![]() |
![]() |
Samuel Delany
Time considered
as a helix of semi-precious stones (1968)
1970 Hugo Award
1969 Nebula Award
Μετάφραση: Ηλίας Μπαζίνας
Φέρτε ένα σύστημα συντεταγμένων πάνω στον αιώνα. Στη συνέχεια κόψτε μου ένα τεταρτημόριο. Τρίτο τεταρτημόριο, παρακαλώ. Γεννήθηκα το πενήντα. Εδώ είναι εβδομήντα-πέντε.
Στα δεκάξι μου μου επιτρέψανε να φύγω από το ορφανοτροφείο. Κουβαλώντας το όνομα που μου φορτώσανε (Χάρολντ Κλάνσυ 'Εβερετ - τότε ήμουν πιτσιρικάς, ούτε μπορώ πια να θυμηθώ πόσα ονόματα έχω αλλάξει μέχρι σήμερα, αλλά μη στεναχωριέστε, θα αναγνωρίσετε το στυλ μου) από λόφο σε λόφο στο 'Ηστ Βερμόντ, κατάληξα σε απόφαση μεγάλη:
Εγώ και ο μπάρμπα-Μάικλς, που μου έδωσε σκυλοβρίζοντας δουλειά επειδή του το ζήτησε το Επίσημο (λένε αυτοί) Έγγραφο που σου δίνει το ορφανοτροφείο όταν σε ξεφορτώνεται, δουλεύαμε το βουστάσιο του μπάρμπα, ήτοι το όλον τεμάχια δεκατρείς χιλιάδες τριακόσια εξηνταδύο, τετράπαχες παρδαλές αγελάδες Γκέρνσυ, συνέχεια μισοκοιμισμένες στα φέρετρά τους από ανοξείδωτο ατσάλι, που τις ταΐζαμε και τους δίναμε φάρμακα μέσα σ' ένα ροζ υγρό που κύλαγε μέσα σε διάφανους ενδοφλέβιους πλαστικούς σωλήνες (σιχαμερό πράμα, κάνει τα χέρια να κολλάνε απαίσια), τους κάναμε ηλεκτρικό μασάζ για να μην ατροφήσουν oι μυς τους και ίσα-ίσα που μισοξυπνάγανε με το άρμεγμα. Και να τρέχει το γάλα ποτάμι σε στέρνες από ανοξείδωτο υλικό. Τέλος πάντων. Η Απόφαση, λοιπόν (καθώς στεκόμουν εκεί στο χωράφι ένα απόγεμα και έκανα τον ανδριάντα - ο Ανθρωπος με την Τσάπα -, ξεθεωμένος μετά από τρεις ώρες βαριάς δουλειάς και προσπαθώντας να συλλάβω το μηχανισμό του σύμπαντος μ' ένα κεφάλι καζάνι από την κακομεταχείριση του οργανισμού μου): με ολόκληρη τη Γη και τον Αρη και τους Εξωτερικούς Δορυφόρους γεμάτους από ανθρώπους και δεν ξέρω τι άλλα κόλπα ακόμα, σίγουρα η ζωή έπρεπε να 'χει πολλά περισσότερα να προσφέρει. Αποφάσισα ν' αρχίσω να εισπράττω.
Έκλεψα λοιπόν κανά δυο από τις πιστωτικές κάρτες του μπάρμπα, ένα από τα ελικόπτερα του και μία μπουκάλα άσπρο κεραυνό που τον φτιάχνει ο ίδιος (ακούς, το χούφταλο;) και εξόρμησα. Προσπάθησες ποτέ να προσγειώσεις κλεμμένο ελικόπτερο πάνω στην ταράτσα του κτιρίου της ΠΑΝ ΑΜ μεθυσμένος; Φυλακές, κουραφέξαλα και κάμποσες γερές σφαλιάρες χάραξαν το δρόμο μου προς τη Γνώση. Αλλά μην ξεχνάτε ποτέ τούτο, φίλοι μου αγαπημένοι: έχω δουλέψει γεμάτες τρεις ώρες τίμιας δουλειάς εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια σε βουστάσιο. Kαί κανένας ποτέ δε με ξανάπε Χάρολντ Κλάνσυ 'Εβερετ.
Ο Χάνκ Καλαφρουά 'Εκλς (κοκκινομάλλης, λίγο άσχετος, ένα κι ογδονταοχτώ) βγήκε με αδιάφορο στυλ από την αίθουσα αποσκευών του διαστημοδρόμιου κουβαλώντας κάμποσα πράγματα που δεν ήταν δικά του μέσα σε ένα μικρό χαρτοφύλακα.
Δίπλα τoυ, ο Μπίζνεσμαν έλεγε: «Εσείς οι νέοι στη σημερινή εποχή με στενοχωρείτε. Ακουσε εμένα και ξαναγύρνα στη Μπελόνα. Μόνο και μόνο επειδή μπλέχτηκες σε φασαρίες με την ξανθούλα, που μου 'λεγες, δεν είναι λόγος ν' αλλάξεις πλανήτη και να είσαι απαρηγόρητος. Να αφήσεις ακόμα και τη δουλειά σου!»
Ο Χάνκ σταματάει
και χαμογελάει κακομοιριασμένα:
«Λοιπόν...» . «Παραδέχομαι βέβαια
ότι οι ανάγκες σας είναι
πραγματικές και αυτό εμείς οι πιο
μεγάλοι δεν το καταλαβαίνουμε
πάντοτε, αλλά θα πρέπει να δείξεις
μία υπευθυνότητα απέναντι...».
Προσέχει ότι ο Χάνκ έχει σταματήσει
μπροστά σε μία πόρτα, που γράφει
«ΑΝΔΡΩΝ».
«Ω, εντάξει, λοιπόν, ε...»
Χαμογελάει πλατιά. «Χάρηκα για τη
γνωριμία, Χάνκ. Ευχαριστιέμαι πάντα
όταν συναντάω κάποιον που αξίζει να
πεις δύο λόγια σ' αυτά τα
αναθεματισμένα διαπλανητικά
ταξίδια. Γεια χαρά».
Δέκα λεπτά αργότερα βγαίνει από την ίδια πόρτα ο Χάρμονυ Κ. 'Εβενταϊντ, ένα κι ογδοντατρία (ένα από τα ψεύτικα τακούνια έσπασε και τα 'χωσα και τα δύο κάτω από ένα σωρό χαρτοπετσέτες), καστανά μαλλιά (ούτε ο κομμωτής μου δεν ξέρει στα σίγουρα), αβάσταχτα κομψός, ντυμένος με την κακογουστιά που σε ανεβάζει σε φίρμα στη σημερινή πιάτσα, εμφάνιση με μία λέξη που αποκλείεται να εμπνεύσει ένα Μπίζνεσμαν να σου πιάσει κουβέντα. Πήρα το τακτικό ελικόπτερο από την αφετηρία κι ανέβηκα στο κτίριο της ΠΑΝ ΑΜ (εκείνο ήταν μεθύσι μία φορά), βγήκα από το Μεγάλο Κεντρικό Σταθμό και προχώρησα από την 42η οδό προς την 'Όγδοη Λεωφόρο, με πολλά πράγματα που δεν ήταν δικά μου μέσα σ' ένα μικρό χαρτοφύλακα.
Το βράδυ είναι σμιλεμένο από φως.
Διέσχισα το πλαστιπλέξ πεζοδρόμιο της Μεγάλης Ασπρης Λεωφόρου - βρίσκω πως δίνει αλλόκοτη όψη στους διαβάτες, όλος αυτός ο άσπρος φωτισμός κάτω από τα πηγούνια τους κι απόφυγα τα τσούρμα που ανέβαιναν με ασανσέρ από την υπόγεια διάβαση, την υπό-υπόγεια και την ύπο-υπο-υπόγεια (δεκαοχτώ χρονών, μία βδομάδα βγαλμένος από τη φυλακή, είχα πιάσει στέκι εδώ και ξαλάφρωνα κόσμο από διάφορα περιττά αλλά τόσο, μα τόσο ανάλαφρα που δεν ένιωθαν το ξαλάφρωμα), άνοιξα δρόμο με σπρωξιές μέσα από μία ορδή κοριτσόπουλα του σχολείου με μαλλιά στολισμένα με φωτάκια, χαζοπούλια που χασκογελάγανε δήθεν πονηρά και μασάγανε αηδίες και κατά βάθος ήτανε σοκαρισμένα γιατί φορούσαν διάφανες πλαστικές μπλούζες, που είχαν μόλις ξαναγίνει νόμιμες (φαίνεται ότι από το τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα και μέχρι σήμερα, το γυναικείο στήθος χάνει το «σέμνος» του και το ξαναβρίσκει ανάλογα με τα φεγγάρια), έριξα λοιπόν και γω μερικές ματιές επιδοκιμασίας. Περισσότερα γέλια, ακόμα πιο χαζά. Σκέφτηκα ότι εγώ στην ηλικία αυτή ήμουν σ' εκείνη την ξεφτιλισμένη φάρμα με τα γελάδια, αν υπάρχει Θεός! Σταμάτησα να το σκέφτομαι.
Η φωτεινή κορδέλα με τις ειδήσεις που κάνει το γύρο του τρίγωνου κτιρίου της Εταιρείας Τηλεπικοινωνιών εξηγούσε σε Βασικά Εγγλέζικα πως η γερουσιαστίνα Ρεγγίνα Αμπολάφια ετοιμαζόταν να αρχίσει την έρευνά της σχετικά με το Οργανωμένο Έγκλημα στην Πόλη. Έρχονται φορές που το φχαριστιέμαι που είμαι ανοργάνωτος τόσο που δε λέγεται.
Κοντά στην 'Ένατη Λεωφόρο, εγώ και το χαρτοφυλακάκι μου μπήκαμε σε ένα πολυσύχναστο μπαρ. Είχα δύο χρόνια να πατήσω στη Νέα Υόρκη, την τελευταία φορά που πέρασα, όμως, σύχναζε σ' αυτό εδώ το μπαρ ένας τύπος με πραγματικό ταλέντο στο να ξεφορτώνεται πράματα που δεν ήταν δικά μου, γρήγορα, με σιγουριά και με κέρδος. Τι πιθανότητες είχα να τον βρω τώρα, δεν είχα ιδέα. Έσπρωξα δεξιά κι αριστερά μέσα σ' ένα μπουλούκι που κατέβαζε μπύρα. Εδώ και 'κεί έβλεπες διάφορες γριές, τραγικά σαράβαλα, με την τελευταία λέξη της μόδας του περασμένου μήνα και με κάτι παλιόφατσες για συνοδούς. Μέσα στη φασαρία αναδεύονταν πέπλα καπνού. δεν τα κάνω κέφι κάτι τέτοια μέρη. Όλοι οι νεότεροι από μένα εκεί μέσα ήταν η «φτιαγμένοι» με μορφαδίνη ή σκέτοι κρετίνοι. Οι πιο προχωρημένοι στα χρόνια παρακαλάγανε να έρθουνε κι άλλοι νεότεροι, με το ζόρι έφτασα μέχρι το μπαρ και προσπάθησα να τραβήξω την προσοχή ενός από τα ανθρωπάκια με τα άσπρα σακάκια.
Η έλλειψη θορύβου ακριβώς πίσω από την πλάτη μου μ' έκανε να γυρίσω. Φορούσε ένα ολόσωμο πέπλο κλεισμένο στο λαιμό και στους καρπούς με τεράστιες μπρούτζινες καρφίτσες (αβάσταχτα κομψή, ίσα ίσα πάνω στα σύνορα της κακογουστιάς). Το αριστερό της μπράτσο ήταν γυμνό, το δεξί της σκεπασμένο με σιφόν σε χρώμα κρασιού. Ήταν μέσα στο πνεύμα της πιάτσας πολύ περισσότερο από μένα. Το μέρος όμως δεν ήταν κατάλληλο για να κάνεις φιγούρα με το πόσο μπασμένος είσαι στα μυστικά. Oι περισσότεροι την αγνοούσαν και της το 'διναν επιδεικτικά να το καταλάβει.
Έδειξε τον καρπό της. Το νύχι της, κόκκινο σαν αίμα, άγγιξε μία ανοιχτή πορτοκαλί πέτρα στο γάντζο του μπρασελέ της. «Μήπως ξέρετε τι είναι αυτό, κ. Έλντριτς;» ρώτησε. Την ίδια στιγμή το πέπλο μπροστά στο πρόσωπό της άνοιξε. Τα μάτια της ήταν πάγος. Τα φρύδια της μαύρα.
Τρεις σκέψεις: (Μία) Είναι μανεκέν η μοντελίστ. Καθώς ερχόμουν από την Μπελόνα διάβασα ένα άρθρο στο «Δέλτα» για τα «υφάσματα που σβήνουν» που το χρώμα και η διαφάνειά τους κοντρολάρονται από πονηρά κοσμήματα του χεριού. (Δύο) την περασμένη φορά που ήμουν εδώ, νεότερος και Χάρυ Κάλαμαϊν Έλντριτς, δεν έκανα τίποτα το πολύ παράνομο (αν και σ' αυτά τα πράγματα χάνεις καμιά φορά το λογαριασμό). Πάντως, η εντύπωση μου ήταν ότι μ' αυτό το όνομα το πολύ πολύ που είχα να λαβαίνω ήταν καμιά τριανταριά μέρες στη στενή. (Τρεις) Η πέτρα που μου έδειχνε...
«...Ίασπις;»
ρώτησα.
Περίμενε να πω κι άλλα. Περίμενα να
μου δώσει αφορμή για να της σφυρίξω
ότι ήξερα τι περίμενε (όταν ήμουνα
φυλακή ο Χένρυ Τζέημς ήταν ο
καλύτερός μου συγγραφέας. Λόγω
τιμής).
«Ίασπις», επιβεβαίωσε.
«Ίασπις...» Ξαναείπα εγώ με τον
ίδιο διφορούμενο τόνο που είχε τόσο
προσπαθήσει να
συγκεκριμενοποιήσει.
«...Ίασπις -» Η αυτοπεποίθηση είχε
πια φύγει από τη φωνή της καθώς
άρχιζε να πείθεται ότι πίστευα ότι
η σιγουριά της δεν είχε βάση.
«Εντάξει, Ίασπις». Στο πρόσωπό της
φάνηκε ότι είχε δει επιτέλους στο
δικό μου το ύφος που της φανέρωσε
ότι ήξερα πως ήξερε πως ήξερα.
«Με ποιόν με έχετε μπερδέψει τέλος
πάντων, δεσποινίς...;»
Ίασπις, αυτό το μήνα, είναι η Λέξη.
Ίασπις είναι το σύνθημα - κώδικας - «σύρμα», που οι Τραγουδιστές των Πόλεων (που τον περασμένο μήνα, μέσα από τις θεϊκές τους ωδίνες τραγούδησαν «Οπάλι» και άκουσα εγώ στον Αρη ότι αυτή ήταν η Λέξη και τη μεταχειρίστηκα Τρεις φορές, μαζί με διάφορες σατανικές μιμήσεις, για να εξασφαλίσω κατοχή πάνω σε πράματα που δεν ήταν με το νόμο δικά μου, απορώντας συνάμα με το θαύμα των Τραγουδιστάδων με τις θεϊκές πληγές τους) μεταδίνουν από στόμα σε στόμα προς χάρη αυτής της απροσδιόριστης αμαρτωλής αδελφότητας που μέσα στους κόλπους της πλανιέμαι και γώ - με διάφορες μορφές - αυτά τα εννιά χρόνια. Κάθε τριάντα μέρες κυκλοφορεί καινούργια Λέξη και μέσα σε λίγες ώρες κάθε αδελφός την ξέρει, σε έξη κόσμους, μικρούς και μεγάλους. Συνήθως την ακούς μέσα στο βογκητό καποιανού φτωχομπάσταρδου πνιγμένου στο αίμα που ξεπροβάλλει από κάποια σκοτεινή πόρτα και σου πέφτει τρικλίζοντας στην αγκαλιά. Στη σφυρίζουν καθώς περνάς μέσα από τις σκιές ενός σοκακιού. Τη διαβάζεις, ορνιθοσκάλισμα, πάνω σ' ένα τσαλακωμένο χαρτί που σου χώνει μέσα στην παλάμη κάποιος «κακός και άπλυτος» πριν χαθεί βιαστικά μέσα στο πλήθος. Και αυτό το μήνα ήταν: Ίασπις.
Η Λέξη χρησιμοποιείται με ελεύθερο τρόπο. Μερικά που μπορεί να σημαίνει είναι:
Βοήθεια ή
Χρειάζομαι βοήθεια ή
Μπορώ να σε βοηθήσω ή
σε παρακολουθούν ή
Τώρα δε βλέπουν, λοιπόν κουνήσου:
Συντακτική παρατήρηση: Όταν η Λέξη χρησιμοποιείται σωστά, δεν πρέπει ποτέ να έχεις ανάγκη να σκεφτείς πολύ σχετικά με το τι σημαίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Σημαντική πρακτική λεπτομέρεια: Μην εμπιστεύεσαι ποτέ κάποιον που την χρησιμοποιεί αταίριαστα.
Την περίμενα να
τελειώσει το «περίμενε».
Ανοιξε ένα πορτοφόλι μπροστά στη
μούρη μου. «Μώντλαϊν Χίνκλ,
Αρχηγός, Τμήμα Ειδικών Υπηρεσιών»,
απάγγειλε χωρίς να κοιτάει τι
έγραφε κάτω από τ' ασημένιο άστρο.
«Πολύ ωραία το 'χεις μάθει αυτό»,
είπα, «Μώντ». Έσμιξα τα φρύδια μου.
«Χίνκλ;»
«Εγώ».
«Ξέρω ότι δε θα το πιστέψεις αυτό,
Μώντ. Φαίνεσαι γυναίκα που
νευριάζει με τα λάθη της. Πάντως, το
όνομά μου είναι Έβενταϊντ. Όχι
Έλντριτς. Χάρμονυ Κ. 'Εβενταϊντ. Και
τι καλά που αλλάζει η λέξη απόψε.
Την παλιά την έμαθε κι η κουτσή
Μαρία. Έτσι που κυκλοφορεί από
στόμα σε στόμα, δεν είναι και
σπουδαίο μυστικό για την Αστυνομία.
Μόλις βγει η καινούρια, όμως, και
για καμιά βδομάδα, βρίσκεις
αστυφύλακες που δεν έχουν προλάβει
να `μυηθούν'».
«Ωραία λοιπόν: Χάρμονυ. Θέλω να σου
μιλήσω».
Σήκωσα ένα φρύδι.
Σήκωσε κι αυτή το δικό της και είπε,
«Ακου, αν θες να λέγεσαι Χενριέτα
εγώ δεν έχω αντίρρηση. Αλλά να με
ακούσεις!»
«Για ποιο πράγμα θες να
συζητήσεις;»
«Για το έγκλημα, κ...;»
«Έβενταϊντ. Θα σε λεω Μώντ, λοιπόν λέγε με και συ Χάρμονυ. Πραγματικά είναι το όνομά μου».
Η Μώντ χαμογέλασε.
