει τα όνειρα. Την ώρα που έβγαζε τη νυχτικιά της, το μάτι της έπεσε στον καθρέφτη απέναντι.
Τα σημάδια είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν, αλλά οδυνηρές ακόμη βουρδουλιές χάραζαν την άσπρη σάρκα των ώμων, της πλάτης και των μηρών της. Αγγιξε το είδωλό της στον καθρέφτη, αποσβολωμένη. Τα χέρια της ήταν πληγωμένα και από το που-θενά τής ήρθε η εικόνα του εαυτού της κρεμασμένου από τους καρπούς σ' ένα δοκάρι της σοφίτας.
Πίσω της, η κυρία Καστέιν έγλειψε χαμογελώντας τα χείλη της.
«Σηκώθηκες κιόλας, Κασίλντα; Ελπίζω να έβαλες πια μυαλό γιατί χθες ήσουν μια πολύ άτακτη μικρή κυρία».
Με το μυαλό της να οπισθοχωρεί έντρομο μπροστά στην ξαφνική επίθεση της μνήμης, η Κασίλντα έμεινε να την κοιτάει άφωνη. Η Καμίλα, δουλοπρεπής με τη στολή της καμαριέρας, μπήκε κρατώντας ένα δερμάτινο σύνθετο κατασκεύασμα με κάμποσες αγκράφες και λουριά.
«Πρέπει να κάνουμε
κάτι για να βελτιώσουμε την
κορμοστασιά σου, Κασίλντα»,
γουργούρισε σα γάτα η κυρία
Καστέιν. «Ξέρω πως το θεωρείς
ξεπερασμένο, αλλά είμαι
αποφασισμένη να μη σ' αφήσω να
καταστρέψεις τη σιλουέτα σου».
«Τι θα μου κάνετε;» ρώτησε
πανικόβλητη η Κασίλντα.
«Πολύ απλό: Θα σου δείξω ποιες
είναι οι υποχρεώσεις μιας νεαρής
που θέλει να ονομάζεται συνοδός
μου. Δεν έχεις αντίρρηση να γίνεις
μία τέλεια μικρή κυρία, ε,
Κασίλντα;»
«Θα φύγω. Φεύγω αμέσως από δω
μέσα».
«Ξέρουμε και οι δύο τους λόγους που
δε θα το κάνεις, αγαπητή μου.
Αλλωστε, δε θέλεις στ' αλήθεια να
μας αφήσεις. Απολαμβάνεις όσο κι
εμείς τη θαλπωρή του χαρούμενου
σπιτικού μας».
«Είστε τρελή».
«Κοίτα ποιος μιλάει!» Το χαμόγελο
της κυρίας Καστέιν ήταν πιο
απειλητικό από το μαστίγιό της.
«Νομίζω, Καμίλα, ότι τα χαλινάρια
και το φίμωτρο θα μάθουν σ' αυτό το
ανόητο κορίτσι να κρατάει την
αυθάδικη γλώσσα του».
Την ξύπνησαν οι βροντές. Το χέρι της πήγε αυτόματα στο στόμα να βγάλει τη λαστιχένια μπάλα, κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της όταν δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε πανικόβλητη να ανακαθίσει. Οι καρποί και οι αστράγαλοί της ήταν γερά δεμένοι και -καθώς τα μάτια της άνοιγαν διάπλατα μ' έναν παράλογο φόβο- μια αστραπή της έδειξε το κορμί της καθηλωμένο στο κρεβάτι με δερμάτινα δεσμά.
