Ο Ανθρωπος-πι

Alfred Bester
The Pi-Man (1959)
Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη

Πως να πω; Πως να γράψω; Κάποιες φορές τόση ευγλωττία, ίσως ακόμα και καλλιέπεια, κι έπειτα. Reculer pour mieux sauter, με κυριεύει. Σπρώχνει. Βιάζει. Εξαναγκάζει.

Κάποιες φορές

                      πρέπει

                  να

              γυρίσω

            πίσω

        αλλά

      όχι

    για

  να

πηδήξω' όχι, ούτε καν για να πηδήξω καλύτερα. Δεν ελέγχω εαυτό, λόγο, αγάπη, μοίρα. Πρέπει να αντισταθμίζω. Πάντα.

Αλλά οπωσδήποτε προσπαθώ.

Quae nocent docent. Έπεται μετάφρασις: Τα πράγματα που πληγώνουν διδάσκουν. Είμαι πληγωμένος κι έχω πληγώσει πολλούς. Και τι μάθαμε; Ωστόσο. Ξυπνάω το πρωί του μεγαλύτερου κακού κι αναρωτιέμαι ποιο σπίτι. Πλούτος, καταλαβαίνετε. Που να με πάρει. Έπαυλη στο Λονδίνο, βίλα στη Ρώμη, ρετιρέ στη Νέα Υόρκη, ράντσο στην Καλιφόρνια. Ξυπνάω. Κοιτάζω. Α! Σχεδιαγράμματα σπιτιού που βρίσκομαι οικείο. Τέτοιο:

υπνοδωμάτιο χώλ μ
λουτρό   π
λουτρό  α
λίβινγκ ρούμ λ
υπνοδωμάτιο κ
κουζίνα ό
μπαλκόνι ν
  ι

Αχά! Είμαι στο ρετιρέ στη Νέα Υόρκη' όμως εκείνο το λουτρό - λουτρό πλάτη με πλάτη. Φτου! Λάθος ρυθμός. Ισορροπία σπασμένη. Σχήμα οδυνηρό. Τηλεφωνώ κάτω στο θυρωρό. Εκείνη τη στιγμή χάνω τα αγγλικά μου. (Πρέπει να καταλάβετε μιλάω όλες τις γλώσσες. Ένα γκούλας. Είμαι αναγκασμένος. Γιατί; Α!).

«Pronto. Ecco mi, signore Storm. Όχι. Αναγκασμένος να Parlare Italiano. Στάσου. Σε ξαναπαίρνω σε cinque minuti».

Re infecta. Λατινικά. Η δουλειά δεν τελείωσε, κάνω ντους, κορμί, δόντια, μαλλιά, ξυρίζομαι, σκουπίζομαι παντού και ξαναπροσπαθώ. Voilaa! Τα αγγλικά, έρχονται. Πίσω στην εφεύρεση του A. G. Bell («Κύριε Γουάτσον, ελάτε, σας χρειάζομαι»). Μιλάω στο τηλέφωνο με το θυρωρό. Ωραίος τύπος. Ξετελεύει τις δουλειές όσο να πεις δύο.

«Εμπρός; Εδώ Αβραάμ Στορμ, πάλι. Ναι. Μάλιστα. Ο τύπος του ρετιρέ. Κύριε Λούντγκρεν σώσε με και στείλε μου μερικούς εργάτες εδώ πάνω τώρα το πρωί. Θέλω να κάνω τα δύο λουτρά ένα. Ναι. Θα αφήσω πέντε χιλιάδες δολάρια πάνω στο ψυγείο. Ευχαριστώ κύριες Λούντγκρεν».

Σήμερα έλεγα να βάλω το γκρι το φανελένιο αλλά αναγκάστηκα να φορέσω τουίντ. Κατάρα! Ο αφρικάνικος εθνικισμός έχει περίεργες παρενέργειες. Πήγα στο πίσω λουτρό (βλέπε σχεδιάγραμμα) και ξεκλείδωσα την πόρτα που είχε τοποθετήσει η Εθνική Χρηματοκιβωτιακή Α.Ε. Μπήκα μέσα.

Όλα εκπέμπουν στην εντέλεια. Το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα ανεβοκατεβαίνει. Οπτικό σβήσιμο από το υπεριώδες και παράσιτα προς το υπέρυθρο. Στρίγκλισμα υπερβραχέων κυμάτων. Οι ακτινοβολίες άλφα, βήτα και γάμα ζωηρές. Και οι διακόπτες διιιιι ααααακκκκκ οπ πππππ ττττονταςςςςς όπως τους κατέβει κι άνετα. Γαληνεύω. Χριστέ μου! Να δω έστω και για μια στιγμή ειρηνική!

Παίρνω τον υπόγειο για γραφείο στη Γουώλ Στρητ. Σωφέρ μου πολύ επικίνδυνος' κοντεύει να φέρεται φιλικά. Δεν τολμάω να κάνω φίλους. Πιο καλά από όλα ο υπόγειος το πρωί, στριμωξίδι, πατίκωμα' δεν έχει ρυθμούς να προσαρμόσω, δεν χρειάζονται αλλαγές κι αντισταθμίσεις. Ειρήνη! Αγοράζω όλες τις πρωινές εφημερίδες' εξαιτίας των ρυθμών, καταλαβαίνετε. Διαβάζονται πάρα πολλοί Τάιμς' πρέπει να διαβάσω την Τριμπιούν για ισορροπήσω το ρυθμός. Πάρα πολλά Νιουζ' διαβάζω το Μίρορ κ.ο.κ.

Στο βαγόνι του υπόγειου πιάνω πάνω μου ένα μάτι. Στενό, κρύο, γκριζογάλανο, κτήμα ενός ανώνυμου ανθρώπου, σε κάνει να πιστεύεις πως δεν τον έχεις δει ποτέ κι ούτε θα τον ξαναδείς. Όμως εγώ πιάνω αυτό το βλέμμα κι ένα κουδούνι χτυπάει βαθιά - βαθιά στο μυαλό μου. Το κατάλαβε. Είδε τη λάμψη στα μάτια μου πριν προφτάσω να την κρύψω. Λοιπόν με παρακολουθούν πάλι. Αλλά ποιός; ΟΙ ΗΠΑ; Η ΕΣΣΔ; Τα ματοειδή;

Πετιέμαι από τον υπόγειο στο Σίτυ Χωλ και τους παρασέρνω προς το Γούλγουορθ Μπήλντινγκ, για περίπτωση που είναι δύο. Η όλη θεωρία των κυνηγών και του κυνηγημένου είναι να μην αποφεύγεις να σταμπαριστείς - κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει - αλλά να τους δίνεις τόσα ίχνη για να ακολουθήσουν, ώστε να διασκορπίζονται. Τότε αναγκάζονται να σε αφήσουν. Έχουν τόσους άντρες για τόσες επιχειρήσεις. Τα διαφυγόντα κέρδη, που λένε.

