Ύπαρξη

Μαρίνα Σαββίδου

Στον ερημικό δρόμο για το Μαρτίνο, ένα οικισμό της επαρχίας Λοκρίδας, κινιόταν μόνο ένα αυτοκίνητο. Η νύχτα ήταν θεοσκότεινη και το φως από τα φανάρια του αμαξιού φώτιζε τα πεύκα που βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου, κάνοντάς τα να μοιάζουν παραμυθένια.

Ο οδηγός μουρμούριζε την μουσική που ακουγόταν από το ραδιόφωνο. Ο δρόμος ήταν μονότονος, ανηφορικός, χωρίς ίχνη ζωής, έστω και από τα νυχτόβια ζώα που συνήθως τον διασχίζουν. Κανένα άλλο αυτοκίνητο δεν φαινόταν πουθενά μια και η ώρα ήταν προχωρημένη, κι η παντελής ερημιά έκανε τα νεύρα του να ηρεμούν.

Τότε, εκεί, λίγα μέτρα μπροστά του, φάνηκε κάτι σαν ένα σύννεφο από γαλάζιες σπίθες που έπιανε τον δρόμο απ' τη μια μέχρι την άλλη άκρη.

"Τι στο καλό, τι είναι αυτό;" μουρμούρισε ο οδηγός γουρλώνοντας τα μάτια του, ξυπνώντας ξαφνικά από τον λήθαργο που τον είχε ρίξει η μoνοτονία της διαδρομής.

Εκείνο το πράγμα σπιθοβολούσε και κινιόταν σα να ήταν ζωντανό. Κι ο ίδιος κατευθυνόταν ολόισια μέσα σ' αυτό το παράξενο σύννεφο. Το τιμόνι κλώτσησε στα χέρια του. Ούρλιαξε καθώς το αυτοκίνητό του διέσχιζε τις αναλαμπές, και με τα μπράτσα του κάλυψε το κεφάλι του.

 

Το μικρό παιδί έπαιζε στην αυλή του σπιτιού του. Αν και βράδυ, του άρεσε ν' ανακατώνεται με τα χώματα, κι ας λέγαν οι μεγάλοι ότι το βράδυ βγαίνουν φαντάσματα και κακά πνεύματα που παίρνουν μαζί τους όποιον βρίσκουν έξω.

Από το παράθυρο της κουζίνας έπεφτε φως σχηματίζοντας κάτι θαμπά τετραγωνάκια πάνω στο έδαφος, δίνοντας ένα πρασινοκίτρινο χρώμα στα μεγάλα φύλλα της μουριάς που ήταν δίπλα στο σπίτι.

Πέρα από την αυλή απλωνόταν μια έκταση καλλιεργημένης γης που τώρα φάνταζε σαν μια τεράστια θάλασσα από μαύρο, σιωπηλό νερό, κι ακόμα πιο πέρα αχνοφάνταζαν τα πεύκα του δάσους.

Το παιδάκι έπαιζε όταν το βλέμμα του σταμάτησε σε κάτι. Πέρα από τις γραμμές των λόφων φαινόταν μια αναλαμπή. Ήταν μια γαλαζωπή ανταύγεια, σαν αυτήν που κάνει το φεγγάρι λίγο πριν ξεμυτίσει από τις κορυφές των βουνών. Μόνο που εκείνη η νύχτα ήταν αφέγγαρη. Κάτι άλλο κρυβόταν πίσω από τις καμπύλες του λόφου.

"Μαμά, μαμά", φώναξε το παιδί τρέχοντας κατά το σπίτι του, παρατώντας στην μέση το παιχνίδι. "Μαμά, έλα να δεις, έλα να δεις. Κάτι είναι έξω, εκεί μακριά".

Όρμησε στην κουζίνα, τραβώντας την μάνα του, τεντώνοντας το χέρι κατά την κατεύθυνση των λόφων. Η μητέρα του χαμογέλασε χαϊδεύοντας του το κεφάλι.

"Τι είναι εκεί έξω, Πετράκη;"
"Μια λάμψη μεγάλη", έκανε ο μικρός με διάπλατα μάτια ανοίγοντας παραστατικά τα χέρια του.
"Κουτό παιδί, θα είδες τους προβολείς κανενός αυτοκινήτου. Αντε τώρα να πλυθείς, και μετά γρήγορα για ύπνο."
"Θέλω να παίξω λιγάκι ακόμη" είπε ο Πετράκης και ‹όρμησε προς την πόρτα.

Οι μεγάλοι ποτέ δεν έδιναν σημασία στα λεγόμενά του. Νόμιζαν πως επειδή ήταν μικρός ήταν κι ευφάνταστος. Ακουσε πίσω του την φωνή της μάνας του που του έλεγε να μην καθίσει πολύ γιατί έπρεπε να κοιμηθεί.

Κοίταξε κατά τους λόφους. Η λάμψη είχε χαθεί. Ίσως τελικά η μητέρα του να είχε δίκιο, και να ήταν κανένα αυτοκίνητο.

Όμως όχι! Η λάμψη υπήρχε! Νάτην πάλι, λίγο πιο κοντά. Κρυβόταν πίσω από έναν λόφο, πέρα στο καλλιεργημένο χωράφι.

Ο μικρός πήρε γρήγορα την απόφαση του, Θα πήγαινε να δει τι ήταν. Παίρνοντας φόρα, πήδηξε τον ξύλινο φράχτη της αυλής και άρχισε α τρέχει πάνω στην φρεσκοσκαμμένη γη. Είχε λαχανιάσει, γιατί όπως διαπίστωσε το φως ήταν μακρύτερα απ' ότι φαινόταν στην αρχή.

Ιδρωμένος διέσχιζε τα τελευταία κομμάτια γης που ανηφόριζαν. Φτάνοντας στην κορυφή του υψώματος αντίκρισε αυτό που ήταν από την άλλη μεριά και έλαμπε. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μα, αυτό ήταν υπέροχο!

Εκεί, μπροστά του, στεκόταν ένα ολόασπρο πόνυ που πετούσε γαλάζιες και λευκές σπίθες, που ακτινοβολούσε ολόκληρο από ένα αλλιώτικο φως.

Κατεβαίνοντας όπως - όπως το ύψωμα, το παιδί έφτασε κοντά στο πόνυ. Τέτοια ομορφιά σίγουρα δεν είχε δει κανένας άλλος.

Μαγεμένο, άπλωσε το χέρι του να χαϊδέψει εκείνο το φεγγοβόλο όραμα. Αυτό οπωσδήποτε έπρεπε να το δουν οι γονείς του.

 

Η νύχτα ήταν ήσυχη και η κοπέλα κοιμόταν ανέμελα, σχεδόν ξεσκέπαστη, πάνω στο μαλακό κρεβάτι. Τα παραθυρόφυλλα ήταν μισόκλειστα κι απ' τα ανοιγμένα τζάμια έμπαινε στο δωμάτιο η μυρωδιά της νυχτερινής άνοιξης, όλα εκείνα τα ακαθόριστα αρώματα από άνθη αναμειγμένα με τις μυρωδιές της φρεσκοσκαμμένης γης, του πράσινου χορταριού και του πεύκου.

Απ' το παράθυρο φαινόταν ένα κομμάτι ουρανού στολισμένο με λαμπρά άστρα που άστραφταν σαν πολύτιμα πετράδια, και μια λεπτή λωρίδα απ' τον γαλαξία, την ζώνη την φτιαγμένη από ασημόσκονη θαρρείς, τα εκατομμύρια φωτεινά στίγματα, μηνύματα του μεγαλείου του σύμπαντος.

