Το μικρό κίνημα

Philip K. Dick
The Little Movement (1952)
Αποκλειστική μετάφραση
για το Alternative Factor: Kων/νος Διακουμάκος

 

 

Ο άνδρας καθόταν πάνω στο πεζοδρόμιο, κρατώντας σφιχτά και με τα δυο του χέρια το κουτί. Ανυπόμονα μετακίνησε το καπάκι και τα χέρια του τεντώθηκαν από την υπερένταση και το άγχος.

«Εντάξει» μουρμούρισε ο άνδρας. Υγρές, βαριές στάλες ιδρώτα κύλησαν στο πρόσωπο του. Ανοιξε αργά το κουτί κρατώντας με προσοχή τα δάκτυλα του πάνω από το άνοιγμα. Από μέσα ξεπήδησε ένας μεταλλικός τυμπανισμός, μία σιγανή επίμονη δόνηση αναδυόταν απελπισμένα καθώς το ηλιόφως διείσδυε στο κουτί.

Ένα μικρό στρογγυλό κι λαμπερό κεφαλάκι εμφανίστηκε και μετά ακόμα ένα και ακόμα περισσότερα στη συνέχεια τινάχτηκαν απότομα στο φως, και προσπαθούσαν τεντώνοντας το λαιμό τους να δουν ολόγυρα. «Είμαι πρώτος» είπε ένα με διαπεραστική φωνή σχεδόν στριγκλίζοντας. Υπήρξε μία στιγμή αμηχανίας και κατόπιν μία γρήγορη συμφωνία.

Ο άνδρας καθισμένος στο πεζοδρόμιο σήκωσε με τρεμάμενα χέρια την μεταλλική φιγούρα. Την τοποθέτησε πάνω στο πεζοδρόμιο και άρχισε να την κουρδίζει αδέξια. Η ζωγραφισμένη με έντονα χρώματα μεταλλική φιγούρα παρίστανε έναν στρατιώτη με κράνος κι όπλο σε στάση προσοχής. Καθώς ο άνδρας έστριψε το κλειδί τα χέρια του μικρού στρατιώτη πήγαν πάνω και κάτω. Πάλεψε άπληστα, ανυπόμονα.

Κατά μήκος του πεζοδρομίου δύο γυναίκες πλησίαζαν προς τον άνδρα, μιλώντας μεταξύ τους. Κοίταξαν με περιέργεια τον άνδρα που εξακολουθούσε να κάθεται στο πεζοδρόμιο, το κουτί και την λαμπρή μεταλλική φιγούρα στα χέρια του άνδρα.

«Πενήντα σεντς» μουρμούρισε ο άνδρας. «Αγοράστε κάτι για τα παιδιά σας για...»
«Περίμενε! Όχι αυτές!» μία ξεψυχισμένη μεταλλική φωνή, ακούστηκε.

Ξαφνικά ο άνδρας σάστισε. Οι δύο γυναίκες κοίταξαν αρχικά η μία την άλλη και κατόπιν τον άνδρα και μετά τη μικρή μεταλλική φιγούρα. Έφυγαν βιαστικά συνεχίζοντας τη βόλτα τους.

Ο μικρός στρατιώτης κοίταξε με επίμονη ματιά πάνω και κάτω στο δρόμο, τα αυτοκίνητα, και τους ανθρώπους που είχαν βγει για τα ψώνια τους. Αξαφνα άρχισε να τρέμει και να μιλά κοφτά με βραχνή κι ανυπόμονη φωνή.

Ο άνδρας ξεροκατάπιε. «Όχι το παιδί», είπε απεγνωσμένα. Προσπάθησε να κρατήσει τη φιγούρα αλλά τα μεταλλικά χέρια έσκαψαν γρήγορα μέσα στις παλάμες του. Λαχάνιασε.

«Πες τους να σταματήσουν!» στρίγκλισε η μεταλλική φιγούρα. «Κάνε τους να σταματήσουν!» Ο μικρός μεταλλικός στρατιώτης με τα άκαμπτα κι ακίνητα πόδια του απομακρύνθηκε κροταλίζοντας κατά μήκος του πεζοδρομίου.

