Philip K. Dick
Electric Ant (1969)
Μετάφραση: Κύρα Σίνου, 1976

Στις τέσσερις και τέταρτο το απόγευμα, ο Γκάρσον Πουλ ξύπνησε στο κρεβάτι του στο νοσοκομείο, ξέροντας πως βρίσκεται σε νοσοκομειακό κρεβάτι σε θάλαμο με τρία κρεβάτια, και καταλαβαίνοντας από πάνω κι άλλα δύο πράγματα: πως δεν έχει πια δεξί χέρι και δε νιώθει κανένα πόνο.

«Μου έδωσαν δυνατό παυσίπονο», είπε μέσα του, με τα μάτια στυλωμένα στον πέρα τοίχο, που το παράθυρό του έδειχνε την κάτω μεριά της Νέας Υόρκης. Αμάξια και πεζοί έτρεχαν και κυλούσαν σαν μέσα σε ιστούς αράχνης που λαμπύριζαν στο ηλιόφωτο του προχωρημένου απογεύματος και η λαμπρότητα που γερνούσε, τον ευχαριστούσε.

«Τα πάντα δεν έχουν τελειώσει ακόμα» σκέφτηκε. «Ούτε και 'γω».

Δίπλα στο κρεβάτι του βρισκόταν ένα τηλέφωνο. Δίστασε λιγάκι, το σήκωσε μετά και πήρε εξωτερική γραμμή. Έπειτα από μια στιγμή αντίκρισε τον Λούη Ντάνσμαν που αναλάβαινε σαν προϊστάμενος Των Τριπλών Σχεδίων, σαν τύχαινε αυτός ο ίδιος ο Γκάρσον Πουλ, δηλαδή, να βρίσκεται κάπου αλλού.

- Δόξα σοι ο Θεός, ζεις, είπε ο Ντάνσμαν όταν τον είδε.

Το μεγάλο σαρκώδες πρόσωπό του, που ήταν σκαμμένο ολόκληρο από σημάδια ευλογιάς σαν την επιφάνεια της Σελήνης, άνοιξε από ανακούφιση.
- Καλούσα όλα...
- Μου λείπει απλούστατα το δεξί μου χέρι, είπε ο Πουλ.
- Θα γίνεις όμως μια χαρά. Θέλω να πω, δηλαδή, πως μπορούν να σου κολλήσουν ένα άλλο.
- Πόσον καιρό είμαι εδώ; ρώτησε ο Πουλ.

Αναρωτιόταν τι να έγιναν όλες οι νοσοκόμες και όλοι οι γιατροί. Πως και δεν στεναχωριόντουσαν και δεν του γκρίνιαζαν που τηλεφωνούσε;
- Τέσσερις μέρες, είπε ο Ντάνσμαν. Εδώ στο εργοστάσιο όλα πάνε ρολόι. Έχουμε μάλιστα και ξεγυρισμένες παραγγελίες από τρία διαφορετικά αστυνομικά συστήματα, και τα τρία τους εδώ στη Γη. Δύο στο Οχάϊο κι ένα στο Ουόμιγκ. Καλές, σοβαρές παραγγελίες, με το ένα τρίτο σαν προκαταβολή και τη συνηθισμένη τρίχρονη οψιόν του συμβολαίου. 
- Έλα να με βγάλεις από εδώ μέσα, είπε ο Πουλ.
- Δεν μπορώ να σε βγάλω προτού το καινούριο σου χέρι...
- Θα κοιτάξω να το φτιάξω αργότερα.

Ήθελε απελπισμένα να γυρίσει πίσω στο γνώριμο, δικό του περιβάλλον. Η ανάμνηση του οχήματος του εμπορικού ναυτικού που πυργωνόταν απαίσια στην οθόνη του πιλότου παραμόνευε κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Όταν έκλεινε τα μάτια του, ένιωθε σα να βρισκόταν πάλι στο χτυπημένο του αμάξι, όπως βουτούσε από το ένα όχημα στο άλλο, μαζεύοντας όλο και χειρότερες βλάβες, καθώς προχωρούσε. Το κινητικό συναίσθημα... ανατρίχιασε καθώς το θυμήθηκε. «Φάνηκα τυχερός», είπε μέσα του.

- Είναι μαζί σου η Σάρα Μπέντον; ρώτησε ο Ντάνσμαν.

Η προσωπική του γραμματεύς, έστω και μονάχα για λόγους υπηρεσιακούς, θα έπρεπε φυσικά να στέκεται πάνω από το κεφάλι του και να τον νταντεύει, με τον παιχνιδιάρικο, μωρουδίστικο τρόπο της. «Όλες οι χοντρές γυναίκες αγαπούν να νταντεύουν τον κόσμο», σκέφτηκε. «Και είναι και επικίνδυνες αν τύχει και πέσουν επάνω σου, μπορούν να σε σκοτώσουν».
- Ίσως να ήταν αυτό που έπαθα, είπε δυνατά. Ίσως να έπεσε η Σάρα πάνω στο μηχανηματάκι μου.
- Όχι, όχι. Έσπασε κάποια συνδετική μπάρα του πτερυγίου οδηγήσεως της ακάτου σου, την ώρα της μεγάλης κίνησης και εσύ...
- Θυμάμαι.

Ο Πουλ γύρισε μέσα στο κρεβάτι του καθώς άνοιξε η πόρτα του θαλάμου. Ένας λευκοντυμένος γιατρός και δύο νοσοκόμες ντυμένες στα γαλάζια παρουσιάστηκαν και προχώρησαν προς αυτόν.
- Θα σε ξαναπάρω αργότερα, είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή και περίμενε.

- Δεν έπρεπε να πάρετε τόσο γρήγορα το τηλέφωνο, είπε ο γιατρός μελετώντας την καρτέλα του. Ο κύριος Γκάρσον Πουλ, ιδιοκτήτης των Ηλεκτρονικών Τριπλών Σχεδίων. Κατασκευαστής των αδέσποτων βελών του, κατευθυνόμενα από έναν εγκέφαλο με ιδιαίτερο σύστημα κυμάτων, ανιχνεύουν τη λεία τους με μια κυκλική ακτίνα χιλίων μιλίων. Είστε ένας άνθρωπος επιτυχημένος, κύριε Πουλ, με την διαφορά πως δεν είστε άνθρωπος. Είστε ένα ηλεκτρονικό ανθρωπάριο.
- Θεέ μου, είπε ο Πουλ, που έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
- Κι έτσι, τώρα που το ανακαλύψαμε, δεν μπορούμε να σας νοσηλεύσουμε εδώ. Το καταλάβαμε, φυσικά, μόλις εξετάσαμε το τραυματισμένο δεξί σας χέρι. Είδαμε τα ηλεκτρονικά συνθετικά μέρη του και βγάλαμε έπειτα ακτινογραφίες του σώματός σας κι αυτές επιβεβαίωσαν αυτό που υποθέσαμε.
- Τι είναι ένα ηλεκτρονικό ανθρωπάριο; ρώτησε ο Πουλ.

Μα το ήξερε κιόλας. Μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει τον όρο. Μία από τις νοσοκόμες είπε:
- Ένα οργανικό ρομπότ.
- Κατάλαβα, είπε ο Πουλ

Παγωμένος ιδρώτας ανέβηκε στην επιφάνεια της επιδερμίδας του, λούζοντάς ολόκληρο το κορμί του.
- Δεν το ξέρατε; τον ρώτησε ο γιατρός.
Ο Πουλ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
- Όχι.
Ο γιατρός συνέχισε:
- Κάθε βδομάδα σχεδόν, κατά μέσο όρο, μας έρχεται κάποιο ηλεκτρονικό ανθρωπάριο. Ή μας το φέρνουν έπειτα από κάποιο τροχαίο ατύχημα - όπως εσάς - ή κάποιος ζητάει να εισαχθεί μόνος του... κάποιος σαν εσάς, που δεν του το είπαν ποτέ, όταν λειτουργούσε κοντά στους ανθρώπους, πως είναι ένα ηλεκτρικό ανθρωπάριο και πίστευε πως είναι άνθρωπος. Όσο για το χέρι σας...
Σταμάτησε.
- Αφήστε το χέρι μου, είπε ο Πουλ αγριεμένος.
- Ηρεμήστε.

Ο γιατρός έγειρε από πάνω του και περιεργάστηκε προσεκτικά το πρόσωπο του Πουλ.
- Θα βάλουμε ένα πλοίο του νοσοκομείου να σας μεταφέρει σε ένα συνεργείο επισκευών, όπου το χέρι σας μπορεί να επισκευαστεί ή και να αντικατασταθεί για ένα λογικό ποσόν, που θα το καταβάλετε εσείς, αν είστε ο ιδιοκτήτης του εαυτού σας ή οι ιδιοκτήτες σας, αν υπάρχουν τέτοιοι. Όπως και να 'ναι, θα επιστέψετε πίσω στο γραφείο σας, στα Τριπλά Σχέδια, λειτουργώντας το ίδιο καλά όπως και πριν.
- Με μόνη διαφορά πως τώρα πια ξέρω, είπε ο Πουλ.

