Επεισοδιακή ακρόαση.
Φ. Ηλίας
Η ώρα είχε φτάσει. Στεκόταν τώρα μόνη της πάνω στη σκηνή γνωρίζοντας πως από κάτω, πίσω από τις τεράστιες πορφυρές κουρτίνες υπήρχε μία μικρή θάλασσα από πρόσωπα.
Στην αίθουσα επικρατούσε μία βοή που έμοιαζε να έρχεται από παντού. Ένα μουρμουρητό, ένα σούσουρο που πήγαζε από τους μπεζ τοίχους, τις βαριές κουρτίνες και τα χλωμά φώτα. Ένας ήχος γνώριμος σε αυτή αφού σα δασκάλα τον είχε ακούσει χιλιάδες φορές την ώρα που γυρνούσε στον πίνακα για να γράψει κάποια σημείωση ή τη στιγμή που έστρεφε το κεφάλι προς το παράθυρο κατά τη διάρκεια ενός διαγωνίσματος δίνοντας στους μαθητές της την ευκαιρία να ψιθυρίσουν κάτι στους διπλανούς τους.
Εδώ όμως ήταν διαφορετικά , εδώ δεν ήταν μια τάξη με μαθητές δημοτικού και φυσικά εδώ δεν είχε τον έλεγχο. Ένοιωθε ότι όλοι την περίμεναν με φοβερή ανυπομονησία αλλά όχι και με καλή πρόθεση. Μάλλον όπως περιμένει μια παρέα μαθητών το ¨χαζό¨ της τάξης για να αρχίσουν να τον πειράζουν.
'Συγκρατήσου γαμώ τη βλακεία σου', σκέφτηκε. 'Φέρσου ώριμα και σκέψου λογικά αν δε θέλεις να σε βρουν λιπόθυμη μόλις ανοίξουν οι κουρτίνες. Μα τι αγχωτικό πλάσμα που είσαι επιτέλους!'
Υπέθεσε ότι δεν είχε κανένα λόγο να τους φοβάται. Ήταν απλώς ένας ερασιτεχνικός διαγωνισμός διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας και είχε επιλέξει μόνη της να πάρει μέρος σε αυτόν. Μάλιστα είχε στα χέρια της ένα πολύ καλό και αρκετά πρωτότυπο διήγημα που είχε δημοσιευτεί με πολύ καλές κριτικές σε ένα περιοδικό του είδους.
Για την ακρίβεια αυτές οι κριτικές και το προσωπικό σημείωμα του εκδότη που εξυμνούσε το ταλέντο της , ήταν η κύριες αιτίες που την ώθησαν να πάρει μέρος στο διαγωνισμό αυτό.
Κατά τα άλλα ήταν μία παντελώς άσημη δασκάλα που έγραφε μερικές ιστορίες όταν της έκανε κέφι , και δεν είχε κανένα λόγο να φοβάται ή να έχει την εντύπωση ότι θα τη γιουχάιζαν. Το γιουχάισμα ήταν ο μεγαλύτερος φόβος της και η υπέρτατη προσβολή για αυτήν.
Σε αυτήν τη σκέψη έκανε ένα βήμα πίσω και ετοιμάστηκε να φύγει. Στο κάτω-κάτω είχε δικαίωμα . Μπορούσε να φύγει αν ήθελε , είχε διαπιστώσει έστω και κατόπιν εορτής ότι δεν άντεχε αυτή τη ψυχοφθόρα δοκιμασία της αναμονής και κανείς δεν την υποχρέωνε να μείνει. Αυτό το συγκεκριμένο είδος άγχους που είχε τώρα συγκρίνεται μόνο με την αγωνία που έχει ο σπρίντερ όταν βρίσκεται στη θέση εκκίνησης ,ο κριτής έχει πει τη λέξη ''έτοιμοι'' και απομένουν λίγα μόνο κλάσματα του δευτερολέπτου πριν ακουστεί το ΜΠΑΜ. Κλάσματα που στους δρομείς μοιάζουν με αιώνες.
Μόνο που εδώ δε θα ακουστεί κανένα ΜΠΑΜ σκέφτηκε και την ίδια στιγμή ένα μειδίαμα έκανε την εμφάνιση του στις άκρες των χειλιών της - κατέβασε το χέρι πίσω στην πλάτη της στο ύψος της μέσης και άγγιξε τη λαβή του όπλου που διαγραφόταν κάτω από το μεταξωτό γαλάζιο της πουκάμισό - ή μήπως θα ακουστεί αναρωτήθηκε - καθώς το μειδίαμα είχε μετατραπεί σε ένα χαμόγελο που αποκάλυπτε τα κιτρινισμένα δόντια της.
