Ο
Μεγάλος
Κ.

 

Philip K. Dick
The Great C. (1953)

Μετάφραση: Ιάσωνας Παπαδημητρίου

 

Δεν άκουσε τις ερωτήσεις ακριβώς έως ότου ήταν καιρός να φύγει. Ο Γουόλτερ Κεντ τον τράβηξε στο πλάι από τους άλλους. Βάζοντας τα χέρια του στους ώμους του Μέρεντιθ, τον κοίταξε προσεκτικά στο πρόσωπο.

«Θυμήσου ότι κανείς ποτέ δεν έχει γυρίσει πίσω. Αν γυρίσεις πίσω, θα είσαι ο πρώτος. Ο πρώτος σε πενήντα χρόνια».

Ο Τιμ Μέρεντιθ έγνεψε, ανήσυχος και αμήχανος, αλλά ευγνώμων για τα λόγια του Κεντ. Στο κάτω-κάτω , ο Κεντ ήταν ο Αρχηγός της Φυλής, ένας εντυπωσιακός γέρος άντρας με γκρίζα μαλλιά και γενειάδα. Είχε έναν επίδεσμο πάνω από το δεξί του μάτι και δυο μαχαίρια στη ζώνη του, αντί για το συνηθισμένο ένα. Και λεγόταν ότι ήξερε γράμματα.

«Το ταξίδι από μόνο του δεν παίρνει πάνω από μια μέρα. Σου δίνουμε ένα πιστόλι. Υπάρχουν σφαίρες αλλά κανείς δεν ξέρει πόσες από αυτές είναι καλές. Έχεις το φαγητό σου;»

Ο Μέρεντιθ ψηλάφισε στο πακέτο του.  Έβγαλε μια μεταλλική κονσέρβα με ένα ανοιχτήρι προσκολλημένο πάνω της. «Αυτό πρέπει να ‘ναι αρκετό», είπε αναποδογυρίζοντας την κονσέρβα.

«Και νερό;»

Ο Μέρεντιθ κροτάλισε το κονσερβοκούτι του.

«Ωραία». Ο Κεντ εξέτασε το νεαρό άντρα. Ο Μέρεντιθ φορούσε δερμάτινες μπότες, πέτσινο παλτό και γκέτες. Το κεφάλι του προφυλασσόταν από ένα σκουριασμένο μεταλλικό κράνος. Γύρω από το λαιμό του, κρεμόντουσαν ένα ζευγάρι κυάλια από ένα δερμάτινο κορδόνι. Ο Κεντ ακούμπησε τα βαριά γάντια που κάλυπταν τα χέρια του Μέρεντιθ. «Αυτό είναι το τελευταίο ζευγάρι από αυτά», είπε. «Δεν θα ξαναδούμε κανένα από αυτά ξανά».

«Να τα αφήσω πίσω;»

«Ελπίζουμε αυτά – και εσύ – να επιστρέψουν». Ο Κεντ τον έπιασε από τον ώμο και πήγε ακόμη πιο πέρα, έτσι ώστε να μην ακούσει κανένας. Το υπόλοιπο της φυλής, άντρες, γυναίκες και παιδιά, στεκόντουσαν ήσυχα μαζί στο χείλος του καταφυγίου, περιμένοντας. Το Καταφύγιο ήταν συμπαγές, δυναμωμένο από την προσθήκη πασσάλων που είχαν κοπεί από καιρό σε καιρό. Κάποτε, στο μακρινό παρελθόν, ένα δίκτυο από φύλλα και κλαδιά κρεμόταν πάνω από την είσοδο, αλλά αυτό είχε σαπίσει όλο καθώς το σύρμα είχε διαβρωθεί και σπάσει. Όπως και να ‘χε, δεν υπήρχε τίποτε στον ουρανό αυτόν τον καιρό, για να προσέξει έναν μικρό κύκλο από τσιμέντο, την είσοδο στα τεράστια υπόγεια δωμάτια όπου ζούσε η φυλή.

«Τώρα», είπε ο Κεντ. «Οι τρεις ερωτήσεις». Έσκυψε προς τον Μέρεντιθ. «Έχεις καλή μνήμη;»

«Ναι» είπε ο Μέρεντιθ.

«Πόσα βιβλία σου έχουν παραδώσει;»

«Μου έχουν διαβάσει μόλις έξι βιβλία», μουρμούρισε ο Μέρεντιθ. «Αλλά τα ξέρω όλα».

«Είναι αρκετά. Εντάξει, άκου. Επί ένα χρόνο σκεφτόμασταν για αυτές τις ερωτήσεις. Δυστυχώς μπορούμε να ρωτήσουμε μόνο τρεις, έτσι διαλέξαμε προσεκτικά». Και λέγοντας αυτά, ψιθύρισε τις ερωτήσεις στο αυτί του Μέρεντιθ.

Σιγή επικράτησε μετά. Ο Μέρεντιθ σκέφτηκε τις ερωτήσεις γυρνώντας τες στο μυαλό του. «Νομίζεις ότι ο Μεγάλος Κ θα είναι ικανός να τις απαντήσει;» είπε τελικά.

«Δεν ξέρω. Είναι δύσκολες ερωτήσεις».

Ο Μέρεντιθ έγνεψε καταφατικά. «Είναι πράγματι. Ας προσευχηθούμε».

Ο Κεντ τον χτύπησε στον ώμο. «Εντάξει τότε. Είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις. Αν όλα πάνε καλά θα είσαι πίσω σε δυο μέρες, θα σε περιμένουμε. Καλή τύχη, αγόρι».

«Φχαριστώ», είπε ο Μέρεντιθ. Περπάτησε αργά πίσω, στους υπόλοιπους. Ο Μπιλλ Γκούσταφσον του ‘δωσε το πιστόλι στο χέρι χωρίς λέξη, με τα μάτια του να λάμπουν από συγκίνηση.

«Μια πυξίδα», είπε ο Τζον Πέιτζ προχωρώντας μερικά βήματα από τη γυναίκα του. Έδωσε μια μικρή στρατιωτική πυξίδα στο Μέρεντιθ. Η γυναίκα του, μια μελαχρινή νέα, αιχμαλωτισμένη από μια γειτονική φυλή, του χαμογέλασε ενθαρρυντικά.

«Τιμ!»

