Ο Τελευταίος των Τσιγγάνων

Norman Spinrad
The Last of the Romany (1963)
Μετάφραση: Κύρα Σίνου, 1976

- Το ταξίδι ήταν μεγάλο και πολύ ζεστό, είπε ο άνθρωπος με το κερωμένο μουστάκι. Μπάρμαν, ένα κόλλινς, παρακαλώ.
Ο χοντρός μπάρμαν άπλωσε το χέρι του στην κονσόλα, πάτησε το κουμπί που έγραφε «κόλλινς» και ρώτησε:
- Τζιν, ρούμι, βότκα ή Γκραχούι;
- Τζιν, φυσικά, απάντησε ο άνθρωπος με το κερωμένο μουστάκι. Ακου εκεί, κόλλινς με γκραχούι!
Αναψε ένα μεγάλο πούρο στο χρώμα της πράσινης ελιάς.

Ο μπάρμαν πάτησε μια φορά το κουμπί με την επιγραφή «τζιν» και χτύπησε ελαφρά τον πάγκο του σερβιρίσματος. Το διαφανές πλαστικό δοχείο με το θολό υγρό πετάχτηκε μέσα από την τρύπα σερβιρίσματος που υπήρχε απάνω στο πάγκο.

Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι κοίταξε πρώτα το ποτό, έπειτα την κονσόλα και μετά τον μπάρμαν.
- Μη με πάρεις για αγενή, φίλε μου, του είπε, μα απορούσα πάντοτε γιατί υπάρχουν ακόμα μπάρμαν την ώρα που ο καθένας, μπορεί μόνος του να πιέσει αυτά τα ηλίθια κουμπιά.

Ο μπάρμαν έβαλε τα γέλια, κάτι χοντρά, καλάγαθα γέλια.

- Γιατί υπάρχουν οδηγοί λεωφορείων στα λεωφορεία - ρομπότ; Γιατί υπάρχουν ζυθοποιοί την ώρα που η μπύρα γίνεται κατ' ουσίαν μόνη της; Φαντάζομαι πως η κυβέρνηση θα είναι της γνώμης πως αν απολυθούν όλοι οι περιττοί υπάλληλοι, θα έχει ένα εκατομμύριο άνεργους στην καμπούρα της.

Ο άνθρωπος με το μουστάκι, που έλεγε τον εαυτό του Μίκλος, έπαιξε με τη σαραβαλιασμένη κιθάρα, που ήταν ακουμπισμένη στο μπαρ.

- Ζητώ συγγνώμη για την παρατήρησή μου, φίλε, είπε. Οι μπάρμαν κατ΄ ουσίαν χρειάζονται ακόμα. Γινόταν να μιλήσω με κείνη τη μηχανή; Και δεν έχουν ακόμα αυτόματους μπράβους.
- Έτσι λες; είπε ο μπάρμαν και έγειρε κολλητά στον Μίκλος. Είχα πάει στο Τόκιο πέρυσι κι έχουν εκεί στα μπαρ, ένα μεγάλο γάντζο με κάτι παραγεμισμένα μαξιλαράκια ολόγυρα, που πέφτει από το ταβάνι, γραπώνει ένα μεθυσμένο και τον πετάει έξω από την πόρτα. Κι όλα αυτά γίνονται χωρίς να μπει ανθρώπινο χέρι. Τι σου είναι η επιστήμη!
Ο Μίκλος κατσούφιασε, μα συνήλθε σχεδόν αμέσως.
- Μα πάλι ο μπάρμαν πρέπει να αποφασίσει ποιον να πετάξει έξω! Είναι ένα ζήτημα πολύ λεπτό, που δεν μπορείς να το εμπιστευθείς σε μια μηχανή. Γι' αυτό το λόγο, ο μπάρμαν θα είναι πάντοτε απαραίτητος. Ένα κόλλινς ακόμα, σε παρακαλώ.
- Και γιατί σε ενδιαφέρει τόσο η χρησιμότητά μου; τον ρώτησε ο μπάρμαν πατώντας το κουμπί για ένα άλλο κόλλινς.

Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι και το ηλιοκαμένο πρόσωπο έγινε πολύ σοβαρός.

- Είναι ένα από τα πράγματα που αναζητώ κατά τα ταξίδια μου, είπε. Έχει μεγάλη σημασία.
- Τι πράγμα;
- Οι άνθρωποι που είναι χρήσιμοι ακόμα, είπε ο Μίκλος, είναι σαν τα σπάνια πουλιά. Όταν ανακαλύψω κανέναν, είναι το έργο όλης μου της ζωής. Είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ανθρωποπαρατηρητής.
- Ώστε ταξιδεύετε πολύ; τον ρώτησε ο μπάρμαν γελώντας ελαφρά. Θα είστε κανένας από εκείνους τους αργόσχολους πλούσιους.
- Όχι, είπε Μίκλος χωρίς να χαμογελάσει. Το να ταξιδεύω είναι ένα μέρος της δουλειάς μου.
- Δουλειάς; Τι σόι δουλειάς; Δεν υπάρχουν πια περιοδεύοντες έμποροι και δεν μοιάζετε και πολύ για πιλότος...

Ο Μίκλος κάπνιζε σκεφτικός το πούρο του.