Το παιδί και ο πατέρας σταμάτησαν στην άκρη της διάβασης των πεζών περιμένοντας το φανάρι να γίνει πράσινο, και κοίταξαν την μεταλλική φιγούρα με ενδιαφέρον. Ο άνδρας που εξακολουθούσε να κάθεται στο πεζοδρόμιο γέλασε ασθενικά. Παρακολούθησε το μικρό στρατιώτη να τους πλησιάζει, γυρνώντας από πλευρά σε πλευρά κουνώντας τα χέρια του πάνω κάτω.

«Αγοράστε κάτι για το γιο σας. Έναν υπέροχο σύντροφο στο παιχνίδι και για να του κρατά συντροφιά».

Ο πατέρας χαμογέλασε επιδοκιμαστικά, παρακολουθώντας το μικρό στρατιώτη να έρχεται κατευθείαν πάνω στο παπούτσι του και να αναπηδά πάνω σε αυτό. Ξέπνοο σταμάτησε να κινείται.

«Κούρδισε το» φώναξε το παιδί.
Ο πατέρας σήκωσε τη φιγούρα. «Πόσο κοστίζει;»
«Πενήντα σεντς» πρόφερε δειλά ο πωλητής, σφίγγοντας το κουτί επάνω του. «Φύλαγε του παρέα. Διασκέδασε τον».
Ο πατέρας αναποδογύρισε τη φιγούρα. «Μπόμπυ, είσαι σίγουρος ότι το θέλεις;»
«Μα φυσικά! Κούρδισε το!» φώναξε ο Μπόμπυ προσπαθώντας να φτάσει το μικρό στρατιώτη. «Ασ' το να φύγει!».
«Θα το αγοράσω» είπε ο πατέρας. Έβαλε το χέρι μέσα στη τσέπη του έβγαλε ένα δολάριο και το έδωσε στον άνδρα.

Εκείνος εντελώς αδέξια του έδωσε τα ρέστα.

 

Η κατάσταση ήταν τέλεια.

Η μικρή φιγούρα ξάπλωσε ήρεμα, αναλογιζόμενη όλα όσα είχαν συμβεί. Όλες οι περιστάσεις είχαν «συνωμοτήσει» με τέτοιο τρόπο για να αποφέρουν την βέλτιστη λύση. Το Παιδί ίσως και να μην είχε θελήσει να σταματήσει ή ο Ενήλικας να μην είχε χρήματα μαζί του. Πολλά θα μπορούσαν να είχαν πάει στραβά. Τον τρόμαζε ακόμα κι η σκέψη για κάτι τέτοιο. Όμως όλα πήγαν τέλεια.

Ακουμπισμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, η μικρή φιγούρα κοίταξε ολόγυρα με ανακούφιση κι ευχαρίστηση. Είχε σωστά μεταφράσει ορισμένα σημάδια: οι Ενήλικοι είχαν τον έλεγχο και τα χρήματα. Είχαν δύναμη αλλά αυτή ακριβώς η δύναμη έκανε δύσκολη την προσέγγιση τους. Η δύναμη και το μέγεθός τους. Με τα παιδιά ήταν διαφορετικά. Αυτά ήταν μικρά και πιο εύκολο να μιλήσεις σε αυτά. Δέχονταν οτιδήποτε είχαν ακούσει κι έκαναν οτιδήποτε τους έλεγαν να κάνουν. Ή αυτό τουλάχιστο λεγόταν στο εργοστάσιο.

Η μεταλλική φιγούρα εξακολουθούσε να είναι ξαπλωμένη και χαμένη σε υπέροχες ονειρικές σκέψεις.

Η καρδιά του αγοριού χτυπούσε δυνατά και γρήγορα. Ανέβηκε γοργά τις σκάλες κι έσπρωξε την πόρτα να ανοίξει. Αφού έκλεισε προσεκτικά την πόρτα του δωματίου του πήγε και κάθισε στο κρεβάτι του. Κοίταξε αυτό που κρατούσε μέσα στις παλάμες του.

«Πώς σε λένε;» είπε. «Πώς σε φωνάζουν;»

Η μεταλλική φιγούρα δεν απάντησε.

«Θα σε συστήσω στους υπόλοιπους. Πρέπει να τους γνωρίσεις όλους. Θα σου αρέσει πολύ εδώ».

