![]() |
To Γελαστό Πτώμα
|
Πρώτο Κεφάλαιο από το βιβλίο "Το Γελαστό Πτώμα" (The Laughing Corpse)
της Laurrel K. Hamilton
Μετάφραση: Κωνσταντίνα Βαϊου
Το απόσπασμα είναι μια ευγενική προσφορά των Εκδόσεων ΟΞΥ προς τους αναγνώστες του Alternative Factor.
Το σπίτι του Χαρολντ Γκεϊνορ περιστοιχιζοταν απο βαθυπράσινο γκαζον και δέντρα που διέγραφαν μια αρμονική καμπύλη ολόγυρά του. Το σπίτι λαμπύριζε στην καυτή αυγουστιάτικη λιακάδα. Ο Μπερτ Βον, το αφεντικό μου, πάρκαρε το αυτοκίνητο στα πατημένα χαλίκια του δρομίσκου που οδηγούσε στο σπίτι. Τα χαλίκια ήταν τόσο λευκά που έμοιαζαν με προσεκτικά διαλεγμένους κρυστάλλους αλατιού. Από κάποιο απομακρυσμένο σημείο ηχούσε αδιάκοπα το απαλό βουητό των αυτόματων ψεκαστήρων για το πότισμα. Το γκαζόν ήταν κυριολεκτικά τέλειο, παρ' όλο που συνεχιζόταν μία από τις χειρότερες ξηρασίες που όμοιά της είχε να ζήσει το Μισούρι παραπάνω από είκοσι χρόνια. Τέλος πάντων. Δεν ήμουν εκεί για να μιλήσω με τον κύριο Γκέινορ για θέματα ύδρευσης. Ήμουν εκεί για να μιλήσω για το ξύπνημα των νεκρών.
Όχι την ανάσταση. Δεν είμαι και τόσο καλή. Εννοώ τα ζόμπι. Τους νεκρούς που σέρνονται. Τα πτώματα που σαπίζουν. Τη νύχτα των ζωντανών νεκρών. Τέτοια ζόμπι. Αν και στην πραγματικότητα είναι λιγότερο εντυπωσιακά απ' ό,τι θα τα παρουσίαζε ποτέ το Χόλιγουντ στην οθόνη. Είμαι αφυπνίστρια. Είναι μια δουλειά, τίποτα παραπάνω, όπως οι πωλήσεις.
Η αφύπνιση αποτελούσε νόμιμο επάγγελμα μόλις τα τελευταία πέντε χρόνια. Παλιότερα ήταν απλώς μια ντροπιαστική κατάρα, μια θρησκευτική εμπειρία ή μια τουριστική ατραξιόν. Εξακολουθεί να είναι έτσι σε κάποιες περιοχές της Νέας Ορλεάνης, όμως εδώ, στο Σεντ Λούις, είναι επιχείρηση. Επικερδής, μάλιστα, χάρη στο αφεντικό μου κατά ένα μεγάλο βαθμό. Είναι κάθαρμα, τιποτένιος, αχρείος, αλλά ανάθεμα αν δεν ξέρει πώς να βγάζει λεφτά. Είναι καλό γνώρισμα για ένα διευθυντή επιχείρησης.
Ο Μπερτ ήταν 1,92, πρώην παίκτης του ράγκμπι στο κολέγιο, με φαρδιές πλάτες και με κοιλιά που είχε αρχίσει να φουσκώνει από την μπίρα. Το σκούρο μπλε κοστούμι που φορούσε ήταν ραμμένο έτσι ώστε να μη φαίνεται η κοιλιά. Για οχτακόσια δολάρια, το κοστούμι θα έπρεπε να κρύβει ολόκληρο κοπάδι από ελέφαντες. Τα ξεθωριασμένα, ξανθά μαλλιά του ήταν κομμένα σε στρατιωτικό στιλ, κούρεμα που είχε έρθει ξανά στη μόδα έπειτα απ' όλα αυτά τα χρόνια. Το έντονο μαύρισμά του έκανε τρομερή αντίθεση με τα άχρωμα μαλλιά και μάτια του.
Ο Μπερτ ίσιωσε την μπλε και κόκκινη ριγέ γραβάτα του και σκούπισε μια σταγόνα ιδρώτα από το ηλιοκαμένο μέτωπό του. "Ακουσα στις ειδήσεις ότι γίνεται μία κίνηση για να χρησιμοποιούν ζόμπι σε χωράφια που έχουν μολυνθεί από φυτοφάρμακα. Θα έσωζε ζωές".
"Τα ζόμπι σαπίζουν, Μπερτ, αποκλείεται να το εμποδίσει κανείς αυτό, και δεν παραμένουν αρκετά έξυπνα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να χρησιμοποιηθούν ως εργάτες στα χωράφια".
"Μια απλή σκέψη έκανα. Οι νεκροί δεν έχουν νομικά δικαιώματα, Ανίτα".