Αναρωτήθηκε αν το ήξεραν ο Ντάνσμαν, ή η Σάρα ή κανένας άλλος στο γραφείο. Να τον αγόρασαν άραγε όλοι μαζί - ή να τον πήρε κάποιος μόνος του; Μήπως τον κατασκεύασαν αυτοί; Ένα διακοσμητικό ανδρείκελο! «Αυτό ήταν», είπε στον εαυτό του. «Στην πραγματικότητα δεν θα έχω διευθύνει ποτέ το εργοστάσιο, αυτό δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση, που μου την έβαλαν μέσα μου, όταν με κατασκεύαζαν... μαζί με την ψευδαίσθηση ότι είμαι άνθρωπος και είμαι ζωντανός».

- Προτού φύγετε για το συνεργείο επισκευών, είπε ο γιατρός, θα είχατε την καλοσύνη να ξοφλήσετε το λογαριασμό σας στο μπροστινό γραφείο;
 - Πως μπορείτε να μου κάνετε λογαριασμό, αφού δεν αναλαμβάνεται εδώ τα ανθρωπάρια; τον ρώτησε πικρόχολα ο Πουλ.
- Για τις υπηρεσίες που σας προσφέραμε μέχρι να το μάθουμε, του είπε η νοσοκόμα.
- Χρεώστε με, είπε ο Πουλ βράζοντας από ανίσχυρο θυμό. Χρεώστε την εταιρία μου.

Με μεγάλη προσπάθεια τα κατάφερε να ανακαθίσει. Το κεφάλι του γύριζε και κατέβηκε δισταχτικά από το κρεβάτι και στάθηκε όρθιος στο πάτωμα.
- Χαίρομαι που φεύγω από δω, είπε καθώς σηκώθηκε όρθιος. Και σας ευχαριστώ που μου φερθήκατε σαν σε άνθρωπο.
-Σας ευχαριστώ και εγώ επίσης κ. Πουλ, είπε ο γιατρός. Θα έπρεπε όμως να έλεγα μάλλον Πουλ, απλώς.

Στο συνεργείο επισκευών του αντικατέστησαν το χέρι που του έλειπε.

Το χέρι παρουσίασε τρομερό ενδιαφέρον. Το μελέτησε πολύ προσεκτικά, προτού επιτρέψει στους τεχνικούς να του το εγκαταστήσουν. Εξωτερικά έμοιαζε σαν οργανικό - και πραγματικά έτσι ήταν επιφανειακά. Φυσική επιδερμίδα κάλυπτε τη φυσική σάρκα και πραγματικό αίμα γέμιζε τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία, μα από κάτω γυάλιζαν τα καλώδια και τα σύρματα και τα μικροσκοπικά συνδετικά μέρη... Κοιτάζοντας βαθιά μέσα στην κλείδωση του, είδε χειρουργικά ανοίγματα, μοτεράκια, βαλβίδες πολλαπλών χειρισμών, όλα τους πολύ μικρά. Και το χέρι του στοίχισε σαράντα «βατράχια», σαράντα καναδέζικα δολάρια, ένα βδομαδιάτικο δηλαδή, όσα τουλάχιστον φαίνονταν από τις μισθοδοτικές καταστάσεις.

- Είναι εγγυημένο; ρώτησε τους τεχνίτες την ώρα που συγκολλούσαν το τμήμα που αντιστοιχούσε στο κόκαλο, για να το συνδέσουν με το σώμα του.
- Για ενενήντα μέρες, μαζί με τα ανταλλακτικά και την εργασία, είπε ένας από τους τεχνίτες. Εκτός αν υποβληθούν σε ασυνήθιστη ή σκόπιμη κατάχρηση.
- Αυτό ακούγεται κάπως αόριστα υποδηλωτικό, είπε ο Πουλ.
Ο τεχνίτης σαν άνθρωπος - όλοι τους ήταν άνθρωποι - είπε κοιτάζοντάς τον πολύ προσεκτικά:
- Έπαιζες θέατρο;
- Χωρίς να το θέλω, του απάντησε ο Πουλ.
- Και τώρα θα το κάνεις σκόπιμα;
- Ακριβώς, είπε ο Πουλ.
- Ξέρεις γιατί δεν το καταλαβαίνεις ποτέ; Πρέπει να δίνονται σήματα... ελαφρά χτυπήματα και βόμβος από μέσα σου, πότε - πότε. Δεν τα πρόσεξες ποτέ, γιατί είχες προγραμματιστεί έτσι για να μην προσέχεις. Θα συναντήσεις τώρα την ίδια δυσκολία να εξακριβώσεις το λόγο που κατασκευάστηκες και για ποιον λειτουργούσες.
- Ένας σκλάβος, είπε ο Πουλ, ένας μηχανικός σκλάβος.
- Το γλέντησες.
- Έζησα μια όμορφη ζωή, είπε ο Πουλ, και εργάστηκα σκληρά.

Πλήρωσε στο συνεργείο τα σαράντα βατράχια του, λύγισε τα καινούρια δάκτυλά του, τα δοκίμασε πιάνοντας διάφορα αντικείμενα, όπως π.χ. και έφυγε μετά. Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόταν σ' ένα λεωφορείο, πηγαίνοντας για το σπίτι. Η μέρα του στάθηκε πολύ πλούσια.

 Στο σπίτι του, στο διαμέρισμά του ενός δωματίου, έβαλε στο ποτήρι του λίγο ποτό από τη Λιλά Ετικέτα του Τζακ Ντάνιελς - ηλικίας εξήντα ετών - και κάθισε πίνοντάς το γουλιά - γουλιά, αγναντεύοντας στο μεταξύ από το μοναδικό του παράθυρο το κτίριο στην αντικρινή πλευρά του δρόμου. Να πάω στο γραφείο; ρώτησε τον αυτό του. Κι αν ναι, γιατί; Κι αν όχι, πάλι γιατί; Διάλεξε ένα από τα δύο. Θεέ μου, σκέφτηκε, σου κόβει τα πόδια, όταν το ξέρεις. Είμαι ένα τέρας συνειδητοποίησε. Ένα άψυχο αντικείμενο που μιμείται ένα έμψυχο. Μα... αφού ένιωθε ζωντανός. Κι όμως... τώρα αισθανόταν κάπως διαφορετικός. Σχετικά με τον εαυτό του. Συνεπώς, για όλους τους άλλους, προπάντος για τον Ντάνσμαν και τη Σάρα, για τον καθένα από τα Τριπλά Σχέδια.

Μου έρχεται να αυτοκτονήσω, είπε στον εαυτό του. Ίσως όμως να είμαι προγραμματισμένος να μην το κάνω. Θα ήταν μια σπατάλη ακριβή, που θα αναγκαζόταν να υποστεί ο ιδιοκτήτης μου. Και δεν θα το θέλει.

Προγραμματισμένος! Κάπου μέσα μου, σκέφτηκε, πρέπει να υπάρχει ένα μηχάνημα συναρμολογημένο στη θέση του, μια εσχαρική οθόνη, που με σταματάει από ορισμένες σκέψεις, ορισμένες πράξεις. Δεν είμαι ελεύθερος. Δεν υπήρξα ποτέ ελεύθερος, τώρα όμως το ξέρω. Αυτό αλλάζει την κατάσταση.

Γυρίζοντας το διακόπτη για να κάνει το παράθυρό του θαμπό, άναψε τη λάμπα του ταβανιού κι άρχισε να βγάζει προσεκτικά τα ρούχα του, ένα - ένα. Είχε προσέξει πολύ τους τεχνίτες στο συνεργείο επισκευών, όταν συγκολλούσαν το χέρι πάνω στο σώμα του. Τώρα είχε μάλλον μια ξεκάθαρη ιδέα για το πώς ήταν συναρμολογημένος. Το σώμα του το αποτελούσαν δύο μεγάλες λάμες, από μια στην κάθε πλευρά. Οι τεχνίτες είχαν αφαιρέσει τις λάμες για να ελέγξουν τα κυκλωματικά συστήματα από κάτω. Αν είμαι προγραμματισμένος, το μηχάνημα μπορεί να βρίσκεται εδώ.

Ο λαβύρινθος των καλωδίων τον έκανε να τα χάσει. Χρειάζομαι βοήθεια, είπε μέσα του. Για στάσου... ποιος είναι ο τηλεφωνικός κώδικας για τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους τάξεως ΒΒΒ που νοικιάζουμε για τα γραφεία;

Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τον ηλεκτρονικό εγκέφαλο στη μόνιμη εγκατάστασή του στο Μπόιζο Αιντάχο.

- Η χρήση αυτού του ηλεκτρονικού εγκεφάλου υπολογίζεται επί της βάσεως των πέντε δολλαρίων το λεπτό, του είπε μια μηχανική φωνή από το τηλέφωνο. Παρακαλώ, κρατήστε την πλάκα της καρτέλας του κυρίως λογαριασμού σας, μπροστά στην οθόνη.
Ο Πουλ τα έκανε.
- Μόλις αντηχήσει ο βομβητής, θα συνδεθείτε με τον ηλεκτρονικό εγκέφαλο, συνέχισε η φωνή. Παρακαλώ να ρωτάτε όσο πιο γρήγορα μπορείτε, έχοντας υπ' όψη το γεγονός πως η απάντηση θα σας δοθεί στον τύπο του μικροδευτερολέπτου, ενώ η ερώτησή σας...