- Είναι δύσκολο να την εξηγήσει κανείς, είπε. Κατ' ουσίαν, οι δουλειές μου είναι δύο, αν πετύχω όμως στη μία, ή άλλη δεν χρειάζεται πια. Η πρώτη μου δουλειά είναι να ψάχνω.
- Να ψάχνετε τι;
Ο άνθρωπος με το κερωμένο μουστάκι πήρε την κιθάρα του και πέρασε το χέρι του πάνω από τις χορδές.
- Να ψάχνω, είπε, για τσιγγάνους.
- Για ποιους;
- Για τους τσιγγάνους, άνθρωπε! Για τους γύφτους.

Ο μπάρμαν τον κοίταξε παράξενα!

- Για τους γύφτους; Μα δεν υπάρχουν γύφτοι πια. Δεν θα επιτρεπόταν να υπάρχουν.
- Εμένα μου λες; είπε ο Μίκλος κι αναστέναξε. Δεκατέσσερα χρόνια έψαχνα να βρω τσιγγάνους. Ταξίδευα με ωτοστόπ, όταν κάνεις δεν κάνει πια ωτοστόπ, γύριζα σαν αλήτης, όταν δεν υπάρχουν αλήτες πια. Κοίταξα σε πενήντα πολιτείες και έξι ηπείρους. Πήγα ακόμα και στις Ισπανικές σπηλιές και ξέρεις τι βρήκα; Έχουν εφαρμόσει εκεί μια μηχανική παράσταση. Έχουν τσιγγάνους Ρομπότ! Είναι μηχανές που χορεύουν φλαμένκο! Κι αυτά τα κατασκευάσματα περιφέρονται κιόλας ύστερα με τα μεταλλικά καπέλα τους για να μαζέψουν λεφτά. Μα οι τσιγγάνοι πάνε πια! Κι όμως, κάποια μέρα, κάπου... Ίσως να μπορούσες εσύ... ίσως να ήθελες...;
- Εγώ; ρώτησε ο μπάρμαν και τραβήχτηκε πέρα από τον άνθρωπο με το μουστάκι.
- Α, αλλά φυσικά όχι. Κανένας δεν ξέρει. Και όλοι νομίζουν φυσικά πως είμαι τρελός. Επίστρεψέ μου, όμως, να σου πω, φίλε μου πως η τρέλα είναι μια έννοια καθαρά σχετική. Εγώ πιστεύω πως είστε όλοι σας τρελοί. Με καταλαβαίνεις, δεν θέλω να πω τίποτα το προσωπικό. Είναι αυτός ο στεγνός καθαρός, γυαλιστερός κόσμος που είναι τρελός, ο κόσμος που σκοτώνει τους τσιγγάνους. Έλα όμως πιο κοντά και θα σου αποκαλύψω ένα μυστικό.

Ο Μίκλος κόλλησε το πρόσωπό του στο αυτί του μπάρμαν.
- Δεν ξεκλήρισαν όλους τους Τσιγγάνους, του ψιθύρισε.
Έπειτα πρόσθεσε πιο δυνατά:
-Εγώ είμαι ο τελευταίος των τσιγγάνων. Αυτή είναι η άλλη μου δουλειά, να τα κρατήσω όλα αυτά στη ζωή. Είναι μια μεγάλη φάρσα σε βάρος τους κόσμου. Προσπαθούν να εξοντώσουν τους τσιγγάνους και όσο δεν τα καταφέρνουν, τόσο προσπαθούν ακόμα περισσότερο. Τους κάνει όμως καλό που δεν τα καταφέρνουν, γιατί είναι οι τσιγγάνοι που τους κρατούν ζωντανούς. Δεν το ξέρουν, μα όταν φύγω εγώ, θα πεθάνουν όλοι τους. Θα γυρίζουν βέβαια ακόμα στις όμορφες, αποστειρωμένες πόλεις τους για μερικές εκατοντάδες χρόνια προτού το συνειδητοποιήσουν, μα θα είναι πια νεκροί για όλους τους πρακτικούς σκοπούς.
- Βέβαια, είπε ο μπάρμαν, βέβαια.

Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι κατσούφιασε πολύ.
- Με συγχωρείς, είπε, ξεχνάω καμιά φορά ότι είμαι τρελός και τότε γίνομαι χειρότερος ακόμα. Σπουδαία παραδοξολογία, τι λες;
- Φαίνεσαι άνθρωπος μορφωμένος, είπε ο μπάρμαν, και ένας άνθρωπος καθόλου κουτός. Πώς γίνεται να μη μπορείς να βρεις μια δουλειά;
Ο Μίκλος σήκωσε περήφανα το κεφάλι του.
- Δεν μπορώ να βρω δουλεία: Κύριε, προτού γίνω Μίκλος, ο τελευταίος των τσιγγάνων, ήμουνα βοηθός αντιπροέδρου για τις πωλήσεις του Γενικού Κλιματισμού. Είμαι σχετικά πλούσιος. Ξέρω τι θα πει ευτυχία σε αυτόν τον πληκτικό κόσμο. Σου τη χαρίζω.
- Μα με τα λεφτά σου...
- Μπα! Θέλησα να δω την εξωτική Ανατολή λ.χ., και τι βρήκα; Το Τόκιο ήταν ίδιο με την Νέα Υόρκη, το Χονγκ Κονγκ ίδιο με το Τσικάγκο, το Μακάο ίδιο με τη Φιλαδέλφεια. Η μακρινή Σαμαρκάνδη είναι τώρα ένα ρώσικο αεροδρόμιο για πυραύλους. Όλα χάθηκαν. Η Βαγδάτη των Χαλίφηδων, η Κίνα του Κουμπλάι Χαν, η μακρινή Σαμαρκάνδη, το Κάιρο... Οι πόλεις βρίσκονται στη θέση τους, αλλά τι με αυτό; Είναι όλες τους ίδιες, όλες τους καθαρές, συμμαζεμένες και γυαλιστερές.
- Θα έπρεπε να χαίρεσαι, του είπε ο μπάρμαν.
- Ξεκαθάρισαν το εμπόριο του οπίου και την πορνεία. Νίκησαν την ελονοσία και τον κίτρινο πυρετό -ακόμα και τη δυσεντερία. Διώξανε τους ζητιάνους από τους δρόμους και έχτισαν υγιεινές αγορές για τους υπαίθριους πωλητές. Όπως σου είπα πριν, πήγα και στο Τόκιο και είναι το ίδιο ακριβώς μοντέρνο, όπως και η Νέα Υόρκη.