Εικόνες, χαοτικές και ακατανόητες και ασυνάρτητες, έσκασαν σα θραύσματα λαμπερής οβίδας στο ταραγμένο μυαλό της. Της έβαζαν ζουρλομανδύα, την πετούσαν σ' ένα κελί, έχτιζαν με τούβλα την πόρτα... όχι, ήταν ένας αλλόκοτος κορσές που της τίναζε το λαιμό προς τα πίσω, συνέτριβε την κοιλιά της, έδενε τα χέρια της σ' ένα μοναδικό γάντι στην πλάτη... η Καμίλα της φορούσε μια τουαλέτα από σατέν, βελούδο και δαντέλα, κατόπιν μια δερμάτινη κουκούλα, την πήγαινε στολισμένη στην κρεμάλα... και οι νοσοκόμες τη συγκρατούσαν ενώ η Δρ. Αρτσερ της έχωνε μια αποτρόπαια σύριγγα με φριχτό δηλητήριο, και η κυρία Καστέιν την πότιζε το κίτρινο δυναμωτικό καθώς κολλούσε το μούτρο της στ' απόκρυφά της... και το στόμα της Καμίλα έσταζε αίμα και τα δόντια της ήταν τερατώδεις σύριγγες που εκτόξευαν φαρμάκι, ρουφούσαν τη ζωή... και την έσπρωχναν στην αίθουσα των βασανιστηρίων όπου την περίμενε η Αρτσερ («Μόνο μια λοβοτομή, χρυσό μου, που θα χαλαρώσει την πίεση στους εμπρόσθιους λοβούς») και μπήγει το νυστέρι ανάμεσα στα πόδια της... και τώρα την έδεναν στη μεταλλική καρέκλα στο κελί του θανάτου σπρώχνοντας τη μπάλα ανάμεσα στα δόντια της, τυφλώνοντάς τη με την πέτσινη κουκούλα, και η Αρτσερ χουφτώνει το διακόπτη και τον κατεβάζει και το ρεύμα της κουρελιάζει τα νεύρα... στέκεται γυμνή μπροστά στους δικαστές με τις μαύρες μάσκες και η Δρ. Αρτσερ επιδεικνύει χαιρέκακα τη γιγάντια βελόνα («Μια ένεση με το ελιξήριό μου και ηρεμεί για άλλες δυο βδομάδες»)... και οι νοσοκόμες με τις ποδιές από καουτσούκ την κρατούν στο βωμό ενώ η Δρ. Αρτσερ φοράει τη μάσκα του δήμιου και εφαρμόζει τα ηλεκτρόδια στο στήθος της... και μετά ο δικαστής με την περούκα και τη μάσκα και το μαύρο μανδύα κροταλίζει το μαστίγιό του και στριγκλίζει «Ισόβια! Ισόβια!»... κι εκείνη τραβάει τη μάσκα και η κυρία Καστέιν τσιρίζει «Ισόβια! Θα εκτίσει την ποινή της εδώ μέσα!»... και τραβάει πάλι τη μάσκα και το δικό της στόμα ουρλιάζει «Ισόβια! Μέσα σου, ισόβια!» κι ύστερα η Καμίλα και η κυρία Καστέιν την οδηγούν πίσω στο κελί της και τη δένουν στο κρεβάτι και της χώνουν την μπάλα στο στόμα και η κυρία Καστέιν φοράει τη μάσκα του χειρούργου ενώ η Καμίλα συνδέει τα ηλεκτρόδια στις ρώγες της και το ρεύμα τη σκίζει στα δύο και το μυαλό της ουρλιάζει, ουρλιάζει και κανείς δεν ακούει... «Νομίζω πως δε χρειάζεται πια να τη ναρκώνουμε». Η κυρία Καστέιν χαμογέλασε και τα χείλη της ήταν βουτηγμένα στο αίμα. «Είναι δική μας πια. Ήταν από πάντα δική μας»... και την αφήνουν μόνη στο σκοτάδι, με την υπόσχεση «Θα ξαναρχίσουμε αύριο» και τον αντίλαλο «θα είναι φρόνιμη για δυο εβδομάδες».