Ο Μπόμπυ ακούμπησε τη φιγούρα πάνω στο κρεβάτι. Έτρεξε προς τη ντουλάπα και έσυρε έξω ένα παραφουσκωμένο από παιχνίδια χαρτοκιβώτιο.

«Αυτός είναι ο Μπόνζο» είπε, τραβώντας έξω από το σωρό ένα χλωμό υφασμάτινο λαγουδάκι. «Και ο Φρεντ» είπε, γυρίζοντας το λαστιχένιο γουρουνάκι προς το μέρος του μικρού στρατιώτη για να το δει. «Και ο Τέντο, φυσικά. Αυτός είναι ο Τέντο».

Κουβάλησε τον Τέντο στο κρεβάτι και τον ακούμπησε δίπλα στο στρατιωτάκι. Ο Τέντο ξαπλώθηκε στο κρεβάτι με τα δυο του γυάλινα μάτια να είναι καρφωμένα στο ταβάνι. Ο Τέντο ήταν ένα καφέ αρκουδάκι με μικρές δέσμες από άχυρα να ξεπροβάλλουν από τις αρθρώσεις του.

«Και πως θα σε ονομάσουμε;» είπε ο Μπόμπυ. Νομίζω ότι θα πρέπει να κάνουμε ένα συμβούλιο και να αποφασίσουμε. Σταμάτησε κι αναρωτήθηκε. Θα σε κουρδίσω για να δούμε όλοι πως δουλεύεις».

Αρχισε να κουρδίζει προσεκτικά τη φιγούρα αναποδογυρίζοντας τη με το κεφάλι προς τα κάτω. Όταν το κλειδί έσφιξε, έσκυψε και τοποθέτησε τη φιγούρα στο πάτωμα.

«Προχώρησε» είπε ο Μπόμπυ. Η μεταλλική φιγούρα παρέμεινε ακίνητη. Κατόπιν, άρχισε να στριφογυρίζει και να βουίζει. Διέσχισε κατά μήκος το δωμάτιο με δύσκαμπτα μονοκόμματα τινάγματα. Ξαφνικά άλλαξε κατεύθυνση και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα. Σε λίγο άρχισε να σπρώχνει σε ένα σωρό κάποια σκόρπια τουβλάκια.

Ο Μπόμπυ παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Η μικρή φιγούρα πάλεψε σκληρά με τα τουβλάκια, στοιβάζοντας τα σε μια πυραμίδα. Επιτέλους, κατάφερε να σκαρφαλώσει επάνω τους και γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά.

Ο Μπόμπυ έξυσε το κεφάλι του με αμηχανία. «Γιατί το έκανες αυτό;» είπε. Η φιγούρα κατέβηκε από την κορυφή της πυραμίδας και κατευθύνθηκε προς τον Μπόμπυ, στριφογυρίζοντας και βουίζοντας. Ο Μπόμπυ και τα υφασμάτινα ζωάκια κοίταξαν το στρατιωτάκι με έκπληξη και απορία . Η φιγούρα έφτασε στο κρεβάτι και κοντοστάθηκε.

«Σήκωσε με επάνω» είπε επιτακτικά με την λεπτή μεταλλική φωνή του. «Γρήγορα. Μην κάθεσαι εκεί χωρίς να κάνεις τίποτα».
Τα μάτια του Μπόμπυ γεμάτα έκπληξη έδειξαν να μεγαλώνουν κι άρχισαν να ανοιγοκλείνουν. Τα υφασμάτινα ζωάκια δεν είπαν τίποτα.
«Μα επιτέλους, ανέβασέ με», κραύγασε το μικρό στρατιωτάκι.
Ο Μπόμπυ έσκυψε. Το στρατιωτάκι γέμισε ασφυκτικά την παλάμη του. Ο Μπόμπυ τινάχτηκε
«Πρόσεχε» διέταξε το στρατιωτάκι. «Σήκωσε με προσεκτικά κι ακούμπησε με στο κρεβάτι. Έχω πράγματα να συζητήσω μαζί σου, πράγματα πολύ σημαντικά».
Ο Μπόμπυ τον έβαλε πάνω στο κρεβάτι δίπλα του. Μόνο το ξέψυχο βούισμα της φιγούρας διέκοπτε την σιωπή του δωματίου.
«Αυτό είναι ένα πολύ όμορφο δωμάτιο» είπε σύντομα το στρατιωτάκι. «Ένα πολύ όμορφο δωμάτιο».
Ο Μπόμπυ τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω πάνω στο κρεβάτι.
«Μα τι έχεις;» ρώτησε κοφτά το στρατιωτάκι, γυρίζοντας το κεφάλι του και κοιτάζοντας επίμονα.
«Τίποτα»
«Μα τι είναι;» ξαναρώτησε η μικρή φιγούρα χωρίς να ξεκολλά τα μάτια της από πάνω του. «Δεν με φοβάσαι έτσι δεν είναι;»