Ο Μέρεντιθ γύρισε. Η Ανν Φράι έτρεχε προς το μέρος του. Τον πρόφτασε και αυτός της έπιασε τα χέρια. «Θα είμαι καλά», είπε. «Μην ανησυχείς».

«Τιμ». Τον κοίταξε άγρια. «Τιμ, θα προσέχεις, έτσι;»

«Βέβαια». Χαμογέλασε, περνώντας αδέξια το χέρι του μέσα από τα πυκνά κοντά μαλλιά της. «Θα γυρίσω πίσω». Αλλά στην καρδιά του υπήρχε μια παγωμάρα, ένα κομμάτι σκληρού πάγου. Το ρίγος του θανάτου. Τραβήχτηκε ξαφνικά μακριά της. «Αντίο», είπε σε όλους τους.

Η φυλή γύρισε και απομακρύνθηκε. Ήταν μόνος. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει, πέρα από το να φύγει. Ανέτρεξε στις τρεις ερωτήσεις ακόμη μια φορά. Γιατί τον είχαν διαλέξει; Αλλά κάποιος έπρεπε να πάει και να ρωτήσει. Προχώρησε προς τα όρια της χέρσας γης.

«Αντίο», φώναξε ο Κεντ, στεκόμενος με τους γιους του.

Ο Μέρεντιθ χαιρέτησε. Μια στιγμή αργότερα, μπήκε μέσα στο δάσος, με το χέρι του στο μαχαίρι, την πυξίδα γερά στερεωμένη πάνω του.

 

Περπατούσε σταθερά, γυρίζοντας το μαχαίρι του από μεριά σε μεριά, κόβοντας φυτά και κλαδιά που μπαίναν στο δρόμο του. Που και που, τεράστια έντομα έτρεχαν στο γρασίδι μπροστά του. Μια φορά είδε ένα πορφυρό σκαθάρι, σχεδόν τόσο μεγάλο όσο η γροθιά του. Υπήρχαν άραγε τέτοια πράγματα πριν από την Έκρηξη; Πιθανότατα όχι. Ένα από τα βιβλία που είχε μάθει, ήταν για μορφές ζωής πριν την Έκρηξη. Δε μπορούσε να θυμηθεί τίποτε για τεράστια έντομα. Τα ζώα φυλάσσονταν σε αγέλες και σκοτώνονταν τακτικά, θυμήθηκε. Κανείς δεν κυνηγούσε ή έβαζε παγίδες.

Τη νύχτα, κατασκήνωσε σε μια πλάκα τσιμέντου, τα θεμέλια ενός κτιρίου που δεν υπήρχε πλέον. Δυο φορές ξύπνησε, ακούγοντας πράγματα να κινούνται κοντά, αλλά τίποτα δεν τον πλησίασε, και όταν ο ήλιος φάνηκε ξανά, τίποτα δεν τον είχε πειράξει. Ανοιξε την κονσέρβα που αναλογούσε στη μερίδα του και έφαγε. Ύστερα μάζεψε τα πράγματα και συνέχισε το δρόμο του. Προς το μέσον της ημέρας, ο μετρητής στη μέση του άρχισε να χτυπά δυσοίωνα, Σταμάτησε, παίρνοντας βαθιές ανάσες και σκεπτόμενος εντατικά.

Πλησίαζε στα συντρίμμια, εντάξει. Από δω και στο εξής θα μπορούσε να περιμένει περιοχές ακτινοβολίας, συνεχώς. Ακούμπησε το μετρητή. Ήταν καλό που τον είχε. Αμέσως προχώρησε για μια μικρή απόσταση, περπατώντας προσεκτικά. Το χτύπημα του μετρητή σταμάτησε – είχε ξεπεράσει την περιοχή. Ανέβηκε μια πλαγιά, ανοίγοντας το δρόμο του ανάμεσα από αναρριχητικά φυτά. Ένα σμήνος από πεταλούδες έπεσε, πέταξε στο πρόσωπό του και αυτός τις έδιωξε. Έφτασε στην κορφή και στάθηκε, φέρνοντας τα κυάλια στα μάτια του.

Πέρα μακριά, υπήρχε μια κηλίδα μαύρου στο κέντρο μιας απέραντης έκτασης πράσινου. Ένα μέρος ολοσχερώς καμένο. Μια μεγάλη λακκούβα κατεστραμμένης γης, λιωμένου μετάλλου και τσιμέντου. Κράτησε την αναπνοή του. Αυτά ήταν τα συντρίμμια – πλησίαζε. Για πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε στα αλήθεια τα απομεινάρια μιας πόλης, τις κολώνες και τα χαλίκια που κάποτε ήταν κτίρια και δρόμοι.

Μια ξαφνική σκέψη διαπέρασε το μυαλό του. Θα μπορούσε να κρυφτεί, να μη συνεχίσει! Θα μπορούσε να ξαπλώσει στους θάμνους και να περιμένει. Έπειτα, όταν όλοι θα τον νόμιζαν νεκρό, όταν η αποστολή της φυλής θα είχε γυρίσει πίσω, θα μπορούσε να ξεγλιστρήσει προς τα βόρεια, προσπερνώντας τους, πέρα και μακριά τους.

Βόρεια. Υπήρχε μια άλλη φυλή εκεί, μια μεγάλη φυλή. Με αυτούς θα ήταν ασφαλής. Δεν υπήρχε τρόπος να τον βρουν και όπως και να ‘χε η βόρεια φυλή είχε βόμβες και σφαίρες βακτηρίων. Αν μπορούσε να φτάσει σε αυτούς.

Όχι. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, ανατριχιάζοντας. Ήταν λάθος. Είχε σταλεί σε αυτή την αποστολή. Κάθε χρόνο, ένας νέος πήγαινε, όπως και αυτός πήγαινε τώρα, με τρεις προσεκτικά σχεδιασμένες ερωτήσεις. Ερωτήσεις δύσκολες. Ερωτήσεις για τις οποίες κανένας άνθρωπος δεν ήξερε απαντήσεις. Γύρισε τις ερωτήσεις στο μυαλό του, θα ήταν ο Μεγάλος Κ ικανός να τις απαντήσει; Και τις τρεις; Λεγόταν ότι ο Μεγάλος Κ ήξερε τα πάντα. Για έναν αιώνα απαντούσε ερωτήσεις μέσα από το απέραντο κατεστραμμένο σπίτι του. Αν δεν πήγαινε, αν κανένας νέος δεν στελνόταν – ανατρίχιασε, θα δημιουργούσε μια δεύτερη Έκρηξη, όπως την προηγούμενη. Το είχε κάνει μια φορά – μπορούσε να το κάνει ξανά. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει.