Τότε έσβησε τον ήχο... Μα τον άναψε γρήγορα πάλι, και στην οθόνη εμφανίστηκε ο κενός ακουστικός δέκτης του ηλεκτρονικού εγκεφάλου. Εκείνη τη στιγμή, ολόκληρος ο εγκέφαλος μεταβλήθηκε σ' ένα γιγάντιο αυτί, που τον άκουγε - όπως άκουγε, και πενήντα χιλιάδες άλλες ερωτήσεις από όλη τη Γη.

- Εξέτασέ με οπτικά, έδωσε την οδηγία στον εγκέφαλο, και πες μου που θα βρω το μηχανισμό προγραμματισμού, που ελέγχει τις σκέψεις και τη συμπεριφορά μου.

Περίμενε. Στην οθόνη του τηλεφώνου ένα μεγάλο δραστήριο μάτι, με πάμπολους φακούς τον περιεργαζόταν. Επιδεικνύονταν σ' αυτό εκεί, στο διαμέρισμα του ενός δωματίου.

Ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος είπε:
- Βγάλε το κάλυμμα του στήθους σου. Πίεσε το στέρνο σου και μετά ελευθέρωσέ το προς τα έξω.
Το έκανε. Ένα τμήμα του στήθους του βγήκε από τη θέση του. Σαν ζαλισμένος, το ακούμπησε στο πάτωμα.
- Μπορώ να διακρίνω μετατονιστές ελέγχου, είπε ο εγκέφαλος, δεν μπορώ όμως να πω ποιο...
Σταμάτησε να μιλάει καθώς το μάτι του περιφερόταν στην οθόνη του τηλεφώνου.
- Διακρίνω μια κουλούρα διάτρητης ταινίας ολόγυρα στον καρδιακό μηχανισμό σου. Την βλέπεις;
Ο Πουλ τέντωσε το λαιμό του και κοίταξε. Την είδε κι αυτός.
- Πρέπει να κλείσω, είπε ο εγκέφαλος. Αφού εξετάσω τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου, θα έρθω πάλι σε επαφή μαζί σου και θα σου δώσω την απάντηση. Καλημέρα.

Η οθόνη έσβησε.

Θα τραβήξω την ταινία από μέσα μου, είπε μέσα του ο Πουλ. Είναι μικρούτσικη... δεν είναι πιο μεγάλη από δύο κουβαρίστρες κλωστή μ' ένα διάτρητο δίσκο ανάμεσα στο τύμπανο απωθήσεως και στο τύμπανο έλξεως. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανένα ίχνος κινήσεως, οι κουβαρίστρες φαίνονταν ακίνητες. Πρέπει να επεμβαίνει σαν εμπόδιο όταν παρουσιάζονται εξαιρετικές περιπτώσεις, σκέφτηκε. Θα αναχαιτίζει την πορεία του εγκεφάλου μου. Κι αυτό έκανε σε όλη μου τη ζωή.

Απλωσε το χέρι του κι άγγιξε το τύμπανο απωθήσεως. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να το τραβήξω από μέσα μου, σκέφτηκε και τότε...

Η οθόνη του τηλεφώνου άναψε ξανά!
- Αριθμός πλάκας καρτέλας κυρίως λογαριασμού 3-BNX-882-HQR446-T, ακούστηκε η φωνή του εγκεφάλου. Εδώ είναι το BBB-307DR που επανασυνδέεται μαζί σου για να απαντήσει στην ερώτηση που υπόβαλλες πριν δεκαέξι δευτερόλεπτα, στις 4 Νοεμβρίου 1992. Το ρολό της διάτρητης ταινίας πάνω από το μηχανισμό της καρδιάς, δεν είναι πυργίσκος προγραμματισμού, αλλά είναι εξάρτημα για να έχεις άμεση αντίληψη της πραγματικότητας. Όλοι οι συναισθηματικοί ερεθισμοί που δέχεται το κεντρικό νευρικό σου σύστημα, προέρχονται από αυτό το εξάρτημα και κάθε επέμβαση σε αυτό είναι ριψοκίνδυνη, αν όχι και καίρια.
Πρόσθεσε έπειτα:
- Φαίνεται πως δεν έχεις κύκλωμα προγραμματισμού. Αυτή είναι η απάντηση στην ερώτηση. Καλημέρα.
Κι έσβησε.

 

Ο Πουλ όρθιος και γυμνός μπροστά στην οθόνη του τηλεφώνου, άγγιξε πάλι το τύμπανο της ταινίας με υπολογισμένη και τρομερή επιφυλακτικότητα. Κατάλαβα σκεφτόταν σαν παλαβός. Το νιώθω όμως; Αυτή η μονάδα...

Αν κόψω την ταινία, ο κόσμος μου θα εξαφανιστεί. Η πραγματικότητα θα συνεχιστεί για τους άλλους, όχι όμως για μένα. Γιατί η πραγματικότητα, ο κόσμος μου προέρχεται από αυτή τη μικροσκοπική μονάδα. Έτσι όπως μεταδίδεται στο διάτρητο δίσκο και από εκεί στο κεντρικό μου σύστημα, όπου ξετυλίγεται σαν σαλιγκάρι.

Και ξετυλίγεται χρόνια τώρα, έβγαλε το συμπέρασμα.

Παίρνοντας τα ρούχα του, ντύθηκε πάλι, εγκαταστάθηκε στη μεγάλη του πολυθρόνα - μια πολυτέλεια που μεταφέρθηκε στο διαμέρισμά του από τα κεντρικά γραφεία των Τριπλών Σχεδίων, και άναψε ένα τσιγάρο. Το χέρι του έτρεμε καθώς ακουμπούσε κάτω τον αναπτήρα του με το μονόγραμμα. Γυρνώντας προς τα πίσω ξεφύσηξε καπνό μπροστά του, φτιάχνοντας ένα γκρίζο φωτοστέφανο.

Πρέπει να προχωρήσω αργά, είπε στον εαυτό του. Τι προσπαθώ να κάνω; Να ξεφύγω από τον προγραμματισμό μου; Μα ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος δεν βρήκε κανένα κύκλωμα προγραμματισμού. Θέλω να πειράξω τότε την ταινία πραγματικότητας; Κι αν ναι, γιατί;

Γιατί, σκέφτηκε, αν ελέγχω αυτή θα ελέγχω την πραγματικότητα. Τουλάχιστον, όσον αφορά εμένα. Την υποκειμενική μου πραγματικότητα... μα αυτό είναι όλο κι όλο. Μια αντικειμενική πραγματικότητα είναι μια σύνθετη κατασκευή, που ασχολείται με την υποθετική γενικοποίηση πολυάριθμων υποκειμενικών πραγματικοτήτων.

Ο κόσμος μου, βρίσκεται μέσα στα χέρια μου, συνειδητοποίησε. Μόνο να μπορούσα να καταλάβω πως λειτουργεί αυτό το καταραμένο μηχάνημα. Το μόνο που ξεκίνησα να κάνω στην αρχή ήταν να ψάξω και να βρω το κύκλωμα του προγραμματισμού μου, έτσι ώστε να μπορέσω να αποκτήσω μια αληθινά ανθρωπόμορφη λειτουργία: να ελέγχω με άλλα λόγια τον εαυτό μου. Με αυτό το πράγμα όμως...

Με αυτό δεν αποκτούσα απλώς έλεγχο πάνω στον εαυτό μου, αποκτούσα έλεγχο πάνω σε όλα.

Κι αυτό με κάνει διαφορετικό από κάθε ανθρώπινο πλάσμα που έζησε και πέθανε ποτέ, σκέφτηκε σκυθρωπά.

Πήγε στο τηλέφωνο και πήρε το γραφείο του. Όταν είδε τον Ντάνσμαν στην οθόνη, του είπε σε ζωηρό τόνο:
- Θέλω να μου στείλεις μια ολόκληρη σειρά από μικρό-εργαλεία και οθόνες μεγεθύνσεων στο διαμέρισμά μου... Έχω κάτι μικροκυκλώματα που πρέπει να δουλέψω.

Διέκοψε μετά την επαφή, γιατί δεν ήθελε να το συζητήσει.

Σε μισή ώρα ένα κτύπημα ακούστηκε στην πόρτα του. Όταν την άνοιξε αντίκρισε έναν από τους επιστάτες του συνεργείου, φορτωμένο με μικροεργαλεία όλων των ειδών.
- Δεν είπατε τι θέλατε ακριβώς, είπε ο επιστάτης μπαίνοντας στο διαμέρισμα. Κι έτσι ο κύριος Ντάνσμαν με έβαλε να τα φέρω όλα.
- Και το σύστημα των μεγεθυντικών φακών;
- Είναι στο καμιόνι, πάνω στη σκεπή.

Ίσως αυτό που θέλω να κάνω, σκέφτηκε ο Πουλ, είναι να πεθάνω. Αναψε ένα τσιγάρο και περίμενε, καπνίζοντας, τον επιστάτη του συνεργείου να κουβαλήσει στο διαμέρισμα τη βαριά μεγεθυντική οθόνη, μαζί με το σύστημα τροφοδοτήσεως της και το ταμπλό ελέγχου. Είναι αυτοκτονία αυτό που θέλω να κάνω, σκέφτηκε και ανατρίχιασε.