Ο Μπόμπυ μετακινήθηκε ανήσυχα.
«Να φοβάσαι εμένα;» γέλασε το στρατιωτάκι. «Μα, δεν είμαι παρά ένα μικρό μεταλλικό ανθρωπάκι, 6 ίντσες ψηλό» και συνέχισε να γελά. Σταμάτησε ξαφνικά κι είπε: «Ακουσε με. Θα μείνω εδώ μαζί σου για λίγο. Δεν θα σου κάνω κακό. Σου δίνω το λόγο μου. Είμαι φίλος- ένας καλός φίλος».
Κοίταξε το αγόρι επίμονα μα και με κάποια αγωνία. «Όμως, θέλω να κάνεις κάποια πράγματα για μένα. Δεν σε πειράζει, έτσι δεν είναι; Πες μου, πόσα είναι τα μέλη της οικογένειας σου;»

Ο Μπόμπυ δίστασε.
«Μα έλα τώρα, πόσοι Ενήλικοι υπάρχουν;»
«Τρεις...ο πατέρας, η μητέρα κι η Φόξυ».
«Φόξυ; Ποιά είναι αυτή;»
«Η γιαγια μου».
«Τρεις Ενήλικοι» έγνεψε ικανοποιημένη από την απάντηση η φιγούρα. «Καταλαβαίνω. Μόνο τρεις. Μα δεν έρχονται άλλοι που και που; Επισκέπτονται άλλοι Ενήλικοι το σπίτι;».

Ο Μπόμπυ έγνεψε «ναι» με μία κίνηση του κεφαλιού του.
«Τρεις λοιπόν. Δεν είναι τόσοι πολλοί. Τρεις δεν είναι πρόβλημα. Πάντα σύμφωνα με το εργοστάσιο-».

Η μικρή φιγούρα διέκοψε απότομα. «Ωραία. Ακουσε με λοιπόν. Θέλω να μην πεις τίποτα σε αυτούς για μένα. Είμαι δικός σου φίλος, ο δικός σου μυστικός φίλος. Δεν θα τους ενδιαφέρει να ακούσουν για μένα. Δεν θα σου κάνω κακό, μην το ξεχνάς. Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι. Πρόκειται να μείνω ακριβώς εδώ, μαζί σου».

Κοίταξε το αγόρι επίμονα χρονοτριβώντας στις τελευταίες λέξεις. «Θα είμαι κάτι σαν ένας ιδιωτικός δάσκαλος. Θα σου διδάξω πράγματα, πράγματα να κάνεις, πράγματα να πεις. Ακριβώς όπως θα έκανε ένας προσωπικός σου δάσκαλος. Θα σου άρεσε αυτό;»

Απόλυτη σιωπή.

«Μα φυσικά θα σου αρέσει. Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε αμέσως τώρα. Ίσως θέλεις να ξέρεις πως να με προσφωνείς κατάλληλα. Θέλεις να το ξέρεις;»
«Να σε προσφωνώ;» είπε ο Μπόμπυ με έκπληξη.
«Λοιπόν θα με προσφωνείς...» η φιγούρα δίστασε να συνεχίσει. Ίσιωσε το σώμα του περήφανα και είπε: «Θα με καλείς- Κύριε μου».

Ο Μπόμπυ έκλεισε με τα χέρια του το πρόσωπο.

