
Rosemary Timberley
Harry
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου
Τα πράγματα που με φοβίζουν είναι τόσο συνηθισμένα.... H λιακάδα. Οι σκιές στο χορτάρι. Τα λευκά τριαντάφυλλα. Τα παιδιά με τα κόκκινα μαλλιά. Και το όνομα Χάρι. Αυτό το τόσο κοινό όνομα.
Κι όμως, την πρώτη φορά που η Κριστίν το ανέφερε, ένιωσα έναν ακαθόριστο τρόμο.
Κόντευε τα πέντε, σε τρεις μήνες θα πήγαινε σχολείο. Η μέρα ήταν ζεστή, πανέμορφη, κι εκείνη έπαιζε μόνη στον κήπο όπως το συνήθιζε. Την είδα ξαπλωμένη μπρούμυτα στο γρασίδι να μαζεύει μαργαρίτες και να φτιάχνει γιρλάντες, απορροφημένη στο παιχνίδι της. Ο ήλιος έπεφτε στα ξανθοκόκκινά της μαλλιά κι έκανε το δέρμα της να μοιάζει κάτασπρο σα χιόνι. Τα μεγάλα γαλάζια μάτια της ήταν ανοιγμένα ορθάνοιχτα από την προσπάθεια.
Ξαφνικά κοίταξε κατά τις φουντωμένες άσπρες τριανταφυλλιές, που έριχναν τον ίσκιο τους στο γρασίδι, και χαμογέλασε. «Ναι, Κριστίν με λένε», είπε. Σηκώθηκε και προχώρησε αργά κατά τους θάμνους, τα παχουλά της ποδαράκια τρισχαριτωμένα και ανυπεράσπιστα κάτω από την πολύ κοντή πια, μπλε, βαμβακερή φουστίτσα. Μεγάλωνε γρήγορα.
«Με τη μαμά
και το μπαμπά μου», είπε καθαρά. Και
μετά από μια σύντομη παύση, «Μα ναι,
αυτοί είναι η μαμά και ο μπαμπάς
μου». .
Είχε φτάσει πια στις
τριανταφυλλιές. Μου φάνηκε ότι από
το φως περνούσε ξαφνικά στο
σκοτάδι. Ανήσυχη, δίχως να ξέρω
γιατί, της φώναξα:
«Κρις, τι κάνεις εκεί;»
«Τίποτα». Η φωνή της ακούστηκε
μακρινή.
«Έλα μέσα, καλή μου. Κάνει πολύ
ζέστη, θα σε πειράξει».
« Όχι, δεν κάνει».
«Έλα μέσα, Κρις».
Είπε: «Πρέπει να φύγω τώρα. Γεια
σου». Και ξεκίνησε αργά για το
σπίτι.
«Κρις, με ποιον μιλούσες;»
«Με τον Χάρι», μου απάντησε.
«Ποιος είναι ο Χάρι;»
«Ο Χάρι».
Δε μπόρεσα να της βγάλω τίποτ' άλλο, έτσι της έδωσα λίγο κέικ και γάλα και της διάβασα μέχρι την ώρα του ύπνου. Ακουγε αλλά κοιτούσε έξω, στον κήπο. Κάποια στιγμή χαμογέλασε και ανέμισε το χέρι της σα να χαιρετούσε κάποιον. Ανακουφίστηκα όταν την έβαλα επιτέλους στο κρεβάτι, μόνον τότε αισθάνθηκα ότι ήταν ασφαλής.
Όταν ο Τζιμ, ο
άντρας μου, ήρθε σπίτι, του είπα για
τον μυστηριώδη «Χάρι». Γέλασε.
«Αρχισε αυτό το βιολί,
ε;»
«Τι εννοείς, Τζιμ;»
«Δεν είναι τόσο σπάνιο για τα
μοναχοπαίδια να έχουν ένα
φανταστικό σύντροφο. Μερικά μιλούν
στις κούκλες τους. Η Κρις όμως ποτέ
δεν τρελαινόταν για δαύτες. Δεν
έχει αδέλφια ούτε φίλους της
ηλικίας της. Έτσι επινόησε έναν».
«Μα γιατί διάλεξε αυτό το
συγκεκριμένο όνομα;»
Ο Τζιμ ανασήκωσε τους ώμους. «Κάπου
θα τ' άκουσε, τα ξέρεις τώρα τα
παιδιά. Δεν καταλαβαίνω γιατί
ανησυχείς, σοβαρά στο λεω».
«Ούτ' εγώ. 'Ίσως γιατί νιώθω
περισσότερο υπεύθυνη γι' αυτήν απ'
ό,τι αν ήμουν η πραγματική της
μάνα».
«Το ξέρω, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Η
Κρις είναι μια χαρά, ένα χαριτωμένο,
υγιέστατο κοριτσάκι. Σε βγάζει
ασπροπρόσωπη παντού».
«Και σένα».
«Εδώ που τα λέμε, είμαστε
καταπληκτικοί γονείς».
«Και τόσο μετριόφρονες!»
Γελάσαμε και
με φίλησε. Ένιωσα ένα βάρος να
φεύγει από πάνω μου.
Μέχρι το επόμενο πρωί.
Ο ήλιος έλαμπε και πάλι στο μικρό παρτέρι με τ' άσπρα τριαντάφυλλα. Η Κριστίν καθόταν χάμω, με σταυρωμένα τα πόδια, τα μάτια καρφωμένα στις τριανταφυλλιές, χαμογελαστή.
«Γεια», είπε. « Ήθελα να 'ρθεις... Γιατί σε συμπαθώ. Πόσο χρονών είσαι;... Εγώ είμαι μόνο πέντε και κάτι. Δεν είμαι μωρό! Όπου να 'ναι πάω σχολείο και θα μου πάρουν καινούριο φουστάνι. Ένα πράσινο. Εσύ πας σχολείο;... Τότε τι κάνεις;» Έμεινε σιωπηλή για λίγο, νεύοντας, ακούγοντας, σα μαγεμένη.
Ένιωσα να παγώνω εκεί που στεκόμουν. «Μη γίνεσαι ανόητη», μάλωσα τον εαυτό μου. «Πολλά παιδιά έχουν φανταστικούς φίλους. Κάνε σα να μη συμβαίνει τίποτα και θα της περάσει. Μην ακούς. Μην ανακατεύεσαι».