Η κυκλοφορία στο Σίτυ Χωλ ήταν ασυγχρόνιστη (όπως πάντα) και γι' αυτό χρειάστηκε να περπατήσω από το πεζοδρόμιο που είχε ήλιο για να αντισταθμίσω. Πήρα το ασανσέρ ως το δέκατο όροφο του μεγάρου. Εκεί ξαφνικά με πιάνει κάτι από κκκκ άπ ππππππου. ΚΚΚ - άττττ τι κκκκ ααααακκκκ κό. Αρχίζω φωνές αλλά καμιά βοήθεια. Γέρος υπάλληλος βγαίνει από γραφείο φοράει σακάκι αλπακά, κρατάει χαρτιά, χρυσά γυαλιά.

«Όχι αυτόν» ικετεύω πουθενά. «Καλός άνθρωπος. Όχι αυτόν. Παρακαλώ».

Αλλά είμαι βία. Πλησιάζω. Δύο χτυπήματα' σβέρκο και κοιλιά. Πέφτει σπαράζοντας. Ποδοπατάω γυαλιά. Βγάζω ρολόι από τσεπάκι και λιώνω. Κομματιάζω στυλό. Σκίζω χαρτιά. Τότε πια επιτρέπεται να γυρίσω στο ασανσέρ και να ξανακατέβω. Ήταν ενιάμιση. Είχα αργήσει. Φριχτό ξεβόλεμα. Πήρα ταξί ως το 99 της Γουώλ Στρητ. Έδωσα φιλοδώρημα στον οδηγό δέκα δολάρια. Σφράγισα χίλια σε ένα φάκελο (κρυφά) κι έστειλα οδηγό πίσω σε μέγαρο να τα δώσει σε υπάλληλο.

Καθημερινή πρωινή ρουτίνα στο γραφείο. Η αγορά νευρική' ο μεγάλος πίνακας έχει πάρει φωτιά' βρίσκω το διάολό μου να ισορροπώ και να αντισταθμίζω κι ας ξέρω τους ρυθμούς του χρήματος. Έχω μείνει πίσω με ποσό 109.872,43 δολάρια ως τις εντεκάμισυ' όμως, a pas de geant, τα σχήματα με φέρνουν μπροστά 57.075,94 δολάρια ως τις δωδεκάμισι το μεσημέρι, Ώρα Πρωινής Αποταμίευσης, που ο πατέρας μου την έλεγε ώρα Γούντροου Γουίλσον.

Το 57075 φτιάχνει ωραίο ρυθμό, μόνο εκείνα τα 94 σεντς. Φτου! Έκαναν ολόκληρο τον ισολογισμό να γέρνει μονόπαντα, άσκημο. Πάνω από όλα η συμμετρία. Στη τσέπη μου μόνο 24 σεντς. Φώναξα γραμματέα, της δανείστηκα 70 σεντς κι έριξα το συνολικό ποσό από το παράθυρο. Ένιωσα καλύτερα ακούγοντάς το να κουδουνίζει κάτω στο δρόμο. Αλλά τότε την τσακώνω να με κοιτάξει κατάπληκτη, γοητευμένη. Πολύ κακό. Πολύ επικίνδυνο.

Απολύω το κορίτσι στη στιγμή.

«Μα γιατί κύριε Στορμ; Γιατί;» ρώτησε προσπαθώντας να μην κλάψει. Αξιολάτρευτο πραγματάκι. Μουτράκι φακιδιασμένο, μούρλια, όμως τώρα όχι και τόσο μούρλια.
«Επειδή αρχίζεις να με συμπαθείς».
«Και τι κακό βρίσκετε;»
«Όταν σε πήρα στη δουλειά σε προειδοποίησα να μη με συμπαθήσεις».
«Νόμιζα πως αστειευόσαστε».
«Δεν αστειευόμουνα. Και τώρα δρόμο. Στρίβε».
«Μα γιατί;»
«Φοβάμαι πως θα αρχίσω να σε συμπαθώ κι εγώ».
«Νέου είδους κόλλημα είναι αυτό;» ρώτησε.
«Θεός φυλάξοι».
«Τότε δε χρειάζεται να με απολύσετε», ανάβει. «Σας μισώ».
«Έκτακτα. Τώρα, μέχρι που μπορώ και να πλαγιάσω μαζί σου».

Έγινε κατακόκκινη κι άνοιξε το στόμα της να με κατακεραυνώσει, ενώ τα μάτια της γελούσαν στις άκρες. Αξιολάτρευτο κορίτσι. Δεν μπορούσα να τη βάλω σε κίνδυνο. Της φόρεσα το καπέλο της και το παλτό της, της έδωσα ένα χρόνο μισθούς για δώρο και την πέταξα έξω. Punkt. Σημείωσα για να θυμάμαι: Να προσλαμβάνω μόνο άντρες, κατά προτίμηση παντρεμένους, μισάνθρωπους, με δολοφονικές τάσεις. Άντρες που θα μπορούσαν να με μισήσουν.

Λοιπόν. Γεύμα. Πήγα στο καλοϊσορροπημένο εστιατόριο. Τραπέζια καρφωμένα στο πάτωμα. Δεν κουνιούνται. Όλες οι καρέκλες γεμάτες πελάτες. Ωραίος ρυθμός. Δεν χρειάζεται να αντισταθμίσω και να ρυθμίσω. Παράγγειλα γεύμα με ωραίο σχήμα για εαυτό μου:

               μαρτίνι                                                    μαρτίνι

                                               μαρτίνι

               κροκ                        μεσιέ                       ροκφόρ

                                               σαλάτα

                                               καφές

Όμως στο εστιατόριο καταναλωνόταν πάρα πολύ ζάχαρη. Αναγκάστηκα να πιω τον καφέ μου σκέτο, πράγμα που δεν μ' αρέσει. Κι όμως, ακόμα ωραίο σχήμα. Ισορροπημένο.

x2 + x+ 41 = πρώτος αριθμός

Συγνώμη, παρακαλώ. Κάποιες φορές ελέγχω και βλέπω τι ισοφάρισμα πρέπει να γίνει. Άλλες φορές μου επιβάλλεται με τη βία, ένας θεός ξέρει από που ή γιατί. Τότε πρέπει να κάνω ότι με αναγκάζει, τυφλά, όπως όταν μιλάω τα αλαμπουρνέζικα που μιλάω' κάποιες φορές το σιχαίνομαι, όπως με τον υπάλληλο στο Γούλγουορθ Μπήλντινγκ. Τέλος πάντων, η εξίσωση χαλάει όταν x = 40.

Το απόγευμα ήσυχο. Για μια στιγμή πίστεψα πως θα αναγκαζόμουν να φύγω για τη Ρώμη (Ιταλία), αλλά κάτι προσαρμόστηκε χωρίς να χρειαστώ. Τελικά με περίλαβε η Εταιρία Προστασίας Ζώων που είχα σκοτώσει το σκυλί μου στο ξύλο, αλλά τους πρόσφερα 10.000 δολάρια για το Άσυλό τους. Τη σκαπουλάρησα' μόνο που κούναγαν τα κεφάλια τους. Έβαλα μουστάκια σε αφίσες, γλίτωσα ένα γατάκι που πνιγόταν, έσωσα μια γυναίκα που τη λήστευαν και ξύρισα το κεφάλι μου. Για μένα, μια συνηθισμένη μέρα.