Το θρόισμα στα φύλλα των δέντρων της αυλής έγινε πιο έντονο, αλλά παρ' όλα αυτά, ακόμη ανεπαίσθητο. Η κοπέλα στριφογύρισε στο κρεβάτι της, μισοξυπνώντας από ένα ακαθόριστο εφιάλτη, σαν εκείνους που βλέπουμε ορισμένες βραδιές, που μας τρομάζουν χωρίς όμως να θυμόμαστε το αντικείμενο του φόβου όταν ξυπνάμε. Ανοιξε τα γαλάζια μάτια της και αντίκρισε το διάκοσμο του δωματίου.

Το βλέμμα της γλίστρησε αδιάφορα πάνω από τους σκούρους όγκους των επίπλων. Σταμάτησε στο φωτεινό άνοιγμα του παραθύρου. Μια γαλάζια σπίθα πετάρισε μέσα στην μαυρίλα της νύχτας. Το ερέθισμα έφθασε αργά στον ναρκωμένο εγκέφαλό της.

"Τι ήταν αυτό;" σκέφτηκε μουδιασμένα. "Θα το φαντάστηκα".

Παράξενες αναλαμπές χόρεψαν απ' τη μια στην άλλη άκρη του παραθύρου. Η κοπέλα ανασηκώθηκε. Ανοιξε διάπλατα τα νυσταγμένα μάτια της. Το στόμα της μισάνοιξε από την έκπληξή της.

"Τι;" είπε αργά στον εαυτό της.

Το σκοτεινό κομμάτι του ουρανού πήρε μια ανοιχτότερη απόχρωση. Η αμυδρή αυτή διαφορά έγινε εντονότερη, και σε λίγο κατάντησε φωτολουσία από θαμπογάλαζο φως που έστελνε μια ανταύγεια σ' όλο το δωμάτιο.

Περνώντας απ' τις μισόκλειστες γρίλιες του παραθύρου έριχνε στο πάτωμα λεπτές λουρίδες ασημένιου φωτός.

Το κορίτσι καθόταν παγωμένο στο κρεβάτι του, μη τολμώντας να πιστέψει αυτά που έβλεπε, μην τολμώντας να κάνει την παραμικρή σκέψη για το τι θα μπορούσε να ήταν εκείνο που λαμποκοπούσε έξω απ' το παράθυρό της κι έκανε το δωμάτιό της φωτεινό.

Τα γαλάζια μάτια της κοιτούσαν διάπλατα την κουστωδία απ' τις αναλαμπές. Και τότε, κάτι άνοιξε ορμητικά τα πατζούρια, κάνοντάς τα να βροντήξουν σαν ξύλα παλιού καραβιού που σπάνε, κάτι όρμησε μέσα ουρλιάζοντας δυνατότερα κι από άνεμο, κάτι που ήταν γεμάτο φως, γαλάζιο φως και σπίθες―.

Οι κουρτίνες ανέμισαν προς τα μέσα, έτριξαν στο κουρτινόξυλο, ξεσκίστηκαν και διαλύθηκαν σκορπίζοντας σε κομμάτια. Η κοπέλα έφερε ασυναίσθητα την ανάστροφη του χεριού της  μπροστά στα μάτια της προσπαθώντας να προστατευθεί, Ένιωθε τα μαλλιά της να κυματίζουν με μανία προς τα πίσω, και μια δύναμη, μια παράξενη δύναμη να την χτυπάει κατά πρόσωπο.

Φώναξε, ούρλιαξε, μα οι κραυγές της σκεπάζονταν από εκείνον τον αλλόκοτο ήχο που κυριαρχούσε, κι έμοιαζε σαν τη βουή που κάνει ο αέρας περνώντας ανάμεσα από χαραμάδες, σαν φωνές γατιών που κλαινε, σαν μουρμουρητά οργισμένων ανθρώπων. Τα μάτια της δεν έβλεπαν τίποτ' άλλο παρά γαλάζιες σπίθες που κινούνταν σαν ζωντανές και το γαλακτερό απαύγασμά τους.

Έσφιξε τα βλέφαρά της πάνω στα μάτια προσπαθώντας να αποδιώξει το φεγγοβόλο όραμα. Έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, μα δεν τα κατάφερε. Έπεσε μπρούμυτα πάνω στο στρώμα, και συνέχισε να φωνάζει ενώ ένιωθε τα μαλλιά της να ανεμίζουν σαν δαιμονισμένα πάνω από το κεφάλι της, το κορμί της να σαρώνεται από έναν παράξενο άνεμο, και το δωμάτιο να φωτίζεται από κάτι αφύσικο, εντελώς ξένο.

 

Το μεσημέρι βρήκε το Μαρτίνο βουτηγμένο στο πένθος. Η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε πένθιμα ασταμάτητα.. Στο τελευταίο σπίτι, αυτό που βρισκόταν κοντά στα χωράφια, κόσμος πηγαινοερχόταν. Φαινόταν από μακριά πως ήταν σημαδεμένο από τον θάνατο. Είχε πάνω του κάτι το μουντό, το σκοτεινό. Σπίτι καταραμένο, όπως θα το χαρακτήριζαν οι κάτοικοι.

Λυγμοί και κλάματα από το εσωτερικό του έφταναν μέχρι έξω. Και μια μουριά είχε απλωμένα τα κλαδιά της προς τα παράθυρα, σα να ήθελε να παρηγορήσει την μάνα που οδύρονταν μέσα στο σπίτι. Καημένη γυναίκα! Τι φριχτό αλήθεια, να βρει το αγοράκι της πεθαμένο στο χωράφι τους.

Την ιστορία την είχαν μάθει σχεδόν όλοι. Η άμοιρη γυναίκα ανάμεσα απ' τους λυγμούς της την επαναλάμβανε πάλι και πάλι, μην πιστεύοντας το κακό που την βρήκε. Ο μοναχογιός της, ο μικρός Πετράκης, βγήκε το προηγούμενο βράδυ να παίξει, και θέλοντας ν' αποσπάσει την προσοχή της, της μίλησε για κάτι περίεργα φώτα. Όμως εκείνη δεν τον πίστεψε, κι έτσι το παιδί ξαναβγήκε στην αυλή. Αργησε να γυρίσει, κι όταν τον αναζήτησε διαπίστωσε πως δεν βρισκόταν πουθενά. Μαζί με τον άνδρα της άρχισαν να ψάχνουν. Το ένστικτό της την οδήγησε στο χωράφι τους. Κι εκεί, πίσω από ένα ύψωμα βρήκε το σώμα του γιου της να κείτεται άψυχο πάνω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα.

Τι άτυχος μικρός! Όλοι στο Μαρτίνο τον συμπαθούσαν γιατί ήταν καλός χαρακτήρας,  και με πολύ φαντασία. Ένα χαριτωμένο παιδί που ήξερε να λέει ιστορίες εξωπραγματικές, παραμύθια που έμοιαζαν αληθινά. Και τώρα να πεθάνει...

Όλοι λυπήθηκαν για τον χαμό του, και συνέτρεξαν την πονεμένη μητέρα. Ο γιατρός είπε ότι είχε πεθάνει μάλλον από ανακοπή καρδιάς, όμως η μάνα ισχυρίζονταν πως ο γιος της δεν είχε ποτέ του προβλήματα με την καρδιά του.