Η Φαίη ήταν μία πολύ ψηλή κοπέλα που πάντα υπήρξε άγαρμπη είτε μπερδεύοντας τα πόδια της είτε χτυπώντας σε ότι έβρισκε αλλά δεν έβλεπε μπροστά της. Είχε καστανά μακριά μαλλιά με μπούκλες που τόνιζαν το μακρόστενο κεφάλι της -ήδη από μικρή ηλικία την έλεγαν όλοι αυγοκέφαλη. Δεν είχε ωραία χαρακτηριστικά ,ένα λαγώχειλο και μια μύτη τόσο μεγάλη και γαμψή που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε μία μάγισσα (αν υπήρξαν ποτέ και αν είχαν τόσο απαίσιες μύτες όσο λένε) .Όσο για τα μάτια, της παρόλο που ήταν βαθυγάλανα, αλληθώριζαν ελαφρά με αποτέλεσμα να μειώνεται αισθητά η γοητεία που εκπέμπουν όλα τα γαλανά μάτια .
Το μόνο πραγματικά ωραίο χαρακτηριστικό επάνω της ήταν τα αυτιά της. Ήταν εκπληκτικά όμορφα .Είχαν ιδανικές διαστάσεις και ταίριαζαν απόλυτα στο μακρόστενο κεφάλι της. Μάλιστα στο πάνω μέρος τους γίνονταν λίγο μυτερά σαν τα αυτιά των ξωτικών αλλά αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν τα είχε τρυπήσει ποτέ -κυρίως επειδή φοβόταν να μην πονέσει- προσέδιδε μία απροσδιόριστη και μυστήρια γοητεία στο πρόσωπό της. Οι περισσότεροι άντρες παρόλο που δε θα το παραδέχονταν ποτέ ούτε στους καλύτερους τους φίλους, θα πέθαιναν να πιπιλίσουν ή να δαγκώσουν χαϊδευτικά τους λοβούς των αυτιών της.
Σχεδόν πίεσε τον εαυτό της να απομακρύνει το χέρι από τη λαβή του όπλου καθώς της έδινε μια φοβερή αίσθηση υπεροχής και ασφάλειας
'Συγκρατήσου', σκέφτηκε για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ. Το όπλο βρίσκεται εκεί για τη χειρότερη περίπτωση και μόνο για αυτή. Αν όλα πάνε στραβά ...
Εκείνη τη στιγμή από τα ηχεία του θεάτρου άρχισε να ακούγεται μια μελωδία. Ήταν ένα γνωστό κομμάτι του Μπαχ. Γνώριζε πως ο υπεύθυνος ηχολήπτης θα έβαζε ένα μικρό κομμάτι κλασσικής μουσικής πριν την εμφάνιση του κάθε υποψήφιου για το διαγωνισμό. Το κομμάτι αυτό θα διαρκούσε μόνο τρία λεπτά πριν καν αρχίσει, ήξερε καλά ότι κάθε λεπτό του θα έπαιρνε αρκετά χρόνια από τη ζωή της και ακόμη καλύτερα πως στο τέλος περίπου του πρώτου λεπτού η κουρτίνες θα άρχιζαν να ανοίγουν.
Αυτό την τρόμαζε πολύ. Ξαφνικά ήθελε πάρα πολύ να ξανακουμπήσει το όπλο και να σφίξει στο χέρι της τη ξύλινη λαβή του. Κατέβαλλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να μην το κάνει γιατί ήξερε πως αν το άγγιζε άλλη μια φορά δε θα μπορούσε να το αφήσει ποτέ.
Ενώ οι νότες του γερμανού μουσικού πλημμύριζαν την αίθουσα, η Φαίη απορροφημένη από τις σκέψεις της δεν πρόσεξε πως οι κουρτίνες άρχισαν να ανοίγουν αποκαλύπτοντας ένα κοινό γύρω στα τετρακόσια άτομα. Η αλήθεια ήταν πως είχε ρίξει μερικές κλεφτές ματιές στο ακροατήριο την ώρα που η προηγούμενη κοπέλα διάβαζε την ιστορία της και ήξερε τι την περίμενε. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Αλλο να βλέπεις το κοινό πίσω από τη σκηνή και μάλιστα από τα πλάγια ανασηκώνοντας λίγο την κουρτίνα και άλλο να στέκεσαι όρθιος ακριβώς απέναντι του.