«Κύριε μου» συνέχισε να επαναλαμβάνει η φιγούρα. «Κύριε μου. Δεν είναι ανάγκη να ξεκινήσεις τώρα αμέσως. Κουράστηκα». Η φιγούρα χαλάρωσε και καμπούριασε. «Είμαι σχεδόν εξαντλημένος. Κούρδισε με ξανά σε παρακαλώ σε καμιά ώρα».
Η φιγούρα άρχισε να τεντώνεται και πάλι και σήκωσε το βλέμμα της προς το αγόρι. «Σε μία ώρα. Θα με κουρδίσεις σφιχτά; Θα το κάνεις, έτσι δεν είναι;»
Η φωνή του έσβησε μέσα στην ησυχία.
O Μπόμπυ συμφώνησε κουνώντας σιγά και καταφατικά το κεφάλι του. «Εντάξει» μουρμούρισε. «Εντάξει».

 

Ήταν Τρίτη. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και ζεστές ηλιαχτίδες πλημμύριζαν το δωμάτιο. Ο Μπόμπυ ήταν στο σχολείο. Το σπίτι ήταν ήσυχο κι άδειο. Τα υφασμάτινα ζωάκια ήταν μέσα στη ντουλάπα.

Ο Κύριος Μου, ακουμπισμένος στο κομοδίνο, και βλέποντας έξω από το παράθυρο, ξεκουραζόταν ευχαριστημένος.

Τότε ήταν που έφτασε στα αυτιά του ένα απόμακρο βουητό. Αξαφνα κάτι μικρό πέταξε μέσα στο δωμάτιο. Το μικρό αντικείμενο έκανε μερικούς κύκλους και στη συνέχεια ήρθε αργά και ακούμπησε πάνω στο λευκό κέντημα του κομοδίνου, δίπλα από το μεταλλικό στρατιωτάκι. Ήταν ένα τοσοδούλι μικρό αεροπλανάκι-παιχνίδι.

«Πως πάει; Είναι όλα εντάξει μέχρι τώρα;» ρώτησε το αεροπλανάκι.
«Ναι» απάντησε ο Κύριος Μου. «Κι οι άλλοι;»
«Όχι τόσο καλά. Μόνο μία χούφτα από δαύτους κατάφερε να προσεγγίσει Παιδιά».
Η φωνή του μικρού στρατιώτη κόπηκε από τη λύπη.
«Οι περισσότεροι από αυτούς έπεσαν στα χέρια των Ενηλίκων. Όπως καταλαβαίνεις, αυτό δεν ήταν ικανοποιητικό. Είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν οι Ενήλικες. Αυτοί ξεφεύγουν ή έχουν την υπομονή να περιμένουν μέχρι η κατάσταση να τους ευνοεί-».
«Το γνωρίζω». Ο Κύριος Μου έγνεψε σκυθρωπά συμφωνώντας.
«Τα νέα κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσουν να είναι άσχημα. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι γι' αυτό».
«Υπάρχει κι άλλο. Πες μου».
«Ειλικρινά, σχεδόν οι μισοί έχουν ήδη καταστραφεί, από τα πόδια των Ενηλίκων. Λέγεται κι ότι ένας σκύλος χάλασε ένα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η μοναδική ελπίδα είναι μόνο μέσω της προσέγγισης των Παιδιών. Εάν επιτύχουμε, αυτό θα γίνει μέσω αυτών».

Ο μικρός στρατιώτης συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού του. Ο αγγελιοφόρος είχε δίκιο, φυσικά. Πότε δεν είχαν πιστέψει ότι μία κατά μέτωπο επίθεση εναντίον της άρχουσας φυλής, τους Ενήλικες, θα στεφόταν από επιτυχία. Το μέγεθος, η δύναμη κι ο τεράστιος δρασκελισμός τους θα τους προστάτευε. Ο πωλητής παιχνιδιών ήταν ένα καλό παράδειγμα. Αρκετές ήταν οι φορές που προσπάθησε να ξεφύγει, να τους ξεγελάσει και να τους αφήσει ακούρδιστους. Κάποιοι από τους συντρόφους έπρεπε να κουρδίζονται συνέχεια προκειμένου να τον επιτηρούν και εξάλλου υπήρχε εκείνη η ανατριχιαστική ημέρα όταν απέτυχε να τους κουρδίσει σφιχτά, ελπίζοντας ότι-

