Ιεροσυλία

Ιάσων Π.
Αναδημοσίευση από το fanzine «Non Art Fart», τεύχος 1, Νοέμβρης 1994

Έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι. Πίσω μου φώτα εκρύγνονταν στο νυχτερινό ουρανό, άνθρωποι χόρευαν, τα πάντα είχαν ντυθεί με μουσική. Πλησίασα προς το λιμάνι και η εικόνα της Δε μπορούσε να φύγει από το μυαλό μου. Ο τρόπος που χαμογέλασε, η λάμψη στα μάτια της...

Με είχε πλησιάσει, η ίδια, χαμογελώντας μου. Πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση μου και με οδήγησε στο δωμάτιό της, σίγουρη για την αποδοχή μου. Ενώ ο κόσμος χόρευε στους δρόμους, κάναμε έρωτα ξανά και ξανά, δύο άγνωστοι κρυμμένοι πίσω από τη μάσκα της αγοραπωλησίας. Οτιδήποτε μπορεί να αγοραστεί, χάνει και τη μυστηριακή του υπόσταση, γίνεται λιγότερο επικίνδυνο. Έτσι δεν είναι;

Σχεδόν με ανακούφιση την άκουσα να λέει: «Εξι χιλιάδες». Έβγαλα τα λεφτά και τα ακούμπησα στην τουαλέτα της. Πραγματικά, θα τρόμαζα αν δεν μου ζητούσε λεφτά. Θα σήμαινε ότι με είχε διαλέξει για - για τι; Προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου κάθε τι που συνέβη, ψάχνοντας για κάτι που θα δικαιολογούσε όλο τον πανικό μου και όλη την αίσθηση του παράξενου. Αλλά δεν μπορούσα. Η λογική μου έλεγε ότι ήταν απλά μια πόρνη. Είχα κάνει έρωτα με μια πόρνη. Μια όμορφη, πληθωρική και ίσως προικισμένη πόρνη. Και δεν υπήρχε τίποτε το παράξενο σε αυτό, τίποτε για να με κάνει να ανησυχώ.

Αλλά όλος μου ο εαυτός αμφισβητούσε τη λογική μου. Ήξερα, μ' έναν τρόπο σχεδόν τυφλό, ότι είχε συμβεί κάτι τρομερό, αλλά δε μπορούσα να βρω τι. Πηγαίνοντας μαζί της είχα διαπράξει μια ιεροσυλία, είχα καταπατήσει κάποιους άγνωστους ιερούς κανόνες.

Αναψα ένα τσιγάρο, χαζεύοντας το παγανιστικό ξεφάντωμα του καρναβαλιού. Η αγωνία μου δεν έλεγε να ελαττωθεί, παρ' όλες τις προσπάθειες της λογικής μου γι' αυτό. Αρχισα να περπατώ νευρικά πάνω κάτω, χωρίς να ξέρω και εγώ ο ίδιος τι περίμενα.

Ότι και να ήταν αυτό, δεν άργησε να εμφανιστεί. Είχα μόλις σβήσει το τσιγάρο μου, όταν η προβλήτα μπροστά μου φωτίστηκε με μια λευκή έκρηξη. Πισωπάτησα τρομαγμένος και προσπάθησα να τρέξω, αλλά τα πόδια μου αρνήθηκαν να με υπακούσουν. Ούτως ή άλλως, ήταν πολύ αργά. Τέσσερα τεράστια και φτερωτά πλάσματα με περικύκλωσαν και με ακινητοποίησαν με τα τεράστια φλεγόμενα κοντάρια τους. Βλέποντας την απόλυτη λευκότητα των φτερών τους, συνειδητοποίησα ξαφνικά τη φύση της πράξης μου και ούρλιαξα από φρίκη...

Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της καθώς είδε από μακριά τον εραστή της προηγούμενης ημέρας να οδηγείται στον τόπο των αιώνιων βασανιστηρίων. Δεν μπορούσε να τον σώσει. Ήταν υπεύθυνη για το χαμό του. Αλλά το αίσθημα θριάμβου μέσα της, έδειχνε ότι είχε νικήσει.

Δύο χιλιάδες χρόνια μετά την δημιουργία της και είχε παραμείνει «αγνή», ανέγγιχτη, καταραμένη, ταυτιζόμενη με τη νοσηρή φαντασία των ανθρώπων που την είχαν δημιουργήσει. Αλλά χθες είχε νικήσει. Είχε νικήσει τον εκδικητικό Θεό, τους σκληρούς φύλακες - αγγέλους και την ίδια την φύση της. Είχε κατέβει στη γη, έσπασε τη παρθενιά της μόνη της και έκανε έρωτα σαν πόρνη με τον πρώτο θνητό που βρήκε. Είχε κλονίσει όλο το νοσηρό θεϊκό σύμπαν, το δημιούργημα χιλιάδων παρανοημένων μυαλών. Μέσα από τα δάκρυά της η Μαρία χαμογέλασε...