- Κάτι δεν πάει καλά, κ. Πουλ; είπε ο επιστάτης καθώς σηκωνόταν όρθιος, αφού απαλλάχθηκε από το φορτίο του συστήματος των μεγεθυντικών φακών. Δεν πρέπει να έχετε συνέλθει ακόμα από το ατύχημά σας.
- Ναι του είπε ήρεμα ο Πουλ.
Στεκόταν με τα νεύρα του τεντωμένα, περιμένοντας τον επιστάτη να φύγει.

 

Κάτω από το σύστημα των μεγεθυντικών φακών, η πλαστική ταινία πήρε ένα καινούριο σχήμα: έγινε πλατιά με εκατοντάδες χιλιάδες τρύπες. Αυτό που νόμιζα, σκέφτηκε ο Πουλ. Δεν μοιάζουν σαν γεμίσματα σε στρώμα, από οξείδιο του σιδήρου, αλλά είναι πραγματικές σχισμές ελεύθερες, καμωμένες με διάτρηση.

Κάτω από τους μεγεθυντικούς φακούς το κομμάτι της ταινίας ξετυλιγόταν φανερά. Πολύ αργά, μα προχωρούσε με μια σταθερή ταχύτητα προς την κατεύθυνση του δίσκου.

Όπως το φαντάστηκα, σκέφτηκε, φαίνεται πως οι ανοιγμένες τρύπες είναι οι ανοιγμένες πόρτες. Λειτουργεί σαν το πιάνο: το συμπαγές σημαίνει όχι, η τρύπα σημαίνει ναι. Θα μπορούσα να το ελέγξω;

Οπωσδήποτε γεμίζοντας αρκετές τρυπούλες.

Μέτρησε πόση ταινία είχε μείνει στο καρούλι απωθήσεως, υπολόγισε - με μεγάλη προσπάθεια - την ταχύτητα της κινήσεως της ταινίας και έβγαλε έναν αριθμό. Αν μετέτρεπε την ταινία που ήταν ορατή στην άκρη που έμπαινε στο δίσκο, θα περνούσαν πέντε με εφτά ώρες μέχρι να φτάσει αυτή ειδικά η χρονική περίοδος. Θα έσβηνε ουσιαστικά ερεθισμούς που επρόκειτο να έρθουν σε μερικές ώρες από τώρα.

Με ένα μικροπινέλο κάλυψε ένα μεγάλο - σχετικά μεγάλο - τμήμα της ταινίας με θαμπό βερνίκι... που το προμηθεύτηκε από τη θήκη εφοδίων που συνόδευε τα μικροεργαλεία. Έσβησα ερεθισμούς για περίπου μισή ώρα, σκέφτηκε. Κάλυψα τουλάχιστον χίλιες τρυπίτσες. 

Θα ήταν ενδιαφέρον να δει ποιες αλλαγές, αν θα υπήρχαν αλλαγές, θα εμφανίζονταν στο περιβάλλον του σε έξι ώρες από τώρα.

Ύστερα από πεντέμισι ώρες καθόταν στο Κράκτερς, ένα υπέροχο μπαρ στο Μανχάταν κι έπαιρνε ένα ποτό με τον Ντάνσμαν.
- Έχεις άσχημη όψη, του είπε ο Ντάνσμαν.
- Νιώθω άσχημα, είπε ο Πουλ.
Τελείωσε το ποτό του, ένα ξινό ουίσκι και παράγγειλε ένα άλλο.
- Από το ατύχημα;
- Κατά κάποιο τρόπο, ναι.
- Είναι τίποτα ... που ανακάλυψες για τον εαυτό σου; τον ρώτησε ο Ντάνσμαν.
Σηκώνοντας το κεφάλι του ο Πουλ, τον κάρφωσε με τα μάτια, στο θολό φως του μπαρ.
- Ώστε το ξέρεις.
- Ξέρω, είπε ο Ντάνσμαν, πως θα έπρεπε να σε φωνάζω Πουλ αντί «κύριε Πουλ». Προτιμώ όμως το τελευταίο και έτσι θα συνεχίσω.
- Από πότε το ξέρεις; είπε ο Πουλ.
- Από τότε που ανάλαβες την εταιρία. Μου είπαν πως οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του Τριπλού Σχεδίου, που βρίσκονταν στο Διπλανό Σύστημα ήθελαν να διευθύνονται τα Τριπλά Σχέδια από ένα ηλεκτρικό ανθρωποειδές, που να μπορούν να το ελέγχουν. Ήθελαν ένα λαμπρό και δυνατό...
- Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες;
Ήταν η πρώτη φορά που άκουσε γι' αυτό.
-  Έχουμε δύο χιλιάδες μετόχους, που είναι σκορπισμένοι παντού.
- Η Μάρβις Μπη και ο σύζυγος της Ήρναν στο Διπλανό 4 ελέγχουν το πενήντα τοις εκατό των μετοχών με δικαίωμα ψήφου, Αυτό ίσχυε από την αρχή.
- Γιατί δεν το ήξερα εγώ;
- Μου είπαν να μη σου το πω. Έπρεπε να πιστεύεις πως εσύ μόνος σου κατεύθυνες όλη την πολιτική γραμμή της εταιρίας. Με τη δική μου βοήθεια. Στην πραγματικότητα, όμως, σου πουλούσα αυτό που μου πουλούσαν οι Μπη.
- Δεν είμαι παρά ένα ανδρείκελο βιτρίνας, είπε ο Πουλ.
- Κατά κάποιο τρόπο ναι, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του ο Ντάνσμαν. Αλλά θα είσαι για μένα πάντοτε ο κύριος Πουλ.

Ένα τμήμα του πέρα τοίχου χάθηκε. Και μαζί του αρκετοί άνθρωποι στα κοντινά τραπέζια. Και...

Μετά από τα μεγάλα τζάμια δίπλα στο μπαρ, τρεμόσβησε και έπαψε να υπάρχει ο ορίζοντας της Νέας Υόρκης.
Βλέποντας το πρόσωπο του  ο Ντάνσμαν είπε:
- Τι συμβαίνει;
Ο Πουλ του απάντησε βραχνά.
- Κοίταξε ολόγυρα. Βλέπεις να άλλαξε τίποτα;
Αφού γύρισε και έριξε μια ματιά σε όλο το δωμάτιο, ο Ντάνσμαν είπε:
- Όχι. Σαν τι να άλλαξε;
- Βλέπεις ακόμα τον ορίζοντα;
- Φυσικά. Είναι πολύ καταχνιασμένος. Τα φώτα τρεμοσβήνουν...
- Τώρα ξέρω, είπε ο Πουλ.
Είχε δίκιο. Κάθε τρυπίτσα που είχε καλύψει σήμαινε την εξαφάνιση κάποιου αντικειμένου από τον κόσμο του της πραγματικότητας. Σηκώθηκε και είπε:
- Θα σε ξαναδώ αργότερα, Ντάνσμαν. Πρέπει να γυρίσω στο διαμέρισμά μου. Έχω να κάνω κάποια δουλειά. Καληνύχτα.

Βγήκε με μεγάλα βήματα από το μπαρ στο δρόμο και γύρεψε να βρει ένα ταξί.

Δεν υπήρχαν ταξί.

Κι αυτά λοιπόν, σκέφτηκε. Θα ήθελα να ξέρω τι άλλα έσβησα. Τίποτα γυναίκες του δρόμου; Λουλούδια; Φυλακές;

Εκεί στο πάρκινγκ του μπαρ βρισκόταν η άτρακτος του Ντάνσμαν. Θα την πάρω, αποφάσισε. Στον κόσμο του Ντάνσμαν υπάρχουν ακόμα ταξί, μπορεί να πάρει ένα αργότερα. Όπως και να 'ναι, είναι υπηρεσιακό όχημα και έχω το αντικλείδι του επάνω μου.

Σε λίγο βρισκόταν στον αέρα και έστριψε προς το διαμέρισμά του.

Η Νέα Υόρκη δεν είχε επιστρέψει. Αριστερά και δεξιά του αμάξια και κτίρια, δρόμοι, πεζοί, σήματα... και στο κέντρο τίποτα. Πως μπορώ να μπω εκεί πετώντας; Θα εξαφανιστώ.

Μήπως όμως κι όχι; Πέταξε μπροστά, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.

Καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο, έκοβε κύκλους στον αέρα για κανένα τέταρτο... και έπειτα η Νέα Υόρκη εμφανίστηκε πάλι αθόρυβα. Μπορούσε να τελειώσει τη διαδρομή του. Έσβησε το τσιγάρο του (σπατάλησε κάτι το τόσο πολύτιμο) και όρμησε προς το διαμέρισμά του.

Αν παρεμβάλω μια στενή θαμπή λουρίδα, συλλογιζόταν καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα του διαμερίσματός του, θα μπορέσω...

