![]() |
«Βασίλειος».του Robert
|
Στο τρεμάμενο κατακίτρινο φως του Οκτώβρη, ο Κάννιγχαμ αγγίζει τα πλήκτρα του τερματικού του και επικαλείται αγγέλους. Λίγες στιγμές για να φορτώσει το πρόγραμμα, λίγες στιγμές για να ανοίξει το αρχείο, και να'τοι, έτοιμοι να ξεπηδήσουν από την οθόνη με μια διαταγή του: ο Απολλύων, ο Αναουήλ, ο Ουριήλ και όλοι οι υπόλοιποι. Ο Ουριήλ είναι ο άγγελος του κεραυνού και του τρόμου· ο Απολλύων είναι ο Καταστροφέας, ο άγγελος της απύθμενης αβύσσου· ο Αναουήλ είναι ο άγγελος των τραπεζιτών και των χρηματιστών. Οι πολυποίκιλες ευθύνες και αρμοδιότητες, υψηλές καθώς και ταπεινές, που έχουν ανατεθεί στους αγγέλους έχουν συναρπάσει τον Κάννιγχαμ. «Κάθετί ορατό στον κόσμο βρίσκεται υπό την εποπτεία ενός αγγέλου», είπε ο Αγιος Αυγουστίνος στις Οκτώ Ερωτήσεις.
Ο Κάννιγχαμ έχει τώρα 1.114 αγγέλους στον υπολογιστή του. Προσθέτει μερικούς ακόμα κάθε βράδυ, αν και ξέρει ότι έχει πολύ δρόμο μπροστά του μέχρι να τους αποκτήσει όλους. Τον 14ο αιώνα, οι Καββαλιστές προσδιόρισαν με σχετική ακρίβεια τον αριθμό των αγγέλων σε 301.655.722. Ο Αλβέρτος ο Μέγας είχε υπολογίσει νωρίτερα ότι κάθε χορός αγγέλων αποτελείται από 6.666 λεγεώνες και κάθε λεγεώνα από 6.666 αγγέλους· ακόμα και χωρίς να ξέρει κανείς τον αριθμό των χορών, καταλαβαίνει ότι σύμφωνα με αυτό το συλλογισμό, ο αριθμός των αγγέλων είναι πολύ μεγαλύτερος. Και στο Ταλμούδ, ο Ραββίνος Γιοχάναν υποστήριξε πως νέοι άγγελοι γεννιούνται «με κάθε ήχο που προφέρει το στόμα του Ενός του Αγίου, ας είναι Ευλογημένος».
Αν ο Ραββίνος Γιοχάναν έχει δίκιο, ο αριθμός των αγγέλων είναι άπειρος. Ο προσωπικός υπολογιστής του Κάννιγχαμ, αν και έχει εκπληκτική χωρητικότητα προστιθέμενης μνήμης και είναι ικανός, αν το θελήσει ο Κάννιγχαμ, να συνδεθεί με τους τεράστιους κεντρικούς υπολογιστές του Υπουργείου Αμύνης, δεν μπορεί να ελέγξει μια απειρία. Ο Κάννιχαμ κάνει όμως ό,τι μπορεί. Δεν είναι μικρό κατόρθωμα το να έχει 1.114 αγγέλους on line ήδη, μετά από οχτώ μόνο μήνες περιστασιακού προγραμματισμού.
Ένας από τους αγγέλους που προτιμάει αυτόν τον καιρό είναι ο Χαραχήλ, ο άγγελος των αρχείων, των βιβλιοθηκών και των αρχειοθηκών. Ο Κάννιγχαμ έχει επίσης ορίσει τον Χαραχήλ άγγελο των υπολογιστών: φαίνεται αρμόζον. Τον επικαλείται συχνά για να συζητήσει μαζί του τα λεπτά σημεία της επεξεργασίας δεδομένων. Του αρέσουν όμως και πολλοί άλλοι άγγελοι, και έχει μία κλίση προς το καταχθόνιο: ο Αζραήλ, ο άγγελος του θανάτου, για παράδειγμα, και ο Αριώχ, ο άγγελος της εκδίκησης, και ο Ζεβουλύων, ένας από τους εννιά αγγέλους που θα κυβερνήσουν στο τέλος του κόσμου. Η δουλειά του Κάννιγχαμ, από τις οχτώ ως τις τέσσερις κάθε εργάσιμη μέρα, είναι να κατασκευάζει προγράμματα για την αναχαίτιση σοβιετικών πυρηνικών κεφαλών και αυτό, ίσως, τον έχει κάνει να τείνει προς τα πιο αποκαλυπτικά μέλη της στρατιάς των αγγέλων.