Η κηδεία έγινε στην μικρή εκκλησία. Ο τόπος γέμισε άσπρα γαρύφαλλα και γαρδένιες που έσμιγαν το άρωμά τους με το άρωμα του λιβανιού. Οι βυζαντινές αγιογραφίες, τα παλιά ξυλόγλυπτα τέμπλα, βάραιναν ακόμα περισσότερο το περιβάλλον και έκαναν την ατμόσφαιρα ανυπόφορα καταθλιπτική. Το σκοτεινό εσωτερικό της εκκλησίας φωτίζονταν μόνο από τα στενά, χρωματιστά βιτρώ στα παράθυρα, από τα καντήλια, τα κεριά, κι από την ασπράδα των λουλουδιών.

Στην μέση, το μικρό φέρετρο ήταν περιτριγυρισμένο από μαυροντυμένες, σκυφτές μορφές με κόκκινα μάτια απ' το κλάμα. Ο παπάς ήταν γέρος με κάτασπρα μαλλιά και τρεμουλιαστή φωνή. Δεν στεκόταν καλά στα πόδια του και πάντα τον στήριζαν δυο νέοι διάκονοι.

Εκείνη την μέρα η νεκρώσιμη λειτουργία τέλειωσε πολύ αργά. Όταν η πομπή πήρε τον δρόμο για το νεκροταφείο είχε αρχίσει ήδη να βραδιάζει. Η Αλεξάνδρα ακολουθούσε μαζί με τους γονείς της. Τα γαλάζια μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε βοηθήσει τον Πετράκη στα μαθήματά του και τολμούσε να πει ότι ήταν ο πιο υπάκουος και καλός μαθητής της. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε χαθεί τόσο ξαφνικά. Η ματιά της έπεσε σ' ένα νεκρό πουλί, ένα σπουργίτι, ανάμεσα στους θάμνους της αυλής της εκκλησίας. Θα πρέπει να ήταν εκεί πολύ καιρό, όμως πρώτη φορά το πρόσεχε.

Μια ψιλή βροχή είχε αρχίσει να πέφτει σιγά - σιγά κάνοντας έναν ανεπαίσθητο θόρυβο καθώς χτυπούσε στο φύλλωμα των δέντρων και στον χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στο νεκροταφείο. Το παλιό εκκλησάκι διαγραφόταν αχνά στο ψιλόβροχο που έμοιαζε με ομίχλη. Παράξενο: σ' αυτή την εκκλησία δεν έχτιζαν φωλιές τα χελιδόνια όπως έκαναν σε άλλα ξωκλήσια. Ίσως επειδή ήταν τόσο μαυρισμένη απ' τον χρόνο, γεμάτη ρωγμές και αγριόχορτα.

Η ταφή ήταν σύντομη, και μετά την κηδεία οι περισσότερες γυναίκες μαζεύτηκαν σε παρέες και κάθισαν έξω συζητώντας ακόμα αυτό το ξαφνικό γεγονός. Η βροχούλα είχε σταματήσει και μια ελαφριά ψύχρα πλανιόταν στον αέρα.

"Το καημένο το παιδάκι" έλεγε μια μαυροντυμένη γριά. "Τι κρίμα να πεθάνει τόσο μικρό".

Το θέαμα που παρουσίαζαν οι γυναίκες ήταν αρκετά περίεργο. Οι παρέες ήταν μαζεμένες κάτω από τα λιγοστά φώτα των δρόμων. Οι άντρες τους ήταν στο καφενείο, και ποτέ δεν κάθονταν μαζί τους σ' αυτά τα νυχτέρια. Οι γριές ντυμένες στα μαύρα έμοιαζαν με φιγούρες παραμυθιού, καθώς τα ζαρωμένα πρόσωπά τους φάνταζαν σχεδόν άσπρα μέσα στις μαντίλες και τις εσάρπες τους: σα να ξεφύτρωναν κατευθείαν από το σκοτάδι, άυλα, χωρίς σώμα και υπόσταση. Οι νεώτερες ήταν ντυμένες κι αυτές με σκούρα φορέματα. Ήταν τα μόνο ζωντανά πλάσματα που βρίσκονταν έξω αυτή την ώρα. Η ησυχία της νύχτας διαταράσσονταν μόνο από τα σιγανά μουρμουρητά και τις κουβέντες τους.

"Κι αν δεν ήταν φυσιολογικός ο θάνατος;" είπε μια κοπέλα.
"Τι θέλεις να πεις;" ρώτησε η γεροντότερη της παρέας.
"Να, εσείς οι παλιότερες συνέχεια μας λέγατε για πνεύματα και παράξενα πράγματα που κατοικούν στο δάσος".
"Έτσι μας έλεγαν κι εμάς οι γιαγιάδες μας, όμως κανείς ποτέ δεν είδε κάτι."
"Αλλά, τα πίστευαν αυτά που έλεγαν;"
"Τα πίστευαν", κούνησε καταφατικά το κεφάλι της η γριά. "Έτσι τουλάχιστον νομίζαμε".
"Μάλλον τα έλεγαν για να μας δείξουν ότι ξέρουν περισσότερα", είπε μια άλλη ηλικιωμένη.
"Δεν σας φαίνεται ότι το βουνό λάμπει;" έκανε με δέος ένα κορίτσι.

Όλες γύρισαν και κοίταξαν το βουνό, πέρα από τα τελευταία σπίτια που διαγράφονταν σκούρα στον ορίζοντα. Πράγματι, αν πρόσεχε κανείς καλά, θα έβλεπε μια γαλακτόχρωμη απόχρωση κατά τους πρόποδες του βουνού.
"Ονειροπαρμένη είσαι, Λουκία;" είπε μια γριά. "Δεν βλέπω τίποτα".
"Κάτι σα να αχνοφέγγει".
"Θα είναι τίποτα αυτοκίνητα που περνούν από τον δρόμο. Αλήθεια, το μάθατε; Ένας φουκαράς σκοτώθηκε με το αυτοκίνητό του λίγο έξω από το χωριό μας".
"Πώς έγινε;" ρώτησε η Αλεξάνδρα.
"Ξέρω 'γω; Θά' πεσε σε καμιά λακκούβα, έτρεχε πολύ... Ποιος ξέρει. Πάντως τον βρήκανε νεκρό και το αυτοκίνητό του τουμπαρισμένο".
"Εγώ νομίζω πως το βουνό λάμπει, και δεν είναι φώτα αυτοκινήτων", ξανάπε η Λουκία.

Κάτι πέρασε φευγαλέα από το μυαλό της Αλεξάνδρας αφήνοντας πίσω του μια θολή ανάμνηση. Κάτι στα λόγια της Λουκίας την τάραξε, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι.

"Πρέπει να πηγαίνω", είπε και καληνύχτισε τις γυναίκες.

Καθώς απομακρύνονταν από κοντά τους στ' αυτιά της έφταναν τα λόγια τους.

«Ακου κει το βουνό λάμπει! Σιγά - σιγά θα μας πεις ότι φαντάσματα σκότωσαν τον Πετράκη. Η γνώμη μου είναι ότι το παιδί ήταν άρρωστο, γι' αυτό και πέθανε. Το είπε κι ο γιατρός. Η καρδιά του δεν άντεξε. Δεν το σκότωσαν τίποτα αερικά. Αυτά είναι παραμύθια."