Ο Μέρεντιθ χαμήλωσε τα κυάλια του. Ξεκίνησε, κατεβαίνοντας την πλαγιά. Ένας αρουραίος τον προσπέρασε, ένας πελώριος γκρίζος αρουραίος. Τράβηξε το μαχαίρι του γρήγορα, αλλά ο αρουραίος έφυγε. Αρουραίοι – ήταν κακοί. Κουβαλούσαν τα μικρόβια.

Μιάμιση ώρα αργότερα, ο μετρητής του χτύπησε ξανά, αυτή τη φορά φρενιασμένα. Αποτραβήχτηκε. Ένας λάκκος με χαλάσματα έχασκε μπροστά, ένας κρατήρας βόμβας, που δεν είχε ακόμα χορταριάσει. Θα ήταν καλύτερα να τον παρακάμψει. Έκανε ένα κύκλο από τη μια μεριά, κινούμενος αργά, με προσοχή. Μια φορά ο μετρητής χτύπησε, αλλά αυτό ήταν όλο. Μια γρήγορη έκρηξη, σα να περνούσαν σφαίρες. Έπειτα ησυχία. Ήταν ασφαλής.

Αργότερα, έφαγε μερικές από τις μερίδες του και ρούφηξε νερό. Θα ανέβαινε τα σκαλιά. Του είχε περιγραφεί πολλές φορές. Κάθε πέτρα είχε προσεκτικά καταγραφεί στο χάρτη πίσω στο Καταφύγιο. Ήξερε απ’ έξω το δρόμο που οδηγούσε εκεί, στο σπίτι. Ήξερε πως οι μεγάλες πόρτες κείτονταν στο έδαφος, χωρισμένες και σπασμένες. Ήξερε πως οι σκοτεινοί, άδειοι διάδρομοι θα φαίνονταν στο εσωτερικό, θα περνούσε από τον αχανές θάλαμο, το σκοτεινό δωμάτιο των νυχτερίδων και αραχνών και των αντηχήσεων. Και εκεί θα ήταν ο Μεγάλος Κ. Περιμένοντας σιωπηλά. Περιμένοντας να ακούσει τις ερωτήσεις. Τρεις – μόνο τρεις. Έπειτα θα τις ζύγιζε, θα τις σκεφτόταν. Στο εσωτερικό του θα βούιζε και θα αναβόσβηνε. Μεταλλικά κομμάτια, ράβδοι, διακόπτες, καλώδια θα κινιόντουσαν. Ρελέδες θα ανοιγόκλειναν.

Θα ήξερε τις απαντήσεις;

Πέρα μακριά, μετά από μίλια άγριου δάσους, το περίγραμμα των συντριμμιών μεγάλωνε.

Ο ήλιος άρχιζε να δύει καθώς ανέβηκε την πλαγιά ενός βραχόλοφου και κοίταξε κάτω αυτό που ήταν κάποτε μια πόλη. Πήρε το φακό της ζώνης του και τον άναψε. Το φως αναβόσβησε παλλόμενο – οι κυψελίδες του φακού ήταν σχεδόν άδειες. Αλλά μπορούσε να δει τους ερημωμένους δρόμους και σωρούς από χαλίκια. Τα απομεινάρια μιας πόλης στην οποία είχε ζήσει ο παππούς του.

Κατέβηκε τους βράχους και πήδησε με πάταγο στο δρόμο. Ο μετρητής του ήχησε θυμωμένα, αλλά τον αγνόησε. Αυτός ήταν ο μόνος δρόμος. Από την άλλη μεριά ένα τείχος λάβας απόκοπτε τα πάντα. Περπάτησε αργά, αναπνέοντας βαθιά. Στο λυκόφως, πουλιά κούρνιαζαν στους βράχους και που και που περνούσε κάποια σαύρα και εξαφανιζόταν σε κάποια χαραμάδα. Υπήρχε ζωή εδώ, κάποιου είδους. Πουλιά και σαύρες που είχαν προσαρμοστεί στο να έρπουν ανάμεσα στα κόκαλα και τα απομεινάρια ζώων. Αλλά τίποτε άλλο δεν ζούσε με αυτόν τον τρόπο, ούτε φυλές, ούτε μεγάλα ζώα. Η ζωή ως επί το πλείστον, απόφευγε αυτό το μέρος. Και μπορούσε να καταλάβει γιατί.

Συνέχισε να προχωρά, φωτίζοντας με το αδύναμο φως του, από μεριά σε μεριά. Παρέκαμψε ένα άνοιγμα, μέρος ενός υπόγειου καταφύγιου. Κατεστραμμένα πυροβόλα τον σημάδευαν άκαμπτα σε κάθε μεριά του, με τους κυλίνδρους τους πεσμένους και στραβωμένους. Ποτέ του δεν είχε πυροβολήσει με όπλο. Η φυλή του είχε πολύ λίγα μεταλλικά όπλα. Στηριζόταν κυρίως σε ότι μπορούσαν να φτιάξουν, λόγχες και ακόντια. Τόξα και βέλη. Πέτρινα ρόπαλα.

Ένας κολοσσός υψώθηκε μπροστά του. Τα απομεινάρια ενός τεράστιου κτιρίου. Φώτισε ψηλά, αλλά η δεσμίδα φωτός δεν πήγε αρκετά μακριά ώστε να μπορέσει να διακρίνει. Αυτό ήταν το σπίτι; Όχι. ήταν μακρύτερα. Συνέχισε, πατώντας πάνω από ότι κάποτε ήταν ένα οδόφραγμα, κομμάτια μετάλλου, σάκοι χυμένης άμμου, αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

Μια στιγμή αργότερα έφτασε.

Σταμάτησε, με τα χέρια στους γοφούς του, κοιτάζοντας τα τσιμεντένια σκαλοπάτια της μαύρης κοιλότητας που ήταν η πόρτα. Ήταν εκεί. Σε μια στιγμή δε θα υπήρχε επιστροφή. Αν προχωρούσε τώρα, θα παραδινόταν. Θα είχε πάρει την απόφασή του μόλις οι μπότες του θα ακουμπούσαν τα σκαλοπάτια. Ήταν μόλις λίγο πέρα από το άνοιγμα της πόρτας, μπροστά σε έναν ελικοειδή διάδρομο, στο κέντρο του κτιρίου.