Ο Μίκλος ξεφύσηξε τον καπνό του πούρου του.

- Και μιας και καταπιάστηκαν με το πράγμα, αντικατάστησαν τους χαλίφηδες, τους σουλτάνους και τους χάνους με τους διοικητές των πόλεων. Φτου!
- Τι να γίνει, είπε ο μπάρμαν. Δεν μπορείς να ευχαριστήσεις όλο τον κόσμο! Οι περισσότεροι προτιμούν την κατάσταση όπως είναι σήμερα.
- Νομίζουν πως την προτιμούν. Ας είναι, έχω μερικές υποθέσεις. Μπορείς να μου πεις που υπάρχει κανένα γήπεδο για παιχνίδια;
- Ένα γήπεδο για παιχνίδια; Θες να παίξεις τίποτα γκολφ ή κάτι τέτοιο;
- Όχι, όχι, θέλω ένα παιδικό γήπεδο.
- Έχει ένα τρία τετράγωνα δυτικά από εδώ, είπε ο μπάρμαν. Μα, τι γυρεύεις εκεί;
- Είναι μέρος της δουλειάς μου, φίλε μου, είπε ο Μίκλος περνώντας την κιθάρα του πάνω από τον ώμο του. Με εμποδίζει να σκέφτομαι πολύ και να κάνω λίγα και χώρια από αυτό, Δεν ξέρει κανείς, μπορεί να κάνει και καλό. Γεια σου.

Βγήκε από το μπαρ σφυρίζοντας ένα σκοπό τσάρντας.

- Βίδας, μουρμούρισε ο μπάρμαν πετώντας το μεταχειρισμένο ποτηράκι στο σκουπιδόμυλο. Φαίνεται πως δεν είναι επικίνδυνος.

 

Το παιδικό γήπεδο για παιχνίδια ήταν ένας συνηθισμένο τέτοιο γήπεδο, έπιανε ένα ολόκληρο τετράγωνο που ήταν περιφραγμένο με ένα γερό φράκτη έξι πόδια ύψος, με μια είσοδο από κάθε πλευρά. Έκτός από το συνηθισμένο τεραίν για το κουτσό, τις τσουλήθρες και το καλάθι του μπάσκετ, υπήρχε και καινούργιος εξοπλισμός, που περιλάμβανε μια μεγάλη τρισδιάστατη οθόνη και ένα φύλακα - ρομπότ. Τα περισσότερα παιδιά ήταν καθισμένα σε πάγκους μπροστά στην τρισδιάστατη οθόνη και παρακολουθούσαν τις «Μοντέρνες Ζωές», ένα εκπαιδευτικό σήριαλ της παιδικής χαράς. Έμοιαζαν να βαριούνται πολύ, εκτός αν κάποιος τους κοπάναγε καμιά στα κεφάλια, για να τους κόψει την αδιαφορία τους.

Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι και τη σαραβαλιασμένη κιθάρα πέρασε από την καγκελόπορτα. Ο μόνος που τον πρόσεξε ήταν ο φύλακας - ρομπότ!

- Κύριε, είπε βραχνά το ρομπότ, είστε γονεύς ή κηδεμόνας κανενός από αυτά τα παιδιά;
Ο Μίκλος φύσηξε ένα δαχτυλίδι καπνού στα μούτρα του ρομπότ.
- Όχι!
- Απαγορεύεται η είσοδος στο γήπεδο στους ψιλικατζήδες, τους ζητιάνους, τους πωλητές, τα πατίνια, τα οικιακά ζώα και τα παιδιά άνω των δώδεκα ετών.
- Δεν είμαι ούτε ψιλικατζής, ούτε ζητιάνος, ούτε πωλητής, ούτε έχω πατίνι ή ποδήλατο, ή οικιακό ζώο και δεν είμαι παιδί άνω των δώδεκα ετών, του είπε ο Μίκλος, που ήξερε τη ρουτίνα.
- Μήπως είστε σεξουαλικά ανώμαλος; ρώτησε το ρομπότ. Απαγορεύεται η είσοδος των σεξουαλικά ανώμαλων τύπων στο γήπεδο παιχνιδιών δια νόμου και μπορούμε να τους απομακρύνουμε βιαίως.
- Δεν είμαι σεξουαλικά ανώμαλος, είπε ο άνθρωπος με το μαύρο μουστάκι.

