Μικρές Φυλακές

 

Αλεξία Αθανασίου

 

Ο γερό Μακέλ έμεινε για ένα περίπου λεπτό αδρανής παρατηρώντας την σκακιέρα εμπρός του. Τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βρισκόταν σε εμφανώς μειονεκτική θέση. Ο αντίπαλος του διέθετε τρία κομμάτια περισσότερα, και μάλιστα σοφότερα προωθημένα, κι επίσης -πολύ βασικό- έναν πύργο παραπάνω.

Στράβωσε το στόμα του σχολαστικά στη μία άκρη και δαγκώνοντας ελαφρά τα στενά αφυδατωμένα χείλη του συλλογίστηκε ότι δεν διαφαίνονταν γι' αυτόν κάποιες έξυπνες επιλογές για να ενισχύσει την παράταξή του. Ανασήκωσε τους ώμους με ύφος αδιαφορίας, αν όχι μοιρολατρίας, και κατόπιν άδραξε το ποτήρι για να πιει το έκτο κονιάκ του.

Ήταν συνηθισμένος να χάνει! Αν και λάτρης του σκακιού ήταν επίσης ένας παίκτης της κακιάς ώρας. Τα ίδια τα πιόνια λες και τον μισούσαν κι έτσι έπρεπε να κυνηγάει με το τουφέκι την επικράτηση έστω και σε μία παρτίδα.

Όμως δεν τον ενοχλούσε αυτό! Ούτε, καν, το ότι κατοικούσε σ' ένα παλιό ετοιμόρροπο σπίτι σ' έναν απόκρημνο λόφο ενώ οι ηλικιωμένοι φίλοι του ήταν ελάχιστοι και σπάνια σκαρφάλωναν μέχρι το Ύψωμα για να τον συντροφεύσουν.

Απλούστατα συναισθανόταν ότι η προσωπική του αξία ήταν υπεράνω όλων των προαναφερθέντων. Μήπως δεν αντιπροσώπευε πια ένα ζωντανό θρύλο;
Η εκκεντρικότητά του, τα ταξίδια σε πάμπολλους περίεργους κόσμους αλλά κυρίως η σεβαστή ηλικία του των ενενήντα οχτώ ετών -σπάνια κάποιος εκεί πέρα πατούσε τα εβδομήντα- είχαν κάνει το όνομά του ξακουστό σε ολόκληρο τον μικρό πλανήτη Αριέλν.
Απέναντι του ο γέρο Σάθερ -αρκετά ηλικιωμένος αφού κόντευε τα εξήντα πέντε- περιεργάστηκε σκεφτικά τις μαυρισμένες σκεβροσανίδες της ψηλοτάβανης οροφής και τα λιγοστά σκονισμένα έπιπλα. Κατόπιν την αράχνη που ήταν κρεμασμένη επάνω από την πόρτα. Επρόκειτο για μία αράχνη-τέρας σε μέγεθος μικρού χταποδιού που ο οικοδεσπότης την άφηνε να ζει, όχι από αίσθημα φιλοζωίας αλλά από σκέτη βαρεμάρα.

«Θα μεθύσεις» είπε με απέχθεια στον Μακέλ που ρουφούσε άπληστα το ποτό από το πλατύ γυάλινο ποτήρι λες και ήταν αθώο νερό.
«Χα, χα, δεν με ξέρεις καλά! Εγώ στις εκλεκτές συνεστιάσεις που διοργάνωνε η πρωθυπουργός Ραμίτ' Αζ, διοικητής της εξωτικής Βάσης Ισμήνη, κατανάλωνα έξι λίτρα βαρύ τοπικό κρασί. Εν συνεχεία, κι από απόσταση τεσσάρων μέτρων, σημάδευα με το τόξο μου και περνούσα το βέλος μέσα από τους μεγάλους μεταλλικούς κρίκους που φορούσε στ' αυτιά του ο τρίτος ερωμένος της διοικητού. (Αυτός ο δύστυχος χαιρόταν ιδιαίτερα για την ευστοχία μου).