"Όχι ακόμα".
Ήταν λάθος να ξυπνάμε τους νεκρούς για να δουλεύουν ως σκλάβοι για μας. Ήταν όντως λάθος, αλλά δε με ακούει κανείς. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε, τελικά, να πάρει ενεργή θέση. Υπήρχε μια εθνική επιτροπή, που είχε συγκροτηθεί από αφυπνιστές και άλλους ειδικούς. Υποτίθεται ότι ερευνούσαμε τις συνθήκες εργασίας των ζόμπι της περιοχής.
Συνθήκες εργασίας. Δεν καταλάβαιναν. Δεν μπορείς να προσφέρεις σ' ένα πτώμα καλές συνθήκες εργασίας. Δεν το εκτιμούν, ούτως ή άλλως. Τα ζόμπι μπορεί να περπατάνε, ακόμα και να μιλάνε, όμως είναι εντελώς, μα εντελώς νεκρά.
Ο Μπερτ μου χαμογέλασε συγκαταβατικά. Καταπολέμησα μια ισχυρή επιθυμία να του χώσω μία στο αυτάρεσκο πρόσωπό του. "Ξέρω ότι εσύ και ο Τσαρλς δουλεύετε σ' αυτή την επιτροπή", είπε ο Μπερτ. "Περνάτε απ' όλες τις επιχειρήσεις και ελέγχετε τα ζόμπι. Αυτό δίνει τρομερή δημοσιότητα στην "Αφύπνιση Ε.Π.Ε."".
"Δεν το κάνω για τη μεγάλη δημοσιότητα", είπα.
"Ξέρω. Πιστεύεις στον ταπεινό σου σκοπό".
"Είσαι ένα συγκαταβατικό καθίκι", είπα χαμογελώντας του γλυκά.
Μου χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. "Το ξέρω".
Κούνησα το κεφάλι μου, μα δεν είπα λέξη? εδώ που τα λέμε, με τον Μπερτ αντίπαλο δεν μπορείς να νικήσεις σε έναν αγώνα προσβολών. Δε δίνει δεκάρα τι γνώμη έχω γι' αυτόν, αρκεί να δουλεύω γι' αυτόν.
Το βαθύ μπλε σακάκι του ταγέρ μου υποτίθεται ότι ήταν καλοκαιρινό, όμως ήταν απάτη. Ο ιδρώτας άρχισε να κυλάει στη σπονδυλική μου στήλη μόλις πάτησα το πόδι μου έξω από το αυτοκίνητο.
Ο Μπερτ γύρισε προς το μέρος μου και τα μικρά του μάτια στένεψαν. Το συνήθιζε να λοξοκοιτάζει καχύποπτα. "Έχεις ακόμα επάνω σου το όπλο σου", είπε..
"Το κρύβει το σακάκι, Μπερτ. Ο κύριος Γκέινορ αποκλείεται να το καταλάβει". Ο ιδρώτας άρχισε να μαζεύεται κάτω από τα λουριά της θήκης του όπλου μου, η οποία ήταν περασμένη γύρω από τον ώμο. Ένιωθα πως η μεταξωτή μπλούζα μου άρχιζε να λιώνει. Προσπαθώ να μη φοράω μετάξι και τη θήκη ταυτόχρονα. Το μετάξι αρχίζει να τσαλακώνει, σχηματίζοντας ζάρες εκεί όπου τέμνονται τα λουριά. Το όπλο ήταν ένα Browning Hi-Power των 9mm και μου άρεσε να το έχω πρόχειρο κοντά μου.
"Έλα, Ανίτα. Δε νομίζω ότι θα χρειαστείς όπλο μέσα στο καταμεσήμερο ενώ επισκέπτεσαι πελάτη". Η φωνή του Μπερτ είχε εκείνο τον συγκαταβατικό τόνο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν απέναντι στα παιδιά. Έλα, κοριτσάκι, ξέρεις πως είναι για το καλό σου.
Ο Μπερτ δε νοιαζόταν για το καλό μου. Απλώς δεν ήθελε να τρομάξει τον Γκέινορ. Ο τύπος μάς είχε ήδη δώσει μια επιταγή για πέντε χιλιάδες δολάρια. Κι αυτό μόνο και μόνο για να πάμε ως εκεί και να του μιλήσουμε. Είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα παίρναμε κι άλλα χρήματα αν συμφωνούσαμε να αναλάβουμε την υπόθεσή του. Πολλά χρήματα. Ο Μπερτ ήταν κατενθουσιασμένος. Εγώ διατηρούσα τις επιφυλάξεις μου. Στο κάτω-κάτω, το πτώμα δε θα το ξυπνούσε ο Μπερτ. Εγώ θα το ξυπνούσα.
