νυχτερινά φτερά

Robert Silverberg
Nightwings (1969)
Μετ: Ολγα Χατζηαναστασίου

1

Η Ρόμ είναι μια πολιτεία χτισμένη πάνω σε εφτά λόφους. Λένε πώς ήταν μια από τις πρωτεύουσες του άνθρώπου σ' έναν από τους πιο παλιούς κύκλους. Εγώ δεν μπορώ να το πω σίγουρα, γιατί ανήκω στη συντεχνία της Σκοπιάς κι όχι της Ενθύμησης. Αλλά μόλις είδα για πρώτη φορά τη Ρόμ, ανηφορίζοντας απ' το νοτιά το σούρουπο, κατάλαβα πώς θα ήταν κάποτε, σε μέρες παλιές, πολύ σημαντική. Ακόμα και τώρα ήταν μια μεγαλόπρεπη πολιτεία με πολλές χιλιάδες ψυχές.

Οι οστεώδεις πύργοι της φάνταζαν μέσα στο μούχρωμα του δειλινού. Φώτα λαμπύριζαν ελκυστικά. Αριστερά μου ο ουρανός φλεγόταν καθώς ο ήλιος παραχωρούσε μεγαλόπρεπα την εξουσία του. Γαλάζιοι, μοβ και πορφυροί χείμαρροι αναδιπλώνονταν κι αναδεύονταν μέσα στο νυχτερινό χορό που φέρνει το σκοτάδι. Στα δεξιά μου η νύχτα είχε φτάσει πια. Δοκίμασα να ξεχωρίσω τους εφτά λόφους μα δεν τα κατάφερα, κι όμως ήξερα πως αυτή ήταν η μεγάλη Ρόμ όπου οδηγούν όλοι oι δρόμοι κι ένιωθα δέος και βαθύ σεβασμό για τα έργα των μακρινών μας πατέρων.

Ξεκουραζόμασταν πλάι στον ίσιο, μακρύ δρόμο, κοιτώντας τη Ρόμ.

«Είναι καλή πολιτεία», είπα. «Θα βρούμε δουλειά εδώ».
Δίπλα μου, η Αβλουέλα κούνησε τα μεταξένια της φτερά. «και φαγητό;» ρώτησε με την ψιλή, σαν του αυλού φωνή της. «Και κατάλυμα; Και κρασί;»
«Κι αυτά», είπα. «Κι όλα αυτά».
«Πόσο καιρό περπατάμε, Σκοπέ;» ρώτησε.
«Δύο μέρες. Τρεις νύχτες».
«Αν πετούσα, θα 'ταν πολύ συντομότερα».
«Για σένα», της είπα. «Θα μας άφηνες πολύ πίσω και δε θα μας ξανάβλεπες ποτέ. Θα το 'θελες; »

Ήρθε κοντά μου και χάιδεψε το αδρό ύφασμα του μανικιού μου κι ύστερα σφίχτηκε πάνω μου σαν γάτα. τα φτερά της ξεδιπλώθηκαν σαν δύο πλατιά αραχνοΰφαντα πανιά που από μέσα τους ακόμα μπορούσα να δω το ηλιοβασίλεμα και τα βραδινά φώτα, θολά, παραμορφωμένα, μαγικά. Ένιωθα τη μοσχοβολιά των κατάμαυρων μαλλιών της. Απλωσα τα χέρια μου κι αγκάλιασα το λιγνό, αγορίστικο κορμί της.

«Το ξέρεις πώς η επιθυμία μου είναι να μείνω για πάντα μαζί σου, Σκοπέ», μου είπε. «Για πάντα!»
«Ναι, Αβλουέλα. Θα είμαστε ευτυχισμένοι», είπα κι αποτραβήχτηκα.

«Πάμε τώρα στη Ρόμ;»
«Πρέπει να περιμένουμε τον Γκόρμον», είπα, κουνώντας το κεφάλι. «Όπου να 'ναι θα γυρίσει απ' τις εξερευνήσεις του». Δεν ήθελα να της πω πώς ήμουν αποκαμωμένος. Ήταν ακόμα παιδί, δεκαεφτά καλοκαιριών. Τι ήξερε για την κόπωση ή για την ηλικία; Κι εγώ είμαι γέρος. Όχι σαν τη Ρόμ, αλλά πάντως γέρος.
«Μια και θα περιμένουμε», ρώτησε, «μπορώ να πετάξω; »
«Πέτα, ναι».

Έκατσα σταυροπόδι πλάι στο καρότσι μας ζεσταίνοντας τα χέρια μου στην παλλόμενη γεννήτρια κι η Αβλουέλα ετοιμαζόταν να πετάξει. Πρώτα αφαίρεσε τα ενδύματα της, διότι τα φτερά της δεν έχουν πολλή δύναμη και δεν μπορούν να σηκώσουν περιττό βάρος. Τράβηξε τις γυάλινες μπαλίτσες από τα πόδια της, γρήγορη, σβέλτη, γλίστρησε έξω από τη βυσσινιά ζακέτα της και τα απαλά, γούνινα καλύμματα των ποδιών της. Το φως που έσβηνε στη δύση λαμπύριζε γύρω στη λεπτή μορφή της. Σαν όλους τους Ιπτάμενους, δεν κουβαλούσε καθόλου περιττούς ιστούς: τα στήθη της ήταν σαν μικρά εξογκώματα, οι γλουτοί της επίπεδοι, οι μηροί της κάτισχνοι τόσο, που όταν στεκόταν όρθια υπήρχε μεταξύ τους ένα κενό αρκετών εκατοστών. Δε θα ζύγιζε παραπάνω από ένα καντάρι. Κοιτώντας την ένιωσα όπως πάντα χοντροφτιαγμένος και βαρύς, μια μάζα από αηδιαστική σάρκα, κι όμως το βάρος μου είναι κανονικό.

Γονάτισε στην άκρη του δρόμου, ακουμπώντας τους καρπούς των χεριών της στη γη, με το κεφάλι στα γόνατα, λέγοντας κάποιο ξόρκι που συνηθίζουν οι Ιπτάμενοι. Είχε γυρισμένη την πλάτη της σε μένα. Τα ντελικάτα φτερά της τρεμούλιασαν, γέμισαν ζωή, σηκώθηκαν γύρω της σαν μανδύας που τον φουσκώνει το αεράκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν τέτοιες φτερούγες να σηκώνουν βάρος, Ακόμα και σαν της Αβλουέλα. δεν ήταν φτερούγες γερακιού, αλλά φτερά πεταλούδας, διάφανα, με νευρώσεις, με εβένινες, γαλάζιες, άλικες κηλίδες εδώ κι εκεί. Ένας χονδρός σύνδεσμος τα ένωνε με τους δύο επίπεδους μυώνες κάτω από τις κοκκαλιάρικες ωμοπλάτες της. Εκείνο που δεν είχε, ήταν το ισχυρό στέρνο των πτηνών, τις σειρές από γεροδεμένους μυς που χρειάζονται για την πτήση. Α, το ξέρω πως οι Ιπτάμενοι χρησιμοποιούν κάτι παραπάνω από μυς, πως υπάρχουν μυστικά συστήματα κανόνων που ερμηνεύουν το μυστήριό τους. Αλλά και πάλι, Εγώ που ανήκω στους Παρατηρητές είμαι πάντα περίεργος για τις αλλόκοτες συντεχνίες. Η Αβλουέλα τέλειωσε τα λόγια της. Σηκώθηκε, έπιασε το αεράκι με τα φτερά της κι απογειώθηκε. Έμεινε λίγα μέτρα πάνω, μετέωρη ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, φτερουγίζοντας σαν δαιμονισμένη. Δεν ήταν ακόμη νύχτα και τα φτερά της Αβλουέλα ήταν μόνο νυχτερινά. Την ήμέρα δεν μπορούσε να πετάξει, γιατί η τρομακτική πίεση του ηλιακού αέρα θα την πετούσε κάτω. Τώρα, ανάμεσα στο σούρουπο και το σκοτάδι, δεν ήταν ακόμα η κατάλληλη ώρα για να σηκωθεί. Την είδα να ξεχύνεται προς την ανατολή μ' όσο φως απόμενε στον ουρανό. Χτυπούσε και τα χέρια της και τα φτερά της. Το μικρό στενόμακρο πρόσωπό της είχε αγριέψει από την αυτοσυγκέντρωση, τα λεπτά της χείλη πρόφεραν τα λόγια της συντεχνίας της. Δίπλωσε το κορμί της και τινάχτηκε, με το κεφάλι σε μια κατεύθυνση, τα πόδια στην αντίθετη, κι απότομα αιωρήθηκε οριζόντια, κοιτώντας προς τη γη, ενώ τα φτερά της χτυπούσαν τον αέρα. Σήκω Αβλουέλα, σήκω!

Σηκώθηκε, σαν να είχε νικήσει το απομεινάρι του φωτός που έλαμπε ακόμα, μόνο με τη δύναμη της θέλησής της.

Χαιρόμουνα να βλέπω τη γυμνή μορφή της με φόντο το σκοτάδι. Την έβλεπα καθαρά, γιατί οι Παρατηρητές έχουν πολύ καλή όραση. Ήταν στον αέρα τώρα, σ' ένα ύψος περίπου πέντε φορές το μπόι της, με τα φτερά της απλωμένα σ' όλο τους το πλάτος κι έτσι μου μισόκρυβε τους πύργους της Ρόμ. Μου κούνησε το χέρι της. Της έστειλα ένα φιλί και πρόφερα λόγια αγάπης. Οι Σκοποί δεν παντρεύονται, ούτε γεννούν παιδιά, αλλά η Αβλουέλα ήταν σαν κόρη μου κι ένιωθα περήφανος για το πέταγμά της. Ταξιδεύαμε μαζί ένα χρόνο τώρα, από τότε που συναντηθήκαμε στην Αγυπτη, και μου φαινόταν πώς την ήξερα όλη τη μακριά ζωή μου. Αντλούσα καινούρια δύναμη απ' αυτήν. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που αντλούσε εκείνη από μένα. Ασφάλεια; Γνώση; μια σύνδεση με τις μέρες πριν τη γέννησή της; το μόνο που έλπιζα ήταν πώς μ' αγαπούσε όσο την αγαπούσα κι εγώ.

Τώρα ήταν πολύ ψηλά. Στριφογύριζε, ανέβαινε ψηλά, έκανε βουτιές, πιρουέτες, χόρευε. Τα μακριά της μαύρα μαλλιά κυμάτιζαν. Το κορμί της φαινόταν σαν περιστασιακό συμπλήρωμα σ' εκείνα τα πελώρια φτερά, που λαμποκοπούσαν, έπαλλαν, λαμπύριζαν μέσα στη νύχτα. Σηκώθηκε ψηλά, μέσα σ' όλη τη δόξα της ελευθερίας της από την βαρύτητα, κάνοντάς με να νιώθω βαρύς σαν μολύβι, και χύθηκε, ξαφνικά, σαν λεπτή ρουκέτα προς τη Ρόμ. Είδα τα πέλματα των ποδιών της, την άκρη των φτερών της, κι ύστερα δεν την έβλεπα πια.

Αναστέναξα. Έχωσα τα χέρια μου κάτω από τις μασχάλες για να τα ζεστάνω. Γιατί εγώ να νιώθω τέτοια χειμωνιάτικη παγωνιά κι η Αβλουέλα, κορίτσι πράμα, μπορούσε να πετά γυμνή και χαρούμενη στον ουρανό;

Ήταν τώρα η δωδέκατη από τις είκοσι ώρες, καιρός για να κάνω άλλη μία φορά τη Σκοπιά μου. Πήγα στο καρότσι, άνοιξα τις βαλίτσες μου, ετοίμασα τα όργανα. Μερικά από τα καλύμματα των μετρητών ήταν κιτρινισμένα και θολά' οι δείκτες είχαν χάσει το φωσφορίζον επίχρισμα τους. Λεκέδες θαλασσινοί παραμόρφωναν τις θήκες των οργάνων: ένα ενθύμιο από τότε που μου είχαν επιτεθεί πειρατές στο Γήινο Ωκεανό. Οι ραγισμένοι από τη χρήση μοχλοί και οι σύνδεσμοι ανταποκρίθηκαν εύκολα στο άγγιγμά μου, μόλις άρχισα τα προκαταρκτικά. Πρώτα προσεύχεται κανείς για ένα καθαρό και διεισδυτικό μυαλό, έπειτα δημιουργεί τη συνάφεια με τα όργανά του, έπειτα εκτελεί την καθαυτή Σκοπιά, αναζητώντας τους εχθρούς του άνθρώπου στον έναστρο ουρανό. Αυτή είναι η τέχνη μου και η δουλειά μου. Φούχτιασα χερούλια και μοχλούς, έδιωξα τις σκέψεις απ' το μυαλό μου, ετοιμάστηκα να γίνω μια προέκταση του συστήματος των οργάνων.

Μόλις είχα περάσει το κατώφλι και βρισκόμουν στην πρώτη φάση της Επαγρύπνησης, όταν μια βαθιά και καμπανιστή φωνή είπε πίσω μου:

«Πώς πάμε, Σκοπέ;»

2

Κατάρρευσα πάνω στο καρότσι. Το να σε αποσπάσουν απροσδόκητα από τη δουλειά σου προκαλεί ένα σωματικό πόνο. Για μια στιγμή ένιωσα κάτι σαν δαγκάνα να μου σφίγγει την καρδιά. Το πρόσωπό μου έκαιγε, τα μάτια μου σκοτείνιασαν, το σάλιο στέγνωσε στο λαρύγγι μου. Μόλις μπόρεσα, πήρα τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για να καταπραύνω την μεταβολική διαφυγή κι αποσπάστηκα από τα όργανά μου. Κρύβοντας όσο καλύτερα μπορούσα το τρέμουλο που με είχε πιάσει, κοίταξα πίσω μου.

O Γκόρμον, το άλλο μέλος της μικρής μας ομάδας, εμφανίστηκε και στεκόταν ζωηρός δίπλα μου, χαμογελώντας, διασκεδάζοντας με τη δύσκολη θέση μου. Δεν μπορούσα να θυμώσω μαζί του. Κανείς δε δείχνει τον θυμό του σ' έναν εξωσυντεχνιακό, όσο κι αν τον προκαλέσει.

Σφίγγοντας τα δόντια, με προσπάθεια, τον ρώτησα, «Πέρασες την ώρα σου εποικοδομητικά;»
«Πολύ. Πού είναι η Αβλουέλα;»
Του 'δειξα τον ουρανό. Ο Γκόρμον κούνησε το κεφάλι.

«Τι βρήκες;» τον ρώτησα.
«Πως αυτή η πολιτεία είναι σίγουρα η Ρόμ».
«Δεν είχαμε καμιά αμφιβολία γι' αυτό».
«Εγώ είχα. Αλλά τώρα έχω αποδείξεις».
«Μπα;»
«Στο σακίδιο. Κοίτα!»

Τράβηξε το σακίδιο μέσα από τον χιτώνα του, το ακούμπησε στο πλακόστρωτο δίπλα μου και το άνοιξε ώστε να μπορεί να χώσει το χέρι στο άνοιγμά του. Λαχανιάζοντας λιγάκι, άρχισε να τραβά κάτι βαρύ από την τσέπη, κάτι βαρύ και άσπρο, μια μακριά μαρμάρινη κολόνα, όπως φάνηκε, με ραβδώσεις, φαγωμένη απ' τα χρόνια.

«Από το ναό της Αυτοκρατορικής Ρόμ!» καμάρωσε ο Γκόρμον.
«Δεν έπρεπε να το πάρεις αυτό».
«Περίμενε!» φώναξε, ξαναχώνοντας το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε από μέσα μια φούχτα κυκλικές μεταλλικές πλάκες που κουδούνισαν καθώς τις πέταξε στο πόδια μου. «Νομίσματα! Χρήματα! Κοίταξέ τα, Σκοπέ! Τα πρόσωπα των Καισάρων!»
«Ποιανών;»
«Των αρχαίων κυβερνητών. Δεν ξέρεις την ιστορία των περασμένων κύκλων;»
Τον κοίταξα με περιέργεια. «Ισχυρίζεσαι πώς δεν έχεις συντεχνία, Γκόρμον. Μήπως είσαι Ενθυμητής και μου το κρύβεις;»
«Κοίτα το πρόσωπό μου, Σκοπέ. Θα μπορούσα να ανήκω σε καμιά συντεχνία; Πήραν ποτέ τους κανέναν Αλαφροΐσκιωτο;».
«Αυτό είν' αλήθεια», είπα παρατηρώντας το χρυσαφένιο χρώμα του, το χοντρό κερένιο δέρμα, τα μάτια με τις κόκκινες κόρες, το στόμα που ήταν σαν τεθλασμένη γραμμή. Τον Γκόρμον τον είχαν αποκόψει με τερατογενετικά φάρμακα. Ήταν ένα τέρας - όμορφος μ' ένα δικό του τρόπο, αλλά τέρας, ένας Αλαφροΐσκιωτος, έξω απ' τους νόμους και τα έθιμα του άνθρώπου όπως εφαρμόζονται στον Τρίτο Κύκλο του πολιτισμού. Κι οι Αλαφροΐσκιωτοι δεν έχουν συντεχνία.

«Έχω κι άλλα», είπε ο Γκόρμον. Η τσέπη είχε άπειρη χωρητικότητα. Το περιεχόμενο ενός ολόκληρου κόσμου μπορούσε στην ανάγκη να χωρέσει μέσα στο γκρίζο, σουρωμένο στομάχι της και πάλι δεν θα ήταν μεγαλύτερη από μια ανθρώπινη φούχτα. Ο Γκόρμον έβγαλε κομμάτια από μηχανήματα, αναγνωστικές ταινίες, ένα γωνιώδες πράμα από καφέ μέταλλο που θα μπορούσε να ήταν κάποιο αρχαίο εργαλείο, τρία τετράγωνα από γυαλιστερό γυαλί, πέντε φύλλα χαρτιού - χαρτί! - κι ένα σωρό άλλα αρχαία απομεινάρια. «Βλέπεις;» είπε. «Πολύ γόνιμος περίπατος, Σκοπέ! Κι όχι τυχαία λάφυρα. Όλα καταγραμμένα, όλα χαρακτηρισμένα, το στρώμα, η πιθανή χρονολόγηση, η θέση, αν βρέθηκαν in situ. Εδώ έχουμε δέκα χιλιάδες χρόνια της Ρόμ».
«Μήπως δεν έπρεπε να τα πάρεις αυτά τα πράματα;» ρώτησα.
«Και γιατί όχι; Ποιος θα τα ζητήσει; Ποιος σ' αυτόν τον κύκλο σκοτίζεται για το παρελθόν;»
«Οι Ενθυμητές».
«Δεν χρειάζονται συγκεκριμένα αντικείμενα για να κάνουν τη δουλειά τους».
«Ναι, αλλά εσύ τι τα θέλεις όλα αυτά; »
«Το παρελθόν μ' ενδιαφέρει, Σκοπέ. Στην εξωσυντεχνιακή μου ζωή έχω κι εγώ μερικές λόγιες ενασχολήσεις. Κακό είναι αυτό; Μήπως δεν μπορεί ακόμα κι ένα τερατούργημα να αναζητά τη γνώση;»
«Βέβαια, βέβαια. Αναζητά ό,τι θέλεις. Βρες την ολοκλήρωση σου όπως θέλεις. Αυτή είναι η Ρόμ. Θα μπούμε την αυγή. Ελπίζω να βρω εργασία εκεί».
«Μπορεί να έχεις δυσκολίες».
«Γιατί; »
«Υπάρχουν κιόλας τόσοι πολλοί Σκοποί στη Ρόμ. Δε θα χρειαστούν και πολύ τις υπηρεσίες σου».
«Θα ζητήσω την εύνοια του Πρίγκιπα της Ρόμ», είπα.
«Ο Πρίγκιπας της Ρόμ είναι ένας σκληρός, ψυχρός και κακός άνθρωπος».
«Τον ξέρεις;»
Ο Γκόρμον ανασήκωσε τους ώμους. «Κάπως». Αρχισε να ξαναβάζει τα αντικείμενα του πίσω στην τσέπη. «Δοκίμασέ τον, Σκοπέ. Τι άλλες πιθανότητες έχεις;»
«Καμιά», είπα κι ο Γκόρμον γέλασε, αλλά εγώ όχι.

Αφοσιώθηκε στη λεία του από το παρελθόν. Τα λόγια του μ' έκαναν να μελαγχολήσω. Αυτός ο εξωσυντεχνιακός, αυτό το αλλόκοτο τέρας, Αυτός ο άνθρωπος με την απάνθρωπη όψη, φαινόταν τόσο βέβαιος για τον εαυτό του μέσα σ' έναν κόσμο αβεβαιότητας. Πώς μπορούσε να είναι τόσο ψύχραιμος, τόσο ξένοιαστος; Ζούσε χωρίς να τον ενδιαφέρει η συμφορά και κορόιδευε αυτούς που παραδέχονταν πως φοβούνταν. Ο Γκόρμον ταξίδευε εδώ κι εννιά μέρες μαζί μας, από τότε που τον συναντήσαμε στην αρχαία πόλη κάτω από το ηφαίστειο, στα νότια, κοντά στην άκρη της θάλασσας. Δεν του πρότεινα νάρθει μαζί μας. Προσκαλέστηκε μόνος του κι εγώ δέχτηκα, ύστερα από διαταγή της Αβλουέλα. Οι δρόμοι είναι σκοτεινοί και κρύοι αυτή την εποχή του χρόνου, επικίνδυνα ζώα διαφόρων ειδών αφθονούν κι ένας γέρος που ταξιδεύει μ' ένα κορίτσι καλά κάνει να έχει μαζί του έναν νταγλαρά σαν τον Γκόρμον. Κι όμως ήταν φορές που ευχόμουν να μην είχε έρθει μαζί μας, όπως και τώρα.

Ξαναγύρισα αργά στον εξοπλισμό μου.

Ο Γκόρμον είπε σαν να το κατάλαβε μόλις τότε: «Μήπως διέκοψα τη Σκοπιά σου;»
Ήρεμα απάντησα «Ναι».
«Με συγχωρείς. Πήγαινε και ξανάρχισε. Θα σ' αφήσω ήσυχο». Και μου χάρισε ένα από τα στραβά, λαμπερά του χαμόγελα, με μια χάρη που αφαιρούσε όλη τη βλαστήμια της υπεροψίας απ' τα λόγια του.

Αγγισα τα κουμπιά, έκανα επαφή με τους συνδέσμους, έλεγξα τους δείκτες. Αλλά δεν μπήκα στην Επαγρύπνηση γιατί δεν μπορούσα να απαλλαγώ από την αίσθηση της παρουσίας του Γκόρμον και φοβόμουν πώς θα διέκοπτε την αυτοσυγκέντρωση μου άλλη μια φορά, σε κάποια οδυνηρή στιγμή, παρά την υπόσχεση του. Στο τέλος τράβηξα τη ματιά μου από τον μηχανισμό. Ο Γκόρμον στεκόταν στην άλλη άκρη του δρόμου τεντώνοντας το λαιμό του για να δει την Αβλουέλα. Τη στιγμή που γύρισα προς το μέρος του, με ένιωσε.