Όπως το είχε προβλέψει, το ρομπότ έμεινε εκεί για μια στιγμή με τους ενισχυτές του να χτυπούν συγχυσμένα κι έφυγε μετά, κυλώντας στις ρόδες του. Ο Μίκλος μπήκε στην παιδική χαρά, πέταξε το μισοκαπνισμένο πούρο του και μισοξάπλωσε στον ακρινό πάγκο, μπροστά στην οθόνη.

Πήρε στην κιθάρα του μερικά ακόρ στην τύχη και άρχισε να τραγουδάει έπειτα ένα εύθυμο τραγουδάκι στα ισπανικά. Η φωνή του ήταν σκληρή και το καλύτερο που μπορούσε να πει κανείς για το παίξιμό του ήταν, πως ήταν ανεκτό, μα και τα δύο ήταν δυνατά και ενθουσιώδη, έτσι που η γενική εντύπωση δεν ήταν κακιά.

Μερικά από τα μικρότερα παιδιά χώρισαν από την ομάδα που είχε μαζευτεί γύρω από την οθόνη και μαζεύτηκαν γύρω από τον πάγκο του Μίκλος. Τραγούδησε τη «Σάντα Αννα», ένα πολύ ερασιτεχνικό φλαμένκο και ένα παλιό εβραϊκό εμβατήριο. Όταν τελείωσε το εμβατήριο όλα τα παιδία, εκτός από τα μεγαλύτερα, είχαν μαζευτεί γύρω του. Τότε μίλησε για πρώτη φορά:

- Το όνομα μου είναι Μίκλος. Και τώρα, φίλοι μου, θα σας τραγουδήσω ένα πολύ όμορφο τραγουδάκι για έναν μάλλον κακό άνθρωπο. Λέγεται «Σαμ Χωλλ».

Όταν έφτασε σε εκείνο το κομμάτι του ρεφρέν που λέει: «Δεν είστε παρά μούλοι όλοι σας, που να σας πάει και να σας σηκώσει», το ρομπότ έφτασε κυλώντας με τη μεγαλύτερη ταχύτητά του τσιρίζοντας:

- Αισχρά λόγια απαγορεύονται στο γήπεδο. Απαγορεύονται. Κανένα παιδί δεν πρέπει να λέει άσχημα λόγια. Παρακαλώ να σταματήσει αμέσως το παιδί που λέει άσχημα λόγια.
- Εγώ είπα τα κακά λόγια, παλιοτενεκέ, γέλασε ο Μίκλος.
- Σε παρακαλώ, σταμάτα να χρησιμοποιείς αισχρές εκφράσεις, γρύλισε το ρομπότ. Αισχρές εκφράσεις είναι απαγορευμένες στα παιδιά.
Ο Μίκλος άναψε ένα πούρο και φύσηξε πολύ καπνό στα μούτρα του ρομπότ.
- Δεν είμαι παιδί, τέρας. Μπορώ να λέω ότι μου αρέσει.
Γύρισε γελώντας πονηρά στο ακροατήριό του, που τον θαύμαζε.
Οι ενισχυτές χτύπησαν σαν παλαβοί.
- Είστε σεξουαλικά ανώμαλος; Είστε ζητιάνος, πωλητής ή ψιλικατζής; Είστε παιδί άνω των δώδεκα;
- Τα έχουμε ξαναπεί όλα αυτά. Δεν είμαι τίποτα από αυτά που λες. Φύγε από δω, προτού σου κάνω αναφορά πως παρεμβαίνεις στα πολιτικά δικαιώματα ενός ενηλίκου ανθρώπου.

Κι άλλοι έλεγχοι άρχισαν να χτυπούν απεγνωσμένα. Ακούστηκε μια ελαφριά μυρωδιά από καμένη μόνωση. Το ρομπότ έφυγε τρέχοντας πάνω στις ρόδες του, γέρνοντας άχαρα από τη μία πλευρά. Σταμάτησε καμιά εκατοστή μέτρα πιο πέρα κι άρχισε να μουρμουρίζει κάτι από μέσα του.

Ο Μίκλος γέλασε και τα παιδιά που στριμώχνονταν όλα πια τριγύρω του, ξέσπασαν σε βροντερά γέλια μαζί του.