Το κακό ήταν ότι ο Μπερτ μάλλον είχε δίκιο. Δε θα χρειαζόμουν το όπλο μεσημεριάτικα. Μάλλον. "Εντάξει, άνοιξε το πορτμπαγκάζ".
Ο Μπερτ άνοιξε το πορτμπαγκάζ του σχεδόν ολοκαίνουργιου Βόλβο του. Εγώ ήδη έβγαζα το σακάκι. Στάθηκε μπροστά μου, ώστε να μη φαίνομαι από το σπίτι. Αλίμονό μας αν με έβλεπαν να κρύβω ένα όπλο στο πορτμπαγκάζ. Τι θα έκαναν, θα κλείδωναν τις πόρτες και θα καλούσαν απεγνωσμένα βοήθεια;
Τύλιξα τα λουριά της θήκης γύρω από το όπλο και το ακούμπησα στο καθαρό πορτμπαγκάζ. Είχε τη μυρωδιά ενός καινούργιου αυτοκινήτου, πλαστικού και αμυδρώς ψεύτικου. Ο Μπερτ έκλεισε το πορτμπαγκάζ κι εγώ κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω σ' αυτό, λες και έβλεπα ακόμα το όπλο."
"Θα έρθεις;" ρώτησε.
"Ναι", είπα. Δε μου άρεσε να αποχωρίζομαι το όπλο μου, ανεξαρτήτως λόγου. Ήταν κακό σημάδι αυτό; Ο Μπερτ μου έκανε νόημα να προχωρήσω.
Προχώρησα, περπατώντας προσεκτικά πάνω στα χαλίκια με τις ψηλοτάκουνες μαύρες γόβες μου. Οι γυναίκες μπορεί να έχουν τη δυνατότητα να φοράνε πολλά όμορφα χρώματα, αλλά οι άντρες έχουν το προνόμιο των άνετων παπουτσιών.
Ο Μπερτ κοιτούσε επίμονα την πόρτα, με το χαμόγελο ήδη ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ήταν το καλύτερο επαγγελματικό του χαμόγελο, έσταζε ειλικρίνεια. Η κεφάτη διάθεσή του έκανε τα ξεθωριασμένα, γκρίζα μάτια του να λάμπουν. Ήταν μια μάσκα. Μπορούσε να τη βάζει και να τη βγάζει, λες και πατούσε ένα διακόπτη. Θα είχε το ίδιο χαμόγελο κι αν ομολογούσες ότι σκότωσες την ίδια σου τη μάνα. Αρκεί να ήσουν πρόθυμος να πληρώσεις για να την αναστήσουν από τους νεκρούς.
Η πόρτα άνοιξε και κατάλαβα ότι ο Μπερτ είχε κάνει λάθος που επέμενε ότι δε χρειαζόμουν όπλο. Ο άντρας ήταν κάπου 1,70, αλλά το πορτοκαλί πόλο μπλουζάκι που φορούσε ήταν τσιτωμένο στο στήθος του. Το μαύρο, σπορ σακάκι φαινόταν υπερβολικά μικρό, λες κι αν έκανε να κινηθεί θα άνοιγαν οι ραφές, σαν ένα έντομο που δε χωρούσε πια στο δέρμα του. Ένα μαύρο, ξεβαμμένο τζιν παντελόνι άφηνε εκτεθειμένη σε κοινή θέα μια μικρή μέση, τον έκανε λοιπόν να μοιάζει λες και κάποιος τον είχε ζουλήξει εκεί ενώ ο πηλός ήταν ακόμα νωπός. Τα μαλλιά του ήταν πολύ ξανθά. Μας κοίταξε σιωπηλά. Το βλέμμα του ήταν κενό, άψυχο, όπως αυτό μιας κούκλας. Διέκρινα φευγαλέα μια θήκη όπλου κάτω από το σπορ σακάκι και αντιστάθηκα σε μια έντονη επιθυμία να κλοτσήσω τον Μπερτ στο καλάμι.
Το αφεντικό μου είτε δεν παρατήρησε το όπλο είτε δεν έδωσε σημασία. "Γεια σας, λέγομαι Μπερτ Βον και από δω η συνεργάτιδά μου, Ανίτα Μπλέικ. Ο κύριος Γκέινορ μας περιμένει". Ο Μπερτ του χαμογέλασε όλο γοητεία.
Ο σωματοφύλακας -τι άλλο θα μπορούσε να είναι;- παραμέρισε από την πόρτα. Ο Μπερτ το εξέλαβε ως πρόσκληση και πέρασε μέσα. Ακολούθησα, χωρίς να είμαι καθόλου σίγουρη αν το ήθελα. Ο Χάρολντ Γκέινορ ήταν ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος. Ίσως να χρειαζόταν σωματοφύλακα. Ίσως κάποιοι να τον είχαν απειλήσει. Ή ίσως να ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που διαθέτουν αρκετά χρήματα για να πληρώνουν φουσκωτούς, είτε τους χρειάζονται είτε όχι.