«Συμβαίνει τίποτα, Σκοπέ; »
«'Όχι. Η στιγμή δεν είναι ευνοϊκή για τη δουλειά μου. Θα περιμένω».
«Πες μου», είπε. «Όταν οι εχθροί της Γης έρθουν στ' αλήθεια από τ' άστρα, θα σου το πουν οι μηχανές σου;»
«Ελπίζω ναι».
«Κι ύστερα;»
«Ύστερα θα ειδοποιήσω τους Υπερασπιστές».
«Κι ύστερα απ' αυτό, το έργο της ζωής σου θα 'χει τελειώσει;»
« Ίσως», είπα.
«Ναι, αλλά τι χρειάζεται μια ολόκληρη συντεχνία από σάς; Γιατί όχι ένα βασικό κέντρο Επαγρύπνησης. Τι χρειάζεται ένα σινάφι περιπλανώμενων Σκοπών που περιφέρονται ατελείωτα από το ένα μέρος στο άλλο;»
«Όσο περισσότεροι φορείς ανιχνεύσεως υπάρχουν», είπα, «τόσο μεγαλώνουν οι πιθανότητες για την έγκαιρη γνώση της εισβολής».
«Δηλαδή ένας Σκοπός μπορεί να βάλει μπρος τις μηχανές του και να μη δει τίποτα, ενώ ο εισβολέας θα 'ναι κιόλας εδώ;»
«Είναι πιθανό. Γι αυτό εφαρμόζουμε τον πλεονασμό».
«Σα να μου φαίνεται πως το παρακάνετε», γέλασε ο Γκόρμον. «Πιστεύεις στ' αλήθεια πώς θα γίνει εισβολή;»
«Ναι», είπα ξερά. «Αν όχι, τότε η ζωή μου πήγε χαμένη».
«Και τι τη θέλουν τα πλάσματα των άστρων τη Γη; Τι άλλο έχουμε εκτός από μνημεία παλιών αυτοκρατοριών; Τι να την κάνουν την πανάθλια Ρόμ; Την Παρισία, την Γιορσλήμη; Αξιοθρήνητες πολιτείες! Ηλίθιοι πρίγκιπες! Έλα, Σκοπέ, παραδέξου το: η εισβολή είναι ένας μύθος, κι εσύ κάνεις μια πράξη χωρίς νόημα τρεις φορές την ημέρα. Έ;»
«Η τέχνη μου και η επιστήμη μου είναι να Επαγρυπνώ. Η δικιά σου είναι να ειρωνεύεσαι. Ο καθένας μας έχει την ειδικότητα του, Γκόρμον».
«Με συγχωρείς», είπε με κοροϊδευτική ταπείνωση. «Πήγαινε, λοιπόν, να Επαγρυπνήσεις».
«Αυτό θα κάνω».

Θυμωμένος, ξαναγύρισα στο κιβώτιο με τα όργανά μου, αποφασισμένος πια να αγνοήσω οποιαδήποτε διακοπή, ακόμα και την πιο βάναυση. Τα άστρα είχαν βγει. Κοίταζα τους λαμπερούς αστερισμούς, κι αυτόματα το μυαλό μου κατέγραψε τους διάφορους κόσμους. Ας Επαγρυπνήσομε, σκέφτηκα. Ας φυλάξομε σκοπιά σε πείσμα των ειρώνων.

Μπήκα στην κατάσταση της απόλυτης Επαγρύπνησης. Αρπάχτηκα από τις λαβές κι άφησα το κύμα της δύναμης να χυθεί μέσα μου. Έστρεψα τη σκέψη μου στους ουρανούς κι αναζήτησα τις εχθρικές οντότητες. Έκσταση! Απίστευτο μεγαλείο! Εγώ που δεν έφυγα ποτέ απ' αυτόν τον μικρό πλανήτη, περιπλανήθηκα στους μαύρους χώρους του κενού, γλίστρησα από ένα φλεγόμενο άστρο σε άλλο, είδα τους πλανήτες να στριφογυρίζουν σαν σβούρές. Καθώς ταξίδευα είδα πρόσωπα να με κοιτάζουν, άλλα χωρίς μάτια, άλλα με πολλά μάτια, όλος o πολυσύνθετος γαλαξίας με τις μυριάδες ψυχές ήταν στη διάθεσή μου. Έψαξα να βρω πιθανές συγκεντρώσεις εχθρικών δυνάμεων. Επιθεώρησα πεδία ασκήσεων και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Έψαξα να βρω, όπως έκανα τέσσερις φορές κάθε μέρα όλες τις μέρες της ενήλικης ζωής μου, τους εισβολείς που περιμέναμε, τους κατακτητές που ήταν μοιραίο να αρπάξουν τον κουρελιασμένο κόσμο μας όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου.

Δεν βρήκα τίποτα, κι όταν βγήκα από την έκστασή μου, ιδρωμένος και άδειος, είδα την Αβλουέλα να κατεβαίνει.

Προσγειώθηκε ελαφριά σαν φτερό. Ο Γκόρμον την φώναξε, κι εκείνη έτρεξε γυμνή, με τα στηθάκια της να χοροπηδάνε, κι αυτός τύλιξε το μικρό της κορμί με τα γερά του μπράτσα και φιλήθηκαν, όχι με πάθος, αλλά με χαρά. Όταν την άφησε, εκείνη γύρισε σε μένα.
«Η Ρόμ», είπε λαχανιασμένη, «η Ρόμ!»
«Την είδες;»
«Όλα τα είδα! Χιλιάδες κόσμος! Φώτα! Λεωφόροι! Ένα παζάρι! Σπασμένα κτίρια πολλών κύκλων! Αχ, Σκοπέ, τι θαύμα που είναι η Ρόμ!»
«Τότε άξιζε τον κόπο η πτήση σου», είπα.
«Θαύμα!»
«Αύριο θα πάμε να μείνουμε στη Ρόμ».
«Όχι, Σκοπέ, απόψε, απόψε!» Βιαζόταν σαν κοριτσάκι, το πρόσωπό της έλαμπε από την έξαψη. «Έχουμε μόνο λίγα βήματα ακόμα! Κοίτα, είναι ακριβώς εκεί από πίσω!»
«Πρέπει να ξεκουραστούμε πρώτα», είπα. «Δεν είναι ανάγκη να φτάσουμε κουρασμένοι στη Ρόμ».
«Μπορούμε να ξεκουραστούμε όταν φτάσουμε εκεί», απάντησε η Αβλουέλα. «Έλα! Μάζεψε τα πράματα! Έκανες τη Σκοπιά σου».
«Ναι. Ναι».
«Τότε πάμε να φύγουμε. Στη Ρόμ! Στη Ρόμ!»
Κοίταξα τον Γκόρμον για βοήθεια. Είχε νυχτώσει. Ήταν ώρα να βολευτούμε, να κοιμηθούμε τις λίγες μας ώρες.

Για πρώτη φορά ο Γκόρμον πήρε το μέρος μου. Είπε Στην Αβλουέλα, «Ο Σκοπός έχει δίκιο. Όλους μας χρειάζεται λίγη ξεκούραση. Θα πάμε στη Ρόμ την αυγή».

Η Αβλουέλα σούφρωσε τα χείλη κι έμοιαζε σαν παιδί, περισσότερο από ποτέ. Τα φτερά της έπεσαν, το άγουρο κορμί της λύγισε. Κατσουφιασμένη, μάζεψε τα φτερά της που γίνανε μικρά εξογκώματα σα γροθιές στη ράχη της, και σήκωσε τα ρούχα που είχε πετάξει στο δρόμο. Ντύθηκε ενώ εμείς ετοιμάζαμε τον μικρό καταυλισμό μας. Μοίρασα χάπια φαγητού, μπήκαμε στις θήκες μας. Κοιμήθηκα ανήσυχα κι ονειρεύτηκα την Αβλουέλα να διαγράφεται πάνω στο φεγγάρι που σούρωνε, και τον Γκόρμον να πετά δίπλα της. Σηκώθηκα δύο ώρες πριν την αυγή κι εκτέλεσα την πρώτη μου Σκοπιά της καινούριας μέρας, ενώ αυτοί κοιμούνταν ακόμα. Ύστερα τους ξύπνησα και προχωρήσαμε προς τη φημισμένη αυτοκρατορική πόλη, προς τη Ρόμ.

3

Το φως του πρωινού ήταν λαμπερό και σκληρό, Σα να βρισκόμαστε σ' ένα καινούριο κόσμο που μόλις δημιουργήθηκε. O δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Ο κόσμος δεν ταξιδεύει πολύ αυτό τον τελευταίο καιρό, εκτός αν είναι σαν εμένα, οδοιπόροι από συνήθεια και για λόγους επαγγελματικούς.

Που και που κάναμε στην άκρη για να περάσει κανένα άρμα κάποιου μέλους της συντεχνίας των Αρχόντων, που το έσερνε μια ντουζίνα άφυλοι ζεμένοι σε σειρές. Τέσσερα τέτοια οχήματα πέρασαν τις δύο πρώτες ώρες της ημέρας, όλα με κλειστά παραπετάσματα και σφραγισμένα, για να κρύβουν τα περήφανα χαρακτηριστικά του Αρχοντα από τον κοινό λαό σαν εμάς. Μας προσπέρασαν κάμποσα κυλινδρικά βαγόνια, φορτωμένα με γεννήματα και μερικοί πλωτήρες πέταξαν ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας. Γενικά, όμως, είχαμε όλο το δρόμο δικό μας.

Στη περίχωρα της Ρόμ είδαμε ίχνη από την αρχαία εποχή: μεμονωμένες κολόνες, τα κομμάτια ενός υδραγωγείου που δεν κουβαλούσε τίποτα από το μηδέν στο μηδέν, τη θύρα ενός ναού που είχε γκρεμιστεί. Αυτό που είδαμε ήταν η αρχαιότερη Ρόμ, αλλά υπήρχαν συμφύσεις των υστερότερων Ρόμ από τους κύκλους που ακολούθησαν, καλύβες χωρικών, τρούλοι αγωγών ενέργειας, κελύφη οικιστικών μονάδων. Βρήκαμε λίγους καμένους σκελετούς αρχαίων αερόπλοιων. Ο Γκόρμον εξέταζε τα πάντα, παίρνοντας κανένα δείγμα που και που. Η Αβλουέλα κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια, χωρίς να μιλά. Περπατήσαμε ώσπου βρεθήκαμε μπροστά στα τείχη της πόλης.

Ήταν χτισμένα από γαλάζιες γυαλιστερές πέτρες με προσεγμένη συναρμογή, ψηλά περίπου σαν το μπόι εφτά ανδρών. Ο δρόμος μας διέσχιζε το τείχος με μια καμάρα. Η πύλη ήταν ανοικτή. Καθώς πλησιάζαμε ήρθε κοντά μας μια μορφή που φορούσε κουκούλα και μάσκα, ένας πανύψηλος άνθρωπος ντυμένος με το αυστηρό ρούχο της συντεχνίας των Προσκυνητών. Αυτούς τους ανθρώπους δεν τους πλησιάζεις από μόνος σου, αλλά αν σου κάνουν νόημα πρέπει να ανταποκριθείς. Ο Προσκυνητής έκανε νόημα.

Μέσα από χαραμάδα που έμενε ανοικτή για να μιλά, είπε, «Από που;»
«Το νότο. Έζησα Στην Αγυπτη για λίγο, μετά πέρασα τη Γέφυρα Ξηράς και πήγα στην Τάλυα», απάντησα.
«Για που;»
«Στη Ρόμ, για λίγο».
«Πως πάει η Σκοπιά;»
«Όπως πάντα».
«Έχετε που να μείνετε στη Ρόμ; » ρώτησε ο Προσκυνητής. Κούνησα το κεφάλι αρνητικά. «Εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας στην αγαθότητα της Βουλήσεως».
«Η Βούλησις δεν είναι πάντα αγαθή», είπε αφηρημένα ο Προσκυνητής. «Ούτε χρειάζονται και πολλούς Σκοπούς στη Ρόμ. Γιατί ταξιδεύεις μ' έναν Ιπτάμενο;»
«Για συντροφιά. Και γιατί είναι νέα και χρειάζεται προστασία».
«Ποιος είναι ο άλλος;»
«Είναι εξωσυντεχνιακός, ένας Αλαφροΐσκιωτος».
«Το βλέπω. Αλλά γιατί είναι μαζί σου; »
«Είναι δυνατός κι εγώ είμαι γέρος, κι έτσι ταξιδεύουμε μαζί. Ποιος είναι ο προορισμός σου Προσκυνητή;»
«Η Γιορλήμη. Μήπως υπάρχει άλλος προορισμός για τη συντεχνία μου;» Παραδέχτηκα πως είχε δίκιο μ' ένα σήκωμα των ώμων.
Ο Προσκυνητής είπε, «Γιατί δεν έρχεσαι στη Γιορσλήμη μαζί μου;»
«Ο δρόμος μου είναι για το βορρά τώρα. ΗΓιορσλήμη είναι στο νότο, κοντά στην Αγυπτη».
«Πήγες στην Αγυπτη κι όχι στη Γιορσλήμη;» ρώτησε παραξενεμένος.
«Ναι. Δεν είχε έρθει η ώρα μου για να δω τη Γιορσλήμη».

«Έλα τώρα. Θα περπατάμε μαζί Στο δρόμο, Σκοπέ, και θα μιλάμε για τους καιρούς που πέρασαν κι αυτούς που είναι να 'ρθουν, θα σε βοηθώ στη Σκοπιά σου κι εσύ θα με βοηθάς στην επικοινωνία μου με τη Βούληση. Συμφωνείς;»

Μπήκα σε πειρασμό. Μπροστά στα μάτια μου άστραψε το όραμα της Χρυσαφένιας Γιορσλήμης, τα αγιασμένα της κτίρια και τα ιερά, ο χώρος της ανανέωσης όπου οι γέροι γίνονται νέοι, τα καμπαναριά της, οι τόποι λατρείας. Αν και είμαι άνθρωπος που δύσκολα αλλάζει τις συνήθειες του πια, ήμουν πρόθυμος να παρατήσω τη Ρόμ και να πάω μαζί με τον Προσκυνητή στη Γιορσλήμη.

«Και οι σύντροφοί μου -» είπα.
«Αφησέ τους. Μου είναι απαγορευμένο να ταξιδεύω με εξωσυντεχνιακούς, και δεν επιθυμώ να ταξιδέψω με θηλυκό. Εσύ κι εγώ, Σκοπέ, θα πάμε στη Γιορσλήμη μαζί».
Η Αβλουέλα που στεκόταν στην άκρη παρακολουθώντας συνοφρυωμένη όλη τη συζήτηση, μου 'ριξε μια ξαφνική τρομαγμένη ματιά.
«Δε θα τους εγκαταλείψω», είπα.
«Τότε θα πάω στη Γιορσλήμη μόνος», είπε ο Προσκυνητής.
Μέσα από τον μανδύα του άπλωσε ένα κοκαλιάρικο χέρι, με μακρυά, λευκά και σταθερά δάχτυλα. Αγγισα με σεβασμό τις άκρες των δαχτύλων του κι ο Προσκυνητής είπε «Η Βούληση να σε ελεεί, φίλε Σκοπέ. Κι όταν φτάσεις στη Γιορσλήμη, έλα να με βρεις».

Προχώρησε στο δρόμο κι έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

«Θα 'θελες να πας μαζί του, ε;» μου είπε ο Γκόρμον.
«Το σκέφτηκα».
«Τι θα 'βρισκες στη Γιορσλήμη που δεν υπάρχει εδώ; Όπως εκείνη είναι μια ιερή πολιτεία έτσι είναι και τούτη. Εδώ μπορείς να αναπαυθείς λιγάκι. Δεν είσαι σε κατάσταση να περπατήσεις άλλο τώρα».
«Μπορεί να έχεις δίκιο», παραδέχτηκα, και μ' όση δύναμη μου απόμενε πήγα προς την πύλη της Ρόμ.

Προσεχτικά μάτια μας εξέταζαν μέσα από σχισμές του τοίχου. Όταν είμαστε στη μέση της πύλης, ένας χοντρός, βλογιοκομμένος Φρουρός με πλαδαρά προγούλια μας σταμάτησε και ρώτησε τι δουλειά είχαμε στη Ρόμ. Δήλωσα τη συντεχνία μου και το σκοπό μου, και αυτός άφησε ένα μουγκρητό αηδίας.

«Πήγαινε κάπου αλλού, Σκοπέ, θέλουμε μόνο χρήσιμους ανθρώπους εδώ! »
«Κάτι χρειάζεται κι η Σκοπιά», είπα μαλακά.
«Οπωσδήποτε. Οπωσδήποτε». Στραβοκοίταξε την Αβλουέλα. «Ποια είν' αυτή; Οι Σκοποί είναι άγαμοι».
«Απλώς με συντροφεύει στο ταξίδι μου».

Ο Φρουρός γέλασε σαρκαστικά. «Θα ταξιδεύεις ταχτικά, ε;  Όχι πώς έχει και τίποτα πιασίματα. Πόσο είναι, δεκατριών δεκατεσσάρων; Έλα δω, παιδί μου. Για να σου κάνω έλεγχο για λαθρεμπόριο». Την πασπάτεψε γρήγορα, σουφρώνοντας τα φρύδια όταν άγγισε τα στήθη της, κι ανασήκωσε το ένα φρύδι μόλις ένιωσε τα εξογκώματα των φτερών κάτω από τους ώμους της. «Τι είναι αυτά; Τι είν' αυτά; Περισσότερα πίσω παρά μπρος; Ιπτάμενη είσαι; Μεγάλή βρομοδουλειά αυτή, οι Ιπτάμενοι να συναναστρέφονται βρωμόγερους». Κακάρισε, κι ακούμπησε το χέρι του στο κορμί της Αβλουέλα μ' ένα τρόπο που έκανε τον Γκόρμον να 'ρθει μπροστά, έξω φρενών. Τα μάτια του έβγαζαν φλόγες, έτοιμος να κάνει φόνο. Τον έπιασα στην ώρα κι έσφιξα τον καρπό του χεριού του μ' όλη μου την δύναμη, συγκρατώντας τον μη μας καταστρέψει και τους τρεις με μια επίθεση στον Φρουρό. Μ' έσπρωξε και κόντεψε να με ρίξει κάτω. Ύστερα ηρέμησε κι αποτραβήχτηκε, περιμένοντας παγερά να τελειώσει o χοντρός το ψάξιμό του για «λαθρεμπόριο» στο κορμί της Αβλουέλα.

Επί τέλους ο Φρουρός στράφηκε στον Γκόρμον με αποστροφή κι είπε, «Τι πράμα είσαι εσύ;»
«Εξωσυντεχνιακός, με την άδειά σας», είπε ο Γκόρμον απότομα. «Ένα ταπεινό κι ανάξιο δημιούργημα της τερατογένεσης, αλλά παρ' όλα αυτά ελεύθερος άνθρωπος που επιθυμεί είσοδο στη Ρόμ».
«Σάμπως μας χρειάζονται κι άλλα τέρατα εδώ;»
«Τρώω λίγο και δουλεύω πολύ».
«Θα δούλευες ακόμα παραπάνω αν σε μουνούχιζαν», είπε o Φρουρός.
Ο Γκόρμον άφριζε. «Μπορείτε να μας επιτρέψετε την είσοδο;» είπα εγώ.
«Μια στιγμή». Ό Φρουρός φόρεσε το σκούφο της σκέψης και μισόκλεισε τα μάτια, στέλνοντας ένα μήνυμα στις δεξαμενές μνήμης. Το πρόσωπό του συσπάστηκε απ' την προσπάθεια. Ύστερα χαλάρωσε, και σχεδόν αμέσως ήρθε η απάντηση. Δεν μπορούσαμε να ακούσουμε τη συνομιλία καθόλου, αλλά από το απογοητευμένο του πρόσωπο καταλάβαμε πώς δε βρέθηκε κανένας λόγος για να μας απαγορευτεί η είσοδος στη Ρόμ.

«Μπείτε μέσα», είπε. «Κι οι τρεις. Γρήγορα!»

Περάσαμε την πύλη.

«Θα τον άνοιγα στα δύο με μια γροθιά», είπε ο Γκόρμον.
«Και θα σε είχαν ευνουχίσει πριν το βράδυ. Λίγη υπομονή και μπήκαμε στη Ρόμ».
«Πώς την πασπάτευε -!»
«Αρχισες να γίνεσαι πολύ ζηλότυπος με την Αβλουέλα», του είπα. «Θυμήσου πώς είναι Ιπτάμενη κι επομένως σεξουαλικά απαγορευμένη στους εξωσυντεχνιακούς».

Ο Γκόρμον αγνόησε τη μπηχτή μου. «Σεξουαλικά δε με διεγείρει περισσότερο απ' όσο με διεγείρεις εσύ, Σκοπέ. Αλλά πονώ να βλέπω να τη μεταχειρίζονται έτσι. Θα τον σκότωνα αν δεν με είχες κρατήσει».

«Πού θα μείνουμε τώρα που φτάσαμε στη Ρόμ;» ρώτησε η Αβλουέλα.
«Πρώτα πάμε να βρούμε το αρχηγείο της συντεχνίας μου», είπα. «Θα γραφτώ στο Πανδοχείο των Σκοπών. Κι ύστερα μπορούμε να πάμε στο Καταφύγιο των Ιπτάμενων για φαγητό».
«Κι ύστερα», είπε ξερά ο Γκόρμον, «θα πάμε στο Χαντάκι των Εξωσυντεχνιακών και θα ζητιανέψουμε δεκάρες».

«Σε λυπάμαι που είσαι Αλαφροΐσκιωτος», του είπα, «αλλά μου φαίνεται άγαρμπο το να λυπάσαι εσύ τον εαυτό σου. Έλα».

Προχωρήσαμε σ' ένα πλακόστρωτο δρόμο που φιδογύριζε από την πύλη ως την καρδιά της Ρόμ. Βρισκόμασταν στον εξωτερικό δακτύλιο της πολιτείας, σε μια κατοικημένη περιοχή με κοντόφαρδα σπίτια, που το καθένα είχε για στέγη έναν όγκο αμυντικών εγκαταστάσεων. Παραμέσα ήταν οι γυαλιστεροί πύργοι που είχαμε δει από τα χωράφια την προηγούμενη βραδιά, τα μνημεία της αρχαίας Ρόμ προσεκτικά διατηρημένα εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια ή περισσότερο, η αγορά, η βιομηχανική ζώνη, ο τρούλος των επικοινωνιών, οι ναοί της Βουλήσεως, οι δεξαμενές μνήμης, τα καταφύγια των κοιμωμένων, τα πορνεία των εξωκοσμικών, τα κυβερνητικά κτίρια, τα αρχηγεία των διαφόρων συντεχνιών.

Στη γωνιά, δίπλα σ' ένα κτίριο του Δευτέρου Κύκλου με τοίχους από κάποιο ελαστικό υλικό, βρήκα ένα δημόσιο σκούφο σκέψης και τον φόρεσα. Αμέσως η σκέψη μου ξεχύθηκε στον αγωγό, ώσπου έφτασε στο σημείο επαφής που την ένωσε με έναν από τους εγκέφαλους τους αποθηκευμένους στη τράπεζα μνήμης. Πέρασα το σημείο επαφής κι είδα το ρυτιδωμένο εγκέφαλο, που φάνταζε το ανοιχτό γκρίζο χρώμα του μέσα στο σκούρο πράσινο προστατευτικό του κάλυμμα. Ένας Ενθυμητής μου είπε κάποτε πώς σε περασμένους κύκλους οι άνθρωποι έφτιαχναν μηχανές για να σκέφτονται αντί γι' αυτούς, παρ' όλο που οι μηχανές αυτές ήταν πανάκριβες, χρειάζονταν τεράστιους χώρους και ρουφούσαν ενέργεια σαν καταβόθρες. Αυτή δεν ήταν η χειρότερη από τις ανοησίες των προγόνων μας. Αλλά γιατί να φτιάχνουν ψεύτικους εγκέφαλους, τη στιγμή που ο θάνατος ελευθερώνει καθημερινά εκατοντάδες ωραιότατους αληθινούς που μπορούν να αποθηκευτούν στις τράπεζες μνήμης; Μήπως δεν ήξεραν πώς να τους χρησιμοποιήσουν; Μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω.

