|
«Ο Κύριος Φ
|
Και το μωρό μας κάνουν τρεις...
11 η ώρα. Ο Χάνσον έπρεπε να είχε φτάσει ήδη. Ελίζαμπεθ! Διάολε, γιατί πηγαίνει πάντα τόσο αργά;
Κατεβαίνοντας από το παράθυρο με θέα στο δρόμο όπου είχε σκαρφαλώσει, ο Φρίμαν έτρεξε πίσω στο κρεβάτι του και πήδηξε τεντώνοντας τις κουβέρτες πάνω από τα πόδια του. Καθώς η γυναίκα του πρόβαλε το κεφάλι της πίσω από την πόρτα της χαμογέλασε με αθωότητα, προφασιζόμενος ότι διάβαζε ένα περιοδικό.
«Όλα εντάξει;» ρώτησε αυτή, κοιτάζοντάς τον με δριμύτητα στα μάτια. Κούνησε τον σεβάσμιο όγκο της μπροστά απ. αυτόν και άρχισε να στρώνει το κρεβάτι. Ο Φρίμαν εκνευριστικά οξύθυμος την έσπρωξε πέρα όταν προσπάθησε να του πάρει το μαξιλάρι που καθόταν.
«Για το όνομα του θεού Ελίζαμπεθ, δεν είμαι παιδί» διαμαρτυρήθηκε, ελέγχοντας με δυσκολία την κελαϊδιστή φωνή του.
«Τι συνέβη στον Χάνσον; Θα έπρεπε να είναι εδώ, μισή ώρα τώρα».
Η σύζυγός του κούνησε το όμορφο μεγάλο κεφάλι της και πήγε πάνω από το παράθυρο. Το απαλό βελούδινο φόρεμα μεταμόρφωνε την φιγούρα της, αλλά καθώς έφτανε στο ζεμπρέκι του παραθύρου ο Φρίμαν μπορούσε να δει το αρχικό πρήξιμο της εγκυμοσύνης της.
«Θα πρέπει να έχασε το τρένο». Με μια απαλή κίνηση του χεριού της έδεσε την ασφάλεια του πάνω σύρτη του παραθύρου. Στον Φρίμαν πήρε 10 λεπτά να ξεμανταλώσει.
«Νόμισα πως το άκουσα να χτυπάει» είπε κοροϊδευτικά. «Δεν θέλουμε να αρπάξεις κανένα κρύο, θέλουμε;»
Ο Φρίμαν περίμενε ανυπόμονα από αυτή να φύγει, ρίχνοντας ματιές στο ρολόι του. Όταν η γυναίκα έπαψε να στρώνει το κρεβάτι, επιθεωρώντας τον προσεκτικά, θα μπορούσε απλά να συγκρατήσει τον εαυτό του για να μην της βάλει τις φωνές.
«Θα πάρω τα ρούχα του μωρού μαζί» είπε αυτή, προσθέτοντας δυνατά στον εαυτό της: «Αυτό μου θυμίζει πως χρειάζεσαι ένα καινούριο φόρεμα. Το παλιό χάνει το σχήμα του».
Ο Φρίμαν τράβηξε τα πέτα του φορέματος, το ένα κατά μήκος του άλλου, ώστε να κρύψει το γυμνό στήθος του, σα να γέμιζε το φόρεμα.
«Ελίζαμπεθ, αυτό το έχω για χρόνια και είναι τέλειο. Γίνεσαι καταπιεστική με το να ανανεώνεις τα πάντα». Δίστασε, συνειδητοποιώντας την έλλειψη λεπτότητας αυτής της παρατήρησης θα έπρεπε να ήταν κολακευτικός μια που εκείνη ήταν ταυτισμένη με αυτόν με το αναμενόμενο μωρό. Αν το σθένος της συνταύτισης έκρουε μερικές φορές τον κώδωνα του κινδύνου, αυτό ήταν προφανώς επειδή θα είχε το πρώτο παιδί της σε μια σχετικά προχωρημένη ηλικία, λίγο μετά τα 40 της. Απ. την άλλη, ήταν η αρρώστια και το ξάπλωμα στο κρεβάτι κατά τον περασμένο μήνα (και ποια ήταν τα αίτια της αναισθησίας του;) που χρησίμευσε μονάχα στο να ενισχύει την σύγχυση.
«Ελίζαμπεθ. Συγνώμη. Ήταν καλό εκ μέρους σου να με φροντίζεις. Ίσως θα έπρεπε να καλέσουμε ένα γιατρό».
Όχι! Φώναξε κάτι μέσα του.
Σα να το άκουσε αυτό, η γυναίκα του κούνησε το κεφάλι της συγκαταβατικά.
«Θα είσαι εντάξει σύντομα. Ασε τη φύση να πάρει τον κατάλληλο δρόμο. Δε νομίζω πως θα χρειαστεί να δεις τον γιατρό ακόμα».
Ακόμη;
Ο Φρίμαν άκουγε τα πόδια της να εξαφανίζονται κάτω στη στρωμένη με χαλιά σκάλα. Λίγα λεπτά αργότερα ο ήχος από το πλυντήριο χτυπούσε σαν τύμπανο από την κουζίνα.
Ακόμη!
Ο Φρίμαν γλίστρησε γρήγορα έξω από το κρεβάτι και πήγε στο λουτρό.
Το ντουλάπι πίσω από το κοφίνι πλυσίματος ήταν παραγεμισμένο με βρεγμένα ρούχα μωρού, τα οποία η Ελίζαμπεθ είτε τα είχε αγοράσει ή τα είχε πλέξει, μετά τα έπλυνε προσεκτικά και μετά τα αποστείρωνε.
Σε κάθε ένα από τα 5 ράφια, ένα μεγάλο τετράγωνο από γάζα σκέπαζε τους καθαρούς σωρούς, αλλά μπορούσε να δει ότι τα περισσότερα ρούχα ήταν μπλε, λίγα ήταν λευκά και κανένα ροζ.
Ελπίζω η Ελίζαμπεθ να έχει δίκιο, σκέφτηκε. Αν έχει θα είναι ασφαλώς το πιο καλοντυμένο μωρό του κόσμου. Υποστηρίζουμε μια βιομηχανία μόνοι μας.
Έσκυψε κάτω στο χώρισμα που ήταν στον πάτο και από το δοχείο πήρε ένα μικρό σετ ζυγαριάς. Στο αμέσως αποπάνω ράφι πρόσεξε ένα μεγάλο καφέ ρούχο, 6 χρόνια παλιό μονοκόμματο παιδικό ρούχο. Μετά απ. αυτό ήταν ένα σετ από φανελάκια μεγάλων διαστάσεων, σχεδόν αρκετά μεγάλο για να βάλει ο Φρίμαν μέσα τον εαυτό του. Ξεντύθηκε από το φόρεμά του και βημάτισε προς την πλατφόρμα. Σ. ένα καθρέφτη πίσω από την πόρτα εξέταζε το μικρό άτριχο κορμί του με τους λεπτούς ώμους και τα στενά ισχία και τα μακριά νεανικά του πόδια.
42,12 κιλά χθες. Αποστρέφοντας τα μάτια του από την πλάκα του μετρητή άκουσε το πλυντήριο από κάτω. Μετά περίμενε τον δείκτη να σταθεί.
«42,12 κιλά».
Ρίχνοντας με πάταγο το φόρεμά του κάτω, ο Φρίμαν έσπρωξε τις σκάλες κάτω από το δοχείο.