Ή ίσως να συνέβαινε κάτι άλλο. Κάτι που απαιτούσε όπλα και μύες και άντρες με άψυχα, στεγνά από συναισθήματα μάτια. Όχι και τόσο ευχάριστη σκέψη.
Ο κλιματισμός ήταν πολύ δυνατός και ο ιδρώτας έπηξε στη στιγμή. Ακολουθήσαμε το σωματοφύλακα κατά μήκος ενός μακριού, κεντρικού διαδρόμου που ήταν ντυμένος με σκούρο, ακριβό όπως φαινόταν, ξύλο. Το χαλί έδειχνε ανατολίτικο και ήταν μάλλον χειροποίητο.
Στον δεξιό τοίχο υπήρχαν βαριές, ξύλινες πόρτες. Ο σωματοφύλακας τις άνοιξε και στάθηκε ξανά στην άκρη, ενώ εμείς περάσαμε μέσα. Το δωμάτιο ήταν βιβλιοθήκη, όμως ήμουν σίγουρη ότι ποτέ κανείς δε διάβαζε κανένα από τα βιβλία. Το μέρος ήταν καλυμμένο με σκούρα, ξύλινα ράφια με βιβλία από το ταβάνι ως το πάτωμα. Υπήρχε μέχρι και δεύτερο επίπεδο με βιβλία και ράφια, στο οποίο ανέβαινες από μια καλαίσθητη, στριφογυριστή, στενή σκάλα. Όλα τα βιβλία είχαν σκληρό εξώφυλλο, όλα το ίδιο μέγεθος, χρώματα απαλά και συγκεντρωμένα μαζί σαν κολλάζ. Τα έπιπλα ήταν, φυσικά, από κόκκινο δέρμα με μπρούντζινα κουμπιά σφηνωμένα στην επιφάνειά του.
Ένας άντρας καθόταν κοντά στον απέναντι τοίχο. Χαμογέλασε όταν μπήκαμε. Ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας με ευχάριστο, στρογγυλό πρόσωπο, που σχημάτιζε διπλοσάγονο. Καθόταν σε μια ηλεκτροκίνητη αναπηρική καρέκλα, με μια μάλλινη, καρό κουβερτούλα απλωμένη στα γόνατά του, έτσι που έκρυβε τα πόδια του.
"Κύριε Βον και δεσποινίς Μπλέικ, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να έρθετε ως εδώ". Η φωνή του ταίριαζε με το πρόσωπό του, ευχάριστη, σχεδόν φιλική.
Ένας λεπτόσωμος, μαύρος άντρας καθόταν σε μία από τις δερμάτινες καρέκλες. Ήταν πάνω από 1,80, ακριβώς πόσο πάνω ήταν δύσκολο να προσδιορίσω. Είχε βουλιάξει στην καρέκλα, τα μακριά του πόδια ήταν τεντωμένα μπροστά του, σταυρωμένα στο ύψος των αστραγάλων. Τα πόδια του ήταν πιο ψηλά απ' όσο ήμουν εγώ ολόκληρη. Τα καστανά του μάτια με παρακολουθούσαν, λες και προσπαθούσε να με απομνημονεύσει και στη συνέχεια θα τον βαθμολογούσαν.
Ο ξανθός σωματοφύλακας πήγε να στηριχτεί στα ράφια με τα βιβλία. Δεν μπορούσε καλά-καλά να σταυρώσει τα χέρια του, το σακάκι παραήταν στενό, οι μύες παραήταν μεγάλοι. Εδώ που τα λέμε, καλύτερα να μη στηρίζεσαι σ' έναν τοίχο και να το παίζεις σκληρός αν δεν μπορείς να σταυρώσεις τα χέρια σου. Χαλάει όλη την εικόνα.
Ο κύριος Γκέινορ είπε: "Γνωρίσατε τον Τόμι". Έκανε νεύμα προς το μέρος του σωματοφύλακα που καθόταν. "Από δω ο Μπρούνο"..
"Αυτό είναι το πραγματικό σου όνομα ή απλώς παρατσούκλι;" ρώτησα κοιτάζοντας τον Μπρούνο κατάματα.
Μετακινήθηκε λιγάκι στην καρέκλα του. "Πραγματικό όνομα".
Χαμογέλασα.
"Γιατί;" ρώτησε.
"Απλώς δεν έχω γνωρίσει ποτέ σωματοφύλακα που να τον λένε στ' αλήθεια Μπρούνο".
"Αστείο υποτίθεται ότι είναι αυτό;" ρώτησε.
Κούνησα το κεφάλι μου. Μπρούνο. Ήταν εντελώς καταδικασμένος. Ήταν σαν να ονόμαζες ένα κορίτσι Αφροδίτη. Οποιοσδήποτε λεγόταν Μπρούνο ήταν προορισμένος για σωματοφύλακας. Ήταν κανόνας. Μπάτσος, ίσως; Μπα, ήταν όνομα κακού. Χαμογέλασα.