Όμως, φώναξα
την Κρις νωρίτερα από το
συνηθισμένο για το δεύτερο ποτήρι
γάλα του πρωινού.
«Το γάλα σου είναι έτοιμο, Κρις.
Έλα».
«Σ' ένα λεπτό».
Περίεργη απάντηση. Συνήθως δεν
έβλεπε την ώρα για το γάλα και τα
μπισκότα με κρέμα που τη φίλευα και
που στην κυριολεξία λάτρευε.
«Έλα, αγαπούλα μου», φώναξα πάλι.
«Να έρθει και ο Χάρι;»
«Όχι!» Η
κραυγή μου ξάφνιασε και μένα την
ίδια.
«Γεια σου, Χάρι. Πρέπει να πιω το
γάλα μου. Κρίμα που δε μπορείς να
έρθεις μαζί μου», είπε η Κρις και
κατέφτασε τρεχάτη.
«Γιατί δε μπορεί να πιει και ο Χάρι
γάλα;» με προκάλεσε.
«Ποιος είναι ο Χάρι, καρδιά μου;»
«Ο αδελφός μου».
«Κρις, δεν έχεις αδελφό, κοριτσάκι
μου. Ο μπαμπάς και η μαμά έχουν μόνο
ένα παιδάκι, εσένα. Δε γίνεται να
είναι αδελφός σου ο Χάρι».
«Είναι. Αφού μου το 'πε ο ίδιος».
Έσκυψε πάνω από το ποτήρι με το
γάλα' όταν σήκωσε το κεφάλι της είχε
ένα άσπρο μουστάκι στο πάνω χείλος.
Έπεσε με τα μούτρα στα μπισκότα.
Τουλάχιστον ο Χάρι δεν της είχε
κόψει την όρεξη!
Αφού
τέλειωσε το γάλα της, είπα. «Πάμε
για ψώνια τώρα, Κρις. Θα έρθεις στην
αγορά μαζί μου, εντάξει;»
«Θέλω να μείνω εδώ, με τον Χάρι».
«Αποκλείεται.
Θα έρθεις μαζί μου».
«Να έρθει και ο Χάρι;»
« Όχι».
Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς έβαζα το καπέλο και τα γάντια μου. Το σπίτι είχε αρχίσει να κρυώνει, σα να το τύλιγε μια παγωμένη σκιά, παρά τη λιακάδα έξω. Η Κρις με ακολούθησε υπάκουα, μα την ώρα που στρίβαμε τη γωνία, γύρισε και χαιρέτησε. Δεν είπα τίποτα στον Τζιμ εκείνο το βράδυ. Ήξερα πως θα με κορόιδευε, όπως και την πρώτη φορά. Αλλά η φαντασίωση της Κριστίν για τον Χάρι συνεχιζόταν και καθώς περνούσε o καιρός, μ' εκνεύριζε όλο και περισσότερο. Έφτασα να σιχαίνομαι και να φοβάμαι εκείνες τις ατέλειωτες καλοκαιριάτικες μέρες. Λαχταρούσα γκρίζους ουρανούς και βροχές. Ήθελα να μαραθούν και να πέσουν τα λευκά τριαντάφυλλα. Ριγούσα ολόκληρη όταν άκουγα την Κριστίν να φλυαρεί ανέμελα στον κήπο. Τώρα πια μιλούσε στον Χάρι με τις ώρες.
Μια Κυριακή που ο Τζιμ την άκουσε, είπε:
«Να λοιπόν
που εξυπηρετούν και σε κάτι οι
φανταστικοί φίλοι. Βοηθούν πολύ τα
παιδιά στον προφορικό λόγο, αυτό
πρέπει να τους το αναγνωρίσεις. Η
Κρις μιλάει πολύ πιο άνετα και
ελεύθερα τώρα απ' ό,τι πριν λίγους
μήνες».
«Με προφορά όμως», μου ξέφυγε.
«Προφορά; Τι θες να πεις;»
«Έχει μια ελαφριά προφορά Κόκνυ».
«Αγάπη μου, όλα τα πιτσιρίκια που
μεγαλώνουν στο Λονδίνο αποκτούν
αυτή την προφορά. Να δεις πώς θα
χειροτερέψει όταν πάει στο σχολείο
και συναναστραφεί μ' άλλα παιδιά».
«Εμείς δε μιλάμε Κόκνυ. Από πού την
ξεσήκωσε; Από ποιον την κόλλησε αν
όχι από τον Χά...». Δεν μπόρεσα να
ξεστομίσω το όνομα.
«Από το φούρναρη, το γαλατά, το
σκουπιδιάρη, τον καρβουνιάρη, τον
άνθρωπο που μας καθαρίζει τα τζάμια
-θες κι άλλους;»
«Όχι, μου 'φτασαν». Γέλασα αμήχανα. Ο
Τζιμ μ' έκανε να αισθάνομαι σαχλή.
«Εν πάση περιπτώσει», συνέχισε ο
άντρας μου, «εγώ τουλάχιστον δεν
πρόσεξα Κόκνυ στη φωνή της».
«Δεν έχει αυτή την προφορά όταν
απευθύνεται σε μας. Την αποκτά μόνο
όταν μιλά στον -σ' εκείνον».
«Στον Χάρι. Ξέρεις κάτι; Αρχίζω και
τον συμπαθώ αυτόν το νεαρό. Ωραία δε
θα 'ταν να τον βλέπαμε καμιά μέρα;»
«Μη!» φώναξα. «Μην το λες αυτό. Είναι
ο εφιάλτης μου. Περνάω όλες τις ώρες
μου μ' αυτή την έγνοια. Αχ, Τζιμ, δεν
αντέχω άλλο!»