Δεν ήταν νέα γυναίκα. Νομίζω ότι
πρέπει να έριχνε μερικά χρονάκια,
ακόμα και στον Μπίζνεσμαν.
Χρησιμοποιούσε όμως μέικ-απ
καλύτερα από κείνον. «Κανονικά
πρέπει να ξέρω περισσότερα από σένα
για το έγκλημα», είπε, «και
μάλιστα, δεν θα με ξάφνιαζε καθόλου
αν δεν έχεις καν ακουστά το δικό μου
τον κλάδο της αστυνομίας. Τι σου
λεει o τίτλος 'Ειδικές Υπηρεσίες';»
«Δεν έχεις άδικο. Πρώτη φορά τον
ακούω».
«Λίγο πολύ, τα εφτά τελευταία
χρόνια αποφεύγεις την Τακτική
Αστυνομία όπως ο διάολος το
λιβάνι».
«Ω, Μώντ, αλήθεια...»
«Οι Ειδικές Υπηρεσίες δεν
ασχολούνται παρά μόνο με κείνους
που παρουσιάζουν μία απότομη
αύξηση στο δείκτη αντικοινωνικής
δραστηριότητας... αρκετά απότομη
ώστε να κάνει τα φωτάκια μας ν'
αρχίζουν να αναβοσβήνουν».
«Σίγουρα δεν έχω κάνει τίποτα τόσο
τρομερό ώστε...»
«Δεν κοιτάμε τι κάνεις' αυτό το
κάνει για μας ο κομπιούτερ. Εμείς
απλώς παρακολουθούμε περιοδικά το
πρώτο παράγωγο της καμπύλης του
διαγράμματος, που αντιστοιχεί στον
αριθμό σου. Η καμπύλη σου λοιπόν
ανεβαίνει πολύ απότομα».
«Τι εξευτελισμός του ανθρώπου.
Ούτε ένα όνομα...»
«Είμαστε το πιο ικανό τμήμα μέσα
στο Αστυνομικό Σώμα. Παρ 'το για
καυχησιά, αν θες. Η θεώρησέ το
πληροφορία».
«Βρε, βρε, βρε...» είπα. «Θα πάρεις
ένα ποτό;». Το ανθρωπάκι με το άσπρο
σακάκι μας άφησε δύο, χάζεψε το
μασκάρεμα της Μώντ και ξεκίνησε για
να πάει να κάνει κάτι άλλο.
«Ευχαριστώ».
Κατέβασε το μισό
ποτήρι όπως θα το κατέβαζε κάποιος
πολύ πιο καρδαμωμένος απ' όσο
φαινόταν αυτή, αν έκρινες από τον
καρπό της. «Τους περισσότερους
εγκληματίες δεν αξίζει από
οικονομικής πλευράς να τους
κυνηγήσεις. Πάρε παράδειγμα τους
μεγάλους γκάνγκστερ, τον
Φάρνσγουερθ, το Γεράκι, τον
Μπλαβάτσκια. Δες από την άλλη μεριά
τους μικρούς πορτοφολάδες, τους
ψιλικατζήδες των ναρκωτικών, τους
διαρρηκτές και τους προαγωγούς της
κακιάς ώρας και στην κορυφή και
στον πάτο της κλίμακας βλέπουμε
εισοδήματα σχεδόν τελείως σταθερά.
δεν κουνάνε τη βάρκα, δεν αλλάζουν
την κοινωνική ισορροπία. Και τις
δύο κατηγορίες τις παρακολουθεί η
Τακτική Υπηρεσία. Νομίζει ότι κάνει
καλή δουλειά. δεν πρόκειται να
κάτσουμε να τσακωθούμε. Ας πούμε
όμως ότι ξαφνικά ένας μικρός πλασιέ
ναρκωτικών αρχίζει να γίνεται
μεγάλος. Ένας προαγωγός του
μεροκάματου βαριέται μία μέρα να
λέγεται νταβατζής κι ανοίγει τα
φτερά για να γίνει
«μεγαλοεπιχειρηματίας». Τότε
έχεις προβλήματα, τότε γίνεται
αισθητός ο κοινωνικά δυσάρεστος
αντίχτυπος. και τότε καταφθάνουν οι
Ειδικές Υπηρεσίες. Έχουμε
διαμορφώσει κάνα δύο μεθόδους, που
δίνουν αξιόλογα αποτελέσματα.»
«Θα μου πεις, δε θα μου πεις για να
ξέρω;»
«Πιο καλά δουλεύουν όταν ξέρεις»,
είπε. «Η μία μέθοδος είναι η
ολογραμμική αποθήκευση
πληροφοριών. Ξέρεις τι συμβαίνει
όταν κόψεις μία πλάκα ολογράμματος
στα δύο;»
«Η τρισδιάστατη εικόνα ...κόβεται
στη μέση;»
Κούνησε το κεφάλι της. «Έχεις πάλι
ολόκληρη την εικόνα, μόνο πιο θαμπή,
λιγάκι ελαττωματική στο 'νετ'».
«Δεν το 'ξερα αυτό, λοιπόν».
«Κι άμα τη διχοτομήσεις άλλη μία
φορά, γίνεται ακόμα πιο θαμπή. Αλλά
και ένα τετραγωνικό εκατοστό του
αρχικού ολογράμματος αν έχεις στη
διάθεσή σου, διατηρείς μέσα
ολόκληρη την εικόνα, αγνώριστη αλλά
πλήρη».
Μουρμούρισα
κάμποσα «μμμμ» επιδοκιμασίας.
«Κάθε σημείο του φωτογραφικού
διαλύματος πάνω σε μία ολογραμμική
πλάκα, αντίθετα με τη φωτογραφία,
δίνει πληροφορίες για τη συνολική
σκηνή που απεικονίζεται
ολογραμμικά. σε αναλογία,
ολογραμμική αποθήκευση
πληροφοριών σημαίνει άπλά ότι κάθε
κομμάτι πληροφορίας που έχουμε - ας
πούμε για σένα - αναφέρεται σ'
ολόκληρη την καριέρα σου, τη γενική
σου κατάσταση, ολόκληρο το κύκλωμα
των προστριβών ανάμεσα σε σένα και
στο περιβάλλον σου. Συγκεκριμένα
στοιχεία για συγκεκριμένα
παραπτώματα η παρανομίες δε μας
απασχολούν, τ' αφήνουμε στην
Τακτική Υπηρεσία. Κι όταν έχουμε
συγκεντρώσει αρκετά από τα
στοιχεία που μας ενδιαφέρουν εμάς,
η δική μας μέθοδος είναι ασύγκριτα
πιο αποτελεσματική για να
παρακολουθούμε - ακόμα και να
προβλέπουμε - που βρίσκεσαι και τι
μπορείς να σκαρώνεις».
«Πολύ ενδιαφέρον», είπα. «Ένα από
τα πιο απίθανα παρανοϊκά σύνδρομα
που έχω ποτέ συναντήσει. Εννοώ,
ξεκινώντας από μία απλή συζήτηση σε
μπαρ. Συχνά, σε νοσοκομεία και
παρόμοιες καταστάσεις, μου έτυχαν
πιο παράξενα...»
«Στο παρελθόν σου», είπε με φυσικότητα σαν να μην έτρεχε τίποτα, «βλέπω αγελάδες και ελικόπτερα. Στο κοντινό σου μέλλον υπάρχουν ελικόπτερα και γεράκια».
«Και πες μου, ω Καλή Μάγισσα της Δύσης, με ποιόν τρόπο -» Kαι μόλις τότε άρχισα να ανακατώνομαι. Διότι υποτίθεται ότι κανένας δεν ξέρει για κείνη τη δόση με το μπαμπά-Μάικλς εκτός από σας κι από μένα. Ακόμα κι η Τακτική Αστυνομία που με έβγαλε τραβώντας και σούρνοντας από κείνο το πιωμένο ελικόπτερο που πήγαινε με γκελάκια για την άκρη της ταράτσας της ΠΑΝ ΑΜ δεν μπόρεσε να μου το ψαρέψει αυτό. Όταν τους είδα να περιμένουν κατάπια τις πιστωτικές κάρτες κι όσο για τα νούμερα του ελικόπτερου, αυτά είχανε λιμαριστεί μαζί με ό,τι άλλο μπορούσε να έχει νούμερα πάνω του από πολύ μεγαλύτερο μάστορα από μένα. Ο καλός κύριος Μάικλς μου 'χε καυχηθεί, την πρώτη μου κιόλας μοναχική, μεθυσμένη νύχτα στη φάρμα ότι το 'χε πάρει από το Νιου Χάμσαϊρ από κλεπταποδόχο.
«Γιατί όμως» - με
πιάνει φρίκη όταν βλέπω τι
χιλιοειπωμένες κουταμάρες που μας
κάνει το άγχος και λέμε - «μου τα
λες όλ' αυτά;»
Χαμογέλασε και το χαμόγελό της
χάθηκε πίσω απ' το πέπλο της. «Η
ενημέρωση έχει αξία μόνο όταν
μοιράζεται», είπε μία φωνή που ήταν
η φωνή της από τη μεριά του προσώπου
της. «Κοίτα 'δώ, εγώ-»
«Μπορεί να πιάσεις κάμποσα λεφτά
σύντομα. Αν λογαριάζω σωστά, θα 'χω
ένα ελικόπτερο γεμάτο με τα
καλύτερα παιδιά της Νέας Υόρκης που
θα καταφθάσει να σε παραλάβει τη
στιγμή ακριβώς που θα τα αγγίζεις
με τα άτακτα χεράκια σου. Αυτό που
ακούς είναι μία πληροφορία...»
Έκανε ένα βήμα πίσω.
Κάποιος μπήκε ανάμεσα μας.
«Ακου, Μώντ....»
«Μπορείς να την αξιοποιήσεις όπως
νομίζεις».
Το μπαρ ήταν τόσα ασφυκτικά γεμάτο ώστε δεν είχες παρά να κουνηθείς γρήγορα για ν' αποκτήσεις εχθρούς. Ούτε ξέρω τι έγινε μετά - κι αυτήν έχασα και εχθρούς έκανα. Κάτι τύποι να δεις, αλλόκοτοι. Λιγδιασμένα μαλλιά σε κοτσίδα και τρεις από δαύτους με τατουάζ δράκων στους κοκαλιάρικου ώμους τους, ήταν κι ένας με το ένα μάτι σκεπασμένο με μαύρο πετσί κι άλλος ένας μου κατέβασε στο μάγουλο μία νυχιά τσουγκρανιστή με κάτι νύχια μαύρα απ' τη βρώμα (αν δεν το πήρατε ακόμα το χαμπάρι, έχει αρχίσει εδώ και δύο λεπτά ένας γενικός ξυλοδαρμός σπάνιας ποιότητας. Εγώ μία φορά δεν κατάλαβα τι και πως). Ο τόπος γέμισε γυναικείες στριγκλιές. Χτύπαγα κι απόφευγα. Ξαφνικά - ο τόνος του σαματά άλλαξε. Κάποιος τραγούδησε «Ίασπις!» με το σωστό τρόπο, όπως πρέπει να τραγουδιέται. Κι αυτό σήμαινε ότι οι μπάτσοι (η συνηθισμένη γκαφαδόρα Τακτική Υπηρεσία που την δούλευα εφτά χρόνια τώρα) είχανε βάλει πλώρη για δω. Το μπουνίδι ξεχύθηκε έξω στο δρόμο. Μπήκα ανάμεσα σε δύο βρομιάρηδες που κάνανε ο ένας στον άλλο πράματα σωστά και μελετημένα κι όμως κατάφερα να φτάσω στην άκρη του μπουλουκιού μ' όχι περισσότερες ζημιές απ' όσες μπορείς να οικονομήσεις από ένα ξύρισμα της κακιάς ώρας. Ο τσακωμός είχε σκορπίσει σε γκρουπ. Αφησα ένα γκρουπ κι έπεσα πάνω σ' ένα άλλο που, όπως κατάλαβα σ' ένα λεπτό, δεν ήταν παρά ένας κύκλος από περίεργους και στη μέση του ήταν ξαπλωμένος ένας σε ξεχωριστά κακή κατάσταση.
Κάποιος εμπόδιζε τους περίεργους να πλησιάσουν περισσότερο. Αλλος τον γύρισε ανάσκελα. Κουλουριασμένος μέσα σε μία λιμνούλα αίμα ήταν ο τυπάκος που είχα δύο χρόνια να δω και που είχε δείξει τόση ικανότητα στο να με ξεφορτώνει από πράματα που δεν ήταν δικά μου.
Προσπαθώντας να μη
χτυπάω κόσμο με το χαρτοφύλακά μου
έριξα βουτιά ανάμεσα στη σάρα και
τη μάρα. Ξάφνου είδα έναν τακτικό
αστυφύλακα. Με τρομερή προσπάθεια
φόρεσα το ύφος του άνθρώπου που
είχε μόλις πλησιάσει για να δει τι
είδους ήταν ο καυγάς.
Το κόλπο έπιασε.
Έστριψα προς τα
κάτω στην Ένατη Λεωφόρο κι έπιασα
ένα βήμα πολύ γρήγορο χωρίς να
φαίνεται. Έκανα τρεις δρασκελιές...
«Ει, περίμενε! συ, εκεί πέρα!...»
Αναγνώρισα τη φωνή (μετά δύο χρόνια
και σε τέτοιες συνθήκες και όμως
την γνώρισα) αλλά συνέχισα το βήμα
μου. «Περίμενε ντε! εγώ είμαι, ο
Χωκ». (Χωκ σημαίνει και γεράκι.
Αυτουνού ήταν το όνομά του).
Σταμάτησα. Στην ιστορία αυτή το όνομα αυτό το συναντάμε για πρώτη φορά. Το 'Γεράκι' που μελέτησε η Μώντ έχει άλλο όνομα. 'Γεράκι' είναι το παρατσούκλι του. Είναι μεγαλοκαρχαρίας γκάνγκστερ κι έχει τη βάση του σ' ένα μέρος του Αρη που δεν έχω πάει (αν κι έχει χωμένα τα νύχια του σε παρανομίες σε ολόκληρο το ηλιακό σύστημα). Αλλο πρόσωπο τελείως.
Έκανα τρία βήματα
πίσω προς τα σκοτεινά.
Παιδικό γέλιο: «Ε, ρε άνθρωπε. Πολύ
σου φαίνεται ότι μόλις έκανες κάτι
που δεν έπρεπε».
«Χωκ;» ρώτησα τη σκιά.
Ήταν ακόμα στην ηλικία όπου να 'χεις
να τον δεις' δύο χρόνια σήμαινε δύο
τρεις πόντους διαφορά στο μπόι.
«Ακόμα κυκλοφορείς εδώ γύρω;»
ρώτησα.
«Καμιά φορά...»
Ήταν εκπληκτικό παλικαράκι.
«Ακου, Χωκ, πρέπει να το σκάσω από
δω». Κοίταξα πίσω στη φασαρία.
«Σκάστο λοιπόν», είπε. «Να 'ρθω κι
εγώ παρέα;» Κατέβηκε κάτω. Αστείο.
«Και βέβαια». Με κάνει να νιώθω
αστεία όταν μου ζητάει την άδεια.
«Έλα. Φύγαμε».
Στο φως του δρόμου, μισό τετράγωνο πιο κάτω, είδα ότι τα μαλλιά του ήταν ακόμα ανοιχτόχρωμα σαν δαδί. Θα μπορούσες να τον πάρεις για «κακό και άπλυτο». Πολύ βρώμικο μαύρο μπαμπακερό σακάκι, χωρίς πουκάμισο από μέσα. Μπλου τζιν ακόμα πιο βρώμικο, το καταλάβαινες και στο σκοτάδι, που λέει o λόγος. Περπατούσε ξυπόλυτος. Αυτό φυσικά μην περιμένεις να το δεις με τα μάτια σου στο σκοτάδι του σοκακιού, αν δεν τυχαίνει να το ξέρεις από πριν. Ένας που περπατάει μέρες ξυπόλυτος στη Νέα Υόρκη μοιάζει σαν να φοράει παπούτσια. Καθώς φτάσαμε στη γωνία, μου γέλασε πλατιά κάτω απ' το φανάρι του δρόμου κι έκλεισε το σακάκι του πάνω από τ' αυλάκια και τα σημάδια που χαρακώνανε το στήθος και την κοιλιά του. Τα μάτια του ήταν πολύ πράσινα. Το αναγνωρίζετε; αν όχι, εξαιτίας κάποιας ανωμαλίας στη διάδοση πληροφοριών στους έξι κόσμους, σας λεω ότι στο πλευρό μου δίπλα στο ποτάμι τον Χάντσον βάδιζε ο Χωκ ο Τραγουδιστής.
«Ρε συ, πόσον
καιρό έχεις που γύρισες;»
«Λίγες ώρες», του είπα.
«Tι έχεις φέρει;»
«Πραγματικά θες να ξέρεις;»
Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και
τίναξε το κεφάλι του. «Αμέ!»
Έκανα έναν ήχο όπως κάνει ένας
μεγάλος που τον έχει πρήξει ένα
παιδί. «Τέλος πάντων». Είχαμε
περπατήσει στο λιμάνι κάπου μισό
χιλιόμετρο, δε φαινόταν ψυχή
πουθενά. «Κάτσε κάτω». Ανέβηκε
καβάλα στο δοκάρι πάνω από το νερό,
με το 'να του πόδι κρεμασμένο πάνω
από τον μαύρο αστραφτερό Χάντσον.
Έκατσα μπροστά του κι ο αντίχειρας
μου έκανε σβέλτα το γύρο του
χαρτοφύλακα.
Ο Χωκ καμπούριασε
τους ώμους του κι έγειρε μπροστά.
«Ρε συ...» τα πράσινα μάτια του μου
αστράψανε ερωτηματικά. «Ν'
αγγίξω;»
Σήκωσα τους ώμους μου. «Ελεύθερα».
Τα πασπάτεψε με δάχτυλα που ήταν
όλο κόμπο και φαγωμένο νύχι. Έβγαλε
δύο, τα παρατήρησε, τ' άφησε κάτω,
έπιασε τρία άλλα. «Ρε συ...»
ψιθύρισε. «Πόσα πιάνουν όλα τούτα
δω;»
«Καμιά δεκαριά φορές περισσότερα
απ' όσα μπορώ να ελπίζω ότι θα πιάσω
εγώ. Πρέπει να τα ξεφορτωθώ
γρήγορα!»
Κοίταξε κάτω το πόδι του που
κρεμόταν. «Στο φινάλε μπορείς να τα
πετάξεις στο ποτάμι».
«Μην είσαι κάλος. Έψαχνα για έναν
τύπο που σύχναζε σε κείνο το μπαρ.
Ήταν πολύ ξεφτέρι». Πέρα, μισό
ποτάμι μακριά, ένα χάιντρο-φόιλ
πήγαινε για τ' ανοιχτά, ξυρίζοντας
τον αφρό. Στο κατάστρωμά του απάνω
ήταν παρκαρισμένα μία ντουζίνα
ελικόπτερα. Σίγουρα τα πήγαιναν στο
Ελικοδρόμιο Περιπολιών, κοντά στη
γέφυρα Βεραζάνο. Για κάμποσα λεπτά
κοιτούσα μία τ' αγόρι και μία το
σκάφος και μ' έζωνε η παράνοια καθώς
θυμόμουν τη Μώντ. Μέχρι που το
βουητό του σκάφους έσβησε μέσα στο
σκοτάδι. «Ο άνθρωπός μου όμως
οικονόμησε κάτι μαχαιριές απόψε».