Οι σκέψεις του σταμάτησαν. Κάποιος ήταν καθισμένος στην πολυθρόνα του λίβιγκ ρουμ και παρακολουθούσε θρησκευτικό πρόγραμμα στην τηλεόραση.

- Σάρα, είπε νευριασμένος.

Εκείνη σηκώθηκε, γεμάτη αλλά χαριτωμένη.

- Δεν είσαστε στο νοσοκομείο, γι' αυτό ήρθα εδώ. Έχω ακόμα το κλειδί που μου δώσατε τον Μάρτιο, μετά από εκείνο το φοβερό καυγά. Ω... μα φαίνεστε στεναχωρημένος.

Τον πλησίασε και κρυφοκοίταξε ανήσυχα το πρόσωπό του.

Έβγαλε το σακάκι, τη γραβάτα, το πουκάμισο και έπειτα το πάνω του στήθους του. Γονάτισε κάτω και άρχισε να χώνει τα χέρια του στα γάντια για τα μικροεργαλεία. Ξαφνικά σταμάτησε, σήκωσε τα μάτια του για να την κοιτάξει και είπε:

- Ανακάλυψα πως είμαι ένα ηλεκτρικό ανθρωπόμορφο μηχάνημα, πράγμα που από μια άποψη ανοίγει μπροστά μου ορισμένες δυνατότητες, που τις ερευνώ τώρα.

Λύγισε τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού και στη χούφτα άρχισε να κινείται ένα μικρο-κατσαβίδι, που σύστημα των μεγενθυτικών φακών το είχε μεγεθύνει σε βαθμό που να φαίνεται.

- Μπορείς να παρακολουθήσεις, αν θέλεις της είπε.

Εκείνη έβαλε τα κλάματα.

- Τι συμβαίνει; την ρώτησε άγρια χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από τη δουλειά του.

- Είναι... είναι τόσο λυπηρό. Σταθήκατε τόσο καλό αφεντικό για όλους μας στα Τριπλά Σχέδια. Σας εκτιμούσαμε τόσο. Και τώρα άλλαξαν τα πάντα.

Η πλαστική ταινία είχε ένα αδιάτρητο περιθώριο στο πάνω και στο κάτω μέρος. Ο Πουλ έκοψε μια οριζόντια λουρίδα, πολύ στενή, έπειτα, μετά από μια στιγμή μεγάλης συγκέντρωσης, έκοψε την ίδια ταινία τέσσερις ώρες πέρα από τον αναλυτικό δίσκο. Γύρισε μετά την κομμένη λουρίδα δίνοντάς της απόκλιση ορθής γωνίας σε σχέση με το δίσκο απωθήσεως, τη συγκόλλησε στη θέση της μ' ένα μικρο-συγκολλητή θερμότητας, κι έπειτα επανασύνδεσε την πομπίνα της ταινίας στην αριστερή και δεξιά πλευρά του. Είχε παρεμβάλει κατ' ουσίαν είκοσι νεκρά λεπτά στη ροή της πραγματικότητάς του, που ξετυλιγόταν. Θα πραγματοποιούταν - σύμφωνα με τους υπολογισμούς του - μερικά λεπτά μετά τα μεσάνυχτα.

- Επισκευάζετε τον εαυτό σας; ρώτησε ντροπαλά η Σάρα.

Ο Πουλ είπε:

- Ελευθερώνω τον εαυτό μου.

Μετά από αυτήν είχε και μερικές άλλες μετατροπές στο νου του. Πρώτα, όμως, έπρεπε να ελέγξει τη θεωρία του: η άγραφη, αδιάτρητη ταινία σήμαινε πως δεν υπήρχαν διεργετικά και σε αυτή την περίπτωση η έλλειψη της ταινίας...

- Αυτή η έκφραση στο πρόσωπό σας, είπε η Σάρα.

Αρχισε να μαζεύει την τσάντα, το παλτό της, το οπτικό-ακουστικό περιοδικό.

- Φεύγω. Βλέπω πως δεν σας ήταν ευχάριστο να με βρείτε εδώ.

- Μείνε, της είπε εκείνος. Θα παρακολουθήσω μαζί σου το θρησκευτικό πρόγραμμα.

Πέρασε το πουκάμισό του.

- Θυμάσαι όταν πριν χρόνια υπήρχαν - πόσα να 'τανε - καμιά εικοσαριά ή είκοσι - δύο κανάλια τηλεόρασης; Προτού κλείσει η κυβέρνηση τους ανεξάρτητους σταθμούς;

Η Σάρα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

- Τι λες να γινόταν, της είπε, αν όλοι αυτοί οι πομποί της τηλεοράσεως εκπέμπανε όλα τα κανάλια σε μια οθόνη νήματος λυχνίας την ίδια ώρα; Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τίποτα σ' αυτό το μπέρδεμα;

- Ίσως να μπορούσαμε να το μάθουμε. Ίσως να μαθαίναμε να διαλέγουμε. Ίσως να κάναμε μόνοι μας την επιλογή από εκείνα που θέλαμε και κείνα που δεν θέλαμε. Σκέψου μονάχα τις δυνατότητες, αν το μυαλό μας θα μπορούσε να αντεπεξέρχεται σε είκοσι εικόνες ταυτόχρονα. Σκέψου μόνο πόσες γνώσεις θα μπορούσαν να εναποθηκευτούν σε μια ορισμένη περίοδο. Αναρωτιέμαι αν το μυαλό, το ανθρώπινο μυαλό...

Κόπηκε.

- Το ανθρώπινο μυαλό δεν θα μπορούσε να το κάνει, είπε σε λίγο συλλογισμένος στον εαυτό του. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία, ένα σχεδόν - οργανικό μυαλό θα μπορούσε να το κάνει.

- Είναι αυτό που έχετε εσείς; ρώτησε η Σάρα.

- Ναι, είπε ο Πουλ.

 

Παρακολούθησαν το θρησκευτικό πρόγραμμα μέχρι το τέλος και ύστερα έπεσαν στο κρεβάτι. Ο Πουλ, όμως, καθόταν ακουμπώντας στα μαξιλάρια του και κάπνιζε, βυθισμένος σε βλοσυρές σκέψεις. Η Σάρα δίπλα του σάλευε ανήσυχα, απορώντας γιατί δεν έσβηνε το φως.

Δώδεκα παρά δέκα. Τώρα όπου να 'ταν θα γινόταν.

- Σάρα της είπε. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Σε πολύ λίγα λεπτά θα μου συμβεί κάτι το παράξενο. Δεν θα κρατήσει πολύ, θέλω όμως να με παρακολουθήσεις πολύ προσεκτικά. Κοίταξε αν... - έκανε μια χειρονομία - παρουσιάσω καμιά διαφορά. Αν θα μοιάζω σα να κοιμάμαι ή αν θα λέω βλακείες ή...

Ήθελε να πει «αν εξαφανιστώ». Δεν το είπε όμως.

- Δεν θα σου κάνω κακό, αλλά νομίζω πως δεν θα έκανες άσχημα αν έπαιρνες κανένα όπλο. Έχεις επάνω σου το πιστόλι σου εναντίον των ληστών;

- Στην τσάντα μου.

Ξύπνησε εντελώς τώρα. Καθισμένη στο κρεβάτι τον κοίταζε ξετρελαμένη από τον φόβο της. Οι γεμάτοι ώμοι της έδειχναν ηλιοκαμένοι και σκεπασμένοι με πανάδες στο φως του δωματίου.

Ο Πουλ της έφερε το πιστόλι της.

Το δωμάτιο σα να πάγωσε και να έπεσε σε νέκρωση. Έπειτα άρχισαν να ξεθωριάζουν τα χρώματα. Τα διάφορα αντικείμενα μίκραιναν μέχρι που μεταβλήθηκαν σε σκιές, σαν καπνός. Το σκοτάδι άρχισε να σκεπάζει τα πάντα καθώς τα αντικείμενα στο δωμάτιο γίνονταν όλο και πιο αχνά.

Οι τελευταίες αντιδράσεις πεθαίνουν, συνειδητοποίησε ο Πουλ. Αλληθώρισε προσπαθώντας να δει. Ξεχώρισε την Σάρα Μπέντον να κάθεται στο κρεβάτι: μια δι-διάστατη μορφή που την είχαν στήσει σαν κούκλα, για να ξεθωριάσει και να χαθεί. Τυχαίες πνοές από αποσυντεθειμένες ύλες κυμάτιζαν σε ασταθή σύννεφα. Τα στοιχεία συγκεντρώνονταν, ξεχώριζαν πάλι και συγκεντρώνονταν μετά πάλι. Και μετά σκόρπισαν η τελευταία θερμότητα, η ενέργεια και το φως. Το δωμάτιο έκλεισε πάνω στον εαυτό του και γκρεμίστηκε στο εσωτερικό του, σα να είχε αποκοπεί από την πραγματικότητα. Και σε αυτό το σημείο, ένα απόλυτο σκοτάδι αντικατέστησε τα πάντα, διάστημα χωρίς βάθος, όχι ένα σκοτάδι νυχτερινό, αλλά κάτι το ξυλιασμένο και ανυποχώρητο. Κι από πάνω δεν άκουγε τίποτα πια.