Με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Αυτή η
ιστορία με τον Χάρι σ' ενοχλεί πολύ,
έτσι;»
«Μα φυσικά μ' ενοχλεί! Μέρα μπαίνει,
μέρα βγαίνει, δεν ακούω τίποτ' άλλο
από "Ο Χάρι έκανε αυτό", "Ο
Χάρι έκανε εκείνο", "Ο Χάρι
λεει", "Ο Χάρι πιστεύει",
"Να πιει και ο Χάρι γάλα;",
"Να έρθει και ο Χάρι;" Εσένα δε
σε πειράζει γιατί λείπεις όλη τη
μέρα, αλλά εγώ ζω μ' αυτό. Και φοβάμαι, Τζιμ.
Φοβάμαι πολύ. Είναι τόσο αλλόκοτο».
«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις για να
ηρεμήσεις;»
«Τι;»
«Πήγαινε την Κρις αύριο κιόλας στον
γιατρό Ουέμπστερ. Αφησέ τον να της
μιλήσει».
«Νομίζεις πως είναι άρρωστη -στο
μυαλό;»
Προς Θεού, όχι! Αλλά όταν έχουμε ν'
αντιμετωπίσουμε κάτι που ξεπερνά
τις δυνατότητές μας, καλό είναι να
ζητάμε τη συμβουλή ενός ειδικού».
Την επομένη πήγα την Κρις στο δόκτορα Ουέμπστερ. Την άφησα στην αίθουσα αναμονής όσο εξηγούσα στο γιατρό για τον Χάρι. Όταν τέλειωσα, κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση και είπε:
«Είναι
μάλλον ασυνήθιστη η περίπτωση,
κυρία Τζέιμς, σίγουρα όμως όχι
μοναδική. Μου έχουν τύχει αρκετά
περιστατικά παιδιών με φίλους
φανταστικούς μεν, αλλά τόσο
πραγματικούς γι' αυτά, που οι γονείς
τους πανικοβλήθηκαν. Είναι
μοναχικό κοριτσάκι, υποθέτω;»
«Δεν ξέρει άλλα παιδιά. Είμαστε
καινούριοι στη γειτονιά, βλέπετε.
Μόλις μετακομίσαμε. Αλλά όταν πάει
σχολείο όλα θα διορθωθούν».
«Πράγματι, θα δείτε πως όταν πάει
σχολείο και γνωρίσει παιδάκια της
ηλικίας της, αυτές οι φαντασιώσεις
θα σταματήσουν. Όλα τα παιδιά
χρειάζονται τη συντροφιά
συνομηλίκων τους κι όταν δε μπορούν
να τη βρουν, την επινοούν. Ακόμη και
οι μεγαλύτεροι άνθρωποι που ζουν
απομονωμένοι μιλούν μόνοι τους.
Αυτό δε σημαίνει ότι είναι τρελοί,
απλά νιώθουν την ανάγκη να
επικοινωνήσουν με κάποιον. Τα
παιδιά είναι πιο πρακτικά. Θεωρούν
ανόητο να μιλούν στον εαυτό τους,
άρα εφευρίσκουν κάποιον για να τ'
ακούει. Ειλικρινά, δε νομίζω ότι
χρειάζεται ν' ανησυχείτε».
«Έτσι λεει κι άντρας μου».
«Κι έχει δίκιο. Παρόλ' αυτά, θα
κουβεντιάσω με την Κριστίν μια και
τη φέρατε. Αφήστε μας όμως μόνους».
Πήγα στην
αίθουσα αναμονής να πάρω την
Κριστίν. Στεκόταν μπροστά στο
παράθυρο. Μόλις με είδε, είπε: «Ο
Χάρι περιμένει».
«Πού, Κρις;» ρώτησα ήρεμα, με μια
ξαφνική επιθυμία να δω με τα δικά
της μάτια.
«Εκεί. Δίπλα στην τριανταφυλλιά».
Ο γιατρός είχε ένα θάμνο με άσπρα
τριαντάφυλλα στον κήπο του.
«Δεν είναι κανείς εκεί», είπα. Η
Κριστίν μου έριξε ένα βλέμμα κάθε
άλλο παρά παιδικής περιφρόνησης. «Ο
κύριος Ουέμπστερ σε περιμένει,
χρυσό μου», μουρμούρισα, και η φωνή
μου έτρεμε. «Τον θυμάσαι; Σου έδινε
καραμέλες τότε που περνούσες την
ιλαρά».
«Και βέβαια τον θυμάμαι», είπε και
μπήκε άφοβα στο ιατρείο. Περίμενα
ανήσυχη. Ακουγα αόριστα τις φωνές
τους, το συγκρατημένο γελάκι του
γιατρού, τα γάργαρα γέλια της
Κριστίν. Του μιλούσε με μια άνεση
που δεν έδειχνε στις δικές μας
κουβέντες.
Όταν βγήκαν,
ο Ουέμπστερ μου είπε: «Δεν έχει
απολύτως τίποτα. Είναι απλά ένα
ευφάνταστο μαϊμουδάκι. Μια
συμβουλή για σας, κυρία Τζέιμς.
Αφήστε την να μιλά όσο θέλει για τον
Χάρι. Έτσι μόνο θα μάθει να σας
εμπιστεύεται. Απ' ό,τι κατάλαβα,
δείξατε μάλλον έντονα τη
δυσαρέσκειά σας για το φανταστικό
«αδελφό» της Κριστίν, γι' αυτό κι
εκείνη διστάζει να σας μιλήσει.
Φτιάχνει παιχνίδια από ξύλο ο Χάρι,
έτσι δεν είναι Κρις;»
«Ναι. Ο Χάρι φτιάχνει ξύλινα
παιχνίδια».
«Διαβάζει κιόλας και γράφει, ναι;»
«Και κολυμπάει και σκαρφαλώνει στα
δέντρα και ζωγραφίζει. Ο Χάρι
μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι ο
καλύτερος αδελφός του κόσμου». Το
ξαναμμένο της προσωπάκι είχε πάρει
μια έκφραση λατρείας.
Ο γιατρός με χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε: «Είδατε; Αυτός ο Χάρι είναι ό,τι πρέπει για αδελφός. Έχει μάλιστα και κόκκινα μαλλιά, Κρις, σαν τα δικά σου, ε;»
«Ο Χάρι έχει
κόκκινα μαλλιά», είπε περήφανα η
Κρις. «Πιο κόκκινα από τα δικά μου.