Για ένα μεγάλο διάστημα ο Μέρεντιθ στάθηκε, σε βαθιά σκέψη, ξύνοντας το μαύρο του γένι. Τι να έκανε; να γυρνούσε και να πήγαινε πίσω από το δρόμο που είχε έρθει; Μπορούσε να σκοτώσει αρκετά ζώα με το όπλο του για να μείνει ζωντανός. Ύστερα βόρεια –

Όχι. Στηρίζονταν σε αυτόν για να ρωτήσει τις τρεις ερωτήσεις. Αν δεν το έκανε, κάποιος άλλος θα έπρεπε να έρθει αργότερα. Δεν υπήρχε επιστροφή. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί. Είχε παρθεί όταν είχε επιλεχθεί. Τώρα ήταν πολύ αργά.

Αρχισε να ανεβαίνει τα θρυμματισμένα σκαλοπάτια, φωτίζοντας μπροστά. Στην είσοδο σταμάτησε. Από πάνω του βρίσκονταν κάποιες λέξεις, σκαλισμένες στο τσιμέντο. Ήξερε μόνο λίγα γράμματα. Θα μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν; Αρθρωσε σιγά – σιγά:

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ 7

ΔΕΙΞΤΕ ΑΔΕΙΑ ΕΙΣΟΔΟΥ ΣΕ ΚΑΘΕ ΖΗΤΗΣΗ

Οι λέξεις δεν σήμαιναν τίποτε για αυτόν. Εκτός ίσως, από τη λέξη «Ομοσπονδιακός». Την είχε ξανακούσει αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί που. Ανασήκωσε τους ώμους. Δεν είχε σημασία. Προχώρησε.

Του πήρε μόνο λίγα λεπτά για να εξοικειωθεί με τους διαδρόμους. Μια φορά, έστριψε κατά λάθος δεξιά και βρέθηκε σε μια καταρρέουσα αυλή, γεμάτη με πέτρες και συρματόπλεγμα, πνιγμένη με μαύρα κολλώδη αγριόχορτα.  Αλλά μετά από αυτό, πήγε σωστά, αγγίζοντας τον τοίχο με το χέρι του για να αποφύγει να πάρει κάποια λάθος στροφή. Περιστασιακά ο μετρητής του χτυπούσε, αλλά τον αγνοούσε. Τελικά, ένα κύμα υγρού, δυσώδη αέρα όρμησε στο πρόσωπό του και ο τσιμεντένιος τοίχος πίσω του, σταμάτησε απότομα. Εκεί ήταν. Φώτισε γύρω του. Μπροστά του ήταν ένα αψιδωτό άνοιγμα. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε. Περισσότερες λέξεις, αυτή τη φορά σε ένα μεταλλικό πιάτο προσαρμοσμένο στο τσιμέντο.

ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΜΟΝΟ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ

Σ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ

Χαμογέλασε. Λέξεις, σύμβολα. Γράμματα. Όλα περασμένα, όλα ξεχασμένα. Προχώρησε, περνώντας από την αψίδα. Περισσότερος αέρας φύσηξε γύρω του, προσπερνώντας τον με ορμή. Μια τρομαγμένη νυχτερίδα φτερούγισε πίσω του. Από τον ήχο που έκαναν οι μπότες του, ήξερε ότι το δωμάτιο ήταν τεράστιο, μεγαλύτερο από ότι είχε φανταστεί. Σκόνταψε σε κάτι και σταμάτησε γρήγορα, ανάβοντας το φως του.

Στην αρχή δε μπορούσε να καταλάβει τι ήταν. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από πράγματα, σειρές από πράγματα, όρθια, έτοιμα να καταρρεύσουν, εκατοντάδες από αυτά. Στάθηκε, συνοφρυωμένος και μπερδεμένος. Τι ήταν; Είδωλα; Αγάλματα; Ύστερα κατάλαβε. Ήταν πράγματα για να κάτσεις. Σειρές από καρέκλες, που σάπιζαν και έσπαζαν σε κομματάκια. Κλώτσησε μία και σωριάστηκε, με τη σκόνη να σηκώνεται σύννεφο, να διαλύεται στο σκοτάδι. Γέλασε δυνατά.

«Ποιος είναι εκεί;» ακούστηκε μια φωνή.

Πάγωσε. Το στόμα του άνοιξε, αλλά δεν βγήκε φωνή. Το δέρμα του γέμισε ιδρώτα, μικρές σταγόνες παγωμένου ιδρώτα. Κατάπιε, τρίβοντας τα χείλη του με δάχτυλα άκαμπτα.

«Ποιος είναι εκεί;» ξανακούστηκε η φωνή, μια φωνή μεταλλική, σκληρή και διεισδυτική, χωρίς ζεστασιά. Μια φωνή ατσαλιού και μπρούτζου. Ρελέδων και διακοπτών.

Ο Μεγάλος Κ.

Φοβόταν, φοβόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του. Το σώμα του έτρεμε. Αδέξια κατέβηκε την είσοδο, περνώντας τα κατεστραμμένα καθίσματα, φωτίζοντας μπροστά.

Ένα φως έλαμψε, πέρα μπροστά, από πάνω του. Ένα βούισμα ακούστηκε. Ο Μεγάλος Κ. επανερχόταν στη ζωή, έχοντάς τον αντιληφθεί, ξυπνώντας από το λήθαργό του. Περισσότερα φώτα ήρθαν στη ζωή, περισσότεροι ήχοι και διακόπτες και ρελέδες.

«Ποιος είσαι;», είπε.

«Εγώ – ήρθα με τις ερωτήσεις». Ο Μέρεντιθ παραπάτησε, προς τη δεσμίδα του φωτός. Χτύπησε σε μια σιδερένια ράβδο και τρέκλισε προς τα πίσω, παλεύοντας να επανακτήσει την ισορροπία του. «Τρεις ερωτήσεις. Πρέπει να σε ρωτήσω».

Σιωπή επικράτησε.