- Και τώρα φίλοι μου, τους είπε, ας μιλήσουμε για καλύτερα πράγματα: για πειρατές, για χάνους και για ερυθρόδερμους. Για τους χίλιους τρεις ελέφαντες του βασιλιά του Σιαμ. Για τις εφτά χρυσές πολιτείες και τον μεγάλο χαλίφη, τον Χαρούν - αλ - Ρασσίντ.
- Πήγατε σε όλους αυτούς, κύριε;
- Είστε πειρατής;
- Τι είναι χαλίφης;
Ο Μίκλος άπλωσε τα μεγάλα χέρια του.
- Περιμένετε, περιμένετε, ένας - ένας.
Χαμογέλασε.
- Όχι, δεν είμαι πειρατής. Είμαι ένας Τσιγγάνος.
- Τι πράγμα είναι ένας Τσι...
- Ένας Τσιγγάνος! Ένας γύφτος, νεαρέ μου φίλε. Δεν είναι τόσος πολύς καιρός που είμαστε χιλιάδες, και γυρίζαμε όλο τον κόσμο σε κατακόκκινα και κίτρινα κάρα, τραγουδώντας και παίζοντας μουσική και κλέβοντας κότες. Τώρα είμαι ο μόνος που έμεινε, ξέρω όμως όλες τις ιστορίες, ξέρω όλα τα μέρη...
- Κλέψατε ποτέ καμιά κότα, κύριε;
- Όχι ακριβώς... Όχι, έχω κάνει το λαθρεπιβάτη σε αεροπλάνα, ακόμα και κάποια φορά και σε πλοίο. Ξέρετε τι θα σήμαινε αυτό την εποχή των πειρατών; Ο σερ Χένρυ Μόργκαν θα με έβαζε να περπατήσω πάνω στη σανίδα!
- Να περπατήσετε... πάνω στη σανίδα;
- Ναι, θα χάιδευε τα βρωμερά μαύρα γένια του και θα έλεγε: «Μίκλος, ψωριασμένε ποντικέ, θα πηδήξεις κάτω στο καθαρό νεράκι, κάτω για να σε φάνε οι καρχαρίες ή θα σε τρυπήσω με το γιαταγάνι μου;»
- Δεν θα μπορούσες να φωνάξεις ένα χωροφύλακα;
Ο Μίκλος έκανε μια γκριμάτσα και έστριψε τις άκρες της μουστάκας του.
- Ένα χωροφύλακα! Ο σερ Χένρυ θα έτρωγε κανένα από τους χωροφύλακές σας έτσι, για πρωινό! Και, εδώ που τα λέμε, φτηνά θα την γλίτωνε. Ξέρετε τι θα έκανε ο Χαρούν - αλ - Ρασσίντ! Θα έβαζε τον Μεγάλο Βεζίρη του να τον έκανε καμήλα!
Ένα μεγαλύτερο αγοράκι γέλασε πνιχτά.
- Αφήστε τα αστεία δεν γίνεται να κάνετε καμήλα ένα χωροφύλακα.
- Εγώ δεν μπορώ και σεις δεν μπορείτε και ίσως και να μη μπορεί να το κάνει κανένας σήμερα. Μα εκείνη την εποχή, στη Βαγδάτη! Τότε μπορούσε να το κάνει ο καθένας!

Τα περισσότερα από τα μεγαλύτερα παιδιά τραβήχτηκαν παρακάτω, μα έμεινε ένας σκληρός πυρήνας από εξάχρονα και οκτάχρονα

- Πρέπει να έχετε πίστη, τους είπε ο Μίκλος, και τότε μπορείτε να κάνετε τέτοια πράγματα. Πριν πενήντα χρόνια, μπορούσες να κάνεις το γύρω του κόσμου με το δάχτυλό σου. Τώρα, λένε πως αυτό δεν γίνεται. Αλλά, μικροί μου φίλοι, εγώ ξέρω πως δεν είναι έτσι. Το έχω κάνει. Πώς αυτό; Γιατί είμαι τσιγγάνος και έχω πίστη, κι ας λεν πως είμαι τρελός.
- Ου, κύριε, οι Ατσίγγανοι είναι έξυπνοι, έτσι;
- Δεν είναι πιο έξυπνοι από σας. Εδώ που τα λέμε, μπορείς να κάνεις τέτοια κόλπα μονάχα αν κουτοφέρνεις λιγάκι. Αρκετά κουτός για να πιστεύεις πως κάπου υπάρχει ακόμα μια Βαγδάτη και πως η Σαμαρκάνδη είναι μακριά ακόμα. Πρέπει να είστε αρκετά ανόητοι για να μη σας νοιάζει, όταν η αστυνομία και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου λένε πως είστε τρελοί. Και αν πιστεύετε αρκετά και είστε αρκετά παλαβοί...
- Τι γίνεται τότε, κύριε;

Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι αναστέναξε, έσκυψε μετά κοντά στον κύκλο που σχημάτιζαν τα μικρά κεφαλάκια και ψιθύρισε:

- Αν πιστεύεις αρκετά δυνατά και ενδιαφέρεσαι για αρκετό καιρό και είσαι αρκετά παλαβός και γίνεις και καλός και κακός, τότε θα φτάσεις κάποια μέρα στην Καραϊβική Θάλασσα και στις Εφτά Χρυσές Πολιτείες και στη μαγική Βαγδάτη, όπου δεν υπάρχουν ούτε ρομπότ ούτε και σχολεία, παρά μονάχα μάγοι και άγρια, μαύρα άλογα. Και τότε κάποια μέρα θα δεις τη Μακρινή Σαμαρκάνδη, να αστράφτει λευκή και χρυσή και κόκκινη πάνω στην άμμο της ερήμου. Και, μικροί μου φίλοι, αν είστε ξεχωριστά βρώμικοι και δεν πλένεστε ποτέ, μα ποτέ πίσω από τα αυτιά σας και βουρτσίζετε τα δόντια σας μονάχα μια φορά τη μέρα και δεν παρακολουθείτε τον τρισδιάστατο κινηματογράφο και λέτε τέσσερις κακές λέξεις τη μέρα επί ένα μήνα και ονειρεύεστε πάντοτε τα χαμένα μαγικά μέρη, θα ξυπνήσετε κάποια μέρα, νωρίς, ένα φθινοπωρινό πρωινό και θα είστε τσιγγάνοι.