Επικαλείται τώρα τον Χαραχήλ. Του φέρνει άσχημα νέα. Χρησιμοποιεί μια τυποποιημένη επίκληση που βρήκε στο Λεμεγέτον ή το Μικρό Κλειδί του Σολομώντα του Αρθουρ Έντουαρντ Γουέιτ, και έχει αφιερώσει στο διάβασμα του κειμένου της ένα από τα λειτουργικά του πλήκτρα, έτσι που το πάτημα ενός κουμπιού αρκεί για να τη φορτώσει. Η επίκληση αρχίζει με τα λόγια «Επικαλούμαι, εξορκίζω και διατάσσω σε, Ω Πνεύμα Ν, να εμφανισθείς και να καταστείς ορατό μπροστά μου ενώπιον αυτού του Κύκλου με καλή και ευπρεπή μορφή», και συνεχίζει με τη χρήση διαφόρων μυστικών και ισχυρών ονομάτων του Θεού για το κάλεσμα του Πνεύματος Ν . ονόματα όπως Σαβαώθ, Ελιών και φυσικά Αδονάι. και καταλήγει, «Έχοντας την ισχύν σε εξορκίζω να εμφανισθείς εδώ και να υπηρετήσεις τη βούλησή μου σε ό,τι θεωρώ καλό. Δια τούτο, έλα με ειρήνη και ηπιότητα, γίνε ορατό, τώρα, αυτή τη στιγμή, για να εκδηλώσεις αυτό το οποίο επιθυμώ, μιλώντας με καθαρή και τέλεια φωνή, καταληπτά και προς κατανόησή μου». Όλα αυτά δεν διαρκούν παρά ένα μικροδευτερόλεπτο και, μετά από μία στιγμή μέχρι να διαβαστεί το όνομα του Χαραχήλ ως Πνεύμα Ν, ο άγγελος βρίσκεται στην οθόνη.
«Ανταποκρίνομαι στο κάλεσμά σου», ανακοινώνει με αδημονία.
Ο Κάννιγχαμ δουλεύει με τους αγγέλους του από τις πέντε ως τις εφτά κάθε απόγευμα. Μετά παίρνει το βραδινό του. Μένει μόνος, σ. ένα απλό αλλά όμορφο μικρό διαμέρισμα, μερικά τετράγωνα δυτικά του αυτοκινητόδρομου Μπέισορ, και δεν αφιερώνει πολύ χρόνο σε κοινωνικές συναναστροφές. Θεωρεί τον εαυτό του ευχάριστο και κοινωνικό άνθρωπο και μπορεί κάλλιστα να έχει δίκιο, η ζωή του όμως ακολούθησε ένα μοναχικό μοτίβο. Είναι τριανταεφτά χρονών, 1,80 σε ύψος, με κόκκινα μαλλιά, ανοιχτά γαλάζια μάτια και μάγουλα ελαφρά πασπαλισμένα με φακίδες. Έκανε τις προπτυχιακές σπουδές του στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνια και το μεταπτυχιακό του στο Στάνφορντ. Τα τελευταία εννέα χρόνια είναι αναμεμειγμένος σε στρατιωτικά προγράμματα υψίστης ασφαλείας που περιλαμβάνουν τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών στη Βόρεια Καλιφόρνια. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Μερικές φορές δουλεύει με τους αγγέλους του ξανά μετά το δείπνο, από τις οχτώ ως τις δέκα, αλλά πολύ σπάνια κάθεται μέχρι πιο αργά. Στις δέκα πέφτει για ύπνο. Είναι ένα πολύ μεθοδικό άτομο.
Έχει δώσει στον Χαραχήλ την όψη του πρώτου του υπολογιστή, ενός μικρού Radio Shack TRS.80, με φτερά στα πλευρά της οθόνης. Αρχικά είχε σκεφτεί να δώσει μια πιο αφηρημένη μορφή στους αγγέλους του . ο Χαραχήλ για παράδειγμα να έχει την όψη μιας δέσμης κιλομπάιτ . αλλά όπως συμβαίνει με πολλές από τις καλύτερες και πιο ακριβείς ιδέες του Κάννιγχαμ, η εκτέλεσή της είχε αποδειχθεί μη πρακτική, αφού οι αφηρημένες έννοιες δεν μεταφράζονταν ικανοποιητικά σε γραφικά.