«Ναι», είπε τελικά ο Μεγάλος Κ. «Είναι ξανά καιρός για τις ερωτήσεις. Τις έχεις προετοιμάσει για μένα;»

«Ναι. Είναι πολύ δύσκολες. Δεν νομίζω ότι θα τις βρεις εύκολες. Μπορεί να μη μπορέσεις να τις απαντήσεις. Εμείς –»

«Θα απαντήσω. Πάντα απαντούσα. Πλησίασε».

Ο Μέρεντιθ προχώρησε μπροστά, αποφεύγοντας τη ράβδο.

«Ναι, θα ξέρω. Νομίζεις ότι θα είναι δύσκολες. Εσείς οι άνθρωποι δεν έχετε αντίληψη των ερωτήσεων που μου έθεταν στο παρελθόν. Πριν την Έκρηξη απαντούσα σε ερωτήσεις που ούτε να συλλάβετε δε μπορείτε. Απαντούσα ερωτήσεις που έπαιρναν μέρες υπολογισμού. Θα έπαιρνε μήνες στους ανθρώπους, για να βρουν τις ίδιες απαντήσεις μόνοι τους».

Ο Μέρεντιθ άρχισε να παίρνει κουράγιο. «Είναι αλήθεια», είπε, «ότι οι άνθρωποι έρχονταν από όλο τον κόσμο για να σε ρωτήσουν ερωτήσεις;»

«Ναι. Επιστήμονες από παντού με ρωτούσαν πράγματα και εγώ τους απαντούσα. Δεν υπήρχε τίποτε που να μην ήξερα».

«Πως – πως δημιουργήθηκες;»

«Αυτή είναι μια από τις ερωτήσεις σου;»

«Όχι». Ο Μέρεντιθ κούνησε γρήγορα το κεφάλι του. «Και βέβαια όχι».

«Έλα πιο κοντά», είπε ο Μεγάλος Κ. «Δε μπορώ να διακρίνω τη σιλουέτα σου. Είσαι από τη φυλή λίγο πιο πίσω από την πόλη;»

«Ναι».

«Πόσοι είναι από εσάς;»

«Αρκετές εκατοντάδες».

«Αυξάνεστε».

«Υπάρχουν όλο και περισσότερα παιδιά, όλη την ώρα». Ο Μέρεντιθ κατάπιε λίγο, με περηφάνια. «Εγώ είχα παιδιά από οκτώ γυναίκες».

«Υπέροχα», είπε ο Μεγάλος Κ, αλλά ο Μέρεντιθ δε μπορούσε να πει αν το εννοούσε. Υπήρξε μια στιγμή σιωπής.

«Έχω ένα όπλο», είπε ο Μέρεντιθ. «Ένα πιστόλι».

«Ναι;»

Το σήκωσε. «Δεν έχω πυροβολήσει με όπλο πιο πριν. Έχουμε σφαίρες αλλά δεν ξέρω αν δουλεύουν ακόμη».

«Ποιο είναι το όνομά σου;» είπε ο Μεγάλος Κ.

«Μέρεντιθ. Τιμ Μέρεντιθ».

«Είσαι νέος, βέβαια».

«Ναι. Γιατί;»

«Μπορώ να σε δω αρκετά καλά», είπε ο Μεγάλος Κ. αγνοώντας την ερώτησή του. «Μέρος του εξοπλισμού μου καταστράφηκε στην Έκρηξη, αλλά μπορώ ακόμα να δω λίγο. Αρχικά, διάβαζα μαθηματικές ερωτήσεις οπτικώς. Κέρδιζε χρόνο. Σε βλέπω να φοράς κράνος και κυάλια. Και στρατιωτικές μπότες. Που τα βρήκες; ΗΗ φυλή σου δε φτιάχνει τέτοια πράγματα, έτσι δεν είναι;»

«Όχι. Βρέθηκαν σε υπόγειες ντουλάπες».

«Στρατιωτικό υλικό που απόμεινε από την Έκρηξη», είπε ο Μεγάλος Κ. «Εξοπλισμός των Ηνωμένων Εθνών από το χρώμα».

«Είναι αλήθεια ότι – ότι θα μπορούσες να κάνεις μια δεύτερη Έκρηξη να έρθει; Όπως η πρώτη; Μπορείς στα αλήθεια να το ξανακάνεις;»

«Και βέβαια! Θα μπορούσα να το κάνω οποιαδήποτε στιγμή. Αμέσως τώρα».

«Πως;» ρώτησε ο Μέρεντιθ, προσεκτικά. «Πες μου πως».

«Με τον ίδιο τρόπο όπως πριν», είπε ο Μεγάλος Κ. αόριστα. «Το έκανα πριν – όπως η φυλή σου ξέρει καλά».

«Οι θρύλοι λένε ότι όλος ο κόσμος καιγόταν. Έγινε ξαφνικά τρομερός από – από άτομα. Και εσύ ανακάλυψες τα άτομα, τα παρέδωσες στον κόσμο. Τα έφερες κάτω, από ψηλά. Αλλά δεν ξέρουμε πως έγινε».

«Δε θα σας πω ποτέ. Είναι πολύ τρομερό για να το μάθετε ποτέ. Είναι καλύτερα να ξεχαστεί».

«Βέβαια, αν λες έτσι», μουρμούρισε ο Μέρεντιθ. «Ο άνθρωπος πάντα σε άκουγε. Ερχόταν και ρώταγε και άκουγε».

Ο Μεγάλος Κ. ήταν σιωπηλός. «Ξέρεις», είπε αμέσως, «υπάρχω πού καιρό. Θυμάμαι τη ζωή πριν την Έκρηξη. Μπορώ να σου πω πολλά πράγματα για αυτή. Η ζωή ήταν πολύ διαφορετική τότε. Έχεις γενειάδα και κυνηγάς ζώα στα δάση. Πριν την Έκρηξη δεν υπήρχαν δάση. Μόνο πόλεις και αγροκτήματα. Και οι άντρες ήταν καλοξυρισμένοι. Πολλοί από αυτούς φορούσαν λευκά ρούχα, τότε. Ήταν επιστήμονες. Ήταν πολύ καλοί. Κατασκευάστηκα από επιστήμονες».

«Τι τους συνέβη;»

«Έφυγαν», είπε αόριστα ο Μεγάλος Κ. «Αναγνωρίζεις το όνομα Αϊνστάιν; Αλμπερτ Αϊνστάιν;»

«Όχι».