Ο Χωκ έβαλε τις
άκρες από τα δάχτυλά του στις
τσέπες του κι άλλαξε θέση.
«Πράγμα που εμένα μ' αφήνει
ξεκάρφωτο», συνέχισα. «Δε νόμιζα
δηλαδή ότι θα τα 'παίρνε όλα αλλά
ίσως θα μπορούσε να με συστήσει και
σε τίποτε άλλους».
«Αργότερα απόψε θα πάω σε ένα
πάρτι» - σταμάτησε για να ροκανίσει
ό,τι απόμενε από το μικρό του νύχι -
«όπου θα μπορούσες ίσως να τα
πουλήσεις. Ο Αλέξης Σπίνελ δίνει
δεξίωση για να τιμήσει τη Ρεγγίνα
Αμπολάφια στην Ταράτσα του
Πύργου».
«Ταράτσα του Πύργου, ε;»
Πραγματικά είχαμε καιρό να κάνουμε
παρέα με το Χωκ. «Μαγειριό του
Διαβόλου» στις δέκα. «Ταράτσα του
Πύργου» τα μεσάνυχτα...
«Θα πάω μόνο επειδή θα είναι εκεί η
'Εντνα Σάιλεμ».
Η Έντνα Σάιλεμ είναι η αρχαιότερη
Τραγουδίστρια της Νέας Υόρκης.
Το όνομα της Ρεγγίνα Αμπολάφια το
'χα δει πάνω από το κεφάλι μου στη
φωτεινή κορδέλα του δελτίου
ειδήσεων το ίδιο εκείνο βράδυ. Και
κάπου μέσα στα αναρίθμητα
περιοδικά που είχα ξεφυλλίσει στο
ταξίδι από τον Αρη θυμήθηκα ότι
είχα δει το όνομα του Αλέξη Σπίνελ
να μοιράζεται την ίδια παράγραφο μ'
έναν περίδρομο εκατομμύρια.
«Θα ήθελα να ξαναδώ την Έντνα», είπα δήθεν αδιάφορα. Δεν θα με θυμάται όμως. Οι άνθρωποι σαν τον Σπίνελ, και το κοινωνικό του φύραμα έχουν εφεύρει ένα παιχνιδάκι.
Το 'χα μυριστεί και την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ κι έκανα παρέα με τον Χωκ. Όποιος μπορέσει να μαζέψει σε δική του εκδήλωση τους περισσότερους Τραγουδιστές, νικάει. Υπάρχουν πέντε τραγουδιστές στη Νέα Υόρκη (ισοβαθμία στη δεύτερη θέση με την πρωτεύουσα του Ιαπετού, το Λουξ). Το Τόκιο είναι πρώτο με εφτά.
«Είναι πάρτι με
δύο Τραγουδιστές;»
«Ίσως και τέσσερις, αν πάω...»
Τέσσερις μαζεύει ο χορός για την
εκλογή του νέου Δήμαρχου. Σήκωσα το
κατάλληλο φρύδι.
«Πρέπει να μάθω τη Λέξη από την
Έντνα. Αλλάζει απόψε».
«Εντάξει», είπα, «δεν ξέρω τι
έχεις στο μυαλό σου αλλά πάντως
είμαι μέσα». Έκλεισα το θέμα.
Βαδίσαμε προς τα πίσω, για το Τάιμς Σκουέαρ. Όταν φτάσαμε στην Όγδοη Λεωφόρο και στην αρχή του πλαστιπλέξ, o Χωκ σταμάτησε. «μία στιγμή», είπε. Κούμπωσε το σακάκι του μέχρι το λαιμό. «Εντάξει».
Περπατώντας στους δρόμους της Νέας Υόρκης μ' έναν Τραγουδιστή (δύο χρόνια πριν με είχε πολύ απασχολήσει το αν αυτό ήταν φρόνιμο για ένα άτομο στο δικό μου το επάγγελμα) είναι φαντάζομαι το καλύτερο καμουφλάζ για κάποιον στο επάγγελμα. Για σκεφθείτε την τελευταία φορά που είδατε την αγαπημένη σας στα του Τρισδιάστατου να παίρνει τη στροφή των Πενηνταεφτά δρόμων. Πέστε μου τίμια. Θα προσέχατε πραγματικά τον άσχετο με το σακάκι τουΐντ μισό βήμα πιο πίσω;
Ο μισός κόσμος στο Τάιμς Σκουέαρ τον γνώρισε. Με τη μικρή του ηλικία, τα ρούχα νεκροθάφτη, τα μαύρα πόδια και τα σταχτόξανθα μαλλιά, ήταν σίγουρα ο πιο γραφικός από τους τραγουδιστές. Χαμόγελα, ματιές διαπεραστικές. Μερικοί, πολύ λίγοι, δείχνανε με το χέρι ή έπαιρναν ηλίθιο ύφος.
«Και ποιός
ακριβώς λες ότι θα είναι εκεί και θα
μπορεί να με ξαλαφρώσει από το
πράμα;»
«Να σου πω, ο Αλέξης περηφανεύεται
πως είναι λίγο τυχοδιώκτης. Μπορεί
να το πάρει για μαγκιά. Και θα σου
δώσει περισσότερα απ' όσα θα
πιάσεις αν βγεις στη γωνιά του
δρόμου και τα σκοτώσεις».
«Θα του πεις ότι καίνε;»
«Έτσι θα βρει την ιδέα πιο
γοητευτική. Είναι σιχαμένος
τύπος».
«Αν το λες εσύ, φίλε...»
Κατεβήκαμε στον υπό-υπόγειο. Ο ταμίας των εισιτηρίων πήγε να πάρει το τάλιρο του Χωκ και ταυτόχρονα σήκωσε τα μάτια. Μάσησε τρεις τέσσερις ακαταλαβίστικες κουβέντες χαμογελώντας και μας έκανε νόημα να περάσουμε.
«Ω», είπε ο Χωκ, «Ευχαριστώ πολύ», με τόσο φυσική έκπληξη σαν αυτή να 'ταν η πρώτη φορά που συνέβαινε ένα τόσο θαυμάσιο πράγμα. (Πριν δύο χρόνια, μου είχε πει σοφά «μόλις αρχίσω να δείχνω ότι το περιμένω, θα πάψει να συμβαίνει». Ακόμα μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που φορούσε τη δημοτικότητά του. Τη φορά που είχα συναντήσει την 'Εντνα Σάιλεμ και της είχα πει αυτό το πράγμα, μου 'χε απαντήσει με την ίδια σπιρτάδα, «μα γι αυτό μας διαλέγουν»).
Στο φωτισμένο βαγόνι κάτσαμε στη θέση που έχει πλάτη το τοίχο. Ο Χωκ είχε τα χέρια του δίπλα του και τα πόδια του το ένα πάνω στ' άλλο. Παραπέρα ένα κοπάδι θηλυκά κακάριζε σαν κλώσες. Χασκόγελα, διάφανες μπλούζες, μασάγανε κόλλα σαν μηρυκαστικά. Προσπαθούσαν να μη φαίνονται που δείχνανε. Ο Χωκ δεν κοίταξε καθόλου κι εγώ προσπαθούσα να κάνω ότι δεν έβλεπα.
Σκοτεινά σχήματα
έξω από το παράθυρο. Περνούσαν
αστραπή.
Πράγματα μουρμούριζαν κάτω από το
γκρίζο πάτωμα. Ένα φρενάρισμα.
Γείραμε μπροστά. Βγήκαμε απ' το
τούνελ.
Έξω η πόλη δοκίμαζε τα χίλια φλουριά της και μετά τα πετούσε πίσω από τα δέντρα του Φορτ Τράιον. Ξαφνικά το παράθυρο απέναντι μας κατακλύστηκε από φωτεινά ρυάκια. Πίσω τους πέρασαν θαμπά οι κολώνες ενός σταθμού. Βγήκαμε στην πλατφόρμα κάτω από ψιλή βροχή. Η επιγραφή έλεγε ΣΤΑΘΜΟΣ ΔΩΔΕΚΑ ΠΥΡΓΩΝ.
Μέχρι να βγούμε
στο δρόμο η βροχή είχε σταματήσει.
Τα φύλλα των δέντρων στάζανε στο
δρόμο. «Αν ήξερα ότι θα 'παιρνα
κάποιον μαζί μου θα 'λεγα του Αλεξ
να στείλει αμάξι. Του 'πα ότι είναι
πενήντα τοις εκατό να πάω».
«Είσαι σίγουρος λοιπόν ότι σηκώνει
να 'ρθω κι εγώ;»
«Δεν έχεις έρθει κι άλλη μία φορά
μαζί μου εδώ;»
«Κι άλλη μία φορά ακόμα πιο πριν»,
είπα. «Πες μου, όμως, νομίζεις
ότι...»
Με κεραυνοβόλησε με το βλέμμα. Καλά θα 'κανα να καταλάβω ότι ο Σπίνελ θα τον παρακαλούσε κι αν ακόμη ο Χωκ έσουρνε μαζί του μία ολάκερη συμμορία από πραγματικούς «κακούς κι άπλυτους» - οι Τραγουδιστές φημίζονται για κάτι τέτοια. Δηλαδή ο Σπίνελ ήταν τυχερός που γλίτωνε μονάχα μ' έναν κλέφτη - και κάπως ευπαρουσίαστο, εδώ που τα λέμε. Δίπλα μας βράχια τραβούσαν σειρά μέχρι την πόλη. Πίσω από την πύλη αριστερά μας, οι κήποι απλώνονταν ανεβαίνοντας, μέχρι τον πρώτο από τους πύργους. Τα δώδεκα γιγάντια, υπερπολυτελή συγκροτήματα απειλούσαν τα χαμηλά σύννεφα.
«Χωκ ο Τραγουδιστής», είπε ο Χωκ στο θυροτηλέφωνο αριστερά της πύλης. Κλανγκ και τικ-τικ-τικ και κλανγκ. Ανηφορίσαμε στο μονοπάτι και φτάσαμε στις γυάλινες πόρτες, ένα σωρό από δαύτες, η μία πίσω από την άλλη.
Μία παρέα από
άντρες και γυναίκες με βραδινό
ντύσιμο ερχόταν προς τα έξω. Όταν
θέλανε τρεις σειρές πόρτες για να
συναντηθούμε, μας είδαν. Φάνηκαν να
σουφρώνουν τα μούτρα τους με τον
αλητάμπουρα που είχε μπει, ποιός
ξέρει πως, στο χωλ (για μία στιγμή
νόμισα ότι μία απ' όλες ήταν η Μώντ,
γιατί φορούσε ένα πέπλο από το
πονηρό ύφασμα, αλλά όταν γύρισε το
πρόσωπό της είδα πως είχε το χρώμα
του καβουρντισμένου καφέ). Ένας από
τους άντρες τον γνώρισε κι είπε
κάτι στους άλλους. Όταν μας πέρασαν,
χαμογελούσαν. Ο Χωκ τους έδωσε τόση
σημασία όση είχε δώσει και στα
κορίτσια στον υπόγειο.. Όταν όμως
είχαν προσπεράσει, είπε, «Ένας απ'
αυτούς τους λεβέντες σε κοίταγε».
«Ναι. Το είδα».
«Ξέρεις γιατί;»
«Προσπαθούσε να καταλάβει αν μ'
έχει ξαναδεί».
«Σ' έχει;»
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι.
«Περίπου εκεί που συνάντησα και
σένα, αλλά πιο παλιά, όταν είχα
μόλις βγει από τη φυλακή. Σου είπα
ότι έχω ξαναπεράσει από δω».
«Α».
Μπλε χαλί κάλυπτε τα τρία τέταρτα του χωλ. Μία μεγάλη πισίνα έπιανε το υπόλοιπο. Μέσα στην πισίνα ήταν μία σειρά από υποστυλώματα, τέσσερα μέτρα το καθένα, στεφανωμένα από μεταλλικές εστίες που ανάδιναν μεγάλες φλόγες. Το ίδιο το χωλ ήταν τρία πατώματα ψηλό, με θόλο και πλάκα από καθρέφτη.
Ο καπνός
κουλουριαζόταν κι ανέβαινε προς τη
σκαλιστή σχάρα. Κομματιαστές
ανταύγειες τρεμόπαιζαν πάνω στους
τοίχους.
Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε γύρω
μας τα ασημένια της πέταλα. Είχες το
ξεκάθαρο αίσθημα της ακινησίας τη
στιγμή που γύρω σου εβδομηνταπέντε
όροφοι έπεφταν με ταχύτητα στο
κενό.
Βγήκαμε στην ταράτσα με την τεχνητή εξοχή. 'Ένας πολύ ηλιοκαμένος, πολύ ξανθός τύπος που φορούσε ένα βερικοκή κουστούμι σπορ κι από μέσα ένα μαύρο ζιβάγκο, κατέβηκε από τους βράχους (τεχνητούς) ανάμεσα στις φτέρες (πραγματικές) που φύτρωναν δίπλα στο ρυάκι (αληθινό νερό, παραμύθι ρεύμα).
«Αλλό, αλλό;» Παύση. «Είμαι τρομαχτικά χαρούμενος που αποφάσισες τελικά να 'ρθεις». Παύση. «Προς στιγμή νόμισα ότι δε θα τα κατάφερνες». Οι παύσεις ήταν για να δώσουν στον Χωκ τον καιρό να με συστήσει. 'Έτσι όπως ήμουν ντυμένος, ο Σπίνελ δεν είχε τρόπο να ξέρει αν ήμουν κανένα Βραβείο Νόμπελ που έτυχε να κάνει παρέα με τον Χωκ η τενεκές ξεγάνωτος με ήθος και τρόπους ακόμα χειρότερα απ' όσο τύχαινε να 'ναι τα δικά μου.
«Να πάρω το σακάκι
σου;» προσφέρθηκε ο Αλέξης. Πράγμα
που σήμαινε ότι δεν ήξερε τον Χωκ
τόσο καλά όσο θα 'θέλε να νομίζει ο
κόσμος ότι τον ήξερε. Φαίνεται
τουλάχιστον ότι είχε την
ευαισθησία να καταλάβει, από μικρά
κρύα πράγματα που άρχισαν να
συμβαίνουν στην μορφή του αγοριού,
ότι καλά θα έκανε να αποσύρει την
προσφορά του.
Μου κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας
- και τι άλλο να 'κανε - και
ξαναγύρισε στη συγκέντρωση.
Η 'Εντνα Σάιλεμ καθόταν πάνω σε ένα διάφανο φουσκωτό μαξιλάρι. Έγερνε μπροστά, κρατώντας το ποτό της και στα δύο της χέρια και συζητούσε με πάθος πολιτικά με τους καλεσμένους που κάθονταν μπροστά της στο γρασίδι. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που Αναγνώρισα (μαλλί από μαυρισμένο ασήμι, φωνή από παλιό χαλκό). Ξεπροβάλλοντας από τα μανίκια του κουστουμιού της που αντρόφερνε, τα ζαρωμένα χέρια της, σφιγμένα πάνω στο ποτήρι, τρεμουλιαστά από την ένταση των λόγων της, ήτανε βαρυφορτωμένα με πέτρες και ασήμι. Καθώς η ματιά μου έκανε το γύρο για να ξαναγυρίσει στον Χωκ, είδα μισή ντουζίνα από κείνους που τα ονόματα η οι φάτσες τους πουλούσαν περιοδικά, μουσική, έστελναν τον κόσμο στο θέατρο (ο θεατρικός κριτικός του «Δέλτα», όχι παίζουμε) κι ακόμα κι ο μαθηματικός από το Πρίνστον που είχα διαβάσει για δαύτον πριν λίγους μήνες, αυτός που ξεφούρνισε την εξήγηση για τους κβάζαρ.
Μόνο μία γυναίκα εκεί μ' έκανε να την ξανακοιτάω κάθε τόσο. Με την τρίτη ματιά την Αναγνώρισα σαν την πιο πιθανή υποψήφια για την προεδρία από το Νεοφασιστικό Κόμμα, τη Γερουσιαστίνα Αμπολάφια. Τα μπράτσα της ήταν σταυρωμένα κι άκουγε με προσήλωση τη συζήτηση, που είχε περιοριστεί ανάμεσα στην Έντνα και σε ένα νέο άνθρωπο, από κείνους τους εκνευριστικά κοινωνικούς, που τα μάτια του ήταν πρησμένα, θα 'λεγε κανείς από φακούς επαφής με κακή εφαρμογή.
«Δε νομίζετε όμως,
κα Σάιλεμ, ότι...»
«Πρέπει να θυμόσαστε, όταν κάνετε
τέτοιες προβλέψεις...»
«Κα Σάιλεμ, διάβασα στατιστικές
ότι...»
«Δεν πρέπει να ξεχνάτε», η φωνή
της σοβάρεψε, χαμήλωσε, ως ότου η
σιγή ανάμεσα στα λόγια ήταν τόσο
πλούσια όσο η ίδια η φωνή ήταν ξερή
και μεταλλική, «ότι αν μας ήταν
γνωστό το κάθε τι, το κάθε τι, οι
στατιστικοί υπολογισμοί θα ήταν
περιττοί. Η επιστήμη των
πιθανοτήτων δίνει μαθηματική
έκφραση στην άγνοιά μας, όχι στη
σοφία μας», πράγμα που στ' αυτιά μου
έμοιαζε σαν μία ενδιαφέρουσα
δεύτερη δόση στη διάλεξη της Μώντ,
όταν η 'Εντνα σήκωσε τα μάτια και
είπε με δυνατή, χαρούμενη φωνή
«Βρε, ο Χωκ!»
Όλοι γύρισαν.
«Πραγματικά χαίρομαι
που σε βλέπω. Λιούις, Αν!», φώναξε.
Ήταν κιόλας εκεί άλλοι δύο
Τραγουδιστές (μελαχρινός αυτός,
ωχρή αυτή, κι οι δύο λυγεροί σαν
δέντρα. Τα πρόσωπά τους σ' έκαναν να
σκεφτείς λίμνες χωρίς κύμα,
στεφάνια από λουλούδια ξεχασμένα
μες στο δάσος που τα 'δες ξάφνου
μπρος σου. Καθάρια πρόσωπα,
συγκινητικά ήρεμα. Αντρας και
γυναίκα, είχαν γίνει μαζί
Τραγουδιστές μία μέρα πριν το γάμο
τους, εδώ κι εφτά χρόνια), «να
λοιπόν που τελικά δε μας παράτησε!»
'H Έντνα σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι της
πάνω από τα κεφάλια των καθισμένων
και γάβγισε πάνω από την ανάποδη
της παλάμης της, σαν να ήταν η φωνή
της στέκα του μπιλιάρδου. «Χωκ, εδώ
υπάρχει κόσμος που διαφωνεί μαζί
μου και δεν ξέρουν ούτε τα μισά απ'
όσα ξέρεις εσύ πάνω στο θέμα. Εσύ
βέβαια θα υποστηρίξεις έμένα, έτσι
δεν είναι...»