«Θέλω να σου ανακοινώσω», λέει ο Κάννιγχαμ, «μία αλλαγή στη δικαιοδοσία σου». Μιλάει αγγλικά με τους αγγέλους του. Γνωρίζει από έγκυρες, αν και απόκρυφες, πηγές ότι η πρωτογενής γλώσσα των αγγέλων είναι τα εβραϊκά, όμως οι αλγόριθμοι παραγωγής ήχου του υπολογιστή του δεν έχουν τη δυνατότητα να χειριστούν εβραϊκά, ούτε άλλωστε και ο ίδιος ο Κάννιγχαμ. Οι άγγελοι ωστόσο μιλούν πρόθυμα αγγλικά μαζί του: δεν έχουν άλλη επιλογή. «Από τώρα και στο εξής», λέει ο Κάννιγχαμ στον Χαραχήλ, «η δικαιοδοσία σου περιορίζεται μόνο στο υλικό».
Θυμωμένες πράσινες γραμμές περνούν από την οθόνη του Χαραχήλ. «Με ποιο δικαίωμα;»
«Δεν είναι θέμα δικαιώματος», απαντά μαλακά ο Κάννιγχαμ. «Είναι θέμα ακρίβειας. Μόλις εισήγαγα τον Βρετίλ στη βάση δεδομένων και πρέπει να κωδικοποιήσω τα καθήκοντά του. Αλλωστε είναι ο άγγελος των εγγραφών. Αρα οι αρμοδιότητές του συμπίπτουν εν μέρει με τις δικές σου».
«Α», λέει ο Χαραχήλ μελαγχολικά. «Έλπιζα ότι δεν θα ασχολιόσουν μαζί του».
«Πώς θα μπορούσα να παραβλέψω έναν τόσο σημαντικό άγγελο; .Γραφέα της γνώσης του Υψίστου. σύμφωνα με το βιβλίο του Ενώχ. .Φύλακα των ουράνιων βιβλίων και εγγραφών.. .Γρηγορότερο στη σοφία από τους άλλους αρχαγγέλους.».
«Αν είναι τόσο γρήγορος», λέει ο Χαραχήλ βλοσυρά, «δώστου εκείνου το υλικό. Απ. αυτό εξαρτάται ο χρόνος απόκρισης, ξέρεις».
«Καταλαβαίνω. Θα κρατήσει όμως τις λίστες. Αυτά ανήκουν στη βάση δεδομένων».
«Και πού ζει η βάση δεδομένων; Στο υλικό!»
«Κοίτα, ούτε για μένα είναι εύκολο», λέει ο Κάννιγχαμ. «Πρέπει όμως να είμαι δίκαιος. Ξέρω ότι θα συμφωνήσεις πως χρειάζεται κάποιος καταμερισμός ευθυνών. Και του δίνω όλες τις βάσεις δεδομένων και το σχετικό λογισμικό. Εσύ κρατάς τα υπόλοιπα».
«Οθόνες. Τερματικά. Κεντρικές Μονάδες Επεξεργασίας. Μεγάλη υπόθεση!»
«Μα χωρίς εσένα δεν είναι τίποτα, Χαραχήλ. Εν πάση περιπτώσει, ήσουν πάντοτε υπεύθυνος των αρχειοθηκών, έτσι δεν είναι;»
«Και των αρχείων και των βιβλιοθηκών», λέει ο άγγελος. «Μην το ξεχνάς».
«Δεν το ξεχνάω. Όμως τί είναι μία βιβλιοθήκη; Τα βιβλία και τα ράφια ή οι λέξεις στις σελίδες; Πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ του περιέχοντος και του περιεχομένου».
«Είσαι γραμματικός», αναστενάζει ο Χαραχήλ. «Σχολαστικός. Περιπτωσιολόγος».
«Κοίτα, ο Βρετίλ θέλει και το υλικό. Είναι όμως πρόθυμος να συμβιβαστεί. Εσύ;»
«Όσο περνάει ο καιρός ακούγεσαι περισσότερο σαν τον Παντοδύναμο και λιγότερο σαν τον προγραμματιστή μας», λέει ο Χαραχήλ.
«Μη βλασφημείς», του λέει ο Κάννιγχαμ. «Σε παρακαλώ. Είμαστε σύμφωνοι; Μόνο το υλικό;»
«Κέρδισες», λέει ο άγγελος. «Όπως πάντα άλλωστε».