Ο Μπρούνο ανασηκώθηκε στην καρέκλα του, μια απαλή, νευρώδης κίνηση. Δεν είχε όπλο πάνω του, απ' όσο μπορούσα να διακρίνω, η όψη του όμως είχε κάτι το επιβλητικό. Επικίνδυνος, έλεγε, προσοχή.
Μάλλον δεν έπρεπε να χαμογελάσω πριν.
Ο Μπερτ διέκοψε: "Ανίτα, σε παρακαλώ. Ειλικρινά ζητώ συγγνώμη, κύριε Γκέινορ… κύριε Μπρούνο. Η δεσποινίς Μπλέικ έχει μια κάπως περίεργη αίσθηση του χιούμορ".
"Μη ζητάς συγγνώμη εκ μέρους μου, Μπερτ. Δε μου αρέσει". Δεν ξέρω για ποιο λόγο, πάμτως ξίνισε. Αυτά που ήταν όντως προσβλητικά δεν τα είχα πει δυνατά.
"Ελάτε, ελάτε τώρα", είπε ο κύριος Γκέινορ. "Ας μη χαλάμε τις καρδιές μας. Έτσι, Μπρούνο;"
Ο Μπρούνο κούνησε το κεφάλι του και με κοίταξε συνοφρυωμένος, όχι θυμωμένος, κάπως μπερδεμένος.
Ο Μπερτ μου έριξε μια οργισμένη ματιά, έπειτα γύρισε χαμογελώντας προς τον άντρα στην αναπηρική καρέκλα. "Κύριε Γκέινορ, ξέρω πως είστε πολυάσχολος. Λοιπόν, πόσων χρόνων ακριβώς είναι το ζόμπι που θέλετε να αναστήσουμε;"
"Ένας άντρας που στρώνεται κατευθείαν στη δουλειά. Μου αρέσει αυτό". Ο Γκέινορ έκανε παύση και κάρφωσε το βλέμμα του στην πόρτα. Μπήκε μια γυναίκα. Ήταν ψηλή, ξανθιά, με μακριά καλοσχηματισμένα πόδια και μενεξεδιά μάτια. Το φόρεμα, αν ήταν φόρεμα, ήταν τριανταφυλλί και μεταξωτό. Κολλούσε πάνω στο σώμα της όπως έπρεπε να κολλάει, κρύβοντας όσα απαιτούσε η αξιοπρέπεια, αλλά αφήνοντας πολύ λίγα στη φαντασία. Μακριά, ωχρά πόδια ασφυκτιούσαν μέσα σε ροζ γόβες με ψηλά, μυτερά τακούνια, χωρίς καλσόν. Διέσχισε αγέρωχα το χαλί, και κάθε άντρας στο δωμάτιο πήρε θέση θεατή. Κι εκείνη το ήξερε.
Τίναξε το κεφάλι της προς τα πίσω και γέλασε, αλλά δε βγήκε καθόλου ήχος. Το πρόσωπό της φωτίστηκε, τα χείλια της σάλεψαν, τα μάτια έλαμψαν, αλλά σε απόλυτη σιωπή, λες και κάποιος είχε κλείσει τον ήχο. Στηρίχτηκε με τον ένα γοφό στον Χάρολντ Γκέινορ, ακουμπώντας το ένα χέρι πάνω στον ώμο του. Αυτός την αγκάλιασε γύρω από τη μέση και η κίνηση σήκωσε το ήδη κοντό φόρεμα άλλους δύο πόντους.
Θα μπορούσε, άραγε, να καθίσει μ' αυτό το φόρεμα χωρίς να βγάλει τα κάλλη της στη φόρα; Μπα.
"Από δω η Σίσιλι", είπε. Εκείνη χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο στον Μπερτ, ενώ εκείνο το άηχο γελάκι έκανε τα μάτια της να σπινθηροβολήσουν. Κοίταξε προς το μέρος μου και το βλέμμα της αποδυναμώθηκε, το χαμόγελο έσβησε. Για ένα δευτερόλεπτο αβεβαιότητα γέμισε τα μάτια της. Ο Γκέινορ τη χτύπησε ελαφρά στο γοφό. Το χαμόγελο αναζωπυρώθηκε στο πρόσωπό της. Έγνεψε με χάρη και στους δυο μας.
"Θέλω να αναστήσετε ένα πτώμα διακοσίων ογδόντα τριών ετών".
Κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω του χωρίς να μιλήσω και αναρωτήθηκα αν καταλάβαινε τι ζητούσε.