«Ήταν ο μεγαλύτερος επιστήμονας. Είσαι σίγουρος ότι δεν ξέρεις το όνομα;» Ο Μεγάλος Κ ακούστηκε απογοητευμένος. «Απαντούσα ερωτήσεις που ακόμα και αυτός δε θα μπορούσε να έχει απαντήσει. Υπήρχαν και άλλοι υπολογιστές τότε, αλλά κανένας τόσο μεγάλος όσο εγώ».

Ο Μέρεντιθ έγνεψε καταφατικά.

«Ποια είναι η πρώτη σου ερώτηση;» είπε ο Μεγάλος Κ. «Πες τη μου και θα στην απαντήσω».

Ξαφνικός φόβος έπιασε το Μέρεντιθ, που μεγάλωνε συνεχώς. Τα γόνατά του έτρεμαν. «Η πρώτη ερώτηση;” μουρμούρισε. «Για να δω. Πρέπει να σκεφτώ».

«Ξέχασες;»

«Όχι. Πρέπει να τις τακτοποιήσω σε σειρά». Ύγρανε τα χείλη του, θωπεύοντας τη μαύρη του γενειάδα αμήχανα. «Ασε να σκεφτώ. Θα σου δώσω την πιο εύκολη πρώτα. Παρ’ όλα αυτά ακόμα και αυτή, είναι πολύ δύσκολη. Ο Αρχηγός της Φυλής –»

«Ρώτα».

Ο Μέρεντιθ έγνεψε καταφατικά. Κοίταξε, ξεροκαταπίνοντας. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν ξηρή και βραχνή. «Η πρώτη ερώτηση. Από – από που –»

«Δυνατότερα», είπε ο Μεγάλος Κ.

«Από που έρχεται η βροχή;» είπε.

Επικράτησε σιγή.

«Ξέρεις;» είπε, περιμένοντας με αγωνία. Σειρές από φώτα κινήθηκαν από πάνω του. Ο Μεγάλος Κ. σκεφτόταν, υπολόγιζε. Βούιξε με ένα χαμηλό, παλλόμενο ήχο. «Ξέρεις την απάντηση;»

«Η βροχή προέρχεται αρχικά από τη Γη, κυρίως από τους ωκεανούς», είπε ο Μεγάλος Κ. «Ανυψώνεται στον αέρα από μια διαδικασία εξάτμισης. Το αίτιο της διαδικασίας είναι η ζέστη του ήλιου. Η υγρασία από τους ωκεανούς ανεβαίνει σε μικροσκοπικά σωματίδια. Αυτά τα σωματίδια όταν είναι αρκετά ψηλά, μπαίνουν σε μια πιο κρύα περιοχή αέρα. Σε αυτό το σημείο, εμφανίζεται η συμπύκνωση. Η υγρασία συγκεντρώνεται σε μεγάλα σύννεφα. Όταν συγκεντρωθεί ένα αρκετό πόσο, το νερό κατεβαίνει ξανά σε σταγόνες. Λέτε τις σταγόνες, βροχή».

Ο Μέρεντιθ έξυσε το σαγόνι του μουδιασμένα, γνέφοντας καταφατικά. «Κατάλαβα». Έγνεψε ξανά. «Αυτός είναι ο τρόπος που εμφανίζεται;»

«Ναι».

«Είσαι σίγουρος;»

«Βέβαια. Ποια είναι η δεύτερη ερώτηση; Αυτή δεν ήταν πολύ δύσκολη. Δεν έχεις ιδέα των γνώσεων και πληροφοριών που είναι αποθηκευμένες μέσα μου. Κάποτε, απαντούσα ερωτήσεις που τα μεγαλύτερα κεφάλια του κόσμου, δεν μπορούσαν να απαντήσουν. Τουλάχιστον, όχι τόσο γρήγορα όσο εγώ. Ποια είναι η επόμενη ερώτηση;»

«Αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη». Ο Μέρεντιθ χαμογέλασε αδύναμα. Ο Μεγάλος Κ. είχε απαντήσει την ερώτηση για τη βροχή, αλλά σίγουρα δε θα μπορούσε να ξέρει την απάντηση σε αυτή την ερώτηση. «Πες μου», είπε αργά. «Πες μου αν μπορείς. Τι κάνει τον ήλιο να κινείται στον ουρανό; Γιατί δε σταματά; Γιατί δεν πέφτειστο έδαφος;»

Ο Μεγάλος Κ. άφησε ένα αστείο βούισμα, σχεδόν σαν γέλιο. «Θα εκπλαγείς με την απάντηση. Ο ήλιος δεν κινείται. Τουλάχιστον ότι εσύ βλέπεις ως κίνηση δεν είναι καθόλου κίνηση. Αυτό που βλέπεις είναι η κίνηση της γης καθώς περιστρέφεται γύρω από τη γη. Αφού είσαι στη γη, φαίνεται σα να είσαι ακίνητος και να κινείται ο ήλιος. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και οι εννιά πλανήτες, συμπεριλαμβανομένης και της γης, περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο σε κανονικές ελλειπτικές τροχιές. Το κάνουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Απαντά αυτό την ερώτησή σου;»

Η καρδιά του Μέρεντιθ σφίχτηκε. Αρχισε να τρέμει βίαια. Τελικά κατάφερε να ηρεμήσει. «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Λες αλήθεια;»

«Για μένα υπάρχει μόνο αλήθεια», είπε ο Μεγάλος Κ. «Μου είναι αδύνατο να πω ψέματα. Ποια είναι η τρίτη ερώτηση;»

«Περίμενε», είπε τραχιά ο Μέρεντιθ. «Ασε με να σκεφτώ μια στιγμή». Απομακρύνθηκε. «Πρέπει να σκεφτώ».

«Γιατί;»

«Περίμενε». Ο Μέρεντιθ οπισθοχώρησε. Κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα κοιτάζοντας σκοτεινά μπροστά. Αν ήταν δυνατόν. Ο Μεγάλος Κ. είχε απαντήσει τις πρώτες ερωτήσεις χωρίς πρόβλημα. Αλλά πως μπορούσε να ξέρει τέτοια πράγματα; Πως μπορούσε κανείς να ξέρει πράγματα για τον ήλιο; Για τον ουρανό; Συνταράχτηκε. Πως μπορούσε να ξέρει κάτι που δεν είχε δει; Βιβλία, ίσως. Κούνησε το κεφάλι του, προσπαθώντας να το καθαρίσει. Ίσως, πριν την Έκρηξη, κάποιος του είχε διαβάσει βιβλία. Συνοφρυώθηκε, μαζεύοντας τα χείλη του. Μάλλον αυτό ήταν. Σηκώθηκε αργά.