Βογκούσε και στριφογύριζε στα λερωμένα σεντόνια, προσπαθώντας να ξεφύγει από τις εικόνες που ανάβλυζαν σα βρωμερό πύον από το τσακισμένο μυαλό της. Στην επόμενη αστραπή, το κορμί της ανασηκώθηκε μ' έναν τρομερό σπασμό από το στρώμα και η κραυγή που έπνιξε το φίμωτρο ήταν σαν την πρώτη σπαρακτική φωνή του νεογέννητου.
Ο σπασμός πέρασε. Ξανάπεσε αδύναμα στα στρωσίδια. Βουτηγμένο στον ιδρώτα και το αίμα, το χέρι της' γλίστρησε από τη θηλιά. Έμεινε ξαπλωμένη ήσυχα στο σκοτάδι, ήρεμη ξαφνικά, γιατί θυμήθηκε πόσες φορές είχε κατορθώσει στο παρελθόν να απαλλαγεί από δεσμά σαν κι αυτά.
Κάτω από την ορμή της καταιγίδας, το σπίτι περίμενε σκοτεινό και σιωπηλό. Με το ελεύθερο χέρι της έλυσε το άλλο, κατόπιν τα λουριά του φίμωτρου και των αστραγάλων. Αθόρυβα, σα φάντασμα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και διέσχισε το δωμάτιο. Μια αστραπή της έδειξε φθαρμένα έπιπλα και μια ποικιλία φετιχιστικών ρούχων και εξαρτημάτων, αλλά εκείνη άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε τα σκοτεινά νερά κάτω και είδε τα κύματα να σπάνε στη βάση του λόφου κι όταν γύρισε την πλάτη της, τα μάτια της ήξεραν τι είχαν δει και το χαμόγελό της ήταν χαμόγελο λάμιας.
Περιπλανήθηκε σα στοιχειό στο σπίτι, προσπερνώντας τα σιωπηλά δωμάτια και τους διαδρόμους και τις σκάλες και όταν έφτασε στην κουζίνα βρήκε το κλειδί που θ' άνοιγε το σκοτεινό μυστήριο. Το έσφιξε στα χέρια της και τα δάχτυλά της αναγάλλιασαν με την οικεία αίσθηση...
Το πρόσωπο της Καμίλα σφίχτηκε από φόβο καθώς την ξυπνούσε η υγρή παλάμη στο στόμα της, μα το μαχαίρι που άγγιζε σχεδόν τα μάτια της την έπεισε να μείνει ακίνητη.
«Τι απέγινε η
Κόνστανς;»
Τα δάχτυλα χαλάρωσαν γύρω από το
στόμα της για να την αφήσουν να
ψιθυρίσει, αλλά το μαχαίρι δεν
κουνήθηκε από τον τόπο του.
«Είχε έναν κρυφό εραστή. Μια νύχτα
τό ' σκασε μαζί του. Η κυρία Καστέιν
στάθηκε αμείλικτη».
«Κοιμήσου τώρα», είπε στην Καμίλα
και τη φίλησε τρυφερά, καθώς την
απελευθέρωνε με μια γρήγορη,
επιδέξια κίνηση που το χέρι της
θυμόταν.
Στο σκοτάδι της κάμαρας της κυρίας Καστέιν στάθηκε δίπλα στο ασάλευτο κορμί.
«Μητέρα;»
«Ναι, Κόνστανς;»
«Γύρισα σπίτι. »
«Μα είσαι νεκρή».
«Ξαναβρήκα το δρόμο».
Και της έδειξε το κλειδί που άνοιγε τις πύλες.
Το μόνο που της έμενε ήταν να φύγει. Δε θα έβρισκε πια άσυλο σ' αυτό το σπίτι. Θα έβγαινε όπως είχε μπει.
Αφησε το μαχαίρι. Το κλειδί είχε εξαντλήσει τη χρησιμότητά του. Επέστρεψε ακολουθώντας τους διαδρόμους' τα πόδια της κάποτε άγγιζαν παχιά χαλιά, κάποτε σκόνη και πεσμένους σοβάδες. Η γυμνή της σάρκα έκαιγε από το αίμα που είχε λυτρώσει την ψυχή της.