 

Ήταν περασμένες τρεις και το χωριό κοιμόταν βαθιά. καμιά ψυχή δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους. Η Αλεξάνδρα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της προσεκτικά και βγήκε έξω. Φορούσε το νυχτικό της και ήταν ξυπόλητη, αλλά αυτό δεν φαινόταν να την ενοχλεί. Διέσχιζε το χωριό, σχεδόν μια εξωπραγματική φιγούρα, κατευθυνόμενη προς το δάσος με τα πεύκα. Συνέχισε ανηφορίζοντας για λίγο ακόμη. Οι πευκοβελόνες έσπαζαν κάτω από τα γυμνά της πέλματα.

Σταμάτησε. Κοίταξε γύρω της. μια σπίθα τρεμόπαιξε κάπου ανάμεσα στους κορμούς. Απλωσε τα χέρια της. Ένα σμήνος από λάμψεις μαζεύτηκαν χορεύοντας στις παλάμες της. Εκείνη χαμογελούσε.

 

Η Αλεξάνδρα και ο Θανάσης κάθονταν κάτω από τον ίσκιο ενός δένδρου στην μέση του αγαπημένου τους χωραφιού. Δεν ήταν πολύ έξω από το χωριό, ήταν όμως αρκετά απομονωμένο από την κοινή θέα χάρη σε κάποιες λεύκες που το περιτριγύριζαν, και κάποιους θάμνους που σχημάτιζαν φωλιές.

"Μου συνέβη κάτι παράξενο χθες το βράδυ", είπε η Αλεξάνδρα. "Ονειρευόμουν ότι περπατούσα στο δάσος, και όταν ξύπνησα το πρωί βρήκα σκαλωμένη ανάμεσα στο μικρό δάχτυλο του ποδιού μου μια πευκοβελόνα".
"Θες να πεις ότι υπνοβατούσες;" ρώτησε ο Θανάσης.
"Δεν ξέρω. Είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει, αλλά μάλλον κάτι τέτοιο θα είναι. Αλλιώς δεν εξηγείται η πευκοβελόνα στο πόδι μου. Θα πρέπει πράγματι να υπνοβατούσα."
"Οι γονείς σου δεν αντιλήφθηκαν τίποτα;"
"Όχι. Διαφορετικά κάτι θα μου έλεγαν. Δεν είναι επικίνδυνο να υπνοβατεί κανείς; Ποιος ξέρει τι μπορεί να κάνει στον ύπνο του".
"Δεν πιστεύω ότι μπορείς να κάνεις κάτι κακό, εκτός ίσως στον ίδιο σου τον εαυτό. Υπάρχει κίνδυνος να πέσεις και να χτυπήσεις πουθενά, Αυτό πρέπει να το προσέξω".
"Φοβάμαι. Αν μου ξανασυμβεί;"
"Το ότι υπνοβάτησες μια φορά δεν σημαίνει ότι θα το κάνεις συνέχεια. Ήσουν ταραγμένη χθες με την κηδεία του Πετράκη, κι ίσως αυτό να σε επηρέασε".
"Το πιστεύεις;"
"Ναι. Είναι η μόνη λογική εξήγηση για έναν άνθρωπο που ποτέ στην ζωή του δεν είχε παρόμοια προβλήματα".
"Ίσως να έχεις δίκιο".

Οι δύο νέοι σηκώθηκαν και άρχισαν να βηματίζουν προς το χωριό.
"Δεν είναι παράξενο δυο θάνατοι την ίδια περίπου ώρα;" είπε η Αλεξάνδρα καθώς περπατούσε κρατώντας από το μπράτσο τον Θανάση.
"Λες για τον οδηγό που τράκαρε;"
"Ναι. Ο θάνατός του πρέπει να συνέβη περίπου την ίδια ώρα που πέθανε ο Πετράκης. Ακουσα τον γιατρό να το λέει."
"Ναι, είναι λίγο παράξενο, αλλά σκέψου πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά την ίδια ώρα. Αν ζούσαμε σε μια μεγαλούπολη ούτε που θα το κουβέντιαζες."
"Μα δεν ζούμε σε μεγαλούπολη. Και δυο θάνατοι την ίδια ώρα σε ένα μικρό χωριό..."
"Μην το σκέφτεσαι άλλο, Αλεξάνδρα. Θα σου γίνει έμμονη ιδέα. Ξέρω πόσο σου στοίχισε ο θάνατος του μικρού, αλλά πάψε να το συλλογιέσαι."

Οι δυο νέοι συνέχισαν σιωπηλοί τον δρόμο προς το χωριό.

 

Ο γερο-Θόδωρος περνούσε έξω από την εκκλησία με το στραβό, ασταθές βήμα του. Ήταν απογευματάκι, ο ήλιος κόντευε να δύσει, κι ήταν ξεμέθυστος. Όμως περπατούσε σα να είχε πιει πολλά κιλά κρασί. Ήταν ένα κουσούρι που του είχε μείνει από τότε που είχε αρχίσει το πιοτό. Ήταν τόσο λίγες οι φορές που ήταν νηφάλιος, που είχε ξεχάσει ποια πώς περπατούσαν κανονικά.

Έξυσε το κεφάλι με τα μακριά άσπρα μαλλιά, και κοίταξε την έρημη εκκλησία. Πήγε να κάνει τον σταυρό του αλλά σταμάτησε ξαφνιασμένος. Παραπατώντας κοντοστάθηκε. Ο σταυρός του καμπαναριού είχε κάτι διαφορετικό. Ανοιξε διάπλατα τα μάτια του. Αυτό κι αν ήταν! Ο μαρμάρινος σταυρός λαμποκοπούσε γαλαζωπά στο ρόδινο σούρουπο!

"Χριστέ και Παναγία!" μουρμούρισε ο γερο-Θόδωρος.

Έπειτα σχεδόν τρέχοντας όσο του επέτρεπαν τα πόδια του που τρέκλιζαν κατευθύνθηκε προς το καφενείο του χωριού, εκεί που σίγουρα θα ήταν τώρα ο παπάς παρέα με τους γεροντότερους.

Έφτασε λαχανιασμένος δέκα λεπτά αργότερα. Οι συγχωριανοί του τον κοίταζαν χαμογελαστά λέγοντας από μέσα τους ότι πάλι πιωμένος θα ήταν.

"Παπά μου, παπά μου", είπε με κομμένη την ανάσα ο γερο-Θόδωρος. "Έλα να δεις! Ένα θαύμα έγινε!"
"Τι είναι πάλι, Θόδωρε;" ρώτησε ο παπάς χαϊδεύοντας με το ροζιασμένο χέρι του τα μακριά του άσπρα γένια.
"Ο σταυρός της εκκλησίας λάμπει!".
"Τι είναι αυτά που λες! Πόσα μπουκάλια ήπιες αυτή την φορά;"
"Κανένα, πάτερ μου. Αλήθεια σου λέω! Πρέπει να έρθεις να το δεις! Λάμπει!"
"Πήγαινε από δω, μην σε αφορίσω!"
"Λάμπει!"
"Ναι, όπως την άλλη φορά που έβλεπες μισόγυμνους αγγέλους, κολασμένε! Φύγε, και μην σε ξανακούσω να λες τίποτα τέτοιο!"

Ο γερο-Θόδωρος με κατεβασμένα τα μούτρα του απομακρύνθηκε από κοντά τους. Σατανάδες! Κανείς δεν τον πίστευε. Ακούς εκεί να μην θέλουν να δουν το θαύμα!

Κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, μπήκε σιγά στην κουζίνα για να μην τον ακούσει η γριά του, και ξετρύπωσε μια μπουκάλα κρασί πίσω από το ψυγείο. Καθώς έβγαινε και πάλι έξω άκουσε πίσω την φωνή της να του λέει:

"Γέρο, εσύ είσαι; Πού πας; Πάλι να πιεις;"

Δεν της απάντησε. Γρήγορα - γρήγορα έφυγε και άρχισε να βαδίζει προς το δάσος. Εκεί κανείς δεν θα τον ενοχλούσε, και θα έπινε την θεία αμβροσία με την ησυχία του.