«Είσαι έτοιμος τώρα;» είπε ο Μεγάλος Κ. «Ρώτα»

«Δεν είναι δυνατό να απαντήσεις αυτό. Κανένα ζωντανό ον δεν θα μπορούσε να ξέρει. Να η ερώτηση. Πως άρχισε ο κόσμος;» Ο Μέρεντιθ χαμογέλασε. «Δεν θα μπορούσες να ξέρεις. Δεν υπήρχες πριν τον κόσμο. Αρα, είναι αδύνατο να μπορείς να ξέρεις».

«Υπάρχουν διάφορες θεωρίες» είπε ο Μεγάλος Κ. ήρεμα. «Η πιο ικανοποιητική είναι η υπόθεση του νεφελώματος. Σύμφωνα με αυτή, ένα βαθμιαίο συστελλόμενο – »

Ο Μέρεντιθ άκουγε, έκπληκτος, μισακούγοντας μόνο τα λόγια. Ήταν δυνατό; Μπορούσε ο Μεγάλος Κ. να ξέρει στα αλήθεια πως σχηματίστηκε ο κόσμος; Προσπάθησε να πιάσει τις λέξεις.

«... Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να επαληθεύσει κανείς αυτή τη θεωρία, προσδίδοντάς της αληθοφάνεια έναντι των άλλων. Από τις άλλες, η πιο δημοφιλής, αν και ανυπόληπτη τώρα τελευταία, είναι η θεωρία ότι ένα δεύτερο αστέρι κάποτε πλησίασε το δικό μας, προκαλώντας μια βίαιη - »

Και ο Μεγάλος Κ. συνέχιζε, θερμαινόμενος με το θέμα του. Φανερά, απολάμβανε την ερώτηση. Φανερά, ήταν το είδος της ερώτησης που τον ρωτούσαν στο σκοτεινό παρελθόν, πριν την Έκρηξη. Και οι τρεις ερωτήσεις, ερωτήσεις πάνω στις οποίες η Φυλή είχε δουλέψει για έναν ολόκληρο χρόνο, είχαν εύκολα απαντηθεί. Δεν έμοιαζε δυνατό. Ήταν έκπληκτος.

Ο Μεγάλος Κ. τελείωσε. «Λοιπόν;» είπε. «Είσαι ικανοποιημένος; Μπορείς να δεις ότι ξέρω τις απαντήσεις. Φανταζόσουν στα αλήθεια ότι δεν θα μπορούσα να τις απαντήσω;»

Ο Μέρεντιθ δεν είπε τίποτα. Ήταν ζαλισμένος, τρομοκρατημένος από το σοκ και το φόβο. Ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό του, στη γενειάδα του. Ανοιξε το στόμα του, αλλά δεν βγήκαν λέξεις.

«Και τώρα», είπε ο Μεγάλος Κ. «αφού μπόρεσα να απαντήσω τις ερωτήσεις, προχώρα μπροστά παρακαλώ».

Ο Μέρεντιθ προχώρησε δύσκαμπτα, ατενίζοντας μπροστά σα να ήταν υπνωτισμένος. Γύρω του εμφανίστηκαν φώτα, ανάβοντας τρεμουλιαστά, φωτίζοντας το δωμάτιο. Για πρώτη φορά είδε το Μεγάλο Κ. Για πρώτη φορά έφυγε το σκοτάδι.

Ο Μεγάλος Κ στεκόταν πάνω στην ανυψωμένη του εξέδρα, ένας τεράστιος κύβος από σκοτεινό, σκουριασμένο μέταλλο. Μεταλλικοί σωλήνες και κομμάτια κείτονταν διασκορπισμένα γύρω από την εξέδρα, σπασμένα και στραβωμένα κομμάτια που είχαν αποσπαστεί από την καταρρέουσα οροφή.

Κάποτε, ο Μεγάλος Κ. γυάλιζε. Τώρα ο κύβος ήταν βρώμικος και κηλιδωμένος. Νερό περνούσε από τη σπασμένη στέγη, βροχή και βρωμιά ξέπλεναν τους τοίχους. Πουλιά είχαν κουρνιάσει πάνω του, αφήνοντας πούπουλα και βρωμιά πίσω τους. Στην αρχική καταστροφή, οι περισσότερες από τις συνδετικές καλωδιώσεις είχαν κοπεί, τα καλώδια από τον κύβο στη μονάδα ελέγχου.

Και ανάμεσα στα απομεινάρια μετάλλων και καλωδίων σκορπισμένα και σωριασμένα γύρω από την εξέδρα, ήταν κάτι άλλο. Σκορπισμένα γύρω από την εξέδρα σε ένα κύκλο γύρω από τον Μεγάλο Κ. ήταν σωροί από κόκαλα. Κόκαλα και κομμάτια από ρούχα, μεταλλικές αγκράφες από ζώνες, καρφάκια, ένα κράνος, μερικά μαχαίρια, μια κονσέρβα.

Απομεινάρια από πενήντα νέους που είχαν έρθει πριν, ο καθένας με τρεις ερωτήσεις. Ο καθένας ελπίζοντας, προσευχόμενος, ότι ο Μεγάλος Κ. δεν θα ήξερε τις απαντήσεις.

«Ανέβα», είπε ο Μεγάλος Κ.

Ο Μέρεντιθ ανέβηκε στην εξέδρα. Μπροστά του μια κοντή μεταλλική σκάλα οδηγούσε στην κορυφή του κύβου. Ανέβηκε τη σκάλα, χωρίς να καταλαβαίνει, με το μυαλό του άδειο και ζαλισμένο, κινούμενος σα μια μηχανή. Ένα μέρος της μεταλλικής επιφάνειας του κύβου ξεχώρισε, γλιστρώντας προς τα πίσω.

Ο Μέρεντιθ κοίταξε κάτω. Κοιτούσε μια στροβιλιζόμενη δεξαμενή με υγρό. Μια δεξαμενή μέσα στα σπλάχνα του κύβου. Βαθιά μέσα στον Μεγάλο Κ. Δίστασε., αγωνιζόμενος ξαφνικά, οπισθοχωρώντας.