42,12 κιλά. Μια πτώση 3,17 κιλά σε 24 ώρες!
Γύρισε βιαστικά στο κρεβάτι και κάθισε εκεί τρέμοντας νευρικά κάνοντας δαχτυλίδια στο εξαφανισμένο μουστάκι του.
Μόλις πριν δυο μήνες, είχε βάρος πάνω από 71,8 κιλά. 3,17 κιλά σε μια μέρα μόνο. Μ. αυτό το ρυθμό
Το μυαλό του ξύλιασε με το συμπέρασμα. Προσπάθησε να σταματήσει τα γόνατά του. Έφτασε ένα από τα περιοδικά και γυρνούσε τις σελίδες στα τυφλά.
Και το μωρό μας κάνουν δύο.
Για πρώτη φορά έλαβε γνώση για τον μετασχηματισμό 6 εβδομάδες νωρίτερα, σχεδόν αμέσως μετά την προσαρμογή της Ελίζαμπεθ στην εγκυμοσύνη.
Καθώς ξυριζόταν το επόμενο πρωί στο λουτρό πριν πάει στο γραφείο ανακάλυψε ότι το μουστάκι του γινόταν λεπτότερο. Οι συνηθισμένες σκληρές μαύρες όρθιες τρίχες ήταν μαλακές και ευλύγιστες, παίρνοντας την παλιότερη κοκκινοκάστανη απόχρωσή του.
Το μούσι του επίσης ήταν πιο φωτεινό. Φυσιολογικά σκοτεινό και βαρύ πριν από λίγες μόνο ώρες, γινόταν ελαστικό πριν τις λίγες πρώτες κινήσεις του ξυραφιού, αφήνοντας το πρόσωπό του ροζ και απαλό.
Ο Φρίμαν απόδιδε αυτό το φαινόμενο ξανανιώματός του στον ερχομό του μωρού. Ήταν σαραντάρης όταν παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ, δυο ή τρία χρόνια μικρότερός της και παραδεχόταν ασυναίσθητα πως ήταν πολύ γέρος για να γίνει γονιός, ιδιαίτερα καθώς είχε εκλέξει αργά την Ελίζαμπεθ σαν ένα ιδανικό υποκατάστατο μητέρας και έβλεπε τον εαυτό του περισσότερο σαν παιδί της παρά σαν σύζυγο σύντροφο. Παρόλα αυτά, τώρα που ένα παιδί είχε υλοποιηθεί στην πραγματικότητα δεν ένοιωθε καθόλου δυσαρέσκεια μ. αυτό. Κολακεύοντας τον εαυτό του, αποφάσισε πως είχε μπει σε μια νέα φάση ωριμότητας και θα μπορούσε μ. όλη την καρδιά του να σπρώξει τον εαυτό του στο ρόλο του νεαρού πατέρα.
Απ. αυτό το εξαφανιζόμενο μουστάκι, από το μούσι του που έσβηνε ανάβλυζε η νιότη στα βήματά του. Σιγοτραγουδούσε:
«Μονάχα εγώ και η Λίζυ
και το μωρό μας κάνουν τρεις».
Πίσω του, στον καθρέφτη έβλεπε την Ελίζαμπεθ να κοιμάται ακόμα. Τα μεγάλα ισχία της γέμιζαν το κρεβάτι. Χαιρόταν να την βλέπει να ξεκουράζεται. Αντίθετα με ότι περίμενε, αυτή ήταν περισσότερο δεμένη μ. αυτόν παρά με το μωρό, αρνούμενη να τον αφήσει να ετοιμάσει το δικό του πρωινό. Καθώς χτένιζε τα μαλλιά του, πλούσια ξανθοκάστανα, παρασύροντας πίσω από το μέτωπό του για να σκεπάσει ένα φαλακρό θόλο του κεφαλιού του. Αντανακλάστηκε παραμορφωμένος στο χρόνο ένδοξα, είδε στα βιβλία μητρότητας για την υπεραίσθηση των μελλοντικών πατεράδων προφανώς η Ελίζαμπεθ έπαιρνε αυτές τις συμβουλές στα σοβαρά.
Γύρισε τις μύτες των ποδιών του στην κρεβατοκάμαρα και στάθηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, λιαζόμενος στον φρέσκο αέρα του πρωινού. Κάτω ενώ περίμενε για το πρωινό του, τράβηξε την παλιά του ρακέτα του τένις έξω από το ντουλάπι του χολ. Τελικά ξύπνησε την Ελίζαμπεθ όταν ένα από τα χτυπήματα της προπόνησής του έσπασε το γυαλί στο βαρόμετρο.
Στην αρχή ο Φρίμαν είχε ευχαριστηθεί με την καινούργια ενέργεια που έβρισκε. Έπαιρνε την Ελίζαμπεθ βαρκάδα, κωπηλατώντας μανιασμένα πάνω και κάτω στο ποτάμι, ξαναανακάλυπτε όλες τις ψυχικές απολαύσεις που ήταν πολύ αφηρημένος για να απολαύσει όταν ήταν εικοσάρης. Θα πήγαινε για ψώνια με την Ελίζαμπεθ, οδηγώντας την ομαλά στο πεζοδρόμιο, κουβαλώντας όλες τις αγορές για το μωρό της, πίσω στη πλάτη του νοιώθοντας 3 μέτρα ψηλός.
Τέλος πάντων, κάπου τόσο ήταν όταν είχε την πρώτη υπόνοια για το τι αληθινά συμβαίνει.
Η Ελίζαμπεθ ήταν μια μεγαλόσωμη γυναίκα, ελκυστική με τον τρόπο της, με πλατειούς ώμους και ισχυρά ισχία, και συνήθιζε να φοράει ψηλά τακούνια. Ο Φρίμαν, ένας κοντός και δυνατός άνθρωπος, μεσαίου βάρους, πάντα ήταν ελαφρά κοντύτερος απ. αυτήν, αλλά αυτό δεν τον ανησυχούσε.
Όταν ανακάλυψε ότι μόλις που έφτανε πάνω από τον ώμο της άρχισε να εξετάζει τον εαυτό του πιο προσεκτικά.
Σε μια από τις εκστρατείες τους για ψώνια (η Ελίζαμπεθ πάντα έπαιρνε τον Φρίμαν μαζί της, και χωρίς εγωισμό τον ρωτούσε για την γνώμη του, τι προτιμούσε, σχεδόν σα να ήταν αυτός που θα φορούσε τα μικροσκοπικά σακάκια για το θέατρο και τα φορέματα) μια πωλήτρια ασυνείδητα ανάφερε την Ελίζαμπεθ σαν «μητέρα» του. Με ένα τίναγμα ο Φρίμαν είχε αναγνωρίσει την προφανή δυσαναλογία μεταξύ τους η εγκυμοσύνη έκανε το πρόσωπο της Ελίζαμπεθ παχύσαρκο, γεμίζοντας το λαιμό και τους ώμους της, ενώ τα δικά του χαρακτηριστικά ήταν απαλά και αρυτίδωτα.
Όταν έφτασαν στο σπίτι αυτός περιφερόταν γύρω από το καθιστικό και την κουζίνα. Αντιλήφτηκε ότι τα έπιπλα και τα ράφια της βιβλιοθήκης φαινόταν μεγαλύτερα και πιο ογκώδη. Πάνω στο λουτρό σκαρφαλώνοντας στην πλάστιγγα της ζυγαριάς για πρώτη φορά, ανακάλυψε πως είχε χάσει 9 κιλά σε βάρος.