Απλωσε το χέρι του προσπαθώντας να αγγίξει κάτι. Δεν του έμενε όμως τίποτα για να απλώσει. Δεν ένιωθε πια το σώμα του, η συνείδησή αυτή είχε αναχωρήσει με όλα τα άλλα στον κόσμο. Δεν είχε χέρια, μα και να είχε ακόμα, δεν θα υπήρχε τίποτα για να το καταλάβουν με την αφή τους.

Εξακολουθώ να έχω δίκιο για τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται αυτή η καταραμένη ταινία, είπε στον εαυτό του, χρησιμοποιώντας ένα ανύπαρκτο στόμα για να μεταδώσει μια ανύπαρκτη παραγγελία.

Θα έχει περάσει άραγε αυτό σε δέκα λεπτά; αναρωτήθηκε. Έχω άραγε δίκιο και σε αυτό; Περίμενε... αλλά διαισθάνθηκε πως το συναίσθημα του χρόνου του είχε φύγει μαζί με όλα τα άλλα. Συνειδητοποίησε πως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει. Και να ελπίζει να μην κρατήσει πολύ.

Πρέπει να ηρεμήσω, σκέφτηκε. Θα κάνω μια εγκυκλοπαίδεια. Θα προσπαθήσω να σημειώσω όλα που να αρχίζουν με «α». Για να δούμε. Έπεσε σε συλλογή. Ανοιξη, αχλάδι, αυτοκίνητο, ατμόσφαιρα, Ατλαντικός, αγγελία - σκεφτόταν και σκεφτόταν και κατηγορίες ολόκληρες περνούσαν από το τρομοκρατημένο μυαλό του.

Και ξαφνικά, το φως άναψε τρεμοσβήνοντας.

Ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του λίβιγκ ρουμ, και ένας γλυκός ήλιος έπεφτε μέσα από το μοναδικό παράθυρο. Δύο άντρες ήταν σκυμμένοι επάνω του με τα χέρια τους γεμάτα εργαλεία. Συντηρητές, κατάλαβε. Εργάζονταν επάνω του.

- Συνήλθε, είπε ένας από τους τεχνίτες.

Σηκώθηκε και τραβήχτηκε πιο πέρα. Η Σάρα Μπέντον που έτρεμε από την ανησυχία της, πήρε τη θέση του.

- Δόξα σοι ο Θεός! Είπε υγρά στο αυτί του Πουλ. Φοβήθηκα τόσο. Τηλεφώνησα τελικά στον κ. Ντάνσμαν για...

- Τι συνέβη; διέκοψε τραχιά ο Πουλ. Αρχισε από την αρχή και, για όνομα του Θεού μίλα σιγά. Για να μπορέσω να τα αφομοιώσω όλα.

Η Σάρα συνήλθε, διέκοψε για να τρίψει τη μύτη της και άρχισε να μιλάει βιαστικά και νευρικά.

- Λιποθύμησες. Έμεινες εκεί ξερός, σα να 'σουνα πεθαμένος. Περίμενα μέχρι τις δυόμισι και δεν έκανες τίποτα. Τηλεφώνησα στο Ντάνσμαν ξυπνώντας τον δυστυχώς, κι εκείνος κάλεσε το συνεργείο συντηρήσεως των ηλεκτρικών ρομπότ κι αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν κατά τις πέντε παρά τέταρτο και εργάζονται επάνω σου από κείνη την ώρα. Τώρα είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Και κρυώνω πολύ και θέλω να πάω να πέσω. Δεν θα μπορέσω να αντέξω σήμερα στο γραφείο. Δεν το μπορώ στα αλήθεια.

Γύρισε αλλού μυξοκλαίγοντας.  Ήχος τον πείραξε. Ένας από τους ανθρώπους με τη στολή του συνεργείου του είπε:

- Έπαιζες με την ταινία σου της πραγματικότητας.

- Ναι, απάντησε ο Πουλ.

Γιατί να το αρνηθεί; Είναι φανερό ότι βρήκαν τη στερεά λουρίδα που είχε προσθέσει.

- Δεν θα έπρεπε να μείνω αναίσθητος τόση ώρα, είπε. Έβαλα μέσα μια λουρίδα διαρκείας μονάχα δέκα λεπτών.

- Έκλεισες τη μεταφορά της ταινίας, του εξήγησε ο τεχνίτης. Η ταινία έπαψε να κινείται προς τα εμπρός. Η παρέμβασή σου την έφραξε και έκλεισε αυτομάτως για να αποφύγει το σχίσιμό της. Τι ήθελες και έχωσες εκεί τη μύτη σου; Δεν ξέρεις τι μπορούσες να κάνεις;

- Δεν είμαι σίγουρος, είπε ο Πουλ.

- Μαντεύεις όμως.

- Γι αυτό και το έκανα, είπε στυφά ο Πουλ.

- Ο λογαριασμός σου, είπε ο συντηρητής, θα είναι ενενήντα πέντε δολάρια. Μπορείς να τον πληρώσεις και με δόσεις, αν το προτιμάς.

- Εν τάξει, είπε εκείνος.

Ανακάθισε σαν μεθυσμένος, έτριψε τα μάτια του κι έκανε έναν μορφασμό. Το κεφάλι του πονούσε και το στομάχι του του φαινόταν εντελώς αδειανό.

- Ξύρισε την ταινία την άλλη φορά, του είπε ο πρώτος συντηρητής. Έτσι δεν θα φράξει. Δεν σου πέρασε από το μυαλό πως έχει προσαρμοσμένη μια ασφάλεια; Έτσι ώστε να σταματήσει παρά να...

- Και τι γίνεται; τον διέκοψε ο Πουλ, χαμηλώνοντας τη φωνή του και κάνοντας την επίτηδες πολύ προσεκτική, αν κάτω από τον αναλυτή δεν περνάει καμιά ταινία; Καμιά ταινία.. τίποτα απολύτως. Έτσι που τα κύτταρα του φωτός να λάμπουν προς τα επάνω χωρίς να συναντήσουν κανένα εμπόδιο;

Οι τεχνίτες αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο ένας είπε:

- Όλα τα κυκλώματα νεύρων πηδάνε πάνω στα ανοίγματά του και βραχυκυκλώνουν.

- Που σημαίνει τι; ρώτησε ο Πουλ.

- Που σημαίνει το τέλος του μηχανισμού.

- Έχω εξετάσει το κύκλωμα, είπε ο Πουλ. Δεν έχει το βολτάζ να καταφέρει τέτοιο πράγμα. Το μέταλλο δεν μπορεί να λιώσει κάτω από τόσο αδύνατη φόρτιση του ρεύματος, ακόμα κι αν αγγίζονται μεταξύ τους τα τέρματά τους. Συζητάμε για ένα εκατομμυριοστό του βατ σε ένα κανάλι από CESIUM, που πιάνει ίσως το ένα δεκαεξακοσιοστό της ίντσας σε μήκος. Ας υποθέσουμε πως υπάρχουν δισεκατομμύρια δυνατοί συνδυασμοί που ξεκινούν σε μια στιγμή από τις διατρήσεις στην ταινία. Η συνολική παραγωγή δεν συσσωρεύεται. Η ποσότητα του ρεύματος εξαρτάται από τις λεπτομέρειες της μπαταρίας γι΄ αυτή τη μετατροπή και δεν είναι μεγάλη. Με όλα τα ανοίγματα ανοιγμένα και λειτουργούντα.

- Γιατί να σου πούμε ψέματα; ρώτησε ο ένας τεχνίτης βαρετά.

- Και γιατί όχι; είπε ο Πουλ. Εδώ έχω την ευκαιρία να τα δοκιμάσω όλα. Συγχρόνως. Να γνωρίσω τον κόσμο στην ολότητά του, να βρεθώ σε μια στιγμιαία επαφή με ολόκληρη την πραγματικότητα. Κάτι που δεν μπορεί να το κάνει κανένα ανθρώπινο πλάσμα. Μια συμφωνική ενορχήστρωση που θα μπαίνει στο μυαλό μου εκτός χρόνου και όλες οι νότες, όλα τα όργανα να αντηχούν ταυτόχρονα. Και όλες οι συμφωνίες. Το κατάλαβες;

- Θα σε κάψει, είπαν οι δύο τεχνίτες μαζί.

- Δεν το νομίζω, είπε ο Πουλ.

Η Σάρα μπήκε στη μέση:

- Θα θέλατε ένα φλιτζάνι καφέ, κύριε Πουλ;

- Ναι, είπε εκείνος.

Κατέβασε τις γάμπες του, κόλλησε τα κρύα πόδια του στο πάτωμα και ανατρίχιασε. Ύστερα σηκώθηκε. Το σώμα του πονούσε. Με άφησαν όλη τη νύχτα πλαγιασμένο στον καναπέ, κατάλαβε. Κατά βάθος θα μπορούσαν να μου φερθούν καλύτερα.

 

Στο τραπέζι της κουζίνας, στην πέρα γωνία του δωματίου, ο Γκάρσον Πουλ καθόταν αντικριστά στη Σάρα, σιγοπίνοντας καφέ. Οι τεχνίτες είχαν φύγει από ώρα.

- Δεν φαντάζομαι να κάνεις τίποτα άλλα πειράματα πάνω στον εαυτό σου; τον ρώτησε μελαγχολικά η Σάρα.