 

Οι σκιές είχαν πέσει για καλά όταν ο γερο-Θόδωρος σωριαζόταν κάτω από τον κορμό ενός πεύκου κρατώντας την μπουκάλα του. Έκανε μια πρόποση στο δάσος και την έβαλε στο στόμα του αδειάζοντας σχεδόν την μισή.
Γέλασε ευχαριστημένος.
"Νέκταρ, είσαι", είπε κοιτώντας το κρασί με θαυμασμό.

Ξαναήπιε με γενναίες γουλιές.

 

Θα πρέπει να είχε περάσει πολλή ώρα γιατί τώρα είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Ο γερο-Θόδωρος ατένιζε τα πεύκα χαϊδεύοντας την άδεια μπουκάλα πάνω στην κοιλιά του. Ήταν ελαφρά ζαλισμένος και ευχάριστα μουδιασμένος.

Μια κίνηση μέσα στην μαυρίλα τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Ένα αχνό φως. Δεν ήταν μόνος στο δάσος, και κάποιος άλλος του έκανε παρέα. Ανασηκώθηκε και μισόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να διακρίνει καλύτερα. Μια φιγούρα... Σηκώθηκε όρθιος μονομιάς και η άδεια μπουκάλα του βρόντηξε στο έδαφος. Τι ήταν αυτό; Ένας άγγελος! Ναι, ήταν ένας άγγελος, αλλά όχι σαν κι εκείνους που είχε δει την άλλη φορά. Αυτός ήταν ένας πραγματικός άγγελος! Η αλήθεια ήταν ότι όταν έπινε έβλεπε διάφορα πράγματα, αλλά πάντα ήταν σε θέση να ξεχωρίσει την φαντασία από την πραγματικότητα. Κι αυτό που έβλεπε τώρα ήταν πραγματικότητα, αυτό ήταν σίγουρο.

Ένας άγγελος, λουσμένος σε γαλάζιο φως και σπίθες περπατούσε μερικά βήματα μακριά του. Αν άπλωνε το χέρι του ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να τον αγγίξει, Μόνο που δεν είχε φτερά. Φορούσε ένα αραχνούφαντο φόρεμα και βάδιζε ξυπόλητος στο δάσος. Είχε καστανά μαλλιά και πανέμορφο πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο του ήταν γνωστό. Όρκο θα έπαιρνε πως κάπου το είχε ξαναδεί.

Ναι! Το είχε ξαναδεί! Έμοιαζε με την Αλεξάνδρα του κυρ-Μιχάλη, αλλά δεν θα μπορούσε να ήταν αυτή. Η Αλεξάνδρα ήταν δασκάλα, κι όχι άγγελος.

Σηκώθηκε τρικλίζοντας και φώναξε το όνομά της. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Ο γερο-Θόδωρος ένιωσε την καρδιά του να σπαρταράει στο στήθος του. Εκείνα τα γαλάζια μάτια! Λες και πετούσαν σπίθες φωτός! Αλαφιασμένος παράτησε την άδεια μπουκάλα του και βάλθηκε να τρέχει προς το σπίτι του με όσες δυνάμεις είχε.

 

Ήταν αργά το απόγευμα και το νεκροταφείο του χωριού ήταν άδειο εκτός από μια φιγούρα σκυμμένη πάνω σε έναν τάφο. Ήταν η μάνα του Πετράκη. Είχαν περάσει κιόλας τέσσερις μέρες από τον τραγικό του θάνατο, κι όμως ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Βρισκόταν συνέχεια πάνω από τον μικρό του τάφο με δάκρυα στα μάτια, ψιθυρίζοντας του λόγια τρυφερά.

Πάντα απόμενε μόνη στον θλιβερό τόπο της ανάπαυσης των νεκρών. Καμιά μαυροφόρα δεν άντεχε να μένει τόσες ώρες εκεί. Κοίταξε με λατρεία την φωτογραφία του Πέτρου. Κάτι φωτεινό έπιασε το μάτι της. ήταν κάτι πίσω από τους σωρούς με τα λουλούδια και τις γλάστρες, πίσω από τον μεγάλο μαρμάρινο σταυρό του τάφου. Σηκώθηκε όρθια να δει καλύτερα. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι στο στήθος της. Δεν τολμούσε να πιστέψει στα μάτια της.

Εκεί, πίσω από τον τάφο του, στεκόταν ο Πετράκης, φωτεινός, σπινθηροβόλος!

"Πέτρο!" έβγαλε μια κραυγή η πονεμένη μάνα. "Αγόρι μου!"
Ο Πέτρος της χαμογελούσε κι έλαμπε ολόκληρος. Με αβέβαια βήματα τον πλησίασε. Απλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει.
"Δέσποινα!"
Γύρισε ξαφνιασμένη να δει ποιος την φώναζε. Ήταν ο άνδρας της.
"Δέσποινα, πρέπει  κάποτε να έρθεις στο σπίτι. Δεν είναι κατάσταση αυτή. Σου κάνει κακό να είσαι από το πρωί εδώ. Είναι αργά πια. Έλα, πάμε".
"Νίκο, ο Πέτρος μας είναι ζωντανός!"
"Γυναίκα, τρελάθηκες; Ο Πέτρος πέθανε. Τον θάψαμε, Είναι κάτω από αυτόν τον τάφο."
"Όχι! Τον είδα κι ήταν ζωντανός! Έλα να δεις κι εσύ".

Τον άρπαξε από το χέρι και τον τράβηξε προς το πίσω μέρος του τάφου, εκεί που είχε δει το παιδί της.
"Να, κοίτα", του είπε.
"Τι να δω. Δεν υπάρχει τίποτα. Καλή μου, ο Πέτρος μας πάει. Τίποτα δεν τον φέρνει πίσω!"

Η Δέσποινα χαμήλωσε το βλέμμα της εκεί που είχε δει τον Πέτρο να κάθεται. Το μόνο που αντίκρισε ήταν το χώμα και μερικά ξεριζωμένα χόρτα.
"Πέτρο!" φώναξε με σπαραγμό. "Πού είσαι;"
"Παμε να φύγουμε", είπε ο Νίκος και αγκαλιάζοντάς την, την απομάκρυνε από τον τάφο.
"Όχι, εδώ ήταν!" φώναζε και οδυρόταν εκείνη. "Τον είδα, σου λέω! Έλαμπε ολόκληρος! Ήταν ο Πέτρος! Ο Πέτρος μας!"

 

Το τραγικό ζευγάρι περνώντας από τον κεντρικό δρόμο του χωριού κατευθυνόταν προς το σπίτι του. Η μάνα ακόμα μουρμούριζε πως είχε δει το νεκρό παιδί της.