«Κα Σάιλεμ, δεν εννοούσα να...» από
το πάτωμα.
Τότε τα χέρια της έστριψαν έξη
μοίρες, τα δάχτυλα, τα μάτια και το
στόμα της άνοιξαν. «εσύ!» 'Εγώ.
«Αγαπητέ μου, αν υπάρχει άνθρωπος
που δεν περίμενα ποτέ να συναντήσω
εδώ!... μα, θα πρέπει να πάνε δύο
χρόνια, δεν είν' έτσι;»
Λεβεντιά Έντνα. Tο
μέρος όπου αυτή κι ο Χωκ και εγώ
είχαμε περάσει μαζί ένα ατελείωτο
βράδυ με ποτάμια από μπύρα έμοιαζε
πολύ περισσότερο με κείνο το μπαρ
παρά με την Ταράτσα του Πύργου.
«Πού ήσουνα τόσον καιρό;»
«Στον Αρη, κυρίως», παραδέχτηκα.
«Εδώ που τα λέμε, σήμερα γύρισα».
Έχει τρομερή πλάκα να μπορείς να
λες τέτοια πράγματα σε μέρη όπως
τούτο δω.
«Χωκ, και οι δύο σας» (που σήμαινε η
ότι είχε ξεχάσει το όνομά μου η ότι
με θυμόταν αρκετά καλά ώστε να μην
το παρακουβεντιάζει) «ελάτε εδώ
και βοηθήστε με να καταναλώσω τα
εκλεκτά ποτά του Αλέξη».
Προσπάθησα να μη γελάσω καθώς
πηγαίναμε κοντά της. Αν θυμόταν
κάτι, σίγουρα θυμόταν και τι
δουλειά κάνω και ασφαλώς πρέπει να
το γλεντούσε όσο και γώ.
Πάνω στη φάτσα του Αλέξη απλώθηκε ανακούφιση. Τώρα τουλάχιστον ήξερε ότι ήμουνα κάποιος. Το ποιος «κάποιος» ήμουνα βέβαια δεν το ήξερε.
Καθώς περνούσαμε δίπλα στον Λιούις και στην Αν, ο Χωκ χαμογέλασε φωτεινά στους δύο Τραγουδιστές. Ανταπόδωσαν άχνά χαμόγελα. Ο Λιούις το κεφάλι του σε χαιρετισμό. Η Αν έκανε μία κίνηση να του πιάσει το μπράτσο αλλά δεν την συνέχισε. Το στιγμιότυπο δεν πέρασε απαρατήρητο από τους άλλους.
Αφού έμαθε τι θέλαμε, ο Αλέξης ετοίμασε μεγάλα ποτήρια απ' αυτό που θέλαμε μαζί με τριμμένο πάγο. Ο τύπος με τα πρησμένα μάτια ήρθε για ανεφοδιασμό. «Μα, Κα Σάιλεμ, τι νομίζετε τότε ότι μπορεί θετικά να αντιταχθεί σε τέτοιες πολιτικές καταχρήσεις;»
Η Ρεγγίνα Αμπολάφια φορούσε ένα άσπρο μεταξωτό κοστούμι. Νύχια, χείλη και μαλλιά ήταν ένα χρώμα. στο στήθος της φορούσε μία καρφίτσα από δουλεμένο χαλκό. Πάντα με συναρπάζει να βλέπω άτομα συνηθισμένα να είναι στο κέντρο να έχουνε περάσει στην πάντα. Στριφογύριζε το ποτήρι της και άκουγε.
«Εγώ θα αντιταχθώ», είπε η 'Εντνα. «Ο Χωκ το ίδιο. Και o Λιούις και η Αν. Εμείς αντιστεκόμαστε. Σε τελευταία ανάλυση, το μόνο που έχετε είμαστε εμείς». Και η φωνή της είχε γεμίσει μ' αυτόν τον επιβλητικό παλμό που μόνο οι Τραγουδιστές μπορούν να έχουν.
Τότε το γέλιο του
Χωκ ξέσκισε τον καμβά της
κοινωνικής συζήτησης.
Γυρίσαμε. Καθόταν σταυροπόδι κοντά
στο φράχτη από φυτά. «Κοιτάτε...»
ψιθύρισε.
Τα βλέμματα των καλεσμένων τον ακολούθησαν. Κοιτούσε τον Λιούις και την Αν. Εκείνη, ψηλή και ξανθή κι εκείνος, ψηλότερος και μελαχρινός, στέκονταν πολύ ήσυχα, με κάποια σημάδια αγωνίας, με τα μάτια κλειστά. (Ο Λιούις είχε ανοίξει τα χείλια του).
«'Ω», ψιθύρισε κάποιος, πέφτοντας σε ασυγχώρητη χοντράδα, «είναι έτοιμοι να...»
Κάρφωσα τα μάτια μου πάνω στον Χωκ γιατί δεν μου 'χε ποτέ δοθεί η ευκαιρία να παρατηρήσω έναν Τραγουδιστή την ώρα που τραγουδούσε ένας συνάδελφός του. Ένωσε τις πατούσες του, έπιασε σφιχτά τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών του κι έσκυψε μπροστά, ενώ οι φλέβες του έκαναν μπλε ποτάμια πάνω στο λαιμό του. Το πάνω κουμπί του σακακιού του είχε ανοίξει. Οι καταλήξεις από δύο ουλές δείχνανε πάνω στις κλείδες του. Ίσως κανένας άλλος εξόν από μένα να μην πρόσεξε.
Είδα την Έντνα να βάζει κάτω το ποτήρι της μ' ένα λαμπερό ύφος περήφανης προσμονής. Ο Αλεξ, που είχε πιέσει το κουμπί του αυτό-μπαρ (περίεργο πως ο αυτοματισμός έχει γίνει το μέσου των ανώτερων στρωμάτων για να βγάζουν το μάτι των ανέργων) για περισσότερο τριμμένο πάγο, σήκωσε το βλέμμα του, είδε τι ετοιμαζόταν και πίεσε το κουμπί που έσβηνε το μηχάνημα. Το αυτό-μπαρ μουρμούρισε και σώπασε. Σηκώθηκε ένα αεράκι (τεχνητό η αληθινό, δεν ξέρω να σας πω) και τα δέντρα μας έδωσαν ένα τελειωτικό σσσσστ...
Ένας ένας, μετά ντουέτο και μετά πάλι σόλο, ο Λιούις κι η Αν τραγούδησαν.
Οι Τραγουδιστές είναι άτομα που κοιτάνε τα πράγματα και μετά πάνε και λένε στους ανθρώπους τι είδαν. Αυτό που τους κάνει Τραγουδιστές είναι η ικανότητα τους να κάνουν τον κόσμο ν' ακούει. Αυτή είναι η πιο θαυμαστή υπέρ-απλοποίηση που μπορώ να σας δώσω. Στο Ρίο ντε Ζανέιρο ο Ελ Ποσάδο, ογδόντα έξι χρονών, είδε ένα τετράγωνο από χαμόσπιτα να σωριάζεται, έτρεξε στην Αβενίδα δέλ Σόλ κι άρχισε να αυτοσχεδιάζει, με ρίμα και ρυθμό (όχι και τόσο δύσκολο πράγμα στην ποιητική πορτογαλέζικη γλώσσα) ενώ τα ακονισμένα μάγουλά του χαρακώνονταν από δάκρυα κι η φωνή του χτυπιότανε σκληρά με τα φοινικόκλαδα πάνω από τον ηλιολουσμένο δρόμο. 'Εκατοντάδες κόσμος σταμάτησαν ν' ακούσουν. Κι άλλες εκατοντάδες, μετά κι άλλες. Κι όλοι αυτοί είπαν σε χιλιάδες ακόμα τι άκουσαν. Τρεις ώρες αργότερα, αμέτρητοι είχαν καταφτάσει επί τόπου με κουβέρτες, τρόφιμα, λεφτά, εργαλεία και - το πιο απίστευτο - με την απόφαση να οργανωθούν και να δουλέψουν μέσα στα πλαίσια αυτής της αυτοσχέδιας οργάνωσης. Κανένα τρισδιάστατο δελτίο ειδήσεων σχετικό με κάποια συμφορά δε είχε ποτέ τέτοια ανταπόκριση. Ο Ελ Ποσάδο θεωρείται ιστορικά ως ο πρώτος Τραγουδιστής. Ο δεύτερος ήταν η Μιριάμνη, στη σκεπαστή πόλη Λουξ, που για τριάντα χρόνια γύριζε στους μετάλλινους δρόμους και τραγουδούσε το μεγαλείο των δαχτυλιδιών του Κρόνου - Oι άποικοι δεν μπορούν να τα δουν με γυμνό μάτι γιατί τους εμποδίζουν oi υπεριώδεις ακτίνες. Η Μιριάμνη, όμως, με τους παράξενους καταρράκτες της, πήγαινε κάθε αυγή στην άκρη της πολιτείας, κοιτούσε, έβλεπε και γύριζε για να τραγουδήσει αυτά που είδε. Κι όλα αυτά ίσως δε θα είχαν και μεγάλη άξία αλλά τις μέρες που δεν τραγουδούσε - από αρρώστια η επειδή είχε πάει να τραγουδήσει σε κάποιο άλλο μέρος όπου είχε απλωθεί η φήμη της - το Χρηματιστήριο Αξιών του Λουξ πήγαινε κατά διαβόλου και τα βίαια εγκλήματα παίρνανε την πάνω βόλτα. Κανένας δεν μπορούσε να το εξηγήσει. το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να την ανακηρύξουν Τραγουδίστρια.
Γιατί δημιουργήθηκε ο θεσμός των Τραγουδιστών και ξεπήδησε σε όλα σχεδόν τα αστικά κέντρα μέσα στο πλανητικό σύστημα; Μερικοί διατύπωσαν την υπόθεση ότι ήταν μία αυθόρμητη αντίδραση στα μέσα ενημέρωσης που κουκουλώνουν ολόκληρη τη ζωή μας. Ενώ το ραδιόφωνο κι oι Τρεις Διαστάσεις και ο τύπος μεταδίδουν πληροφορίες σ' όλους τους κόσμους, ταυτόχρονα απλώνουν κι ένα αίσθημα αλλοτρίωσης, αποξένωσης από τη ζωντανή, πρώτο χέρι, εμπειρία. (Πόσοι άνθρωποι πάνε σε αθλητικές εκδηλώσεις ή πολιτικές συγκεντρώσεις με τα ραδιοφωνάκια τους κολλημένα στο αυτί τους για να νιώθουν σίγουροι ότι αυτό που βλέπουν συμβαίνει πραγματικά;) οι πρώτοι Τραγουδιστές αναγορεύτηκαν από τους ανθρώπους γύρω τους. Μετά ακολούθησε μία περίοδος όπου καθένας που ήθελε μπορούσε να αυτοανακηρυχτεί Τραγουδιστής κι ο κόσμος η ανταποκρινόταν η τον εξαφάνιζε μέσα στα γιούχα και τα χάχανα. Αλλά τον καιρό κιόλας που κάποιος που δε με ήθελε με άφησε στο σκαλοπάτι, οι περισσότερες πόλεις είχαν λίγο πολύ έναν καθιερωμένο ανεπίσημο αριθμό Τραγουδιστών. Όταν σήμερα αδειάζει μια θέση, οι υπόλοιποι Τραγουδιστές είναι εκείνοι που αποφασίζουν ποιός θα την καταλάβει. Τα απαιτούμενα ταλέντα είναι ποιητικά, θεατρικά αλλά επίσης και μία προσωπική ακτινοβολία και «μαγεία» που δίνει στον τραγουδιστή την ποιότητα και τη δύναμη ν' αντιστέκεται στο δίχτυ της δημοσιότητας, μέσα στο οποίο μοιραία μπλέκεται από την πρώτη κιόλας στιγμή. Πριν γίνει Τραγουδιστής, ο Χωκ είχε κιόλας αποχτήσει φήμη σαν ένα είδος «παιδί-θαύμα» με μία ποιητική συλλογή που είχε δημοσιεύσει όταν ήταν δεκαπέντε χρονών. Έκανε τουρνέ σε πανεπιστήμια κι έκανε απαγγελίες αλλά δεν ήταν ακόμα τόσο διάσημος ώστε να μην ξαφνιαστεί που τον ήξερα εγώ, τη βραδιά που πρωτοσυναντηθήκαμε στο Σέντραλ Πάρκ (εγώ τότε είχα μόλις περάσει τριάντα ευχάριστες μέρες, σαν «φιλοξενούμενος» της πόλης και είναι εκπληκτικό το τι μπορείς να βρεις στη Βιβλιοθήκη Τουμς). Ήταν λίγες βδομάδες μετά την δέκατη έκτη επέτειο των γενεθλίων του. Η ανακήρυξη του σε Τραγουδιστή θα γινόταν σε τέσσερις μέρες, αν κι αυτός το ήξερε κιόλας. Καθίσαμε δίπλα στη λίμνη ως την αυγή κι αυτός σκεφτόταν συνέχεια και ζύγιαζε και αγωνιούσε για την ευθύνη που θα αναλάβαινε. Δύο χρόνια αργότερα εξακολουθεί με μεγάλη διαφορά να είναι ο νεαρότερος Τραγουδιστής έξη κόσμων. Πριν γίνει τραγουδιστής κανείς δεν είναι απαραίτητο να έχει κάνει ποιητής, οι περισσότεροι όμως περνάνε από ποιητές ή ηθοποιοί. Ο τιμητικός κατάλογος, όμως, μέσα σ' ολόκληρο το σύστημα, περιέχει έναν αχθοφόρο, δύο καθηγητές πανεπιστημίου, μία κληρονόμο των εκατομμυρίων της Σιλιτάξ (καρφώστε το με Σίλι-Τάξ) και δύο τουλάχιστον άτομα με τόσο ύποπτα φόντα ώστε η ίδια η πάντα πεινασμένη για σκάνδαλα Διαφημιστική Μηχανή συμφώνησε να μην αφήσει τίποτα να περάσει πιο πέρα από τους συντάκτες.
'Οποια όμως κι αν είναι η προέλευσή τους, αυτοί οι ζωντανοί μύθοι, γραφικοί και συναρπαστικοί, τραγουδάνε την αγάπη, το θάνατο, την αλλαγή των εποχών, τις κοινωνικές τάξεις, τις κυβερνήσεις και τις φρουρές των παλατιών. Τραγουδούσαν μπροστά σε μεγάλα πλήθη, σε μικρές ομάδες, σ' έναν μοναχικό εργάτη που γυρνάει σπίτι από το λιμάνι, σε γωνιές των γκέτο, μέσα στα παραφορτωμένα βαγόνια του Υπόγειου της ώρας της αιχμής, στους κομψούς κήπους πάνω στους Δώδεκα Πύργους, στην αποκλειστική σουαρέ του Αλέξη Σπίνελ. Αλλά έχουν βγάλει νόμο που απαγορεύει την αναπαραγωγή των «Τραγουδιών» των Τραγουδιστών με μηχανικά μέσα (και την αναδημοσίευση των στίχων) από τα πρώτα κιόλας χρόνια του θεσμού και σέβομαι αυτό το νόμο, σοβαρά, όπως μόνο κάποιος στη δική μου δουλειά μπορεί να σεβαστεί. Γι' αυτό, στη θέση των τραγουδιών έβαλα την παραπάνω επεξήγηση.
Τέλειωσαν, άνοιξαν τα μάτια τους, κοίταξαν γύρω με ύφος που θα μπορούσε να 'ναι αμηχανία, θα μπορούσε να 'ναι και περιφρόνηση.
Ο Χωκ ήταν γερμένος μπροστά με ύφος εκστασιασμένης επιδοκιμασίας. Η Έντνα χαμογελούσε ευγενικά. Εγώ είχα πάνω στη φάτσα μου το είδος του γέλιου που σκάει όταν νιώσεις τεράστια συγκίνηση και τεράστια απόλαυση. Ο Λιούις και η Αν είχαν τραγουδήσει υπέροχα.
Ο Αλεξ ξανάρχισε ν'
ανασαίνει, κοίταξε γύρω να δει σε τι
κατάσταση βρισκόταν ο καθένας,
είδε, κι έβαλε μπρος το αυτό-μπαρ,
που άρχισε να μουρμουρίζει και να
τρίβει πάγο. Όχι χειροκροτήματα,
αλλά άρχισαν ν' ακούγονται ψίθυροι
θαυμασμού. Οι καλεσμένοι κουνούσαν
το κεφάλι, σχολίαζαν, ψιθύριζαν. Η
Ρεγγίνα Αμπολάφια πήγε στον Λιούις
να του πει κάτι. Προσπάθησα ν'
ακούσω ώσπου ο Αλεξ με σκούντησε με
ένα ποτήρι στον αγκώνα.
«Ωχ, συγνώμη...»
Μετάφερα το χαρτοφύλακα στο άλλο μου χέρι και πήρα το ποτό χαμογελώντας. Όταν η Γερουσιαστής Αμπολάφια άφησε τους δύο Τραγουδιστές, κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλο και κοιτιόντουσαν λίγο αμήχανα...ανακάθισαν κάτω.
Η παρέα σκόρπισε σε γκρουπ με διάφορα θέματα συζήτησης μέσα στους κήπους και στις συστάδες με τα δέντρα. Πάνω στον ουρανό, σύννεφα στο χρώμα του παλιού καμηλό διπλώνανε και ξεδιπλώνανε μπροστά στο φεγγάρι.
Στάθηκα λίγη ώρα μοναχός σ' έναν κύκλο από δέντρα ακούγοντας τη μουσική: έναν κανόνα του ντε Λάσους σε δύο μέρη, προγραμματισμένο για άουντιο-γεννήτριες. Θυμήθηκα: ένα άρθρο σ' ένα από τα φιλολογικά περιοδικά της περασμένης εβδομάδας έλεγε ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να φύγει η αίσθηση των γραμμών, που πέντε αιώνες μέτρου είχαν επιβάλει στους σύγχρονους μουσικούς. Για δύο βδομάδες ακόμη αυτό θ' αποτελούσε παραδεκτή μουσική ψυχαγωγία. Τα δέντρα κύκλωναν μία λιμνούλα με βράχια. Νερό, όμως, όχι. Κάτω από την πλαστική επιφάνεια, αμπστρέ φώτα υφαίνανε κι άπλωναν ένα μετακινούμενο φωτισμό. «με συγχωρείτε...»
Γύρισα για να δω τον Αλέξη, που τώρα δεν είχε ποτό σrά χέρια του κι ούτε ιδέα τι να τα κάνει. Παραήταν νευρόσπαστο. «...αλλά ο νεαρός φίλος μας μου είπε ότι έχετε κάτι που θα μπορούσε να με ενδιαφέρει».
Αρχισα να σηκώνω το χαρτοφύλακά μου αλλά το χέρι του Αλέξη κατέβηκε από τ' αυτί του (είχε φτάσει εκεί μέσω ζώνης και μαλλιού και κολάρου) για να με σταματήσει. Νεόπλουτος.