Έφτασε στο σαλόνι και έριξε μια ματιά στη θύελλα που έδερνε τη νύχτα. Στη σύντομη λάμψη μιας αστραπής της φάνηκε πως οι ταπετσαρίες των τοίχων ήταν σκισμένες, πως άδεια μπουκάλια λέρωναν το πάτωμα, πως τα έπιπλα στέκονταν σα θλιβερά κουρέλια. Η οφθαλμαπάτη όμως πέρασε και είδε πως το δωμάτιο ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει. Θα έφευγε από το παράθυρο. Κάποιος χτυπούσε το τζάμι.
Αναπήδησε, κατόπιν οπισθοχώρησε με φρίκη καθώς μια άλλη ανάμνηση ήρθε να την τυφλώσει.
Το πλάσμα σαν άγαλμα, τη νύχτα που είχε ζητήσει καταφύγιο σ' αυτό το κολασμένο σπίτι. Την περίμενε στο παράθυρο. Τότε δεν το είχε καλοδεί, μα τώρα οι αστραπές το αποκάλυπταν ολόκληρο.
Ο ιδρώτας και η βροχή γυάλιζαν στους ανάγλυφους, σχεδόν υπερφυσικούς μυώνες του. Το αλλόκοτο κεφάλι και οι ώμοι του έγερναν επιθετικά προς τα μπρος' το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από άλογο πόθο και τέλεια παραφροσύνη. Ένας τερατώδης φαλλός κρεμόταν ανάμεσα στα στρεβλά του πόδια -σαν ερπετό με δική του ζωή και θέληση. Το φρικιαστικό σκουλήκι πήγε να τη ζυγώσει, με το αίμα να στάζει από το ξεδοντιάρικο στόμα του.
Απλωσε τα χέρια της να το διώξει και το εφιαλτικό πλάσμα πασπάτεψε το τζάμι, κοροϊδεύοντας την κάθε σπασμωδική της κίνηση.
Δεν άντεχε πια τόσο τρόμο. Υπήρχε ακόμη ένα παράθυρο στο δωμάτιο, εκείνο που έβλεπε στο ποτάμι. Έτρεξε κι έπεσε πάνω του -βλέποντας με την άκρη του ματιού της ότι το τέρας είχε επίσης στραφεί προς τα κει, νιώθοντας ίσως την πρόθεσή της να του ξεφύγει και αποφασισμένο να την προλάβει.
Το τζάμι έσπασε την ώρα που τα γλοιώδη χέρια του τεντώνονταν να την αρπάξουν. Δεν ένιωσε πόνο, μόνο μια περίεργη ζαλάδα, καθώς βουτούσε στην καταχνιά και τη βροχή. Κατόπιν το νερό και το σκοτάδι υποδέχτηκαν το κορμί της και ξεκίνησε πάλι μέσα στη νύχτα το καινούριο ταξίδι της, αφήνοντας το ρεύμα να την οδηγήσει όπου ήθελε.
«Υπάρχουν ορισμένα προσωπικά αντικείμενα που χρειάζονται και τυπική ρύθμιση, Δρ. Αρτσερ -μια και δε βρέθηκε κανείς να τα ζητήσει. Πέρασε καιρός από το ατύχημα και θα θέλαμε να κλείσουμε πια το φάκελο».
«Για να δω». Η ψυχίατρος άνοιξε το κουτί. Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα, ποτέ δεν υπήρχαν σ' αυτές τις περιπτώσεις. Κι αν κάτι άξιζε να κλαπεί, το θέμα είχε ήδη ρυθμιστεί ανεπίσημα.