Ο Μίκλος πήρε πάλι την κιθάρα του.

- Και τώρα, μικροί μου τσιγγάνοι, θα τραγουδήσουμε.

Και έπαιζε παλιά τραγούδια και τραγούδησε για τα μακρινά μέρη μέχρι που ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει πάνω στο μουστάκι του. Τότε έβγαλε ένα κόκκινο μεγάλο μαντίλι, σκούπισε το πρόσωπό του και έπαιξε και άλλο.

Επί δύο ώρες έπαιζε και τραγουδούσε και διηγιόταν παλιές ιστορίες.

Τέλειωνε ακριβώς την ιστορία της Ατλαντίδας, όταν κατάφτασε ο χωροφύλακας. Ο χωροφύλακας φορούσε - όπως συνήθως - ένα μπλε χιτώνιο και σορτς και ήταν μουτρωμένος - όπως συνήθως.
- Το διάβολο συμβαίνει εδώ πέρα; ρώτησε.
- Αισχρολογίες απαγορεύονται στο γήπεδο παιχνιδιών. Αισχρολογίες...
- Βούλωσ' το, είπε ο χωροφύλακας.
Το ρομπότ το βούλωσε.
- Ωραία λεβεντόπαιδο, είπε ο χωροφύλακας, τι νομίζεις ότι φτιάνεις εδώ;
- Τραγουδάω απλούστατα μερικά τραγουδάκια και λέω μερικές ιστορίες, είπε ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι ταπεινά.
- Διαταράσσεις το δημόσιο γήπεδο παιχνιδιών, είπε ο χωροφύλακας. Λέω να σε χώσω μέσα.
Μα μικρή σπίθα άναψε πάλι στον άνθρωπο με το μουστάκι.
- Μήπως αυτό είναι έγκλημα; τον ρώτησε.
- Όχι, αλλά...
Ο Μίκλος μασούσε το πούρο του.
- Τότε νομίζω πως θα έπρεπε να πηγαίνεις, είπε.
- Όχι τόσο γρήγορα, είπε ο χωροφύλακας. Μπορώ να σε χώσω μέσα και για αλητεία.
Ο άνθρωπος με το μουστάκι χαμογέλασε ειρωνικά κι έπειτα επέστρεψε στον εαυτό του να γελάσει πλατιά.
- Φοβάμαι πολύ, φίλε μου, πως αυτό δεν γίνεται. Δεν γίνεται, φοβάμαι πολύ.

Βούτηξε το χέρι στη τσέπη και τράβηξε ένα σωρό βρεγμένα, βρώμικα χαρτονομίσματα. Μέτρησε διακόσια δολάρια και τα έχωσε κάτω από τη μύτη του χωροφύλακα.

- Τα βλέπεις φίλε μου; Δύσκολα να με πεις αλήτη. Ωραία, λοιπόν μικροί μου φίλοι, είπε γυρίζοντας την πλάτη του στο χωροφύλακα. Πρέπει να πηγαίνω προτού έχουμε περισσότερες φασαρίες και αρχίσω να μπαίνω στον πειρασμό να μετατρέψω αυτόν τον άξιο εκπρόσωπο του νόμου σε, ξέρετε τι. Γεια σας, φίλοι μου. Να θυμάστε τους τσιγγάνους.

Τα παιδιά γέλασαν. Ο χωροφύλακας στεκόταν εκεί. Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι φόρτωσε την κιθάρα του στον ώμο και έφυγε περπατώντας αργά από την παιδική χαρά, σφυρίζοντας δυνατά.

 

Ο πολύ πρωινός ήλιος έπεφτε μέσα από το μεγάλο μονότζαμο παράθυρο, λούζοντας το μπαρ με ένα δυνατό κίτρινο φως. Το μπαρ είναι αδειανό, εκτός από τον μπάρμαν κι ένα νεαρό, που έμοιαζε αδιάφορος και απορροφημένος με κάτι. Ο νέος αυτός που φορούσε τη χρυσόμαυρη στολή του Διαστημικού Σώματος, καθόταν στη μια άκρη του μπαρ αγναντεύοντας μέσα από το παράθυρο και ρουφούσε σιγά - σιγά τη μπύρα του.

Ο Μίκλος μπήκε και μαζί του μπήκε κι ένα κύμα ζεστού αέρα μέσα στην αίθουσα με τον κλιματισμό.

- Γεια σου, φίλε, είπε και κάθισε δυο καθίσματα πιο πέρα από το νεαρό Διαστημάνθρωπο. Μια μπύρα, παρακαλώ.

Ο μπάρμαν πάτησε το κουμπί για τη μπύρα και ένα πλαστικό κρίκερ παρουσιάστηκε μπροστά στον Μίκλος. Ο Μίκλος ήπιε μια μεγάλη γουλιά.

- Το πρωί είναι η καλύτερη ώρα για μια όμορφη δροσερή μπύρα, είπε. Δυστυχώς, πολύ λίγοι άνθρωποι παραδέχονται την ομορφιά της.

Κοίταξε το νεαρό. Ο Διαστημάνθρωπος έριξε μια παράξενη ματιά στον Μίκλος, μα το βλέμμα του δεν έδειχνε να τον σιχαίνεται. Δεν είπε τίποτα και συνέχισε να αγναντεύει μέσα από το παράθυρο.