Το μέγεθος του ακροατηρίου την σοκάρισε και καθώς η κουρτίνες συνέχισαν να ανοίγουν αργά-αργά ένοιωσε σαν να βρισκόταν μέσα σε ένα πελώριο σώμα, ενός γίγαντα ίσως, την ώρα που ένας χειρούργος με ένα αόρατο νυστέρι του άνοιγε την κοιλιά για να την τραβήξει στον έξω κόσμο. Δεν ήθελε να αφήσει τη ζεστασιά ασφάλεια και το αίσθημα ασφάλειας που της προσέφεραν οι κλειστές κουρτίνες και φαντάστηκε πως κάπως έτσι θα αισθάνονται τα βρέφη όταν γεννιούνται.
Παρατήρησε προσεκτικά το χώρο. Ήταν αμφιθέατρο με περίπου τετρακόσια καθίσματα, όλα γεμάτα. Υπήρχαν τετράγωνα φωτιστικά ψηλά στους τοίχους κατά μήκος της αίθουσας, ενώ με την ίδια διάταξη αλλά λίγο πιο χαμηλά στέκονταν στη σειρά επιβλητικοί σαν παραταγμένοι στρατιώτες, οκτώ πολύ μεγάλοι σκουροπράσινοι πυροσβεστήρες. Το θόλο του κτιρίου κοσμούσε, όσο και αν φαίνεται περίεργο, ένα μάτι. Ένα καστανό πελώριο μάτι ,τόσο ρεαλιστικό που πάνω στην ίριδα αντικατοπτρίζονταν σχεδιασμένα με τρομερή λεπτομέρεια τα μπλε καθίσματα του αμφιθεάτρου.
'Τρομακτικό', συλλογίστηκε η Φαίη.
Τώρα απέμενε μόνο μισό λεπτό πριν οι κουρτίνες ανοίξουν τελείως αφήνοντας τη γυμνή , απροστάτευτη και μόνη μπροστά σε ένα τεράστιο κοινό.
Κοίταξε δεξιά και αριστερά. Εκτός από το μικρόφωνο και μια ξύλινη καρέκλα δίπλα της, ήταν ολομόναχη πάνω στη σκηνή και ένοιωσε απαίσια. Για λίγο νόμιζε πως θα λιποθυμούσε ή πως θα ξέσπαγε σε νοερά κλάματα, αλλά οι κουρτίνες που συνέχιζαν να ανοίγουν τη συνέφεραν. Έπρεπε να μείνει ψύχραιμη και να αντιμετωπίσει το κοινό με ίσους όρους. Πρόσεξε πως από τη στιγμή που άρχισαν να ανοίγουν οι κουρτίνες κανείς δε μίλαγε, βασίλευε μια απόλυτη σιωπή που την έκανε να αισθάνεται ακόμα χειρότερα.
Η Φαίη σαν περίεργη κοπέλα που ήταν είχε δημιουργήσει μια νοητή σύνδεση ανάμεσα στις νότες αυτής της μελωδίας του Μπαχ και στα δευτερόλεπτα που απέμεναν μέχρι να ανοίξουν τελείως οι κουρτίνες. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.
Δέκα, εννιά (της πέρασε η σκέψη να φύγει αμέσως από τη σκηνή),οχτώ (ευχήθηκε να μην είχε πάρει ποτέ μέρος σ΄αυτό το διαγωνισμό),εφτά (κοίταξε κάποια πρόσωπα από το κοινό),έξι (αναγνώρισε στα πρόσωπα κάποια αισθήματα έκπληξη, καχυποψία, εχθρικότητα, καλοσύνη),πέντε (ξανασκέφτηκε να φύγει από τη σκηνή αλλά ήξερε πως δε θα το έκανε ακόμα και αν δεν ήταν τόσο αργά).
Απέμεναν τέσσερα ακόμη δευτερόλεπτα, τα οποία και χρησιμοποίησε για να ηρεμήσει.
'Κυρίες και κύριοι', είπε μια φωνή που ανήκε σε έναν από τους διοργανωτές του διαγωνισμού, και μιλούσε από ένα άλλο δωμάτιο χωρίς να είναι ορατός σε κανέναν.
'Υποδεχτείτε την επόμενη υποψήφιο, δεσποινίδα Φαίη Χρηστίδη.'
Ο κόσμος πράγματι την καλωσόρισε με ένα χειροκρότημα που ακούστηκε σαν τη δυνατή βροχή πάνω σε ομπρέλα.