Το βράδι στο μπαλέτο να ηρεμήσω με όλους τους ρυθμούς, ισορροπημένους, ειρηνικούς, κατευναστικούς. Έπειτα παίρνω βαθιά ανάσα, πνίγω τη ναυτία μου, πιέζω τον εαυτό μου να πάει στο Le Bitnique, στέκι των μπήτνικς. Μισώ το Le Bitnique αλλά χρειάζομαι γυναίκα και πρέπει να πάω εκεί που μισώ. Εκείνο το φακιδιάρικο που έδιωξα... τόσο λεπτοκαμωμένο και γεμάτο θεία σκανταλιά, και μου έκανε τα γλυκά μάτια. Λοιπόν, poisson d' avril, τραβάω για το Le Bitnique.

Χάος. Μαυρίλα. Ήχοι και μυρωδιές, μια κακοφωνία. Λαμπιόνι των 25 βατ στο ταβάνι. Παίζει ατζαμής πιανίστας. Στον Α. τοίχο κάθονται αγόρια μπήτνικς, φοράνε τραγιάσκες, μαύρα γυαλιά κι εφηβικά γένια, παίζουν σκάκι. Στο Δ. τοίχο είναι το μπαρ και κορίτσια μπήτνικς με καφετιές χαρτοσακούλες κάτω από τις μασχάλες, περιέχουν είδη τουαλέτας. Σουλατσάρουν, κάνουν μανούβρες, θέλουν κρεβάτι για νύχτα.

Τα κορίτσια μπήτνικς. Όλες κοκαλιάρες - για μένα απόψε διεργετικές επειδή τόσοι πολλοί αμερικάνοι ονειρεύονται γυναίκες με πιασίματα κι εγώ πρέπει να αντισταθμίσω. (Στην Αγγλία μ' αρέσουν κρεατωμένες γιατί η Αγγλία γουστάρει τις γυναίκες κοκαλιάρες). Όλες φοράνε στενά παντελόνια, φαρδιά πουλόβερ, μαλλί Μπριζίτ Μπαρντό, ιταλιάνικο βάψιμο - μαύρο μάτι, άσπρο χείλι - κι όταν περπατάνε κάνουν το βάδισμα που ενθουσίασε κείνο τον τύπο τον Χέρικ πριν τρεις αιώνες, όταν ξεσπάθωσε και έγραψε:

Κι έπειτα όταν τα μάτια μου σηκώσω κι αντικρίσω

Κείνο το θείο λίκνισμα λεύτερο δώθε κείθε

Ω πόσο η λάμψη σου με συνεπαίρνει!

 

Διαλέγω μια που μου γυαλίζει. Μιλάω. Αυτή βρίζει. Αντιβρίζω και κερνάω ποτά. Πίνει και βρίζει2.Ελπίζω να είναι λεσβία και βρίζω3. Δείχνει τα δόντια της και μισεί, αλλά ανήμπορη. Δεν έχει κρεβάτι για απόψε. Καφετιά χαρτοσακούλα παθητική κάτω από τη μασχάλη. Πνίγω τη συμπόνια και τη μισώ.. Άπλυτη. Οι σκέψεις της σχήματα φάλτσα. Ασφαλής. Δεν μπορεί να πάθει κακό. Την παίρνω σπίτι να τη βιάσω με αμοιβαία περιφρόνηση. Και στο λίβινγκ ρουμ (βλέπε σχεδιάγραμμα) κάθεται η λιγνή μικροκαμωμένη φακιδιάρα γραμματέας, πρόσφατα απολυμένη, και με περιμένει.

Τώρα

γράφω

λίγη απ' την

                                                                ι                                              Π

                                                                σ                                             α

                                                                τ                                              ρ             

                                                                ο                                              ί

                                                                ρ                                             σ             

                                                                ί                                               ι

                                                                α                στο

πρωτεύουσα της Γαλλίας
Διεύθυνση: 49 Bis, Avenue Hoche. Paris 8eme, France

Αναγκάστηκα να πάω εκεί έπειτα από αυτό που έγινε στη Σιγκαπούρη, καταλαβαίνετε. Χρειαζόταν τρομαχτικό αντιστάθμισμα και ρύθμιση. Σχεδόν για μια στιγμή πίστεψα πως θα χρειαζόταν να δείρω το μαέστρο της Opera Comique, αλλά η μοίρα ήταν καλή μαζί μου και με απάλλαξε δίχως τίποτα χειρότερο από μια άσεμνη επίδειξη κάτω από το Petite Carrousel. Και πριν με μαζέψουν κατάφερα να εγκαινιάσω μια υποτροφία για τη Σορβόνη.

Που λέτε, καθόταν εκεί, η μικρούλα μου, στο ρετιρέ μου, τώρα με ένα (1) λουτρό και 1.997 δολάρια ρέστα πάνω στο ψυγείο. Ουφ! Πετάω τα 6 δολάρια από το παράθυρο κι ανακουφίζομαι με τα όμορφα 1991 που απομένουν. Καθόταν εκεί, φόραγε ένα μαύρο φόρεμα κοκτέιλ με στενή φούστα, μαύρες διάφανες κάλτσες και μαύρες γόβες αμπιγιέ. Το φακιδιασμένο δέρμα γυάλιζε ροδοκόκκινο από αμηχανία. Αλλά το κόκκινο είναι και για τον κίνδυνο. Το τσαχπίνικο μουτράκι της πολύ τραβηγμένο από το τολμηρό πράγμα που πίστευε πως έκανε. Ανάθεμά με! Μ' αρέσει.

Μ' αρέσει ακόμα η όμορφη στρωτή καμπύλη των ποδιών και του στήθους. Ισορροπημένο, καταλαβαίνετε; 00 Έτσι' όχι όμως πολύ πεταχτό. Διακριτικό. Και το χώρισμα το ίδιο. )( Έτσι και ροδοκόκκινο σαν το μουτράκι της, παρά το απελπισμένο πουδράρισμα για να το κάνει να φαίνεται γαλατένιο. Εκείνη η πούδρα' μου τα χαλάει. Πάω στην κουζίνα και τρίβω καμένο φελλό στο πουκάμισό μου για να αντισταθμίσω.

«Α έτσι», λέω. «Εγκώ - κύριο έκω τιμή να ρωτήσω γκιατί εσύ - κύριο τσοπ - τσοπ μπαίνει κρυφά απάνω διαμέρισμα μου. Τώρα μιλάει αγγλοκινέζικα, μεγάλο λύπη απάνω μου. Συγκνώμη παρακαλώ, θα αλλάξει αμέσως».
«Λάδωσα τον κύριο Λούντγκρεν», μου ξεφουρνίζει. «Του είπα πως χρειαζόσαστε επειγόντως κάτι σπουδαία χαρτιά από το γραφείο».
«Entschuldigen sie, Bitte. Meine pidgin haben sich geaendert. Sprechen sie Deutsch?»
«Όχι».
«Dann warte ich».