Καθώς έβγαζε τα ρούχα του εκείνη τη νύχτα, έκανε άλλη μια περίεργη ανακάλυψη.
Η Ελίζαμπεθ έπαιρνε και έραβε τα σακάκια του και τα παντελόνια του. Δεν του είχε πει τίποτα σχετικά μ. αυτό, και όταν την είδε να τα ράβει πάνω από το καλάθι με τα είδη ραπτικής υπόθεσε ότι ετοίμαζε κάτι για το μωρό.
Στις επόμενες μέρες η πρώτη έξαψη του σθένους του έσβηνε. Παράξενες αλλαγές συνέβαιναν στο κορμί του το δέρμα και τα μαλλιά του, και ολόκληρο το μυϊκό σύστημα του σώματός του, φαινόταν να μετασχηματίζεται. Τα επίπεδα του προσώπου του αλλοιωνόταν, το σαγόνι ήταν ισορροπημένο, η μύτη προεξείχε λιγότερο, τα μάγουλα λεία και άσπιλα.
Εξετάζοντας το στόμα του στον καθρέφτη ανακάλυψε πως τα περισσότερα από τα μεταλλικά σφραγίσματα είχαν εξαφανιστεί. Στερεό λευκό σμάλτο είχε πάρει τη θέση τους.
Αυτός συνέχισε να πηγαίνει στο γραφείο συναισθανόμενος τις επίμονες ματιές των συναδέλφων του γύρω του. Την επόμενη μέρα που ανακάλυψε πως δε μπορούσε να φτάσει τα βιβλία με τις συστάσεις στο ράφι πίσω από το γραφείο του, έμεινε σπίτι προφασιζόμενος ότι τον χτύπησε γρίπη.
Η Ελίζαμπεθ φαινόταν να τον καταλαβαίνει εντελώς. Ο Φρίμαν δεν έβρισκε τίποτα να της πει, φοβούμενος μήπως τρομοκρατηθεί και αποβάλλει αν μάθαινε την αλήθεια. Φασκιωμένος στο παλιό φόρεμά του, ένα μάλλινο κασκόλ γύρω από το λαιμό και το στήθος του για να εμφανίζει την λεπτή μορφή του πιο ογκώδη, καθόταν στον καναπέ του καθιστικού, τυλιγμένος με κουβέρτες με ένα στερεωμένο μαξιλαράκι να τον ανεβάζει ψηλότερα στο κάθισμα.
Προσεκτικά προσπαθούσε να αποφύγει να στέκεται όρθιος όταν η Ελίζαμπεθ ήταν στο δωμάτιο, και όταν ήταν απόλυτα αναγκαίο περιφερόταν πίσω από τα έπιπλα στις μύτες των ποδιών του.
Μια εβδομάδα αργότερα όταν τέλος πάντων τα πόδια του πια δεν ακουμπούσαν στο έδαφος κάτω από το τραπέζι του φαγητού αποφάσισε να μείνει στο κρεβάτι του στον πάνω όροφο.
Η Ελίζαμπεθ συμφώνησε με ετοιμότητα. Όλο τον καιρό πρόσεχε τον άνδρα της με τα έντονα ειρωνικά μάτια της, προετοιμάζοντας προσεκτικά τον εαυτό της για το μωρό.
Καταραμένε Χάνσον, σκέφτηκε ο Φρίμαν. Στις 12 παρά τέταρτο δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Ο Φρίμαν κουνούσε ελαφρά το περιοδικό χωρίς να το κοιτάζει, κοιτάζοντας οξύθυμα το ρολόι του κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Το λουράκι του ρολογιού τώρα ήταν πολύ μεγάλο για τον καρπό του και δυο φορές είχε ανεβάσει τις πρόσθετες τρύπες για την αγκράφα.
Δεν είχε αποφασίσει, με ποιο τρόπο θα περίγραφε τη μεταμόρφωσή του στον Χάνσον. Βασανιζόταν σα να βρισκόταν σε περίεργες αμφιβολίες. Δεν ήταν καν σίγουρος για το τι συνέβαινε, βεβαίως είχε χάσει μια αξιοσημείωτη ποσότητα βάρους μέχρι 3,5 ή 4 κιλά κάθε μέρα και σχεδόν 30 εκατοστά στο ύψος, αλλά χωρίς κανένα άλλο σύμπτωμα αρρώστιας. Είχε, στην πραγματικότητα, επιστρέψει στην ηλικία και στη ψυχή ενός δεκατετράχρονου μαθητή.
Αλλά ποια ήταν η πραγματική εξήγηση; Ο Φρίμαν ρωτούσε τον εαυτό του. Ήταν αυτό το ξανάνιωμα κάποιο είδος ψυχοσωματικής υπέρβασης; Παρόλο που δεν ένοιωθε αισθητή έχθρα απέναντι στο αναμενόμενο μωρό, ήταν άραγε υπό τον έλεγχο μιας τρελής απόπειρας για αντεκδίκηση;
Ήταν αυτή η πιθανότητα, με το λογικό της επακόλουθο τα κελιά με τους μαξιλαρένιους τοίχους και τους λευκοντυμένους φρουρούς που κρατούσε τον Φρίμαν τρομοκρατημένο στη σιωπή. Ο γιατρός της Ελίζαμπεθ ήταν απότομος και αντιπαθητικός, και σχεδόν σίγουρα θα θεωρούσε τον Φρίμαν σαν ένα νευρωτικό «κατά φαντασία ασθενή» διαπράττοντας ένα περίπλοκο συλλαβόγριφο, ότι αποσκοπεί στο να υποκαταστήσει τον εαυτό του με το παιδί του, στη συμπάθεια της γυναίκας του.
Επίσης, ο Φρίμαν ήξερε, ότι υπήρχαν κι άλλες αιτίες, αφανείς και δυσνόητες. Τρομοκρατημένος απ. την σκέψη να τις εξετάσει, άρχισε να διαβάζει το περιοδικό.
Ήταν ένα παιδικό κόμικς. Ενοχλημένος ο Φρίμαν παρατηρούσε το εξώφυλλο, μετά κοίταξε το σωρό των περιοδικών που η Ελίζαμπεθ είχε αγοράσει από το πρακτορείο εφημερίδων εκείνο το πρωί. Ήταν όλα τα ίδια.
Η γυναίκα του έβαλε την κρεβατοκάμαρά της στην άλλη πλευρά του δωματίου υποδοχής. Ο Φρίμαν, κοιμόταν μόνος τώρα σ. αυτό που έμελλε τελικά να είναι το δωμάτιο του μωρού, εν μέρει για να δώσει στον εαυτό του αρκετή ερημιά για να σκέπτεται και επίσης για να σωθεί από την αμηχανία της αποκάλυψης, του κορμιού του που ζάρωνε στη σύζυγό του.
Αυτή ήρθε μέσα φέρνοντας ένα μικρό δίσκο με ένα ποτήρι ζεστό γάλα και δυο μπισκότα. Παρόλο που έχανε βάρος ο Φρίμαν είχε την ανυπόμονη όρεξη ενός παιδιού. Πήρε τα μπισκότα και τα έφαγε βιαστικά.
Η Ελίζαμπεθ έκατσε στο κρεβάτι παρουσιάζοντας μια μπροσούρα από την τσέπη της ποδιάς της.
«Θέλω να παραγγείλω το κρεβατάκι του μωρού» του είπε αυτή. «Θα ήθελες να διαλέξεις ένα από αυτά τα σχέδια;»
Ο Φρίμαν έγνεψε ελαφρά «Οποιοδήποτε από αυτά κάνει. Πάρε ένα που να είναι γερό και βαρύ, κάτι που θα. ναι δύσκολο να το σκαρφαλώνει και να βγαίνει».