'Σας ευχαριστώ όλους πάρα πολύ', είπε καθαρά η Φαίη στο μικρόφωνο που βρισκόταν μπροστά της, έκατσε στην καρέκλα που υπήρχε δίπλα της και προσάρμοσε το μικρόφωνο στο ύψος του προσώπου της για να μπορεί να μιλάει άνετα, δημιουργώντας τους γνωστούς ενοχλητικούς θορύβους
Ξεκίνησε να διαβάζει το διήγημά της.
Της πήρε σχεδόν δέκα λεπτά να τελειώσει όλη την ιστορία. Διαβάζοντας και την τελευταία πρόταση σήκωσε το κεφάλι γεμάτη αβεβαιότητα για να αντικρίσει το κοινό. Στην αίθουσα βασίλευε απόλυτη ησυχία.
Τότε εντελώς ξαφνικά ένας νεαρός άντρας από τη μέση της δεύτερης σειράς σηκώθηκε όρθιος. Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω του περιμένοντας τις αντιδράσεις του. Η Φαίη πρόσεξε ότι τα μάτια του γυάλιζαν επικίνδυνα.
Θυμήθηκε πως κάποτε ένας θείος της, της είχε πει όταν ήταν μικρή πως αν γυαλίζουν τα μάτια σου το βράδυ, την επόμενη μέρα θα είσαι άρρωστος με πολύ πυρετό. Αναρωτήθηκε σιωπηλά αν αυτός ο νεαρός , που παρεμπιπτόντως ήταν αρκετά νοστιμούλης, θα είχε πυρετό την επόμενη μέρα. Βέβαια όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα αποδείχτηκε ότι δεν θα είχε λόγο να ανησυχεί για την επόμενη μέρα κανενός.
Ο νεαρός κοίταξε γύρω του και ύστερα κάρφωσε με τα μάτια του τη Φαίη και γέλασε δυνατά.
Το υστερικό γέλιο του ακούστηκε μέσα στην ησυχία της αίθουσας σαν τον στριγκό ήχο που κάνει πότε-πότε η κιμωλία που τρίβεται στον πίνακα όταν έχει υγρανθεί από τα ιδρωμένα χέρια του μαθητή που γράφει.
Η Φαίη τα είχε χαμένα για δύο ή τρία δευτερόλεπτα πριν κυριευθεί από ένα παλιρροιακό κύμα συναισθημάτων. Κοιτάζοντας αυτόν τον άντρα να γελάει εις βάρος της μπροστά σε τόσο κόσμο ένοιωσε προδομένη από όλους. Από τον εκδότη του περιοδικού που δημοσίευσε το διήγημά της, από τους "συγγενείς" που την παρότρυναν να πάρει μέρος στο διαγωνισμό, από τις δυνατότητές της και από τον ίδιο της τον εαυτό που δεν έκανε πίσω όταν μπορούσε.
Τα μάτια της, που ξεχείλιζαν από οργή, συνέχιζαν να τον κεραυνοβολούν όταν άξαφνα ο νεαρός σταμάτησε να γελάει. Η Φαίη προς στιγμήν ηρέμησε.
Την κοίταξε σοβαρός. Ύστερα έβαλε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε μια ολοστρόγγυλη και κατακόκκινη ντομάτα την οποία, αφού στριφογύρισε λίγο στο χέρι του, εκσφενδόνισε προς την Φαίη. Επιφωνήματα θαυμασμού από τα στόματα όλων σχεδόν όσων βρίσκονταν μέσα στο αμφιθέατρο συνόδευσαν την πορεία της ντομάτας. Η Φαίη μην πιστεύοντας στα μάτια της έμεινε ακίνητη με το βλέμμα καρφωμένο ακόμα στο χέρι που της πέταξε την ντομάτα.
Το ιπτάμενο ζαρζαβατικό πέρασε λίγα μόλις εκατοστά από τον αριστερό ώμο της Φαιής και προσγειώθηκε στον γαλάζιο τοίχο που βρισκόταν πίσω της, προσθέτοντας του μια κόκκινη πινελιά με έναν αηδιαστικό ήχο. Δοκίμασε να ουρλιάξει ,να βρίσει αυτόν τον αλήτη που τη ρεζίλεψε, αλλά στο στόμα της έφτασε μόνο μια ανάσα άδεια χωρίς να έχει καν αγγίξει τις φωνητικές της χορδές.
Προσπάθησε να μιλήσει πιο ήρεμα αυτή τη φορά αλλά το μόνο που ακούστηκε όταν πλησίασε το μικρόφωνο ήταν ένας ψίθυρος!
'Αααα. . .'