Κι είναι ψηλός σαν το μπαμπά, μόνο
πιο αδύνατος. Πιο ψηλός από σένα,
μαμά. Είναι δέκα τέσσερα χρονών.
Λεει πως είναι ψηλός για την ηλικία
του. Τι πάει να πει ψηλός για την
ηλικία του;»
«Θα σου εξηγήσει η μαμά καθώς θα
γυρνάτε σπίτι», είπε o Δρ. Ουέμπστερ.
«Χαίρετε, λοιπόν, κυρία Τζέιμς. Μην
ανησυχείτε. Αφήστε τη να λέει ό,τι
θέλει. Γεια σου, Κρις. Χαιρετίσματα
στον Χάρι».
«Νάτος, εκεί είναι», είπε η Κρις,
δείχνοντας κατά τον κήπο του
γιατρού. «Με περιμένει».
Ο Ουέμπστερ γέλασε. «Αδιόρθωτα τα διαβολάκια, δε συμφωνείτε;» είπε. «Ξέρω μια άμοιρη μάνα που τα παιδιά της έχουν επινοήσει μια ολόκληρη φυλή φανταστικών ιθαγενών που οι τελετουργίες και τα ταμπού τους ρυθμίζουν τη ζωή στο σπίτι. Εσείς σταθήκατε πιο τυχερή, κυρία Τζέιμς!»
Προσπάθησα να παρηγορηθώ μ' όλ' αυτά, αλλά δεν τα κατάφερα. Το μόνο που μου έμενε ήταν να ελπίζω πως όταν η Κρις άρχιζε το σχολείο, αυτός ο απαίσιος Χάρι θα εξαφανιζόταν.
Η Κρις έτρεχε λίγο πιο μπροστά από μένα. Σήκωνε κάθε λίγο το κεφάλι σα για να κοιτάξει κάποιον δίπλα της, ψηλότερο απ' αυτήν. Για ένα σύντομο, φριχτό δευτερόλεπτο, είδα μια σκιά στο πεζοδρόμιο πλάι στη δική της -μια ψηλόλιγνη σκιά- τη σκιά ενός αγοριού. Κατόπι χάθηκε. Την πρόλαβα με δυο δρασκελιές, την έπιασα σφιχτά από το χέρι και δεν της το άφησα μέχρι να φτάσουμε σπίτι. Ακόμη και στη σχετική ασφάλεια του σπιτιού -του παράξενα κρύου σπιτιού σε τόσο ζεστό καιρό- την παρακολουθούσα- συνέχεια. Παρόλο που η συμπεριφορά της απέναντί μου δεν είχε αλλάξει, ένιωθα ότι η κόρη μου απομακρυνόταν από μένα. Το παιδί μου μεταμορφωνόταν αργά αλλά σταθερά σε μια ξένη.
Για πρώτη φορά από τότε που ο Τζιμ και γω υιοθετήσαμε την Κρις, άρχισα ν' αναρωτιέμαι σοβαρά: Ποια είναι; Από πού είναι; Ποιοι ήταν οι πραγματικοί της γονείς; Ποια είναι η μικρή πολυαγαπημένη άγνωστη που έκανα κόρη μου; Ποια είναι η Κριστίν;
Πέρασε ακόμη
μια εβδομάδα. Σφραγισμένη κι αυτή
από την παρουσία του Χάρι. Ο Χάρι
παντού, ο Χάρι πάντα. Μια μέρα πριν
αρχίσει το σχολείο, η Κρις είπε:
«Δε θέλω να πάω».
«Θα πας, Κρις. Αύριο κιόλας. Εσύ δεν
ήσουν που το ήθελες τόσο πολύ;
Φαντάσου! Μια τάξη με αγόρια και
κορίτσια στην ηλικία σου».
«Ο Χάρι λέει πως δε μπορεί να έρθει
μαζί μου».
«Μα δε θα θέλεις τον Χάρι στο
σχολείο. Θα είναι» -έβαλα τα δυνατά
μου να ακολουθήσω τη συμβουλή του
γιατρού και να υποκριθώ ότι πίστευα
στον Χάρι- «Θα είναι πολύ μεγάλος.
Θα νιώθει άσχημα ανάμεσα στα
μικρότερα παιδιά, ένας νεαρός
κύριος σαν κι αυτόν που έχει
περάσει τα δεκατέσσερα!»
«Εγώ σχολείο χωρίς τον Χάρι δεν πάω.
Θέλω τον Χάρι». Αρχισε να κλαιει
γοερά, σπαρακτικά σχεδόν.
«Κρις, σταμάτα επιτέλους τις
ανοησίες! Σταμάτα, σου λεω!» Τη
χτύπησα δυνατά στο μπράτσο. Τα
κλάματα κόπηκαν αμέσως. Με κοίταξε,
τα σκουρογάλανά της μάτια
ορθάνοιχτα και τρομακτικά ψυχρά.
Μου έριξε ένα βλέμμα ώριμου
ανθρώπου που μ' έκανε ν'
ανατριχιάσω. Και είπε: «Εσύ δε μ' αγαπάς.
Ο Χάρι μ' αγαπάει. Ο Χάρι με θέλει.
Λεει ότι μπορώ να πάω να μείνω μαζί
του».
«Φτάνει! Δε θέλω ν' ακούσω λέξη
παραπάνω!» στρίγκλισα, αηδιασμένη
κι η ίδια από το θυμό στη φωνή μου,
μισώντας τον εαυτό μου για την οργή
ενάντια σ' ένα κοριτσάκι -το
κοριτσάκι μου- το δικό μου.
Γονάτισα κι άπλωσα τα χέρια. «Κρις,
γλυκιά μου, έλα εδώ».
Με πλησίασε αργά. «Σ' αγαπώ», της
είπα. «Σ' αγαπώ, Κρις, και είμαι
πραγματική. Το σχολείο είναι κι
αυτό πραγματικό. Πήγαινε σε
παρακαλώ, έστω για να μου κάνεις τη
χάρη και μόνο».
«Ο Χάρι θα φύγει αν πάω».
«Θα βρεις άλλους φίλους».
«Εγώ όμως θέλω τον Χάρι». Πάλι
δάκρυα, μούσκευαν τον ώμο μου τώρα.