Όταν έφτασαν έξω από το καφενείο μια μικρή φασαρία τράβηξε την προσοχή τους. Ο γερο-Θόδωρος ήταν το επίκεντρό της.
"Αφού σας λέω ότι την είδα!" φώναζε. "Ήταν η Αλεξάνδρα του Μιχάλη, αλλά και δεν ήταν. Έλαμπε ολόκληρη σαν άγγελος!"
"Πάψε γερο-παραλυμένε", του έλεγαν.
Εκείνος όμως επέμενε.
"Τι λεει ο γέρος;" ρώτησε η Δέσποινα πιο πολύ τον εαυτό της.
Χωρίς να περιμένει να πάρει απάντηση πλησίασε την παρέα του καφενείου.
"Γερο-Θόδωρε", είπε, "τι είδες;"
"Έναν άγγελο που πετούσε σπίθες και φεγγοβολούσε ολόκληρος και έμοιαζε με την Αλεξάνδρα. Κανείς όμως δεν με πιστεύει".
"Αχ, εγώ σε πιστεύω! Γιατί κι εγώ είδα το παιδί μου, έτσι ακριβώς όπως το λες!"
"Γυναίκα, αρκετά", την έκοψε ο άνδρας της. Κι έπειτα απευθυνόμενος στους άλλους της παρέας, "Μην την παρεξηγείτε. Την έχει πειράξει πολύ ο θάνατος του Πετράκη."

Πιάνοντάς την από το μπράτσο, παρά τις διαμαρτυρίες της, την απομάκρυνε από κοντά τους, τραβώντας την προς το σπίτι τους.

 

Το ίδιο απόγευμα η νεαρή Λουκία, προσέχοντας μην την δει κανένα μάτι, κατευθυνόταν προς το δασάκι που είχε ραντεβού με το αγόρι της, τον γιο του φούρναρη.

Εκείνος την περίμενε ήδη. Μόλις την είδε έτρεξε, την άρπαξε στην αγκαλιά του και την γέμισε φιλιά.
"Λουκία μου, Λουκία μου", της ψιθύριζε.
"Σιγά, θα με πνίξεις", του είπε εκείνη γελώντας, και με μια κίνηση του ξέφυγε.

Έτρεξε μακριά του, προκαλώντας τον να την κυνηγήσει. Τρέχανε γελώντας και χαχανίζοντας ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων. Έπειτα, εκείνος αρπάζοντάς την, την έριξε στο έδαφος.
"Με έχεις ξετρελάνει", της είπε λαχανιασμένος.

Την έπνιξε στα φιλιά, κι εκείνη ανταποκρίθηκε.

 

Όταν γύριζε πια η Λουκία σπίτι της ήταν βράδυ. Ήταν χαρούμενη και σιγοσφύριζε έναν σκοπό. Ένιωθε τόσο ερωτευμένη.

Ξάφνου όμως σταμάτησε παραξενεμένη. Της φάνηκε ότι είχε δει και πάλι μια γαλαζωπή ανταύγεια, όπως την νύχτα του θανάτου του μικρού Πέτρου που νόμιζε πως το βουνό έλαμπε.

Τώρα η λάμψη ερχόταν κάπου πέρα από τους κορμούς των δέντρων. Καθώς προσπαθούσε να διακρίνει καλύτερα, ένα σύννεφο από γαλαζωπές σπίθες όρμησε προς το μέρος της, κινούμενο και παλλόμενο σα να ήταν ζωντανό!

Τρομαγμένη, άφησε μια κραυγή και άρχισε να τρέχει. Εκείνο το φωτεινό πράγμα την ακολουθούσε! Το πόδι της σκάλωσε σε μια ρίζα ενός δέντρου, και χάνοντας την ισορροπία της έπεσε κάτω. Σε δευτερόλεπτα πριν προλάβει να ξανασηκωθεί οι σπίθες είχαν καλύψει το κορμί της.

 

Στο σπίτι του Θανάση όλοι ήταν μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι για το δείπνο. Η μικρή αδερφή του, που δεν της άρεσε το κοτόπουλο που είχε σερβιριστεί, έπαιζε με το πιάτο της.

"Φάε το φαί σου" της είπε ο πατέρας της. "Αλλιώς δεν θα μεγαλώσεις και θα μείνεις έτσι μικρή."
"Δεν μου αρέσει γιατί δεν έχει λεμόνι", δικαιολογήθηκε εκείνη."
"Το λες γιατί ξέρεις πως δεν έχουμε λεμόνια", χαμογέλασε ο Θανάσης. "Όμως εγώ δεν θα σου κάνω το χατίρι. Θα βγω στο περιβόλι και θα κόψω από την λεμονιά, και μετά θέλω να σε δω να καθαρίζεις το πιάτο σου".
Ο Θανάσης σηκώθηκε από την καρέκλα του.
"Κάτσε παιδί μου", τον έκοψε η μάνα του. "Πού θα πας τέτοια ώρα;"
"Δεν μου κάνει κόπο", της είπε ,και βγήκε από την κουζίνα.

Αφού έκανε τον γύρο του σπιτιού βρέθηκε στο περιβόλι τους. Ανοιξε την ξύλινη πόρτα του φράχτη και μπήκε μέσα. Κάτι όμως του φάνηκε διαφορετικό. Στάθηκε συλλογισμένος, πασχίζοντας να βρει τι ήταν αυτό.

Ναι, κάτι σαν μια αχνή λάμψη πλανιόταν ανάμεσα από τα δέντρα. Μέχρι να πλησιάσει για να δει καλύτερα, φαντασμαγορικές γαλάζιες σπίθες είχαν τυλίξει τα φρούτα του κήπου κάνοντάς τα να μοιάζουν με Χριστουγεννιάτικες μπάλες. Και πέρα, πάνω από τα μαρούλια και τα ραπανάκια, είχαν καλύψει τα πάντα, σα μια θάλασσα από παλλόμενο γαλάζιο φως, σαν ένα χωράφι με σιτάρια που φεγγοβολούσαν!

Αιφνιδιασμένος ο Θανάσης έτρεξε πίσω στο σπίτι.
"Πατέρα, τρέξε να δεις κάτι!" φώναξε μπαίνοντας στην κουζίνα.
"Τι να δω;"
"Έλα, γρήγορα!"

Ο πατέρα τους παράτησε το φαγητό και έτρεξε πίσω του. Το ίδιο έκαναν και η μάνα με την μικρή αδερφή του. Μέχρι να φτάσουν πίσω στο περιβόλι όλες οι εξαίσιες λάμψεις είχαν χαθεί.

"Λοιπόν", είπε ο πατέρας του. "Τι να δω;"
"Εδώ ήταν! Μια πλημμύρα από γαλάζιες σπίθες! Έκαναν τα φρούτα μας να φωτοβολούν και χόρευαν πάνω από τα μαρούλια!"
Ο Θανάσης κοίταζε ερευνητικά τριγύρω του. Το μόνο που υπήρχε όμως ήταν το σκοτάδι.
"Δεν βλέπω να υπάρχει τίποτα", είπε η μάνα του.
"Κι όμως, εδώ ήταν! Ήταν τόσο παράξενο... Μου φαίνεται πως αρχίζω να πιστεύω τον γερο-Θόδωρο που έλεγε πως είδε τον σταυρό της εκκλησίας να λάμπει".
Η μητέρα του πήγε και έκοψε ένα λεμόνι.
"Τόση φασαρία για το τίποτα", είπε. "Πάμε να συνεχίσουμε το φαγητό μας».