Έδωσα στον εγκέφαλο την ταυτότητα της συντεχνίας μου και ζήτησα τις συντεταγμένες του πανδοχείου μας. Τις πήρα αμέσως και ξεκινήσαμε, η Αβλουέλα από τη μια μεριά, ο Γκόρμον από την άλλη, κι εγώ όπως πάντα έσπρωχνα το καρότσι με τα όργανά μου.

Η πόλη ήταν γεμάτη κόσμο. Δεν είχα δει τόσα πλήθη στην κοιμισμένη, πυρακτωμένη Αγυπτη, ούτε σε κανένα άλλο σημείο στο ταξίδι μου προς το βορρά. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι Προσκυνητές, κρυφούς και μασκοφόρους. Ανάμεσά τους σπρώχνονταν πολυάσχολοι Ενθυμητές και σοβαροί Έμποροι και φορεία Αρχόντων. Η Αβλουέλα είδε αρκετούς Ιπτάμενους, αλλά οι κανονισμοί της συντεχνίας της της απαγόρευαν να τους χαιρετήσει προτού υποστεί τον τελετουργικό της εξαγνισμό. Λυπάμαι να πω πως διέκρινα πολλούς Σκοπούς, αλλά όλοι με κοίταξαν περιφρονητικά και καθόλου φιλόξενα. Πρόσεξα πολλούς Υπερασπιστές και είδα πώς οι μικρότερες συντεχνίες όπως των Πωλητών, των Υπηρετών, των Χειρωνακτών, των Γραφέων, των Επικοινωνιαστών και των Μεταφορέων αντιπροσωπεύονταν αρκετά. Φυσικά ένα πλήθος αφύλων εκτελούσαν σιωπηλά τις ταπεινές δουλειές τους και κάμποσοι ποικιλόμορφοι εξωγήινοι πήγαιναν κοπαδιαστά, οι περισσότεροι απ' αυτούς σίγουρα τουρίστες, μερικοί για ό,τι εμπορικές δοσοληψίες μπορούσαν να έχουν με τη μελαγχολική φτωχολογιά της Γης. Πήρε το μάτι μου πολλούς Αλαφροΐσκιωτους να κρυφοκουτσαίνουν μέσα στο πλήθος. Ούτε ένας δεν είχε την περήφανη κορμοστασιά του Γκόρμον δίπλα μου. Ήταν μοναδικός στο είδος του. Οι άλλοι, διάστικτοι, ασπρόμαυροι και ασύμμετροι, χωρίς μέλη ή με πολλά μέλη, παραμορφωμένοι με χίλιους ευφάνταστους και καλλιτεχνικούς τρόπους, περπατούσαν καχύποπτα, στραβοκοίταζαν, σφύριζαν, πήγαιναν κουνιστοί ή σέρνονταν. Ήταν πορτοφολάδες, αποστραγγιστές εγκέφαλων, μικροπωλητές οργάνων, συγχωροκάπηλοι, κλεπταποδόχοι, κανείς δεν περπατούσε με όρθιο το κορμί, πιστεύοντας στην ανθρωπιά του.

Ο εγκέφαλος μας είχε καθοδηγήσει με ακρίβεια και αφού περπατήσαμε λιγότερο από μια ώρα, φτάσαμε στο Πανδοχείο των Σκοπών. Αφησα απ' έξω τον Γκόρμον και την Αβλουέλα κι έσπρωξα το καρότσι μου μέσα.

Καμιά ντουζίνα μέλη της συντεχνίας μου κάθονταν στο μεγάλο χωλ. Έκανα το συνηθισμένο σημείο και μου το ανταπέδωσαν ράθυμα. Αυτοί ήταν οι φύλακες που πάνω τους βασιζόταν η ασφάλεια της Γης; Ηλίθιοι κι ανθρωπάκια!

«Πού γίνονται οι εγγραφές;» ρώτησα.
«Καινούριος; Από που;»
«Ο τελευταίος τόπος έγγραφής μου ήταν η Αγυπτη».
«Εκεί έπρεπε να μείνεις. Δε χρειάζονται Σκοπούς εδώ πέρα».
«Πού γίνονται οι εγγραφές; »

Ένας κομψευόμενος νεαρός μου 'δειξε ένα σκρίνιο στο πίσω μέρος του μεγάλου δωματίου. Πήγα εκεί, ακούμπησα πάνω του τα δάχτυλά μου, με ανακρίνανε κι είπα το όνομά μου, που ένας Σκοπός μπορεί να το πει μόνο σε άλλο Σκοπό και μόνο μέσα στα όρια ενός πανδοχείου. Ένα παραθυράκι άνοιξε, κι ένας άνθρωπος με πρησμένα μάτια που είχε το έμβλημα του Σκοπού στο δεξί του μάγουλο αντί στο αριστερό, σημάδι πώς είχε πολύ μεγάλο αξίωμα στη συντεχνία, με φώναξε με το όνομά μου και είπε, «Όφειλες να το ξέρεις πώς δεν έπρεπε να έρθεις στη Ρόμ. Έχουμε ξεπεράσει τον επιτρεπόμενο αριθμό».
«Παρ' όλ' αυτά ζητώ κατάλυμα και απασχόληση».
«Ένας άνθρωπος με το δικό σου χιούμορ θα 'πρεπε να 'χε γεννηθεί στη συντεχνία των Γελωτοποιών», είπε.
«Δεν βλέπω ποιο είναι το αστείο».
«Σύμφωνα με τους νόμους που ψήφισε η συντεχνία μας στην τελευταία συνεδρίαση, ένα πανδοχείο δεν έχει καμιά υποχρέωση να πάρει καινούριους ένοικους όταν συμπληρώσει την προκαθορισμένη του χωρητικότητα. Εμείς συμπληρώσαμε την προκαθορισμένη μας χωρητικότητα. Χαίρε, φίλε μου».

Έμεινα κατάπληκτος. «Εγώ δεν τον ξέρω αυτόν τον κανονισμό! Αυτό είναι απίστευτο! Μια συντεχνία να διώξει ένα μέλος της από το ίδιο της το πανδοχείο - έναν άνθρωπο της ηλικίας μου που φτάνει κατάκοπος, με πληγιασμένα πόδια, αφού πέρασα τη Γέφυρα Ξηράς από την Αγυπτη, ξένος και πεινασμένος εδώ στη Ρόμ -»
«Γιατί δε μας ρώτησες πρώτα; »
«Δεν είχα ιδέα πώς ήταν απαραίτητο».
«Οι νέοι κανονισμοί -»
«Η Βούληση να τους κάψει τους νέους κανονισμούς!» φώναξα. «Απαιτώ κατάλυμα! Να διώξετε κάποιον που έχει Επαγρυπνήσει από πριν να γεννηθείτε -»
«Ηρέμησε, αδελφέ, ηρέμησε».
«Θα πρέπει να 'χετε μια γωνιά να κοιμηθώ - μερικά ψίχουλα να φάω -»

Κι όπως ο τόνος μου από λυσσασμένος γινόταν παρακλητικός, η έκφρασή του μαλάκωσε από την αδιαφορία στην περιφρόνηση. «Δεν έχουμε δωμάτιο, δεν έχουμε φαγητό. Είναι δύσκολοι καιροί Αυτοί για τη συντεχνία μας, ξέρεις. Ψιθυρίζεται πώς το σώμα θα διαλυθεί ολότελα, σαν περιττή πολυτέλεια, σαν αφαίμαξη των πόρων της Βουλήσεως. Οι ικανότητες μας είναι πολύ περιορισμένες. Επειδή η Ρόμ έχει περίσσευμα Σκοπών, το σιτηρέσιό μας είναι περιορισμένο, κι αν σε δεχτούμε οι μερίδες μας θα γίνουν ακόμα μικρότερες».

«Μα που να πάω; Τι να κάνω;»
«Σε συμβουλεύω», είπε με πραότητα, «να καταφύγεις στο έλεος του Πρίγκιπα της Ρόμ».

4

Έξω τα είπα στον Γκόρμον κι αυτός έσκασε στα γέλια, καγχάζοντας με τέτοια μανία που οι αυλακώσεις στα λιγνά του μάγουλα άστραψαν σαν ματωμένες γραμμές. «Το έλεος του Πρίγκιπα της Ρόμ! » ξανάπε «Το έλεος - του Πρίγκιπα της Ρόμ -! »
«Σύμφωνα με τα έθιμα οι άτυχοι ζητούν τη βοήθεια του τοπικού ηγεμόνα», είπα ψυχρά.
«Ο Πρίγκιπας της Ρόμ δεν έχει έλεος», μου απάντησε. «Ο Πρίγκιπας της Ρόμ θα σε ταίσει με τα ίδια σου τα σπλάχνα για να χορτάσεις την πείνα σου! »
«Ίσως», μπήκε στη μέση η Αβλουέλα «θα 'πρεπε να βρούμε το Καταφύγιο των Ιπτάμενων. Εκεί θα μας δώσουν φαγητό».
«Δε θα δώσουν στον Γκόρμον», παρατήρησα. «Έχουμε υποχρεώσεις ο ένας στον άλλο».
«Μπορούμε να βγάλουμε φαγητό και να του φέρουμε», είπε αυτή.
«Προτιμώ να πάω πρώτα στην αυλή», επέμεινα. «Πάμε να βεβαιωθούμε για τη θέση μας. Έπειτα, αν χρειαστεί θα αυτοσχεδιάσουμε τον τρόπο ζωής μας».

Υποχώρησε και βρήκαμε το δρόμο μας για το παλάτι του Πρίγκιπα της Ρόμ, ένα ογκώδες κτίριο στο βάθος μιας κολοσσιαίας πλατείας με περιστύλιο, στην άλλη όχθη του ποταμού που χωρίζει στα δύο την πόλη. Στην πλατεία μας πλεύρισαν διαφόρων ειδών ζητιάνοι - μερικοί δεν ήταν καν Γήινοι. Ένα πράμα με πλοκάμια σα σχοινιά και ζαρωμένο πρόσωπο χωρίς μύτη μου ρίχτηκε γρήγορα - γρήγορα ζητώντας ελεημοσύνη κι o Γκόρμον το έσπρωξε πέρα. Λίγα δευτερόλεπτα ύστερα ένα άλλο πλάσμα το ίδιο παράξενο, με φωσφορίζουσες ουλές στο δέρμα και τα μέλη διάστικτα από μάτια, αγκάλιασε τα γόνατά μου και με εξόρκιζε στο όνομα της Βουλήσεως να το ελεήσω. «Είμαι ένας φτωχός Σκοπός», είπα, δείχνοντας το καρότσι μου «κι ήρθα εδώ να ζητήσω ελεημοσύνη για τον εαυτό μου». Αλλά το πλάσμα επέμενε, κλαψουρίζοντας τη δυστυχία του με μια γλυκερή, μπερδεμένη φωνή, ώσπου έριξα μερικά χάπια φαγητού στην τσέπη που είχε κρεμασμένη στο στήθος του, προς μεγάλη αγανάκτηση του Γκόρμον. Ύστερα προχωρήσαμε, σπρώχνοντας, για τις πόρτες του παλατιού. Στο πρόπυλο βρήκαμε ένα ακόμα φριχτότερο θέαμα: έναν ακρωτηριασμένο Ιπτάμενο, με τα εύθραυστα μέλη του διαστρεβλωμένα, τη μια φτερούγα μισοδιπλωμένη και ψαλιδισμένη, την άλλη βγαλμένη απ' τη ρίζα της. Ο Ιπτάμενος έτρεξε στην Αβλουέλα, φωνάζοντάς τη με κάποιο άλλο όνομα, βρέχοντας τα καλύμματα των ποδιών της με τόσα δάκρυα που η γούνα τους μούσκεψε και λέκιασε. «Εγγυήσου με στο Καταφύγιο», ικέτεψε. «Μ' έδιωξαν γιατί είμαι σακάτης, αλλά αν με εγγυηθείς -» Η Αβλουέλα εξήγησε πώς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, πώς κι αυτή ήταν ξένη στο Καταφύγιο. Ο σπασμένος Ιπτάμενος δεν την άφηνε, κι ο Γκόρμον με μεγάλη λεπτότητα τον σήκωσε, ένα μάτσο ξερά κόκαλα, και τον έβαλε στην άκρη. Ανεβήκαμε το πρόπυλο και βρεθήκαμε μπροστά σε τρεις άφυλους με πλαδαρά πρόσωπα, που ρώτησαν τι γυρεύαμε και μας πέρασαν γρήγορα στο επόμενο φυλάκιο, επανδρωμένο με δύο ρυτιδωμένους Καταχωρητές. Μας ανάκριναν, μιλώντας κι οι δύο μαζί.

«Ζητούμε ακρόαση», είπα. «Θέμα ελέους».
«Οι ακροάσεις γίνονται σε τέσσερις μέρες από τη σημερινή», είπε ο δεξιός Καταχωρητής. «Θα καταχωρήσουμε την αίτησή σας στους καταλόγους».
«Δεν έχουμε που να κοιμηθούμε!» ξέσπασε η Αβλουέλα. «Πεινάμε! θέλουμε -»

Της έκλεισα το στόμα. Στο μεταξύ, ο Γκόρμον έψαχνε μέσα στο θύλακά του. Κάτι λαμπερό γυάλισε στο χέρι του: κομμάτια χρυσού, το αιώνιο μέταλλο, σφραγισμένα με πρόσωπα γενειοφόρων με γαμψές μύτες. Τα είχε βρει ψάχνοντας μέσα στα ερείπια. Πέταξε ένα νόμισμα στον Καταχωρητή που μας είχε αρνηθεί. Ο άνθρωπος το άρπαξε στον αέρα, το 'τριψε με τον αντίχειρα κι αμέσως το 'ριξε σε μια πτυχή του ρούχου του. Ό δεύτερος Καταχωρητής περίμενε. Χαμογελώντας, ο Γκόρμον του 'δωσε το νόμισμά του.

«Ίσως μπορούμε να διευθετήσουμε μια ειδική ακρόαση μέσα», είπα.
«Ίσως», είπε ο ένας Καταχωρητής. «Περάστε».

Κι έτσι περάσαμε στο κεντρικό κλίτος του παλατιού και σταθήκαμε σ' εκείνον το μεγάλο χώρο με την ηχώ, κοιτάζοντας στην πέρα άκρη του μεσαίου κλίτους, στην αψίδα του ιερού, την προφυλαγμένη αίθουσα του θρόνου. Εδώ μέσα ήταν κι άλλοι ζητιάνοι - αδειούχοι, με κληρονομικά προνόμια - και πλήθη Προσκυνητών, Επικοινωνιαστών, Ενθυμητών, Μουσικών, Γραφέων και Καταχωρητών. Ακουσα ψιθυριστές προσευχές, μύρισα το άρωμα του λιβανιού, ένιωσα τις δονήσεις από υπόγεια γκογκ. Σε περασμένους κύκλους αυτό το κτίριο ήταν το ιερό μιας από τις αρχαίες θρησκείες - των Χρισταίων μου είπε ο Γκόρμον, κάνοντάς με να υποπτευθώ άλλη μια φορά πως ήταν Ενθυμητής μασκαρεμένος σαν Αλαφροΐσκιωτος - και διατηρούσε ακόμα κάτι από τον ιερό του χαρακτήρα, παρ' όλο που ήταν η έδρα, της κοσμικής εξουσίας της Ρόμ. Αλλά πώς θα καταφέρναμε να δούμε τον Πρίγκιπα;

Στα αριστερά μου είδα ένα μικρό καταστόλιστο παρεκκλήσι, όπου έμπαινε αργά μια ουρά από πλουσιοντυμένους Έμπόρους και Γαιοκτήμονες. Κοιτώντας πέρα απ' αυτούς πρόσεξα τρεις νεκροκεφαλές εντοιχισμένες σε μια ανακριτική συσκευή - μια είσοδο της τράπεζας μνήμης - και δίπλα τους ένα γεροδεμένο Γραφέα. Είπα στον Γκόρμον και την Αβλουέλα να με περιμένουν στο πλαϊνό κλίτος και μπήκα στην ουρά.

Η ουρά προχωρούσε σπασμωδικά και πέρασε σχεδόν μια ώρα ώσπου να φτάσω στην ανακριτική συσκευή. Τα κρανία με κοίταζαν τυφλά. Μέσα στη σφραγισμένη κρανιακή κάψα μπουρμπούλιζαν διάφορα θρεπτικά υγρά που διατηρούσαν τους νεκρούς αλλά λειτουργούντες εγκέφαλους με τις δισεκατομμύρια συναπτικές μονάδες που ήταν απαράμιλλα μνημονικά όργανα. Ο Γραφέας φάνηκε έκπληκτος που είδε ένα Σκοπό σ' αυτή την ούρά, αλλά πριν προλάβει να με εμποδίσει, είπα βιαστικά, «Έρχομαι σαν ξένος να ζητήσω το έλεος του Πρίγκιπα. Εγώ και οι σύντροφοί μου είμαστε άστεγοι. Η συντεχνία μου δεν με δέχτηκε. Τι να κάνω; Πώς μπορώ να επιτύχω ακρόαση;»

«Έλα πάλι σε τέσσερις μέρες».
«Κοιμήθηκα στο δρόμο πολύ περισσότερες. Τώρα πρέπει να ξεκουραστώ».
«Κανένα δημόσιο πανδοχείο -»
«Αλλά ανήκω σε συντεχνία! » διαμαρτυρήθηκα. «Τα δημόσια πανδοχεία δε θα με δεχτούν εφ' όσον η συντεχνία μου διατηρεί πανδοχείο εδώ, και η συντεχνία μου αρνήθηκε να με δεχτεί γιατί υπάρχει κάποιος καινούριος κανονισμός και - καταλαβαίνετε την κατάστασή μου;»
Ο Γραφέας απάντησε βαριεστημένα, «Μπορείς να κάνεις αίτηση για ειδική ακρόαση. Θα απορριφθεί. Αλλά μπορείς να δοκιμάσεις».
«Πού; »
«Εδώ. Δήλωσε τον σκοπό σου».

Έδωσα την ταυτότητά μου στα τρία κρανία, με το δημόσιο μου όνομα, ανάφερα τα ονόματα και τις θέσεις των δύο συντρόφων μου και εξήγησα την περίπτωσή μου. Όλα αυτά απορροφήθηκαν και μεταδόθηκαν στις τάξεις των εγκέφαλων που βρίσκονταν τοποθετημένοι κάπου μέσα στα βάθη της πολιτείας, κι όταν τελείωσα, ο Γραφέας είπε, «Αν η αίτηση γίνει δεκτή, θα ειδοποιηθείς».
«Και σ' αυτό το διάστημα που θα μείνω;»
«Θα σε συμβούλευα να είσαι κοντά στο παλάτι».

Κατάλαβα. Θα ήμουν κι εγώ ανάμεσα σ' εκείνους τους δυστυχισμένους που συνωστίζονταν στην πλατεία. Πόσοι απ' αυτούς είχαν ζητήσει κάποια ειδική χάρη από τον Πρίγκιπα κι ήταν ακόμα Εκεί, μήνες ολόκληρους Ή και χρόνια, περιμένοντας την Κλήση; Κοιμούνταν στις πέτρες, ζητιάνευαν ψίχουλα, ζούσαν με την παράλογη ελπίδα.

αλλά είχα εξαντλήσει τους πόρους μου. Ξαναγύρισα στον Γκόρμον και την Αβλουέλα, τους είπα την κατάσταση, και εισηγήθηκα να δοκιμάσουμε πια να βρούμε ένα οποιοδήποτε κατάλυμα. Ο Γκόρμον, σαν εξωσυντεχνιακός, θα ήταν ευπρόσδεκτος σε όλα τα ταπεινά δημόσια πανδοχεία που προσφέρονταν στους όμοιούς του. Η Αβλουέλα είχε πολλές πιθανότητες να βολευτεί στο καταφύγιο της συντεχνίας της. Μόνο εγώ έπρεπε να κοιμηθώ στους δρόμους, και δε θα 'ταν η πρώτη φορά. Αλλά έλπιζα πώς δε θα χρειαζόταν να χωρίσουμε. Ένιωθα σα να 'μασταν μια οικογένεια, όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό για ένα Σκοπό.

Καθώς προχωρούσαμε προς την έξοδο, το ρολόι μου μου θύμισε απαλά πώς είχε έρθει πάλι η ώρα για τη Σκοπιά. Είναι καθήκον και προνόμιό μου να εκτελώ τη Σκοπιά όπου κι αν βρίσκομαι, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, όταν έρχεται η ώρα μου. Κι έτσι σταμάτησα, άνοιξα το καρότσι, έβαλα μπρος το μηχανισμό. Ο Γκόρμον κι η Αβλουέλα στάθηκαν δίπλα μου.

Είδα πως αυτοί που μπαινόβγαιναν στο παλάτι κρυφογελούσαν ή με κορόιδευαν ανοιχτά. Η Σκοπιά δε χαίρει πολύ μεγάλης εκτιμήσεως, γιατί έχουμε Επαγρυπνήσει τόσο καιρό και ο εχθρός που περιμένουμε δεν ήρθε ποτέ. Ο καθένας όμως έχει τα καθήκοντά του, όσο κωμικά κι αν φαίνονται στους άλλους. Αυτό που είναι αδειανός τύπος για μερικούς, είναι έργο ζωής για άλλους. Πειθαρχημένα, πίεσα τον εαυτό μου να φτάσει στο στάδιο της Επαγρύπνησης. Ο κόσμος γύρω μου έσβησε και χύθηκα στους ουρανούς. Με παρέσυρε το γνώριμο συναίσθημα χαράς κι έψαξα στους γνωστούς τόπους και σε άλλους όχι τόσο γνωστούς, το ενισχυμένο μυαλό μου έκανε τρελά άλματα ανάμεσα στους γαλαξίες. Μαζευόταν πουθενά καμιά αρμάδα; Γυμναζόταν κανένας στρατός για την κατάκτηση της Γης; Τέσσερις φορές την ήμέρα φύλαγα Σκοπιά και το ίδιο έκαναν τα άλλα μέλη της συντεχνίας μου, το καθένα σε λίγο διαφορετική ώρα, ώστε να μην περνά ούτε λεπτό χωρίς να υπάρχει κάποιο άγρυπνο μάτι σε επιφυλακή. Δεν πιστεύω πως είναι ανόητο αυτό το επάγγελμα.

Όταν συνήλθα από την έκστασή μου, άκουσα μια διαπεραστική φωνή «-για τον Πρίγκιπα της Ρόμ! Ανοίξτε δρόμο για τον Πρίγκιπα της Ρόμ!»

Ανοιγόκλεισα τα μάτια και κράτησα την ανάσα μου πολεμώντας να διώξω τα τελευταία υπολείμματα αυτοσυγκέντρωσης.

Ένα χρυσοστόλιστο φορείο που το κουβαλούσε μια φάλαγγα αφύλων, εμφανίστηκε στο βάθος του παλατιού κι ερχόταν προς το μέρος μου. Τέσσερις άντρες με τα βαρύτιμα ρούχα και τις λαμπερές μάσκες της συντεχνίας των Αρχόντων συνόδευαν το φορείο, και προπορεύονταν τρεις Αλαφροΐσκιωτοι, κοντόφαρδοι, που τα λαρύγγια τους είχαν διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο που να μοιάζουν με τις φωνητικές συσκευές των βατράχων. Καθώς προχωρούσαν έβγαζαν ένα μεγαλειώδη ήχο σαν σάλπιγγα.

Μου φάνηκε πολύ περίεργο που ένας Πρίγκιπας δεχόταν Αλαφροΐσκιωτους στην υπηρεσία του, έστω και τόσο ταλαντούχους σαν κι αυτούς εδώ.