Την αγκάλιασα σφιχτά.
«Είσαι κουρασμένη, μωρό μου. Πάμε να
ξαπλώσεις». Αποκοιμήθηκε πριν
προλάβουν να στεγνώσουν τα δάκρυά
της.
Ήταν μέρα ακόμη. Πήγα στο παράθυρο να τραβήξω τις κουρτίνες. Χρυσαφιές σκιές και λωρίδες λιακάδας στον κήπο. Και, σα σε όνειρο πάλι, ο μακρύς, λιγνός ίσκιος ενός αγοριού δίπλα στην τριανταφυλλιά. Σαν τρελή, άνοιξα το παράθυρο και φώναξα: «Χάρι! Χάρι!»
Μου φάνηκε πως είδα κάτι κόκκινο να αχνοφέγγει ανάμεσα στα τριαντάφυλλα, κάτι σαν κοκκινωπές μπούκλες σε αγορίστικο κεφάλι. Και μετά τίποτα.
Όταν
διηγήθηκα στον Τζιμ το ξέσπασμα της
Κριστίν, σχολίασε: «Δύστυχο
παιδάκι. Η πρώτη μέρα στο σχολείο
είναι δύσκολη υπόθεση. Σου φαίνεται
βουνό. Αλλά να δεις που σιγά-σιγά θα
στρώσει. Θ' ακούς όλο και λιγότερα
για τον Χάρι όσο περνάει ο καιρός».
«Q Χάρι δεν την αφήνει να πάει
σχολείο».
«Για στάσου! Μιλάς σα να πιστεύεις
κι εσύ ότι υπάρχει o Χάρι!»
«Μερικές φορές έτσι μου φαίνεται».
«Τώρα στα γεράματα βρήκες να
πιστέψεις στα κακά πνεύματα;» με
πείραξε. Αλλά τα μάτια του ήταν
ανήσυχα. Νόμιζε πως άρχιζα να τα
χάνω και δε μπορούσα να τον
κατηγορήσω γι' αυτό!
«Ο Χάρι δεν είναι κακός», είπα. «Ένα
αγόρι είναι μόνο. Ένα αγόρι που δεν
υπάρχει παρά μόνο για την Κριστίν.
Και ποια είναι η Κριστίν».
«Αστ'
αυτά», μ' έκοψε απότομα ο Τζιμ. «Όταν
υιοθετήσαμε την Κριστίν,
αποφασίσαμε να γίνει δικό μας
παιδί. Συμφωνήσαμε να μην ψάχνουμε
το παρελθόν, να μην ανησυχούμε, να
μην αμφιβάλλουμε. Δεν υπάρχουν
μυστήρια εδώ. Η Κρις είναι τόσο
παιδί μας όσο κι αν γεννιόταν από τη
σάρκα μας. Ακου ποια είναι η
Κριστίν! Η κόρη μας είναι -και καλά
θα κάνεις να μην το ξεχνάς!»
«Ναι, Τζιμ, έχεις δίκιο. Και βέβαια
έχεις δίκιο».
Ήταν τόσο
κατηγορηματικός που δεν τόλμησα να
του πω τι σκόπευα να κάνω την
επομένη, όσο η Κρις έλειπε στο
σχολείο. Το άλλο πρωί η Κρις ήταν
σιωπηλή και μουτρωμένη. Ο Τζιμ
προσπάθησε να της φτιάξει το κέφι
με διάφορα αστεία, αλλά εκείνη δεν
αντιδρούσε. Κάποια στιγμή κοίταξε
στον κήπο και είπε: «Έφυγε».
«Δε χρειάζεσαι πια τον Χάρι. Τώρα
πας στο σχολείο», είπε ο Τζιμ.
Η Κρις τον κοίταξε με την ίδια
περιφρόνηση που είχε κοιτάξει και
μένα στο ιατρείο του Ουέμπστερ.
Δεν αλλάξαμε λέξη στο δρόμο για το σχολείο. Κόντευαν να με πάρουν τα κλάματα. Χαιρόμουν που άρχιζε μαθήματα, αλλά είχα και την αίσθηση της απώλειας. Υποθέτω πως όλες οι μάνες έτσι νιώθουν όταν στέλνουν τα βλαστάρια τους σχολείο για πρώτη φορά. Είναι το τέλος της νηπιακής ηλικίας για το παιδί, η αρχή της πραγματικής ζωής, με όλη τη σκληρότητα, τις ιδιομορφίες, τη βαρβαρότητά της. Τη φίλησα στο προαύλιο και είπα:
«Θα φας το μεσημεριανό σου εδώ μαζί με τ' άλλα παιδιά, Κρις, και θα 'ρθω να σε πάρω όταν τελειώσετε, γύρω στις τρεις». «Ναι, μανούλα». Με κρατούσε σφιχτά από το χέρι. Κι άλλα φοβισμένα παιδάκια κατέφταναν με τους εξίσου φοβισμένους γονείς τους. Μια νόστιμη νεαρή δασκάλα με ξανθά μαλλιά κι άσπρο λινό φόρεμα βγήκε στην πύλη. Συγκέντρωσε τα πρωτάκια γύρω της και τα οδήγησε στο κτίριο. Μου χαμογέλασε φιλικά καθώς περνούσε και είπε: «Μη στενοχωριέστε. Θα την προσέχουμε».
Έφυγα ανακουφισμένη, σίγουρη πως η Κρις βρισκόταν σε καλά χέρια.
Και ξεκίνησα για τη μυστική μου αποστολή. Πήρα το λεωφορείο για την πόλη και τράβηξα για το πελώριο, θλιβερό μέγαρο που είχα να επισκεφθώ πέντε χρόνια. Τότε είχαμε πάει μαζί με τον Τζιμ. Στο τελευταίο πάτωμα ήταν τα γραφεία του Ιδρύματος Υιοθεσιών Γκρέιθορν. Ανέβηκα τα τέσσερα πατώματα και χτύπησα τη γνώριμη, ξεβαμμένη πόρτα. Μου άνοιξε μια γραμματεύς που έβλεπα για πρώτη φορά.