 

Ήταν το επόμενο απόγευμα που ο γερο-Θόδωρος αναστάτωσε το χωριό με τις φωνές του. Γύρω του είχαν μαζευτεί αρκετοί συγχωριανοί του και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί.
"Τι έπαθες γερο-παραλυμένε πάλι; Τι είδες αυτή την φορά;"
Ο γερο-Θόδωρος, αφού κατέβασε μια γερή γουλιά κρασί από το μπουκάλι που κρατούσε, τους είπε:
"Πάνω στα βουνά είδα λάμψεις! Και έρχονται προς το χωριό. Αφήστε που τα μάτια της μικρής Λουκίας λάμπουν! Ακριβώς όπως έλαμπε και η Αλεξάνδρα".
"Γέρο", του είπε ο παπάς, "σου το είχα πει πολλές φορές ότι το κρασί δεν είναι για να το πίνουμε σα νερό. Εσύ δε μ' άκουγες. Κοίτα τώρα που σε κάνει να έχεις παραισθήσεις."
"Ναι, αλλά και η κυρα-Δέσποινα είδε τον γιο της φωτεινό!"
"Η Δέσποινα είναι μια πονεμένη γυναίκα και δικαιολογείται. Εσύ τι δικαιολογία έχεις;"
Εκείνη τη στιγμή έφτασε κοντά του η Λουκία. Μόλις την είδε ο γερο-Θόδωρος αλάφιασε.
"Φύγε!" της φώναξε. "Μη με πλησιάζεις, ακούς;"
"Τι έπαθες, παππούλη;"
"Να σου λείπουν αυτά. Δεν είμαι ο παππούλης σου! Μην προσπαθείς να με καλοπιάσεις. Ξέρω ότι έχεις κάτι και λάμπει μέσα από τα μάτια σου! Και δεν μπορεί να είναι καλό. Μακριά μου!"

Οι άνδρες του χωριού προσπαθούσαν να λογικέψουν τον γέρο και να τον φέρουν στα συγκαλά του, όταν κάποιος έβγαλε μια κραυγή. Τώρα που το σκοτάδι είχε πέσει πιο πολύ ήταν ευδιάκριτη μια λάμψη πέρα στο δάσος. Κάτι σαν φωτεινή ομίχλη.

"Είδατε που δεν με πιστεύατε;" έκανε θριαμβευτικά ο γερο-Θόδωρος.

Το κορμί της Λουκίας αναταράχτηκε σα να το περνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Στην αρχή δυο τρεις σπίθες έπαιξαν στα μάτια της, και μετά ανάβλυσαν σαν χείμαρρος προς τα έξω. Όλοι απομακρύνθηκαν τρομαγμένοι από κοντά της. Στρέφοντας τα κεφάλια τους είδαν ότι οι γαλάζιες λάμψεις από το δάσος τώρα ήταν πολύ κοντά στα σπίτια του χωριού.

"Τι να κάνουμε;" ρώτησε ένας νεαρός. "Τι είναι αυτό;"
Κοίταξαν την Λουκία που ήταν ολόκληρη τυλιγμένη στην φωταύγεια των γαλάζιων λάμψεων. Στεκόταν ακίνητη, σαν άγαλμα, και μόνο οι σπίθες τρεμόπαιζαν και κινούνταν σαν ζωντανές.
"Πάμε να φύγουμε!"
"Ιησούς Χριστός νικά!" μουρμούρισε ο παπάς κάνοντας τον σταυρό του, κοιτάζοντας με οίκτο την καημένη την Λουκία.

 

Η Δέσποινα άναβε το καντηλάκι στο εικονοστάσι του σπιτιού της, όταν ένα ελαφρό ξύσιμο στην πόρτα απόσπασε την προσοχή της. Αφουγκράστηκε. Κάποιος έξυνε αδύναμα το ξύλο ικετεύοντάς την να του ανοίξει να μπει. Μήπως ήταν κανένα γατί; Διστακτικά πλησίασε την εξώπορτα και την άνοιξε.

Στο άνοιγμά της στεκόταν ο Πετράκης της, ολοζώντανος, ολόφωτος, όπως τον είχε δει στο μνήμα του, και της χαμογελούσε απλώνοντάς της το χέρι του!
"Νίκο!" φώναξε καταχαρούμενη. "Ελα να δεις! Το παιδί μας!"
Από κάποιο δωμάτιο στο βάθος άκουσε την φωνή του άνδρα της και τα βήματά του.
"Τι λες γυναίκα, Το παιδί μας έχει πεθάνει".
Όταν έφτασε κοντά της έμεινε για μια στιγμή μαρμαρωμένος.
"Τι είναι αυτό;" έκανε κατάπληκτος.
"Ο Πέτρος μας! Είδες;"
Η Δέσποινα πήγε να τον πλησιάσει, αλλά ο Νίκος την συγκράτησε.
"Δεν βλέπεις πως δεν είναι φυσιολογικό;" της είπε. "Αυτός δεν είναι ο Πετράκης. Είναι κάτι άλλο που έχει πάρει την μορφή του".
"Μα τι λες... είναι το μωρό μας!"
Με μια απότομη κίνηση του ξέφυγε, όρμησε και αγκάλιασε το φωτοβόλο παιδί.
"Δέσποινα!" ούρλιαξε ο άνδρας της, αλλά ήταν αργά.

Το κορμί της γυναίκας του ήταν κιόλας τυλιγμένο στις παράξενες σπίθες. Φοβισμένος γύρισε στο εσωτερικό του σπιτιού, κλείνοντας πίσω του τις πόρτες.

 

Η Αλεξάνδρα διάβαζε ένα βιβλίο κάνοντας παρέα στους γονείς της, όταν έφτασε στ' αυτιά τους η φασαρία από τον δρόμο. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο να δει.
"Το συμβαίνει, Αλεξάνδρα;" την ρώτησε η μητέρα της.
"Δεν ξέρω, Έχουν μαζευτεί όλοι και φωνάζουν".
Συνοφρυωμένη βγήκε έξω  ακολουθούμενη από τους γονείς της.
"Τι συμβαίνει;" ρώτησε τους συγχωριανούς του ο πατέρας της.
"Κυρ - Μιχάλη, μπλέξαμε", είπε ο παπάς. "Κάτι λάμψεις έρχονται κατά το χωριό μας. Πέρα, μπροστά στο καφενείο αφήσαμε την Λουκία τυλιγμένη ολόκληρη σε δαύτες. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα γι' αυτήν".
"Τι λάμψεις και..."

Σταμάτησε καθώς όλοι κοιτούσαν προς το σπίτι της Δέσποινας στο βάθος. Ήταν τυλιγμένο σε ένα αλλόκοτο σύννεφο από γαλάζιες σπίθες που πετάριζαν και φεγγοβολούσαν σαν ζωντανές, Έμοιαζε να έχει χάσει την υλική του υπόσταση καθώς οι τοίχοι, η σκεπή, τα παράθυρα, διαγράφονταν αμυδρά μέσα από την γαλακτερή πανδαισία.

"Τι είναι αυτό;" ψιθύρισε με δέος.

Δυο φωτεινές φιγούρες βγαίνοντας από το φεγγοβόλο σπίτι έρχονταν προς το μέρος τους. Κανείς δεν είχε αμφιβολία πως θα ήταν η Δέσποινα και ο Νίκος.

Η Αλεξάνδρα έφερε το χέρι στο στόμα της, συνταρασσόμενη ολοένα και πιο πολύ από έναν εφιάλτη που μόλις εκείνη την στιγμή άρχισε να θυμάται.

Κι όσο κοίταζε το θέαμα, τόσο βεβαιωνόταν πως δεν ήταν εφιάλτης, πως είχε συμβεί στην πραγματικότητα.

"Αλεξάνδρα, είσαι καλά;"

Ήταν ο Θανάσης που την είχε ρωτήσει. Την έβλεπε που έτρεμε ολόκληρη, και θέλησε να την αγκαλιάσει για να την ηρεμήσει. Σταμάτησε όμως, καθώς διέκρινε κάτι πιο φωτεινό από το γαλάζιο των ματιών της να τρεμοπαίζει στις κόρες της.