Το κορίτσι μπήτνικ έκανε μεταβολή κι όρμησε έξω, το θείο της λίκνισμα λεύτερο πέρα δώθε. Την πρόφτασα μπροστά στο ασανσέρ, της έβαλα 101 δολάρια (τέλειος ρυθμός) στο χέρι και της είπα καληνύχτα ισπανικά. Με μισούσε. Της έκανα μια σκανταλιά στις 00 της (χωρίς συγνώμη) και γύρισα στο διαμέρισμα όταν ξαναγύρισαν τα αγγλικά μου.

«Δηλαδή τι έχει εκείνη;» ρώτησε η Φακίδα.
«Πως σε λένε;» της λέω αυστηρά.
«Θε μου! Δουλεύω στο γραφείο σου τρεις μήνες και δεν ξέρεις πως με λένε; Αλήθεια δεν ξέρεις;»
«Όχι κι ούτε θέλω να μου πεις τώρα».
«Με λένε Λίζι Τσάλμερς».
«Φύγε, Λίζι Τσαλμερς».
«Γι' αυτό με έλεγες πάντα 'δεσποινίς΄. Τι σε έπιασε και ξύρισες το κεφάλι σου;»
«Είχε κάποιο πρόβλημα στη Βιέννη».
«Είναι πολύ σικ» είπε, «αλλά δεν ξέρω. Μου θυμίζεις έναν ηθοποιό που σιχαίνομαι. Τι θα πει είχε κάποιο πρόβλημα στη Βιέννη;»
«Να μη δε νοιάζει. Τι γυρεύεις εδώ; Τι θες από μένα;»
«Εσένα», είπε και αναψοκοκκίνησε.
«Για τ' όνομα του Θεού, φύγε!»
«Δηλαδή τι έχει εκείνη κι εγώ δεν το έχω;» απαίτησε η Λίζι Τσάλμερς. Τότε το πρόσωπό της ζάρωσε. «Τι δεν έχω; Καλά δεν το είπα; Τι. Είχε. Εκείνη. Που. Εγώ. Δεν. Το. Έχω. Ναι, σωστά. Πάω στο Μπένινγκτον. Είναι γεροί στην επίθεση αλλά αδύνατοι στη γραμματική».
«Τι θα πει 'πας στο Μπένινγκτον';»
«Ε τι, κολέγιο είναι. Νόμιζα πως το ξέρουν όλοι».
«Ναι αλλά πας
«Είμαι στο τρίτο έτος. Σε πετάνε έξω με τις κλωτσιές για να αποκτήσεις πείρα στον τομέα σου».
«Και σένα ποιος είναι ο τομέας σου;»
«Κάποτε η οικονομία. Τώρα εσύ. Πόσο χρονών είσαι;»
«Εκατόν εννιά χιλιάδες οχτακόσια εβδομήντα δύο».
«Α, έλα τώρα! Σαράντα;»
«Τριάντα».
«Όχι! Αλήθεια;» έγνεψε ευχαριστημένη. «Αυτό σημαίνει πως έχουμε δέκα χρόνια διαφορά. Ότι πρέπει».
«Είσαι ερωτευμένη μαζί μου, Λίζι;»
«Όχι, αλλά προσπαθώ να κάνω κάτι».
«Και θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε μαζί μου;»
«Ξέρω πως μοιάζει με καπρίτσιο». Κατέβασε τα μάτια της. «Και υποθέτω πως οι γυναίκες πάντα σου ρίχνονται».
«Όχι πάντα».
«Τι μας κάνεις, τον μπλαζέ τώρα; Θέλω να πω - δεν είμαι βέβαια κουτσή, αλλά ούτε και για πέταμα».
«Είσαι γλύκα».
«Τότε γιατί δεν με αγγίζεις;»
«Προσπαθώ να σε προστατέψω».
«Μπορώ να προστατέψω και μόνη μου τον εαυτό μου όταν έρθει η ώρα».
«Η ώρα είναι τώρα, Λίζι».
«Το λιγότερο που θα μπορούσες να κάνεις θα 'ταν να με προσβάλεις όπως εκείνο το κορίτσι στο ασανσέρ».
«Κρυφοκοίταζες;»
«Ε ναι λοιπόν, κρυφοκοίταζα. Δε φαντάζομαι να περίμενες να κάτσω εδώ με τα χέρια σταυρωμένα. Πρέπει να προσέχω τον άνθρωπό μου».
«Τον άνθρωπό σου
«Συμβαίνει καμιά φορά», έκανε χαμηλόφωνα. «Δεν το πίστευα ποτέ, αλλά συμβαίνει. Ερωτεύεσαι και ξερωτεύεσαι, και κάθε φορά νομίζεις πως είναι μια και για πάντα. Κι έπειτα συναντάς κάποιον και δεν μπορείς πια να μιλήσεις για αγάπη. Ξέρεις μόνο πως είναι ο άνθρωπος σου, και κολλάς. Και γω έχω κολλήσει».

Σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε... βιολετιά μάτια, γεμάτα νιάτα και αποφασιστικότητα και τρυφεράδα, κι ωστόσο πολύ μεγαλύτερη από είκοσι χρονών - πολύ μεγαλύτερη. Κι ήξερα πόσο μόνος είμαι, μην τολμώντας ποτέ να αγαπήσω, πάντα αναγκασμένος να ζω με κείνους που μισούσα. Θα μπορούσα να βουλιάξω μέσα σε εκείνα τα βιολετιά μάτια και να μην ξανανέβω ποτέ στην επιφάνεια.

«Θα σε σοκάρω», είπα. Κοίταξα το ρολόι. Μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα. Ήσυχη ώρα. Θε μου, κάνε να κρατήσω τα αγγλικά μου λίγο ακόμα. Έβγαλα το σακάκι και το πουκάμισο και της έδειξα την πλάτη μου. Οργωμένη από σημάδια. Της κόπηκε η ανάσα.

«Αυτοτιμωρία», της είπα. «Γιατί επέτρεψα στον εαυτό μου να συμπαθήσει έναν άνθρωπο και να γίνει φίλος του. Να το τίμημα που πλήρωσα, κι ήμουνα τυχερός. Και τώρα στάσου εδώ και περίμενε».

Πήγα στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα όπου η ντροπή της ψυχής μου ήταν βαλσαμωμένη μέσα σε μια ασημένια θήκη κρυμμένη στο δεξί συρτάρι του γραφείου μου. Την έφερα στο λίβινγκ ρουμ. Η Λίζι με κοίταγε με μάτια πελώρια.