'Αξης και ξερός μωρή αλόγα' της απάντησε χωρίς να χάσει χρόνο ο νεαρός και την ίδια στιγμή έσκυψε κάτω από το κάθισμά του. Κρατώντας από μια ντομάτα σε κάθε χέρι μόλις σηκώθηκε.
'Δε θα τολμ....' πήγε να πει η Φαίη αλλά η φράση της διακόπηκε όταν είδε ότι ο νεαρός χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό πέταξε την ντομάτα που είχε στο δεξί του χέρι. Αυτή τη φορά στάθηκε τυχερός καθώς η άγουρη κοκκινοπράσινη αυτή ντομάτα πέτυχε τη Φαίη λίγο πάνω από το αριστερό γόνατο.
'ΑΑΑΑΑ!!!!' ξανακούστηκε από τα ηχεία μόνο που αυτή φορά επρόκειτο για μια κραυγή πόνου και όχι για έναν απλό ψίθυρο.
Ο νεαρός με σβελτάδα ταχυδακτυλουργού μετέφερε τη ντομάτα από το αριστερό χέρι στο δεξί και μιμούμενος τους πίτσερ του αμερικάνικου μπέηζμπολ με μια εκπληκτικά γρήγορη κίνηση εκτόξευσε και τη δεύτερη ντομάτα προς την κατεύθυνση της Φαιής.
Παρόλο που η ρίψη ήταν ΄΄άψογη σε τεχνική΄΄ όπως θα έλεγε κάποιος σχολιαστής του αθλήματος η ντομάτα πέρασε αρκετά μέτρα πάνω από το κεφάλι της Φαιής. Η Φαίη ένοιωσε το σώμα της υπερβολικά βαρύ, τα πόδια της άρχισαν να λυγίζουν. Γονάτισε ρίχνοντας το βάρος στο δεξί της πόδι. Λογικά θα λιποθυμούσε αν δεν ένοιωθε μια ενοχλητική πίεση, ένα τσίμπημα στο ύψος της μέσης της που προήλθε φυσικά από το όπλο που είχε περασμένο στο λάστιχο της φούστας της και είχε ξεχάσει τόση ώρα. Θα λιποθυμούσε αν δεν σκεφτόταν να το χρησιμοποιήσει.
Ξαφνικά όλα καθάρισαν στο μυαλό της. Θα τον σκότωνε. Για μια στιγμή προσπάθησε να αναρωτηθεί πως στα κομμάτια της ήρθε να πάρει όπλο μαζί, λες και ήξερε τι θα συνέβαινε. Δεν την ένοιαζε ,δεν προλάβαινε να σκεφτεί και στο κάτω-κάτω τώρα θα της ήταν χρήσιμο μιας και είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει.
Σηκώθηκε γρήγορα μ'ένα ύποπτο χαμόγελο στα στραβά χείλη της και κοίταξε τον νεαρό στα μάτια. Προς στιγμήν διέκρινε μια σκιά στο βλέμμα του. Δεν ήταν ακριβώς φόβος αλλά θα γινόταν πολύ σύντομα, τουλάχιστον έτσι ήλπιζε.
Με μια αστραπιαία κίνηση πέρασε το χέρι πίσω από την πλάτη της και τράβηξε το όπλο. Κανένας από τους θεατές δεν κινήθηκε και δεν είπε το παραμικρό. Δεν ακούστηκε ούτε κάποιο επιφώνημα έκπληξης ή φόβου.
Για μια στιγμή νόμισε πως είχε τον έλεγχο. Με απόλυτη ψυχραιμία και εκπληκτικά σταθερό χέρι σήκωσε το όπλο και σημάδεψε το νεαρό, πάντα κοιτάζοντας τον στα μάτια.
Ο νεαρός αρχικά την κοίταξε με ένα απορημένο βλέμμα. Αυτό άρεσε στη Φαίη. Η αρχική όμως αμφιβολία που διέκρινε σε εκείνα τα μάτια όχι μόνο δε μετατράπηκε σε φόβο όπως περίμενε -ή καλύτερα όπως ευχόταν- αλλά αντίθετα εξαφανίστηκε και έδωσε τη θέση της σε νότες ειρωνείας.
'Όλα έχουν πάει στραβά ως αυτό το σημείο', σκέφτηκε. 'Είναι πολύ πιθανό ούτε τώρα να τα καταφέρω.'
Το χέρι που κρατούσε το όπλο άρχισε να τρέμει.