Το καρότσι μου έκλεινε το δρόμο αυτής της λαμπρής πομπής και προσπάθησα βιαστικά να το κλείσω και να το παραμερίσω, πριν πέσουν πάνω μου. Η ηλικία και ο φόβος έκανε τα δάχτυλά μου να τρέμουν και δεν μπορούσα να κλείσω καλά τις κλειδαριές. Εκεί που παιδευόμουν όλο και πιο αδέξια, έφτασαν τόσο κοντά μου οι καμαρωτοί Αλαφροΐσκιωτοι που ο ήχος των λαρυγγιών τους με ξεκούφαινε κι ο Γκόρμον προσπάθησε να με βοηθήσει, αναγκάζοντας με να του ψιθυρίσω πώς είναι απαγορευμένο σε όποιον δεν ανήκει στη συντεχνία μου να αγγίσει τον εξοπλισμό μου. Τον έσπρωξα πέρα, κι ένα δευτερόλεπτο αργότερα μια εμπροσθοφυλακή ευνούχων έπεσε πάνω μου κι ήταν έτοιμοι να με χτυπήσουν επί τόπου με μαστίγια που άστραφταν.

«Για τ' όνομα της Βουλήσεως», φώναξα. «Είμαι Σκοπός!» Και σαν ηχώ ακούστηκε η βαθιά, ήρεμη, τρομαχτική απάντηση, «Αφήστε τον. Είναι Σκοπός».

Κάθε κίνηση σταμάτησε. Είχε μιλήσει ο Πρίγκιπας της Ρόμ. Oi ευνούχοι αποτραβήχτηκαν. Οι Αλαφροΐσκιωτοι σταμάτησαν τη μουσική τους. Οι βαστάζοι χαμήλωσαν το φορείο ως το πάτωμα. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον κυρίως ναό αποτραβήχτηκαν, εκτός από τον Γκόρμον, την Αβλουέλα κι εμένα. Τα αλυσιδωτά παραπετάσματα του φορείου που στραφτάλιζαν, άνοιξαν. Δύο από τους Αρχοντες έτρεξαν μπροστά κι έχωσαν τα χέρια τους μέσα από το ηχητικό φράγμα, προσφέροντας τη βοήθειά τους στον ηγεμόνα τους. Το φράγμα έσβησε μ' ένα απαλό ζουζούνισμα.

Εμφανίστηκε ο Πρίγκιπας της Ρόμ.

Ήταν τόσο νέος! Δεν ήταν παρά ένα αγόρι, με πλούσια μαύρα μαλλιά, χωρίς μία ρυτίδα στο πρόσωπο. Αλλά είχε γεννηθεί για να κυβερνήσει και παρά τα νιάτα του, ήταν από τους πιο επιβλητικούς ανθρώπους που έχω δει. Τα χείλη του ήταν λεπτά και κάπως σφιγμένα, η γαμψή μύτη του μυτερή κι επιθετική, τα μάτια του, βαθιά και ψυχρά, ήταν σαν απέραντες λίμνες. Φορούσε τα κεντημένα με πολύτιμα πετράδια ρούχα της συντεχνίας των Κυριάρχων, αλλά στο μάγουλό του ήταν χαραγμένος o διπλός σταυρός των Υπερασπιστών και γύρω στο λαιμό του φορούσε τον σκούρο μανδύα των Ενθυμητών. Ένας Κυρίαρχος μπορεί να γραφτεί σε όσες συντεχνίες θέλει, και θα 'ταν πολύ παράξενο για έναν Κυρίαρχο να μην είναι και Υπερασπιστής, αλλά ξαφνιάστηκα που είδα πώς αυτός ο Πρίγκιπας ήταν κι Ενθυμητής. Κανονικά αυτή δεν είναι συντεχνία για τους σκληρούς.

Με κοίταξε με ελάχιστο ενδιαφέρον κι είπε, «Παράξενο μέρος διάλεξες για να εκτελέσεις τη Σκοπιά σου, γέροντα».
«Η ώρα διάλεξε τον τόπο, μεγαλειότατε», απάντησα. «Ήμουν εδώ, και το καθήκον με ανάγκασε. Δεν ήταν δυνατόν να ξέρω πως θα περνούσατε».
«Η Επαγρύπνηση σου δεν ανακάλυψε εχθρούς;»
«Κανένα, Κύριε".

Ήμουν έτοιμος να δοκιμάσω την τύχη μου, να εκμεταλλευθώ την απροσδόκητη εμφάνιση του Πρίγκιπα για να ζητήσω την βοήθειά του. Αλλά το ενδιαφέρον του για μένα έσβησε σαν το κερί, Εκεί που στεκόμουν και δεν τόλμησα να τον φωνάξω όταν είχε πια γυρίσει το κεφάλι. Κοίταξε εξεταστικά τον Γκόρμον, σουφρώνοντας τα φρύδια και χαϊδεύοντας το πηγούνι του. Κι ύστερα το βλέμμα του έπεσε στην Αβλουέλα. Τα μάτια του έλαμψαν. Οι μυς του προσώπου του κινήθηκαν αστραπιαία. Τα λεπτά ρουθούνια του άνοιξαν. «Έλα κοντά, μικρή Ιπτάμενη», είπε γνέφοντας με το δάχτυλό του. «Είσαι φίλη αυτού του Σκοπού; »

Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, έντρομη.

Ο Πρίγκιπας άπλωσε το χέρι κι έσφιξε το δικό της. Εκείνη γλίστρησε προς το φορείο, και μ' ένα χαμόγελο τόσο κακό που έμοιαζε με παρωδία κακίας, ο νεαρός Κυρίαρχος την τράβηξε μέσα από το παραπέτασμα. Αμέσως δύο Αρχοντες αποκατέστησαν το ηχητικό φράγμα, αλλά η πομπή δεν ξεκίνησε. Έμεινα βουβός. Ο Γκόρμον δίπλα μου είχε παγώσει, το δυνατό κορμί του ίσιο σα φλογέρα. Έσπρωξα το καρότσι μου λίγο παράμερα. Πέρασαν λεπτά που φαίνονταν αιώνες. Οι αυλικοί έμεναν σιωπηλοί, αποφεύγοντας με λεπτότητα να κοιτάξουν το φορείο.

Επί τέλους το παραπέτασμα ξανάνοιξε. Η Αβλουέλα βγήκε παραπατώντας, χλωμή, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια βιαστικά. Φαινόταν ζαλισμένη. Πάνω στα μάγουλά της έλαμπαν σταγόνες ίδρώτα. Κόντεψε να πέσει, αλλά ένας ευνούχος την άρπαξε και την έστησε στο πάτωμα. Κάτω από την ζακέτα της τα φτερά της ήταν μισοσηκωμένα, κάνοντάς την να φαίνεται καμπούρα και δίνοντάς μου να καταλάβω πώς βρισκόταν σε τρομερή ψυχική αναστάτωση. Γλιστρώντας λοξά, ήρθε κοντά μας τρέμοντας, αμίλητη. Μου 'ριξε ένα βιαστικό βλέμμα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του Γκόρμον.

Οι βαστάζοι σήκωσαν το φορείο. Ο Πρίγκιπας της Ρόμ βγήκε από το παλάτι του.

Όταν έφυγε, η Αβλουέλα τραύλισε με βραχνή φωνή, «Ο Πρίγκιπας μας παραχώρησε στέγη στον βασιλικό ξενώνα!»

5

Φυσικά, οι υπεύθυνοι του ξενώνα δεν μας πίστεψαν.

Οι φιλοξενούμενοι του Πρίγκιπα μένουν στο βασιλικό ξενώνα που βρίσκεται πίσω από το παλάτι σ' ένα μικρό κήπο με άσπρα λουλούδια κι ανθισμένες φτέρες. Σε τέτοιους ξενώνες συνήθως μένουν Αρχοντες, που και που κανένας Κυρίαρχος. Κανένας ιδιαίτερα σημαντικός Ενθυμητής που ασχολείται με μια συγκεκριμένοι έρευνα, μπορεί να κερδίσει μια γωνίτσα εκεί, ή κάποιος πολύ υψηλά ιστάμενος Υπερασπιστής που επισκέπτεται το μέρος για λόγους στρατηγικού προγραμματισμού. Το να φιλοξενηθεί ένας Ιπτάμενος σε βασιλικό ξενώνα θα ήταν πολύ παράδοξο. Το να επιτραπεί η είσοδος σε Σκοπό θα 'ταν απίθανο. Το να γίνει δεκτός ένας Αλαφροΐσκιωτος ή κάποιος άλλος εξωσυντεχνιακός βρισκόταν έξω από τα όρια του νοητού. Όταν παρουσιαστήκαμε, λοιπόν, μας δέχτηκαν Υπηρέτες που στην αρχή γέλασαν πολύ με το αστείο μας, ύστερα η στάση τους έγινε εκνευρισμός και τέλος περιφρόνηση. «Έξω απ' εδώ», μας είπαν στο τέλος. «Σκουπίδια! Αλήτες!»

Η Αβλουέλα είπε με αυστηρό ύφος, «Ο Πρίγκιπας μας παραχώρησε στέγη εδώ και δεν μπορείτε να μας αρνηθείτε».
«Έξω! Έξω!»

Ένας προγναθικός 'Υπηρέτης έβγαλε ένα νευρο-ρόπαλο και το κούνησε απειλητικά μπροστά στα μούτρα του Γκόρμον, πετώντας μια προσβολή για τους εξωσυντεχνιακούς. Ο Γκόρμον του πέταξε το ρόπαλο απ' το χέρι, αγνοώντας την οδυνηρή επαφή και κλώτσησε τον άνθρωπο στην κοιλιά. Αυτός διπλώθηκε στα δύο, κι έπεσε ξερνώντας. Αμέσως, ένα πλήθος ευνούχων ήρθε τρέχοντας μέσα απ' τον ξενώνα. Ο Γκόρμον άρπαξε έναν άλλο Υπηρέτη και τους τον πέταξε κι αυτοί οπισθοχώρησαν ο ένας πάνω στον άλλο. Οι θυμωμένες κραυγές κι οι βρισιές τράβηξαν την προσοχή ενός σεβάσμιου Γραφέα που ήρθε στην πόρτα βαρύς, επέβαλε σιωπή με βροντερή φωνή και μας ανέκρινε. «Αυτό μπορούμε πολύ εύκολα να το ελέγξουμε», είπε όταν η Αβλουέλα του διηγήθηκε την ιστορία. Σ' έναν Υπηρέτη είπε περιφρονητικά, «Στείλε μια σκέψη στους Καταχωρητές αμέσως! »

Σε λίγο η σύγχυση είχε ξεδιαλυθεί και μας δέχτηκαν μέσα. Μας έδωσαν ξεχωριστά αλλά συνεχόμενα δωμάτια. Δεν είχα ξαναδεί τόση πολυτέλεια ποτέ μου, και μάλλον δε θα ξαναδώ. Τα δωμάτια ήταν μακριά, ψηλοτάβανα και βαθιά. Έμπαινε κανείς μέσα από τηλεσκοπικούς διαδρόμους, προσαρμοσμένους στη θερμική απόδοση του καθενός, για να εξασφαλίζεται η ιδιωτικότητα. Με το παραμικρό νεύμα του ένοίκου, άναβαν φώτα, γιατί κρεμασμένες από το ταβάνι ή μισοκρυμένες σε κόγχες στους τοίχους υπήρχαν βελόνες φωτός υποδουλωμένου από κάποιο κόσμο των Λαμπρών Αστρων, εκπαιδευμένου από τη δυστυχία να υπάκουει σε τέτοιες διαταγές. Τα παράθυρα έρχονταν κι έφευγαν σύμφωνα με τα καπρίτσια του ένοικου. Όταν δεν χρησιμοποιούνταν, τα έκρυβαν ευαίσθητες ταινίες εξωκοσμικής γάζας που όχι μόνο ήταν διακοσμητικές αλλά λειτουργούσαν και σαν όργανα παραγωγής ευχάριστων μυρωδικών σύμφωνα με τις απαιτήσεις του καθενός. Τα δωμάτια ήταν εφοδιασμένα με ατομικούς σκούφους σκέψης συνδεδεμένους με τις κύριες τράπεζες μνήμης. Είχαν επίσης αγωγούς που καλούσαν Υπηρέτες, Γραφείς, Καταχωρητές, ή Μουσικούς κατά βούληση. Φυσικά, ένας άνθρωπος της δικής μου ανθρώπινης συντεχνίας δε θα τολμούσε να χρησιμοποιήσει άλλα ανθρώπινα όντα μ' αυτό τον τρόπο, από φόβο μην προκαλέσει τη βλοσυρή τους μνησικακία. Κι εξ άλλου δε μου χρειάζονταν καθόλου.

Δε ρώτησα την Αβλουέλα τι είχε συμβεί στο φορείο του Πρίγκιπα για να προκαλέσει τέτοια γενναιοδωρία. Μπορούσα πολύ καλά να το φανταστώ, όπως μπορούσε κι ο Γκόρμον, που μόλις κατάφερνε να κρύψει την οργή του, φανερό σημάδι του ανομολόγητου ερωτά του για τη χλωμή, λιγνή μικρή μου Ιπτάμενη.

Βολευτήκαμε. Έβαλα το καρότσι μου δίπλα στο παράθυρο, το σκέπασα με γάζες και το άφησα έτοιμο για την επόμενη Σκοπιά μου. Καθάρισα στο σώμα μου από τη σκόνη, ενώ εντοιχισμένες υπάρξεις μου τραγουδούσαν γαληνεύοντάς με. Αργότερα έφαγα. Ύστερα ήρθε κοντά μου η Αβλουέλα, δροσερή, ξεκούραστη κι έκατσε δίπλα μου και κουβεντιάσαμε ήσυχα για τις τελευταίες εμπειρίες μας.

Ο Γκόρμον δεν εμφανίστηκε για ώρες. Μου πέρασε η ιδέα πώς είχε φύγει από τον ξενώνα, βρίσκοντας την όλη ατμόσφαιρα υπερβολικά εκλεπτυσμένη κι αναζήτησε τη συντροφιά των όμοιων του Εξωσυντεχνιακών. Αλλά όταν το σούρουπο η Αβλουέλα κι εγώ περπατούσαμε στην εσωτερική αυλή του ξενώνα κι ανεβήκαμε σε μια ράμπα για να δούμε τα άστρα που έβγαιναν στον ουρανό της Ρόμ, ο Γκόρμον ήταν εκεί. Μαζί του ήταν ένας λιπόσαρκος, σκελετωμένος άνθρωπος που φορούσε μανδύα Ενθυμητή. Μιλούσαν σε χαμηλούς τόνους.

Ο Γκόρμον κούνησε το κεφάλι προς το μέρος μου κι είπε, «Σκοπέ, έλα να γνωρίσεις τον καινούριο φίλο μου».

Ο άλλος έπιασε τον μανδύα του, «Είμαι ο Ενθυμητής Βασίλειος», απάγγειλε, με μια φωνή λεπτή σαν αποτοιχισμένη τοιχογραφία. «Ήρθα από την Παρισία για να μελετήσω τα μυστήρια της Ρόμ. Θα μείνω εδώ πολλά χρόνια».

«Ο Ενθυμητής έχει να πει ωραίες ιστορίες», είπε ο Γκόρμον. «Είναι από τους καλύτερους της συντεχνίας του. Τώρα που ερχόσαστε μου περιέγραφε τις μεθόδους με τις όποίες αποκαλύπτεται το παρελθόν. Ανοίγουν μια τάφρο μέσα από τα στρώματα του Τρίτου Κύκλου, κατάλαβες, και με αναρροφητικούς πυρήνες βγάζουν τα μόρια του χώματος για να αποκαλύψουν τα αρχαία στρώματα».

«Βρήκαμε», είπε ο Βασίλειος, «τις κατακόμβες της Αυτοκρατορικής Ρόμ και τα μπάζα της Εποχής της Εκκαθαρίσεως, και βιβλία γραμμένα πάνω σε φύλλα λευκού μετάλλου, από το τέλος περίπου του Δεύτερου Κύκλου. Όλα αυτά πηγαίνουν στην Παρισία για μελέτη, ταξινόμηση κι αποκρυπτογράφηση. Ύστερα επιστρέφονται. Το παρελθόν σ' ενδιαφέρει, Σκοπέ; »

«Αρκετά». Χαμογέλασα. «Τούτος εδώ ο Αλαφροΐσκιωτος δείχνει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον. Μερικές φορές υποπτεύομαι την αυθεντικότητα του. Εσύ θα μπορούσες να αναγνωρίσεις ένα μεταμφιεσμένο Ενθυμητή;»

Ο Βασίλειος εξέτασε τον Γκόρμον, σταματώντας στα παράδοξα χαρακτηριστικά του προσώπου, το υπερβολικά μυώδες κορμί. «Δεν είναι Ενθυμητής», είπε τελικά. «Αλλά συμφωνώ πως έχει αρχαιοδιφικά ενδιαφέροντα. Μου έκανε ερωτήσεις με πολύ βάθος».
«Δηλαδή;»
«Θέλει να μάθει την προέλευση των συντεχνιών. Ρωτά το όνομα του γενετικού χειρούργου που δημιούργησε τους πρώτους καθαρόαιμους Ιπτάμενους. Αναρωτιέται γιατί υπάρχουν Αλαφροΐσκιωτοι, κι αν είναι πραγματικά καταραμένοι από τη Βούληση».
Και ξέρεις να απαντήσεις σ' αυτά;» ρώτησα.
«Σε μερικά», είπε ο Βασίλειος. «Σε μερικά».

«Η προέλευση των συντεχνιών;»
«Για να δώσουν σχήμα και νόημα σε μια κοινωνία που γνώρισε την ήττα και την καταστροφή», είπε ο Ενθυμητής. «Στο τέλος του Δεύτερου Κύκλου όλα ήταν ρευστά. Κανείς δεν ήξερε τη θέση του ή τον προορισμό του. Μέσα στον κόσμο μας περιδιάβαιναν υπεροπτικοί εξωγήινοι που μας θεωρούσαν όλους ανάξιους. Ήταν απαραίτητο να εδραιωθούν σταθερά πλαίσια αναφοράς με τα όποία να ξέρει ο καθένας την αξία του σε σχέση με τον άλλο. Κι έτσι εμφανίστηκαν οι πρώτες συντεχνίες: οι Κυρίαρχοι, οι Αρχοντες, οι Έμποροι, οι Χειροτέχνες, οι Πωλητές κι οι Υπηρέτες. Ύστερα δημιουργήθηκαν οι Γραφείς, οι Μουσικοί, οι Γελωτοποιοί και οι Μεταφορείς. Τότε έγιναν απαραίτητοι οι Καταχωρητές, κι ύστερα οι Σκοποί και οι Υπερασπιστές. Όταν η εποχή της Μαγείας μας έδωσε τους Ιπτάμενους και τους Αλαφροΐσκιωτους, προστέθηκαν κι αυτές οι συντεχνίες. Κι ύστερα δημιουργήθηκαν οι εξωσυντεχνιακοί, οι άφυλοι, για να -»
«Ναι αλλά κι οι Αλαφροΐσκιωτοι είναι εξωσυντεχνιακοί!» είπε η Αβλουέλα.

Ο Ενθυμητής την κοίταξε για πρώτη φορά. «Ποια είσαι εσύ;»

«Η Αβλουέλα των Ιπτάμενων. Ταξιδεύω με αυτόν τον Σκοπό και τον Αλαφροΐσκιωτο».

Ο Βασίλειος συνέχισε: «Όπως έλεγα στον Αλαφροΐσκιωτο απ' εδώ, τον πρώτο καιρό οι όμοιοί του ήταν συντεχνιακοί. Η συντεχνία διαλύθηκε πριν από χίλια χρόνια με διαταγή του Συμβουλίου των Κυριάρχων, ύστερα από την απόπειρα μιας αισχρής ομάδας Αλαφροΐσκιωτων να καταλάβουν τους άγιους τόπους της Γιορσλήμης. Από τότε οι Αλαφροΐσκιωτοι είναι εξωσυντεχνιακοί, ένα σκαλί πιο πάνω από τους άφυλους». «Δεν το ήξερα αυτό», είπα.

«Δεν είσαι Ενθυμητής», είπε ο Βασίλειος αυτάρεσκα. «Είναι δική μας δουλειά να αποκαλύπτουμε το παρελθόν».
«Σωστά. Σωστά».
«Και πόσες συντεχνίες υπάρχουν σήμερα;» ρώτησε ο Γκόρμον.

Βρέθηκε σε δύσκολη θέση ο Βασίλειος και απάντησε αόριστα: «Τουλάχιστον εκατό, φίλε μου. Μερικές είναι πολύ μικρές. Αλλες είναι τοπικές. Εγώ ασχολούμαι μόνο με τις πρώτες συντεχνίες και τους άμεσους διαδόχους τους. Αυτά που συνέβηκαν τις τελευταίες εκατονταετίες αφορούν άλλους. Θέλεις να κάνω μια αίτηση για πληροφορίες;»
«Δεν πειράζει», είπε ο Γκόρμον. «Ήταν μια επιπόλαιη ερώτηση».
«Η περιέργειά σου είναι πολύ αναπτυγμένη», είπε ο Ενθυμητής.
«Ο κόσμος και όλα όσα περιέχει μου φαίνονται πολύ γοητευτικά. Απαγορεύεται αυτό;»
«Είναι παράξενο, απλώς», είπε ο Βασίλειος. «Οι εξωσυντεχνιακοί σπάνια βλέπουν πέρα από τους δικούς τους ορίζοντες».

6

Παρουσιάστηκε ένας Υπηρέτης. Γονάτισε μπροστά στην Αβλουέλα και είπε με δέος και περιφρόνηση μαζί, «Ο Πρίγκιπας επέστρεψε. Επιθυμεί τη συντροφιά σας στο παλάτι τώρα».

Στα μάτια της Αβλουέλα άστραψε ο τρόμος. Αλλά το να αρνηθεί ήταν αδιανόητο. «Να έρθω μαζί σας;» ρώτησε.
«Ναι, παρακαλώ. Πρέπει να ντυθείτε επίσημα και να αρωματισθείτε. Επιθυμεί να πάτε κοντά του με τα φτερά σας ανοικτά, επίσης».

Η Αβλουέλα έγνεψε ναι. Ό Υπηρέτης την πήρε μαζί του: Μείναμε ακόμα λίγο στη ράμπα. Ο Ενθυμητής Βασίλειος μιλούσε για τα περασμένα, εγώ άκουγα, κι ο Γκόρμον προσπαθούσε να δει μέσα στο σκοτάδι που πύκνωνε. Τελικά, αφού στέγνωσε ο λαιμός του, ο Ενθυμητής ζήτησε συγγνώμη κι έφυγε αργά και μεγαλόπρεπα. Λίγα λεπτά αργότερα, μια πόρτα άνοιξε στην αυλή που βρισκόταν κάτω από τη δική μας κι εμφανίστηκε η Αβλουέλα, περπατώντας σαν να άνήκε στη συντεχνία των Υπνοβατών κι όχι των Ιπτάμενων.

Ήταν γυμνή, και το εύθραυστο κορμί της αντανακλούσε τη χλωράδα των άστρων. Τα φτερά της ήταν απλωμένα κι έπαλλαν αργά σε μια μελαγχολική συστολή και διαστολή.

Ένας Υπηρέτης από τη μια κι άλλος από την άλλη της κρατούσαν τους αγκώνες. Έμοιαζαν να την κυλάνε προς το παλάτι, σα να ήταν ένα φανταστικό ομοίωμα του εαυτού της κι όχι αληθινή γυναίκα.