Φυσικά ο Κάννιγχαμ είναι αυτός με τα χέρια στο πληκτρολόγιο, αυτός που ελέγχει τα πράγματα. Οι άγγελοι, παρά την ευγλωττία τους και τις ξεχωριστές και παθιασμένες προσωπικότητές τους, δεν είναι παρά απλοί μαγνητικοί παλμοί βαθιά στο εσωτερικό του υπολογιστή. Σε μια σύγκρουση με τον Κάννιγχαμ δεν θα είχαν καμία πιθανότητα επιτυχίας. Ο Κάννιγχαμ, αν και προσπαθεί πάντα να παίζει το παιχνίδι σύμφωνα με τους κανόνες, το γνωρίζει αυτό, όπως επίσης και εκείνοι.
Τον ενοχλεί να το σκέφτεται, όμως ο ρόλος που παίζει είναι αναμφίβολα όμοιος στην ουσία με αυτόν του Θεού. Αυτός βάζει τους αγγέλους στον υπολογιστή· αυτός τους αναθέτει τα καθήκοντά τους και τους δίνει τις προσωπικότητες και τις εξωτερικές τους εμφανίσεις· τους επικαλείται ανάλογα με τις επιθυμίες του.
Ναι, ο ρόλος του είναι αυτός του Θεού. Ο Κάννιγχαμ όμως αρνείται να το παραδεχτεί. Δεν πιστεύει ότι προσπαθεί να γίνει Θεός· δεν θέλει ούτε να σκέφτεται το Θεό. Η οικογένειά του είχε καλές σχέσεις με το Θεό . ο Θείος Τιμ ήταν ιερέας, ένα μέλος της οικογένειας πριν μερικές γενιές έγινε αρχιεπίσκοπος, οι γονείς και οι αδερφές του κινούνταν άνετα μέσα στη θεϊκή παρουσία σαν μέσα σε ζεστό μπάνιο . ο ίδιος όμως, μη μπορώντας να προσδιορίσει ποσοτικά τη Θεία Φύση, προτιμούσε να αντιπαρέρχεται κάθε σκέψη πάνω σ. αυτή. Υπήρχαν άλλα, πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που τραβούσαν το ενδιαφέρον του. Η μητέρα του ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να γίνει ιερωμένος, ο Κάννιγχαμ όμως απέτρεψε την προοπτική αυτή φανερώνοντας μία τόσο έκδηλη και δεξιοτεχνική ικανότητα στα μαθηματικά, που ακόμα κι αυτή κατάλαβε ότι προοριζόταν για την επιστήμη. Τότε άρχισε να προσεύχεται για ένα Νόμπελ στη φυσική· αυτός όμως είχε προτιμήσει την τεχνολογία των υπολογιστών. «Εντάξει», είπε εκείνη, «ένα Νόμπελ στους υπολογιστές. Παρακαλώ την Παρθένο κάθε μέρα».
«Δεν υπάρχει Νόμπελ στους υπολογιστές, μαμά», της είπε. Υποπτεύεται όμως ότι εκείνη προσεύχεται ακόμα γι. αυτό.
Το πρόγραμμα με τους αγγέλους είχε ξεκινήσει σαν αστείο, εξελίχθηκε όμως γρήγορα σε έμμονη ιδέα. Διάβαζε το παλιό Λεξικό των Αγγέλων του Γκούσταβ Ντέιβιντσον, και όταν βρήκε την περιγραφή του αγγέλου Αδραμέλεχ, ο οποίος είχε επαναστατήσει με τον Σατανά και είχε εκδιωχθεί από τον παράδεισο, ο Κάννιγχαμ σκέφτηκε ότι θα ήταν ίσως διασκεδαστικό να φτιάξει μία προσομοίωσή του στον υπολογιστή και να μιλήσει μαζί του. Ο Ντέιβιντσον έλεγε ότι ο Αδραμέλεχ παρουσιαζόταν μερικές φορές ως φτερωτό και γενειοφόρο λιοντάρι, άλλες ως μουλάρι με φτέρωμα και άλλες ως παγώνι, και ότι ένας ποιητής τον είχε περιγράψει ως «τον εχθρό του Θεού, πιο μοχθηρό, δόλιο, φιλόδοξο και κακό από τον Σατανά, δαίμονα πιο απαίσιο, πιο βαθύ υποκριτή». Όλα αυτά του φαίνονταν ελκυστικά. Γιατί λοιπόν να μην φτιάξει την προσομοίωση; Τα γραφικά ήταν εύκολη υπόθεση . ο Κάννιγχαμ διάλεξε τη μορφή του φτερωτού λιονταριού . η κατασκευή όμως της προσωπικότητας περιλάμβανε ένα μήνα σκληρής δουλειάς και κάποιες διαβουλεύσεις με τους ειδικούς στην τεχνητή νοημοσύνη από το Ινστιτούτο Kestrel. Στο τέλος όμως ο Αδραμέλεχ βρισκόταν on line, μειλίχιος και διαβολικός, να μιλάει φιλικά για τις μέρες του ως Ασσύριος θεός και τις συζητήσεις του με τον Βεελζεβούλ, ο οποίος τον είχε ονομάσει Καγγελάριο του Τάγματος της Μύγας (Μεγάλος Σταυρός).