- Τη βρήκες την παιδική χαρά; ρώτησε ο μπάρμαν.
Ο Διαστημάνθρωπος χαμογέλασε στραβά.
- Φυσικά, είπε ο Μίκλος ανάβοντας ένα πούρο. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Δηλαδή, αν δεν υπολογίσουμε ένα μπασκίνα που δοκίμασε να με διώξει από εκεί. Δεν μπόρεσε όμως να κάνει τίποτα.
Ο Μίκλος έβαλε το δάχτυλο στο κεφάλι του.
- Δεν ήταν και πολύ έξυπνος, ξέρεις.
Ο Διαστημάνθρωπος πνιχτογέλασε σιγανά.
- Δεν μου είπες ακόμα τι έκανες εκεί, είπε ο μπάρμαν.
Ο άνθρωπος με το μουστάκι ψαχούλεψε την κιθάρα του.
- Έπαιξα πάνω σε αυτό το πράγμα, τραγούδησα κι είπε και είπα και μερικές ιστορίες στα παιδιά.
- Γιατί; ρώτησε ο μπάρμαν.
Ο νεαρός σηκώθηκε και ήρθε και κάθισε δίπλα στον Μίκλος.
- Εγώ ξέρω το γιατί, έτσι δεν είναι; ρώτησε χαμογελώντας.
Ο Μίκλος γέλασε.
- Αφού το λες.
- Δεν μου λες, είπε ο μπάρμαν, δεν είσαι Διαστημάνθρωπος; Θα πρέπει να έχεις γυρίσει σε πολλά μέρη.
- Έτσι μου φαίνεται.
- Τότε, λοιπόν, είπε ο μπάρμαν, ίσως να μπορούσες να βοηθούσες το φίλο μας με την κιθάρα από εδώ. Κάτι ψάχνει.
- Έτσι; είπε ο νέος με το βλέμμα που αγνάντευε μακριά.
Έμοιαζε να πνίγει μέσα του κάτι ανάμεσα σε ένα γέλιο κρυφό και ένα ειρωνικό χαμόγελο.
- Ναι, είπε ο μπάρμαν σκασμένος στα γέλια, τους γύφτους!
Ο Διαστημάνθρωπος δεν γέλασε. Αγνόησε τον μπάρμαν και γύρισε στον Μίκλος.
- Ναι, είπε ο Μίκλος πολύ απλά. Ναι, γυρεύω τους Γύφτους.
- Τους τσιγγάνους, με άλλα λόγια;
Ο Μίκλος τον κοίταξε καλά - καλά.
- Ναι, τους Τσιγγάνους.
Ο Διαστημάνθρωπος ήπιε ότι είχε μείνει από τη μπύρα του.
- Σήμερα, είπε, είναι δύσκολο πράγμα να βρει κανείς τσιγγάνους.
- Το ξέρω, το ξέρω, είπε ο Μίκλος βάζοντας το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του. Έψαχνα δεκατέσσερα χρόνια. Δεκατέσσερα χρόνια στις έξι ηπείρους και μόνο ο Θεός ξέρει, σε πόσες χώρες. Είναι πολύς καιρός, ένας καιρός κουραστικός. Μπορεί να παραήταν πολύς, μπορεί να είμαι τρελός και μην υπάρχουν άλλοι τσιγγάνοι και μπορεί να μην υπάρξουν ξανά ποτέ. Ίσως να έπρεπε να τα παρατήσω και να ξαναγίνω αντιπρόεδρος ή υπεύθυνος για πωλήσεις ή να πάω να δω έναν ψυχίατρο ή ...
- Ξέρω κάποιο μέρος, είπε ο νέος.
- Ένα μέρος;
- Ένα μέρος μακρινό, είπε ο Διαστημάνθρωπος. Ένα μέρος που δεν το έχει δει κανείς μέχρι τώρα. Το Αλφα του Κενταύρου. Ή ίσως και τον Σείριο. Ή το Ράιγκελ.
- Στα άστρα; είπε ο Μίκλος. Κανένας μέχρι τώρα δεν έχει πάει στα άστρα.
- Πραγματικά, είπε ο νεαρός χαμογελώντας, κανένας δεν έχει πάει μέχρι τώρα ώσαμε εκεί. Υπάρχει καλύτερο μέρος για να βρεις τσιγγάνους; Εκεί, που είναι χώρα που δεν έχει μπει ακόμα στο πρόγραμμα των τουριστικών ταξιδιών, μια χώρα που κανείς δεν την είδε ποτέ και είναι εκείνο το είδος της χώρας για όπου τραβούσαν πάντοτε οι τσιγγάνοι. Κάπου εκεί πρέπει να βρίσκονται οι πολιτείες που άξιζαν περισσότερο από τους ίδιους τους μύθους. Και μαγικά και θαύματα... Το Σύμπαν έχει δισεκατομμύρια από κόσμους. Σε κάποιον από αυτούς θα υπάρχουν σίγουρα γύφτοι και άλλοι χάνοι, ή ακόμα και μια άλλη αρχαία Βαγδάτη.
- Είναι μια εικόνα πολύ ευχάριστη, είπε ο Μίκλος ανάβοντας ένα πούρο, και είναι πιθανό να αληθεύει κιόλας. Δυστυχώς, όμως, είναι το ίδιο πιθανό να πας σε αυτούς τους κόσμους, όσο και να επισκεφτείς την αρχαία Βαγδάτη.
- Όχι ακριβώς το ίσιο, είπε ο Διαστημάνθρωπος. Στη Σελήνη κατασκευάζουν ένα αστρόπλοιο πιο γρήγορο από το φως. Η πρώτη στάση θα είναι το Αλφα του Κενταύρου, Θα υπάρξουν και άλλες, πολλές άλλες.
Ο Μίκλος σηκώθηκε.
- Ένα αστρόπλοιο! Μάλιστα! Θα κλείσω μια θέση τώρα αμέσως, Έτσι που με βλέπετε, δεν θα το πιστέψετε, μα είμαι αρκετά πλούσιος.
Αγνάντεψε προς τον ουρανό μέσα από το παράθυρο.
- Ίσως και να τους βρω εκεί πέρα,
- Φυσικά, είπε ο νέος, πρόκειται περί κυβερνητικού προγράμματος, όπως η Σελήνη, ο Αρης και η Αφροδίτη. Όπως λένε, υπάρχει χώρος μονάχα για τους «εκπαιδευμένους ειδικούς».
- Φυσικά, είπε ο Μίκλος, φυσικά... έτσι είναι πάντοτε. Πάντοτε μηχανές, ή άνθρωποι που είναι σαν μηχανές, πάντοτε. Δεν έχει όμως σημασία! Αν αυτά τα πλοία υπάρχουν, θα βρεθεί και τρόπος να μπεις. Αν τα άστρα είναι στη θέση τους, θα υπάρχει και τρόπος να σεργιανίσεις και μέχρι εκεί. Αν οι τσιγγάνοι υπάρχουν θα τους βρω κάποια μέρα, κάποτε!
Σηκώθηκε όρθιος και πέρασε την κιθάρα του από τον ώμο.
- φεύγω για το Κανάβεραλ, είπε, κι από κει στη Σελήνη και από εκεί... Γεια σας, λοιόν και ευχαριστώ.