"Αλεξάνδρα;" μουρμούρισε ανήσυχος ο πατέρας της.

Η Αλεξάνδρα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Στις μαύρες κόρες της αχνοφαίνονταν μερικές σπίθες, πρώτα σαν αντανάκλαση, και μετά πιο απτές. Γεμίζοντας τις κόρες ξεχείλισαν στις ίριδες, κι από κει άρχισαν να ξεχύνονται προς τα έξω, αιωρούμενες σον νυχτερινό αέρα.

Τρομαγμένες κραυγές ακούστηκαν και όλοι απομακρύνθηκαν σε απόσταση ασφαλείας. Μια μάσκα απελπισίας σκέπαζε το πρόσωπό της. Ανοιξε το στόμα της σα να ήθελε να πει κάτι. Όμως αντί για φωνή ένας χείμαρρος από γαλάζιες σπίθες εκτινάχτηκε με ορμή μέσα από τα κόκκινα χείλη της, και στροβιλιζόμενος στον αέρα ενωνόταν με το φωτεινό σύννεφο που συνέχιζε  να βγαίνει από τα μάτια της.

"Χριστέ μου! Παιδί μου!" φώναξε η μάνα της κι έκανε να την αγκαλιάσει, αλλά κάτι την σταμάτησε την τελευταία στιγμή.

Ένιωσε κάτι παγερό να την πνίγει, και αγκάλιασε απελπισμένη τον άνδρα της.

"Πάτερ", έκανε γυρίζοντας προς τον παπά, όμως εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, δίνοντάς της να καταλάβει πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.

Η Αλεξάνδρα ήταν εκεί, παράξενη σαν τις αναλαμπές της. Το κεφάλι της ήταν ολόκληρο τυλιγμένο στις αναλαμπές που πετάριζαν και που ασταμάτητα εξακολουθούσαν να εξέρχονται από τα μάτια και το στόμα της. Μετά καλύφθηκε το κορμί της, κάνοντάς την να μοιάζει περισσότερο με ξωτικό παρά με άνθρωπο. Τα μακριά μαλλιά της ανέμιζαν, όμως δεν φυσούσε κανένας αέρας εκείνη την στιγμή.

"Πάμε να φύγουμε", ούρλιαξε μια γυναίκα.

"Παιδί μου!" φώναξε η μητέρα της Αλεξάνδρας.

Το σύννεφο από τις γαλάζιες σπίθες είχε μεγαλώσει υπερβολικά γύρω από το κορίτσι, και τώρα έρεε σκεπάζοντας τα χορτάρια της αυλής και τα δέντρα.

Η νύχτα ήταν φωτισμένη σαν από την πανσέληνο, μόνο που το φως προερχόταν από κείνο το παράξενο πράγμα που είχε αγκαλιάσει την κοπέλα.

"Χριστέ μου!" μουρμούρισε κάποιος κάνοντας τον σταυρό του. "Τι είναι αυτό;"

"Αλεξάνδρα!" φώναξε απελπισμένα ο Θανάσης.

Όλοι κοίταζαν παγωμένοι έβλεπαν το παλικάρι να έρχεται τρέχοντας από την πλατεία του χωριού, και να  ορμά προς το μέρος της θέλοντας να την πάρει από τον γαλάζιο χείμαρρο που την είχε κατακλύσει.

"Τι κάνεις, μωρέ;" πήγε να τον σταματήσει κάποιος. "Τρελάθηκες;"

Όμως δεν τον πρόλαβε. Ο Θανάσης άρπαζε κιόλας το χέρι της κοπέλας. Για μια στιγμή τινάχτηκε σα να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Έπειτα έμεινε κοκαλωμένος. Είχε ανοίξει το στόμα του, και το κεφάλι του έτρεμε, θαρρείς από αβάσταχτο πόνο. Σπίθες όρμησαν από το στόμα του στον οισοφάγο. Ένα τρομερό ουρλιαχτό γέμισε τον αέρα. Οι άλλοι τον έβλεπαν να υποφέρει αλλά κανείς δεν τολμούσε να τον αγγίξει. Το δέρμα του πάλλονταν λες και τεράστια σκουλήκια έσκαβαν λαγούμια μέσα από τις σάρκες του.

Ξαφνικά  σωριάστηκε σαν άδειο τσουβάλι στο έδαφος. Τίποτα δεν τον τάραζε τώρα πια. Τα μάτια του, με μια νεκρική γυαλάδα κοίταζαν τον ουρανό. Από το στόμα του, σαν φωτεινό τόξο έβγαιναν έξω σπίθες που γέμιζαν τον αέρα με τρομερά γρήγορο ρυθμό.

Η Αλεξάνδρα στεκόταν ακίνητη, και οι αναλαμπές που εξέρχονταν ασταμάτητα από μέσα της πετάριζαν πέρα δώθε σαν πεταλούδες. Είχαν κατακλύσει ακόμα ένα σπίτι, ένα μεγάλο κομμάτι του δρόμου, μια φωτιστική κολώνα, ένα κοτέτσι.

"Να φωνάξουμε τον αστυνόμο", είπε κάποιος.
"Τι να σου κάνει ο αστυνόμος. Μπορούν οι σφαίρες να σταματήσουν σπίθες;"
"Τι να κάνουμε;"
"Να τηλεφωνήσουμε..."
"Να φύγουμε! Αυτό να κάνουμε. Να φύγουμε! Μόνο έτσι θα σωθούμε. Δέστε πώς εξαπλώνονται! Δεν θα προλάβουμε ούτε άχνα να βγάλουμε!"
"Ναι! Ναι! Πάμε να φύγουμε!"

Σχεδόν πανικόβλητοι οι κάτοικοι άρχισαν να τρέχουν. Τελευταίοι τους ακολούθησαν οι γονείς της Αλεξάνδρας που ακόμα δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως είχαν χάσει το παιδί τους με τον πιο παράξενο τρόπο.

Στον δρόμο έλεγαν σε όποιον συναντούσαν και δεν ήξερε να τους ακολουθήσει γιατί κάτι το θανατερά παράξενο συνέβαινε. Αλαφιασμένοι έτρεχαν έξω από το Μαρτίνο, ενώ ο χείμαρρος από τις γαλάζιες σπίθες εξαπλωνόταν τυλίγοντας ότι έβρισκε στο πέρασμά του.

Τα χωράφια με τα στάχυα έμοιαζαν με απόκοσμα τοπία, καθώς έλαμπαν και φωσφόριζαν από το γαλάζιο φως, ενώ οι σπίθες χόρευαν στις κορυφές των κεφαλιών των σιταριών.

Κατηφορίζοντας μέσα στο δάσος από τα πεύκα οι κάτοικοι όλο και απομακρύνονταν από τα σπίτια τους. Οι δυο νεωκόροι βαστούσαν τον παπά και τον βοηθούσαν να προχωρήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Μια ασημιά ανταύγεια φώτιζε τον δρόμο τους ρίχνοντας ακαθόριστε σκιές. Μερικοί, γυρίζοντας τα κεφάλια τους προς τα πίσω αντίκρισαν ολόκληρο τον οικισμό τους παραδομένο στις αναλαμπές. Όμως δεν σταματούσαν ούτε μια στιγμή, γιατί μέσα από τις βελόνες των πιο μακρινών πεύκων χόρευαν γαλάζιες σπίθες, κινούμενες προς το μέρος τους.

Κι αργούσε πολύ να ξημερώσει...