«Πέτα, Αβλουέλα, πέτα», ψιθύρισε ο Γκόρμον. «Ξέφυγε τώρα που ακόμα μπορείς! »
Εκείνη εξαφανίστηκε μέσα σε μια πλαϊνή πόρτα του παλατιού. Ο Αλαφροΐσκιωτος γύρισε και με κοίταξε. «Πουλήθηκε στον Πρίγκιπα για να μας εξασφαλίσει στέγη».
«Έτσι φαίνεται».
«Μου 'ρχεται να το γκρεμίσω αυτό το παλάτι!»
«Την αγαπάς;»
«Εσύ τι λες;»
«Να γιατρευτείς», τον συμβούλεψα. «Είσαι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, αλλά και πάλι μια Ιπταμένη δεν είναι για σένα. Ιδίως μια 'Ιπτάμενη που μοιράστηκε το κρεβάτι του Πρίγκιπα της Ρόμ».
«Φεύγει από την αγκαλιά μου και πάει στη δική του».
Ζαλίστηκα. «Κάνατε έρωτα;»
«Πολλές φορές», είπε χαμογελώντας μελαγχολικά. «Τη στιγμή της έκστασης τα φτερά της χτυπούν σαφύλλα στην καταιγίδα». Φούχτιασα τα κάγκελα του παραπέτου για να μην πέσω στην αυλή. Τα άστρα πάνω απ' το κεφάλι μου στριφογύριζαν. Το παλιό φεγγάρι και oι δύο μουντοί σύντροφοί του χοροπηδούσαν. Ήμουν αναστατωμένος χωρίς καλά - καλά να καταλαβαίνω γιατί. Μήπως ήταν οργή που ο Γκόρμον τόλμησε να παραβεί ένα νόμο; Μήπως έβγαιναν στην επιφάνεια εκείνα τα ψευτο-πατρικά αισθήματα που έτρεφα για την Αβλουέλα; Η μήπως ήταν απλούστατα ζήλια που ο Γκόρμον τόλμησε να διαπράξει ένα αμάρτημα πέρα από τις ικανότητες μου, αλλά όχι και πέρα από τις επιθυμίες μου;

«Μπορούν να σου κάψουν το μυαλό γι' αυτό», είπα. «Ή να κατακόψουν την ψυχή σου. Και τώρα με κάνεις συνεργό σου».
«Και τι μ' αυτό; Αυτός ο Πρίγκιπας διατάσσει και παίρνει άλλοι όμως έφτασαν εκεί πριν απ' αυτόν. Έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον».
«Φτάνει. Φτάνει».
«Αραγε θα την ξαναδούμε; »
«Οι Πρίγκιπες βαριούνται γρήγορα τις γυναίκες τους. Λίγες μέρες, ίσως και μια νύχτα μόνο - κι ύστερα θα μας την πετάξει πίσω. Κι ίσως τότε να πρέπει να φύγουμε από αυτόν τον ξενώνα». Αναστέναξα. «Τουλάχιστον θα 'χουμε ζήσει σ' αυτόν λίγο περισσότερο απ' όσο έχουμε δικαίωμα».
«Που θα πας τότε;» ρώτησε ο Γκόρμον.

«Θα μείνω για λίγο στη Ρόμ».
«Ακόμα κι αν κοιμάσαι στους δρόμους; Δε φαίνεται να υπάρχει μεγάλη ζήτηση για Σκοπούς εδώ».
«Θα τα βγάλω πέρα», είπα. «Ύστερα μπορεί να πάω στην Παρισία».
«Για να μαθητεύσεις στους Ενθυμητές;»
«Για να δω την Παρισία. Εσύ τι θα κάνεις; Τι θέλεις στη Ρόμ;»
«Την Αβλουέλα».
«Σταμάτα αυτή την κουβέντα! »
«Πολύ καλά», είπε και το χαμόγελό του ήταν πικρό. «Αλλά θα μείνω εδώ ώσπου να τελειώσει μαζί της ο Πρίγκιπας. Ύστερα θα είναι δική μου, και θα βρούμε τρόπο να επιβιώσουμε. Οι εξωσυντεχνιακοί είναι πολυμήχανοι. Από ανάγκη. Μπορεί να σουφρώσουμε τίποτα στη Ρόμ, κι ύστερα να σε ακολουθήσει στην Παρισία. Αν θέλεις φυσικά να ταξιδεύεις με τέρατα κι άπιστες Ιπτάμενες».
Σήκωσα τους ώμους. «Αυτό θα το δούμε όταν έρθει η ώρα».

«Έκανες ποτέ παρέα μ' έναν Αλαφροiσκιωτο;»
«Όχι συχνά, Όχι για πολύ».
«Με τιμάς». Χτύπησε τα δάχτυλα στο παραπέτο. «Μη με διώξεις, Σκοπέ. Έχω λόγους να θέλω να μείνω μαζί σου».
«Τι λόγους; »
«Να δω το πρόσωπό σου την ήμέρα που θα σου πουν οι μηχανές σου ότι άρχισε η εισβολή στη Γη».
Έγειρα μπροστά, οι ώμοι μου καμπούριασαν. «Τότε θα μείνεις μαζί μου πολύ καιρό».
«Δεν πιστεύεις πώς οι εισβολείς έρχονται; »
«Κάποτε. Όχι πολύ σύντομα».
Ο Γκόρμον γέλασε ειρωνικά. «Κάνεις λάθος. Σχεδόν έφτασαν».
«Δε με διασκεδάζεις».
«Τι έπαθες, Σκοπέ; Έχασες την πίστη σου; Χίλια χρόνια τώρα το ξέρουμε: μια άλλη φυλή εποφθαλμιά τη Γη, της ανήκει με συνθήκη και μια μέρα θα 'ρθει να την πάρει. Αυτό αποφασίστηκε στο τέλος του Δεύτερου Κύκλου».
«Τα ξέρω αυτά, κι ας μην είμαι Ενθυμητής». Ύστερα γύρισακαι του είπα κάτι που δεν φαντάστηκα ποτέ μου πώς θάλεγα δυνατά. «Όσο έζησες εσύ, Αλαφροΐσκιωτε, κι άλλο τόσο, αφουγκράζομαι τ' άστρα κι εκτελώ τη Σκοπιά μου. Όταν κάνεις κάτι τόσον καιρό, χάνει το νόημά του. Πες το ίδιο σου το όνομα δέκα χιλιάδες φορές και θα σου φανεί κενός ήχος. Έχω φυλάξει Σκοπιά, και φύλαξα καλά, και στις σκοτεινές ώρες της νύχτας καμιά φορά μου φαίνεται πώς Επαγρυπνώ για το τίποτα, πως η ζωή μου πήγε χαμένη. Η Σκοπιά δίνει μια πραγματική χαρά, αλλά ίσως να μην έχει κανένα προορισμό».

Το χέρι του έσφιξε τον καρπό μου. «Η εξομολόγηση σου είναι τόσο τρομακτική όσο και η δική μου. Κράτα την πίστη σου, Σκοπέ. Η εισβολή είναι στο δρόμο!»
«Πώς είναι δυνατόν να το ξέρεις;»
«Έχουν και οι εξωσυντεχνιακοί τις ικανότητες τους».
Η συζήτηση μ' ενοχλούσε. «Είναι οδυνηρό να είσαι εξωσυντεχνιακός;» ρώτησα.
«Προσαρμόζεται κανείς. Κι ύστερα υπάρχουν ορισμένες ελευθερίες που αντισταθμίζουν την έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης. Μπορώ να μιλώ ελεύθερα σε όλους».
«Το πρόσεξα».
«Κινούμαι ελεύθερα. Έχω πάντα εξασφαλισμένη τροφή και στέγη, έστω κι αν η τροφή μπορεί να είναι σάπια και η στέγη φτωχή. Οι γυναίκες με κυνηγούν παρ' όλες τις απαγορεύσεις. Εξ αιτίας τους, ίσως, δεν περιορίζομαι από φιλοδοξίες».
«Δεν επιθύμησες ποτέ σου να ανέβεις πιο ψηλά από την τάξη σου; »
«Ποτέ».

«Ίσως να 'σουν πιο ευτυχισμένος σαν Ενθυμητής».
«Και τώρα είμαι ευτυχισμένος. Μπορώ να έχω τις απολαύσεις ενός Ενθυμητή χωρίς τις ευθύνες του».
«Τι περήφανος που είσαι!» φώναξα. «Κάνεις την εξωσυντεχνιακή κατάσταση να φαίνεται σαν προτέρημα!»
«Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να αντέξει το βάρος της Βούλησης;» Κοίταξε προς το παλάτι. «Οι ταπεινοί ανυψώνονται. Οι ισχυροί πέφτουν. Πάρτο αυτό σαν προφητεία, Σκοπέ: αυτός o δυνατός Πρίγκιπας θα μάθει τη ζωή καλύτερα πριν μπει το καλοκαίρι. Θα του βγάλω τα μάτια που μου την πήρε!»
«Μεγάλα λόγια. Οι φλυαρίες σου μυρίζουν προδοσία απόψε».
«Πάρτο σαν προφητεία».
«Δεν μπορείς να τον πλησιάσεις», είπα. Κι ύστερα, ενοχλημένος που έπαιρνα στα σοβαρά τις ανοησίες του, πρόσθεσα, «Και γιατί του βρίσκεις φταίξιμο; Κάνει ό,τι κάνουν όλοι οι πρίγκιπες. Να βρεις φταίξιμο στο κορίτσι που πήγε μαζί του. Μπορούσε να είχε αρνηθεί».
«Και να χάσει τα φτερά της. Ή να πεθάνει. Όχι, δεν είχε εκλογή. Ενώ εγώ έχω!» Ξαφνικά, με μια τρομαχτική χειρονομία ο Αλαφροΐσκιωτος έτεινε τον αντίχειρα και τον δείκτη, με τα μακριά νύχια, βυθίζοντάς τους σε φανταστικά μάτια. «Περίμενε», είπε, «και θα δεις!»

Στην αυλή, δύο Χρονομάντεις ήρθαν κι έστησαν το μηχανισμό της συντεχνίας τους, ανάβοντας κεριά για να διαβάσουν τη μορφή του αύριο. Μία αηδιαστική μυρωδιά χλωμού καπνού έφτασε στα ρουθούνια μου. Δεν είχα πια όρεξη για άλλη συζήτηση με τον Αλαφροΐσκιωτο.

«Είναι αργά, είπα. «Θέλω να ξεκουραστώ και σύντομα πρέπει να εκτελέσω τη Σκοπιά μου».
«Να την εκτελέσεις με προσοχή», μου είπε ο Γκόρμον.

7

Στο δωμάτιό μου το βράδυ, φύλαξα την τέταρτη και τελευταία Σκοπιά εκείνης της μακριάς μέρας, και για πρώτη φορά στη ζωή μου διέκρινα κάποια ανωμαλία. Δεν μπορούσα να την ερμηνεύσω. Ήταν μια περίεργη αίσθηση, ένα μείγμα γεύσεων και ήχων, ένιωθα σα να βρισκόμουν σε επαφή με μια κολοσσιαία μάζα. Ανήσυχος, προσκολλήθηκα στα όργανά μου πολύ περισσότερη ώρα από συνήθως, αλλά στο τέλος της βάρδιας μου δεν είχα ξεκαθαρίσει τίποτα.

Αργότερα αναλογιζόμουν τις υποχρεώσεις μου.

Οι Σκοποί εκπαιδεύονται από τα παιδικά τους χρόνια πώς να δώσουν γρήγορα το σήμα του συναγερμού. Το σήμα πρέπει να δοθεί όταν ο Σκοπός κρίνει πώς ο κόσμος βρίσκεται σε κίνδυνο. Ήμουν υποχρεωμένος τώρα να ειδοποιήσω τους Υπερασπιστές; Τέσσερις φορές στη ζωή μου είχε σημάνει συναγερμός, και τις τέσσερις κατά λάθος. Όλοι οι Σκοποί που προκάλεσαν αυτές τις επιστρατεύσεις είχαν υποστεί μια τρομακτική απώλεια γοήτρου. Ο ένας πρόσφερε τον εγκέφαλο του στις τράπεζες μνήμης. Αλλος ευνουχίστηκε από ντροπή. Αλλος έσπασε τα όργανά του και πήγε να ζήσει μαζί με τους εξωσυντεχνιακούς. Και o τελευταίος, προσπαθώντας μάταια να συνεχίσει το επάγγελμα του, κατάντησε περίγελος όλων των συναδέλφων του. Δεν έβρισκα κανένα λόγο να περιφρονήσω κάποιον που έδωσε το σήμα συναγερμού κατά λάθος: δεν ήταν προτιμότερο να βιαστεί ένας Σκοπός παρά να μην ειδοποιήσει καθόλου; Αυτά όμως ήταν τα έθιμα της συντεχνίας μας και ήμουν υποχρεωμένος να τα δεχτώ.

Ζύγισα τα πράγματα κι αποφάσισα πώς δεν είχα βάσιμους λόγους να σημάνω συναγερμό.

Σκέφτηκα πώς είχα επηρεαστεί από τον Γκόρμον εκείνο το βράδυ. Οι υποψίες μου μπορεί να ήταν μια αντίδραση στις ειρωνείες του σχετικά με μια επικείμενη εισβολή.

Δεν μπορούσα να ενεργήσω. Δεν τολμούσα να διακινδυνεύσω τη θέση μου με μια βεβιασμένη ειδοποίηση. Δεν εμπιστευόμουν την ψυχική μου κατάσταση.

Δεν έδωσα το σήμα.

Με την ψυχή μου ταραγμένη, σε αναβρασμό, έκλεισα το καρότσι μου και βυθίστηκα σ' ένα βαθύ ύπνο.

Ξύπνησα την αυγή κι έτρεξα στο παράθυρο, περιμένοντας να δω εισβολείς στους δρόμους. Αλλά όλα ήταν ήσυχα. Μία χειμωνιάτικη μελαγχολία κρεμόταν στον αέρα, και στην αυλή αγουροξυπνημένοι Υπηρέτες πρόσταζαν απαθέστατους ευνούχους. Ανήσυχος, έκανα την πρώτη μου Σκοπιά της ημέρας, και για μεγάλη μου ανακούφιση τα παράξενα σημάδια της προηγούμενης νύχτας δεν ξαναεμφανίστηκαν, αν και το ξέρω πώς η ευαισθησία μου είναι πολύ μεγαλύτερη τη νύχτα παρά νωρίς το πρωί.

Έφαγα και βγήκα στην αυλή. Ο Γκόρμον κι η Αβλουέλα ήταν κιόλας εκεί. Εκείνη φαινόταν κουρασμένη κι άκεφη, άδεια ύστερα από τη νύχτα της με τον Πρίγκιπα της Ρόμ, αλλά δεν της είπα τίποτα γι' αυτό. Ο Γκόρμον έγερνε με υπεροψία πάνω σ' ένα τοίχο στολισμένο με τα όστρακα από λαμπερά μαλάκια.

«Πώς πήγε η Σκοπιά σου;» με ρώτησε.
«Αρκετά καλά».
«Τι θα κάνεις σήμερα; »
«θα τριγυρίσω στη Ρόμ», είπα. «Θέλετε να 'ρθείτε; Αβλουέλα; Γκόρμον; »
«Βέβαια», είπε αυτός κι εκείνη έγνεψε ναι, αχνά, και σαν τουρίστες που ήμαστε, ξεκινήσαμε να γνωρίσουμε την έξοχη πόλη της Ρόμ.

Ο Γκόρμον μας ξεναγούσε στο μπερδεμένο παρελθόν της Ρόμ, φανερό σημάδι πώς έλεγε ψέματα όταν ισχυριζόταν πώς την έβλεπε για πρώτη φορά. Περιέγραφε τα πράγματα που βλέπαμε περπατώντας στους στριφογυριστούς δρόμους καλύτερα από Ενθυμητή. Όλα τα σκόρπια επίπεδα χιλιάδων χρόνων ήταν εκτεθειμένα. Είδαμε τους τρούλους ενέργειας του Δεύτερου Κύκλου, και το Κολοσσιαίου, όπου σε μια απίστευτα αρχαία εποχή άνθρωποι και θηρία πάλευαν σαν πλάσματα της ζούγκλας. Μέσα στο σπασμένο κέλυφος εκείνου του κτιρίου του τρόμου, o Γκόρμον μας μίλησε για τα άγρια ήθη εκείνης της απίστευτα μακρινής εποχής. «Πάλευαν», είπε, «γυμνοί μπροστά σε τεράστια πλήθη. Αοπλοι άνθρωποι προκαλούσαν κάτι άγρια ζώα που τα έλεγαν λιοντάρια, κάτι μεγάλες μαλλιαρές γάτες με φουσκωμένα κεφάλια. Κι όταν το λιοντάρι έπεφτε πια μέσα στο αίμα του, ο νικητής γύριζε στον Πρίγκιπα της Ρόμ και ζητούσε να του συγχωρεθεί το έγκλημα που τον είχε στείλει στην αρένα. Κι αν είχε πολεμήσει καλά, ο Πρίγκιπας έκανε μια χειρονομία, κι o άνθρωπος ήταν ελεύθερος». Ο Γκόρμον αναπαράστησε τη χειρονομία: ένα τίναγμα προς τα πάνω και πίσω του αντίχειρα. «Αλλά αν ο άνθρωπος είχε δείξει δειλία η αν το λιοντάρι είχε διακριθεί στο θάνατό του, ο Πρίγκιπας έκανε μια άλλη χειρονομία και ο άνθρωπος καταδικαζόταν να σκοτωθεί από άλλο θηρίο». Ο Γκόρμον μας έδειξε κι αυτή την χειρονομία: το μεσαίο δάχτυλο προτεταμένο μέσα από μια σφιγμένη γροθιά, σε μια γρήγορη, απότομη κίνηση.

«Πώς τα ξέρουμε Αυτά τα πράγματα;" ρώτησε η Αβλουέλα, αλλά ο Γκόρμον έκανε πώς δεν την άκουσε.

Είδαμε τη γραμμή των χαλύβδινων στύλων τήξεως, που κατασκευάστηκαν στις αρχές του Τρίτου Κύκλου για να αντλούν ενέργεια από τον πυρήνα της Γης. Λειτουργούσαν ακόμα, αλλά φαίνονταν παλιοί και διαβρωμένοι. Είδαμε το θρυψαλιασμένο κούτσουρο μιας μετεωρολογικής μηχανής του Δεύτερου Κύκλου, που στεκόταν ακόμα σαν γιγάντια κολόνα, τουλάχιστον είκοσι άντρες ψηλή. Είδαμε ένα λόφο που πάνω του φύτρωναν άσπρα μαρμάρινα απομεινάρια του Πρώτου Κύκλου της Ρόμ, σαν χλωμοί βλαστοί χειμωνιάτικων νεκρολούλουδων. Εισχωρήσαμε στο εσωτερικό τμήμα της πόλης και βρεθήκαμε στο ανάχωμα από αμυντικούς ενισχυτές, που περίμεναν έτοιμοι να εκσφενδονίσουν όλο τον αντίκτυπο της Βουλήσεως εναντίον των εισβολέων. Είδαμε μια αγορά, όπου επισκέπτες από τα άστρα παζάρευαν με χωριάτες αρχαία σπαράγματα. Ο Γκόρμον χώθηκε μέσα στο πλήθος κι αγόρασε αρκετά πράματα. Φτάσαμε σ' ένα μαγαζί κρέατος για επισκέπτες από μακριά, όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει οτιδήποτε από ψευτο-ζωικά μέχρι βουνά από παγωτό πεπόνι. Φάγαμε σ' ένα μικρό εστιατόριο στην όχθη του ποταμού Τβέρ, όπου σέρβιραν εξωσυντεχνιακούς χωρίς πολλή ευγένεια. Ο Γκόρμον μας έπεισε να δοκιμάσουμε κάτι σωρούς από μαλακή ζυμαρωτή ουσία.

Ύστερα περάσαμε μέσα από μια σκεπασμένη στοά με πολλούς διαδρόμους, όπου χοντροί Πωλητές διαλαλούσαν εμπορεύματα από τα άστρα, ακριβά μπιχλιμπίδια από την Αφρική και φτηνά κατασκευάσματα των ντόπιων Χειροτεχνιών. Βγήκαμε σε μια πλατεία που είχε ένα σιντριβάνι σε σχήμα βάρκας. Πίσω του μια πέτρινη, ραγισμένη, μισογκρεμισμένη σκάλα ανέβαζε σε μια ζώνη από μπάζα κι αγριόχορτα. Ο Γκόρμον μας έγνεψε να τον ακολουθήσουμε και σκαρφαλώσαμε σ' αυτή τη θλιβερή περιοχή. Την περάσαμε γρήγορα για να φτάσουμε σ' ένα μεγαλόπρεπο παλάτι, που από την εμφάνιση του φαινόταν να ανήκει στον πρώιμο Δεύτερο Κύκλο ή ακόμα και τον Πρώτο και δέσποζε σ' ένα πυκνοφυτεμένο λόφο.

«Λένε πως αυτό είναι το κέντρο του κόσμου», δήλωσε o Γκόρμον. «Στη Γιορσλήμη βρίσκεται άλλο ένα μέρος που διεκδικεί τον ίδιο τίτλο. Είναι σημειωμένο εδώ σ' ένα χάρτη».
«Πώς μπορεί ο κόσμος να έχει ένα κέντρο», ρώτησε η Αβλουέλα, «αφού είναι σφαίρα;»
Ο Γκόρμον γέλασε. Μπήκαμε μέσα. Μέσα σε χειμωνιάτικο σκοτάδι στεκόταν μια κολοσσιαία σφαίρα που τη φώτιζε κάποια εσωτερική λάμψη.
«Αυτός είναι ο κόσμος σου», είπε ο Γκόρμον με μια μεγαλόπρεπη χειρονομία.
«Ω!» είπε η Αβλουέλα με κομμένη την ανάσα. «Όλα! Όλα είναι εδώ! »

Ο χάρτης ήταν ένα αριστούργημα τεχνικής. Έδειχνε τα φυσικά περιγράμματα και τα υψώματα του εδάφους. Οι θάλασσες φαίνονταν σαν βαθιές, υγρές λιμνούλες. Οι έρημοι ήταν τόσο πυρακτωμένες που να σε κάνουν να νιώθεις δίψα. Οι πολιτείες έσφυζαν από ζωή. Διέκρινα τις ηπείρους: την Αϋρώπη, την Αφρίκη, την Αϊσια, τη Στραλύα. Είδα τον όγκο του Γήινου Ωκεανού. Διέσχισα τη χρυσαφένια έκταση της Γήινης Γέφυρας, που την είχα περάσει με τα πόδια, με τόσο κόπο πριν λίγο καιρό. Η Αβλουέλα έτρεξε μπροστά κι έδειξε τη Ρόμ, τη Γιορσλήμη, την Παρισία. Χτύπησε ελαφριά τη σφαίρα στα ψηλά βουνά της 'Ινδης κι είπε απαλά: «εδώ γεννήθηκα, εδώ που ζουν τα χιόνια, και τα βουνά αγγίζουν τα φεγγάρια. Εδώ έχουν το βασίλειό τους οι Ιπτάμενοι». Με το δάχτυλο ακολούθησε την πορεία ως την Πάρσια και πέρα από κει στην τρομερή Αρβιακή Έρημο και στην Αγυπτη. «Έτσι πέταξα. Νύχτα, όταν ενηλικιώθηκα. Όλοι πρέπει να πετάξουμε, κι εγώ ήρθα εδώ. Εκατό φορές νόμισα πώς θα πέθαινα. Εδώ, εδώ στην έρημο, η άμμος έμπαινε στο λαρύγγι μου καθώς πετούσα, χτυπούσε στα φτερά μου - αναγκάστηκα να κατέβω κι έμεινα ξαπλωμένη γυμνή πάνω στην καυτή άμμο για μέρες. Ένας Ιπτάμενος με είδε και με λυπήθηκε, κατέβηκε, με σήκωσε κι όταν βρέθηκα ψηλά, ξαναγύρισε η δύναμή μου και πετάξαμε μαζί προς την Αγυπτη. Κι εκείνος πέθανε πάνω από τη θάλασσα. Η ζωή του σταμάτησε, αν και ήταν νέος και γερός κι έπεσε μέσα στη θάλασσα και πέταξα κάτω για να είμαι μαζί του και το νερό ήταν ζεστό ακόμα και τη νύχτα. Περιπλανήθηκα ώσπου ήρθε το πρωί κι είδα τις ζωντανές πέτρες να βλασταίνουν σα δέντρα μέσα στο νερό, και τα πολύχρωμα ψάρια που έρχονταν και τσιμπολογούσαν τη σάρκα του, εκεί που έπλεε με ανοιγμένα τα φτερά πάνω στο νερό και τον άφησα. Τον έσπρωξα για να αναπαυθεί εκεί, σηκώθηκα και πέταξα στην Αγυπτη, μόνη μου, τρομαγμένη, και εκεί σε βρήκα εσένα, Σκοπέ». μου χαμογέλασε ντροπαλά. «Δείξε μας τον τόπο που γεννήθηκες εσύ, Σκοπέ».