"Δηλαδή", είπε ο Μπερτ, "σχεδόν τριακοσίων ετών. Πολύ μεγάλο σε ηλικία για να αναστηθεί ως ζόμπι. Οι περισσότεροι αφυπνιστές δε θα μπορούσαν να το κάνουν με τίποτα".
"Το γνωρίζω αυτό", είπε ο Γκέινορ. "Γι' αυτό ζήτησα τη δεσποινίδα Μπλέικ. Αυτή μπορεί να το κάνει".
Ο Μπερτ με λοξοκοίταξε. Ποτέ δεν είχα αναστήσει κάτι τόσο μεγάλο σε ηλικία. "Ανίτα;"
"Θα μπορούσα να το κάνω", είπα.
Χαμογέλασε στον Γκέινορ, ευχαριστημένος.
"Αλλά δε θα το κάνω".
Ο Μπερτ ξαναγύρισε αργά προς το μέρος μου, το χαμόγελο είχε εξαφανιστεί.
Ο Γκέινορ εξακολουθούσε να χαμογελάει. Οι σωματοφύλακες ήταν ακίνητοι. Η Σίσιλι με κοίταξε με ευχαρίστηση, το βλέμμα της απολύτως κενό νοήματος.
"Ένα εκατομμύριο δολάρια, δεσποινίς Μπλέικ", είπε ο Γκέινορ με την απαλή, ευχάριστη φωνή του.
Είδα τον Μπερτ να ξεροκαταπίνει. Οι παλάμες του τραντάχτηκαν πάνω στα μπράτσα της καρέκλας. Για τον Μπερτ τα λεφτά ισοδυναμούσαν με το σεξ. Μάλλον είχε τη μεγαλύτερη στύση της ζωής του.
"Καταλαβαίνετε τι ζητάτε, κύριε Γκέινορ;" ρώτησα.
Κούνησε το κεφάλι. "Θα φέρω εγώ τη λευκή κατσίκα". Η φωνή του εξακολουθούσε να είναι ευχάριστη καθώς το είπε, ενώ ο ίδιος χαμογελούσε ακόμα. Μόνο τα μάτια του είχαν γίνει σκοτεινά' διψασμένα, ανυπόμονα.
Σηκώθηκα όρθια. "Πάμε, Μπερτ, είναι ώρα να φύγουμε".
Ο Μπερτ άρπαξε το μπράτσο μου. "Ανίτα, κάθισε κάτω, σε παρακαλώ".
Κάρφωσα το βλέμμα μου στο χέρι του ώσπου με άφησε. Η γοητευτική του μάσκα γλίστρησε και μου αποκάλυψε το θυμό που κρυβόταν από κάτω, έπειτα να σου τον πάλι μες στην καλή χαρά για μπίζνες. "Ανίτα. Είναι γενναιόδωρη αμοιβή".
"Η λευκή κατσίκα είναι ευφημισμός, Μπερτ. Σημαίνει ανθρωποθυσία".
Το αφεντικό μου έστρεψε γρήγορα το βλέμμα στον Γκέινορ, ύστερα ξανά σ' εμένα. Με ήξερε αρκετά καλά ώστε να με πιστέψει, αλλά δεν ήθελε. "Δεν καταλαβαίνω", είπε.
"Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία του ζόμπι, τόσο μεγαλύτερος είναι ο θάνατος που χρειάζεται για να το αναστήσουμε. Για ηλικίες μεγαλύτερες από μερικούς αιώνες, ο μοναδικός "αρκετά μεγάλος" θάνατος είναι μια ανθρωποθυσία", είπα.
Ο Γκέινορ δε χαμογελούσε πια. Με παρακολουθούσε μέσα από σκοτεινιασμένα μάτια. Η Σίσιλι εξακολουθούσε να δείχνει ευχάριστη, σχεδόν χαμογελαστή. Υπήρχε κανείς πίσω από εκείνα τα καταγάλανα μάτια; "Θέλετε όντως να μιλήσουμε για φόνο μπροστά στη Σίσιλι;" ρώτησα.
Ο Γκέινορ μου χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο, πάντα κακό σημάδι. "Δεν καταλαβαίνει λέξη απ' όσα λέμε. Η Σίσιλι είναι κουφή".
Τον κάρφωσα με τα μάτια μου και κούνησε το κεφάλι. Εκείνη με κοίταξε με ευχάριστο βλέμμα. Μιλούσαμε για ανθρωποθυσία και ούτε που το καταλάβαινε. Αν μπορούσε να διαβάζει τα χείλια, το έκρυβε πολύ καλά. Υποθέτω ότι ακόμα και οι ανάπηροι, εεε… όσοι έχουν κάποια σωματική δυσλειτουργία, μπορούν να μπλέξουν με κακές παρέες, όμως δεν έστεκε.
"Απεχθάνομαι τις γυναίκες που μιλάνε όλη την ώρα", είπε ο Γκέινορ.