«Δε βρήκαν ακόμα το
πτώμα», παρατήρησε η προϊσταμένη
της πτέρυγας ψυχασθενών. «Λετε
να...;»
«Όσο σκληρό κι αν φαίνεται, ελπίζω
όχι», είπε η Δρ. Αρτσερ. «Η ασθενής
ήταν παρανοϊκή σχιζοφρενής -και
επικίνδυνη ».
«Εμένα μου φαινόταν ήσυχη
κοπελίτσα».
«Χάρη στα ηλεκτροσόκ και τις
φενοθιαζίνες. Χωρίς συστηματική
αγωγή, το παραισθητικό σύστημα θα
κέρδιζε πάλι τον έλεγχο και η
ασθενής θα γινόταν πραγματικό
φονικό όπλο».
Όλα κι όλα τα υπάρχοντα ήταν κάποια είδη λουτρού, ένα δυο καλλυντικά, λίγα ρούχα, ένας στηθόδεσμος κι ένα καλσόν. «Στείλτε τα στην Πρόνοια. Τούτο δε θά ' πρεπε να επιτρέπεται στην πτέρυγα των ψυχασθενών-» η ψυχίατρος έδειξε το καλσόν «-ούτε αυτά τα άσεμνα περιοδικά».
«Βρίσκουν πάντα τρόπο να τα μπάζουν κρυφά μέσα, αναστέναξε η προϊσταμένη, «και δουλεύω εδώ χρόνια ολόκληρα, πριν τον πόλεμο ακόμη. Τα υπόλοιπα βιβλία τι να τα κάνω;»
Η Δρ. Αρτσερ περιεργάστηκε το σωρό των φτηνών ρομάντζων. «Επιστρέψτε τα στη βιβλιοθήκη των ασθενών. Τι είναι τούτο δω;»
Κάτω από τα βιβλία τσέπης, υπήρχε ένας μικρός τόμος, δεμένος με κίτρινο ύφασμα, λεκιασμένο από την πολυκαιρία. «Της βιβλιοθήκης υποθέτω. Μας χαρίζουν κάθε λογής βιβλία και αν δεν τα καταστρέψουν οι ασθενείς, μένουν στα ράφια και μαζεύουν σκόνη».
«Ο Βασιλέας με τα κίτρινα», διάβασε η Δρ. Αρτσερ στο εξώφυλλο και άνοιξε το βιβλίο. Στην πρώτη σελίδα ήταν σημειωμένο με κομψά γράμματα ένα όνομα: Κόνστανς Καστέιν.
«Το όνομα της ασθενούς
ίσως που το άφησε εδώ», πρότεινε η
προϊσταμένη. «Στην αρχή του αιώνα,
το ίδρυμα ήταν ιδιωτικό
θεραπευτήριο. Κι όμως, σα να μου
θυμίζει κάτι».
«Ας ελπίσουμε πως δεν είναι
πορνογράφημα».
«Δεν είμαι σίγουρη -κάτι θαρρώ που
συζητούσαν οι παλιοί τρόφιμοι όταν
πρωτοήρθα εδώ. Σα να θυμάμαι πως
είχε να κάνει μ' ένα μεγάλο
σκάνδαλο, πως αφορούσε μια από τις
πλουσιότερες οικογένειες της
πόλης. Μια δολοφόνος, θαρρώ; Και
κάτι έλεγαν για αυτοκτονία ή
απαγωγή. Μου διαφεύγει...»
«Ακίνδυνες ρομαντικές ανοησίες
του 19ου αιώνα», συμπέρανε η Δρ.
Αρτσερ. «Στείλτε το στη
βιβλιοθήκη».
Η ψυχίατρος έριξε μια
ματιά στην τελευταία σελίδα πριν
κλείσει το βιβλίο:
Κασίλντα: Είμαι
χαμένη, σου λεω! Αμετάκλητα χαμένη!
Καμίλα (εξίσου τρομαγμένη):
Είδες το βασιλιά...;
Κασίλντα: Και μου αφαίρεσε το
δικαίωμα να ελέγχω ή να δραπετεύω
από τα όνειρά μου.