Με κόπο, γιατί ξαφνικά ένιωθα πιασμένα τα γόνατά μου, πήγα κουτσαίνοντας στην άλλη πλευρά της σφαίρας. Η Αβλουέλα μ' ακολούθησε. Ο Γκόρμον έμεινε πίσω, σα να μην ενδιαφερόταν καθόλου. Έδειξα τα σκόρπια νησιά που σχημάτιζαν δύο μακριές λουρίδες στον Γήινο Ωκεανό. - Τα απομεινάρια των Χαμένων Ηπείρων.

«Εδώ», είπα δείχνοντας το πατρικό νησί μου στα δυτικά. «Εδώ γεννήθηκα».
«Τόσο μακριά!» είπε η Αβλουέλα.
«Και πριν τόσαχρόνια», είπα εγώ. «Καμιά φορά μου φαίνεται σα να ήταν στη μέση του Δεύτερου Κύκλου».
«Όχι! Δεν είναι δυνατόν!» Αλλά με κοίταξε σαν να ήταν αλήθεια πως ήμουν χιλιάδων χρόνων.
Χαμογέλασα κι άγγισα το μεταξένιο της μάγουλο. «Απλώς έτσι μου φαίνεται εμένα», είπα.
«Πότε έφυγες από το σπίτι σου;»
«Όταν είχα τα διπλά σου χρόνια», είπα. «Ήρθα πρώτα εδώ». Έδειξα το ανατολικό σύμπλεγμα νησιών. «Έζησα δώδεκα χρόνια σα σκοπός στο Πάλας. Έπειτα η Βούληση με ενέπνευσε να περάσω τον Γήινο Ωκεανό και να πάω στην Αφρίκη. Πήγα. Έζησα για λίγο στις θερμές χώρες. Συνέχισα στο δρόμο μου στην Αγυπτη. Συνάντησα μια μικρή Ιπτάμενη». Σώπασα κοιτάζοντας τα νησιά που ήταν η πατρίδα μου, και νοερά η μορφή μου άλλαξε από το κοκαλιάρικο, ανεμοδαρμένο πλάσμα που είμαι τώρα, κι είδα τον εαυτό μου νέο και γεροδεμένο, να σκαρφαλώνει στα πράσινα βουνά και να κολυμπά στην παγωμένη θάλασσα, και να Επαγρυπνεί στην άσπρη ακρογιαλιά, που τη χτυπούσαν οι αφροί της θάλασσας.

Ενώ ονειρευόμουν η Αβλουέλα γύρισε προς τον Γκόρμον και είπε, «Τώρα εσύ. Δείξε μας την πατρίδα σου, Αλαφροΐσκιωτε!»

 Ο Γκόρμον σήκωσε τους ώμους. «Δε φαίνεται να είναι πάνω σ' αυτή τη σφαίρα».

«Μα αυτό είναι αδύνατον!»
«Αλήθεια;» ρώτησε αυτός.
Εκείνη επέμεινε, αλλά της γλίστρησε και από μια πλαϊνή πόρτα, βγήκαμε έξω στους δρόμους.

8

Αρχισα να κουράζομαι, αλλά η Αβλουέλα διψούσε γι' αυτή την πολιτεία, ήθελε να την καταβροχθίσει σ' ένα απόγεμα, και συνεχίσαμε μέσα σ' ένα λαβύρινθο από στενά δρομάκια, περάσαμε μια ζώνη με αστραφτερές επαύλεις Αρχόντων και Εμπόρων και από βρωμερές τρώγλες Υπηρετών και Πωλητών που απλώνονταν ως τις υπόγειες κατακόμβες και σ' ένα μέρος που κατάφευγαν Γελωτοποιοί και Μουσικοί, και σ' ένα άλλο όπου η συντεχνία των Υπνοβατών μας παρακαλούσε να μπούμε και να αγοράσουμε την αλήθεια που έρχεται στα όνειρα. Η Αβλουέλα επέμενε να μπούμε, αλλά ο Γκόρμον κούνησε το κεφάλι κι εγώ χαμογέλασα, και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Τώρα βρισκόμαστε στην άκρη ενός πάρκου κοντά στην καρδιά της πόλης. Εδώ οι κάτοικοι της Ρόμ έκαναν περίπατο με μια ενεργητικότητα που σπάνια έβλεπε κανείς στη ζεστή Αγυπτη, και μπήκαμε κι εμείς στην παρέλαση.

«Κοιτάξτε εκεί!» είπε η Αβλουέλα. «Πως λάμπει!»

Έδειχνε το λαμπερό τόξο μιας σφαίρας που περιέκλεινε κάποιο κειμήλιο της αρχαίας πόλης. Βάζοντας το χέρι μου αντήλιο, μπορούσα να διακρίνω από μέσα ένα φαγωμένο πέτρινο τοίχο, και ανθρώπους συγκεντρωμένους. «Είναι το Στόμα της Αλήθειας», είπε ο Γκόρμον.

«Τι είναι αυτό; » ρώτησε η Αβλουέλα.
«Ελάτε να δείτε». Μία ουρά προχωρούσε μέσα στη σφαίρα. Μπήκαμε κι εμείς και σύντομα βρεθήκαμε στο κατώφλι χαζεύοντας την αιώνια περιοχή λίγο πιο μέσα. Δεν ήξερα γιατί αυτό το κειμήλιο και πολύ λίγα άλλα προστατεύονταν με τέτοια φροντίδα, και ρώτησα τον Γκόρμον που oιi γνώσεις του ήταν εξίσου τεράστιες με οποιουδήποτε Ενθυμητή, κι αυτός απάντησε, «Γιατί αυτό είναι το βασίλειο της βεβαιότητας, όπου ό,τι πει κανείς συμπίπτει απόλυτα με την πραγματικότητα».
«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Αβλουέλα.
«Σ' αυτό το μέρος είναι αδύνατον να πει κανείς ψέματα», της είπε ο Γκόρμον. «Μπορεί να φανταστείς κανένα κειμήλιο που να αξίζει να προστατευτεί περισσότερο απ' αυτό;» Μπήκε στον αγωγό εισόδου, όπου τον βλέπαμε θαμπά. Τον ακολούθησα. Η Αβλουέλα δίστασε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα προτού να μπει. Κοντοστάθηκε στο κατώφλι, σαν να τη χτύπησε ο αέρας που φυσούσε στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο και τον μικρόκοσμο μέσα στον όποίο στεκόμασταν.

Το Στόμα της Αλήθειας βρισκόταν σ' ένα εσωτερικό χώρισμα. Η ουρά προχωρούσε προς τα εκεί κι ένας σοβαρός Καταχωρητής έλεγχε το ρυθμό εισόδου στην κόγχη. Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου να μας επιτραπεί η είσοδος. Βρεθήκαμε μπροστά στο αγριωπό κεφάλι ενός ανάγλυφου τέρατος, που ήταν εντοιχισμένο σ' έναν αρχαίο τοίχο, φαγωμένο από τον χρόνο. Τα σαγόνια του τέρατος έχασκαν ανοιχτά. Το στόμα ήταν μια σκοτεινή και τρομακτική τρύπα. Ο Γκόρμον το εξέτασε κουνώντας το κεφάλι, σαν να ήταν ικανοποιημένος που το έβρισκε ακριβώς όπως το είχε φανταστεί.

«Τι πρέπει να κάνουμε; » ρώτησε η Αβλουέλα.
Ο Γκόρμον μου είπε, «Σκοπέ, βάλε το δεξί σου χέρι στο Στόμα της Αλήθειας».
Υπάκουσα, συνοφρυωμένος.
«Τώρα», είπε ο Γκόρμον, «ένας από μας θα κάνει μια ερώτηση. Εσύ πρέπει να απαντήσεις. Αν δεν πεις την αλήθεια, το στόμα θα κλείσει και θα σου κόψει το χέρι».
«Όχι!» φώναξε η Αβλουέλα.

Έριξα ένα ανήσυχο βλέμμα στα πέτρινα σαγόνια που στεφάνωναν τον καρπό του χεριού μου. Ένας Σκοπός χωρίς τα δύο χέρια είναι σαν άνθρωπος χωρίς επάγγελμα. Τον καιρό του Δεύτερου Κύκλου μπορούσε κανείς να αποκτήσει ένα ψεύτικο χέρι καλύτερο από το δικό του, αλλά ο Δεύτερος Κύκλος είχε κλείσει προ πολλού και τέτοιες πολυτέλειες δε βρίσκονταν στις μέρες μας στη Γη.

«Πως μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο;» ρώτησα.
«Η Βούληση είναι συνήθως δυνατή σε τέτοια μέρη», είπε o Γκόρμον. «Διακρίνει πολύ αυστηρά την αλήθεια από το ψέμα. Πίσω απ' αυτόν τον τοίχο κοιμούνται τρεις Υπνοβάτες, δια μέσου των οποίων μιλά η Βούληση, κι αυτοί ελέγχουν το Στόμα. Φοβάσαι τη Βούληση, Σκοπέ;»
«Φοβάμαι τη γλώσσα μου».
«Μη φοβάσαι. Ποτέ δεν ειπώθηκε ψέμα μπροστά σ' αυτόν τον τοίχο. Ποτέ δεν κόπηκε κανένα χέρι».
«Εμπρός λοιπόν», είπα. «Ποιος θα με ρωτήσει κάτι;»
«Εγώ», είπε ο Γκόρμον. «Πες μου, Σκοπέ, αφήνοντας κατά μέρος κάθε προσποίηση, μία ζωή Σκοπιάς είναι μια ζωή που ξοδεύτηκε σωστά;»

Έμεινα σιωπηλός μια τεράστια στιγμή, αναδεύοντας τις σκέψεις μου, κοιτάζοντας τα σαγόνια.

Στο τέλος είπα, «Το να αφιερωθεί κανείς σε επαγρύπνηση για το συνάνθρωπό του είναι ίσως ο ευγενέστερος σκοπός που μπορεί κανείς να υπηρετήσει».
«Πρόσεχε!» φώναξε ο Γκόρμον τρομαγμένος.
«Δεν τελείωσα ακόμα», είπα.
«Συνέχισε».
«Αλλά το να αφιερωθείς στην επαγρύπνηση όταν ο εχθρός είναι φανταστικός, είναι άσκοπο, και το να επαίρεσαι για μια μακροχρόνια και σωστή αναζήτηση ενός εχθρού που δε θα 'ρθει είναι ανόητο και εγκληματικό. Η ζωή μου πήγε χαμένη».

Τα σαγόνια του Στόματος της Αλήθειας δεν κουνήθηκαν. Τράβηξα το χέρι μου. Το κοίταξα λες και μόλις είχε φυτρώσει από τον καρπό μου. Ξαφνικά ένιωθα σα να είχα γεράσει κατά πολλούς κύκλους. Η Αβλουέλα, με ορθάνοιχτα μάτια, τα χέρια στα χείλη, φαινόταν σκανδαλισμένη απ' τα λόγια μου. Τα λόγια μου φαίνονταν να είχαν παγώσει στον αέρα μπροστά στο τερατώδες είδωλο.

«Μίλησες τίμια», είπε ο Γκόρμον, «αν και χωρίς πολλή ευσπλαχνία για τον εαυτό σου. Είσαι υπερβολικά αυστηρός κριτής του εαυτού σου, Σκοπέ».
Μίλησα για να σώσω το χέρι μου», είπα. «Θα προτιμούσες να είχα πει ψέματα;»

Χαμογέλασε και γυρνώντας στην Αβλουέλα, της είπε: «Σειρά σου τώρα».

Η μικρή Ιπτάμενη πλησίασε το Στόμα, φανερά τρομαγμένη. Το λεπτό της χέρι έτρεμε καθώς το έχωσε ανάμεσα στις ψυχρές πέτρινες πλάκες. Ένιωσα μια ακατανίκητη ορμή να τρέξω να την ελευθερώσω απ' εκείνο το δαιμονικό κεφάλι που μόρφαζε, αλλά συγκρατήθηκα.

«Ποιος θα την ρωτήσει;» είπα.

«Εγώ», είπε ο Γκόρμον.

Τα φτερά της Αβλουέλα κουνήθηκαν ελαφρά κάτω από τα ρούχα της. Το πρόσωπό της χλόμιασε, τα ρουθούνια της ανοιγόκλεισαν, το πάνω χείλι της σκέπασε το κάτω. Ακουμπούσε χαλαρά πάνω στον τοίχο κοιτάζοντας με τρόμο την άκρη του χεριού της. Έξω από τον θάλαμο θολά πρόσωπα μας κοιτούσαν επίμονα, βλέπαμε τα χείλη τους να κουνιούνται, οπωσδήποτε εκφράζοντας ανυπομονησία για την παρατραβηγμένη επίσκεψη μας στο Στόμα. Αλλά δεν ακούγαμε τίποτα. Ο αέρας γύρω μας ήταν ζεστός και υγρός, μια υποψία μούχλας σαν να ερχόταν από κάποιο πηγάδι που οδηγούσε μέσα στη δομή του Χρόνου.

Ο Γκόρμον είπε αργά, «Την περασμένη νύχτα χάρισες το κορμί σου στον Πρίγκιπα της Ρόμ. Προηγουμένως είχες δοθεί στον Αλαφροΐσκιωτο Γκόρμον, παρ' όλο που τέτοιες σχέσεις απαγορεύονται από το νόμο και το εθιμικό δίκαιο. Πολύ πριν απ' αυτό, ήσουν η συντρόφισσα ενός Ιπτάμενου, που τώρα είναι νεκρός. Μπορεί να είχες κι άλλους άντρες, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι' αυτούς, και δεν έχουν καμιά σημασία για το σκοπό της ερώτησης μου. Πες μου το εξής, Αβλουέλα: ποιος από τους τρεις σου έδωσε την εντονότερη σωματική χαρά, ποιος από τους τρεις σου προκάλεσε το βαθύτερο συναίσθημα, και ποιον από τους τρεις θα διάλεγες για σύντροφο, αν έπρεπε να διαλέξεις σύντροφο;»

Ήθελα να διαμαρτυρηθώ, γιατί ο Αλαφροΐσκιωτος την είχε ρωτήσει τρία πράγματα, κι όχι ένα, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση. Αλλά δεν πρόλαβα να μιλήσω, γιατί η Αβλουέλα απάντησε χωρίς δισταγμό, με το χέρι της χωμένο βαθιά στο Στόμα της Αλήθειας: «Ο Πρίγκιπας της Ρόμ μου έδωσε τη μεγαλύτερη σωματική απόλαυση που γνώρισα ποτέ μου, αλλά είναι ψυχρός και σκληρός και τον περιφρονώ. Τον νεκρό μου Ιπτάμενο τον αγάπησα πιο βαθιά από οποιονδήποτε άλλο πριν ή μετά, αλλά ήταν αδύναμος και δεν θα ήθελα ένα πλάσμα χωρίς χαρακτήρα για σύντροφό μου. Εσύ, Γκόρμον, μου φαίνεσαι ξένος ακόμα και τώρα, δε νιώθω πως γνώρισα ούτε το σώμα σου ούτε την ψυχή σου, αλλά παρ' όλο που το χάσμα μεταξύ μας είναι τόσο μεγάλο, μ' εσένα θα 'θελα να μοιραστώ τις μέρες που έρχονται».

Τράβηξε το χέρι της από το Στόμα της Αλήθειας.

«Ωραία τα είπες! » είπε ο Γκόρμον, αν και η σαφήνειά της ήταν φανερό πως τον πλήγωσε όσο και τον ευχαρίστησε. «Ξαφνικά, όταν οι συνθήκες το απαιτούν, γίνεσαι εύγλωττη, έτσι; Και τώρα σειρά μου να διακινδυνεύσω το χέρι μου».
Πλησίασε το Στόμα. «Αφού έκανες εσύ τις δύο πρώτες ερωτήσεις», είπα, «δεν ρωτάς και την τρίτη να τελειώνουμε;»
«Όχι δα», είπε. Έκανε μια αδιάφορη χειρονομία με το ελεύθερο χέρι του. «Πλησιάστε τα κεφάλια σας κι αποφασίστε μια κοινή ερώτηση».

Η Αβλουέλα κι εγώ κάναμε συνεδρίαση. Με μια ετοιμότητα που δεν την χαρακτήριζε συνήθως, πρότεινε μια ερώτηση κι επειδή ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να ρωτήσω κι εγώ, τη δέχτηκα και της είπα να τη διατυπώσει εκείνη.

«Όταν στεκόμασταν μπροστά στο χάρτη του κόσμου», είπε, «σε ρώτησα Γκόρμον να μου δείξεις τον τόπο που γεννήθηκες, και μου απάντησες πώς δεν μπορούσες να τον βρεις στον χάρτη. Αυτό μου φάνηκε πολύ παράξενο. Πες μου τώρα: είσαι αυτό που λες πως είσαι, ένας Αλαφροΐσκιωτος που γυρνά τον κόσμο; »

«Όχι», απάντησε αυτός.

Από μια άποψη είχε απαντήσει ικανοποιητικά στην ερώτηση όπως την διατύπωσε η Αβλουέλα, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία πως η απάντηση του ήταν ανεπαρκής, και χωρίς να τραβήξει το χέρι του από το Στόμα της Αλήθειας συνέχισε, «δε σας έδειξα τον τόπο που γεννήθηκα στη σφαίρα, γιατί δε γεννήθηκα σ' αυτή τη σφαίρα, αλλά στον κόσμο ενός άστρου που δεν μπορώ να κατονομάσω. Δεν είμαι Αλαφροΐσκιωτος με την έννοια που δίνετε εσείς στον όρο, αν και κατά κάποιο τρόπο είμαι, γιατί το σώμα μου είναι κάπως μεταμφιεσμένο, και στον δικό μου κόσμο φορώ μια διαφορετική σάρκα. Έχω ζήσει δέκα χρόνια εδώ».

«Με ποιο σκοπό ήρθες στη Γη;» ρώτησα.
«Είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω μόνο σε μια ερώτηση», είπε ο Γκόρμον. Ύστερα χαμογέλασε. «Αλλά θα απαντήσω: ήρθα στη Γη σαν στρατιωτικός παρατηρητής, για να προετοιμάσω το δρόμο της εισβολής για την οποία φυλάξατε Σκοπιά τόσο καιρό, στην οποία πάψατε πια να πιστεύετε, και η οποία θα συμβεί τώρα σε λίγες ώρες».
«Ψέματα!» ούρλιαξα, «Όλα είναι ψέματα!»

Ο Γκόρμον γέλασε. Και τράβηξε το χέρι του από το Στόμα της Αλήθειας χωρίς να πάθει τίποτα, ακέραιο.

9

Μουδιασμένος από τη σύγχυση, όρμησα να φύγω από εκείνη τη γυαλιστερή σφαίρα με το καρότσι με τα όργανά μου και βγήκα σ' ένα δρόμο που ήταν ξαφνικά κρύος και σκοτεινός. Η νύχτα είχε φτάσει με την γρηγοράδα του χειμώνα. Ήταν σχεδόν η ένατη ώρα, σχεδόν η ώρα να εκτελέσω τη Σκοπιά μου άλλη μια φορά.

Η κοροϊδία του Γκόρμον βροντούσε στο μυαλό μου. Είχε κανονίσει τα πάντα: μας είχε οδηγήσει στο Στόμα της Αλήθειας, είχε αποσπάσει μια ομολογία της λιποψυχίας μου και μια ομολογία άλλου είδους από την Αβλουέλα, προθυμοποιήθηκε ανελέητα να μας δώσει πληροφορίες που δεν ήταν ανάγκη να αποκαλύψει, είπε πράγματα που μου ξέσχισαν την ψυχή.

Το Στόμα της Αλήθειας ήταν απάτη; Ήταν δυνατόν να πει ψέματα ο Γκόρμον και να γλιτώσει;

Από τότε που ανέλαβα καθήκοντα, ποτέ δεν φύλαξα Σκοπιά άλλη ώρα από την καθορισμένη μου. Τώρα όμως η πραγματικότητα κατέρρεε: δεν μπορούσα να περιμένω ώσπου να φτάσει η ένατη ώρα. Γονατίζοντας στον ανεμοδαρμένο δρόμο, άνοιξα το καρότσι μου, ετοίμασα τον εξοπλισμό μου και βούλιαξα σαν δύτης μέσα στην Επαγρύπνηση.

Η ενισχυμένη μου συνείδηση όρμησε προς τα άστρα.

Σαν θεός περιπλανήθηκα στο άπειρο. Ένιωσα να με χτυπά o ηλιακός αέρας, αλλά δεν ήμουν Ιπτάμενος για να με γκρεμίσει εκείνη η πίεση στην καταστροφή, και την ξεπέρασα, ξέφυγα από εκείνα τα οργισμένα μόρια φωτός και βρέθηκα στο σκοτάδι που βρίσκεται στην άκρη της επικράτειας του ήλιου. Μία διαφορετική πίεση με χτύπησε.

Διαστημόπλοια που πλησίαζαν.

Δεν ήταν της γραμμής, τουριστικά, που έφερναν ταξιδιώτες να χαζέψουν τον κόσμο μας που ολοένα μίκραινε. Ούτε τα αναγνωρισμένα σκάφη των εμπορικών μεταφορών, ούτε πλοία περισυλλογής που μαζεύουν τους διαστρικούς αχνούς, ούτε σκάφη-καταφύγια στις ελλειπτικές τροχιές τους.

Ήταν στρατιωτικά σκάφη, ξένα, σκοτεινά, απειλητικά. Δεν μπορούσα να πω πόσα ήταν. Ήξερα μόνο πώς κατευθύνονταν προς τη Γη, σε πολλές ταχύτητες φωτός, σπρώχνοντας μπροστά τους ένα στρόβιλο ενέργειας που αντανακλούσε. αυτόν το στρόβιλο ένιωθα, αυτόν είχα συλλάβει και την προηγούμενη νύχτα να βροντά στο μυαλό μου μέσα από τα μηχανήματά μου, να με περιβάλλει σαν κύβος από κρύσταλλο που από μέσα του βλέπεις το αστραφτερό παιχνίδισμα της πίεσης.

Όλη μου τη ζωή είχα Επαγρυπνήσει γι' αυτό.

Είχα εκπαιδευτεί να το νιώσω. Είχα παρακαλέσει να μην το νιώσω ποτέ κι ύστερα μέσα στην κενότητά μου είχα προσευχηθεί να το νιώσω κι ύστερα πια έπαψα να το πιστεύω. Kαι χάρη στον Αλαφροΐσκιωτο Γκόρμον το 'νιωσα. Επαγρυπνώντας πριν τη ώρα μου, γονατισμένος σ' ένα κρύο στενό της Ρόμ, λίγο παραέξω από το Στόμα της Αλήθειας.