Η γυναίκα του έγνεψε, κοιτώντας τον σκεπτικά. Όλο το απόγευμα το ξόδεψε σιδερώνοντας και καθαρίζοντας, μετακινώντας τα βρεγμένα ασπρόρουχα στα ντουλάπια στο πλατύσκαλο απολυμαίνοντας τους κουβάδες και τους κάδους.
Είχαν αποφασίσει ότι αυτή θα είχε το μωρό στο σπίτι.
28,57 κιλά!
Ο Φρίμαν ανάπνευσε βαριά στην ένδειξη κάτω από τα πόδια του. Κατά τις 2 προηγούμενες μέρες είχε χάσει πάνω από 9 κιλά. Μόλις που μπορούσε να φτάσει στο χερούλι του ντουλαπιού και να ανοίξει την πόρτα. Προσπαθώντας να μην κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, συνειδητοποίησε ότι τώρα ήταν στο μέγεθος ενός εξάχρονου, με ένα λεπτό στήθος, λείο λαιμό και πρόσωπο. Ο γύρος του φορέματός του σερνόταν στο πάτωμα πίσω του, και μόνο με δυσκολία μπορούσε να κρατάει τα χέρια του ανάμεσα στα ογκώδη μανίκια.
Όταν η Ελίζαμπεθ ήρθε πάνω με το πρωινό τον εξέτασε κριτικά, έβαλε τον δίσκο κάτω και πήγε έξω σε ένα από τα ντουλάπια του πλατύσκαλου. Επέστρεψε με ένα μικρό σπορ πουκάμισο και ένα ζευγάρι σορτς από βελούδο κοτλέ.
«Θα ήθελες να τα φορέσεις αυτά, αγάπη μου;» ρώτησε αυτή. «Θα τα βρεις πιο άνετα».
Απρόθυμος να χρησιμοποιήσει την φωνή του, που είχε εκφυλιστεί σε ένα οξύ τιτίβισμα, ο Φρίμαν κούνησε το κεφάλι του. Μετά που έφυγε αυτή έβγαλε το βαρύ φόρεμα και φόρεσε τα ρούχα.
Καταπνίγοντας τις αμφιβολίες του, αναρωτιόταν πως θα φτάσει τον γιατρό χωρίς να πάει στον κάτω όροφο στο τηλέφωνο. Μέχρι εδώ, είχε καταφέρει να αποφύγει να κινήσει τις υποψίες της γυναίκας του, αλλά τώρα δεν υπήρχε ελπίδα να συνεχίσει να το κάνει αυτό. Με δυσκολία έφτανε ως τη μέση της. Αν τον έβλεπε να στέκεται όρθιος ίσως να πέθαινε από σοκ επιτόπου.
Ευτυχώς, η Ελίζαμπεθ τον άφηνε μόνο. Μια φορά αμέσως μετά το δείπνο, δυο άνθρωποι ήρθαν με ένα φορτηγό απ. το πολυκατάστημα, και μετέφεραν ένα μπλε κρεβατάκι και μια πάρκο για νήπια, αλλά αυτός προσποιήθηκε πως κοιμόταν μέχρι που να φύγουν. Παρά την ανησυχία του ο Φρίμαν εύκολα κινήθηκε είχε αρχίσει να νοιώθει κουρασμένος μετά το δείπνο και ξύπνησε δυο ώρες αργότερα για να βρει πως η Ελίζαμπεθ είχε βάλει το κρεβάτι στη κούνια, τυλίγοντας τις μπλε κουβέρτες και μαξιλάρια σε ένα πλαστικό φύλλο.
Κάτω απ. αυτό, δεμένος από τις ξύλινες πλευρές, μπορούσε να δει τα άσπρα δερμάτινα λουριά από ένα περιοριστικό σαμάρι.
Το επόμενο πρωί ο Φρίμαν αποφάσισε να δραπετεύσει. Το βάρος του ήταν πεσμένο σε μόνο 19,5 κιλά, και τα ρούχα που η Ελίζαμπεθ του είχε δώσει την προηγούμενη μέρα, ήταν ήδη 3 νούμερα μεγαλύτερά του, τα παντελόνια να στηρίζονται με αβεβαιότητα γύρω από τη λεπτή μέση του. Στον καθρέφτη του λουτρού ο Φρίμαν κοίταζε επίμονα το μικρό αγόρι που τον κοίταζε με τα μεγάλα μάτια. Αμυδρά, θυμήθηκε φωτογραφίες από τη δική του παιδική ηλικία.
Μετά το πρωινό, όταν η Ελίζαμπεθ ήταν έξω στον κήπο, κατέβηκε στον κάτω όροφο. Μέσα από το παράθυρο την είδε να ανοίγει τον σκουπιδοτενεκέ και να βάζει μέσα το κουστούμι της δουλειάς του και τα μαύρα δερμάτινα παπούτσια.
Ο Φρίμαν περίμενε αβοήθητος για ένα λεπτό, και μετά γύρισε βιαστικά στο δωμάτιό του. Καβαλικεύοντας τα τεράστια σκαλοπάτια χρειαζόταν περισσότερη προσπάθεια από όσο φανταζόταν, και τη στιγμή που έφτανε στο κεφαλόσκαλο ήταν πολύ εξαντλημένος για να σκαρφαλώσει στο κρεβάτι. Λαχανιάζοντας, στηρίχτηκε πάνω του για λίγα λεπτά. Ακόμα και αν έφτανε στο νοσοκομείο, πως θα μπορούσε να πείσει κάποιον εκεί για το τι συμβαίνει χωρίς να πρέπει να καλέσουν την Ελίζαμπεθ μαζί του να τον αναγνωρίσει;
Ευτυχώς, η νοημοσύνη του ήταν ακόμα άθικτη. Με δοσμένα, μολύβι και χαρτί μπορούσε σύντομα να αποδείξει με το έφηβο μυαλό του μια λεπτομερή γνώση κοινωνικών υποθέσεων που κανένα παιδί φαινόμενο δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι κάτοχός τους.
Το πρώτο καθήκον του ήταν να φτάσει στο νοσοκομείο ή αν αποτύχαινε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Ευτυχώς, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να περπατάει κατά μήκος της κοντινότερης κεντρικής διάβασης ένα τετράχρονο παιδί να περιφέρεται μόνο του σύντομα θα το μάζευε κάποιος αστυνομικός σε υπηρεσία.
Από κάτω, άκουσε η Ελίζαμπεθ να έρχεται αργά στα πάνω δωμάτια, με το καλάθι των άπλυτων να τρίζει κάτω από το χέρι της. Ο Φρίμαν προσπάθησε να ανυψωθεί ως το κρεβάτι, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει άνω κάτω τα σκεπάσματα. Καθώς η Ελίζαμπεθ άνοιγε την πόρτα, αυτός έτρεξε γύρω από την μακριά πλευρά του κρεβατιού και του λεπτού σώματος πίσω του, ξεκουράζοντας το πηγούνι του στο σκέπασμα του κρεβατιού.
Η Ελίζαμπεθ σταμάτησε, βλέποντας το μικρό ίσιο πρόσωπό του. Για ένα λεπτό κοίταζαν ο ένας τον άλλο, η καρδιά του Φρίμαν σφυροκοπούσε, αναρωτούμενος πως θα μπορούσε να μην συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε. Αλλά αυτή απλά χαμογέλασε και πήγε προς το λουτρό.