«Όχι, εντάξει. Δε
σκοπεύω να τα δω ακόμη. Δεν το
προτιμώ. Έχω κάτι να σας προτείνω.
Ασφαλώς θα μ' ενδιέφεραν αυτά που
έχετε, αν είναι βίαια όπως τα
περιγράφει ο Χωκ. Έχω όμως εδώ έναν
καλεσμένο, που θα ήταν ακόμα πιο
περίεργος». Αυτό μου φάνηκε
παράξενο.
«Ξέρω ότι αυτό χτυπάει παράξενα»,
έκρινε ο Αλέξης, «αλλά νομίζω ότι
θα σας ενδιέφερε μόνο και μόνο από
την οικονομική σκοπιά. Εγώ είμαι
ένας εκκεντρικός συλλέκτης, που θα
μπορούσε να σας προσφέρει μία τιμή
σε κάποια αντιστοιχία με τη χρήση
για την οποία θα τα προόριζα. Εγώ θα
τα ήθελα σαν αφορμές για εκκεντρική
συζήτηση - κι η φύση της αγοράς θα
περιόριζε πολύ σημαντικά από μόνη
της τον κύκλο των προσώπων με τα
οποία θα μπορούσα να συζητήσω».
Συμφώνησα με μία
κίνηση του κεφαλιού.
«Ο καλεσμένος μου, όμως, θα
μπορούσε να τα αξιοποιήσει πολύ
περισσότερο».
«Θα μπορούσατε να μου πείτε ποιός
είναι αυτός ο καλεσμένος;»
«Ρώτησα τελικά τον Χωκ να μου πει
ποιος είσθε και με άφησε να εννοήσω
ότι ήμουν στα πρόθυρα μιας σοβαρής
κοινωνικής αδιακρισίας. Θα ήταν
εξίσου μεγάλη απρέπεια να
αποκαλύψω το όνομα του καλεσμένου
μου σε σας». Χαμογέλασε. «Η
αδιακρισία όμως είναι το καλύτερο
από τα συστατικά της καύσιμης ύλης
που χαρίζει κίνηση στην κοσμική
μηχανή, κ. Χάρβεϊ Καντγουώλιτερ -
Έρικσον...» Χαμογέλασε με ύφος
άνθρώπου, που ξέρει.
Ποτέ δεν υπήρξα Χάρβεϊ Καντγουώλιτερ - Έρικσον, ο Χωκ όμως ήταν πάντα εφευρετικό αγοράκι. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το δεύτερο μέρος της εικόνας, οι μεγιστάνες του Βολφράμιου, οι Καντγουώλιτερ - Έρικσον του Τύθις στον Τρίτωνα. Ο Χωκ δεν ήταν μόνο εφευρετικός. Ήταν τόσο ιδιοφυΐα όσο λέγανε γι' αυτόν όλα τα φύλλα πως ήταν.
«Υποθέτω ότι η
δεύτερη αδιακρισία σας θα είναι να
μου πείτε ποιος είναι αυτός ο
μυστηριώδης καλεσμένος».
«Τέλος πάντων», είπε ο Αλεξ με
χαμόγελο γάτου, που έχει παχύνει
τρώγοντας καναρίνια, «ο Χωκ,
συμφώνησε μαζί μου ότι το Γεράκι θα
μπορούσε να νιώσει περιέργεια γι'
αυτά που έχετε εκεί μέσα
(έδειξε) και πράγματι, αυτό
συμβαίνει».
Κατσούφιασα. Μετά σκέφτηκα πολλές,
μικρές, γρήγορες σκέψεις που θα
εξηγήσω όταν έρθει η ώρα. «Το
Γεράκι;»
Ελπίζω η φάτσα μου να μην πρόδινε
ολότελα τη ζοχαδιακή μου διάθεση.
«Μου στέλνετε ένα λεπτό το νεαρό
φίλο μας;»
«Αν τον θέλετε...», ο Αλεξ
υποκλίθηκε κι έστριψε.
Ένα λεπτό το πολύ
αργότερα φάνηκε ο Χωκ ν' ανεβαίνει
τα βράχια και να περνάει μέσα από τα
δέντρα, χαμογελώντας. Όταν είδε να
μη του ανταποδίνω το χαμόγελο,
σοβάρεψε.
«Χμμμμ...» άρχισα. Τέντωσε τ' αυτιά
του.
Έξυσα το σαγόνι μου με τη μπουνιά
μου. «...Χωκ», είπα, «γνωρίζεις μία
διεύθυνση της αστυνομίας, που
λέγεται Ειδικές Υπηρεσίες;»
«Την έχω ακουστά».
«Ξαφνικά απόχτησαν μεγάλο
ενδιαφέρον για το άτομό μου».
«'Όχου», είπε με γνήσια έκπληξη.
«Τους έχουνε για πολύ σαίνια».
«Χμμμμ», ξανά 'πα με έμφαση.
«Ακου, λοιπόν», ανάγγειλε ο Χωκ,
«πως το 'χεις αυτό; Είναι 'δω απόψε ο
συνονόματός μου. Όχι, για να
ξέρεις».
«Τον Αλεξ, όποια πέτρα σηκώσεις, θα
τον βρεις από κάτω. Έχεις καμιά ιδέα
γιατί είναι 'δω το Γεράκι;»
«Φαντάζομαι ότι θα προσπαθεί να
ψήσει την Αμπολάφια να τα κάνουνε
πλακάκια. Η καμπάνια της για το
έγκλημα αρχίζει αύριο».
«Α». Στριφογύρισα στο μυαλό μου
μερικά από τα πράγματα που είχα
σκεφτεί πρωτύτερα. «Ξέρεις μία
Μώντ Χίνκλ;»
Το ξαφνιασμένο του ύφος είπε «όχι»
πολύ πειστικά.
«Μοστράρεται για υψηλό πρόσωπο
μέσα στην απόκρυφη οργάνωση που σου
έλεγα προηγουμένως».
«Ναι;»
«Νωρίτερα απόψε μου έδωσε
συνέντευξη και την έκλεισε μ' ένα
δεκάρικο για γεράκια κι ελικόπτερα.
Θεώρησα την συνάντησή μας αμέσως
μετά σαν το άκρον άωτον της
σύμπτωσης. Τώρα όμως διαπιστώνω ότι
η συνέχεια της βραδιάς τη δικαίωσε
και στη χρήση του πληθυντικού. Είπε
«γεράκια». Κούνησα το κεφάλι μου.
«Χωκ, βρίσκομαι ξαφνικά
εκσφενδονισμένος σ' έναν παρανοϊκό
κόσμο όπου οι τοίχοι έχουν όχι
μόνον αυτιά αλλά και μάτια και - μου
φαίνεται - και μακριά δάχτυλα με
σουβλερά νύχια. Ο καθένας γύρω μου,
ναι, ακόμα και συ ο ίδιος, μπορεί ν'
αποδειχτεί σπιούνος. Υποπτεύομαι
τη σκάρα του κάθε υπόνομου, το κάθε
παράθυρο του δεύτερου ορόφου, μήπως
κρύβουν κιάλια, κανένα αυτόματο ή
τίποτα χειρότερο. Το μόνο που μου
είναι αδύνατο να ξεκαθαρίσω είναι
το πως αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις
οι πανταχού παρούσες, όσο σατανικές
και να 'ναι, κατάφεραν εσένα να με
παρασύρεις μέσα σ' αυτό το
πολύπλοκο και διαβολικό...»
«Αααα, κόφτο!» Τίναξε πίσω τα
μαλλιά του. «δεν σε παράσυρα...»
«Ίσως όχι συνειδητά, αλλά η Ειδική
Υπηρεσία έχει Όλογραμμική
αποθήκευση Πληροφοριών και τα
συστήματά της είναι ύπουλα και
μοχθηρά...».
«Είπα κόφτο!» Διάφορα σκληρά μικρά
πράγματα άρχισαν πάλι να
συμβαίνουν στη φάτσα του «Νομίζεις
ότι εγώ θα...». Τότε κατάλαβε πόσο
φοβισμένος ήμουνα. «Κοίτα, το
Γεράκι δεν είναι ο πορτοφολάς της
γωνιάς. Ζει σ' έναν κόσμο το ίδιο
παρανοϊκό με το δικό σου, αλλά αυτός
συνέχεια. Αφού είναι εδώ, μπορείς να
είσαι σίγουρος ότι υπάρχουν
τριγύρω τόσοι δικοί του άνθρωποι,
μάτια κι αυτιά και δάχτυλα, όσοι και
της Μώντ Χίκενλούπερ».
«Χίνκλ». «Τέλος πάντων, είναι και
η ανάποδη όψη. Ποτέ κανένας
Τραγουδιστής... Κοίτα, νομίζεις
πραγματικά ότι θα μπορούσα εγώ...»
Και μ' όλο που ήξερα ότι αυτά τα
σκληρά μικρά πράγματα ήταν κρούστα
πάνω από τον πόνο, είπα, «Ναι».
«Κάποτε έκανες κάτι για μένα κι
εγώ...»
«Σου 'δωσα μερικές πληγές ακόμα,
αυτό είν' όλο». Η σκληρή κρούστα
μαλάκωσε.
«Χωκ», είπα. «Ασε με να δω».
Πήρε βαθιά αναπνοή. Αρχισε να ξεκουμπώνει τα μπρούτζινα κουμπιά. Τα πέτα του σακακιού του τραβήχτηκαν πίσω. Ο κρυφός φωτισμός χρωμάτισε το στήθος του μ' εναλλασσόμενα χρώματα παστέλ.
Ένιωσα το μούτρο μου να ζαρώνει. Δεν ήθελα να πάρω τα μάτια μου, Τράβηξα λοιπόν μία σφυριχτή εισπνοή, πράγμα που ήταν το ίδιο άσχημο.
Σήκωσα το βλέμμα.
«υπάρχουν πολύ περισσότερες απ'
όσες την τελευταία φορά που ήσουν
εδώ, η όχι;»
«Προσπαθείς να σκοτώσεις τον εαυτό
σου, Χωκ». Σήκωσε τους ώμους.
«Δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω ούτε για
ποιες απ' όλες φταίω εγώ».
Αρχισε να μου τις δείχνει.
«Έλα, έλα τώρα», είπα, πιο απότομα
απ' όσο έπρεπε. Πήρε τρεις ανάσες
ακόμα κι έμοιαζε να υποφέρει με την
κάθε μία όλο και περισσότερο. Τον
είδα να πιάνει το τελευταίο κουμπί.
«Ανθρωπε», είπα, προσπαθώντας να
εμποδίσω την απελπισία να μπει στη
φωνή μου, «γιατί τα κάνεις αυτά;»
το μόνο που κατόρθωσα είναι μην
αφήσω τίποτα να χρωματίσει τη φωνή
μου. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο
απελπισμένο από μία άδεια φωνή.
Σήκωσε τους ώμους,
είδα ότι δεν το ήθελα αυτό και για
μία στιγμή στα πράσινα μάτια του
τρεμόπαιξε θυμός. Ούτε αυτό το
ήθελα. Είπε λοιπόν: «Κοίτα...
αγγίζεις κάποιον απαλά, ευγενικά,
ίσως το κάνεις και με λίγη αγάπη.
Και λοιπόν, ας πούμε, κάποια
πληροφορία πάει στον εγκέφαλο κι
εκεί κάτι το ερμηνεύει σαν
ευχαρίστηση. Ίσως κάτι εκεί πάνω
στο κεφάλι μου ερμηνεύει τις
πληροφορίες πολύ λάθος...»
Κούνησα το κεφάλι μου. «Είσαι
Τραγουδιστής. Εντάξει, οι
Τραγουδιστές είπαμε είναι
εκκεντρικοί, αλλά...»
Τώρα κουνούσε το κεφάλι του. Μετά ο θυμός του ξέσπασε. Και είδα να φεύγει η έκφραση από τα χαρακτηριστικά του εκείνα, που από μέσα τους είχαν εκπεμφθεί τα σήματα του πόνου, και να χάνεται χωρίς πια να γίνει λαλιά. Μία φορά ακόμα κοίταξε μόνο τις πληγές που αυλάκωναν το αδύνατο κορμί του.
«Κουμπώσου, φίλε.
Λυπάμαι που μίλησα».
Πριν τελειώσει το κούμπωμα, τα
χέρια του σταμάτησαν στα πέτα.
«Πραγματικά νομίζεις ότι θα σε
κατάδινα;..
«Κουμπώσου».
Το 'κάνε. και μετά είπε, «Ω». Και
μετά, «Ξέρεις, είναι μεσάνυχτα».
«Πριν λίγο η Έντνα μου είπε τη
Λέξη».
«Πού είναι;»
«Αχάτης».
Κούνησα το κεφάλι
για να δείξω ότι κατάλαβα. Τέλειωσε
να κλείνει το κολάρο του. «Τι
σκέφτεσαι;»
«Αγελάδες».
«Αγελάδες;» έκανε ο Χωκ. «Τι ρόλο
παίζουν οι αγελάδες;»
«Έχεις πάει ποτέ σου σε
βουστάσιο;»
Κούνησε το κεφάλι του.
«Για να βγάλεις πολύ γάλα κρατάς
τις αγελάδες σχεδόν σε κατάσταση
φυτού. Τρέφονται ενδοφλέβια από μία
μεγάλη δεξαμενή που διανέμει
θρεπτικές ουσίες σε σωλήνες, που
διακλαδώνονται σε μικρότερους
σωλήνες ώσπου να φτάσουν σ' αυτά τα
μισοπεθαμένα πλάσματα 'υψηλής
αποδόσεως'».
«Έχω δει εικόνες».
«Ανθρωποι»
«...και αγελάδες;»
«Μου είπες τη Λέξη. Και τώρα
αρχίζει να διοχετεύεται, να
διακλαδώνεται, καθώς εγώ θα την πω
σε άλλους κι αυτοί σε
περισσότερους, ώσπου τα μεσάνυχτα
αύριο...».
«Θα πάω στο...»
«Χωκ;»
Γύρισε. «Τι;»
«Λες ότι δε νομίζεις πως θα πέσω
θύμα ταχυδακτυλουργίας των
σκοτεινών δυνάμεων που ξέρουν πιο
πολλά από μας... Ο Κέυ, αυτή είναι η
γνώμη σου. Εγώ όμως, μόλις ξεφορτωθώ
το πράμα, θα κάνω την πιο φανταιζί
αναχώρηση που είδες ποτέ σου».
Δύο μικρές γραμμές χάραξαν το
κούτελο του Χωκ.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν το 'χω
ξαναδεί αυτό το νούμερο που λες;»
«Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω ότι
το έχεις». Γέλασα μ' όλα τα δόντια
μου.
«Ωχ», είπε ο Χωκ κι έκανε ένα
θόρυβο που είχε τη δομή του γέλιου
αλλά ήταν όλο αναπνοή. «Πάω να
φωνάξω το Γεράκι». Χάθηκε ανάμεσα
στα δέντρα.
Κοίταξα ψηλά στους
ρόμβους του φεγγαρόφωτου πάνω στα
φύλλα.
Κοίταξα κάτω το χαρτοφύλακά μου.
Ανάμεσα από τους
βράχους, αποφεύγοντας τα μακριά
χόρτα, ερχόταν το Γεράκι. Φορούσε
γκρίζο βραδινό κοστούμι, γκρίζο
μεταξωτό ζιβάγκο. Πάνω από τη
ζαρωμένη φάτσα του το κεφάλι του
ήταν ολότελα ξυρισμένο.
«Κ. Καντγουώλιτερ - Έρικσον;»
μου πρότεινε το χέρι του. Το πήρα.
Μικρά κοφτερά κόκαλα σε χαλαρό
δέρμα.
«Πως να σας λεω; Κύριο...;»
«Αρτυ. Ο Αρτυ το Γεράκι».
Προσπαθούσα να μη πολυφαίνομαι ότι
μελετούσα με λεπτομέρεια το γκρίζο
ντύσιμό του.
Χαμογέλασε. «Ο Αρτυ το Γεράκι.
Μάλιστα. Διάλεξα αυτό το όνομα όταν
ήμουν νεότερος από το φιλαράκο μας
κάτω. Ο Αλεξ λεει ότι έχετε... Ας
πούμε... κάτι πράγματα που δεν είναι
ακριβώς δικά σας. Που δε σας
ανήκουν».
Έκανα «Ναι» με το κεφάλι.
«Δείχτε μου».
«Σας είπαν τι...»
Απλωσε το χέρι του
χαμογελώντας αξιολάτρευτα, σαν
ταμίας τράπεζας. Ανοιξα το
φερμουάρ. Το καπάκι έκανε τσκ κι
άνοιξε. «Πέστε μου», είπα
κοιτώντας την κορφή του κεφαλιού
του που ήταν ακόμα σκυμμένο για να
δει τι είχα, «τι μπορεί κανένας να
κάνει για τις Ειδικές Υπηρεσίες;
Δείχνουν να ενδιαφέρονται για
μένα».
Το κεφάλι σηκώθηκε. Η έκπληξη
μεταβλήθηκε λίγο λίγο σ' ένα
κακάσχημο ειρωνικό γέλιο. «μα κ.
Καντγουώλιτερ - Έρικσον!»
Ανεβοκατέβασε το βλέμμα του πάνω
μου χωρίς να κρύβεται. «Να κρατάτε
το εισόδημα σας σταθερό. Βέβαια, να
το κρατάτε σταθερό. Αυτός είναι
ένας τρόπος».
«Αν τα αγοράσετε αυτά έστω κι όχι
πάρα πολύ κάτω από την πραγματική
τους αξία, αυτό θα είναι λιγάκι
δύσκολο».
«Το φαντάζομαι. Φυσικά θα μπορούσα
να σας δώσω λιγότερα λεφτά...»
Το καπάκι ξανάκανε τσκ.
«...ή, αν αυτό δε γίνεται, να βάλετε
το μυαλό σας κάτω και να τους
ξεγελάσετε».
«Αυτό θα πρέπει κάποτε να το κάνατε
εσείς. Μπορεί τώρα να διατηρείτε
σταθερό εισόδημα αλλά από κάπου
ξεκινήσατε για να φθάσετε εκεί».
Το κούνημα του
κεφαλιού του Αρτυ του Γερακιού ήταν
όλο μοχθηρή ικανοποίηση. «Απ' ότι
κατάλαβα, πρέπει να έκανες
προθέρμανση με τη Μώντ. Επιβάλλεται
να σε συγχαρώ. Kαi να σε συλλυπηθώ.
Πάντα μου αρέσει να κάνω αυτό που
πρέπει».
«Φαίνεται ότι ξέρετε πως να
φυλάγεστε. Θέλω να πω, προσέχω ας
πούμε ότι δεν κυκλοφορείτε πολύ με
τους άλλους καλεσμένους».
«Γίνονται δύο πάρτι εδώ απόψε»,
είπε ο Αρτυ. «Πού νομίζεις ότι
εξαφανίζεται ο Αλεξ κάθε πέντε
λεπτά;»
Συννέφιασα. «Αυτός ο κρυφός
φωτισμός κάτω στα βράχια...» μου
έδειξε κάτω από τα πόδια μου «είναι
ο εναλλασσόμενος κρυφός φωτισμός
του ταβανιού μας. Ο Αλεξ», γέλασε με
κακία, «τρυπώνει κάτω από τα βράχια
σαν τον αρουραίο κι έρχεται στο
ανατολίτικης μεγαλοπρέπειας
περίπτερο -».