«Δίνεις οδηγίες στο Παιδί;» ρώτησε το αεροπλανάκι. «Τον προετοιμάζεις;»
«Ναι. Καταλαβαίνει ότι θα μείνω εδώ. Τα Παιδιά φαίνεται να είναι έτσι. Ως μια υποτακτική φυλή, έχουν διδαχτεί να αποδέχονται. Είναι ότι μπορούν να κάνουν. Είμαι ένας διαφορετικός δάσκαλος που εισβάλει στη ζωή του δίνοντας του διαταγές. Κάποια άλλη φωνή του λέει ότι-»
«Έβαλες σε εφαρμογή τη δεύτερη φάση;»
«Τόσο γρήγορα;» είπε έκπληκτος ο Κύριος Μου. «Γιατί; Είναι απαραίτητο να αρχίσει τόσο γρήγορα;»
«Η υπομονή του εργοστασίου αρχίζει να εξαντλείται. Οι περισσότεροι της ομάδας έχουν ήδη καταστραφεί, όπως σου είπα».

«Το ξέρω» έγνεψε αφηρημένα ο Κύριος Μου. «Το αναμέναμε, το σχεδιάσαμε με ρεαλισμό γνωρίζοντας τις πιθανότητες». Πάσχισε να κινηθεί μπροστά και πίσω πάνω στο κομοδίνο. «Φυσικά, πολλοί θα έπεφταν στα χέρια των Ενηλίκων. Αυτοί είναι παντού, σε κάθε θέση-κλειδί, σε κάθε σημαντικό σταθμό. Είναι η ψυχολογία της άρχουσας φυλής να ελέγχει ασφυκτικά κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Όμως, όσο θα επιζούν εκείνοι που προσεγγίζουν τα Παιδιά-»

«Υποτίθεται ότι δεν θα έπρεπε να το γνωρίζεις, αλλά εκτός από εσένα, μόνο άλλοι τρεις έχουν απομείνει. Μόνο τρεις».
«Τρεις;» είπε ο Κύριος Μου, με γουρλωμένα μάτια.
«Ακόμα κι εκείνοι που κατάφεραν να πλησιάσουν τα Παιδιά, έχουν ήδη καταστραφεί δεξιά κι αριστερά. Η κατάσταση είναι το δίχως άλλο τραγική. Αυτός είναι κι ο λόγος που θέλουν εσύ να ξεκινήσεις αμέσως τη δεύτερη φάση».

Ο Κύριος Μου έσφιξε τις γροθιές του και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του κλειδώθηκαν σε ένα σιδερένιο τρόμο. Μόνο τρεις απέμειναν... άραγε πόσες ελπίδες είχαν επιστρατεύσει για να συστήσουν την ομάδα του, ριψοκινδυνεύοντας, τόσο μικρόσωμοι, εξαρτώμενοι τόσο πολύ από τον καιρό και από ένα σφιχτό κούρδισμα. Εάν ήταν μόνο λίγο ψιλότεροι! Οι Ενήλικες ήταν τόσο τεράστιοι.

Όμως τα Παιδιά. Τι πήγε στραβά; Τι συνέβη στη μία και μοναδική εύθραυστη ελπίδα τους;

«Πως έγινε αυτό; Τι συνέβη;»
«Κανείς δεν γνωρίζει. Το εργοστάσιο είναι αναστατωμένο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ξεμένουν κι από πρώτες ύλες. Κάποιες από τις μηχανές χάλασαν και κανείς δεν ξέρει πως να τις επισκευάσει». Το αεροπλανάκι κατευθύνθηκε προς την άκρη του κομοδίνου. «Πρέπει να γυρίσω πίσω. Θα αναφέρω αργότερα για να δω πως τα πηγαίνεις».
Το αεροπλανάκι πέταξε μακριά μέσα στον αέρα και έξω από το παράθυρο. Ο Κύριος Μου το παρακολούθησε ζαλισμένος.
Μα τι μπορεί να έχει συμβεί; Ήταν όλοι τόσο σίγουροι για τα Παιδιά. Ήταν όλα σχεδιασμένα-

Συλλογίστηκε.

 

Βράδυ. Το αγόρι κάθισε στο τραπέζι του κοιτώντας αφηρημένα το βιβλίο του της γεωγραφίας. Αλλαξε θέση μίζερα, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες. Επιτέλους, έκλεισε το βιβλίο. Γλίστρησε από την καρέκλα του και πήγε προς τη ντουλάπα. Είχε περίπου φτάσει στη ντουλάπα με το παραγεμισμένο χαρτοκιβώτιο όταν μία φωνή ήρθε διεισδυτικά στα αυτιά του από το πάνω μέρος του κομοδίνου.