Πιάνοντας από την τάβλα στο πλάι του κρεβατιού, σκαρφάλωσε πάνω, με το πρόσωπό του μακριά από την πόρτα του λουτρού. Όπως έφευγε η Ελίζαμπεθ έσκυψε κάτω και τον τακτοποίησε στο κρεβάτι. Μετά έφυγε έξω από το δωμάτιο, χτυπώντας την πόρτα πίσω της.
Την υπόλοιπη μέρα ο Φρίμαν περίμενε για μια ευκαιρία να δραπετεύσει, αλλά η γυναίκα του ήταν απασχολημένη στα πάνω δωμάτια και νωρίς εκείνο το βράδυ πριν μπορέσει να αποτρέψει τον εαυτό του, έπεσε σε ένα βαθύ δίχως όνειρα ύπνο.
Ξύπνησε σε ένα τεράστιο λευκό δωμάτιο. Μπλε φως πιτσιλωτό στους ψηλούς τοίχους, κατά μήκος των οποίων μια γραμμή από γιγαντιαίες μορφές ζώων χόρευαν και πηδούσαν. Κοιτάζοντας τριγύρω, συνειδητοποίησε πως ήταν ακόμα στο παιδικό δωμάτιο. Φορούσε ένα μικρό ζευγάρι από πόλκα πυτζάμες με βούλες, (τον είχε αλλάξει η Ελίζαμπεθ ενώ αυτός κοιμόταν;) αλλά ήταν σχεδόν πολύ μεγάλες για τα χέρια και τα πόδια του που μίκραιναν.
Μια μινιατούρα φορέματος βρισκόταν στο πόδι του κρεβατιού, ένα ζευγάρι παντόφλες στο πάτωμα. Ο Φρίμαν κατέβηκε από το κρεβάτι και τις φόρεσε. Η ισορροπία του ήταν ασταθής. Η πόρτα ήταν κλειστή, αλλά τράβηξε μια καρέκλα και στάθηκε πάνω της, γυρνώντας το χερούλι με τους δυο μικρούς καρπούς του.
Στο κεφαλόσκαλο σταμάτησε, ακούγοντας προσεκτικά. Η Ελίζαμπεθ ήταν στην κουζίνα, ψιθυρίζοντας στον εαυτό της. Με ένα βήμα κάθε φορά, ο Φρίμαν κατέβαινε τη σκάλα κοιτώντας την γυναίκα του μέσα από το κιγκλίδωμα. Στεκόταν πάνω από την κουζίνα και με τους φαρδείς ώμους της σχεδόν έκρυβε την συσκευή ζεσταίνοντας λίγο χυλό με γάλα. Ο Φρίμαν περίμενε μέχρι να γυρίσει στο νεροχύτη, και μετά έτρεξε κατά μήκος του χολ μέσα στο καθιστικό και βγήκε μέσα από τα γαλλικά παράθυρα.
Οι λεπτές σόλες από τις σκεπασμένες με τάπητα παντόφλες του έπνιγαν τον ήχο των βημάτων του και ξέσπασε σε τρέξιμο μέχρι να φτάσει τον φράχτη στην πρόσοψη του κήπου. Η πόρτα ήταν σχεδόν πολύ σκληρή γι. αυτόν να την ανοίξει και καθώς ψηλαφούσε αδέξια το μάνταλο μια μεσήλικη γυναίκα σταμάτησε και τον περιεργαζόταν, κοιτάζοντας αποδοκιμαστικά στα παράθυρα.
Ο Φρίμαν προσποιήθηκε ότι έτρεχε πίσω στο σπίτι ελπίζοντας ότι η Ελίζαμπεθ δεν θα είχε ανακαλύψει ακόμα την εξαφάνισή του. Όταν η γυναίκα απομακρύνθηκε, αυτός άνοιξε την πόρτα και έφυγε βιαστικά στο δρόμο για το εμπορικό κέντρο.
Είχε μπει σε ένα κολοσσιαίο κόσμο. Τα διώροφα σπίτια φαινόταν σαν τοιχώματα βαθιάς χαράδρας, το τέλος του δρόμου 90 μέτρα πιο πέρα μακριά πίσω από τον ορίζοντα. Οι πέτρες του λιθόστρωτου ήταν ογκώδεις και ανώμαλες, οι χαμηλές συκομουριές τόσο μακριά όσο και ο ουρανός. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν καταπάνω του, φως του ήλιου ανάμεσα στους τροχούς του. Δίστασε και μετά επιτάχυνε.
Ήταν ακόμα 45 μέτρα από την γωνία όταν σκόνταψε πάνω σε μια πέτρα του πεζοδρομίου και αναγκάστηκε να σταματήσει. Λαχανιασμένος ακούμπησε πάνω σε ένα δέντρο, με τα πόδια του εξαντλημένα.
Ακουσε μια πόρτα να ανοίγει, και πάνω από τον ώμο του είδε την Ελίζαμπεθ να ατενίζει πάνω και κάτω στο δρόμο. Γρήγορα πήγε πίσω από το δέντρο, περιμένοντας μέχρι να γυρίσει στο σπίτι, και μετά να ξεκινήσει πάλι.
Ξαφνικά, σάρωμα πάνω από τον ουρανό, ένα τεράστιο χέρι τον σήκωσε πάνω από τα πόδια του. Βαριαναστενάζοντας με έκπληξη, είδε το πρόσωπο του κύριου Σίμοντς, τον διευθυντή της τράπεζάς του.
«Νωρίς βγήκες έξω, νεαρέ» είπε ο Σίμοντς. Αφησε τον Φρίμαν κάτω, κρατώντας τον σφιχτά με το ένα χέρι. Το αμάξι ήταν παρκαρισμένο στον επόμενο δρόμο. Αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη, άρχισε να πηγαίνει με τα πόδια του τον Φρίμαν προς τα πίσω στο δρόμο. «Τώρα, για να δούμε που μένεις;»
Ο Φρίμαν προσπάθησε να τραβήξει μακριά τον εαυτό του, τραντάζοντας το χέρι του με λύσσα, αλλά ο Σίμοντς μόλις που καταλάβαινε, τις προσπάθειές του. Η Ελίζαμπεθ βγήκε έξω από την πόρτα με μια ποδιά γύρω από τη μέση της, και ερχόταν βιαστικά καταπάνω τους. Ο Φρίμαν προσπάθησε να κρυφτεί ανάμεσα στα πόδια του Σίμοντς, μα ένοιωσε τον εαυτό του να σηκώνεται στα δυνατά χέρια του διευθυντή της τράπεζας και να τον παραδίνει στα χέρια της Ελίζαμπεθ. Τον κρατούσε σταθερά, το κεφάλι του ήταν πάνω από τον φαρδύ ώμο της. Ευχαρίστησε τον Σίμοντς και τον μετέφερε πίσω στο σπίτι.
Καθώς διέσχιζαν το μονοπάτι ο Φρίμαν κρεμόταν ξεψυχισμένος προσπαθώντας να βγάλει τον εαυτό του εκτός ύπαρξης.
Στο παιδικό δωμάτιο περίμενε τα πόδια του να αγγίξουν το κρεβάτι, έτοιμος να τρυπώσει κάτω από τις κουβέρτες, αλλά αντίθετα η Ελίζαμπεθ τον κατέβασε προσεκτικά στο πάτωμα, και ανακάλυψε πως βρισκόταν μέσα στο πάρκο για νήπια του μωρού. Έπιασε το κιγκλίδωμα αβέβαια, ενώ η Ελίζαμπεθ έσκυψε και ίσιωσε το φόρεμά του. Μετά, προς ανακούφιση του Φρίμαν αυτή απομακρύνθηκε.