Μετά, ο Κάννιγχαμ έκανε τον Ασμοδαίο, έναν άλλο εκπεπτωκότα άγγελο, ο οποίος θεωρείται ότι εφηύρε το χορό, τα τυχερά παιχνίδια, τη μουσική, το θέατρο, τη γαλλική μόδα και άλλες τέτοιες ελαφρότητες. Ο Κάννιγχαμ του έδωσε την όψη ενός πολύ εντυπωσιακού Ιρανού από το Μπέβερλυ Χιλλς, με δύο μικροσκοπικά φτερά στο κολάρο του. Ο Ασμοδαίος ήταν αυτός που πρότεινε στον Κάννιγχαμ να συνεχίσει το πρόγραμμα· έτσι αυτός έβαλε on line τον Γαβριήλ και τον Ραφαήλ για να υπάρξει κάποια ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, και μετά τον Φορκά, τον άγγελο που κάνει τους ανθρώπους αόρατους, αποκαθιστά τη χαμένη περιουσία και διδάσκει λογική και ρητορική στην Κόλαση· κι ως τότε ο Κάννιγχαμ είχε κολλήσει.
Συγκέντρωσε γύρω του πληθώρα βιβλίων απόκρυφης γνώσης: τις εκδόσεις των Απόκρυφων του Μ.Ρ. Τζέιμς, το Βιβλίο της Τελετουργικής Μαγείας του Γουέιτ, τα Περί Μυστικής Θεολογίας και Περί της Ουρανίου Ιεραρχίας του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και δεκάδες άλλα σχετικά έργα που σήκωσε από τη βάση δεδομένων του Στάνφορντ μ. ένα είδος μανιακού πάθους. Καθώς κωδικοποίησε τα συστήματά του, κατάφερε να εισάγει πέντε, οχτώ, δώδεκα αγγέλους κάθε νύχτα· ένα βράδυ του Ιούνη, μένοντας ξύπνιος πολύ πέρα από τη συνηθισμένη του ώρα, κατάφερε να εισάγει τριανταεφτά. Όσο αυξανόταν ο πληθυσμός, αποκτούσε βάρος και ουσία, καθώς οι άγγελοι διασταύρωναν τα αρχεία τους και τώρα συμπεριφέρονταν σαν να διατηρούσαν μακρές συζητήσεις μεταξύ τους ακόμα και όταν ο Κάννιγχαμ ήταν απασχολημένος αλλού.
Το θέμα της πίστης στους αγγέλους, καθώς και της πίστης στο Θεό, δεν τον απασχόλησε ποτέ. Το πρόγραμμά του ήταν μία αμιγώς τεχνολογική πρόκληση, όχι μία θεολογική εξερεύνηση. Μια φορά, στο μεσημεριανό γεύμα, είπε σ. ένα συνάδελφό του τι έκανε, κι έλαβε σαν απάντηση ένα παγωμένο κενό βλέμμα. «Αγγελοι; Αγγελοι; Που πετάνε τριγύρω χτυπώντας τα φτερά τους και κάνουν θαύματα; Μη μου πεις ότι ειλικρινά πιστεύεις στους αγγέλους, Νταν;»
Στο οποίο ο Κάννιγχαμ απάντησε, «Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στους αγγέλους για να τους χρησιμοποιήσεις. Δεν είμαι πάντα σίγουρος ότι πιστεύω στα ηλεκτρόνια και τα πρωτόνια. Και σίγουρα δεν τα έχω δει ποτέ. Όμως τα χρησιμοποιώ».
«Και πώς χρησιμοποιείς τους αγγέλους;»
Όμως ο Κάννιγχαμ είχε χάσει πλέον το ενδιαφέρον του για τη συζήτηση.