Κούνησα το κεφάλι μου. "Όλα τα λεφτά του κόσμου δε θα έφταναν για να με κάνουν να δουλέψω για σας".
"Δε θα μπορούσες απλώς να σκοτώσεις πολλά ζώα, αντί για ένα μόνο;" ρώτησε ο Μπερτ. Ο Μπερτ είναι πολύ καλός διευθυντής επιχείρησης. Όσον αφορά την ανάσταση των νεκρών δεν ξέρει την τύφλα του.
Χαμήλωσα το βλέμμα μου πάνω του. "Όχι".
Ο Μπερτ κάθισε εντελώς ακίνητος στην καρέκλα του. Η προοπτική να χάσει ένα εκατομμύριο δολάρια θα πρέπει να του προκάλεσε φοβερό σωματικό πόνο, όμως τον έκρυψε. Ο κύριος Εταιρικός Διαπραγματευτής. "Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος για να βρεθεί μία λύση", είπε. Η φωνή του ήταν ήρεμη. Ένα επαγγελματικό χαμόγελο στράβωσε τα χείλια του. Προσπαθούσε ακόμα να κάνει μπίζνες. Το αφεντικό μου δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε.
"Γνωρίζετε κάποιον άλλο αφυπνιστή που θα μπορούσε να αναστήσει ένα ζόμπι τόσο μεγάλο σε ηλικία όπως αυτό;" ρώτησε ο Γκέινορ.
Ο Μπερτ σήκωσε γρήγορα το βλέμμα του πάνω μου, ύστερα το χαμήλωσε στο πάτωμα, ύστερα το έστρεψε στον Γκέινορ. Το επαγγελματικό χαμόγελο είχε ξεθωριάσει. Καταλάβαινε πια ότι κουβεντιάζαμε για φόνο. Θα άλλαζε τίποτε αυτό;
Πάντα αναρωτιόμουν μέχρι πού έφταναν τα όρια του Μπερτ. Θα το εξακρίβωνα πολύ σύντομα. Το γεγονός ότι δεν ήξερα αν θα αρνιόταν τη συμφωνία έλεγε πολλά για το αφεντικό μου. "Όχι", είπε σιγανά ο Μπερτ, "όχι, μάλλον δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω ούτε εγώ, κύριε Γκέινορ".
"Αν πρόκειται για τα χρήματα, δεσποινίς Μπλέικ, μπορώ να αυξήσω την προσφορά".
Ένα τρέμουλο διαπέρασε τους ώμους του Μπερτ. Καημενούλη Μπερτ, το έκρυψε όμως καλά. Του άξιζαν συγχαρητήρια.
"Δεν είμαι δολοφόνος, Γκέινορ", είπα.
"Αλλα άκουσα εγώ", είπε ο Τόμι με τα ξανθά μαλλιά.
Τον λοξοκοίταξα. Το βλέμμα του εξακολουθούσε να είναι κενό, όπως αυτό μιας κούκλας.
"Δε σκοτώνω ανθρώπους για λεφτά".
"Σκοτώνεις βρικόλακες για λεφτά", είπε.
"Νόμιμη εκτέλεση, και δεν το κάνω για τα λεφτά", είπα.
Ο Τόμι κούνησε το κεφάλι του και απομακρύνθηκε από τον τοίχο. "Λένε πως σου αρέσει να παλουκώνεις βρικόλακες. Και πως δεν είσαι ιδιαίτερα προσεκτική όσον αφορά το ποιον πρέπει να σκοτώσεις για να φτάσεις σ' αυτούς".
"Όπως μαθαίνω από τους πληροφοριοδότες μου, έχετε σκοτώσει ξανά ανθρώπους, δεσποινίς Μπλέικ", είπε ο Γκέινορ.
"Μόνο σε αυτοάμυνα, Γκέινορ. Δεν αναλαμβάνω φόνους".
Ο Μπερτ στεκόταν όρθιος τώρα. "Νομίζω ότι είναι ώρα να φύγουμε".
Ο Μπρούνο σηκώθηκε με μια ρευστή κίνηση, οι μεγάλες, σκούρες παλάμες του ήταν χαλαρές και μισόκλειστες, δεξιά κι αριστερά στο σώμα του. Στοιχημάτιζα σε κάποιο είδος πολεμικής τέχνης.
Ο Τόμι στεκόταν μακριά από τον τοίχο. Το σπορ σακάκι του ήταν τραβηγμένο προς τα πίσω, έτσι ώστε να αφήνει εκτεθειμένο σε κοινή θέα το όπλο του, λες κι ήταν πιστολάς άλλων εποχών. Ήταν ένα Magnum 357. Ανοιγε πολύ μεγάλη τρύπα.
Στεκόμουν εκεί χωρίς να μιλάω, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω τους. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Ίσως να μπορούσα να κάνω κάτι με τον Μπρούνο, αλλά ο Τόμι είχε όπλο. Εγώ όχι. Το γεγονός αυτό έβαλε κατά κάποιον τρόπο τέλος στον προβληματισμό μου.