Όταν εκπαιδεύεται ένας Σκοπός μαθαίνει πώς να αποσπάται από την Επαγρύπνηση του μόλις επιβεβαιώσει τις παρατηρήσεις του μ' ένα προσεκτικό έλεγχο, για να σημάνει συναγερμό. Πειθαρχικά, έκανα τον έλεγχό μου πηδώντας από το ένα κανάλι σε άλλο, τριγωνομετρώντας και πιάνοντας πάλι εκείνη την κακή προαίσθηση μιας τιτανικής δύναμης που ορμούσε καταπάνω στη Γη με μια ασύλληπτη ταχύτητα.

Ή γελιόμουν ή οι εισβολείς είχαν φτάσει. Αλλά δεν μπορούσα να βγω από το αποκάρωμα μου και να σημάνω συναγερμό. Ρουφούσα τα δεδομένα των αισθήσεων, αργά, με αγάπη, για ώρες, όπως μου φάνηκε. Χάιδευα τα όργανά μου αποστραγγίζοντας όλη την επιβεβαίωση της διάγνωσης που είχα κάνει. Αόριστα, είπα στον εαυτό μου πως έχανα πολύτιμο χρόνο, πως το καθήκον μου ήταν να παρατήσω αυτό το λάγνο χαΐδεμα του πεπρωμένου και να καλέσω τους Υπερασπιστές.

Ώσπου επιτέλους ξέφυγα από την Επαγρύπνηση και ξαναγύρισα στον κόσμο που φύλαγα.

Η Αβλουέλα στεκόταν δίπλα μου, ζαλισμένη, τρομοκρατημένη, δαγκάνοντας τα δάχτυλά της, τα μάτια της αδειανά.

«Σκοπέ! Σκοπέ! Μ' ακούς; Τι συμβαίνει; Τι θα γίνει;»
«Η εισβολή», είπα. «Πόση ώρα ήμουν φευγάτος;»
«Περίπου μισό λεπτό. Δεν ξέρω. Τα μάτια σου ήταν κλειστά. Νόμισα πως ήσουν πεθαμένος».
«Ο Γκόρμον έλεγε την αλήθεια! Η εισβολή σχεδόν έφτασε. Πού είναι; Πού πήγε;»
«Εξαφανίστηκε μόλις βγήκαμε από εκείνο το μέρος με το Στόμα», ψιθύρισε η Αβλουέλα. «Σκοπέ, φοβάμαι. Νιώθω πώς όλα γκρεμίζονται. Πρέπει να πετάξω - δεν μπορώ να μένω εδώ κάτω τώρα!»
«Περίμενε», είπα και προσπάθησα ν' αρπάξω το χέρι της αλλά δεν μπόρεσα. «Μη φεύγεις τώρα. Πρώτα πρέπει να σημάνω συναγερμό κι ύστερα -»

Αλλά αυτή έβγαζε κιόλας τα ρούχα της. Γυμνή ως τη μέση, το χλωμό κορμί της άστραφτε στο φως της βραδιάς, κι ο κόσμος γύρω μας πηγαινοερχόταν βιαστικός, χωρίς να ξέρει τι θα γινόταν σε λίγο. Ήθελα να κρατήσω την Αβλουέλα δίπλα μου, αλλά δεν μπορούσα να καθυστερήσω άλλο το σήμα του συναγερμού, και της γύρισα την πλάτη ξαναπηγαίνοντας στο καρότσι μου.

Απλωσα το χέρι στον μοχλό που δεν είχα χρησιμοποιήσει ποτέ, το μοχλό που θα ειδοποιούσε τους Υπερασπιστές όλου του πλανήτη, σαν να ζούσα ένα όνειρο που άργησε πολύ να πραγματοποιηθεί.

Μήπως είχε δοθεί κιόλας το σήμα; Μήπως κανένας άλλος Σκοπός είχε κιόλας πιάσει αυτό που ένιωσα εγώ κι εκτέλεσε το τελικό καθήκον των Σκοπών χωρίς να παραλύσει από την αμφιβολία σαν εμένα;

Όχι. Όχι. Γιατί θα άκουγα το ουρλιαχτό των σειρήνων να αντηχεί από τα μεγάφωνα που βρίσκονταν σε τροχιά πάνω από την πόλη.

Αγγισα το μοχλό. Με την άκρη του ματιού μου είδα την Αβλουέλα ελεύθερη από ό,τι την εμπόδιζε, να γονατίζει για να πει τα λόγια της, να γεμίσει τα τρυφερά φτερά της με δύναμη. Σ' ένα λεπτό θα ήταν στον αέρα, δε θα μπορούσα πια να την πιάσω.

Μ' ένα γρήγορο τράβηγμα έβαλα σε κίνηση το μηχανισμό. Εκείνη τη στιγμή πήρε το μάτι μου μια ρωμαλέα μορφή που ερχόταν προς το μέρος μας. Ο Γκόρμον, σκέφτηκα, και σηκώθηκα από τα όργανά μου θέλοντας να τον πιάσω. Αλλά Αυτός που πλησίαζε δεν ήταν ο Γκόρμον. Ήταν κάποιος επίσημος Υπηρέτης με παχύ πρόσωπο που είπε στην Αβλουέλα, «Σιγά, Ιπτάμενη, κατέβασε τα φτερά σου. Με στέλνει ο Πρίγκιπας της Ρόμ για να σε φέρω κοντά του».

Προσπάθησε να την πιάσει. Τα στηθάκια της ανεβοκατέβαιναν, τα μάτια της άστραφταν από θυμό.

Αφησέ με! Θα πετάξω! »
«Σε καλεί ο Πρίγκιπας της Ρόμ», είπε ο Υπηρέτης, σφίγγοντάς την στα γερά του μπράτσα.
«Ο Πρίγκιπας της Ρόμ θάχει άλλες ασχολίες απόψε», είπα. «Δεν θα την χρειαστεί».

Και καθώς μιλούσα, οι σειρήνες αντήχησαν στους ουρανούς. Ο Υπηρέτης την άφησε. Το στόμα του κουνήθηκε χωρίς να βγάλει ήχο για μια στιγμή. Έκανε μια από τις χειρονομίες προστασίας της Βούλησης. Κοίταξε στον ουρανό και μούγκρισε. «Συναγερμός! ποιος έδωσε το σήμα; εσύ, γέρο Σκοπέ;»

Στους δρόμους έτρεχαν μορφές παλαβές.

Η Αβλουέλα, ελεύθερη, με προσπέρασε - τρέχοντας με τα φτερά της μισάνοιχτα - και την κατάπιε το πλήθος που φούσκωνε. Πάνω από τον τρομακτικό ήχο των σειρήνων ακούγονταν σαν βροντές τα μηνύματα από τους δημόσιους ανακοινωτές που έδιναν οδηγίες για άμυνα και ασφάλεια. Ένας ψηλόλιγνος άνθρωπος με το σήμα της συντεχνίας των Υπερασπιστών στο μάγουλο, έτρεξε κατά πάνω μου, φώναξε κάτι που δεν μπόρεσα να καταλάβω, και συνέχισε να τρέχει στο δρόμο. Ο κόσμος φαινόταν να έχει τρελαθεί.

Μόνο εγώ ήμουν ήρεμος. Κοίταζα στους ουρανούς, σχεδόν σίγουρος πως θα 'βλεπα τα μαύρα πλοία των εισβολέων να ζυγιάζονται πάνω από τους πύργους της Ρόμ. Αλλά δεν είδα τίποτα εκτός από τα βραδινά φώτα κι όλα τα άλλα πράγματα που βλέπει συνήθως κανείς πάνω απ' το κεφάλι του.

«Γκόρμον;» φώναξα. «Αβλουέλα;»

Ήμουν μόνος.

Ένα παράξενο κενό με πλημμύριζε. Έδωσα το σήμα. Οι εισβολείς έρχονταν. Έχασα πια τη δουλειά μου. Οι Σκοποί ήταν άχρηστοι πια.

Αγγισα το παλιό καρότσι που ήταν ο σύντροφός μου τόσα χρόνια, με αγάπη. Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνω στα σκουριασμένα και λεκιασμένα όργανα. Κι ύστερα κοίταξα από την άλλη, το εγκατέλειψα και κατηφόρισα τους στενούς δρόμους χωρίς καρότσι, χωρίς φορτίο, ένας άνθρωπος που η ζωή του βρήκε το νόημά της και το 'χασε την ίδια στιγμή. Και γύρω μου επικρατούσε το χάος.

10

Ξέραμε πώς όταν έφτανε η στιγμή για την τελική μάχη της Γης, θα κινητοποιούνταν όλες οι συντεχνίες, με μόνη εξαίρεση τους Σκοπούς. Εμείς που επανδρώσαμε την αμυντική περιφέρεια για τόσο καιρό, δεν είχαμε θέση στη στρατηγική της μάχης. Δίνοντας το σωστό σήμα συναγερμού, απαλλασσόμασταν πια από τα καθήκοντά μας. Τώρα ήταν η ώρα να δείξει η συντεχνία των Υπερασπιστών τις ικανότητες της. Για μισό κύκλο σχεδίαζαν τι θα 'καναν σε καιρό πολέμου. Τι σχέδια θα χρησιμοποιούσαν τώρα; Ποιες πράξεις θα διεύθυναν;

Η μόνη μου έγνοια ήταν να ξαναγυρίσω στον ξενώνα και να περιμένω να περάσει η κρίση. Δεν είχα καμιά ελπίδα να βρω την Αβλουέλα κι ήμουν έξω φρενών με τον εαυτό μου που την άφησα να φύγει έτσι, γυμνή, απροστάτευτη, μέσα στο συγχυσμένο πλήθος. Πού θα πήγαινε; ποιος θα την προστάτευε;

Ένας άλλος Σκοπός που τραβούσε σαντρελός το καρότσι του, σχεδόν έπεσε πάνω μου. «Πρόσεχε! » του πέταξα.
Με κοίταξε λαχανιασμένος, άφωνος. «Είν' αλήθεια;» ρώτησε. «Ο συναγερμός;»
«Δεν ακούς;»
«Nαι, αλλά είν' αλήθεια;»
Του 'δειξα το καρότσι του. «Ξέρεις πως να βεβαιωθείς».
«Λένε πως αυτός που έδωσε το σύνθημα ήταν μεθυσμένος, ένας γέρο-παλαβός που τον έδιωξαν από το πανδοχείο χτες».
«Μπορεί», παραδέχτηκα.
«Αλλά αν το σήμα είναι αληθινό -! »
«Αν είναι, τώρα όλοι θα ησυχάσουμε. Καλή σου μέρα Σκοπέ! » του είπα χαμογελώντας.
«Το καρότσι σου! Που είναι το καρότσι σου;» μου φώναξε. Αλλά τον είχα προσπεράσει και ήμουν κοντά σε μια πελώρια πέτρινη σκαλισμένη κολόνα, κάποιο μνημείο της Αυτοκρατορικής Ρόμ.

Αρχαίες εικόνες ήταν σκαλισμένες πάνω σ' εκείνη την κολόνα: μάχες και νίκες, ξένοι μονάρχες παρηλαύνανε δεμένοι με τις αλυσίδες της ντροπής στους δρόμους της Ρόμ, θριαμβευτικοί αετοί τιμούσαν το αυτοκρατορικό μεγαλείο. Με την παράξενη, πρωτόγνωρη γαλήνη μου, στάθηκα για λίγο μπροστά στην πέτρινη κολόνα, θαυμάζοντας τα κομψά της σκαλίσματα. Μία ξετρελαμένη μορφή όρμησε κατά πάνω μου κι αναγνώρισα τον Ενθυμητή Βασίλειο. Τον χαιρέτισα, λέγοντας, «Σε καλή ώρα έρχεσαι! Κάνε μου τη χάρη να μου εξηγήσεις αυτές τις εικόνες, Ενθυμητή! Με γοητεύουν, μου ανάβουν την περιέργεια.

«Τρελάθηκες; Δεν ακούς το σήμα του συναγερμού;»

 «Εγώ το 'δωσα, Ενθυμητή».

«Φύγε, τότε! Εισβολείς έφτασαν! Πρέπει να πολεμήσουμε!»

«Όχι εγώ, Βασίλειε. Η δική μου βάρδια τελείωσε. Μίλησέ μου γι' αυτές τις εικόνες. Γι' αυτούς τους νικημένους βασιλιάδες, τους τσακισμένους αυτοκράτορες. Σίγουρα ένας άνθρωπος της ηλικίας σου δε θα πάει στη μάχη!»
«Όλοι είναι επιστρατευμένοι τώρα! »
«Όλοι έκτός από τους Σκοπούς», είπα. «Περίμενε μια στιγμή. Γεννήθηκε μέσα μου η λαχτάρα για το παρελθόν. Ο Γκόρμον εξαφανίστηκε. Ξενάγησέ με εσύ σ' αυτούς τους χαμένους κύκλους.»

Ο 'Ενθυμητής κούνησε το κεφάλι παλαβωμένος, στριφογύρισε γύρω μου και προσπάθησε να ξεφύγει. Απλωσα το χέρι για να αρπάξω το σκελετωμένο του μπράτσο και να τον κρατήσω, αλλά μου γλίστρησε κι έπιασα μόνο το σκούρο μανδύα του που βγήκε από τους ώμους του κι απόμεινε στο χέρι μου. Εκείνος έφυγε κουνώντας σαν τρελός τα λιγνά του ποδάρια και χάθηκε από τα μάτια μου.

Σήκωσα τους ώμους κι εξέτασα το μανδύα που απόκτησα τόσο απροσδόκητα. Ήταν υφασμένος με γυαλιστερές μεταλλικές κλωστές, που σχημάτιζαν πολύπλοκα σχήματα που ξεγελούσαν το μάτι. Κάθε κλωστή έμοιαζε να εξαφανίζεται μέσα στο ύφασμα για να ξαναεμφανιστεί σε κάποιο απίθανο σημείο, σαν τις δυναστείες που ξαναζωντάνευαν απροσδόκητα σε μακρινές πολιτείες. Η ύφανση ήταν έξοχη. Έριξα τεμπέλικα το μανδύα γύρω στους ώμους μου.

Ξανάρχισα να περπατώ.

Τα πόδια μου, που είχαν αρχίσει να με προδίδουν εκείνο το πρωινό, τώρα με υπηρετούσαν καλά. Σα να είχα ξανανιώσει, βρήκα το δρόμο μου μέσα στη χαώδη πολιτεία, χωρίς καμιά δυσκολία. Προχώρησα κατά το ποτάμι, το πέρασα, και στην άλλη όχθη του Τβέρ αναζήτησα το παλάτι του Πρίγκιπα. Το σκοτάδι είχε βαθύνει, γιατί σύμφωνα με τις στρατιωτικές διαταγές, τα περισσότερα φώτα έσβησαν και κατά διαστήματα έσκαζαν στον ουρανό μ' έναν υπόκωφο ήχο βόμβες που δημιουργούσαν ένα προστατευτικό προπέτασμα μαυρίλας πάνω από την πόλη, εξουδετερώνοντας τα περισσότερα ανιχνευτικά μέσα μεγάλου βεληνεκούς. Λιγότεροι πεζοί βρίσκονταν στους δρόμους. Oι σειρήνες αντηχούσαν ακόμα. Στις στέγες των κτιρίων οι αμυντικές εγκαταστάσεις άρχισαν να λειτουργούν. Ακουγα τους επιταχυνόμενους ήχους υψηλής συχνότητας των απωθητών και έβλεπα τους μακριούς βραχίονες των ενισχυτών να απλώνονται σαν πόδια αράχνης από πύργο σε πύργο, να συνδέονται μεταξύ τους για να έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοτικότητα. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πια πως η εισβολή ήταν στο δρόμο. Τα δικά μου όργανα μπορεί να είχαν λαθέψει από την εσωτερική μου σύγχυση, αλλά η επιστράτευση δε θα 'χε προχωρήσει τόσο, αν η πρώτη εκείνη αναφορά δεν είχε επικυρωθεί από τις διαπιστώσεις εκατοντάδων μελών της συντεχνίας μου.

Καθώς πλησίαζα το παλάτι, δύο ξέπνοοι Ενθυμητές ήρθαν τρέχοντας κοντά μου, με τους μανδύες τους να ανεμίζουν πίσω τους. μου φώναζαν κάτι που δεν καταλάβαινα - κι ύστερα αντιλήφθηκα πώς χρησιμοποιούσαν τον κώδικα της συντεχνίας τους γιατί φορούσα ακόμα τον μανδύα του Βασίλειου. Δεν μπορούσα να απαντήσω κι ήρθαν καταπάνω μου συνεχίζοντας να τιτιβίζουν ακαταλαβίστικα. Και γυρίζοντας στην καθημερινή γλώσσα μου είπαν: «Τι έπαθες; Πήγαινε στη θέση σου! Πρέπει να καταγράψουμε! Πρέπει να σχολιάσουμε! Πρέπει να παρατηρήσουμε! »

«Κάνετε λάθος», είπα μαλακά. «Απλώς φυλάω αυτόν το μανδύα για τον συνάδελφό σας Βασίλειο, που μου τον άφησε για λίγο. Εγώ δεν έχω κανένα πόστο αυτή τη στιγμή».
«Είναι Σκοπός!» φώναξαν κι οι δύο μαζί κι ύστερα με έβρισαν ξεχωριστά και συνέχισαν το δρόμο τους. Γέλασα και πήγα στο παλάτι.

Οι πύλες ήταν ανοιχτές. Οι ευνούχοι που φύλαγαν την εξωτερική θύρα είχαν φύγει, όπως κι οι δύο Καταχωρητές που έστεκαν ακριβώς πίσω από την πόρτα. Οι ζητιάνοι που συνωστίζονταν στην τεράστια πλατεία, είχαν στριμωχτεί μέσα στο παλάτι για να βρουν καταφύγιο. Αυτό εξόργισε τους αδειούχους κληρονομικούς ζητιάνους, που είχαν σ' εκείνο το τμήμα του κτιρίου τα συνηθισμένα τους στέκια, κι έπεσαν πάνω στους πρόσφυγες με λύσσα και απροσδόκητη δύναμη. Είδα σακάτες να ορμούν κρατώντας τα δεκανίκια τους σαν ακόντια, τυφλούς να δίνουν γροθιές με ύποπτη ακρίβεια, αδύναμους μετανοημένους αμαρτωλούς να κραδαίνουν διάφορα όπλα, από στιλέτα μέχρι ηχητικά πιστόλια. Αποφεύγοντας εκείνο το αδιάντροπο θέαμα, μπήκα στους εσωτερικούς διαδρόμους του παλατιού, είδα παρεκκλήσια με Προσκυνητές που ικέτευαν την Βούληση να τους ευλογήσει και Επικοινωνιαστές που ζητούσαν απεγνωσμένα φώτιση για το αποτέλεσμα της σύγκρουσης που ερχόταν.

Ξαφνικά άκουσα σαλπίσματα και φωνές «Ανοίξτε δρόμο! Ανοίξτε δρόμο!»

Μία γραμμή από ρωμαλέους Υπηρέτες μπήκε με βήμα στο παλάτι, πηγαίνοντας προς τα διαμερίσματα του Πρίγκιπα στην κόγχη. Μερικοί κρατούσαν μια φρενιασμένη μορφή με μισάνοιχτα φτερά, που χτυπιόταν και κλωτσούσε: η Αβλουέλα! Τη φώναξα, αλλά η φωνή μου χάθηκε μέσα στο θόρυβο, κι ούτε μπορούσα να την πλησιάσω. Οι Υπηρέτες μ' έσπρωξαν πέρα. Η πομπή εξαφανίστηκε μέσα στα πριγκηπικά δωμάτια. Η μικρή Ιπτάμενη, χλωμή και λεπτούλα, φάνηκε για μια τελευταία φορά ανάμεσα στους δεσμοφύλακές της κι ύστερα χάθηκε.

Αρπαξα ένα ηλίθιο άφυλο που περπατούσε χωρίς να ξέρει που πάει.

«Εκείνη η Ιπτάμενη! Γιατί την έφεραν εδώ;»
«Ό-ο-οι-».
«Λέγε! »
«Ο Πρίγκιπας - η γυναίκα του - στο άρμα του - ο - ο oι εισβολείς -».

Έσπρωξα πέρα το πλαδαρό πλάσμα κι έτρεξα προς την κόγχη. Έπεσα πάνω σ' ένα μπρούντζινο τοίχο δέκα φορές όσο το μπόι μου. Αρχισα να τον χτυπώ. «Αβλουέλα! » φώναξα βραχνά. «Αβ... λου... έλα...!»

Ούτε με έδιωξαν, ούτε μ' έβαλαν μέσα. Με αγνόησαν. Η φασαρία από τις δυτικές πύλες του παλατιού είχε προχωρήσει τώρα στον κυρίως ναό και τα κλίτη κι όπως οι κουρελιασμένοι ζητιάνοι έρχονταν προς το μέρος μου έστριψα γρήγορα και βρέθηκα να βγαίνω από μια από τις πλαϊνές πόρτες του παλατιού.

Στεκόμουν στην αυλή που οδηγούσε στο βασιλικό ξενώνα, αμήχανος κι αδρανής. Ο αέρας ήταν περίεργα ηλεκτρισμένος, στραφτάλιζε. Φαντάστηκα πως ο ηλεκτρισμός θα οφειλόταν σε καμιά από τις αμυντικές εγκαταστάσεις της Ρόμ, ίσως κάποια ακτίνα που προστάτευε την πόλη από την επίθεση. Αλλά ένα λεπτό αργότερα κατάλαβα πώς ήταν το προμήνυμα της εισβολής.

Διαστημόπλοια γυάλιζαν στους ουρανούς.

Όταν τα αντιλήφθηκα στην Επαγρύπνηση μου, μου φάνηκαν μαύρα μέσα στο αιώνιο σκοτάδι, αλλά τώρα φλέγονταν σαν την ανταύγεια των ήλιων. Ένας χείμαρρος από λαμπερές, σκληρές σφαίρες σαν πολύτιμα πετράδια γέμιζε τον ουρανό. Πήγαιναν σε σχηματισμό, δίπλα-δίπλα, μια συνεχής ταινία από την ανατολή ως τη δύση, γέμιζαν όλο το ουράνιο τόξο, και καθώς πήραν υπόσταση όλα μαζί, ταυτόχρονα, μου φάνηκε πώς άκουγα τους βρόντους και τους παλμούς μιας αόρατης συμφωνίας που ανάγγελλε την άφιξη των κατακτητών της Γης.

Δεν ξέρω πόσο μακριά από μένα ήταν τα διαστημόπλοια, ούτε πόσα ήταν, ούτε καμιά λεπτομέρεια της μορφής τους. Ξέρω μόνο πώς ήταν εκεί, μ' ένα ξαφνικό μεγαλείο. Αν ήμουν υπερασπιστής, η ψυχή μου θα μαράζωνε αμέσως στην όψη τους.

Ένα φως με πολλές αποχρώσεις άστραψε στους ουρανούς. Η μάχη άρχισε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τη δράση των πολεμιστών μας, και οι ελιγμοί αυτών που ήρθαν να κατακτήσουν τον φορτωμένο ιστορία, αλλά στερημένο από χρόνο πλανήτη μας μου ήταν εξίσου αινιγματικοί. Ντρεπόμουν γιατί όχι μόνο ένιωθα έξω από τον αγώνα, αλλά και τον έβλεπα με υπεροψία, σαν να μην ήταν δουλειά δική μου. Ήθελα να ήταν δίπλα μου η Αβλουέλα, κι αυτή βρισκόταν κάπου μέσα στα βάθη του παλατιού του Πρίγκιπα της Ρόμ. Ακόμα κι ο Γκόρμον θα 'ταν παρηγοριά μου τώρα, ο Γκόρμον ο Αλαφροΐσκιωτος, ο Γκόρμον ο κατάσκοπος, ο Γκόρμον ο τερατώδης προδότης του κόσμου μας.