«Μπορώ να δω
τη δεσποινίδα Κλίβερ; Ονομάζομαι
Τζέιμς, κυρία Τζέιμς».
«Έχετε ραντεβού;»
«Όχι, αλλά πρόκειται για ένα πολύ
σοβαρό ζήτημα».
«Καταλαβαίνω.
Περιμένετε». Η κοπέλα βγήκε και
επέστρεψε σ' ένα λεπτό. «Η δεσποινίς
Κλίβερ θα σας δεχτεί αμέσως, κυρία
Τζέιμς».
Η δεσποινίς
Κλίβερ, μια ψηλή, λεπτή, γκριζομάλλα
γυναίκα με γοητευτικό χαμόγελο,
συνηθισμένο, καλοσυνάτο πρόσωπο
και μέτωπο όλο ρυτίδες, σηκώθηκε να
με υποδεχτεί. «Κυρία Τζέιμς,
χαίρομαι που σας ξαναβλέπω. Πώς
είναι η Κριστίν;»
«Πολύ καλά, δεσποινίς Κλίβερ. Θαρρώ
πως το καλύτερο είναι να μπω
κατευθείαν στο θέμα. Ξέρω πως δε
συνηθίζετε να αποκαλύπτετε την
προέλευση ενός παιδιού στους
θετούς του γονείς και το
αντίστροφο, αλλά πρέπει οπωσδήποτε
να μάθω ποια είναι η Κριστίν».
«Λυπάμαι, κυρία Τζέιμς, όμως οι
κανονισμοί του ιδρύματός μας...»
«Σας παρακαλώ, αφήστε με να
ολοκληρώσω και θα δείτε πως το
κίνητρό μου δεν είναι η χυδαία
περιέργεια».
Της εξήγησα για τον Χάρι.
Όταν τέλειωσα, είπε: «Είναι
παράξενο. Στ' αλήθεια πολύ παράξενο.
Κυρία Τζέιμς, θα παραβώ τους
κανονισμούς. Θα σας μιλήσω για την
οικογένεια της Κριστίν, αλλά ζητώ
την απόλυτη εχεμύθειά σας».
«Την έχετε».
«Γεννήθηκε σε μια από τις
φτωχότερες περιοχές του Λονδίνου. Η
οικογένειά της ήταν τετραμελής: ο
πατέρας, η μάνα, o γιος και η ίδια η
Κριστίν».
«Ο γιος, είπατε;»
«Ναι. Ήταν δέκα τεσσάρων ετών όταν
-όταν συνέβη».
«Όταν συνέβη τι;»
«Αφήστε με να σας τα πω από την αρχή. Οι γονείς δεν ήθελαν την Κριστίν. Έμεναν και οι τρεις σ' ένα δωμάτιο στο τελευταίο πάτωμα ενός παμπάλαιου οικήματος που, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να είχε κατεδαφιστεί προ πολλού. Τα πράγματα ήταν ήδη δύσκολα, μα όταν προστέθηκε και το μωρό η ζωή τους έγινε εφιάλτης. Η μάνα ήταν νευρωτική, δυστυχισμένη, τεμπέλα, υπερβολικά χοντρή. Δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για το νεογέννητο. Ο αδελφός όμως το αγάπησε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Το έσκαγε από το σχολείο για να φροντίσει την αδελφούλα του.
«Ο πατέρας δούλευε σε μια αποθήκη, δεν έβγαζε πολλά, αλλά αρκετά για να μην πεθάνουν από την πείνα. Μα αρρώστησε για κάμποσο καιρό κι έχασε τη δουλειά του. Έμενε κλεισμένος σ' εκείνο το βρωμερό κλουβί, στο έλεος της μέγαιρας που είχε για σύζυγο. Τα κλάματα του μωρού τού έδιναν στα νεύρα, το ίδιο και η αδιάκοπη έγνοια τού γιου του γι' αυτό. Όσα σας λεω τα έμαθα αργότερα από τους γείτονες. Οι ίδιοι άλλωστε μου είπαν πως είχε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ στον πόλεμο, με αποτέλεσμα να μείνει σε νευρολογική κλινική για πολλούς μήνες μετά την αποστράτευσή του. Ξαφνικά, φαίνεται, έσπασε.
«Ένα πρωί, κατά το χάραμα, μια γυναίκα στο ισόγειο είδε κάτι να περνάει, πέφτοντας, από το παράθυρό της κι άκουσε ένα γδούπο. Βγήκε να δει. Στο έδαφος κείτονταν ο γιος. Στην αγκαλιά του κρατούσε την Κριστίν. Ο λαιμός του αγοριού είχε σπάσει. Ήταν νεκρός. Η Κριστίν ανέπνεε ακόμη.
«Η γυναίκα πάτησε τις φωνές, ξύπνησε τους άλλους ένοικους, κάλεσαν την αστυνομία και το γιατρό, κατόπιν ανέβηκαν στον τελευταίο όροφο. Αναγκάστηκαν να σπάσουν την πόρτα, που ήταν κλειδωμένη και αμπαρωμένη από μέσα. Τους υποδέχτηκε μια έντονη μυρωδιά γκαζιού, παρά το ανοιχτό παράθυρο.
«Βρήκαν το
ζευγάρι νεκρό στο κρεβάτι και ένα
σημείωμα του συζύγου που έλεγε:
"Δεν αντέχω πια. Θα τους σκοτώσω
όλους να γλιτώσουν. Είναι η μόνη
λύση".
«Η αστυνομία συμπέρανε ότι, αφού σφράγισε πόρτα και παράθυρα, άνοιξε το γκάζι. Έπειτα ξάπλωσε δίπλα στη γυναίκα του και περίμενε να πεθάνει, πράγμα που δεν άργησε να συμβεί. Αλλά ο γιος πρέπει να ξύπνησε. Ίσως προσπάθησε ν' ανοίξει την πόρτα, μα δε μπόρεσε. Δε θα 'χε τη δύναμη να φωνάξει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σπάσει τις σφραγίδες στο παράθυρο, να τ' ανοίξει και να πηδήξει, με την αδελφούλα του στην αγκαλιά.