Χα, σπουδαία γυναίκα η Ραμίτ' Αζ! Από απλή σύμβουλος κατόρθωσε να αναρριχηθεί στη θέση του προκατόχου της πνίγοντας κάθε ιδέα αντίστασης μ' ένα καλοργανωμένο πραξικόπημα. Και ξέρεις τι έκανε μετά την επικράτηση της στον ηττημένο αντίπαλό της και στους αυλικούς του; Δύσκολο να το πιστέψεις!

Χρησιμοποιώντας τις σκοτεινές της δυνάμεις, τους μεταμόρφωσε όλους σε άψυχο λευκό και μαύρο στρατό σκακιού, διατηρώντας τους όμως παράλληλα το φυσικό ανθρώπινο μέγεθός τους.

Έχει για σκακιέρα το ασπρόμαυρο δάπεδο της κεντρικής σάλας του παλατιού και τα πιόνια κινούνται με τηλεχειριστηριακό έλεγχο. Ανατριχιαστικό, έτσι; Υπάρχουν, βέβαια και εξαιρετικά πιο δυσάρεστες καταστάσεις. Αλλά, δεν συντρέχει λόγος να τις διηγηθώ τώρα» μουρμούρισε με σκοτεινή έκφραση ο σχεδόν αιωνόβιος άνδρας.
«Αυτό λέω κι εγώ! Παίξε, λοιπόν, επιτέλους» μούγκρισε ανυπόμονα ο φιλοξενούμενος.
Τον βαριόταν τον Μακέλ. Ήταν ένας αδιόρθωτος παραμυθάς και ίσως είχε κάνει άσχημα που δεν εκμεταλλεύτηκε το ταλέντο του στρεφόμενος στο συγγραφικό κλάδο. Αντί γι' αυτό είχε αναλώσει τη ζωή του δουλεύοντας σε υπόγεια μεταλλωρυχεία και σε παλιά μεταγωγικά σκάφη.

Ο Μακέλ έπιασε δίχως βιασύνη τον εναπομείναντα λευκό ίππο του και μετακινώντας τον από το γ3 στο δ5 μείωσε τους στρατιώτες του άλλου κατά έναν. Κατόπιν θέλησε να τοποθετήσει το λάφυρο στη δεξιά άκρη του τραπεζιού εμπρός του. Όμως εκείνο γλίστρησε από τα στεγνά κοκαλιάρικα δάχτυλα του γέρου και κύλησε στο ξύλινο σκοροφαγωμένο πάτωμα. Κοντά στα πόδια του τρίτου και τελευταίου ατόμου που βρισκόταν στο μοναχικό σπίτι εκείνο το απόγευμα.

Επρόκειτο για την οκτάχρονη εγγονή του Σάθερ, η οποία τον είχε συνοδεύσει ως εκεί πάνω και τώρα καθόταν παράμερα παρακολουθώντας μία εκπομπή στην μικρή απαρχαιωμένη τηλεόραση.

«Φέρε μου το, μικρή» πρόσταξε ο γέρος.
Η μικρή, που μόνο κατ' ευφημισμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι καθώς οι διαστάσεις του ύψους αλλά κυρίως το βάρους της ξεπερνούσαν τις αντίστοιχες μίας ενήλικης, δεν ανταποκρίθηκε στην εντολή ούτε καν μ' ένα κίνημα του βλεφάρου της.

Η συσκευή μετέδιδε εκείνη την ώρα έναν αγώνα κολύμβησης από τον πλανήτη Κρήμνη και η νεαρή δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από τους δεκατριάχρονους αθλητές που ετοιμάζονταν για την εκκίνηση.

Είχαν όλοι τους εκπληκτικά ωραία σώματα και τόσο απειροελάχιστα ντυμένα ώστε η μικρή πλησίαζε να εξακριβώσει ότι η φήμη που υποστήριζε ότι το ανδρικό και το γυναικείο κορμί παρουσιάζουν μεταξύ τους κάνα-δυο διαφορές, είχε κάποια υπόσταση.