«Αργότερα. Μπορείς να παίξεις με αυτά αργότερα. Πρέπει να συζητήσω κάτι μαζί σου».

Το αγόρι γύρισε πίσω στο τραπέζι, με το πρόσωπο του αδιάφορο και κουρασμένο. Έγνεψε καταφατικά και έβαλε τα κεφάλι του πάνω στα χέρια του που είχε ακουμπήσει στο τραπέζι.

«Δεν κοιμάσαι, έτσι δεν είναι;» είπε ο Κύριος Μου.
«Όχι».
«Λοιπόν άκου. Αύριο όταν θα φύγεις από το σχολείο, θέλω να πας σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Δεν είναι μακριά από το σχολείο. Είναι ένα μαγαζί με παιχνίδια. Ίσως και να το ξέρεις. Η Παιχνιδούπολη του Ντον».
«Δεν έχω χρήματα».
«Δεν πειράζει. Αυτό έχει ήδη από καιρό κανονιστεί. Πήγαινε σε αυτό το μαγαζί και πες στον άνδρα: «Ήρθα για το πακέτο». «Μπορείς να το θυμηθείς αυτό;» «Ήρθα για το πακέτο».
«Τι υπάρχει μέσα στο πακέτο;»
«Μερικά εργαλεία και παιχνίδια για σένα. Για να συνοδεύσουν εμένα».
Η μεταλλική φιγούρα έτριψε τα χέρια της. «Όμορφα σύγχρονα παιχνίδια, δύο τανκ κι ένα πολυβόλο. Και κάποια ανταλλακτικά για-»
Απ' έξω ακούστηκαν βήματα στη σκάλα.
«Μην ξεχνάς» είπε νευρικά ο Κύριος Μου. «Θα το κάνεις; Αυτή η φάση του σχεδίου είναι εξαιρετικά σημαντική».
Έστριψε τα χέρια μεταξύ τους με αγωνία.

 

Το αγόρι βούρτσισε τις τελευταίες τούφες από τα μαλλιά του, έβαλε το καπέλο του και πήρε τα σχολικά του βιβλία. Έξω το πρωινό ήταν γκρίζο και θλιβερό. Έβρεχε αργά, σιωπηλά.

Ξαφνικά το αγόρι άφησε πάλι τα βιβλία του κάτω. Κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα και την άνοιξε. Τα δάκτυλα του έκλεισαν γύρω από το λαιμό του Τέντο και τον έσυρε έξω.

Το αγόρι κάθισε στο κρεβάτι εξακολουθώντας να κρατά τον Τέντο από το λαιμό. Κάθισε εκεί με το υφασμάτινο αρκουδάκι για πολλή ώρα χωρίς να δίνει σημασία σε τίποτα άλλο.

Ξαφνικά κοίταξε προς το κομοδίνο. Ο Κύριος Μου είχε ξαπλώσει και ήταν τεντωμένος κι ήσυχος. O Μπόμπυ πήγε γρήγορα πίσω στη ντουλάπα κι άφησε τον Τέντο μέσα στο χαρτοκιβώτιο. Διέσχισε το δωμάτιο και πήγε προς την πόρτα. Καθώς άνοιξε την πόρτα η μικρή μεταλλική φιγούρα ξεσηκώθηκε.

«Θυμήσου, Παιχνιδούπολη του Ντον ...».

Η πόρτα έκλεισε. Ο Κύριος Μου άκουσε το Παιδί να κατεβαίνει βαριεστημένα τις σκάλες. Ο Κύριος Μου ήταν γεμάτος χαρά. Όλα δούλευαν ρολόι. O Μπόμπυ δεν θα ήθελε να το κάνει αλλά θα το έκανε. Και μόλις τα εργαλεία και τα ανταλλακτικά και τα όπλα θα ήταν ασφαλή εκεί μέσα, δεν θα υπήρχε πιθανότητα αποτυχίας.