«Τώρα, το γιατί δεν πέθανε η Κριστίν από την εισπνοή φωταερίου, είναι ένα μυστήριο. Ίσως το κεφαλάκι της ήταν κάτω από τις κουβέρτες, χωμένο στο στέρνο του αδελφού της -τα δυο τους κοιμόντουσαν πάντα μαζί. Εν πάση περιπτώσει, το παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, κατόπι στο ορφανοτροφείο όπου εσείς και ο κύριος Τζέιμς την είδατε για πρώτη φορά. Τυχερή εκείνη η μέρα για την Κριστίν!»
«Δηλαδή ο
αδελφός τής έσωσε τη ζωή ενώ ο ίδιος
πέθανε;» είπα.
«Ακριβώς. Ήταν ένα γενναίο
παλικαράκι».
« Ίσως να μην τον
ενδιέφερε να τη σώσει, αλλά να την
πάρει μαζί του. Θεέ μου, τι αχάριστη
που πρέπει να σας φαίνομαι! Συγνώμη,
δεν το εννοούσα. Δεσποινίς Κλίβερ,
πώς τον έλεγαν;»
«Θα πρέπει να κοιτάξω». Έψαξε σ'
έναν από τους πολλούς φακέλους στα
ράφια και τέλος είπε: «Το επώνυμό
τους ήταν Τζόουνς και το όνομα του
αδελφού Χάρολντ».
«Μήπως είχε και κόκκινα μαλλιά;»
ψιθύρισα.
«Αυτό δεν το ξέρω, κυρία Τζέιμς».
«Είναι ο Χάρι. Το αγόρι ήταν ο Χάρι.
Τι σημαίνουν όλα τούτα; Δεν
καταλαβαίνω πια τίποτα».
«Δεν είμαι σίγουρη, αλλά πιστεύω
πως η Κριστίν θυμάται πάντα
υποσυνείδητα τον Χάρι, το σύντροφο
της βρεφικής της ηλικίας. Νομίζουμε
ότι τα παιδιά έχουν περιορισμένη
μνήμη, κάπου όμως στα κεφαλάκια
τους πρέπει να κρύβονται εικόνες
από το παρελθόν. Η Κριστίν δεν
επινοεί τον Χάρι. Τον θυμάται. Τόσο
καλά που μπόρεσε σχεδόν να του
ξαναδώσει ζωή. Ξέρω πως ακούγεται
απίθανο, αλλά η όλη ιστορία είναι
τόσο παράξενη που δε μπορώ να
σκεφτώ άλλη εξήγηση».
«Μου δίνετε, σας παρακαλώ, τη
διεύθυνση του παλιού τους σπιτιού;»
Δίστασε, αλλά την έπεισα, και ξεκίνησα επιτέλους να βρω το νούμερο 13 του Κάνβερ Ρόου όπου ο Τζόουνς είχε προσπαθήσει -και παραλίγο να το πετύχει- να σκοτώσει όλη του την οικογένεια.
Το οίκημα έμοιαζε ερειπωμένο. Μια άθλια τρώγλη. Όμως μ' ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που μ' άφησε άναυδη. Υπήρχε ένας κηπάκος. Λιγοστό σκουροπράσινο γρασίδι χρωμάτιζε τη σταχτιά, νεκρή γη. Αλλά ο κήπος αυτός είχε κάτι που δε διέθετε κανένα άλλο σπίτι στο φτωχικό, θλιβερό εκείνο δρόμο -μια φουντωμένη άσπρη τριανταφυλλιά. Τα λουλούδια της θέριευαν, μοσκοβολούσε όλος ο τόπος από το άρωμά τους.
Στάθηκα
δίπλα στο θάμνο και κοίταξα κατά το
τελευταίο πάτωμα.
Μια φωνή με ξάφνιασε: «Τι γυρεύεις
εδώ;»
Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα σ' ένα
από τα παράθυρα του ισογείου.
«Νόμιζα ότι το σπίτι ήταν άδειο».
«Έτσι θα 'πρεπε. Το 'χουν για
γκρέμισμα. Αλλά εμένα δε μπορούν να
με πετάξουν έξω. Δεν έχω πουθενά
αλλού να πάω. Οι άλλοι έφυγαν
τρέχοντας μετά τη συμφορά. Και
κανείς καινούριος δεν έρχεται. Λένε
πως το σπίτι στοίχειωσε. Δίκιο
έχουν. Αλλά γιατί κάνουν έτσι; Ζωή
και θάνατος παν δίπλα-δίπλα. Αμα
γεράσεις το καταλαβαίνεις.
Ζωντανός ή πεθαμένος, ποια είναι η
διαφορά;»
Με κοίταξε
εξεταστικά με τα κιτρινωπά,
κουρασμένα της μάτια και
συμπλήρωσε: «Τον είδα να πέφτει. Να,
εκεί τσακίστηκε, μέσα στα
τριαντάφυλλα. Ξαναγυρνάει. Σχεδόν
κάθε μέρα. Τον βλέπω. Δε θα ησυχάσει
μέχρι να την πάρει μαζί του».
«Ποιος; Για ποιον μιλάτε;»
«Για τον Χάρι Τζόουνς. Καλό παιδί,
ένα αρνάκι. Είχε κόκκινα μαλλιά.
Αδύνατος σαν καλάμι. Αλλά με κότσια.
Έκανε πάντα αυτό που ήθελε.
Αγαπούσε πολύ την Κριστίν, παραπάνω
απ' όσο έπρεπε. Πέθανε μες στα
τριαντάφυλλα. Καθόταν με τις ώρες
δίπλα σε δαύτα μαζί της. Και μέσα
τους ξεψύχησε. Πεθαίνουν όμως οι
άνθρωποι; Οι παπάδες θα 'πρεπε να
δώσουν την απάντηση, αλλά κάνουν
τους κουφούς. Ή λεν βλακείες. Φύγε
από δω, τι περιμένεις; Δεν είναι για
σένα αυτό το σπίτι. Είναι για τους
νεκρούς που δεν πέθαναν και για
τους ζωντανούς που δε ζουν. Εγώ τι
είμαι; Ζωντανή ή νεκρή; Πες μου εσύ.
Εγώ δεν ξέρω».