Για 5 λεπτά ο Φρίμαν στεκόταν μουδιασμένος στο κιγκλίδωμα ξαναβρίσκοντας τον ρυθμό της αναπνοής του, αλλά την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσε κάτι που το φοβόταν αμυδρά, μερικές μέρες από μια ειδική αντιστροφή της λογικής, η Ελίζαμπεθ τον ταύτιζε με το μωρό μέσα στη μήτρα της! Χωρίς να εκπλήσσεται για τη μεταφορά του Φρίμαν στην ηλικία ενός τρίχρονου παιδιού, η γυναίκα του απλά τον αποδεχόταν σαν ένα φυσικό συνεπακόλουθο της δικής της εγκυμοσύνης. Στο μυαλό της είχε εξωτερικεύσει το παιδί που είχε μέσα της. Καθώς ο Φρίμαν ζάρωνε, μικραίνοντας προοδευτικά, καθρεφτίζοντας την ανάπτυξη του παιδιού της, τα μάτια της διάλεγαν τις κοινές εστίες και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν το είδωλο του μωρού της.
Ψάχνοντας ακόμα για τα μέσα να δραπετεύσει ο Φρίμαν ανακάλυψε πως ήταν αδύνατο να σκαρφαλώσει πάνω στο πάρκο για νήπια. Τα ανοιχτόχρωμα ξύλινα κάγκελα ήταν πολύ δυνατά για να τα σπάσει με τα μικρά χέρια του, και το όλο κλουβί πολύ βαρύ για να το σηκώσει. Εξαντλημένος, έκατσε κάτω στο πάτωμα, και περνούσε την ώρα νευρικά, με μια μεγάλη χρωματιστή μπάλα.
Αντίθετα από το να προσπαθεί να αποφύγει την Ελίζαμπεθ και να της κρύψει την μεταμόρφωσή του, συνειδητοποίησε ότι πρέπει τώρα να προκαλέσει την προσοχή της και να την αναγκάσει να αναγνωρίσει την αληθινή του ταυτότητα..
Σηκώθηκε πάνω και άρχισε να κουνάει το πάρκο για νήπια από πλευρά σε πλευρά, σέρνοντάς την κατά μήκος του τοίχου όπου η απότομη γωνία έστηνε ένα σταθερό σημείο για δυνατά χτυπήματα.
Η Ελίζαμπεθ βγήκε έξω από την κρεβατοκάμαρά της.
«Τώρα, αγάπη μου, γιατί όλος αυτός ο θόρυβος;» τον ρώτησε χαμογελώντας. «Τι θα έλεγες για ένα μπισκότο;» Έσκυψε πάνω από το πάρκο για νήπια, το πρόσωπό της λίγα μόνο εκατοστά από τον Φρίμαν.
Βάζοντας όλο του το θάρρος, ο Φρίμαν την κοίταζε στα ίσια, ψάχνοντας τα μεγάλα, ατρεμούλιαστα μάτια του. Πήρε το μπισκότο, καθάρισε το λαιμό του και είπε προσεκτικά: «Ντε ίμαι το μωρό σου»
Η Ελίζαμπεθ κυμάτισε τα μακριά ξανθά μαλλιά της. «Δεν είσαι, αγάπη μου; Τι άσχημη ντροπή».
Ο Φρίμαν χτύπησε το πόδι του, μετά λύγισε τα χείλη του «Ντε ίμαι το μωρό σου!» φώναξε. «Ίμαι ο άντρας σου!»
Γελώντας μόνη της η Ελίζαμπεθ άρχισε να αδειάζει την γκαρνταρόμπα πίσω από το κρεβάτι, καθώς ο Φρίμαν διαμαρτυρόταν, αγωνιζόμενος αβοήθητος με τα εφαρμοστά κορδόνια. Εκείνη πήρε έξω το σακάκι του και το πανωφόρι του. Μετά άδειασε το σωρό με τα σώβρακα, σηκώνοντας τα πουκάμισα και τις κάλτσες, και τα έβαλε πιο πέρα μέσα σε ένα περιτύλιγμα.
Αφού τα είχε μεταφέρει όλα έξω, γύρισε και έστρωσε το κρεβάτι, το έσπρωξε πίσω απέναντι στον τοίχο, βάζοντας το πάρκο του μωρού στη θέση του.
Κρατώντας σφιχτά το κιγκλίδωμα του πάρκου για νήπια, ο Φρίμαν έβλεπε κατάπληκτος, καθώς τα τελευταία υπολείμματα της προηγούμενής του ύπαρξης έπεφταν κάτω νεκρά.
«Λίζαμπεθ, βοήθεια, ντεν ίμαι !»
Παραιτήθηκε, ψάχνοντας στο πάτωμα του παιχνιδιού κλουβιού κάτι να μπορεί να γράψει. Συγκεντρώνοντας την ενέργειά του, κούνησε το κλουβί πάνω στον τοίχο, και με μεγάλα γράμματα, χρησιμοποιώντας το σάλιο του που κυλούσε άφθονο από το στόμα του, έγραψε:
«ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ! ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΜΩΡΟ».
Χτυπώντας την πόρτα με τις γροθιές του, τελικά τράβηξε την προσοχή της Ελίζαμπεθ, αλλά όταν έδειξε στον τοίχο τα σημάδια είχαν στεγνώσει. Κλαίγοντας με την αποτυχία αυτή, ο Φρίμαν μπουσουλούσε, γύρω στο κλουβί και άρχισε να ξαναχαράζει το μήνυμα. Πριν ολοκληρώσει πάνω από δύο ή τρία γράμματα η Ελίζαμπεθ τον τράβηξε στα χέρια της από τη μέση του και τον σήκωσε έξω.
Ένα μονάχα σημείο είχε μπει στο κεφάλι του τραπεζιού της τραπεζαρίας, μια νέα ψηλή καρέκλα από κάτω του. Προσπαθώντας ακόμα να σχηματίσει μια συνεχόμενη φράση. Ο Φρίμαν ένοιωθε τον εαυτό του χωμένο στο κάθισμα, μια μεγάλη σαλιάρα γύρω από τον λαιμό του.
Κατά την διάρκεια του γεύματος αυτός κοίταζε την Ελίζαμπεθ προσεκτικά, ελπίζοντας να ανιχνεύσει στο ακίνητο πρόσωπό της κάποια υπόνοια αναγνώρισης. Έστω και μια πρόσκαιρη γνώση ότι το δίχρονο παιδάκι που καθόταν μπροστά της ήταν ο σύζυγός της. Ο Φρίμαν έπαιζε με το φαγητό του, αλείφοντας ακατέργαστα μηνύματα στο δίσκο γύρω από το πιάτο του, αλλά όταν τα έδειχνε στην Ελίζαμπεθ αυτή τον χειροκροτούσε, προφανώς συμμετέχοντας στους μικρούς του θριάμβους, και μετά καθάριζε τον δίσκο. Εξαντλημένος ο Φρίμαν αφέθηκε να τον ανεβάσει στα πάνω δωμάτια, ξαπλώνοντας δεμένος με λουρί στο κρεβατάκι κάτω από τις κουβέρτες μινιατούρες.