Μοιράζει τα βράδια του ανάμεσα στην επίκληση αγγέλων για να συζητήσει μαζί τους και την εισαγωγή καινούριων στο πάνθεόν του. Αυτό απαιτεί συνεχή και εντατική έρευνα, γιατί η σχετική με τους αγγέλους λογοτεχνία είναι εξαιρετικά μεγάλη, και αυτός είναι επιμελής σε ό,τι κάνει. Η έρευνά του είναι χρονοβόρα γιατί θέλει οι άγγελοί του να ανταπεξέρχονται σε κάθε προσεκτικό έλεγχο της αυθεντικότητάς τους. Εντρυφεί συνεχώς σε έργα όπως το επτάτομο «Θρύλοι των Εβραίων» του Γκίνζμπεργκ, το «Εκλογαί Προφητικαί» του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, το «Η Μυστική Δοξασία» της Μπλαβάτσκυ.
Είναι νωρίς το απόγευμα. Ανεβάζει τον Χαγήθ, άρχοντα του πλανήτη Αφροδίτη και διοικητή 4.000 λεγεώνων πνευμάτων, και του ζητάει λεπτομέρειες σχετικά με τη μεταστοιχείωση των μετάλλων που είναι η ειδικότητά του. Καλεί τον Αδρανιήλ, ο οποίος σύμφωνα με την Καββαλιστική γνώση είναι φύλακας στη δεύτερη πύλη του Παραδείσου και η φωνή του, όταν διακηρύσσει τη βούληση του Κυρίου, διαπερνά 200.000 σύμπαντα· ρωτά τον άγγελο για τη συνάντησή του με τον Μωυσή, ο οποίος πρόφερε μπροστά του το Υπέρτατο Όνομα και τον έκανε να ριγήσει. Και μετά ο Κάννιγχαμ φέρνει τον Ισραφήλ, τον άγγελο με τα τέσσερα φτερά, που τα πόδια του βρίσκονται κάτω από την έβδομη γη και το κεφάλι του αγγίζει τους στύλους του θεϊκού θρόνου. Αρμοδιότητα του Ισραφήλ θα είναι να σημάνει τη σάλπιγγα που θα αναγγείλει τον ερχομό της Ημέρας της Κρίσεως. Ο Κάννιγχαμ του ζητά να παίξει μερικές δοκιμαστικές νότες . «για εξάσκηση», όπως του λέει. ο Ισραφήλ όμως αρνείται, λέγοντας ότι δεν μπορεί να αγγίξει το όργανό του έως ότου λάβει το μήνυμα, και η απαραίτητη γι' αυτό ακολουθία εντολών δεν βρίσκεται πουθενά μέσα στο λογισμικό που έχει κατασκευάσει ως τώρα ο Κάννιγχαμ.
Όταν κουράζεται από τη συνομιλία με τους αγγέλους, ο Κάννιγχαμ αρχίζει τον προγραμματισμό του απογεύματος. Πλέον οι αλγόριθμοι τού είναι δεύτερη φύση και από τη στιγμή που έχει τελειώσει την έρευνα, μπορεί να εισάγει αγγέλους στον υπολογιστή μέσα σε μερικά λεπτά. Αυτό το βράδυ εισάγει ακόμα εννιά. Μετά ανοίγει μια μπύρα, κάθεται αναπαυτικά στην καρέκλα του κι αφήνεται στις σκέψεις του καθώς η ημέρα τελειώνει.