«-και χωριστό πίνακα καλεσμένων
στην πόρτα;»
«Η Ρεγγίνα είναι και στα δύο. Εγώ
είμαι και στα δύο. Το ίδιο και το
παιδί, η Έντνα, ο Λιούις και η Αν...»
«Υποτίθεται ότι εγώ τα ξέρω όλα
αυτά;»
«Δεν ήρθες με πρόσωπο που είναι και
στους δύο καταλόγους;»
«Φαντάστηκα...» Έπαψε.
'Ήμουνα εκτός
φόρμας. Ας είναι. Ένας καλλιτέχνης
των μεταμορφώσεων μαθαίνει σχετικά
γρήγορα ότι ο παράγοντας της
αληθοφάνειας στο να μιμηθείς
κάποιον ψηλότερα από σένα είναι η
πίστη σου στο αναφαίρετο δικαίωμά
σου να κάνης και γκάφες. «Θα σάς
πω», του είπα. «Τι θα λέγατε για μία
ανταλλαγή. Αυτά», του πρότεινα το
χαρτοφύλακα, «για μερικές
πληροφορίες».
«Θέλεις να μάθεις πως να μείνεις
έξω από τις δαγκάνες της Μώντ;» Σ'
ένα λεπτό κούνησε το κεφάλι του.
«Θα ήταν πολύ ηλίθιο εκ μέρους μου
να σου πω, ακόμη κι αν ήξερα. Και στο
κάτω κάτω έχεις την οικογενειακή
σου περιουσία για να επιβιώσεις».
Χτύπησε το στήθος του με τον
αντίχειρα του. «Πίστεψέ με, αγόρι. Ο
Αρτυ το Γεράκι δεν το είχε αυτό. Οχι,
εγώ δεν είχα τέτοια πράγματα». Τα
χέρια του χάθηκαν στις τσέπες του.
«Για να δούμε τι διαθέτεις».
Ξανάνοιξα το χαρτοφύλακα.
Το Γεράκι
παρατήρησε κάμποση ώρα. Μετά από
μερικά λεπτά κάνα δύο στα χέρια του,
τα κοίταξε προσεκτικά, τα ξανάβαλε
στη θέση τους, ξανάχωσε τα χέρια του
στις τσέπες. «Θα σου δώσω εξήντα
χιλιάδες γι' αυτά, εγκεκριμένα
πιστωτικά δελτία».
«Για τις πληροφορίες που θέλω δε
γίνεται τίποτε;»
«Σε σένα δε λεω τίποτα».
Χαμογέλασε. «Ούτε τι ώρα είναι δε
σου λέω!»
Υπάρχουν πολύ λίγοι πετυχημένο κλέφτες σ' αυτόν τον κόσμο. Ακόμα λιγότεροι στους άλλους πέντε. Η βούληση να κλέψεις είναι μία παρόρμηση προς το παράλογο και το κακόγουστο. (τα ταλέντα είναι ποιητικά, θεατρικά, μία κάποια αντιμαγεία...) Είναι όμως βούληση, όπως η βούληση να διατάξεις, να τακτοποιείς, ν' αγαπάς.
«Εντάξει», είπα.
Κάπου ψηλά άκουσα ένα αόριστο βουητό.
Ο Αρτυ με κοίταξε
με συναδελφική αγάπη. Έψαξε κάτω
από το πέτο του σακακιού του κι
έβγαλε μία χούφτα πιστωτικά δελτία
- αυτά με την κόκκινη ταινία που
πάνε δέκα χιλιάδες το κομμάτι.
Έβγαλε ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα.
«Έχεις τον τρόπο ν' ακουμπήσεις
τόσα λεφτά με σιγουριά;...»
«Για ποιο λόγο να με κυνηγάει η
Μώντ. Τι γνώμη έχετε;» Πέντε. Έξι.
«Ωραία», είπα.
«Δε βάζεις και το χαρτοφύλακα
μέσα;» είπε ο Αρτυ.
«Ζητήστε καμιά χαρτοσακούλα από
τον Αλεξ. Αν θέλετε, μπορώ να σας τα
στείλω...»
«Φέρ' τα δω».
Το βουητό πλησίαζε.
Του κράτησα ψηλά τον ανοιχτό χαρτοφύλακα. Ο Αρτυ βούτηξε και με τα δύο χέρια. Τα 'χωσε στις τσέπες του σακακιού του, του παντελονιού του. Το γκρίζο ύφασμα τσίτωσε πάνω σε γωνιώδη πρηξίματα. Κοίταξε δεξιά, αριστερά. «Ευχαριστώ», είπε. «Ευχαριστώ», μου γύρισε την πλάτη και κατέβηκε βιαστικά τον κατήφορο με κάθε λογής πράγματα στις τσέπες του τώρα που δεν ήταν δικά του.
Κοίταξα πάνω, να εντοπίσω το θόρυβο μέσα από τα φύλλα. Δεν είδα τίποτα.
Έσκυψα κάτω κι άνοιξα το χαρτοφύλακά μου. Τράβηξα τον ψεύτικο πάτο, εκεί που φυλάω τα πράγματα, που ανήκουν σε μένα κι έψαξα μέσα βιαστικά.
Ο Αλεξ την ώρα
εκείνη πρόσφερε στον τύπο με τα
πρησμένα μάτια κι άλλο ουίσκι ενώ ο
τζέντλεμαν έλεγε, «μήπως είδε
κανένας την κ. Σάιλεμ; τι είναι αυτό
το βουητό πάνω από τα κεφάλια
μας...» όταν μία ψηλή γυναίκα
τυλιγμένη σ' ένα πέπλο από
«εξαφανιζόμενο ύφασμα» τρίκλισε
ανάμεσα στους βράχους, τσιρίζοντας.
Τα χέρια της σκάβανε τα σκεπασμένα
μάγουλά της.
Ο Αλεξ πιτσίλισε σόδα πάνω στο
μανίκι του κι ο άλλος κύριος είπε
«Ω, Θεέ μου, ποια είναι αυτή;»
«'Όχι!» στρίγκλισε η γυναίκα. «Ω,
όχι! Βοήθησε με», στριφογυρνώντας
τα ζαρωμένα δάχτυλά της,
βαρυφορτωμένα με δαχτυλίδια.
«Δεν την
αναγνωρίζετε;» Ήταν ο Χωκ, που
ψιθύριζε εμπιστευτικά σε κάποιον
άλλο. «Είναι η Χενριέτα, Κόμισα του
Έφινγκαμ». Κι ο Αλεξ, που
κρυφάκουσε, τσακίστηκε να τρέξει να
τη βοηθήσει. Η Κόμισα, όμως, τρύπωσε
ανάμεσα σε δύο κάκτους κι
εξαφανίστηκε μέσα στα ψηλά χόρτα.
Ξωπίσω της ξεκίνησε όλη η κομπανία.
Χτυπούσανε τους θάμνους ψάχνοντας
όταν ένας κύριος με απαρχές
φαλάκρας, παπιγιόν και ινδικό
ζουνάρι ξερόβηξε κι είπε, με πολύ
ανήσυχη φωνή.. «Με συγχωρείτε, ο κ.
Σπίνελ;»
Ο Αλεξ γύρισε σαν να τον τσίμπησε
μύγα.
«Κ. Σπίνελ, η μητέρα μου...»
«Ποιός είσθε εσείς;» Ο Αλεξ είχε
ενοχληθεί φοβερά από τη διακοπή.
Ο κύριος κορδώθηκε και ανάγγειλε: «Ο Εντιμότατος Κλέμεντ Έφινγκαμ» και τα μπατζάκια του ταραχτήκανε σαν να είχε ξεκινήσει, όπως έδειχνε τουλάχιστον, να χτυπήσει τις φτέρνες του στρατιωτικά. Τον άφησε όμως η ψυχραιμία του κι η έκφραση έλιωσε στο πρόσωπό του. «Ω, η μαμά μου, κ. Σπίνελ... εγώ... είμαστε στο κάτω πάρτι σας και την έπιασε αυτή η κρίση. Ανέβηκε εδώ τρέχοντας... αχ, της είπα να μην το κάνει, ήξερα ότι θα στενοχωρηθείτε. Αλλά πρέπει να με βοηθήσετε» και καθώς μιλούσε κοίταξε ψηλά.
Κοίταξαν κι όλοι οι άλλοι. Το ελικόπτερο σκοτείνιαζε το φεγγάρι καθώς έχανε ύψος και ζυγιζόταν κάτω από τις δίδυμες ομπρέλες του.
«Ω, σας παρακαλώ», είπε ο τζέντλεμαν. «Κοιτάξτε εκεί πέρα. Ίσως ξαναπήγε κάτω. Εγώ πρέπει» - κοιτώντας βιαστικά και από τις δύο μεριές - «να την βρω». Έφυγε σαν σφαίρα προς τη μία κατεύθυνση ενώ όλοι οι άλλοι παίρνανε την άλλη.
Το βουητό διακόπηκε ξαφνικά από έναν ξερό χτύπο. Κι έγινε δυνατό μουγκρητό, ενώ από τη διάφανη στέγη κατέβηκε μία μπόρα από πλαστικούς σοβάδες πάνω στα δέντρα και στα βράχια...
Τα κατάφερα να φτάσω ως το ασανσέρ κι είχα κιόλας αρχίσει ν' ανοίγω το χαρτοφύλακά μου όταν ο Χωκ έριξε βουτιά ανάμεσα στα φύλλα της πόρτας. Το ηλεκτρικό μάτι άρχισε να τ' ανοίγει. Τράβηξα μία γροθιά στο κουμπί ΠΟΡΤΑ ΚΛΕΙΣΤΗ.
Το αγόρι κόντεψε να πέσει, βρόντηξε τους ώμους του σε δύο τοίχους, τελικά βρήκε την ανάσα και την ισορροπία του. «Ρε συ, βγαίνουν αστυνομικοί απ' αυτό το ελικόπτερο!»
«Σίγουρα διαλεγμένοι ένας - ένας από την ίδια τη Μώντ Χίνκλ». Τράβηξα άλλη μία τούφα άσπρα μαλλιά από τον κρόταφό μου. Τα έβαλα μέσα στο βαλιτσάκι πάνω από τα γάντια και πλαστιδέρμ (ζαρωμένες χοντρές μπλε φλέβες, μακριά πορτοκαλιά νύχια) που είχαν υποδυθεί τα χέρια της Χενριέτας και τώρα αναπαύονταν στις πτυχές του ινδικού φουστανιού της από σιφόν.
Νιώσαμε την πίεση στις πατούσες από το σταμάτημα. Ο Εντιμότατος Κλέμεντ ήταν ακόμα ο μισός πάνω στη φάτσα μου όταν άνοιξε η πόρτα.
Γκρίζος μέχρι τα μάγουλα, με μία αφάνταστα κλαψιάρικη έκφραση στο μούτρο του, χίμηξε ο Χωκ ανάμεσα στις πόρτες. Πίσω του καλεσμένοι χορεύανε σ' ένα πολυτελέστατο περίπτερο παραφορτωμένο με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια (κι εναλλασσόμενο κρυφό φωτισμό απλωμένο στο ταβάνι). Ο Αρτυ χτύπησε το ΠΟΡΤΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ακόμα πιο γρήγορα από μένα. Μετά με κάρφωσε με ένα μυστήριο βλέμμα.
Εγώ αναστέναξα και τέλειωσα να ξεκολλάω τον Κλέμ.
«Η Αστυνομία είναι εκεί πάνω!» μ' ενημέρωσε και το Γεράκι. «Αρτυ», του είπα δένοντας τη ζώνη μου, «όπως δείχνουν όλα, το έπιασες το θέμα». Το ασανσέρ πήρε κι άλλη φόρα. «Φαίνεσαι το ίδιο συγχυσμένος με τον Αλεξ, που λεει ο λόγος». Έβγαλα γρήγορα το σακάκι του σμόκιν γυρίζοντας τα μανίκια, ελευθέρωσα έναν καρπό και ξεκόλλησα με μία κίνηση την άσπρη κολλαριστή τραχηλιά με το μαύρο παπιγιόν και τα παράχωσα στο βαλιτσάκι μαζί μ' όλες τις άλλες τραχηλιές μου. Γύρισα το σακάκι το μέσα έξω και βρέθηκα να φοράω το συντηρητικό γκρι ψαροκόκαλο του Χάουαρντ Κάλβιν Έβινγκστον. Ο Χάουαρντ (όπως κι ο Χάνιτ) είναι κοκκινομάλλης (αλλά λιγότερο κατσαρός).
Το Γεράκι σήκωσε
τα γυμνά φρύδια του όταν ξεκόλλησα
την καράφλα του Κλέμεντ και τίναξα
τα μαλλιά μου.
«Πρόσεξα ότι δεν κουβαλάς πια όλα
αυτά τα ογκώδη πράγματα στην τσέπη
σου».
«Α, εκείνα τα ταχτοποίησα», είπε
κατσούφικα. «Είναι εντάξει».
«Αρτυ», είπα, ρυθμίζοντας τη φωνή
μου στο χαμηλό, καλλιεργημένο,
καταπραϋντικό βαρυτονάλε του
Χάουαρντ, «πρέπει να ήμουνα πολύ
αμετανόητα φαντασμένος για να
πιστέψω ότι όλη αυτή η Αστυνομία
κουβαλήθηκε εδώ αποκλειστικά προς
τιμήν μου...»
Το Γεράκι κυριολεκτικά ούρλιαξε.
«Δε θα τους κακοφαινόταν και τόσο
αν μαγκώνανε και μένα μαζί».
Από τη γωνιά του ο Χωκ ρώτησε με
επιτακτικό τόνο: «Αρτυ, έχεις εδώ
την προσωπική σου ασφάλεια, δεν
είναι έτσι;»
«Και λοιπόν;»
«Υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις από
δω», μου σφύριξε ο Χωκ. Το σακάκι
του είχε μισανοίξει μπροστά στο
σκαμμένο στήθος του. «Να σε πάρει ο
Αρτυ μαζί του».
«Λαμπρή ιδέα», συμφώνησα. «Θες να
σου επιστρέψω κάνα δύο χιλιάρικα
για την εξυπηρέτηση;»
Η κουβέντα μου δεν
τον διασκέδασε. «Δε θέλω τίποτα από
σένα». Γύρισε στον Χωκ. «Από σένα
χρειάζομαι κάτι, αγοράκι. 'Όχι απ'
αυτόν. Κοίτα, δεν ήμουνα
προετοιμασμένος για τη Μώντ. Αν θες
να σου γλιτώσω το φίλο σου, πρέπει
να κάνεις κάτι για μένα».
Το αγόρι φάνηκε μπερδεμένο.
Μου φάνηκε ότι είδα στριμμένη χαρά στη φάτσα του Αρτυ, αλλά σε δευτερόλεπτα η ανήσυχη έκφραση ξαναγύρισε. «Πρέπει να βρεις ένα τρόπο να γεμίσεις το χώλ με ανθρώπους, και γρήγορα».
Ήθελα να ρωτήσω γιατί αλλά δεν ήξερα τότε τα φόντα της «ασφάλειας» του Αρτυ. Ήθελα να ρωτήσω πως αλλά το πάτωμα έσπρωξε τα πόδια μου προς τα πάνω κι οι πόρτες άνοιξαν με ορμή. «Αν δεν μπορείς να το κάνεις», γρύλισε το Γεράκι στον Χωκ, «κανένας μας δεν θα γλιτώσει από δω μέσα. Κανένας!»
Δεν είχα ιδέα τι σκόπευε να κάνει το παιδί, αλλά όταν πήγα να πάω ξοπίσω του μέσα στο χώλ, το Γεράκι μου άρπαξε το μπράτσο και σφύριξε, «Μείνε, εδώ, ηλίθιε!»
Έκανα πίσω. Ο Αρτυ
είχε συνέχεια πατημένο το κουμπί
ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ.
Ο Χωκ έτρεξε σαν σφαίρα προς την
πισίνα. Κι έριξε βουτιά. Έφτασε τα
ψηλά τρίποδα με τη φωτιά στην
κορυφή κι άρχισε να σκαρφαλώνει.
«Θα πάθει ζημιά!» ψιθύρισε το
Γεράκι.
«Σώπα», είπα, αλλά δεν νομίζω ότι η
ειρωνεία μου τον άγγιξε. Κάτω από
τον πελώριο δίσκο με τη φωτιά, ο Χωκ
μαστόρευε.
Τότε κάτι από κάτω 'κεί ξεκόλλησε. Κάτι άλλο έκανε Κλάνγκ! και κάτι άλλο ξεπήδησε σαν σιντριβάνι και διέσχισε το νερό. H φωτιά το ακολούθησε ασυγκράτητη κι ενώθηκε με την πισίνα, καπνίζοντας και μουγκρίζοντας σαν την κόλαση.
Ένα μαύρο βέλος με χρυσό κεφάλι: ο Χωκ έκανε κατάδυση. Δάγκωσα το μάγουλό μου από τη μέσα μεριά καθώς σήμανε o συναγερμός. Τέσσερις νοματαίοι με στολή έρχονταν τρέχοντας πάνω στο μπλε χαλί. Από την άλλη μεριά πλησίαζε μία άλλη ομάδα κι όπως είδαν τις φλόγες σταμάτησαν. Μία γυναίκα στρίγκλισε. Αφησα λίγο - λίγο την ανάσα μου και προσπαθούσα να παρηγορηθώ με τη σκέψη ότι το χαλί, οι τοίχοι και το ταβάνι θα ήταν πυρίμαχα. Η σκέψη όμως φαινόταν πολύ χλωμή καθώς μπροστά μου έβλεπα είκοσι τόσα μέτρα κόλαση.
Ο Χωκ βγήκε στην επιφάνεια στην άκρη της πισίνας, στο μόνο σημείο που δεν είχε φωτιά κι έκανε τούμπα πάνω στο χαλί, κρατώντας σφιχτά το πρόσωπό του. Κι άλλη τούμπα. Κι άλλη. Μετά, στάθηκε στα πόδια του.
Ένα άλλο ασανσέρ ξέρασε μία φουρνιά επιβάτες που έμειναν με το στόμα ανοιχτό βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Μέσα από τις πόρτες μπήκε τώρα ένα συνεργείο με πυροσβεστικά μέσα. Ο συναγερμός χαλούσε ακόμα τον κόσμο.
Ο Χωκ γύρισε και κοίταξε τους δεκαπέντε είκοσι ανθρώπους στο χώλ. Γύρω από τα μουσκεμένα, γυαλιστερά μπατζάκια του είχε σχηματιστεί μία λιμνούλα πάνω στο χαλί. Η φλόγα έκανε τις σταγόνες πάνω στα μάγουλα και τα μαλλιά του αστραφτερό χαλκό και αίμα.