«Εδώ και πέντε χρόνια με αγάπησε ένα κορίτσι», της είπα. «Ένα κορίτσι σαν και σένα. Ήμουνα και τότε μόνος, σαν πάντα. Αντί να την προστατέψω από τον εαυτό μου αφέθηκα να μου κάνω το χατίρι. Και τώρα θέλω να σου δείξω πως πλήρωσε εκείνη. Θα με μισήσεις γι' αυτό, αλλά πρέπει να σου δείξω -»

Μια λάμψη χτύπησε στο μάτι μου. Τα φώτα στο κτίριο στην άλλη άκρη του δρόμου σβήσανε. Όρμησα στο παράθυρο και κοίταξα. Τα φώτα στο κτίριο που βρισκόταν τρία σπίτια παρακάτω από το δικό μου σβήσανε - μια έκλειψη πέντε δευτερόλεπτα - κι έπειτα ξανάναψαν. Αυτό έγινε και στο διπλανό, κι έπειτα στο διπλανό μου διαμέρισμα. Το κορίτσι ήρθε και στάθηκε πλάι μου και μου 'πιασε το μπράτσο. Έτρεμε ελαφρά.

«Τι τρέχει;»ρώτησε. «Τι έγινε;»
«Περίμενε», είπα.
Τα φώτα στο διαμέρισμά μου έσβησαν για πέντε δευτερόλεπτα κι έπειτα ξανάναψαν.
«Με εντοπίσανε», της είπα.
«Ποιοι; Σε εντοπίσανε;»
«Εντοπίσανε τις εκπομπές μου με τον Α.Κ.»
«Τι είναι ο Α.Κ;»
«Ανιχνευτής κατευθύνσεως. Έπειτα έκοψαν το ρεύμα σε κάθε κτίριο της περιοχής για πέντε δευτερόλεπτα - κτίριο κτίριο - όσο που σταμάτησε η εκπομπή. Τώρα ξέρουν πως είμαι σε αυτό το σπίτι, αλλά δεν ξέρουν σε ποιο διαμέρισμα». Φόρεσα το πουκάμισο και το σακάκι μου. «Καληνύχτα, Λίζι. Θα 'θελα να μπορούσα να σε φιλήσω».

Τύλιξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό μου και μου 'δωσε ένα σκαστό φιλί' όλο ζέστη, όλο βελούδο, όλο προσφορά. Προσπάθησα να την ξεκολλήσω από πάνω μου.
«Είσαι κατάσκοπος», είπε. «Θα σε ακολουθήσω ως την ηλεκτρική καρέκλα».
«Αχ ουρανοί», είπα, «μακάρι να 'μουνα κατάσκοπος». «Αντίο γλυκιά μου αγάπη. Να με θυμάσαι».

Soyez ferme. Μεγάλο λάθος να αφεθώ σε αυτό το ξεγλίστρημα. Συνέβηκε θαρρώ γιατί και τα αγγλικά μου ξεγλιστράνε. Ξαφνικά μιλάω άνω κάτω πάλι. Καθώς τρέχω έξω, μικρός διάβολος πετάει με δυο κλωτσιές γοβάκια της και σκίζει φούστα κοκτέιλ ως ψηλά μηρούς για να μπορεί να τρέχει. Με πλευρίζει κατεβαίνοντας τη σκάλα πυρκαγιάς ως το γκαράζ. Τη χτυπάω να σταματήσει και βρίζω. Με χτυπάει και αυτή και βρίζει χειρότερα γελώντας και κλαίγοντας. Την αγαπάω γι' αυτό. Κατάρα! Είναι καταδικασμένη!

Μπαίνουμε σε αυτοκίνητο, Άστον Μάρτιν αλλά με τιμόνι αριστερά, και φουλάρουμε δυτικά στην 53 οδό, ανατολικά στην 54 οδό και βόρεια στην Πρώτη Λεωφόρο. Τραβάω για τη γέφυρα της οδού 59 να βγούμε από το νησί του Μανχάταν. Έχω δικό μου αεροπλάνο στην Μπάμπυλον του Λονγκ Άιλαντ, που είναι πάντα έτοιμο για τέτοιου είδους στριμώγματα.

«J'y suis, j'y reste δεν είναι το μοτό μου», λέω στην Ελίζαμπεθ Τσάλμερς που τα γαλλικά της είναι αβέβαια σαν τη γραμματική της - αξιολάτρευτη αδυναμία. «Μια φορά με παγιδέψανε στο Λονδίνο στο ταχυδρομείο. Έπαιρνα την αλληλογραφία μου Ποστ Ρεστάντ. Μου στείλανε ένα λευκό γράμμα σε ένα κόκκινο φάκελο κι έτσι με ακολούθησαν ως το 139 Piccadilly, London W. 1 τηλέφωνο Mayfair 7211. Κόκκινο ίσον κίνδυνος. Το δέρμα σου είναι παντού κόκκινο;»
«Δεν είναι κόκκινο!» έκανε αγανακτισμένη.
«Θέλω να πω ρόδινο».
«Μόνο όπου βγαίνουν φακίδες», είπε. «Τι σημαίνει αυτή η απόδραση; Γιατί μιλάς έτσι αστεία και φέρεσαι τόσο παράξενα; Είσαι σίγουρος πως δεν είσαι κατάσκοπος;»
«Απόλυτα».
«Μήπως είσαι άνθρωπος από άλλο πλανήτη κι ήρθες στη γη πάνω σε ιπτάμενο δίσκο;»
«θα σε τρόμαζε κάτι τέτοιο;»
«Ναι, αν αυτό σήμαινε πως δε θα μπορούσαμε να κάνουμε έρωτα».
«Κι αν πρόκειται να κατακτήσουμε τη γη;»
«Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να κατακτήσω εσένα».
«δεν είμαι ούτε κι υπήρξα ποτέ άνθρωπος από άλλο πλανήτη που ήρθε στη γη πάνω σε ιπτάμενο δίσκο».
«Και τότε τι είσαι;»
«Αντισταθμιστής».
«Τι είναι αυτό;»
«Ξέρεις το λεξικό των κυρίων Funk και Wagnalls; Έκδοση Frank H. Vizetelly, Litt. D. LL. D.; Σου μεταφέρω: 'Πρόσωπον ή πράγμα το οποίον αντισταθμίζει, όπως π.χ. μία συσκευή δια την εξουδετέρωσιν της επιδράσεως της εις τόπον έλξεως μαγνητικής βελόνης ή μια αυτόματος συσκευή για την ισότοπον κατανομήν της πιέσεως του φωταερίου είς' - Γαμώτο!»