Πιστεύει πως καταλαβαίνει γιατί έχει απορροφηθεί τόσο έντονα από αυτό το εγχείρημα. Είναι επειδή καθημερινά στη δουλειά του έρχεται αντιμέτωπος με ζητήματα τρομακτικής αποκαλυπτικής σημασίας: τίποτα λιγότερο, για την ακρίβεια, από την επικείμενη καταστροφή του κόσμου. Ο εικονικός θάνατος εκατομμυρίων ανθρώπων είναι ρουτίνα για τον Κάννιγχαμ. Για έξι ώρες την ημέρα κατασκευάζει υποθετικές καταστάσεις όπου η Χώρα Α τίθεται σε κατάσταση επιφυλακής περιμένοντας επίθεση από τη Χώρα Β, η οποία για το λόγο αυτό αρχίζει να υποπτεύεται ότι θα δεχθεί προληπτικό χτύπημα και ξεκινά μια αμυντική απόκριση, πράγμα που οδηγεί τη Χώρα Α στο να κλιμακώσει την επιχειρησιακή της ετοιμότητα και αυτό συνεχίζεται προοδευτικά μέχρις ότου οι βόμβες βρίσκονται στον αέρα. Ο Κάννιγχαμ, όπως και πολλοί άλλοι σκεπτόμενοι άνθρωποι και στις δύο χώρες, γνωρίζει ότι η πιθανότητα να γίνει πυρηνικό ολοκαύτωμα λόγω εσφαλμένων πληροφοριών από τους υπολογιστές αυξάνεται κάθε χρόνο, καθώς ελαττώνεται το χρονικό περιθώριο για τη διόρθωση μιας βλάβης. Ο Κάννιγχαμ γνωρίζει επίσης κάτι που ελάχιστοι, ή ίσως και κανείς άλλος, δεν ξέρει: ότι είναι τώρα δυνατό να σταλεί στους γιγάντιους υπολογιστές . στους Δικούς τους ή τους Δικούς μας, δεν έχει σημασία . ένα σήμα που δεν θα ξεχωρίζει από τους παλμούς που θα παρήγαγε μία πραγματική πτήση πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές. Αν ένα τέτοιο σήμα καταφέρει να μπει στο σύστημα, ένας ελάχιστος χρόνος έντεκα λεπτών είναι απαραίτητος επί του παρόντος για να καθοριστεί με ασφάλεια η αυθεντικότητά του. Ο χρόνος αυτός, την παρούσα στιγμή, είναι υπερβολικά πολύς για να περιμένει κανείς μέχρι να αποφασίσει αν οι εισερχόμενοι πύραυλοί είναι πραγματικοί· απαιτείται μια πολύ πιο γρήγορη απόκριση.
Όταν σχεδίασε ένα σήμα προσομοίωσης πυραύλου, ο Κάννιγχαμ σκέφτηκε στην αρχή να σβήσει τη δουλειά του. Όμως δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του να το κάνει: το πρόγραμμα ήταν πολύ εκλεπτυσμένο, πολύ τέλειο. Από την άλλη μεριά φοβόταν να πει οτιδήποτε σε κανέναν, φοβούμενος ότι το πρόγραμμα θα χαρακτηριζόταν άκρως απόρρητο και θα ανέβαινε σε επίπεδο διαβάθμισης ανώτερο από το δικό του. Δεν θέλει κάτι τέτοιο, γιατί ονειρεύεται να βρει ένα αντίδοτο, κάποια λειτουργία εξακρίβωσης ταυτότητας με αντήχηση, που θα διακρίνει τους αληθινούς από τους ψεύτικους συναγερμούς. Όταν θα το έχει έτοιμο, αν γίνει αυτό ποτέ, θα παρουσιάσει και τα δύο προγράμματα ως ενιαίο πακέτο στο Υπουργείο Αμύνης. Στο μεταξύ, φέρει το βάρος της απόκρυψης μιας σύλληψης με συντριπτική στρατηγική σημασία. Ποτέ δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Και δεν αυταπατάται πιστεύοντας ότι το μυαλό του είναι μοναδικό: αν μπόρεσε να επινοήσει κάτι τέτοιο, πιθανόν και κάποιος άλλος να μπορεί να κάνει το ίδιο, ίσως και κάποιος από την άλλη πλευρά. Είναι αλήθεια πως είναι ένα άχρηστο, αυτοκαταστροφικό πρόγραμμα. Δεν θα ήταν όμως το πρώτο αυτοκαταστροφικό πρόγραμμα που κατασκευάζεται προς όφελος της εθνικής ασφάλειας.
Ξέρει ότι πρέπει να πάει το πρόγραμμά του στους ανωτέρους του προτού περάσει άλλος χρόνος. Και κάτω από το βάρος αυτής της γνώσης αρχίζει να παρουσιάζει ευδιάκριτα σημάδια κατάπτωσης. Αρχίζει να συναναστρέφεται όλο και λιγότερο άλλους ανθρώπους· βλέπει δυσάρεστα όνειρα και κατά διαστήματα υποφέρει από αϋπνίες· έχει χάσει την όρεξή του και δείχνει κάτισχνος και καταβεβλημένος. Το πρόγραμμα των αγγέλων είναι η μόνη του χρήσιμη διασκέδαση, η κύρια ψυχαγωγία του, ο ένας και μοναδικός του δρόμος διαφυγής.