Χτύπησε τις γροθιές του πάνω στα βρεμένα γόνατά του, πήρε βαθιά ανάσα και, μέσα στο μουγκρητό της φλόγας και τα κουδούνια και τις φωνές. Τραγούδησε.
Δύο άτομα ξαναμπήκαν αστραπή μέσα σε δύο ασανσέρ. Από μία πόρτα ξεπρόβαλαν ακόμα μερικοί. Τα ασανσέρ ξαναγύρισαν σε μισό λεπτό με έξη εφτά άτομα το καθένα. Κατάλαβα ότι μέσα στο κτίριο κυκλοφορούσε το μήνυμα: ένας Τραγουδιστής Τραγουδάει κάτω στο χώλ.
Το Χώλ γέμισε. Οι φλόγες έτριζαν απειλητικά, οι πυροσβέστες πηγαινοέρχονταν γύρω - γύρω αμήχανοι κι ο Χωκ, με τα πόδια ανοιχτά πάνω στο Μπλε χαλί, δίπλα στην πισίνα που φλεγόταν, Τραγουδούσε, και Τραγουδούσε για ένα μπαρ κοντά στο Τάιμς Σκουέαρ γεμάτο κλέφτες, μορφαδινόφατσες, νταήδες, μεθύστακες, γυναίκες πολύ μεγάλες πια για να βρούνε αγοραστές για όσα έβγαζαν στο σφυρί, πιάτσα πολύ κακιά και πολύ άπλυτη όπου, νωρίτερα απόψε είχανε πέσει μπουνιές και αστράψει μαχαίρια κι ένας ανθρωπάκος είχε ίσως χάσει τη ζωή του μέσα στον καυγά.
Ο Αρτυ μου τράβηξε
το μανίκι. «Τι...;»
«Πάμε», σφύριξε.
Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε πίσω
μας.
Περπατήσαμε αργά μέσα από τους αφοσιωμένους ακροατές, σταματώντας κάθε τόσο για ν' ακούσουμε, σταματώντας για να δούμε. Δεν μπορούσα να δώσω στον Χωκ την προσοχή που άξιζε. Την περισσότερη ώρα καθώς προχωρούσαμε την έφαγα προσπαθώντάς να φανταστώ τι είδους ασφάλεια είχε ο Αρτυ.
Καθώς στεκόμαστε πίσω από ένα ζευγάρι με μαγιό που μισόκλειναν τα μάτια τους από την κάψα, κατάληξα στο συμπέρασμα ότι ήταν πολύ απλό. Ο Αρτυ το μόνο που ήθελε ήταν ένα πλήθος για να ανακατευτεί μέσα και να φύγει, βρήκε λοιπόν πρόχειρο τον Χωκ και τον έβαλε να του κατασκευάσει πλήθος.
Για να φτάσουμε στην πόρτα έπρεπε να περάσουμε μία κανονική σειρά από αστυφύλακες της Τακτικής Υπηρεσίας, που κατά τη γνώμη μου δεν είχαν καμιά σχέση με οτιδήποτε μπορεί να διαδραματιζόταν στην ταράτσα. Απλώς είχαν μαζευτεί για να δούνε τη φωτιά κι έμειναν για το Τραγούδι. Όταν ο Αρτυ χτύπησε ελαφρά στον ώμο έναν, «με συγχωρείτε παρακαλώ», για να περάσει, ο αστυνομικός τον κοίταξε, πήρε τα μάτια του και σε δύο δευτερόλεπτα ξανακοίταξε, όπως γίνεται στις κωμωδίες του Μάκ Σένετ με το καθυστερημένο «χαμπάρι». Ένας άλλος αστυφύλακας, όμως, που «έπιασε» την όλη σκηνή, τον άγγιξε στο μπράτσο και του 'κανε παθιασμένα νοήματα με το κεφάλι. Οπότε κι οι δύο τους γύρισαν με πολύ επιτηδευμένο τρόπο για να παρακολουθήσουν τον Τραγουδιστή. Καθώς ο σεισμός μέσα στο στήθος μου κόπαζε, έφτασα στο συμπέρασμα ότι ο ασφαλιστικός μηχανισμός των πρακτόρων και των αντί-πρακτόρων του Γερακιού, που την ώρα εκείνη έκανε τις μανούβρες και τις μηχανορραφίες του μέσα στο χώλ που καιγόταν, έπρεπε να είναι τόσο πολύπλοκος και διαβολικός ώστε το να προσπαθήσεις να τον καταλάβεις θα ήταν σαν να καταδίκαζες τον εαυτό σου σε τελειωτική και ολοκληρωτική παράνοια.
Ο Αρτυ άνοιξε την τελευταία πόρτα.
Βγήκα από το αιρ κοντίσιον στον αέρα της νύχτας. Κατεβήκαμε βιαστικά την κατηφόρα.
«Ε, Αρτυ...;»
«Εσύ θα πας από κει». μου 'δειξε
κάτω στο δρόμο. «Εγώ πάω από δω».
«Ε... και τι είναι από δω;» έδειξα
προς τη δική μου την κατεύθυνση .
«Ο σταθμός του υπό-υπόγειου. Δώδεκα
Πύργοι. Ακου, δε σ' έβγαλα από δω;
Πίστεψέ με, προς το παρόν είσαι
ασφαλής. Πήγαινε λοιπόν να πάρεις
το τραινάκι να πας κάπου που να 'χει
ενδιαφέρον. Αντε μπράβο. Αντίο». Κι
ο Αρτυ το Γεράκι έβαλε τα χέρια στις
τσέπες και χάθηκε στο βάθος του
δρόμου.
Συνέχισα την κατηφόρα, τοίχο - τοίχο, περιμένοντας να με κανονίσει κάποιος με φυσοκάλαμο από περαστικό αμάξι, με αχτίνα θανάτου από τους θάμνους.
Έφτασα στο τραίνο.
Κι ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα.
Ο Αχάτης έδωσε τη θέση του στο Μαλαχίτη. Τουρμαλίνης.
Βηρύλλιο (αυτόν το μήνα έγινα είκοσι έξι).
Πορφυρόλιθος.
Ζαφείρι (αυτόν το μήνα πήρα τα δέκα χιλιάρικα, που δεν είχα σπαταλήσει από δω κι από κει και τα έκανα επένδυση στον Παγετώνα, μία ολότελα νόμιμη επιχείρηση στον Τρίτωνα - που με το πρώτο άρπαξε κι άρχισε ν' αφήνει γερά λεφτά -το πρώτο και μόνο παγωτατζίδικο στον Τρίτωνα, βλέπετε: Όλοι όσοι έβαλαν λεφτά πήραν οχτακόσια τοις εκατό τόκο, χωρίς αστεία. Δύο βδομάδες αργότερα είχα χάσει τα μισά απ' αυτά τα κέρδη σε μία ακόμα σειρά από ηλίθιες παρανομίες και το ηθικό μου έπεσε στο ναδίρ, ο Παγετώνας όμως εξακολούθησε να τραβάει κόσμο.
Βγήκε η νέα Λέξη:
Κιννάβαρι
Τουρκουάζ
Μάτι του Τίγρη
Ο Έκτορ Καλχούν Αιζενχάουερ (ορθογραφία: Έηζενχαουερ) άραξε τελικά υποχρεωτικά και πέρασε τους τρεις αυτούς μήνες μαθαίνοντας πως να είναι ένα ευυπόληπτο μέλος της πάνω μεσαίας τάξης του υπόκοσμου. Αυτή όμως είναι μεγάλη ιστορία από μονάχη της. Υψηλή χρηματοδότηση. Εταιρικός νόμος. Πως να προσλαμβάνεις «βοηθούς». Ουφ! οι πολυπλοκότητες όμως της ζωής πάντα με γοητεύανε. Τα πέρασα όλα. Ο βασικός κανόνας δεν αλλάζει: προσεχτική παρατήρηση, αποτελεσματική απομίμηση.
Γρανάτης. Τοπάζι (αυτή τη λέξη την ψιθύρισα στη στέγη του Διαπλανητικού Σταθμού Ανεφοδιασμού κι έγινε αφορμή να κάνουν τα τσιράκια μου δύο φόνους. Και ξέρετε; δεν αισθάνθηκα τίποτα).
Τααφίτης.
Κοντεύαμε το τέλος του Τααφίτη. Είχα γυρίσει πίσω στον Τρίτωνα καθαρά για δουλειά του μαγαζιού. Ήταν ένα λαμπρό, ευχάριστο πρωινό. Η επιχείρηση πήγαινε περίφημα. Αποφάσισα να τεμπελιάσω το απόγευμα και να πάω να επισκεφτώ τους καταρράκτες.
«...διακόσια μέτρα ψηλοί», έλεγε ο οδηγός κι όλοι γύρω μου ακουμπούσαν στο κιγκλίδωμα και κοιτούσαν πάνω μέσα από τον πλαστικό διάδρομο τους ογκολίθους από παγωμένο μεθάνιο που υψώνονταν θεόρατοι μέσα στο ψυχρό πράσινο φως του Ποσειδώνα.
«Μόλις λίγα μέτρα κάτω στο μονοπάτι, κυρίες και κύριοι, μπορείτε να πάρετε την πρώτη σας ιδέα για το «Πηγάδι Αυτού του Κόσμου», όπου, πάνω από ένα εκατομμύριο χρόνια πριν, μία μυστηριώδης δύναμη που η επιστήμη δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει προκάλεσε τη ρευστοποίηση είκοσιτεσσάρων κυβικών μιλίων παγωμένου μεθανίου για λίγες μόνο ώρες και σ' αυτό το χρονικό διάστημα μία περιδίνηση νερού διπλάσια σε βάθος από το Γκράντ Κάνυον ξαναβρέθηκε απότομα εκτεθειμένη σε θερμοκρασίες που μας την αποθανάτισαν για τους αιώνες όταν το θερμόμετρο έπεσε και πάλι σε...»
Ο κόσμος κατέβαινε
κάτω στο διάδρομο όταν την είδα.
Χαμογελούσε. Σήμερα το μαλλί μου
ήταν μαύρο και σγουρό και το δέρμα
μου σοκολατί.
Φαίνεται ότι ένιωθε υπερβολική
αυτοπεποίθηση, γιατί εξακολούθησα
να στέκομαι δίπλα της. Μέχρι και που
σκεφτόμουν να της κάνω πλάκα. και
ξαφνικά μου την έσπασε τελείως με
το να γυρίσει και να μου πει, με
απάθεια παίχτη του πόκερ, «Αχου
καλέ, ο Χάμλετ Κάλιμπαν
Ενομπάρμους!»
Παλιά αντανακλαστικά ταχτοποίησαν
αμέσως τα χαρακτηριστικά μου για να
συνδυαστεί το ύφος της έκπληξης με
το χαμόγελο της συγκατάβασης. με
συγχωρείτε αλλά νομίζω ότι με
περνάτε... Όχι, δεν το είπα.
«Μώντ», είπα, «ξαναγύρισες για να
μου πεις ότι ήρθε η ώρα μου;»
Φορούσε διάφορες
αποχρώσεις Μπλε με μία μεγάλη Μπλε
καρφίτσα στον ώμο της, προφανώς
γυαλί. Μολαταύτα συνειδητοποίησα
ότι ανάμεσα στους άλλους τουρίστες
αύτή περνούσε πιο απαρατήρητη από
μένα. «Όχι», είπε. «απλώς, κάνω
διακοπές. Όπως και συ».
«Πάψε». Είχαμε μείνει πίσω από
το πλήθος.
«Δεν αστειεύεσαι;»
«Οι Ειδικές Υπηρεσίες της Γης δεν
έχουν επίσημη δικαιοδοσία πάνω
στον Τρίτωνα, έστω κι αν μερικές
φορές συνεργαζόμαστε με τους εδώ.
Κι αφού εδώ ήρθες με λεφτά και τα
περισσότερα από τα γνωστά
εισοδήματα σου, έστω κι αν
αυξήθηκαν, είναι νόμιμα, μέσω του
Παγετώνα, οι Ειδικές Υπηρεσίες του
Τρίτωνα δε σε θέλουν ακόμη. Η
Τακτική Αστυνομία ίσως».
Χαμογέλασε. «Δεν έχω πάει στον
Παγετώνα. Θα ήταν πραγματικά
νόστιμο να μπορούσα να πω ότι με
κέρασε ένας από τους ιδιοκτήτες. Τι
λες, μπορούμε να πάμε για καμιά
σόδα;»
Οι στροβιλιστές πάντες του «Πηγαδιού Αυτού του Κόσμου» χάνονταν στα βάθη μέσα σε θαμπή, οπάλινη μεγαλοπρέπεια. οι τουρίστες χάζευαν κι ο οδηγός συνέχισε να λεει για δείκτες διαθλάσεως, γωνίες κλίσεως.
«Δε νομίζω ότι μ'
εμπιστεύεσαι», είπε η Μώντ. Η ματιά
μου παραδέχτηκε ότι είχε δίκιο.
«Ανακατεύτηκες ποτέ σου με
ναρκωτικά;» με ρώτησε ξαφνικά.
Κατσούφιασα. «Όχι, σοβαρά, προσπαθώ
να σου εξηγήσω κάτι, μία πληροφορία
που ίσως κάνει τη ζωή και των δύο
μας πιο εύκολη».
«Όχι σε βάθος», είπα. «Είμαι
βέβαιος ότι έχεις όλες τις
πληροφορίες στα ντοσιέ σου».
«Εγώ όμως ανακατεύτηκα αρκετά
χρόνια, και σε βάθος», είπε η Μώντ.
«Πριν μπω στις Ειδικές Υπηρεσίες,
ήμουν στη Διεύθυνση Ναρκωτικών της
Τακτικής Υπηρεσίας. Κι ο κόσμος που
είχαμε στενή επαφή εικοσιτέσσερις
ώρες το εικοσιτετράωρο ήταν
ναρκομανείς, έμποροι ναρκωτικών.
Για να τσακώσουμε τους μεγάλους,
έπρεπε να γίνουμε φίλοι με τους
μικρούς. Για να πιάσουμε τους ακόμη
μεγαλύτερους, έπρεπε να τα 'χουμε
καλά με τους μεγάλους. Ήμασταν
υποχρεωμένοι να έχουμε τις ίδιες
συνήθειες, τις ίδιες ώρες, να μιλάμε
την ίδια γλώσσα, μήνες ολόκληρους
να μένουμε στις ίδιες γειτονιές,
στο ίδιο σπίτι». Τραβήχτηκε από το
κιγκλίδωμα για να κάνει χώρο σ' έναν
πιτσιρίκο. «Χρειάστηκε να με
στείλουν δύο φορές σε κούρα
αποτοξίνωσης από τη μορφαδίνη όσο
ήμουν στη διεύθυνση ναρκωτικών. Κι
άλλοι ήταν πολύ χειρότερα από
μένα».
«Τι προσπαθείς ν' αποδείξεις;»
«Τούτο μόνον. Εσύ κι εγώ
ταξιδεύουμε στους ίδιους κύκλους,
έστω και μόνο επειδή διαλέξαμε τα
επαγγέλματα που διαλέξαμε. Θα
εκπλαγείς αν διαπιστώσεις πόσους
κοινούς γνωστούς έχουμε. Μη
σοκάρεσαι επειδή τρακαριζόμαστε
στη Βασιλική Πλατεία στη Μπελόνα
και δύο βδομάδες αργότερα
καταλήγουμε στο ίδιο ρεστωράν, στο
Λουξ στον Ιαπετό. Μ' όλο που οι
κύκλοι μέσα στους όποίους
κινούμαστε καλύπτουν κόσμους, δεν
παύουν να είναι οι ίδιοι κι ούτε
είναι και τόσο πολύ μεγάλοι».
«Αντε, πάμε». Δε νομίζω πως ο τόνος
μου έδειχνε ευτυχία. «Έλα να σε
κεράσω αυτό το παγωτό». Ξεκινήσαμε
πάλι κάτω στο μονοπάτι.
«Ξέρεις», είπε η
Μώντ, «αν τα καταφέρεις και δεν
πέσεις στα χέρια των Ειδικών
Υπηρεσιών εδώ και στη Γη, κάποια
μέρα θα έχεις ένα τεράστιο σταθερό
εισόδημα που θα αυξάνει με σταθερή
καμπύλη. Μπορεί να πάρει χρόνια,
αλλά δεν είναι κάτι που δε γίνεται.
δεν υπάρχει τώρα λόγος να είμαστε προσωπικοί
εχθροί. δεν αποκλείεται, κάποια
μέρα, να φτάσεις στο σημείο να μην
ενδιαφέρεις πια τις Ειδικές
Υπηρεσίες σαν θήραμα. Φυσικά θα
βλεπόμαστε και τότε, θα
συναντιόμαστε. Πολλές από τις
πληροφορίες μας προέρχονται από
ανθρώπους που «πέτυχαν». Ξέρεις,
είμαστε κι εμείς σε θέση να σε
βοηθήσουμε».
«Ξανάριξες τα ολογράμματα;»
Σήκωσε τους ώμους. το πρόσωπό της
ήταν τελείως σαν φάντασμα κάτω από
το χλωμό πλανήτη. Όταν φτάσαμε
στα τεχνητά φώτα της πόλης, είπε
«Συνάντησα πρόσφατα δύο φίλους
σου, τον Λιούις και την Αν».
«Τους Τραγουδιστές;»
Έκανε «Ναι».
«Δεν τους ξέρω και τόσο πολύ καλά».
«Δείχνουν να ξέρουν αρκετά για
σένα. Ίσως από τον άλλο τραγουδιστή,
τον Χωκ».
«Α», είπα πάλι. «Μήπως είπανε τι
κάνει;»
«Εδώ και δύο μήνες διάβασα ότι ήταν
σε ανάρρωση. Από τότε, τίποτε» .
«Κι εγώ δεν ξέρω περισσότερα»,
είπα.
«Η μόνη φορά, που τον είδα», είπε η
Μώντ, «ήταν όταν τον έβγαλα από κει
μέσα».
Ο Αρτυ κι εγώ είχαμε βγει από το χώλ πριν τελειώσει ο Χωκ. Την άλλη μέρα στις ειδήσεις έμαθα ότι όταν τέλειωσε το Τραγούδι του, πέταξε από πάνω του το σακάκι του, άφησε το παντελόνι του να πέσει και ξαναβάδισε μέσα στη φωτιά.
Το πυροσβεστικό συνεργείο ξύπνησε απότομα. Κόσμος άρχισε να τρέχει γύρω - γύρω και να σκούζει. Τον έσωσαν τελικά, εβδομήντα τοις εκατό από το κορμί του σκεπασμένο από εγκαύματα δεύτερου και τρίτου βαθμού. Έβαζα από τότε τα δυνατά μου για να μην το σκέφτομαι.
«Εσύ τον
έβγαλες;»
«Ναι. Ήμουνα στο ελικόπτερο που
προσγειώθηκε στη στέγη», είπε η
Μώντ. «Νόμιζα ότι θα χαιρόσουνα να
μ' έβλεπες».