H Litt. D. Frank H. Vizetelly δε χρησιμοποιεί κακές κουβέντες. Είναι δικιά μου γιατί βλέπω απέναντί μου μπλόκο πάνω στη γέφυρα της 59 οδού. Έπρεπε να περιμένω. Έπρεπε να νιώσω τους ρυθμούς, αλλά τους σάρωσε αυτό το αξιολάτρευτο κορίτσι. Σίγουρα υπάρχουν μπλόκα σε όλες τις γέφυρες και τα τούνελ που οδηγούν μακριά από αυτό το νησί των 24 δολαρίων. Θα μπορούσα να πέσω από τη γέφυρα με αυτοκίνητο αλλά ίσως πάθαινε κακό η αγγελική μου Ελίζαμπεθ Τσάλμερς, πράγμα που θα με έκανε brute figura και θα με έθλιβε ανεπανόρθωτα. Έτσι. Σταματάω αυτοκίνητο. Παραδίνομαι.

«Kamerad», λέω. Και ρωτάω. «Τις ει; Κου Κλουξ Κλαν;»

Άντρες με σκληρά πρόσωπα λένε όχι.

«Λευκοί Επικυρίαρχοι της Κόσμος Α.Ε.;»

Πάλι όχι. Νιώθω καλύτερα. Πάντα ενοχλητικό να σε συλλαμβάνουν εξτρεμιστές που γυρεύουν μεγάλα κεφάλια.

«ΕΣΣΔ;»

Κοιτάζει καρφωτά, έπειτα μιλάει. «Ειδικός Πράκτορας Κριμς της Εφ Μπι Αι» και δείχνει το σήμα του. Ενθουσιάζομαι και τον αγκαλιάζω όλο ευγνωμοσύνη. Η Εφ Μπι Αι είναι σωτηρία. Πισωτραβιέμαι, αναρωτιέται αν είμαι αδερφή. Δε με μέλει. Φιλάω την Ελίζαμπεθ Τσάλμερς και κείνη ανοίγει το στόμα κάτω από το δικό μου και ψιθυρίζει «Μην παραδεχτείς τίποτα' αρνήσου τα πάντα. Έχω δικηγόρο».

Δυνατά φώτα στο γραφείο της Φόλεϋ Σκουέαρ. Οι καρέκλες τοποθετημένες ακριβώς έτσι' οι σκιές πέφτουν ακριβώς έτσι. Τα έχω περάσει τόσες φορές πριν. Ο ανώνυμος άντρας με τα κρύα μάτια από τον υπόγειο το πρωί με ανακρίνει. Τον λένε Σ. Ι. Ντόλαν. Αλλάζουμε ένα βλέμμα. Το δικό μου λέει, Τα 'κανα θάλασσα το πρωί. Το δικό του λέει, και γω. Σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, και έπειτα αρχίζει το ξεψάχνισμα.

«Σε λένε Αβραάμ Στορμ;»
«Χαϊδευτικά 'Βάση'»
«Γεννήθηκες στις 25 Δεκεμβρίου;»
«Ήμουνα Χριστουγεννιάτικο μωρό».
«Του 1929;»
«Ήμουνα μωρό της οικονομικής κρίσης».
«Πολύ το σίγουρο κάνεις».
«Καλαμπούρια της κρεμάλας, Σ. Ι. Ντόλαν. Απελπισία. Ξέρω πως δεν θα με καταδικάσετε ποτέ για τίποτα, είμαι απελπισμένος».
«Πολύ αστείο»».
«Πολύ τραγικό. Θέλω να καταδικαστώ - αλλά δεν έχω ελπίδα».
«Γεννήθηκες στο Σαν Φραντσίσκο;»
«Ναι».
«Τελείωσες γυμνάσιο. Δύο χρόνια στο Μπέρκλεϋ. Τέσσερα χρόνια στο ναυτικό. Τελείωσες το Μπέρκλεϋ. Έκανες διατριβή στη στατιστική».
«Ναι. Είναι αμερικανόπουλο εκατό τα εκατό».
«Σημερινό επάγγελμα χρηματιστής;»
«Ναι».
«Γραφεία στη Νέα Υόρκη, στη Ρώμη, το Παρίσι, το Λονδίνο;»
«Και στο Ρίο».
«Γνωστά περουσιακά στοιχεία από καταθέσεις, ομολογίες και αξίες τρία εκατομμύρια δολάρια;»
«Όχι, όχι, όχι!» όλο αγωνία. «Τρία εκατομμύρια τρακόσες τριάντα τρεις χιλιάδες, τριακόσια τριάντα τρία δολάρια και τριαντατρία σεντς».
«Τρία εκατομμύρια δολάρια»», επιμένει ο Ντόλαν. «Στρογγυλοί αριθμοί».
«Δεν υπάρχουν στρογγυλοί αριθμοί' υπάρχουν μόνο σχήματα».
«Δεν μου λες Στορμ, τι διάολο βάλθηκες να κάνεις;»
«Καταδικάστε με», ικέτεψα. «Θέλω να πάω στην ηλεκτρική καρέκλα και να ξεμπερδεύω με όλα τούτα».
«Ποια όλα τούτα;»
«Ρώτα με και θα σου εξηγώ».
«Τι εκπομπές κάνεις από το διαμέρισμα σου;»
«Ποιο από όλα; Από όλα κάνω εκπομπές».
«Στη Νέα Υόρκη. Δεν μπορούμε να βρούμε τον κώδικα».
«Δεν υπάρχει κώδικας' μόνο συχνότητες στα κουτουρού».
«Τι πράγμα;»
«Μόνο ειρήνη, Ντόλαν».
«Ειρήνη!»
«Τα 'χω περάσει τόσες φορές μέχρι τώρα. Στη Γενεύη, το Βερολίνο, το Λονδίνο, το Ρίο. Άσε με να σου εξηγήσω όπως μπορώ και για το όνομα του Θεού πιάσε με αν μπορείς», ικέτεψα.
«Λέγε».