Ο χρόνος ήταν εναντίον του. Αλλά τώρα, ανακάλυψε ότι, κοιμόταν το μεγαλύτερο μέρος της κάθε μέρας. Τις πρώτες ώρες αισθανόταν φρέσκος και γρήγορος, αλλά η ενέργεια έσβηνε απότομα και μετά κάθε δείπνο μια ζαλάδα λήθαργου έκλεινε τα μάτια του σαν μια έλξη σε ύπνο. Αμυδρά γνώριζε ότι η μεταμόρφωση συνεχιζόταν ανεξέλεγκτα όταν ξυπνούσε μπορούσε να σταθεί μόνο με δυσκολία. Η προσπάθεια να σταθεί όρθιος στα ογκώδη πόδια του τον κούραζε μετά από μερικά λεπτά.
Η δύναμη της ομιλίας του είχε εξαφανιστεί. Το μόνο που μπορούσε να παράγει ήταν λίγα αλλόκοτα μουγκρητά ή ένα άναρθρο τραύλισμα. Ξαπλωμένος ανάσκελα, με ένα μπουκάλι ζεστό γάλα στο στόμα του, ήξερε ότι η μοναδική του ελπίδα ήταν ο Χάνσον. Αργά ή γρήγορα, θα τον καλούσε και θα ανακάλυπτε ότι ο Φρίμαν είχε εξαφανιστεί και όλα τα ίχνη του είχαν προσεκτικά μετακινηθεί.
Στηριγμένος σε ένα μαξιλαράκι στο χαλί του καθιστικού, ο Φρίμαν παρατήρησε ότι η Ελίζαμπεθ είχε αδειάσει το γραφείο του και είχε πάει τα βιβλία από το ράφι κάτω στο τζάκι. Ήταν ο μόνος σκοπός που είχε τώρα η χηρεμένη μητέρα ενός γιου 12 μηνών, χωρισμένη από τον άνδρα της από το μήνα του μέλιτός τους.
Ασυναίσθητα, εκείνη είχε αρχίσει να υποδύεται αυτόν τον ρόλο. Όταν βγήκαν έξω για τον πρωινό τους περίπατο, ο Φρίμαν δεμένος με λουρί στο παιδικό καροτσάκι, ένας λαγός από κελουλοίτη κροτάλιζε λίγα εκατοστά από την μύτη του και σχεδόν τον τρέλαινε. Προσπέρασαν πολλούς ανθρώπους που ήξερε εξ όψεως, και όλοι το πήραν δεδομένο ότι ήταν ο γιος της Ελίζαμπεθ. Καθώς έσκυβαν πάνω από το καροτσάκι, σκαλίζοντάς τον στο στομάχι και κολακεύοντας την Ελίζαμπεθ για το μέγεθος και την πρόωρη ανάπτυξή του, διάφοροι από αυτούς αναφέρθηκαν στον σύζυγό της, και η Ελίζαμπεθ απαντούσε πως βρισκόταν μακριά σε ένα παρατεταμένο ταξίδι. Στο μυαλό της, προφανώς, είχε ήδη διώξει τον Φρίμαν, ξεχνώντας πως αυτός κάποτε υπήρχε.
Αυτός κατάλαβε πόσο λάθος έκανε όταν γύρισαν απ. αυτό που έμελλε να ήταν η τελευταία του έξοδος.
Καθώς πλησίαζαν στο σπίτι η Ελίζαμπεθ δίστασε κάπως, τραντάζοντας το καροτσάκι, προφανώς αβέβαιη για το που να ξαναρχίσει τα βήματά της. Κάποιος τους φώναζε από μακριά και καθώς ο Φρίμαν προσπάθησε να εξακριβώσει τη γνωστή φωνή η Ελίζαμπεθ έσκυψε μπροστά και έσυρε την κουκούλα πάνω από το κεφάλι του.
Παλεύοντας να ελευθερώσει τον εαυτό του, ο Φρίμαν αναγνώρισε την ψηλή φιγούρα του Χάνσον να υψώνεται πάνω από το καροτσάκι, να βγάζει το καπέλο του.
«Κυρία Φρίμαν, προσπαθούσα να σας τηλεφωνήσω όλη την εβδομάδα. Πως είστε;»
«Πολύ καλά, κύριε Χάνσον». Αυτή τράνταζε το καροτσάκι γύρω, προσπαθώντας να το κρατήσει ανάμεσα σ. αυτήν και τον Χάνσον. Ο Φρίμαν μπορούσε να δει ότι είχε μπερδευτεί για μια στιγμή. «Φοβάμαι ότι το τηλέφωνό μας δεν λειτουργεί».
Ο Χάνσον βημάτιζε γύρω από το καροτσάκι κοιτάζοντας την Ελίζαμπεθ με ενδιαφέρον. «Τι συνέβη στον Τσαρλς το Σάββατο; Έπρεπε να πάει έξω για δουλειές;»
Η Ελίζαμπεθ κούνησε το κεφάλι. «Λυπόταν πολύ, κύριε Χάνσον, αλλά κάτι επείγον του έτυχε. Θα βρίσκεται μακριά για κάμποσο καιρό».
Αυτή ήξερε, είπε αυτόματα ο Φρίμαν στον εαυτό του.
Ο Χάνσον περιεργάστηκε τον Φρίμαν κάτω από την κουκούλα. «Είσαι έξω για ένα πρωινό περίπατο, μικρέ άνθρωπε;» Στην Ελίζαμπεθ σχολίασε «Ωραίο μωρό εκεί. Πάντα μου άρεσαν αυτά με τα άγρια μάτια. Του γείτονά σας είναι;»
Η Ελίζαμπεθ κούνησε το κεφάλι της. «Ο γιος ενός φίλου του Τσαρλς. Πρέπει να πηγαίνουμε κύριε Χάνσον».
« Λέγε με Ρόμπερτ. Θα σε ξαναδώ σύντομα, ε;»
Η Ελίζαμπεθ χαμογέλασε, το πρόσωπό της ατάραχο ξανά «Είμαι βέβαιη, Ρόμπερτ».
«Ωραία παράσταση». Μ. ένα πονηρό χαμόγελο ο Χάνσον απομακρύνθηκε.
Αυτή ήξερε!
Κατάπληκτος ο Φρίμαν τράβηξε τις κουβέρτες πίσω όσο μπορούσε, βλέποντας την αποσυρόμενη φιγούρα του Χάνσον. Γύρισε μια φορά κι έγνεψε στην Ελίζαμπεθ, που σήκωσε το χέρι της και μετά οδήγησε το καροτσάκι μέσα στην πόρτα.
Ο Φρίμαν προσπάθησε να σηκωθεί, τα μάτια του εστιάστηκαν στην Ελίζαμπεθ ελπίζοντας πως θα έβλεπε τον θυμό στο πρόσωπό του. Αλλά αυτή κυλούσε το καροτσάκι γρήγορα στο πέρασμα, λύνοντας τα λουριά και βγάζοντας τον Φρίμαν έξω.
Καθώς έφταναν στο κεφαλόσκαλο αυτός κοίταξε κάτω, πίσω από τον ώμο του στο τηλέφωνο, είδε ότι το ακουστικό ήταν σηκωμένο από την θέση του. Όλο τον καιρό ήξερε τι συνέβαινε, είχε προμελετημένα προφασιστεί ότι δεν πρόσεξε την μεταμόρφωσή του. Είχε προβλέψει κάθε βαθμίδα του μετασχηματισμού, η ευρεία γκαρνταρόμπα είχε αγοραστεί λοιπόν προκαταβολικά, η διαδοχή ολοένα και μικρότερων φορεμάτων, το παιχνίδι κλουβί και το κρεβατάκι, είχαν αγοραστεί γι. αυτόν, όχι για το μωρό.