'Γιατί με κοιτάει έτσι γαμώτο; Τι ετοιμάζει πάλι;'
Ο νεαρός σαν να κατάλαβε τις σκέψεις της φώναξε : 'Τι πας να κάνεις μωρή ρόμπα; Θα με πυροβολήσεις; Εμένα τον παλιό; Χα Χα Χα!!'
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Φαίη συνειδητοποίησε δυο πράγματα ο τύπος ήταν σίγουρα τρελός και η έκφραση "εμένα τον παλιό " ήταν σίγουρα η αγαπημένη του. Το δάχτυλό της άγγιξε τη σκανδάλη , τη χάιδεψε απαλά-απαλά και έχοντας την εντύπωση ότι τον σημάδευε την πάτησε.
Η Φαίη ήταν προετοιμασμένη για έναν δυνατότερο κρότο από το ξεψυχισμένο ΄΄Μπαμ΄΄ που έκανε το όπλο της. Κοίταξε τον καπνό που έβγαινε από την κάνη του πιστολιού, ύστερα σήκωσε το βλέμμα της για να δει το αποτέλεσμα του πυροβολισμού που από την έκφραση του προσώπου της φάνηκε να την απογοήτευσε.
Δύο καθίσματα δίπλα από το νεαρό που σημάδευε καθόταν ένας γεράκος που την κοιτούσε χαμογελαστός σα να μην συμβαίνει τίποτα. Λίγα μόλις εκατοστά δεξιά από το κεφάλι του υπήρχε μια μαύρη τρύπα πάνω στο μπλε κάθισμα λες και κάποιος είχε σβήσει ένα πούρο εκεί πάνω , με τη διαφορά ότι είδε και μερικά κίτρινα κομματάκια φελιζόλ να αιωρούνται πάνω από την τρύπα.
Αργά-αργά γύρισε το κεφάλι της για να δει το νεαρό και τις αντιδράσεις του σκεφτόμενη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, καθόλου καλά για την ακρίβεια.
Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο τόσο συμπαθητικός γεράκος να έφαγε μια σφαίρα ακριβώς δίπλα από το κεφάλι του και όχι μόνο να μην ούρλιαξε ,όχι μόνο να μην λιποθύμησε αλλά να συνέχιζε να την κοιτάει χαμογελαστός δίχως ίχνος κακίας στα μάτια του;
Αλλά δεν ήταν μόνο ο γέρος όλο το ακροατήριο ήταν απαθέστατο σα να μην συμβαίνει τίποτα. Σίγουρα κάτι δεν πήγαίνε καλά και όταν κοίταξε τελικά τον νεαρό κατάλαβε πως είχε δίκιο. Όχι μόνο δεν του είχε κόψει το νήμα της ζωής όπως περίμενε ,αλλά δεν είχε καταφέρει να του κόψει ούτε καν το γέλιο.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Φαίη τα έχασε τελείως. Στο μυαλό της κυριαρχούσε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα. Ένα είδος οργής που ταξίδευε πέρα από τον ορίζοντα της οργής, πάνω από τον ουρανό του μίσους, αφού πρώτα είχε σκαρφαλώσει το βουνό της απόγνωσης και από εκεί είχε βουτήξει στον ωκεανό της υστερίας.
Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και από το ανοιχτό στόμα της βγήκε μια κραυγή
Όση ώρα ούρλιαζε με το κεφάλι προς τα πάνω είχε τα μάτια της σφιχτά κλεισμένα. Ήταν μια μονότονη διαπεραστική κραυγή μεγάλης διάρκειας που θα συνεχιζόταν για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα αν δεν άνοιγε τα μάτια της. Αυτό που είδε της έκοψε τα γόνατα.
Χωρίς να κατεβάσει το κεφάλι της άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε το θόλο ,το καστανό μάτι που πάνω του ήταν σχεδιασμένα τα καθίσματα έκλεισε και όταν ξανάνοιξε τα μπλε καθίσματα ήταν λερωμένα με πηχτό κατακόκκινο αίμα. Αν είχε άλλο αέρα στο στήθος της θα είχε ξαναουρλιάξει αλλά δεν μπόρεσε. Απλώς έσκυψε το κεφάλι της και κοίταξε το κοινό για να δει αν είχε προσέξει κάποιος άλλος αυτό που έγινε.
Ένα κοινό γύρω στα τετρακόσια άτομα που όλοι ήταν όρθιοι, όλοι την κοιτούσαν και όλοι κρατούσαν όπλα. Νέοι , γέροι ,άντρες και γυναίκες κρατούσαν ο καθένας και από ένα όπλο. Η Φαίη αναγνώρισε κάποια πολυβόλα, περίστροφα, δίκαννα και επαναληπτικές καραμπίνες αλλά δεν είχε ιδέα τι ήταν τα υπόλοιπα όπλα.