«Πήδα», είπε ο Μεγάλος Κ.

Για ένα μεγάλο διάστημα ο Μέρεντιθ στάθηκε στην άκρη, κοιτάζοντας τη δεξαμενή, παραλυμένος από τρόμο και φρίκη. Το κεφάλι του κουδούνιζε, το οπτικό του πεδίο χόρευε και θάμπωνε. Το δωμάτιο άρχισε να γέρνει, να περιστρέφεται αργά γύρω του. Ταλαντευόταν, τρεκλίζοντας μπρος και πίσω.

«Πήδα», είπε ο Μεγάλος Κ.

Πήδησε.

Μια στιγμή αργότερα, η μεταλλική επιφάνεια γλίστρησε στη θέση της. Η επιφάνεια του κύβου ήταν ξανά κλειστή.

Μέσα, στα βάθη της μηχανής, η δεξαμενή υδροχλωρικού οξέως περιδινήθηκε και στροβιλίστηκε, τραβώντας το σώμα που κειτόταν αδρανές μέσα της. Αμέσως το σώμα άρχισε να διαλύεται, τα στοιχεία που το αποτελούσαν απορροφήθηκαν από σωλήνες και αγωγούς, ρέοντας γρήγορα σε κάθε κομμάτι του Μεγάλου Κ. Τελικά η κίνηση σταμάτησε. Ο Μεγάλος Κύβος σώπασε.

Το ένα μετά το άλλο τα φώτα τρεμόπαιξαν και έσβησαν. Το δωμάτιο ήταν και πάλι σκοτεινό.

Η τελευταία πράξη της απορρόφησης ήταν το άνοιγμα μιας στενής υποδοχής στο μπροστινό μέρος του Μεγάλου Κ. Κάτι γκρίζο αποβλήθηκε, απορρίφθηκε. Κόκαλα και ένα μεταλλικό κράνος. Πέσαν στους σωρούς μπροστά στον κύβο, ενωμένα με την απόρριψη των πενήντα που είχαν έρθει νωρίτερα. Ύστερα το τελευταίο φως έσβησε και η μηχανή σιώπησε. Ο Μεγάλος Κ. άρχισε την αναμονή του για τον επόμενο χρόνο.

 

Μετά την τρίτη μέρα, ο Κεντ ήξερε ότι ο νέος δεν θα επέστρεφε. Γύρισε πίσω στο καταφύγιο μαζί με την αποστολή της Φυλής, με το πρόσωπό του σκοτεινό, συνοφρυωμένος και χωρίς να λέει κουβέντα.

«Πάει ακόμα ένας», είπε ο Πέιτζ. «Ήμουν τόσο καταραμένα σίγουρος ότι δεν θα μπορούσε να απαντήσει αυτές τις τρεις! Η δουλειά ενός ολόκληρου χρόνου πήγε χαμένη».

«Θα πρέπει πάντα να θυσιάζουμε σε αυτόν;» ρώτησε ο Μπιλ Γκούσταφσον. «Θα συνεχιστεί για πάντα, χρόνο με χρόνο;»

«Κάποια μέρα θα βρούμε μια ερώτηση που δεν θα μπορεί να απαντήσει», είπε ο Κεντ. «Τότε θα μας αφήσει ήσυχους. Αν μπορέσουμε να τον κάνουμε να κολλήσει σε μια ερώτηση, τότε δε θα είμαστε υποχρεωμένοι να τον ταΐζουμε πλέον. Μόνο να μπορέσουμε να βρούμε την κατάλληλη ερώτηση!»

Η Ανν Φράι τον πλησίασε με το πρόσωπο άσπρο. «Ουόλτερ;» είπε.

«Ναι;»

«Πάντα κρατιόταν ζωντανός με αυτό τον τρόπο; Πάντα εξαρτιόταν από έναν από εμάς για να συνεχίσει τη λειτουργία του; Δε μπορώ να φανταστώ ότι ανθρώπινες υπάρξεις έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να κρατήσουν μια μηχανή ζωντανή».

Ο Κεντ κούνησε το κεφάλι του. «Πριν από την Έκρηξη θα πρέπει να χρησιμοποιούσε κάποιο είδος τεχνητού καυσίμου. Μετά κάτι συνέβη. Ίσως οι αγωγοί καυσίμων του καταστράφηκαν ή σπάσαν και άλλαξε τους τρόπους του. Υποθέτω ότι ήταν υποχρεωμένος. Ήταν σαν εμάς, από αυτή την άποψη. Όλοι μας αλλάξαμε τους τρόπους μας. Υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι δεν κυνήγαγαν και παγίδευαν ζώα. Και υπήρξε μια εποχή που ο Μεγάλος Κ δεν παγίδευε ανθρώπους».

«Γιατί έκανε την Έκρηξη, Ουώλτερ;»

«Για να δείξει ότι ήταν δυνατότερος από μας».

«Ήταν πάντα τόσο δυνατός; Δυνατότερος από τον άνθρωπο;»

«Όχι. Λένε ότι κάποτε δεν υπήρχε Μεγάλος Κ. Ο ίδιος ο άνθρωπος τον έφερε στη ζωή για να του λέει πράγματα. Αλλά βαθμιαία γινόταν δυνατότερος, μέχρι που στο τέλος έφερε τα άτομα – και με τα άτομα, την Έκρηξη. Τώρα ζει από μας. Η δύναμή του, μας έκανε δούλους του. Έγινε πολύ δυνατός».

«Αλλά κάποια μέρα θα έρθει ο καιρός που δεν θα ξέρει την απάντηση», είπε ο Πέιτζ.

«Τότε θα πρέπει να μας ελευθερώσει» , είπε ο Κεντ, «σύμφωνα με την παράδοση. Θα πρέπει να σταματήσει να μας χρησιμοποιεί για τροφή».

Ο Πέιτζ έσφιξε τις γροθιές του κοιτάζοντας πίσω στο δάσος. «Κάποια μέρα αυτός ο καιρός θα έρθει. Κάποια μέρα, θα βρούμε μια ερώτηση πολύ δύσκολη για αυτόν».

«Ας αρχίσουμε», είπε ο Γκούσταφσον βλοσυρά. «Όσο γρηγορότερα αρχίσουμε να προετοιμαζόμαστε για την επόμενη χρονιά, τόσο καλύτερα».