Φωνές που πολλαπλασιάζονταν μέσα από γιγάντια μεγάφωνα, ακούστηκαν, «Ανοίξτε δρόμο για τον Πρίγκιπα της Ρόμ! Ο Πρίγκιπας της Ρόμ οδηγεί τους Υπερασπιστές στη μάχη για την πατρίδα! »

Από το παλάτι βγήκε ένα όχημα λαμπερό, σαν δάκρυ, που στην αστραφτερή μετάλλινη οροφή του είχε εφαρμοστεί ένα σεντόνι διαφανές για να βλέπουν όλοι και να εγκαρδιώνονται με την παρουσία του ηγεμόνα τους. Τον έλεγχό του τον είχε ο ίδιος ο Πρίγκιπας, ολόρθος, στητός, με τα σκληρά, νεανικά χαρακτηριστικά του παγωμένα σε μια έκφραση σκληρής αποφασιστικότητας. Και δίπλα του, ντυμένη επίσημα σαν αυτοκράτειρα, ξεχώρισα τη λιγνή μορφή της Αβλουέλα, της Ιπτάμενης. Έμοιαζε σαν ύπvωτισμένη.

Το βασιλικό άρμα όρμησε προς τα πάνω και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.

Μου φάνηκε πώς εμφανίστηκε ένα δεύτερο όχημα κι ακολούθησε τον ίδιο δρόμο και πώς το άρμα του Πρίγκιπα ξαναφάνηκε και πως πέταξαν και τα δύο σε μικρούς κύκλους, πολεμώντας. Σύννεφα από γαλάζιες σπίθες σκέπασαν τώρα και τα δύο άρματα, κι ύστερα πέταξαν μακριά, ψηλά και χάθηκαν πίσω από ένα λόφο της Ρόμ.

Αραγε η μάχη μαινόταν σ' όλο τον πλανήτη τώρα; Η Παρισία ήταν σε κίνδυνο, και η αγία Γιορσλήμη κι ακόμα και τα κοιμισμένα νησιά των Χαμένων Ηπείρων; Παντού ζυγιάζονταν στον ουρανό διαστημόπλοια; Δεν ήξερα. Έβλεπα τα γεγονότα μόνο πάνω σ' ένα μικρό τμήμα του ουρανού, πάνω από τη Ρόμ, κι ακόμα κι εκεί ήμουν αβέβαιος για το τι συνέβαινε, η αντίληψη μου ήταν θολή, μισερή. Μέσα σε στιγμιαίες λάμψεις από φως έβλεπα ταξιαρχίες Ιπτάμενων να ξεχύνονται στον ουρανό, κι ύστερα το σκοτάδι ξαναγύριζε λες κι ένα βελουδένιο σάβανο έπεφτε πάνω στην πολιτεία. Σπασμωδικά, έβλεπα τις μεγάλες μηχανές της άμυνάς μας να μιλούν από τις κορυφές των πύργων μας. Κι όμως, τα διαστημόπλοια έμεναν άθικτα, απείραχτα, ακίνητα από πάνω μας. Η αυλή όπου στεκόμουν ήταν άδεια, αλλά από μακριά άκουγα φωνές, γεμάτες φόβο και κακά προαισθήματα, φωνές σε πολύ ψηλούς τόνους που θα μπορούσαν να είναι τιτιβίσματα τρομαγμένων πουλιών. Κατά διαστήματα ακουγόταν ένας βρόντος που ταρακουνούσε ολόκληρη την πολιτεία.

'Ένας λόχος Υπνοβατών πέρασε από μπροστά μου. Στην πλατεία μπροστά στο παλάτι μου φάνηκε πώς διέκρινα μια παράταξη Γελωτοποιών που ξετύλιγαν ένα είδος γυαλιστερό δίχτυ που έμοιαζε να είναι για στρατιωτική χρήση. Στη λάμψη μιας αστραπής είδα τρεις Ενθυμητές να πετούν ψηλά πάνω σ' ένα δίσκο βαρύτητας, σημειώνοντας με προσοχή ό,τι συνέβαινε. Μου φάνηκε, αλλά δεν ήμουν βέβαιος, πώς το όχημα του Πρίγκιπα της Ρόμ ξαναγύρισε, πετώντας γρήγορα στον ουρανό, ενώ ο διώκτης του ακολουθούσε πολύ κοντά. «Αβλουέλα», ψιθύρισα, καθώς οι δύο κηλίδες φωτός χάθηκαν από τα μάτια μου. Αραγε να έβγαιναν στρατιωτικές μονάδες από τα διαστημόπλοια; Αραγε να έβγαινε στριφογυριστά μια χαλύβδινη δίνη απ' εκείνες τις φωτεινές κηλίδες που πλησίαζαν για να αγγίσει την επιφάνεια της Γης; Γιατί ο Πρίγκιπας άρπαξε την Αβλουέλα; Πού ήταν ο Γκόρμον; τι έκαναν οι Υπερασπιστές μας; Γιατί δεν έδιωχναν τα εχθρικά πλοία από τον ουρανό;

Καρφωμένος στο παλιό πλακόστρωτο της αυλής, παρατηρούσα την κοσμική μάχη χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα, εκείνη τη μακριά νύχτα.

Ήρθε το ξημέρωμα. Λουρίδες από χλωμό φως κρέμονταν από πύργο σε πύργο. Αγγισα με τα δάχτυλα τα μάτια μου καταλαβαίνοντας πώς είχα κοιμηθεί όρθιος. Ίσως θα 'πρεπε να κάνω αίτηση για συμμετοχή στη συντεχνία των Υπνοβατών, είπα ανάλαφρα στον εαυτό μου. Έπιασα τον μανδύα του Ενθυμητή γύρω από τους ώμους μου κι αναρωτήθηκα πώς κατάφερα να τον αποκτήσω, κι ύστερα θυμήθηκα.

Κοίταξα προς τον ουρανό.

Τα ξένα πλοία είχαν φύγει. Είδα μόνο το συνηθισμένο πρωινό ουρανό, γκρίζο με κομμάτια τριανταφυλλένια. Ένιωσα να με κεντρίζει η παρόρμηση και κοίταξα γύρω για το καρότσι μου, αλλά θυμήθηκα πώς δε χρειαζόταν πια να φυλάξω Σκοπιά κι ένιωσα ένα κενό αδικαιολόγητο για την ώρα εκείνη.

Είχε τελειώσει η μάχη;

Είχαμε κατατροπώσει τον εχθρό;

Τα πλοία των εισβολέων είχαν ανατιναχτεί στον ουρανό και τώρα κείτονταν καρβουνιασμένα ρημάδια έξω από τη Ρόμ; Όλα ήταν σιωπηλά. Δεν άκουγα πια ουράνιες συμφωνίες.

Ύστερα, μέσα από την αλλόκοτη γαλήνη βγήκε ένας καινούριος ήχος, σαν το βροντερό κατρακύλισμα τροχοφόρων μέσα στους δρόμους της πολιτείας. Και oι αόρατοι Μουσικοί έπαιξαν μια τελευταία νότα, βαθιά κι υπόκωφη που έσβησε παράφωνα, σαν να είχαν κοπεί όλες οι χορδές μεμιάς.

Από τα μεγάφωνα των δημοσίων ανακοινώσεων ακούστηκαν ήσυχα λόγια:

«Η Ρόμ έπεσε. Η Ρόμ έπεσε».

11

Ο βασιλικός ξενώνας ήταν αφύλαχτος. Οι άφυλοι και τα μέλη των υπηρετικών συντεχνιών, όλοι είχαν εξαφανιστεί. Υπερασπιστές, Αρχοντες και Κυρίαρχοι θα πρέπει να έπεσαν ένδοξα στη μάχη. Ο Βασίλειος ο Ενθυμητής δε φαινόταν πουθενά, ούτε και κανένας συνάδελφός του. Πήγα στο δωμάτιό μου, καθαρίστηκα, δροσίστηκα κι έφαγα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου κι αποχαιρέτησα την πολυτέλεια που είχα γνωρίσει τόσο λίγο. Λυπόμουν που η επίσκεψη μου στη Ρόμ ήταν τόσο σύντομη. Αλλά τουλάχιστον ο Γκόρμον στάθηκε τέλειος ξεναγός κι είχα δει πολλά πράγματα.

Τώρα σκόπευα να συνεχίσω το δρόμο μου.

Δε μου φαινόταν πολύ φρόνιμο να μείνω σε μια κατακτημένη πολιτεία. Στο δωμάτιό μου ο σκούφος της σκέψης δεν απαντούσε στις ερωτήσεις μου κι έτσι δεν ήξερα το μέγεθος της ήττας εδώ και στις άλλες περιοχές. Ήταν πάντως φανερό πως η Ρόμ τουλάχιστον είχε ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο κι επιθυμούσα να φύγω γρήγορα. Ζύγισα μέσα μου την ιδέα να πάω στη Γιορσλήμη, όπως είχε εισηγηθεί εκείνος ο ψηλός Προσκυνητής καθώς έμπαινα στη Ρόμ. Αλλά προτίμησα να διαλέξω το δρόμο προς τη δύση, προς την Παρισία, που όχι μόνο βρισκόταν κοντύτερα αλλά είχε και την έδρα των Ενθυμητών.

Το δικό μου επάγγελμα είχε καταστραφεί. Όμως αυτό το πρώτο πρωινό της κατάκτησης της Γης, ένιωθα μια ξαφνική και παράξενα έντονη επιθυμία να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ταπεινά στους Ενθυμητές και να γυρέψω μαζί τους τη γνώση του λαμπρού παρελθόντος μας.

Το μεσημέρι έφυγα από τον ξενώνα. Περπάτησα πρώτα ως το παλάτι, που ήταν ακόμα ανοιχτό. Οι ζητιάνοι κείτονταν εδώ κι εκεί, άλλοι ναρκωμένοι, άλλοι κοιμισμένοι, οι περισσότεροι νεκροί. Από το ωμό τρόπο του θανάτου τους κατάλαβα πώς είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους μέσα στον πανικό και τη φρενίτιδα. Ένας απαυδισμένος Καταχωρητής καθόταν κατάχαμα πλάι στα τρία κρανία του ανακριτηρίου στο παρεκκλήσι. Καθώς μπήκα μου είπε, «Αδικος κόπος. Οι εγκέφαλοι δεν απαντούν».

«Τι έγινε ο Πρίγκιπας της Ρόμ;»
«Νεκρός. Οι εισβολείς τον χτύπησαν από τον ουρανό».
«Μία νεαρή Ιπτάμενη ήταν πλάι του. Τι ξέρεις γι' αυτήν;»
«Τίποτα. Θα πέθανε κι αυτή, φαντάζομαι».
«Και η πόλη;»
«Έπεσε. Οι εισβολείς είναι παντού».
«Σκοτώνουν;»
«Ούτε καν λαφυραγωγούν», είπε ο Καταχωρητής. «Είναι πολύ ευγενικοί. Μας μάζεψαν».
«Μόνο στη Ρόμ, ή παντού;»

Ο άνθρωπος ανασήκωσε τους ώμους. Αρχισε να κουνιέται ρυθμικά μπρος-πίσω. Τον παράτησα και προχώρησα μέσα στο παλάτι. Κατάπληκτος είδα πώς τα αυτοκρατορικά δωμάτια ήταν ασφράγιστα. Μπήκα μέσα θαμπωμένος από το βαρύ μεγαλείο των παραπετασμάτων, των φώτων, των επίπλων. Πήγα από δωμάτιο σε δωμάτιο, φτάνοντας τέλος στο βασιλικό κρεβάτι που το κάλυμμά του ήταν ένα γιγάντιο όστρακο από κάποιον άλλο πλανήτη. Καθώς το όστρακο έχασκε ανοιχτό, άγγισα την αφάνταστα απαλή στόφα, που από κάτω της είχε πλαγιάσει o Πρίγκιπας της Ρόμ. Θυμήθηκα πως κι η Αβλουέλα είχε πλαγιάσει εδώ, κι αν ήμουν πιο νέος σίγουρα θα είχα κλάψει.

Βγήκα από το παλάτι και πέρασα αργά την πλατεία ξεκινώντας το ταξίδι μου για την Παρισία.

Φεύγοντας είδα για πρώτη φορά τους κατακτητές μας. Ένα όχημα με παράξενο σχήμα σταμάτησε στην άκρη της πλατείας και βγήκαν καμιά ντουζίνα μορφές.

Θα μπορούσαν να είναι και άνθρωποι. Ήταν ψηλοί, με φαρδιές πλάτες σαν τον Γκόρμον και μόνο τα υπερβολικά μακριά χέρια τους τους έκαναν αμέσως να ξεχωρίζουν πως ήταν ξένοι. Το δέρμα τους είχε μια παράξενη υφή κι αν ήμουν πιο κοντά είμαι σίγουρος πως θα μπορούσα να διακρίνω μάτια, χείλη και ρουθούνια που δεν είχαν ανθρώπινο σχήμα. Πέρασαν την πλατεία χωρίς να μου δώσουν σημασία, περπατώντας μ' ένα περίεργο τρόπο λες και τα μέλη τους ήταν λυμένα, πράγμα που μου θύμισε πολύ έντονα τις δρασκελιές του Γκόρμον, και μπήκαν στο παλάτι.

Δε φαίνονταν να είναι ούτε πολεμόχαροι ούτε αλαζονικοί. Τουρίστες. Η Μεγαλόπρεπη Ρόμ είχε ασκήσει άλλη μια φορά τη μαγνητική της επιρροή στους ξένους.

Αφήνοντας τους καινούριους αφέντες μας να διασκεδάζουν συνέχισα το δρόμο μου προς τα περίχωρα. Η ερημιά του αιώνιου χειμώνα πλάκωνε τη ψυχή μου. Αναρωτήθηκα: ήμουν λυπημένος γιατί έπεσε η Ρόμ; Ή θρηνούσα το χαμό της Αβλουέλα; Ή απλούστατα είχα συμπτώματα αποτράβηξης γιατί δεν είχα φυλάξει Σκοπιά για τρεις διαδοχικές φορές τώρα;

Αποφάσισα πως όλα αυτά μου προκαλούσαν πόνο. Αλλά πιο πολύ το τελευταίο.

Ώσπου να φτάσω στις πύλες δεν συνάντησα κανένα διαβάτη. Υπόθεσα πώς ο φόβος των αφεντάδων κρατούσε τους Ρόμιους κρυμμένους. Κάποιο ξένο όχημα με προσπερνούσε που και που, μ' ένα απαλό θόρυβο, αλλά κανείς δε με ενόχλησε. Έφτασα στη δυτική πύλη της πολιτείας αργά το απόγεμα. Ήταν ανοιχτή κι έβλεπα πέρα έναν απαλό λόφο με σκούρα πράσινα δέντρα στις πλαγιές του. Βγήκα, και λίγο πιο πέρα είδα τη μορφή ενός Προσκυνητή που έσερνε αργά τα βήματά του, φεύγοντας από την πόλη.

Το σερνάμενο, αβέβαιο βήμα του μου φάνηκε πολύ παράξενο, γιατί ακόμα κι ο χοντρός καφέ χιτώνας του δεν μπορούσε να κρύψει τη κορμοστασιά και τα νιάτα του. Ήταν στητός, με τετράγωνους ώμους και όρθια πλάτη, αλλά περπατούσε με το τρεμάμενο, διστακτικό βήμα ενός γέρου. Όταν τον προσπέρασα και κοίταξα κάτω από την κουκούλα του, κατάλαβα, γιατί κολλημένος πάνω στη χάλκινη μάσκα που φορούν όλοι οι Προσκυνητές ήταν ένας ανακλαστήρας, σαν αυτούς που χρησιμοποιούν οι τυφλοί για να τους προειδοποιούν για τα εμπόδια και τους κινδύνους. Μ' ένιωσε και είπε, «Είμαι ένας τυφλός Προσκυνητής. Σάς ικετεύω μη μ' ενοχλήσετε».

Δεν ήταν η φωνή ενός Προσκυνητή. Ήταν μια φωνή δυνατή, σκληρή κι επιβλητική.

«Δεν ενοχλώ κανένα», απάντησα. «Είμαι ένας Σκοπός που έχασε το επάγγελμα του αυτή τη νύχτα που μας πέρασε».
«Πολλοί έχασαν το επάγγελμα τους την περασμένη νύχτα, Σκοπέ».
«Όχι όμως κι οι Προσκυνητές, βέβαια».
«Όχι», είπε. «Όχι κι οι Προσκυνητές».
«Για που τραβάς;»
«Πέρα απ' τη Ρόμ».
«Δεν έχεις προορισμό συγκεκριμένο;»
«Όχι», είπε ο Προσκυνητής. «Δεν έχω. θα περιπλανηθώ».

«Ίσως θα 'πρεπε να περιπλανηθούμε μαζί», είπα, γιατί θεωρείται καλή τύχη να ταξιδεύεις με Προσκυνητή, και αφού έχασα την Ιπτάμενη και τον Αλαφροΐσκιωτο μου, θα ταξίδευα μόνος μου.
«Ο προορισμός μου είναι η Παρισία. Θέλεις να 'ρθεις;»
«Όπου κι αν πάω το ίδιο κάνει», είπε πικρά. «Ναι, θα πάμε στην Παρισία μαζί. Αλλά τι δουλειά έχει εκεί ένας Σκοπός;»
«Ένας Σκοπός δεν έχει δουλειά πουθενά. Πάω στην Παρισία για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στους Ενθυμητές».
«Α».
«Αφού η Γη έπεσε, θέλω να μάθω περισσότερα για την εποχή της ακμής της».
«Όλη η Γη έπεσε λοιπόν, όχι μόνο η Ρόμ; »
«Έτσι νομίζω», είπα.
«Α», απάντησε ο Προσκυνητής. «Αχ! »

Σώπασε και προχωρήσαμε. Του έδωσα το μπράτσο μου κι έτσι δεν έσερνε πια τα βήματά του, αλλά περπατούσε με τις καμαρωτές δρασκελιές ενός νέου άνθρώπου. Που και που αναστέναζε, ή μάλλον έπνιγε ένα λυγμό. Όταν τον ρωτούσα λεπτομέρειες για το Προσκύνημά του, απαντούσε αόριστα ή δεν απαντούσε καθόλου. Όταν είχαμε κάνει μιας ώρας ταξίδι από τη Ρόμ κι ήμασταν μέσα στο δάσος, είπε ξαφνικά, «Αυτή η μάσκα μου προκαλεί πόνο. Με βοηθάς να τη διορθώσω;»

Έκπληκτος τον είδα να τη βγάζει. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό γιατί είναι απαγορευμένο στους Προσκυνητές να αποκαλύπτουν το πρόσωπό τους. Είχε ξεχάσει πώς δεν ήμουν κι εγώ τυφλός;

Βγάζοντας τη μάσκα, είπε, «δε θα σου αρέσει αυτό το θέαμα». Το χάλκινο δικτυωτό γλίστρησε κάτω από το μέτωπό του κι είδα κάτι μάτια που μόλις είχαν τυφλωθεί, ανοιχτές τρύπες όπου δεν είχε μπει μαχαίρι χειρούργου, αλλά μάλλον δάχτυλα με νύχια γαμψά. Κι ύστερα τη γαμψή βασιλική μύτη, και τέλος τα παράξενα σφιγμένα χείλια του Πρίγκιπα της Ρόμ.

«Μεγαλειότατε! » φώναξα.

Στα μάγουλά του είχε γραμμές από ξεραμένο αίμα. Γύρω στις πληγιασμένες γούβες είχε αλοιφή. Δεν πονούσε πολύ γιατί είχε σκοτώσει τον πόνο μ' εκείνη την πράσινη αλοιφή, αλλά ο πόνος που ένιωσα εγώ ήταν αληθινός και δυνατός.

«Όχι πια Μεγαλειότατος», είπε. «Βοήθησέ με με τη μάσκα! » Τα χέρια του έτρεμαν καθώς την κρατούσε. «αυτές οι φλάντζες θέλουν χαλάρωμα. Μου πιέζουν πολύ τα μάγουλα. Εδώ -».

Τις διόρθωσα γρήγορα, για να μη βλέπω πολλή ώρα το πρόσωπό του.

Ξανάβαλε τη μάσκα.

Συνεχίσαμε το δρόμο μας σιωπηλοί. Δεν ήξερα πως να πιάσω κουβέντα μ' ένα τέτοιον άνθρωπο. Το ταξίδι μας στην Παρισία θα ήταν θλιβερό, αλλά τώρα είχα αναλάβει την ευθύνη να τον οδηγώ. Σκεφτόμουν τον Γκόρμον και το πόσο καλά είχε μείνει πιστός στον όρκο του. Θυμόμουν και την Αβλουέλα κι εκατό φορές μου ήρθε να ρωτήσω το νικημένο Πρίγκιπα τι είχε γίνει η Ιπτάμενη συντρόφισά του τη νύχτα της ήττας, αλλά κρατήθηκα.

Το σούρουπο πύκνωνε, αλλά ο ήλιος έλαμπε ακόμα χρυσοκόκκινος μπροστά μας, στη δύση. Και ξαφνικά σταμάτησα κι από το λαρύγγι μου ξέφυγε ένας βραχνός ήχος έκπληξης, γιατί πάνω από το κεφάλι μας πέρασε μια σκιά.

Ψηλά, πάνω από μένα, η Αβλουέλα ανέβαινε. Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος έβαφαν το δέρμα της και τα φτερά της, ανοιγμένα ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο, έλαμπαν με όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Ήταν κιόλας στο ύψος εκατό ανθρώπων πάνω από το έδαφος, κι εξακολουθούσε ν' ανεβαίνει. Γι αυτήν θα ήμουν ένα μικρό σημαδάκι ανάμεσα στα δέντρα.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Πρίγκιπας. «Τι βλέπεις;»
«Τίποτα».
«Πες μου τι βλέπεις».

Δεν μπορούσα να τον γελάσω. «Βλέπω μια Ιπτάμενη, Μεγαλειότατε. Ένα λιγνό κορίτσι πέρα μακριά».
«Τότε θα νύχτωσε».
«Όχι», είπα. «Ό ήλιος είναι ακόμα πάνω από τον ορίζοντα».
«Τότε πως γίνεται; Μόνο νυχτερινά φτερά έχει. Ο ήλιος μπορεί να την πετάξει κάτω».

Δίστασα. Δεν το 'λεγε η καρδιά μου να του εξηγήσω πως πετούσε η Αβλουέλα με το φως της ημέρας, παρ' όλο που είχε μόνο νυχτερινά φτερά. Δεν μπορούσα να πω στον Πρίγκιπα της Ρόμ ότι πλάι της, χωρίς φτερά, πετούσε ο Γκόρμον, ο εισβολέας, που ανέβαινε χωρίς προσπάθεια στον αέρα, με το μπράτσο του γύρω στους λεπτούς της ώμους, συγκρατώντας την, βοηθώντας την να αντιστέκεται στην πίεση του ηλιακού αέρα.

«Λοιπόν;» επέμεινε. «Πώς πετά στο φως της ημέρας;»
«Δεν ξέρω», είπα. «Είναι μυστήριο για μένα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν καταλαβαίνω πια».
Ο Πρίγκιπας φάνηκε να το δέχεται. «Ναι, Σκοπέ. Πολλά πράγματα κανένας μας δεν καταλαβαίνει».

Ξαναβυθίστηκε στη σιωπή του. Λαχταρούσα να φωνάξω την Αβλουέλα, αλλά δε θα με άκουγε, κι έτσι συνέχισα να περπατώ προς το ηλιοβασίλεμα, προς την Παρισία, οδηγώντας τον τυφλό Πρίγκιπα. Κι από πάνω μας η Αβλουέλα κι ο Γκόρμον πετούσαν όλο πιο ψηλά, οι φιγούρες τους διαγράφονταν καθαρά στις τελευταίες αναλαμπές της μέρας, ώσπου βρέθηκαν σε τέτοιο ύψος που τους έχασα από τα μάτια μου.