Κοίταξε το γέρο που λίγο πριν παραλίγο να τον σκότωσε και είδε ότι κρατούσε ένα τεράστιο δίκαννο, ενώ λίγο πιο δίπλα ο αγαπημένος της νεαρός κρατούσε ένα αστραφτερό ασημόχρωμο πιστόλι που στο πάνω μέρος παράλληλα με την κάνη είχε προσαρμοσμένο ένα λέιζερ για να σημαδεύει. Σκύβοντας το κεφάλι της είδε την κόκκινη τελίτσα από το λέιζερ πάνω ακριβώς στο στομάχι της.
Κοίταξε το κοινό με μια έκφραση παραπονεμένη και απορημένη συνάμα. Δεν ήξερε γιατί είχαν πάει έτσι τα πράγματα αν και θα ήθελε πολύ να μάθει.
Από τα στραβά χείλη της βγήκε ένα ξεψυχισμένο -Γιατί ;- και θεωρώντας την αυτοκτονία ντροπή και χαρακτηριστικό τρομερής δειλίας πάτησε πρώτη την σκανδάλη του όπλου της. Στη θαλάμη από το σαρανταπεντάρι της είχαν μείνει μόνο πέντε σφαίρες. Όχι πως αν είχε περισσότερες θα κατάφερνε κάτι καλύτερο, η κατάστασή της ήταν απλά αξιολύπητη. Και επειδή ακριβώς ούτε ήξερε τι θα έπρεπε να καταφέρει αλλά ούτε και την ένοιαζε άρχισε να πυροβολεί στα τυφλά.
Η πρώτη σφαίρα βρήκε στον ώμο κάποια γυναίκα που στεκόταν όρθια στην τέταρτη σειρά και κρατούσε στα χέρια της ένα περίστροφο σχεδόν όμοιο με το δικό της. Είδε τον πόνο στα μάτια της αλλά δεν άκουσε την παραμικρή απόδειξη του να βγαίνει από το στόμα της. Μια άλικη κηλίδα άρχισε σιγά-σιγά να απλώνεταί στο μπεζ πουκάμισο της γυναίκας.
Η Φαίη δεν έμεινε απαθής να παρατηρεί την εξέλιξη της σκηνής αλλά ξαναπάτησε τη σκανδάλη του όπλου της.
Αυτή τη φορά προσπάθησε να πετύχει το νεαρό που τα ξεκίνησε όλα και την έφερε σε αυτή την κατάσταση. Δεν τα κατάφερε αλλά η σφαίρα της δεν πήγε χαμένη μιας και καρφώθηκε στο στομάχι μιας ηλικιωμένης γυναίκας πιτσιλίζοντας με μεγάλες σταγόνες αίματος τους γύρω της. Η γυναίκα έπεσε με φόρα πίσω στο κάθισμά της αφήνοντας την καραμπίνα που κρατούσε να γλιστρήσει από τα ζαρωμένα χέρια της.
Κανένας δε γύρισε να την κοιτάξει, να δει αν ζει ή αν πέθανε. Όλοι είχαν τα βλέμματα τους καρφωμένα στη Φαίη.
Τρεις σφαίρες ακόμη στη θαλάμη του όπλου της. Αλλά αυτή τη φορά τα χέρια της Φαιής άρχισαν να τρέμουν. Προσπάθησε να σταθεροποιήσει το χέρι που κρατούσε το όπλο και πάτησε με δύναμη τη σκανδάλη. Η σφαίρα έσκισε τον αέρα και καρφώθηκε ψηλά στον αριστερό τοίχο. Αμέσως ξαναπυροβόλησε και αυτή τη φορά η σφαίρα της πήγε λίγο πιο κάτω και καρφώθηκε στη μέση περίπου ενός από τους πυροσβεστήρες. Μέσα σε κλάσματα δευτερόλεπτου προτού προλάβεί ούτε καν να βλαστημήσει για την αστοχία της ο πυροσβεστήρας εξερράγη. Με έναν τρομακτικό, υπόκωφο βρόντο ο τεράστιος πράσινος πυροσβεστήρας έσκασε από την πίεση και εκτόξευσε θραύσματα μετάλλου προς την πλευρά των θεατών.
Τα περισσότερα κομμάτια δεν έκαναν ζημιά σε κανένα, αλλά κάποια από αυτά βρήκαν στόχο σε άτομα από το ακροατήριο.