Ίσως θα καταλάμβαναν ένα δεύτερο εργοστάσιο. Ή ακόμα καλύτερα: Θα έφτιαχναν μήτρες και μηχανές οι ίδιοι για να παράγουν ψηλότερους Κυρίους. Ναι, εάν μπορούσαν να είναι μόνο λίγο ψηλότεροι, τόσο δα περισσότερο. Ήταν τόσο κοντοί, τόσο μικροσκοπικοί, μόνο μερικές ίντσες ψηλοί. Θα αποτύγχανε άραγε το κίνημα γιατί απλά ήταν τόσο μικροσκοπικοί κι εύθραυστοι;

Αλλά με τα τανκ και τα πολυβόλα! Κι όμως από όλα τα πακέτα τα τόσο μυστικά κρυμμένα στο μαγαζί παιχνιδιών, αυτό θα ήταν το μοναδικό, το μοναδικό για να-

Κάτι κινήθηκε.

Ο Κύριος Μου γύρισε απότομα. Από τη ντουλάπα βγήκε ο Τέντο περπατώντας αργά βαριά κι άχαρα.

«Μπόνζο» είπε. «Μπόνζο, πήγαινε και κράτα τσίλιες στο παράθυρο. Νομίζω ότι ήρθε από εκεί, αν δεν κάνω λάθος».
Το υφασμάτινο λαγουδάκι έφτασε στο γείσο του παραθύρου με ένα πήδημα. Κουλουριάστηκε και κοίταξε έξω με μεγάλη προσοχή. «Τίποτα ακόμα».
«Ωραία». Ο Τέντο κινήθηκε προς το κομοδίνο. Κοίταξε προς τα πάνω. «Μικρέ Κύριε, κατέβα κάτω σε παρακαλώ. Έμεινες εκεί ψηλά για πάρα πολύ».
Ο Κύριος Μου γούρλωσε. Ο Φρεντ το λαστιχένιο γουρουνάκι έβγαινε έξω από τη ντουλάπα. Αγκομαχώντας έφτασε στο κομοδίνο. «Θα ανέβω επάνω και θα τον πιάσω» είπε. «Δεν νομίζω ότι θα κατέβει κάτω από μόνος του. Πρέπει να τον αναγκάσουμε να το κάνει».
«Μα τι κάνετε;» φώναξε ο Κύριος Μου. Το λαστιχένιο γουρουνάκι ετοιμαζόταν καθισμένο στους γλουτούς του με τα αυτιά του κάτω κολλημένα στο κεφάλι του. «Μα τι συμβαίνει;»

O Φρέντ πήδηξε επάνω. Την ίδια στιγμή ο Τέντο άρχισε να σκαρφαλώνει σβέλτα χρησιμοποιώντας τις λαβές του κομοδίνου. Με μεγάλη επιδεξιότητα έφτασε στην κορυφή. Ο Κύριος Μου βρισκόταν με την πλάτη στον τοίχο στην μία άκρη του κομοδίνου κοιτώντας με κλεφτές ματιές το πάτωμα, κάτω μακριά.

«Ώστε αυτό συνέβη και στους άλλους», ψιθύρισε. «Καταλαβαίνω. Μια Οργάνωση, μας περιμένει. Μετά όλα είναι γνωστά».

Και πήδηξε στο κενό.

Όταν συνέλεξαν τα κομμάτια και τα έκρυψαν κάτω από το χαλί, ο Τέντο είπε: «Αυτή η φάση ήταν εύκολη. Ας ελπίσουμε ότι και το υπόλοιπο δεν θα είναι δυσκολότερο».
«Τι εννοείς;» είπε ο Φρεντ.
«Το πακέτο με τα παιχνίδια. Τα τανκ και τα όπλα».
«Α! Εντάξει μπορούμε να το τακτοποιήσουμε κι αυτό. Θυμήσου πως βοηθήσαμε δίπλα όταν εκείνος ο πρώτος μικρός Κύριος, ο πρώτος με τον οποίο ποτέ αναμετρηθήκαμε-»

O Τέντο γέλασε. «Εκείνος πάλεψε έστω και λίγο. Ήταν σκληρότερος από τούτον εδώ. Αλλά είχαμε τα αρκουδάκια τα πάντα από την άλλη μεριά του δρόμου».
«Θα το ξανακάνουμε» είπε ο Φρεντ. «Το συνηθίζω κι αρχίζω να το διασκεδάζω»
«Κι εγώ το ίδιο» πρόσθεσε κι ο Μπόνζο από το παράθυρο.