Ο άνθρωπος με το κερωμένο μαύρο μουστάκι βγήκε στον ηλιόλουστο δρόμο.

 

- Σ' ευχαριστώ, φίλε, είπε ο μπάρμαν. Το ξεφορτώθηκες περίφημα αυτόν τον παλαβό. Είχε αρχίσει να με ανησυχεί. Ήξερες μια χαρά τι πράγμα τον ενδιαφέρει.
- Θα έπρεπε να το ξέρω, είπε ο Διαστημάνθρωπος.
- Τι θέλεις να πεις με αυτό;
- Ήταν κάποτε ένα παιδάκι στο Σπρίγκφηλντ, στο Οχάιο, και το παιδί αυτό ήμουνα εγώ. Κι αυτό το παιδί ήταν όπως όλα τα παιδιά σε αυτόν τον κόσμο, ένα καλό τυποποιημένο μελλοντικό μέλος αυτής της καλά τυποποιημένης κοινωνίας. Και τότε, κάποια μέρα, ίσως πριν έντεκα χρόνια, ένας παλαβός μάγκας με μουστάκι μπουκάρισε στην πόλη και είπε στα παιδιά ένα σωρό απίθανες ιστορίες για ένα σωρό μακρινά μέρη. Και τότε κάτι άλλαξε εκείνη τη μέρα σε εκείνο το παιδί - η αλλαγή ήταν πολύ μικρή, μα μεγάλωνε χρόνο με το χρόνο, μέχρι που αυτή η μικρή αλλαγή είναι σήμερα ένα ολοκληρωμένο άτομο. Και να 'μια καθ' οδόν για τον Κένταυρο.
- Θέλεις να πεις πως υπάρχει πραγματικά ένα αστρόπλοιο;
- Και βέβαια υπάρχει και, ξέρεις τίποτα; Κάποια μέρα, κατά κάποιο τρόπο, κατά ένα τρόπο πολύ παράνομο, αυτός ο τύπος θα τα καταφέρει να μπει σε αυτό.
Ο Διαστημάνθρωπος κοίταξε από το παράθυρο σα να είχε πάρει κιόλας το δρόμο για τον Κένταυρο.
- Τι θα τον κάνουν όταν τον ανακαλύψουν; ρώτησε ο μπάρμαν.

Ο Διαστημάνθρωπος τον κοίταξε και τα μάτια του πήραν μια παράξενη γλυκιά έκφραση.
- Μόνο ένα σπάνιο είδος ανθρώπου μπορεί να πάει σε ένα μέρος που κανείς δεν το έχει δει ποτέ. Τέτοιον άνθρωπο δεν μπορείς να τον βάλεις κάτω από μια ετικέτα. Δεν μπορείς να τον αναθρέψεις σε ελεγχόμενα σχολεία και δεν μπορείς να τον πλάσεις πάνω σε κονσερβαρισμένα όνειρα. Πρέπει να τον δέρνεις και να τον κλωτσάς και να τον κοροϊδεύεις και να τον λες τρελό. Κι αν μια κρίσιμη στιγμή κάποιος του ψιθυρίσει ορισμένα πράγματα στο αυτί, θα έχεις έναν άνθρωπο που θα ξεκινήσει για τα άστρα.

Ο νεαρός αγριοκοίταξε τον μπάρμαν.

- Τι θα πούμε όταν τον βρούμε στο πλοίο; Τι άλλο, από το «καλωσόρισες Μίκλος. Καλωσόρισες σπίτι».