Με αντιμετώπιζαν λες και ήμουν κάποιο πολύ επικίνδυνο άτομο. Με ύψος 1,60 δεν είμαι επιβλητική. Ανασταίνεις τους νεκρούς, σκοτώνεις μερικούς βρικόλακες, και ο κόσμος αρχίζει να σε θεωρεί κι εσένα τέρας. Κάποιες φορές αυτό με πλήγωνε. Αλλά τώρα… είχε προοπτικές. "Πιστεύετε στ' αλήθεια ότι ήρθα εδώ άοπλη;" ρώτησα. Η φωνή μου ακούστηκε πολύ σοβαρή."
Ο Μπρούνο κοίταξε τον Τόμι. Εκείνος σήκωσε κάπως τους ώμους. "Δεν την έψαξα".
Ο Μπρούνο ξεφύσηξε.
"Δεν έχει πάνω της όπλο, πάντως", είπε ο Τόμι.
"Βάζεις στοίχημα τη ζωή σου;" είπα. Χαμογέλασα όταν το είπα και έσυρα το χέρι μου, πολύ αργά, προς την πλάτη μου. Για να τους κάνω να πιστέψουν ότι είχα οπλοθήκη γοφού στη βάση της ραχοκοκαλιάς μου. Ο Τόμι μετακινήθηκε και κύρτωσε την παλάμη του κοντά στο όπλο του. Αν το τραβούσε, θα πεθαίναμε. Θα ξαναγυρνούσα και θα στοίχειωνα τον Μπερτ.
Ο Γκέινορ είπε: "Όχι. Δεν είναι απαραίτητο να πεθάνει κανείς εδώ σήμερα, δεσποινίς Μπλέικ".
"Όχι", είπα, "δεν είναι καθόλου απαραίτητο". Αφού κατάπια, ο σφυγμός μου επανήλθε στη θέση του και απομάκρυνα προσεκτικά το χέρι μου από το υποτιθέμενο όπλο μου. Ο Τόμι απομάκρυνε το χέρι του από το υπαρκτό του όπλο. Καλά τη βγάλαμε.
Ο Γκέινορ χαμογέλασε ξανά, σαν πρόσχαρος Αγιος Βασίλης χωρίς γένια. "Καταλαβαίνετε φυσικά ότι θα ήταν άσκοπο να μιλήσετε στην αστυνομία".
Κούνησα το κεφάλι. "Δεν έχουμε αποδείξεις. Δε μας είπατε καν ποιος θέλατε να αναστηθεί από τους νεκρούς ή γιατί".
"Θα ήταν ο λόγος σας ενάντια στο δικό μου", είπε.
"Και είμαι σίγουρη ότι έχετε φίλους υψηλά ιστάμενους". Χαμογέλασα καθώς το είπα.
Το χαμόγελό του έγινε πλατύ και σχημάτισε λακκάκια στα παχουλά μαγουλάκια του. "Φυσικά".
Γύρισα την πλάτη μου στον Τόμι και στο όπλο του. Ο Μπερτ ακολούθησε. Προχωρήσαμε έξω στην ανυπόφορη, καλοκαιρινή ζέστη. Ο Μπερτ φαινόταν λίγο ταραγμένος. Ένιωθα σχεδόν φιλικά απέναντί του. Ήταν ωραίο που μάθαινα πως ο Μπερτ είχε όρια, πως υπήρχε και κάτι που δε θα έκανε, ούτε και για ένα εκατομμύριο δολάρια.
"Θα μας πυροβολούσαν όντως;" ρώτησε. Η φωνή του ακούστηκε ψυχρή, πιο άκαμπτη από το αμυδρώς παγωμένο βλέμμα των ματιών του. Σκληρέ Μπερτ. Ξεκλείδωσε το πορτμπαγκάζ χωρίς να του το ζητήσω.
"Με το όνομα του Χάρολντ Γκέινορ στην ατζέντα μας και στο κομπιούτερ;" Έβγαλα το όπλο μου και φόρεσα γρήγορα την οπλοθήκη. "Χωρίς να ξέρουν σε ποιον είχαμε αναφέρει αυτό το ταξίδι;" Κούνησα το κεφάλι μου. "Υπερβολικά ριψοκίνδυνο".
"Τότε γιατί προσποιήθηκες πως έχεις όπλο;" Με κοίταξε κατάματα καθώς ρώτησε και για πρώτη φορά διέκρινα αβεβαιότητα στο πρόσωπό του. Ο παλιολεφτάς είχε ανάγκη από μια ενθαρρυντική κουβέντα, αλλά μόλις είχα ξεμείνει από δαύτες.
"Επειδή, Μπερτ, θα μπορούσα να κάνω και λάθος".