Η Φαίη παρατηρούσε την εξέλιξη των γεγονότων σα να συνέβαιναν σε αργή κίνηση. Είδε ένα ημικυκλικό ατσαλένιο κομμάτι από τον πυροσβεστήρα να εκτινάσσεται με τρομερή ταχύτητα προς έναν άντρα από την τρίτη σειρά και να καρφώνεται στον αριστερό γλουτό του. Ο άντρας σωριάστηκε στο πάτωμα κάτω από τη θέση του.
Ένα άλλο κομμάτι λίγο μεγαλύτερο διαπέρασε το χέρι ενός ηλικιωμένου στο ύψος του αγκώνα και καρφώθηκε στα πλευρά του αφού πρώτα σύνθλιψε τα κούφια κόκαλά του. Το συντηρητικό γκρίζο-καφέ πουκάμισό του μούσκεψε στο αίμα ενώ το χέρι έπεσε άψυχο και πιο ζαρωμένο από ποτέ στο πάτωμα.
'Δεν πρέπει να πόνεσε και πολύ' σκέφτηκε η Φαίη βλέποντας το θάνατο στα μάτια του. Η καρδιά του φρόντισε να μην νοιώσει τον πόνο.
Φλεγόμενες λεπίδες συνέχισαν να εκτοξεύονται σκοτώνοντας πολλούς θεατές ή τραυματίζοντας άλλους τόσο άσχημα και επώδυνα που θα εύχονταν να είχαν πεθάνει. Όσοι κάθονταν προς τη μεριά του πυροσβεστήρα κρατούσαν τα αυτιά τους μετά την έκρηξη λες και έτσι θα μπορούσαν να διορθώσουν τη ζημιά που είχαν πάθει. Μία κοπελίτσα είχε σκεπάσει με τα χέρια της το δεξί της μάτι. Η Φαίη πρόσεξε πως πηχτό, σκουροκόκκινο αίμα έρεε αργά μέσα από τα δάχτυλά και των δύο χεριών της
'Τουλάχιστον θα με θυμούνται μετά από αυτό', είπε η Φαίη και χαμογέλασε πικρά γιατί ήταν σίγουρη πως μόνο οι δολοφόνοι της θα την είχαν στο μυαλό τους, κανένας άλλος.
Θυμήθηκε πως της είχε μείνει μια τελευταία σφαίρα στο όπλο.
Κοίταξε τον πανικό που είχε προκαλέσει στο κοινό, είχε σπείρει θάνατο και αυτή τώρα ήταν η αιματηρή σοδειά της.
Δεν είδε ποιος την πυροβόλησε πρώτος, ούτε ποιος τελευταίος.
Έχασε κάθε αίσθηση του κορμιού της κάθε έλεγχο των λειτουργιών της. Θυμόταν μόνο πως μικρά ανώδυνα σπρωξιματάκια την ανάγκαζαν να παραπατάει προς τα πίσω. Ίσα-ίσα άκουσε πέντε η έξι πυροβολισμούς , τους υπόλοιπους τους άκουσε από ψηλά με τα αυτιά της ψυχής καθώς ανέβαινε, και ήταν πάρα πολλοί, εκατοντάδες. Αυτόματοι, επαναληπτικοί, μεμονωμένοι .
Δεν την ένοιαζε, αισθανόταν να αιωρείται. Θα μπορούσε να μείνει αιώνια σε αυτήν την κατάσταση. Ούτε καν την απασχόλησε γιατί συνέβησαν όλα αυτά, πώς βρέθηκε σε αυτό το σημείο.
Το μόνο που αναρωτήθηκε ήταν ποια σφαίρα αποχώρισε το κορμί της από την ψυχή της; Ποιος πυροβόλησε με τη θανατερή σφαίρα; Όχι δηλαδή πως είχε καμία σημασία αλλά από καθαρή περιέργεια θα ήθελε έστω και για μια στιγμή να γυρίσει πίσω στο σώμα της και να έβρισκε από ποιο όπλο είχε σκοτωθεί.
Ευτυχώς η επιθυμία της δεν πραγματοποιήθηκε γιατί θα ταραζόταν πολύ αν ανακάλυπτε ότι το κορμί της δεν είχε πληγές από σφαίρες και πως το μοναδικό αλλά θανάσιμο τραύμα βρισκόταν στο κεφάλι της. Το πνεύμα της δε θα είχε ησυχία αν ήξερε πως όλοι στο κοινό κρατούσαν άσφαιρα όπλα και αν έβλεπε πως από τη θαλάμη του περιστρόφου έλειπε η τελευταία σφαίρα.