«Α», είπα, «και πως έγινε και
χρειάστηκε να τον βγάλεις εσύ από
τη φωτιά;»
«Όταν ξεκινήσατε να φύγετε η
ασφάλεια του Αρτυ κατάφερε να
καθηλώσει όλα τα ασανσέρ πάνω από
τον εβδομηκοστό πρώτο όροφο κι έτσι
δεν καταφέραμε να φτάσουμε στο χώλ
παρά μόνο όταν είχατε πια
απομακρυνθεί. Και τότε προσπάθησε ο
Χωκ να...»
«Μ' άλλα λόγια, εσύ τον έσωσες».
«Οι πυροσβέστες σ' αύτή τη γειτονιά
είχαν να δουν φωτιά δώδεκα χρόνια.
Δεν είμαι καν σίγουρη αν ήξεραν να
χειριστούν τα μηχανήματα. Έβαλα τα
παιδιά μου να γεμίσουν την πισίνα
αφρό και στη συνέχεια τσαλαβούτηξα
και τον έσυρα...»
«Α», είπα. Προσπαθούσα σκληρά να το
ξεχάσω αυτούς τους έντεκα μήνες.
Σχεδόν το 'χα καταφέρει. Δεν ήμουν
εκεί όταν έγινε. Δεν ήταν δική μου
δουλειά. Η Μώντ έλεγε: «Είπαμε
μήπως του πάρουμε τίποτε που να μας
οδηγήσει σε 'σένα. Όταν όμως τον
βγάλαμε έξω, ήταν ολότελα
λιπόθυμος, μία σκέτη μάζα από
ανοιχτές, υγρές...»
«Έπρεπε να το φανταστώ ότι οι
Ειδικές Υπηρεσίες χρησιμοποιούν
και Τραγουδιστές. Όλοι οι άλλοι το
κάνουν. Η Λέξη αλλάζει σήμερα, δεν
είν' έτσι; σου είπανε ο Λιούις και η
αν ποια είναι η καινούρια;»
«Τους είδα χτες κι η καινούργια
Λέξη θέλει οχτώ ώρες για να βγει. Κι
ούτε θα μου λέγαν εμένα». Με
κοίταξε και συννέφιασε. «Σοβαρά δε
θα μου λέγανε».
«Πάμε να πιούμε καμιά
πορτοκαλάδα», είπα. «Θα
φλυαρήσουμε, θ' ακούσουμε
προσεχτικά ο ένας τον άλλο,
διατηρώντας ύφος αδιαφορίας. Θα
προσπαθήσεις να ψαρέψεις πράγματα
που θα σε διευκολύνουν για να με
πιάσεις. Εγώ θα προσέχω μη σου
ξεφύγει κάτι που θα με κάνει πιο
ικανό να σ' αποφύγω».
«Χμ», συμφώνησε με το κεφάλι.
«Γιατί ζήτησες να με συναντήσεις σ'
εκείνο το μπαρ; θέλω να ξέρω».
Μάτια από πάγο: «Σου είπα.
Απλούστατα, κινούμαστε στους
ίδιους κύκλους. Είναι πολύ πιθανό
να βρεθούμε στο ίδιο μπαρ την ίδια
νύχτα».
«Μ' άλλα λόγια, είναι από κείνα που
δεν κάνει να ξέρω, ε;» το χαμόγελό
της ήταν κατάλληλα διφορούμενο. Δε
την πίεσα.
Ήταν πολύ βαρετό απόγεμα. Δε συγκράτησα ούτε μία γραμμή από τις αρλούμπες που φλυαρήσαμε τρώγοντας παρφαί με κεράσι. Χάσαμε κι οι δύο τόσες θερμίδες στην προσπάθεια να δείξουμε ότι διασκεδάζουμε ώστε δε νομίζω ότι μπορούσε κανένας από τους δύο μας να πει η να καταλάβει κάτι με ζουμί. Το ρεζουμέ ήταν μηδέν.
Έφυγε. Έμεινα να μασουλάω αφηρημένος, φοίνικα στα κάρβουνα. Το κέφι μου ήταν χάλια.
Ο αρχισερβιτόρος του Παγετώνα με φώναξε στην κουζίνα και με ρώτησε για ένα φορτίο λαθραίο γάλα (ο Παγετώνας φτιάχνει μόνος του όλα τα παγωτά του) που είχα καταφέρει να πάρω με σκοτεινό μέσο στο τελευταίο μου ταξίδι στη Γη. (Είναι εκπληκτικό το πόσο λίγη πρόοδος έχει γίνει στη γαλακτοκομία τα τελευταία δέκα χρόνια. Τόσο εύκολα τον δούλεψα αυτόν τον ηλίθιο στο Βερμόντ ώστε μελαγχόλησα). Κάτω από τ' άσπρα φώτα και μπροστά στα μεγάλα καζάνια, καθώς προσπαθούσα να του δώσω τις οδηγίες του, έκανε κάποιο σχόλιο για τον Αυτοκράτορα του Παράνομου Παγωτού. Δε μου βοήθησε καθόλου το κέφι.
Όταν ήρθε η βραδινή πελατεία κι άρχισε η μουσική στο μηχάνημα κι άστραφταν οι κρυστάλλινοι τοίχοι και βγήκαν και τα νούμερα - καινούρια προσθήκη αυτής της βδομάδας (άσε που θέλανε να φύγουν γιατί είχε χαθεί ένα μπαούλο με θεατρικά κοστούμια, αν δεν το 'χε κλέψει κανείς - θεός φυλάξοι, ποιος να του βάλει τέτοια ιδέα - και παιδεύτηκα να τους πείσω να μείνουν) - άρχισα τις κανονικές μου βόλτες ανάμεσα στα τραπέζια κι έκανα προσωπικά τσακωτή μία πολύ βρώμικη μικρή, φανερά φτιαγμένη με πρέζα, να προσπαθεί να βουτήξει το πορτοφόλι ενός πελάτη. Την μάγκωσα από τον καρπό, την έκανα να το αφήσει και την οδήγησα στην πόρτα, αθόρυβα, ενώ μου ανοιγόκλεινε τα μάτια με τις κόρες διεσταλμένες από το φαρμάκι κι ο πελάτης δεν πήρε χαμπάρι το παραμικρό. Και στο μεταξύ οι νουμερίστες αποφασίσανε να δουλέψουν με τα κανονικά τους ρούχα, τι διάολο να κάνεις, κι όλος ο κόσμος πέρναγε φίνα κι ωραία κι εγώ ένιωθα ένα μάτσο χάλια.
Βγήκα έξω, έκατσα
στο πλατύσκαλο και μούτρωνα όταν
έπρεπε να κουνηθώ για να περάσει
κόσμος. Στην πεντηκοστή έβδομη
βλαστήμια ο πελάτης που βλαστήμησα
σταμάτησε και με κοίταξε. «Το
φαντάστηκα ότι θα σ' έβρισκα αν έψαχνα
πραγματικά», είπε με τρομερό κέφι.
Κοίταξα το χέρι που μου χτυπούσε
τον ώμο, το μάτι μου συνέχισε ως το
μαύρο ζιβάγκο και την άγαρμπη,
γυαλιστερή καράφλα πάνω από τη
χαμογελαστή μάπα. «Αρτυ», είπα,
«τι διάολο...;»
Εξακολούθησε να με χτυπά στον ώμο και να γελά με αναισθησία και τη γνωστή του άνεση. «Δεν μπορείς να φαντασθείς τι μπελάδες τράβηξα για να οικονομήσω μία φωτογραφία σου, αγοράκι. Χρειάστηκε να λαδώσω άνθρωπο μέσα στη Διεύθυνση Ειδικών Υπηρεσιών του Τρίτωνα. Αυτό το κόλπο σου με τις αστραπιαίες μεταμορφώσεις! Εκπληκτικό τέχνασμα. Απίθανο!»
Το Γεράκι κάθισε
δίπλα μου κι άφησε το χέρι του να
πέσει πάνω στο γόνατό μου. «Πολύ
φίνο μαγαζάκι έχεις εδώ. Το κάνω
κέφι. Πολύ κέφι». Μικρά κόκαλα μέσα
σε ζυμάρι με φλέβες. «Όχι βέβαια
και τόσο πολύ ώστε να σου κάνω
προσφορά γι' αυτό. 'Όχι ακόμα.
Μαθαίνεις γρήγορα, πάντως. Το βλέπω
καθαρά ότι μαθαίνεις γρήγορα. Θα
είμαι περήφανος που θα μπορώ να πω
ότι ήμουν αυτός που σου έδωσε την
πρώτη σου μεγάλη ευκαιρία». Πήρε το
χέρι του κι άρχισε να ζυμώνει το ένα
με το άλλο. «Αν σκοπεύεις να
δοκιμάσεις για μεγάλα πράγματα,
πρέπει τουλάχιστον με το ένα πόδι
να πατάς καλά στη νομιμότητα. Το
μυστικό είναι να κάνεις τον εαυτό
σου απαραίτητο στον καλό κόσμο.
Μόλις το πετύχει αυτό, ένας καλός
κομπιναδόρος έχει τα κλειδιά για
όλα τα θησαυροφυλάκια μέσα στο
σύστημα. Δε σου λεω δηλαδή και
τίποτα που δεν το ξέρεις κιόλας».
«Αρτυ», είπα, «νομίζεις ότι θα
έπρεπε εμείς oι δύο να
μοστραριζόμαστε εδώ παρέα...;»
Το Γεράκι σήκωσε το χέρι του και το
χτύπησε με τ' άλλο σαν να
προσπαθούσε να σκοτώσει κουνούπι,
περιφρονητικά. «Κανένας δεν μπορεί
να μας πάρει φωτογραφία. Έχω τους
ανθρώπους μου παντού τριγύρω. Ποτέ
δεν πάω σε δημόσιους χώρους χωρίς
την ασφάλεια μου. Ακουσα ότι
άρχισες και συ να ερευνάς το ζήτημα
της προσωπικής ασφάλειας», πράγμα
που ήταν αλήθεια. «Σωστή σκέψη.
Πολύ σωστή. Μ' αρέσει ο τρόπος που
κάνεις τις δουλειές σου».
«Ευχαριστώ, Αρτυ, ξέρεις, δεν
αισθάνομαι και τόσο περίφημα απόψε.
Βγήκα έξω να πάρω λίγο αέρα...»
Το χέρι του Αρτυ ξανάκανε σινιάλα.
«Μη στενοχωριέσαι, δε θα μείνω.
Έχεις δίκιο, δεν πρέπει να μας
βλέπουν. Να, έτυχε να περνάω από δω
και είπα να πω ένα Γεια σου. Να δω τι
κάνεις». Σηκώθηκε. «αυτό είναι
όλο». Αρχισε να κατεβαίνει τα
σκαλιά.
«Αρτυ;»
Κοίταξε πίσω.
«Κάποια μέρα σύντομα θα
ξαναγυρίσεις. Και αυτή τη φορά θα
θέλεις ν' αγοράσεις το μερίδιό μου
στον «Παγετώνα» γιατί θα σε
ενοχλεί που θα 'χω μεγαλώσει τις
δουλειές μου. Εμένα πάλι θα μου
φαίνεται ότι είμαι πια αρκετά
μεγάλες για να σε πολεμήσω και δε θα
θέλω να σου πουλήσω. Για ένα
διάστημα λοιπόν θα 'μαστε εχθροί. Θα
προσπαθήσεις να με σκοτώσεις, θα
προσπαθήσω να σε σκοτώσω».
Στο πρόσωπο του,
πρώτα το κατσούφιασμα της έκπληξης,
μετά το συγκαταβατικό χαμόγελο.
«Βλέπω ότι σου μπήκε για καλά η
ιδέα των ολογραμμικών πληροφοριών.
Πολύ καλό. Καλό. Είναι ο μόνος
τρόπος για να κερδίσεις την παρτίδα
με τη Μώντ. Να εξασφαλίζεις πρώτα
ότι οι πληροφορίες σου καλύπτουν
ολόκληρο το φάσμα της κάθε
περίπτωσης. αυτός είναι και o μόνος
τρόπος για να κάνεις κι έμένα
καλά». Χαμογέλασε, άρχισε να
γυρίζει αλλά σκέφτηκε κάτι άλλο.
«Αν μπορέσεις ν' αντέξεις αρκετό
καιρό στον πόλεμο που θα σου κάνω κι
αν εξακολουθήσεις να μεγαλώνεις
και να διατηρείς την ασφάλεια σου
σε ετοιμότητα και εξαιρετική φόρμα,
κάποια μέρα θα φτάσουμε στο σημείο
που θα συμφέρει και στους δύο μας να
συνεργαστούμε πάλι. Αν τα
καταφέρεις και δεν σπάσεις, θα
είμαστε πάλι φίλοι. Κάποια μέρα.
Περίμενε και θα δεις. Μόνο
περίμενε».
«Ευχαριστώ».
Το Γεράκι κοίταξε
το ρολόι του. «Λοιπόν. Γεια χαρά».
Νόμισα ότι επιτέλους θα 'φευγε. Αλλά
ξανασήκωσε τα μάτια. «Έμαθες την
καινούργια λέξη;»
«Έχεις δίκιο», είπα. «Κυκλοφόρησε
απόψε. Πες τη...».
Το Γεράκι περίμενε μέχρι να φύγουν όλοι όσοι κατέβαιναν τη σκάλα. Κοίταξε βιαστικά γύρω μετά έγειρε προς το μέρος μου, έκανε τα χέρια του χωνί γύρω από το στόμα του και ψιθύρισε με ξερή φωνή «Πυρίτης». Μου έκλεισε το μάτι με υπερβολική γκριμάτσα. «Την έμαθα από μία κοπελιά που την άκουσε απευθείας από την Κολέτ» (μία από τις Τρεις Τραγουδίστριες του Τρίτωνα). Μετά γύρισε, κατέβηκε χοροπηδηχτά τα σκαλιά κι έσπρωξε με τους ώμους για να τρυπώσει μέσα στο πλήθος που περνούσε.
Έμεινα εκεί καθιστός και σκεφτόμουνα με σκοτεινή διάθεση τις βλακείες αυτού του χρόνου. Στο τέλος ένιωσα την ακαταμάχητη ανάγκη να σηκωθώ και να περπατήσω. Το μόνο που μου κάνει το περπάτημα όταν με πιάνει η κατάθλιψη είναι να μου δυναμώσει το ρυθμό της παράνοιας. Όταν πια γυρνούσα από τον περίπατο είχα φτάσει στο ζενίθ της τρέλας: ένα σύστημα παραισθήσεων που έμοιαζε πιο αληθινό από την αλήθεια: το Γεράκι είχε κιόλας αρχίσει να υφαίνει κάποια πλεκτάνη για μένα, όπου οι ασφάλειές μας παίζανε σημαντικό ρόλο και στο τέλος, λέει, βρεθήκαμε όλοι στριμωγμένοι σε κάποιο αδιέξοδο σοκάκι κι εγώ, προσπαθώντας να καλέσω βοήθεια, φώναξα «Πυρίτης!» αλλά αυτό βέβαια αποδείχτηκε ότι ήταν κάθε άλλο παρά η Λέξη και το μόνο που χρησίμευε ήταν για να με επισημάνει ο τύπος με τα μαύρα γάντια και το πιστόλι / χειροβομβίδες / αέριο.
Υπήρχε μία καφετερία στη γωνία. Στο φως της βιτρίνας, μαζεμένοι γύρω από το αυτοκίνητο, που είχαν τσαλακώσει, στέκονταν μπουλούκι κάτι «κακοί κι άπλυτοι» (α λα Τρίτωνα: αλυσίδες γύρω από τη μέση, τατουάζ μέλισσα στο μάγουλο, ψηλοτάκουνες μπότες, όσοι είχανε παραδάκι για να τις πάρουνε). Καβάλα στο σπασμένο φτερό ήταν η πιτσιρίκα, η μορφαδινόφατσα, που είχα νωρίτερα πετάξει έξω από το μαγαζί.
Μου 'ρθε έμπνευση
και την πλησίασα. «Ψιτ».
Με κοίταξε κάτω από μαλλιά σαν
τσαλαπατημένο άχυρο, μάτια όλο
κόρη. «Έμαθες τη νέα Λέξη;»
Έτριψε τη μύτη της, που ήταν κιόλας
κόκκινη από το ξύσιμο. «Πυρίτης»,
είπε. «Κυκλοφόρησε εδώ και καμιά
ώρα».
«Ποιός στην είπε;»
Σκέφτηκε την ερώτηση μου. «Ένας
τύπος που την πήρε από έναν άλλο
τύπο, που λεει ότι ήρθε απόψε από τη
Νέα Υόρκη και την έμαθε εκεί από
έναν Τραγουδιστή, που λέγεται Χωκ».
Οι τρεις πιο κοντινοί αληταράδες
ζορίζονταν για να μη με κοιτάξουν.
οι πιο μακρινοί έριξαν με τρόπο
ματιές.
«Α», είπα «Ευχαριστώ».
Το Ξυράφι του Όκκαμ, που ξυρίζει την παράνοια. Καλύτερα, κι ας παίρνει μαζί και μερικές ωφέλιμες φοβίες γύρω από την ασφάλεια. Σε κάποιο επίπεδο στον κόσμο που κινούμαι, η παράνοια δεν είναι παρά μία επαγγελματική αρρώστια. Τουλάχιστον ήμουν σίγουρος ότι και ο Αρτυ (και η Μώντ) πρέπει να υπόφεραν τόσο όσο κι εγώ.
Στο παλκοσένικο του Παγετώνα τα φώτα είχαν σβήσει. Θυμήθηκα ξαφνικά τι είχα ξεχάσει κι ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Βρόντηξα πάνω στο κρύσταλλο κάνα δύο φορές αλλά όλοι είχαν φύγει. Και το χειρότερο ήταν ότι έβλεπα καθαρά αυτό που ήθελα στον πάγκο του βεστιαρίου, κάτω από το πορτοκαλί φως. Φαίνεται ότι το είχε βάλει εκεί o αρχισερβιτόρας, νομίζοντας ότι θα επιστρέψω πριν φύγουν όλοι. Αύριο το μεσημέρι ο Χο Τσι Ένγκ έπρεπε να παραλάβει το εισιτήριο του για τη σουίτα Μάριγκολντ στο Διαπλανητικό Υπερωκεάνιο «Ο Πλατινένιος Κύκνος», που έφευγε στις μιάμιση για την Μπελόνα. Κι εκεί, πίσω από τις γυάλινες πόρτες του Παγετώνα, περίμενε μαζί με την κατάλληλη περούκα και τις πτυχές του βλέφαρου που θα στενεύανε τα κατάμαυρα απλανή μάτια του κ. Ένγκ.
Για μία στιγμή μου πέρασε από το μυαλό να μπω σαν διαρρήκτης. Η πιο πρακτική λύση όμως ήταν να πω στο ξενοδοχείο να με ξυπνήσουν στις εννιά και να έρθω την ώρα που έρχεται o καθαριστής.
Γύρισα κι άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια.
Kαι τότε μου 'ρθε η σκέψη και με γέμισε θλίψη, τόσο που έκλεισα σφιχτά τα μάτια και χαμογέλασα από αντανακλαστική αντίδραση: εδώ που τα λέμε, και τι πείραζε να το αφήσω εκεί μέχρι το πρωί. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε τίποτα μέσα, που να μην είναι δικό μου.