«Δώσε μου το πιόνι» γάβγισε ο οικοδεσπότης και για να γίνει πιο πειστικός χούφτωσε το ξύλινο μπαστούνι του και το χτύπησε εχθρικά στην ράχη από την καρέκλα που καθόταν το κορίτσι.
Ενοχλημένη εκείνη και με την προσοχή βίαια αποσπασμένη από την οθόνη, έπαυσε να κωφεύει ηθελημένα. Σηκώθηκε, άδραξε με οργή το πιόνι και πλησιάζοντας στο τραπέζι, το βρόντηξε με θόρυβο στη μεριά του Μακέλ.
«Μπράβο, καλό κορίτσι» επικρότησε αυτός και σήκωσε την σταχτιά του παλάμη μάλλον για να της χαϊδεύσει τα μαλλιά. Όμως η μικρή αποτραβήχτηκε γρήγορα μ' ένα άσχημο νευριασμένο ύφος.
«Χα, χα! Ετούτη η κοπελίτσα είναι κακή και μοχθηρή σαν ύαινα» κορόϊδεψε ο γέρος.
Οι ύαινες στον πλανήτη Αριέλν ήταν ιδιαίτερα αδύνατα ζώα, αλλά ήταν φανερό ότι η παρομοίωση αναφερόταν στον χαρακτήρα κι όχι στην μορφή.

Το μεγαλόσωμο άτομο είχε πλησιάσει στο βορινό παράθυρο της παλιάς μονοκατοικίας με εμφανή πρόθεση την διάρρηξη.
Λαχάνιαζε από την κούραση και από το μισάνοιχτο στόμα του ξέφευγαν σύννεφα υδρατμών για να διαλυθούν κατόπιν στον παγωμένα αέρα.

Είχε κυριολεκτικά εξαντληθεί για να καλύψει την απόσταση από το κέντρο της πόλης ως αυτή την ερημιά, κι από την βάση του Υψώματος ως την κορυφή του.

Επάνω του φορούσε ένα πλαστικό μαύρο αδιάβροχο που τον προστάτευε από τις αραιές σταγόνες της βροχής, οι οποίες δεν είχαν πάψει λεπτό να πέφτουν το πρόσφατο πενθήμερο. Πάντως το άνω ρούχο δεν είχε σταθεί ικανό να τον διαφυλάξει τόσο από το χειμωνιάτικο κρύο, όσο κι από την υγρασία που είχε εισχωρήσει μέσα του ως το μεδούλι.

Όμως τώρα θα ανταμειβόταν για όλη την κουραστική αλλά και τολμηρή περιπέτεια. Ο γέρο Μακέλ -το ζωντανό στοιχείο των εκατό οχτώ ετών- διέθετε σπίτι του, όπως όλοι το γνώριζαν, αρκετά χρήματα για να ζήσει άλλα τόσο χρόνια αν χρειαζόταν.
«Αρκετά χρήματα για να επιβιώσω άνετα για πολύ-πολύ καιρό δίχως να σκεφτώ ότι πρέπει να δουλέψω» ψιθύρισε μόνος του ο εισβολέας και μπήκε ήσυχα στο εσωτερικό του σπιτιού αφού πρώτα ψέκασε το παράθυρο μ' ένα κολλώδες σπρέι που εντός λίγων δευτερολέπτων μετέτρεψε την γυάλινη επιφάνεια του σε άμμο.

Κοίταξε γύρω του και στο ελάχιστο φως του μικρού φακού που κρατούσε είδε ότι βρισκόταν στην κουζίνα. Βιαστικά, αλλά πατώντας στις μύτες των ποδιών του ώστε να μην τρίξει το ημικαταστρεμμένο πάτωμα κάτω από το μεγάλο του βάρος, βγήκε στο διάδρομο.