Τα παρανοϊκά μάτια που με κοίταζαν κάτω από τα λερά άσπρα τσουλούφια με τρόμαζαν. Οι τρελοί προκαλούν τον τρόμο. Τους λυπάσαι και συγχρόνως τους φοβάσαι. Μουρμούρισα: «Να πηγαίνω τώρα. Αντίο σας», και προσπάθησα να τρέξω στις σκληρές καυτές πλάκες μόλο που ένιωθα τα πόδια μου βαριά, μουδιασμένα, σα σε εφιάλτη.
Ο ήλιος έπεφτε κατακόρυφα στο κεφάλι μου, αλλά ούτε που τον ένιωθα. Είχα χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Και τότε άκουσα κάτι που μου πάγωσε το αίμα.
Ένα ρολόι χτύπήσε τρεις φορές. Στις τρεις έπρεπε να είμαι στο σχολείο της Κριστίν για να την πάρω.
Πού βρισκόμουν τώρα; Κοντά ή μακριά; Ποιο λεωφορείο έπρεπε να πάρω;
Σε έξαλλη κατάσταση, βάλθηκα να ρωτάω τους περαστικούς, που με κοίταζαν τρομαγμένοι, όπως είχα κοιτάξει εγώ τη γριά. Θα με περνούσαν για τρελή.
Κάποτε βρήκα το σωστό λεωφορείο και, άρρωστη σχεδόν από τη σκόνη, τις αναθυμιάσεις της βενζίνης και το φόβο, έφτασα στο σχολείο. Διέσχισα τρέχοντας το ζεστό, άδειο προαύλίο. Σε μία από τις τάξεις, η νεαρή δασκάλα με το λευκό φόρεμα μάζευε τα βιβλία της.
« Ήρθα να
πάρω την Κριστίν Τζέιμς. Είμαι η
μητέρα της. Λυπάμαι που άργησα. Πού
είναι;» είπα, ασθμαίνοντας.
«Η Κριστίν Τζέιμς;» Η κοπέλα
συνοφρυώθηκε, μα σχεδόν αμέσως το
πρόσωπό της φωτίστηκε: «Α, ναι,
θυμάμαι, λετε για το χαριτωμένο
κοκκινομάλλικο κοριτσάκι. Μην
ανησυχείτε, κυρία Τζέιμς, δε χάθηκε.
Ήρθε και την πήρε ο αδελφός της.
Πόσο μοιάζουν, ε; Και πώς την
αγαπάει! Είναι συγκινητικό να
βλέπεις ένα αγόρι της ηλικίας του
να νοιάζεται τόσο για τη μικρή του
αδελφούλα. Ο άντρας σας έχει
κόκκινα μαλλιά; Από κει τα
κληρονόμησαν τα παιδιά;»
«Τι σας είπε ο αδελφός της;»
κατόρθωσα να ρωτήσω ξεψυχισμένα.
«Τίποτα. Όταν του μίλησα, απλά
χαμογέλασε. Θα έχουν φτάσει στο
σπίτι τώρα. Συγνώμη, αισθάνεστε
καλά;»
«Ναι, σας ευχαριστώ. Πρέπει να
επιστρέψω και γω στο σπίτι».
Γύρισα τρέχοντας, μέσα από δρόμους που έβραζαν στο λιοπύρι.
«Κρις! Κριστίν, πού είσαι; Κρις! Κρις!» Ακόμη και σήμερα ακούω μερικές φορές τη φωνή μου να αντηχεί στο κρύο σπίτι. «Κριστίν! Κρις! Πού είσαι; Απάντησέ μου! Κριιις!» Και μετά:«Χάρι! Μη μου την παίρνεις! Φέρτην πίσω! Χάρι! Χάρι!»
Αλλόφρων, βγήκα στον κήπο. Ο ήλιος με χτύπησε σαν πυρωμένη λεπίδα. Τα τριαντάφυλλα λαμποκοπούσαν κάτασπρα και απειλητικά. Τόσο ακίνητος ήταν ο αέρας που μου φαινόταν ότι στεκόμουν στο τίποτα, στο πουθενά. Για μια στιγμή, ένιωσα την Κριστίν κοντά μου, δίπλα μου, αν και δε μπορούσα να τη δω. Κι ύστερα τα ρόδα άρχισαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου, παίρνοντας ένα κατακόκκινο χρώμα. Ολόκληρος ο κόσμος έγινε κόκκινος. Κόκκινος σαν αίμα. Υγρά κόκκινος. Και από το άλικο χρώμα πέρασα στο μαύρο, στην ανυπαρξία -στο θάνατο σχεδόν.
Έμεινα στο κρεβάτι για εβδομάδες, άρρωστη από ηλίαση, που στη συνέχεια μου προκάλεσε υψηλό πυρετό. Μάταια έψαχναν ο Τζιμ και η αστυνομία την Κριστίν σ' όλο εκείνο το διάστημα. Οι άκαρπες έρευνες συνεχίστηκαν για μήνες. Οι εφημερίδες έγραφαν καθημερινά για την αλλόκοτη εξαφάνιση του κοκκινομάλλικου κοριτσιού. Η δασκάλα έδωσε την περιγραφή του «αδελφού» που είχε πάει να την πάρει. Οι δημοσιογράφοι άφησαν τη φαντασία τους ελεύθερη' γέμιζαν σελίδες ολόκληρες με ιστορίες απαγωγών, αρπαγής βρεφών, εγκλημάτων με θύματα παιδιά.
Κάποτε ο σάλος κόπασε. Ένα ακόμη ανεξιχνίαστο μυστήριο για τα αρχεία της αστυνομίας.
Και μόνο δυο άτομα ήξεραν τι είχε συμβεί: μια τρελή γριά σ' ένα ετοιμόρροπο κτίριο και γω.
Πέρασαν χρόνια από τότε. Αλλά ακόμα ζω με το φόβο. Βλέπετε, τα πράγματα που με τρομάζουν είναι τόσο συνηθισμένα... Η λιακάδα. Οι σκιές στο χορτάρι. Τα λευκά τριαντάφυλλα. Τα παιδιά με τα κόκκινα μαλλιά. Και το όνομα Χάρι. Αυτό το τόσο κοινό όνομα.