Για μια στιγμή ο Φρίμαν αναρωτήθηκε αν αυτή ήταν καθόλου έγκυος. Το προσωπικό φούσκωμα μπορεί κάλλιστα να ήταν απατηλό. Όταν αυτή του είπε ότι περιμένει ένα μωρό ποτέ δεν φαντάστηκε ότι αυτός θα ήταν το μωρό.
Πιάνοντάς τον σκληρά, αυτή έστειλε βιαστικά τον Φρίμαν στο κρεβατάκι και τον στερέωσε κάτω από τις κουβέρτες. Μπορούσε να την ακούει κάτω να τριγυρίζει βιαστικά, προφανώς προετοιμαζόμενη για κάποια έκτακτη περίπτωση. Προωθούμενη από την όχι χαρακτηριστική της βιασύνη, έκλεινε τα παράθυρα και τις πόρτες. Καθώς την άκουγε, ο Φρίμαν παρατήρησε πόσο κρύα ένοιωθε. Το μικρό του κορμί φασκιωμένο σαν ένα νεογέννητο βρέφος σε μια μάζα από πανιά, αλλά τα κόκαλά του ήταν σαν παγοκολώνες. Μια περίεργη νωθρότητα ερχόταν από πάνω του, διοχετεύοντας μακριά τον θυμό και τον φόβο του, και το κέντρο της αντίληψής του μετατοπιζόταν από τα μάτια του στο δέρμα του. Το αδύνατο απογευματινό φως πλήγωνε τα μάτια του, και όπως κλείνανε γλίστρησε σε μια θαμπή κόλαση ελαφρού ύπνου, η τρυφερή επιφάνεια του κορμιού του πονούσε για ανακούφιση.
Λίγο αργότερα ένοιωσε το χέρι της Ελίζαμπεθ να τραβάει τις κουβέρτες, και αντιλήφθηκε ότι τον μεταφέρει κατά μήκος του διαδρόμου. Βαθμιαία, η μνήμη του από το σπίτι και την ταυτότητά του άρχισαν να σβήνουν, και το κορμί του που ζάρωνε συνεχώς, προσκολλημένο αβοήθητο στην Ελίζαμπεθ καθώς ξάπλωνε στο πλατύ κρεβάτι της.
Ξύνοντας το άτριχο κεφάλι του που τον έτρωγε, τώρα ένοιωθε καθαρά για πρώτη φορά ότι είχε για τόσο καιρό καταπνίξει. Πριν το τέλος έκλαψε ξαφνικά με χαρά και θαυμασμό, καθώς θυμήθηκε το βυθιζόμενο κόσμο της πρώτης του παιδικής ηλικίας.
Καθώς το παιδί αναπαύτηκε μέσα της, θορυβώδες για τελευταία φορά, η Ελίζαμπεθ ξάπλωσε πίσω στο μαξιλάρι ενώ οι πόνοι της γέννας σιγά σιγά απομακρυνόταν. Βαθμιαία ένοιωθε την αντοχή της να επιστρέφει, τον αχανή κόσμο μέσα της να τακτοποιείται και να ξεπυρώνει από μόνος του. Ατενίζοντας στο σκοτεινιασμένο ταβάνι, ξάπλωσε να ξεκουραστεί για μερικές ώρες, από δω και εμπρός ρυθμίζοντας τη μεγάλη φιγούρα της να ταιριάζει στις ανοικείες περιμέτρους του κρεβατιού.
Το επόμενο πρωί σηκώθηκε για μισή ώρα. Το παιδί ήδη φαινόταν λιγότερο φορτικό και τρεις μέρες αργότερα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι εντελώς, μια χαλαρή φόρμα έκρυβε ότι είχε μείνει από την εγκυμοσύνη της. Αμέσως αυτή άρχισε, την τελευταία αγγαρεία. Παραμέρισε όλα όσα απόμειναν από τον ρουχισμό του μωρού, αποσυναρμολόγησε το κρεβατάκι και το πάρκο για νήπια. Τον ρουχισμό τον έδεσε σε μεγάλα δέματα, μετά τηλεφώνησε σε ένα τοπικό φιλανθρωπικό ίδρυμα που ήρθε και τα μάζεψε. Το καροτσάκι και το κρεβάτι τα πούλησε στον παλαιοπώλη που περνούσε από το δρόμο. Μέσα σε 2 μέρες, είχε εξαλείψει κάθε ίχνος του συζύγου της, απογυμνώνοντας τις χρωματιστές εικονογραφήσεις από τους τοίχους του παιδικού δωματίου και ξανάβαλε το διαθέσιμο κρεβάτι στο κέντρο του πατώματος.
Ότι απόμεινε ήταν ο κόμπος που ελαττωνόταν μέσα της, μια μικρή καθαρτική γροθιά. Όταν μπόρεσε σχεδόν να μην τη νοιώθει πια, πήγε στο κουτί με τα κοσμήματα και έβγαλε το γαμήλιο δακτυλίδι.
Στην επιστροφή της από το εμπορικό κέντρο το άλλο πρωί, η Ελίζαμπεθ πρόσεξε κάποιον να την χαιρετά από ένα αυτοκίνητο σταματημένο έξω από την πόρτα της.
«Κυρία Φρίμαν!» Ο Χάνσον πήδηξε έξω από το αυτοκίνητο και την πλησίασε εύθυμα. «Είναι υπέροχο να σε βλέπω, φαίνεσαι τόσο καλά».
Η Ελίζαμπεθ του χάρισε ένα πλατύ εγκάρδιο χαμόγελο, το όμορφο πρόσωπό της έγινε περισσότερο αισθησιακό από το ελαφρύ πρήξιμο των χαρακτηριστικών της. Φορούσε ένα ανοιχτό μεταξωτό φόρεμα και όλα τα ορατά ίχνη της εγκυμοσύνης της είχαν εξαφανιστεί.
«Που είναι ο Τσαρλς;» ρώτησε ο Χάνσον. «Ακόμα είναι μακριά;»
Η Ελίζαμπεθ του χαμογέλασε πλατειά, τα χείλια της χώρισαν ανάμεσα από τα δυνατά άσπρα δόντια της. Το πρόσωπό της ήταν περίεργα ανέκφραστο, τα μάτια της για μια στιγμή εστίασαν κάποιο ορίζοντα, πέρα, μακριά από το πρόσωπο του Χάνσον.
Ο Χάνσον περίμενε αβέβαιος για την Ελίζαμπεθ να απαντήσει. Μετά, καταλαβαίνοντας τον υπαινιγμό, ακούμπησε πίσω στο αυτοκίνητο και έσβησε τη μηχανή. Επέστρεψε στην Ελίζαμπεθ, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή για αυτήν.
Έτσι η Ελίζαμπεθ συνάντησε τον σύζυγό της. Τρεις ώρες αργότερα η μεταμόρφωση Τσάρλς Φρίμαν έφτασε στο αποκορύφωμά της. Σ' αυτό το τελευταίο δευτερόλεπτο ο Φρίμαν έφτασε στο αληθινό ξεκίνημά του, η στιγμή της σύλληψής του συνέπεσε με τη στιγμή της εξάλειψής του, το τέλος της τελευταίας του γέννας, με την αρχή του πρώτου του θανάτου.
Και το μωρό μας κάνουν ένα.