Προχώρησε προς το γραφείο στο βάθος περνώντας μπροστά από την κρεβατοκάμαρα του ιδιοκτήτη. Ατυχώς η πόρτα ήταν διάπλατα ανοιχτή, όμως δεν φαινόταν να υπάρχει κίνδυνος.

Ο γέρος κοιμόταν μπρούμυτα, εντελώς στην άκρη του κρεβατιού. Έτοιμος να γείρει κάτω, πράγμα που θα ήταν φοβερά οδυνηρό για τα υπεραιωνόβια οστά του, ενώ το χέρι του κρεμόταν σαν παράλυτο μέχρι την επιφάνεια του ξεφτισμένου χαλιού.
«Μήπως, επιτέλους, πέθανε;»αναρωτήθηκε εύλογα ο εισβολέας. Όμως το επόμενο, κιόλας δευτερόλεπτο ένα δυνατό παρατεταμένο ροχαλητό ανέλαβε να του δώσει μία κάθετα αρνητική απάντηση.

Σιγοπατώντας έφτασε έξω από το γραφείο και ανοίγοντας την ακλείδωτη πόρτα χώθηκε μέσα, ξανακλείνοντας την προνοητικά. Ο γέρος δεν θα ξυπνούσε πιθανότατα ούτε με τον ήχο κανονιοβολισμού, αλλά μία στοιχειώδης μέριμνα δεν έβλαπτε.
Ο χώρος φωτιζόταν από την αμυδρή κιτρινωπή λάμψη ενός ξεχασμένου ηλεκτρικού κεριού κι ο κλέφτης κατευθύνθηκε με σιγουριά προς το ψηλό έπιπλο με τα πολλά συρτάρια.

Διαδοχικά, ένα προς ένα, τα έσυρε προς το μέρους του και με ήρεμες μεθοδικές κινήσεις έψαξε το περιεχόμενο τους. Οι διαδόσεις ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Λεφτά! Πολλά λεφτά!
Μ' ένα πλατύ ευτυχισμένο χαμόγελο, μόλις να διακρίνεται κάτω από την κουκούλα του αδιάβροχου, τα χάιδεψε απαλά και κατόπιν τα σιγούρεψε στο σακίδιο που κουβαλούσε μαζί του κλείνοντας ερμητικά το φερμουάρ.
Ήταν έτοιμος να πιάσει το πόμολο της πόρτας για να φύγει όταν τα μάτια του ξανασυνάντησαν τη χλωμή φλόγα του κεριού και κάποιες αναμνήσεις τον τύλιξαν.

Αργά, διστακτικά, πλησίασε το τραπέζι πάνω στο οποίο βρισκόταν το ηλεκτρικό κερί και η προσοχή του έπεσε διαμιάς στην σκακιέρα και τα πιόνια που ήταν τακτοποιημένα στις κανονικές τους θέσεις.
Αυτά τα τελευταία ήταν πολύ όμορφα και ντελικάτα! Φτιαγμένα από λευκή αριελνική οξιά και μαύρο διπλογυαλισμένο έλατο. Αντιπροσώπευαν ένα απαιτητικό γούστο και μία φίνα δουλειά κατασκευής. Κόστιζαν δε μία μικρή περιουσία κι ο γέρος τους είχε ιδιαίτερη αδυναμία.

«Θα αφαιρέσω ένα κομμάτι! Ο Μακέλ θα πάθει σίγουρα αποπληξία όταν διαπιστώσει ότι λείπουν οι αποταμιεύσεις του κι ένα από αυτά εδώ» σκέφτηκε εύθυμα το μεγαλόσωμο άτομο κι άπλωσε τα αρπακτικά του δάχτυλα. Όμως η κουκούλα του αδιάβροχου έγειρε ακόμη πιο πολύ στο μέτωπό του, σκεπάζοντας τα μάτια και στάζοντας νερό.