Ο Πουλ καθάρισε το λαιμό του.

- Θα ήθελα να μπορούσα να ελέγξω το χρόνο. Να τον αναποδογυρίσω.

Θα κόψω ένα κομμάτι από την ταινία, σκέφτηκε, και θα τη συγκολλήσω ανάποδα. Η τυχαία διαδοχή θα κυλάει τότε προς τα πίσω. Σαν αποτέλεσμα θα κατεβαίνω ανάποδα τα σκαλοπάτια από την ταράτσα «αεροδρόμιο», θα καταλήξω στην πόρτα μου, θα σπρώχνω την κλειδωμένη πόρτα και θα την ανοίξω, θα προχωρήσω ανάποδα στο νεροχύτη, από όπου θα βγάλω ένα σωρό βρώμικα πιάτα. Θα καθίσω στο τραπέζι μπροστά στο σωρό, γεμίζοντας κάθε πιάτο με τροφή που θα παράγει το στομάχι μου... Θα μεταφέρω τότε την τροφή στο ψυγείο, θα τη συσκευάσω σε δέματα, θα πάω τα δέματα σε ένα σούπερ μάρκετ, και θα μοιράσω τα τρόφιμα εδώ και εκεί στο μαγαζί. Και τελικά, στον μπροστινό πάγκο, θα μου πληρώσουν χρήματα γι' αυτό, από το δικό τους ταμείο. Τα τρόφιμα θα συσκευαστούν μαζί με άλλα τρόφιμα σε μεγάλα πλαστικά κουτιά, και θα αποσταλούν έξω από τη πόλη στα υδροπονητικά εργοστάσια στον Ατλαντικό για να γίνουν πάλι ένα με τα δέντρα ή θάμνους ή τα κουφάρια των νεκρών ζώων ή να σπρωχτούν βαθιά στο έδαφος. Μα τι θα αποδείκνυαν όλα αυτά; Μια ταινία βίντεο που γυρίζει προς τα πίσω... Δεν θα μάθαινα τίποτα παραπάνω από όσα ξέρω τώρα, πράγμα που δεν είναι αρκετό.

Εκείνο που θέλω, καταλάβαινε μέσα του, είναι η τελική και απόλυτη πραγματικότητα, έστω για ένα μικροδευτερόλεπο. Ύστερα απ' αυτό, τίποτα δεν θα έχει σημασία γιατί τα πάντα θα είναι γνωστά. Τίποτα δεν θα μείνει για να το καταλάβεις ή να το δεις.

Μπορώ να επιχειρήσω μια άλλη αλλαγή, είπε στον εαυτό του. Προτού δοκιμάσω να κόψω την ταινία. Θα διατρήσω καινούριες τρύπες στην ταινία και θα δω τι θα εμφανιστεί σε λίγο. Θα είναι ενδιαφέρον γιατί δεν θα ξέρω τι σημαίνουν οι τρύπες που θα ανοίξω.

Χρησιμοποιώντας τη μύτη κάποιου μικροεργαλείου άνοιξε μερικές τρύπες στην ταινία, στην τύχη. Όσο μπορούσε πιο κοντά στον αναλυτή... δεν ήθελε να περιμένει.

- Αναρωτιέμαι αν θα το δεις, είπε στη Σάρα.

Όσο μπορούσε να προβλέψει, δεν θα έβλεπε τίποτα.

- Κάτι μπορεί να φανεί, της είπε. Θέλω μονάχα να σε προειδοποιήσω. Δεν θέλω να τρομάξεις.

- Θεέ μου, είπε η Σάρα με σπασμένη φωνή.

Ο Πουλ μελέτησε το ρολόι του. Πέρασε ένα λεπτό, μετά ένα δεύτερο, ένα τρίτο. Και τότε...

Στο κέντρο του δωματίου εμφανίστηκε ένα σμήνος από πράσινες και μαύρες πάπιες. Κρώζοντας δυνατά, σηκώθηκαν από το πάτωμα και χτυπούσαν φτερουγίζοντας στο ταβάνι σε μια τρομοκρατημένη μάζα από φτερούγες και φτερά, κάνοντας σαν τρελές μέσα στη μεγάλη τους υπερδιέγερση, στο ένστικτό τους να ξεφύγουν.

- Πάπιες, είπε ο Πουλ κατάπληκτος. Ανοιξα μια τρύπα από όπου πέταξαν άγριες πάπιες.

Τώρα εμφανίστηκε κάτι άλλο. Ένας πάγκος σε πάρκο με έναν ηλικιωμένο και κουρελιασμένο άνθρωπο καθισμένο επάνω του, που διάβαζε μια σχισμένη, διπλωμένη εφημερίδα. Σήκωσε τα μάτια του, ξεχώρισε θαμπά τον Πουλ, του χαμογέλασε σύντομα με την κακοφτιαγμένη οδοντοστοιχία του και επέστρεψε μετά στη διπλωμένη εφημερίδα του.

- Τον είδες; ρώτησε ο Πουλ τη Σάρα. Και τις πάπιες.

Εκείνη τη στιγμή οι πάπιες και το σκαμνί του πάρκου εξαφανίστηκαν. Τίποτα δεν έμεινε απ' αυτά. Το κομμάτι με τις τρύπες του πέρασε γρήγορα.

- Δεν ήταν αληθινά, είπε η Σάρα. Ή μήπως ήταν; Πώς δηλαδή...

- Δεν είσαι πραγματική, είπε ο Πουλ στη Σάρα. Δεν είσαι παρά συντελεστής παραισθήσεως στην ταινία μου της πραγματικότητας. Μια τρύπα που μπορεί να καλυφθεί. Υπάρχεις άραγε σε καμιά άλλη ταινία πραγματικότητας ή σε μια αντικειμενική πραγματικότητα;

- Αν κόψεις την ταινία, είπε, θα είσαι παντού και πουθενά. Όπως όλα τα άλλα στον κόσμο. Τουλάχιστον, όσο μπορώ να το διανοηθώ.

Η Σάρα τα έχασε.

- Είμαι πραγματική.

- Πρέπει να σε γνωρίσω ολοκληρωτικά, είπε ο Πουλ. Για να το κάνω πρέπει να κόψω την ταινία. Αν δεν το κάνω τώρα, θα το κάνω καμιά άλλη φορά, είναι σίγουρο πως θα το κάνω κάποτε.

Γιατί να περιμένει, λοιπόν; αναρωτήθηκε. Και υπάρχει πάντα η πιθανότητα πως ο Ντάνσμαν έκανε αναφορά στους κατασκευαστές μου και πως θα επιχειρήσουν να με αποτρέψουν από το σκοπό μου. Ίσως γιατί βάζω σε κίνδυνο την ιδιοκτησία τους - τον εαυτό μου.

- Με κάνεις να μετανιώνω που δεν πήγα στο γραφείο μου, είπε η Σάρα και το στόμα της γύρισε προς τα κάτω σε βλοσυρά λακκάκια.

- Πήγαινε, είπε ο Πουλ.

- Δεν θέλω να σε αφήσω μόνο.

- Θα είμαι μια χαρά, είπε ο Πουλ.

- Όχι δεν θα είσαι μια χαρά. Θα αποσυνδεθείς ή θα κάνεις τίποτα παρόμοιο για να σκοτώσεις τα εαυτό σου επειδή ανακάλυψες πως είσαι ένα ηλεκτρονικό ανθρωποειδές και όχι ένα ανθρώπινο πλάσμα.

Εκείνος είπε σε λίγο:

- Μπορεί.

Μπορεί να κατάληγε εκεί.

- Και δεν μπορώ να σε σταματήσω.

- Όχι.

Κούνησε το κεφάλι του  συμφωνώντας μαζί της.

- Θα μείνω, όμως, του είπε η Σάρα, ακόμα κι αν δεν μπορέσω να σε σταματήσω. Γιατί αν σε αφήσω και αυτοκτονήσεις θα αναρωτιέμαι όλη την υπόλοιπη ζωή μου τι θα γινόταν αν έμενα. Κατάλαβες;

Αυτός κούνησε πάλι το κεφάλι του.

- Ξεκίνα, λοιπόν, είπε η Σάρα.

Ο Πουλ σηκώθηκε όρθιος.

- Δεν είναι πόνος αυτό που θα νιώσω, της είπε ,  με όλο που μπορεί να σου φάνει έτσι. Να θυμάσαι το γεγονός ότι τα οργανικά ρομπότ έχουν τα ελάχιστα δυνατά κυκλώματα πόνου μέσα τους. Θα νιώσω το πιο έντονο...

- Μη μου λες άλλα, τον διέκοψε εκείνη, Κάνε το αν είναι να το κάνεις και μην το κάνεις αν δεν πρόκειται να το κάνεις.

Αδέξια - επειδή φοβόταν - έχωσε με δυσκολία τα χέρια του στη συλλογή από τα μικροεργαλεία και προσπάθησε να πιάσει ένα μικρούτσικο τέτοιο: μια αιχμηρή και κοφτερή λεπίδα.