Πήρα ανάσα. Είναι πάντα τόσο δύσκολο. Πρέπει να τα πεις μεταφορικά. Αλλά ήταν 3 το πρωί και τα αγγλικά μου θα κρατούσαν για λίγο ακόμα. «Σου αρέσει ο χορός;»
«Τι διάολο;...»
«Κάνε υπομονή. Θα σου εξηγήσω. Σ' αρέσει ο χορός;»
«Ναι».
«Ποια είναι η ευχαρίστηση στο χορό; Ένας άντρας και μια γυναίκα που φτιάχνουν ρυθμούς - σχήματα. Ισορροπούν, περιμένουν, ακολουθούν, οδηγούν, συνεργάζονται. Ναι;»
«Λοιπόν;»
«Και οι παρελάσεις; Σ' αρέσουν οι παρελάσεις; Μάζες, άντρες και γυναίκες, συνεργάζονται για να φτιάξουν σχήματα. Γιατί ο πόλεμος είναι εποχή χαράς για μια χώρα, μόλο που κανένας δεν το παραδέχεται; Γιατί ένας ολόκληρος λαός συνεργάζεται, εξισορροπεί και θυσιάζεται για να φτιάξει ένα μεγάλο ρυθμό. Ναι;»
«Για στάσου μια στιγμή Στορμ -»
«Άκουσέ με Ντόλαν. Έχω μια ευαισθησία στους ρυθμούς - περισσότερη από ότι στο χορό ή τις πολεμικές παρελάσεις πολύ περισσότερη. Περισσότερη από ότι στο σχήμα 2/2 της μέρας και της νύχτας, ή στο σχήμα 4/4 των εποχών - πολύ, πολύ περισσότερη. Έχω μια ευαισθησία στους ρυθμούς ολόκληρου του κοσμικού φάσματος - ήχος και φως, ακτίνα γάμα, ομάδες ανθρώπων, πράξεις εχθρότητας και αγαθής ευσπλαχνίας, σκληρότητες κι αγάπες, ή αρμονία των σφαιρών - κι είμαι αναγκασμένος να αντισταθμίζω. Πάντα.»
«Να αντισταθμίζεις;»
«Ναι. Αν ένα παιδάκι πέσει και χτυπήσει, η μητέρα του το φιλάει. Σύμφωνοι; Αυτό είναι αντιστάθμισμα. Αποκαθιστά το ρυθμό. Αν κάποιος χτυπήσει ένα άλογο τον χτυπάς και εσύ. Ναι; Ξανά σχήμα. Αν ένας ζητιάνος σου αποσπά υπερβολική συμπάθεια, θέλεις να τον κλωτσήσεις, έτσι; Κι άλλο αντιστάθμισμα. Ο άντρας που θα απατήσει τη γυναίκα του δεν της φέρεται πια ευγενικά. Όλες οι γυναίκες ξέρουν το σχήμα και το τρέμουν. Και τι άλλο είναι ο αθλητισμός από ένα ρυθμό αντισταθμιστικό, που ισοφαρίζει την αμηχανία του χαμένου και του κερδισμένου; Μήπως ο φονιάς κι ο δολοφονημένος δε γυρεύουν ο ένας τον άλλο για να ολοκληρώσουν τους ρυθμούς τους;»
»Πολλαπλασίασέ τα όλα αυτά στο άπειρο, και ιδού εγώ. Πρέπει να φιλάω και να κλωτσάω. Μ' αναγκάζουν. Με πιέζουν. Δε ξέρω πως να ονομάσω αυτή τη παρόρμηση. Τη λένε εξωαισθητική αντίληψη Ψι. Ας ονομάσουμε αυτό το σχήμα της αντίληψης Πι».
«Πι;»
«Το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Χαρακτηρίζει τη σχέση της περιφέρειας ενός κύκλου προς τη διάμετρο του. 3,14159+. Η σειρά συνεχίζεται ατελείωτα. Είναι υπερβατική και δεν μπορεί να λυθεί σε ένα πεπερασμένο σχήμα και για μένα είναι αγωνία - »
«Τι διάλο είναι αυτά που λες;»
«Μιλάω για ρυθμούς την παγκόσμια τάξη. Είμαι αναγκασμένος να τη διατηρώ και να την αποκαθιστώ. Κάποιες φορές είμαι αναγκασμένος να κάνω θαυμάσιες και γενναίες πράξεις' άλλοτε σπρώχνομαι να κάνω πράγματα τρελά - να μιλάω αλαμπουρνέζικα, να πηγαίνω σε παράξενα μέρη, να κάνω πράξεις απαίσιες - γιατί ρυθμοί που δεν μπορώ να συλλάβω απαιτούν προσαρμογή».
«Τι απαίσιες πράξεις;»
«Μπορείς να με ανακρίνεις και να ομολογήσω, αλλά δεν ωφελεί. Οι ρυθμοί δε θα με αφήσουν να καταδικαστώ. Δε θα με αφήσουν να τελειώσω. Μάρτυρες θα αρνούνται να καταθέσουν. Τα στοιχεία δε θα αποδείχνουν τίποτα. Ότι έχει γίνει ξεγίνεται. Το κακό μεταμορφώνεται σε καλό».
«Στορμ, μα το Θεό είσαι τρελός».
«Μπορεί, αλλά δε θα καταφέρεις να με κλείσεις σε άσυλο. Το προσπάθησαν κι άλλοτε. Προσπάθησα να κλειστώ και μόνος μου, Δεν έπιασε».
«Και οι εκπομπές;»
«Είμαστε πλημμυρισμένοι με εκπομπές κυμάτων, κβάντα, μόρια, κι έχω μια ευαισθησία και σε αυτά' όμως αυτά είναι πολύ αλλοιωμένα για να φτιάξουν ρυθμούς. Πρέπει να εξουδετερωθούν. Έτσι εκπέμπω ένα αντιρυθμό για να τα μπλοκάρω και να βρω λίγη ησυχία».
«Δηλαδή θες να πεις πως είσαι υπεράνθρωπος;»
«Όχι. Ποτέ. Είμαι ο άνθρωπος - πι».

Με κοίταξε άγρια κι έπειτα πέταξε το φάκελό μου. Αναστέναξε και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Το σχήμα ήταν λάθος και γι' αυτό άλλαξα θέση. Με κοίταξε με μισό μάτι.
«Άνθρωπος - πι», ξαναείπα.
«Εντάξει», είπε. «Δεν μπορούμε να σε κρατήσουμε».
«Όλοι προσπαθούν», είπα, «αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν».
«Ποιοι προσπαθούν;»
«Οι κυβερνήσεις που πιστεύουν πως είμαι κατάσκοπος' η αστυνομία, που θέλει να μάθει γιατί ανακατεύομαι με τόσους ανθρώπους με τόσο ανάποδους τρόπους' οι φανατικοί που ονειρεύονται πως είμαι ο ζάπλουτος μεσσίας τους' οι εξτρεμιστές' οι επιπεδόκοσμοι' ο Φορτεανοί' οι θρησκευτικές αιρέσεις' όλοι με κυνηγάνε ελπίζοντας να με χρησιμοποιήσουν. Κανείς δεν μπορεί. Εγώ ανήκω σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Νομίζω πως όλοι ανήκουμε, μόνο που εγώ είμαι ο πρώτος που το κατάλαβα».
«Μεταξύ μας τώρα, για τι απαίσιες πράξεις έλεγες;»