Θυμωμένα την έσπρωξε πίσω, στον αυχένα. Η χλωμή λάμψη φώτιζε, πλέον, τα καστανοκόκκινα μουσκεμένα μαλλιά και το χοντρό πρόσωπο της δεκαοχτάχρονης εγγονής του -πεθαμένου από οχταετίας- γέρο Σάθερ.
«Ας πάρω αυτό» αποφάσισε και στην τύχη τράβηξε τον αξιωματικό του λευκού Βασιλιά. Ήταν μία άψογη ξύλινη μικρογραφία στρατιωτικού με μόλις μία ασήμαντη γρατσουνιά στον δεξιό βραχίονα από κάποια ατυχή του πρόσκρουση με κάτι αιχμηρό.

Η νεαρή τον θαύμασε για λίγο και μετά δοκίμασε να τον ρίξει σε μια τσέπη της.
Με μιας την κυρίευσε ένα απόλυτο φρικτό σκοτάδι, η ίδια η ανείπωτα τρομακτική ψυχή του σκοταδιού. Επίσης ένα απερίγραπτα οδυνηρό συναίσθημα πίεσης και κλειστοφοβίας.
Αλήθεια, πως μπορεί να νιώθει κάποιος με ύψος 1,90 και βάρος κάπου εκατό κιλών όταν βρίσκεται παγιδευμένος σε μία φυλακή-μινιατούρα με διαστάσεις μόλις ελάχιστων εκατοστών;
Γερμένος στις κρύες σανίδες ο λευκός αξιωματικός έμοιαζε απόλυτα άψυχος. Με την στωϊκότητα της παθητικής ύλης πρόσμενε μάλλον να έλθει το πρωί όπου ο ιδιοκτήτης του θα τον επανατοποθετούσε στη σκακιέρα.

Ο γέρο Μακέλ μάλλον θα είχε υπογράψει ειδικό συμβόλαιο με τον θάνατο, αφού στα εκατόν δώδεκα του εξακολουθούσε να είναι ζωντανός κι αρκετά ακμαίος.
Τώρα, με το ποτήρι του κονιάκ ξέχειλο στο ένα του χέρι μιλούσε ακατάπαυστα στον κατά μία πεντηκονταετία νεότερο συμπαίκτη του δίχως να πολυνοιάζεται για την ως συνήθως -μειονεκτική του θέση.
«Εξάντλησες τα πέντε λεπτά σου κι εμένα τον ίδιο, παίξε» γρύλισε βαριεστημένος ο άλλος.

Ο Μακέλ πέρασε την αδύνατη παλάμη του πάνω από τα πιόνια, όπου τα περισσότερα ηλεκτρίστηκαν λες και μισούσαν το άγγιγμά του, κι αγκίστρωσε τον λευκό αξιωματικό. Σκόπευε να τον μεταφέρει από το η5 στο ζ6 κερδίζοντας έναν αντίπαλο ίππο.
Ο αξιωματικός, που στον δεξί του βραχίονα είχε μία γρατσουνιά, ταλαντεύτηκε ζωηρά στην ροζιασμένη χούφτα σαν από φρίκη και ξεφεύγοντας από τα άκαμπτα γέρικα δάχτυλα έπεσε κάτω, κατρακυλώντας πολλά μέτρα μακρύτερα.

Ο γέρο Μακέλ σηκώθηκε με κόπο να τον φέρει. Τα μαζεμένα άλατα στα γόνατά του έτριξαν.
«Χα, χα! Ετούτο το κομμάτι είναι κακό και μοχθηρό σαν ύαινα» μουρμούρισε τόσο σιγά ώστε μόνο ο ίδιος -ίσως- το άκουσε.

Έξω από το παράθυρο οι φυλλωσιές των δέντρων απλώθηκαν μακάβρια σαν τα εκατό χέρια της θεάς Κάλι, κι ο άνεμος φτερούγισε ανάμεσά τους με σφυριχτούς έντρομους λυγμούς!