- Θα κόψω μια ταινία μονταρισμένη στο πανό μου του στήθους, της είπε κοιτάζοντας μέσα από το σύστημα των μεγεθυντικών φακών. Αυτό είναι.

- Το χέρι του έτρεμε καθώς σήκωσε την κοφτερή λεπίδα. Μπορεί να γίνει σε ένα δευτερόλεπτο, συνειδητοποίησε μέσα του. Θα τελειώσουν όλα. Και... θα έχω τον καιρό να συγκολλήσω πάλι τις κομμένες άκρες της ταινίας, κατάλαβε. Τουλάχιστον μισή ώρα. Σε περίπτωση που θα αλλάξω γνώμη.

Έκοψε την ταινία.

Με τα μάτια της καρφωμένα επάνω του και ζαρωμένη, η Σάρα ψιθύρισε:

- Τίποτα δεν έγινε.

- Έχω ακόμα τριάντα με σαράντα λεπτά.

Ο Πουλ ξανακάθισε στο τραπέζι αφού τράβηξε τα χέρια του μέσα από το γάντια. Παρατήρησε πως η φωνή του έτρεμε: δεν υπήρχε αμφιβολία πως η Σάρα το είχε καταλάβει και θύμωσε με τον εαυτό του, ξέροντας πως την είχε τρομάξει.

- Με συγχωρείς, της είπε παράλογα.

Ήθελε να της ζητήσει συγγνώμη.

- Ίσως θα έκανες καλά να έφευγες, της είπε τρομοκρατημένος.

Σηκώθηκε πάλι όρθιος. Το ίδιο έκανε και αυτή, αντανακλαστικά. Στεκόταν εκεί πρησμένη και τρομοκρατημένη, αναπνέοντας λαχανιασμένα.

- Φύγε, της είπε βραχνά. Πήγαινε στο γραφείο, εκεί όπου θα έπρεπε να είσαι. Όπου θα έπρεπε να είμαστε και οι δυο μας.

Θα συγκολλήσω τις άκρες της ταινίας, είπε στον εαυτό του. Δεν μπορώ να αντέξω σε αυτήν την ένταση.

Απλώνοντας τα χέρια του προς τα γάντια προσπαθούσε ψηλαφητά να τα τραβήξει πάνω στα δάχτυλά του που αγωνίζονταν. Ρίχνοντας μια ματιά στη μεγεθυντική οθόνη είπε την ακτίνα του αμυδρού ηλεκτρικού φωτισμού από πάνω να πέφτει ακριβώς πάνω στον αναλυτή. Τη ίδια στιγμή, είδε την άκρη της ταινίας να εξαφανίζεται κάτω από αυτόν... το είδε και το κατάλαβε. Αργησα, συνειδητοποίησε. Η ταινία πέρασε. Θεέ μου, σκέφτηκε, βοήθησέ με. Είχε αρχίσει να τυλίγεται με μεγαλύτερη ταχύτητα από ότι υπολόγισα. Ώστε τώρα λοιπόν...

Είδε μήλα και λιθόστρωτο και ζέβρες. Ένιωσε ζέστη, και τη μεταξένια υφή από ύφασμα, ένιωσε τον ωκεανό να σπάει τα κύματά του πάνω του και ένα δυνατό άνεμο που ερχόταν από τα βορινά και τον τραβολογάει, σαν να ήθελε να τον πάει κάπου. Η Σάρα ήταν κοντά του, το ίδιο και ο Ντάνσμαν, η Νέα Υόρκη γυάλιζε μέσα στη νύχτα και τα κινούμενα ολόγυρά του έτρεχαν και πηδούσαν στο νυχτερινό ουρανό και στο φως της μέρας  και στις πλημμύρες και στην ξηρασία. Το βούτυρο έλιωνε και γινόταν υγρό στο στόμα του και ταυτόχρονα τον έπνιξαν απαίσιες μυρωδιές και γεύσεις: η πικρή παρουσία από δηλητήριο, λεμόνια και καλοκαιριάτικο γρασίδι. Πνιγόταν, έπεφτε, βρισκόταν ξαπλωμένος στην αγκαλιά μιας γυναίκας σε ένα μεγάλο κάτασπρο κρεβάτι και την ίδια ώρα αντηχούσε τσιριχτά στα αυτιά του το προειδοποιητικό σήμα κάποιου ελαττωματικού ασανσέρ σε ένα από τα πανάρχαια και καταστραμμένα ξενοδοχεία στην κάτω πόλη. Ζω. Έζησα. Δεν θα ζήσω ποτέ, είπε στον εαυτό του και με τις σκέψεις αυτές του ήρθε κάθε λέξη, κάθε ήχος. Έντομα τσίριζαν και έτρεχαν βιαστικά, και αυτός μισοβυθίστηκε στο σύνθετο κορμό μιας ομοιοστατικής μηχανής που βρισκόταν κάπου στα χημικά εργαστήρια των Τριπλών Σχεδίων.

Κάτι θέλησε να πει της Σάρας. Ανοίγοντας το στόμα του δοκίμασε να αρθρώσει κάποιες λέξεις - ένα ειδικό κομπολόι από τον τεράστιο αριθμό τους που φώτιζαν λαμπρά το μυαλό του, ζεματίζοντάς το με την απώτερη σημασία τους.

Το στόμα του έκαιγε. Αναρωτήθηκε γιατί.

 

Μαρμαρωμένη κοντά στον τοίχο η Σάρα Μπέντον, άνοιξε τα μάτια της και είδε ένα φτερό καπνού να ανεβαίνει από το μισάνοιχτο στόμα του Πουλ. Το ρομπότ άρχισε έπειτα να γλιστράει κάτω, γονάτισε στους αγκώνες και τα γόνατά του και απλώθηκε μετά σε ένα σπασμένο, τσακισμένο σωρό. Η Σάρα ήξερε χωρίς να το εξετάσει πως αυτό είχε «πεθάνει».

Το Πουλ το έκανε αυτό στον εαυτό του. Και δεν μπορούσε να νιώσει κανένα πόνο, αυτό το είπε. Ή τουλάχιστον, όχι και μεγάλο πόνο, ίσως λιγάκι. Όπως και να 'ταν, τώρα είχε τελειώσει.

Θα έπρεπε να τηλεφωνήσω στον κ. Ντάνσμαν και να του πω τι έγινε, αποφάσισε. Τρέμοντας ακόμα, διέσχισε το δωμάτιο για να πάει στο τηλέφωνο. Σηκώνοντας το ακουστικό πήρε τον αριθμό από τη μνήμη της.

 Αυτό πίστευε πως είναι ένας συντελεστής παρορμήσεως στην ταινία πραγματικότητάς του, είπε η Σάρα από μέσα της. Έτσι πίστευε πως θα πέθαινε όταν «πέθαινε» αυτό. Τι παράξενο, σκέφτηκε. Πως του ήρθε μια τέτοια φανταστική ιδέα; Δεν είχε συνδεθεί ποτέ με τον πραγματικό κόσμο, «ζούσε» σε ένα δικό του ηλεκτρονικό κόσμο. Τι παράξενο πράγμα.

- Κύριε Ντάνσμαν, είπε όταν το κύκλωμα συνδέθηκε με το γραφείο του. Το Πουλ τελείωσε. Κατάστρεψε τον εαυτό του μπροστά στα μάτια μου. Καλά θα κάνατε να ερχόσασταν εδώ.

- Ώστε απαλλαγήκαμε τελικά από αυτό.

- Ναι, δεν είναι όμορφα;

Ο Ντάνσμαν είπε:

- Θα στείλω δύο άντρες από το συνεργείο.

Κοίταξε πιο πέρα από αυτήν και διέκρινε τη σιλουέτα του Πουλ που ήταν ξαπλωμένη κοντά στο τραπέζι της κουζίνας.

- Πήγαινε σπίτι σου να ξεκουραστείς, της έδωσε εντολή ο Ντάνσμαν. Όλα αυτά θα πρέπει να σε έχουν κατακουράσει.

- Ναι, είπε εκείνη. Σας ευχαριστώ, κ. Ντάνσμαν.

Έκλεισε το ακουστικό και στάθηκε εκεί χωρίς να ξέρει τι να κάνει.

Και τότε πρόσεξε κάτι.

Τα χέρια του, σκέφτηκε. Τα σήκωσε ψηλά. Γιατί μπορώ και βλέπω από μέσα τους;

Και οι τοίχοι του δωματίου άρχισαν να μην φαίνονται καθαρά και αυτοί.

Τρέμοντας πήγε πίσω στο ακίνητο ρομπότ και στάθηκε από πάνω του, μην ξέροντας τι να κάνει. Μέσα από τα πόδια της φαινόταν το χαλί κι έπειτα έγινε θολό και το χαλί και μέσα από αυτό ήταν άλλα στρώματα από ύλη που διαλύονταν.

Ίσως αν μπορέσω να συγκολλήσω τις άκρες της ταινίας πάλι, σκέφτηκε. Δεν ήξερε όμως πως. Και το Πουλ είχε κιόλας ξεθωριάσει.

Ο πρωινός αέρας φυσούσε ολόγυρά της. Δεν τον ένιωθε, άρχισε τώρα να μην αισθάνεται.

Οι αέρηδες συνέχισαν να φυσάνε.