Πήρα ανάσα, «Γι' αυτό δεν μπορώ να έχω φίλους. Ή κορίτσι. Κάποιες φορές τα πράγματα γίνονται τόσο άσχημα κάπου, που χρειάζεται να κάνω τρομαχτικές θυσίες για να αποκαταστήσω το σχήμα. Πρέπει να καταστρέψω κάτι που αγαπάω. Εγώ - Ήταν κάποτε ένας σκύλος που τον αγάπαγα. Ένα λάμπραντορ... Δε θέλω να τον σκέφτομαι... Κάποτε είχα ένα κορίτσι. Μ' αγάπαγε. Και γω - Κι ένα παιδί όταν ήμουνα στο ναυτικό. Και κείνος - καλύτερα να μη μιλήσω γι' αυτό».
«Κάνεις την πάπια τώρα;»
«Όχι που να σε πάρει και να σε σηκώσει. Είμαι καταραμένος! Γιατί μερικά από τα σχήματα που πρέπει να προσαρμόσω είναι εξώκοσμοι ρυθμοί - κάτι που δεν έχεις νιώσει ποτέ πάνω στη γη. 29/51... 108/303 - τέτοιοι ρυθμοί. Τι με κοιτάς έτσι; Δε βάζεις με το νου σου πως κάτι τέτοιο μπορεί να είναι τρομερό; Για χτύπα μου ένα ρυθμό 7/5».
«Δεν ξέρω μουσική».
«Δεν έχει καμιά σχέση με τη μουσική. Προσπάθησε να χτυπήσεις πέντε φορές με το ένα χέρι και εφτά με το άλλο, και να τα κάνεις να έρθουν ίσα - ίσα. Τότε θα καταλάβεις το μπέρδεμα και τον τρόμο αυτών των περίεργων ρυθμών που φτάνουν ως εμένα».
Ξαφνικά το πρόσωπό του Ντόλαν φωτίστηκε. «Θες να πεις, όπως το ένστικτο της παλιννόστησης;»
«Της παλιννόστησης;»
«Τα σχήματα που βοηθάνε τα πουλιά και τα ζώα να γυρνάνε στον τόπο τους όπου και αν βρίσκονται. Κανείς δεν ξέρει πως».
«Αυτό είναι' μόνο πολύ μεγαλύτερο».
«Η θέση σου είναι στο εργαστήριο Στορμ. Από που έρχονται όλα αυτά;»
«Δεν ξέρω. Είναι ένα άγνωστο σύμπαν, πολύ μεγάλο για να το νιώσεις' αλλά είμαι αναγκασμένος να χτυπάω τους ρυθμούς των σχημάτων του και να τους συγχρονίζω - με τις δράσεις, τις αντιδράσεις, τα συναισθήματα, τις αισθήσεις μου, καθώς εκείνες οι γιγάντιες πιέσεις

                    σπρώχνουν

    και με γυρίζουν

                    πίσω

    και με γυρίζουν

    μπρος     μέσα

    και           έξω

    πίσω...»

«Και τώρα το άλλο χέρι», έκανε σταθερά η Ελίζαμπεθ. «Σήκωστο»

Είμαι στο κρεβάτι μου, εγώ. Σκέφτομαι ανάκατα πάλι. Μισός (1/2) με πυτζάμες' το άλλο μισό μου (1/2) το παλεύει ένα φακιδιάρικο κορίτσι. Σηκώνομαι. Τινάζεται. Τώρα με φορεμένες πυτζάμες είναι η σειρά μου να κοκκινίσω. Μ' ανάθρεψαν πολύ σεμνά στο Σαν Φραντσίσκο.

«Om mani pade hum», είπα. «Έπεται μετάφρασις: 'Ω πετράδι του λωτού'. Εννοώ εσένα. Τι έγινε;»
«Λιποθύμησες», είπε. «Έπεσες φαρδύς πλατύς. Ο κύριος Ντόλαν αναγκάστηκε να σε αφήσει. Ο κύριος Λούντγκρεν με βοήθησε να σε κουβαλήσω στο διαμέρισμα. Τι να σου δώσω;»
«Cinque lire. No. Parla Italiano. Gentile signorina?»
«Ο κύριος Ντόλαν μου είπε τι του είπες. Είναι πάλι τα σχήματά σου;»
«Si». Γνέφω και περιμένω. Έπειτα από σταθμούς στην Ελλάδα και την Πορτογαλία τα αγγλικά μου τελικά επιστρέφουν. «Τι στο διάολο δε φεύγεις από δω Λίζι Τσάλμερς, όσο μπορείς ακόμα;»
«Έχω κολλήσει», είπε. «Άντε, πέσε στο κρεβάτι - και κάνε μου θέση».
«Όχι».
«Ναι. Με παντρεύεσαι αργότερα».
«Που είναι η ασημένια θήκη;»
«Στον πάτο του σκουπιδοφάγου».
«Ξέρεις τι είχε μέσα;»
«Ξέρω τι είχε μέσα».
«Κι είσαι ακόμα εδώ;»
«Ήτανε τρομερό αυτό που έκανες. Τρομερό!» Ρυάκια μπογιά των ματιών αυλάκωναν το πικάντικο μουτράκι. Είχε κλάψει. «Και τώρα που βρίσκεται η κοπέλα;»
«Δεν ξέρω. Οι επιταγές πηγαίνουν κανονικά κάθε τρίμηνο σ' ένα λογαριασμό μιας τράπεζας στην Ελβετία. Δε θέλω να ξέρω. Πόσο πολύ μπορεί να αντέξει η καρδιά;»
«Νομίζω πως θα ανακαλύψω σύντομα», είπε. Έσβησε τα φώτα. Στο σκοτάδι ακούστηκε θρόισμα από ρούχα. Δεν είχα ακούσει ποτέ τη μουσική μιας αγαπημένης που ξεντύνεται για μένα - για μένα. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια να σώσω τούτη την αγαπημένη.
«Σ' αγαπάω», είπα, «Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Όταν οι ρυθμοί απαιτήσουν μια θυσία, ίσως δειχτώ σε σένα πολύ πιο σκληρός, πιο απαίσιος...»
«Όχι», είπε. «Δεν είχες αγαπήσει ποτέ πριν. Κι η αγάπη δημιουργεί ρυθμούς». Με φίλησε. Τα χείλια της ήταν καυτά, το δέρμα της παγωμένο. Φοβόταν, μα η καρδιά της χτυπούσε όλο ζέστη και δύναμη. «Τίποτα δεν μπορεί να μας βλάψει τώρα. Πίστεψέ με».
«Δεν ξέρω τι να πιστέψω πια. Ανήκουμε σε ένα σύμπαν τόσο μεγάλο που ξεπερνάει τη γνώση μας. Τι θα γίνει αν αποδειχτεί πως είναι πολύ γιγάντιο για την αγάπη;»
«Καλά λοιπόν», έκανε ψύχραιμα. «Αν η αγάπη είναι κάτι μικρό και πρέπει να τελειώσει, τότε άστην να τελειώσει. Άσε όλα τα μικρά πράγματα - όπως είναι η αγάπη κι η εκτίμηση κι η συμπόνια και το γέλιο - να τελειώσουν, αν υπάρχει πιο πέρα κάτι μεγαλύτερο».
«Μα τι μπορεί να είναι μεγαλύτερο; Τι μπορεί να υπάρχει πιο πέρα;»
«Αν είμαστε πολύ μικροί για να καταφέρουμε να ζήσουμε, τότε πως μπορούμε να ξέρουμε;»

Σύρθηκε κοντά μου, οι άκρες του κορμιού της παγωνιά. Κι έτσι κουλουριαστήκαμε, στήθος με στήθος, και ζεσταθήκαμε με την αγάπη μας, τρομαγμένα πλάσματα σε ένα θαυμάσιο κόσμο πέρα από τη γνώση μας - τρομαχτικό

που ακόμα πππππ ερ ρίί μμμμμμ εννννε.