Παρόλη την ευσυνείδητη προσήλωσή του στις πηγές, ο Κάννιγχαμ δεν δίστασε να εφεύρει μερικούς δικούς του αγγέλους. Ο Ουρανιήλ είναι ένας από αυτούς: είναι ο άγγελος της ραδιενεργού αποσύνθεσης με πρόσωπο από περιστρεφόμενους ηλεκτρονιακούς φλοιούς. Έχει επίσης πλάσει τον Δημήτριο, τον άγγελο της ρώσικης λογοτεχνίας, του οποίου τα φτερά είναι έλκηθρα και το κεφάλι ένα χιονισμένο σαμοβάρι. Ο Κάννιγχαμ δεν νιώθει ενοχές γι. αυτά του τα καπρίτσια. Στο κάτω κάτω πρόκειται για το δικό του υπολογιστή και το δικό του πρόγραμμα. Και ξέρει πως δεν είναι ο πρώτος που πλάθει καινούργιους αγγέλους. Ο Μπλέικ δημιούργησε διμοιρίες ολόκληρες στα ποιήματά του: τον Ούριζεν, τον Ορκ, τον Ενίθαρμον και πολλούς άλλους. Ο Μίλτον, υποπτεύεται, εποίκισε τον Χαμένο Παράδεισο με δεκάδες πνεύματα δικής του επινόησης. Ο Γκούρντιεφ, ο Αλιστερ Κρώουλη, ακόμα και ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας, μεγένθυναν με τη σειρά τους το πλήθος των αγγέλων. Γιατί όχι λοιπόν και ο Νταν Κάννιγχαμ από το Πάλο Αλτο της Καλιφόρνια; Έτσι, από καιρό σε καιρό, δουλεύει έναν δικό του. Ο πιο πρόσφατος είναι ο τρομερός ύψιστος άρχων Βασίλειος, στον οποίο ο Κάννιγχαμ έδωσε τον τίτλο του Αυτοκράτορα των Αγγέλων. Ο Βασίλειος είναι ακόμα ημιτελής: ο Κάννιγχαμ δεν έχει καταλήξει ακόμα στη φυσική του εμφάνιση, ούτε στα ειδικότερα καθήκοντά του, εκτός από το να τον κάνει τον ανώτατο διοικητή της αγγελικής στρατιάς. Υπάρχει όμως κάτι το μη ικανοποιητικό στη δημιουργία ενός νέου αρχαγγέλου, τη στιγμή που ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ και ο Μιχαήλ αποτελούν ήδη την ανώτατη διοίκηση. Ο Βασίλειος χρειάζεται κι άλλη δουλειά. Ο Κάννιγχαμ τον αφήνει στην άκρη και αρχίζει να εισάγει στο σύστημα τον Δούμα, τον άγγελο της σιωπής και της ακινησίας του θανάτου, με χίλια μάτια, οπλισμένο με μια πύρινη ράβδο. Το στυλ του στους αγγέλους γίνεται όλο και πιο σκοτεινό.
Ένα βροχερό βράδυ με ομίχλη στα τέλη του Οκτώβρη, μία γυναίκα από το Σαν Φρανσίσκο που αποτελεί μια μακρινή και περιστασιακή γνωριμία, τηλεφωνεί για να τον καλέσει σε ένα πάρτι. Το όνομά της είναι Τζοάννα· είναι γύρω στα τριανταπέντε, βιολόγος σε μία από τις μονάδες συρραφής γονιδίων στο Μπέρκλεϋ. Ο Κάννιγχαμ είχε μια σύντομη και αόριστη σχέση μαζί της πριν από πέντε ή έξι χρόνια όταν αυτή βρισκόταν στο Στάνφορντ, κι από τότε έρχονται σε επαφή περιστασιακά, με μεγάλα διαστήματα να μεσολαβούν μεταξύ των συναντήσεών τους. Έχει πάνω από ένα χρόνο να τη δει ή να της μιλήσει. «Θά .ναι μια ενδιαφέρουσα παρέα», του λέει. «Ένας μελλοντολόγος από τη Νέα Υόρκη, ο Τόμσον ο κοινωνιοβιολόγος, ένα ζευγάρι βίντεο ποιητές, και κάποιος από την ομάδα που ασχολείται με την ανάπτυξη γλώσσας στους χιμπατζήδες. Δε θυμάμαι τους υπόλοιπους, αλλά έμοιαζαν όλοι πρώτης τάξεως».
Ο Κάννιγχαμ μισεί τα πάρτι. Τον νευριάζουν και τον κάνουν να βαριέται. Όσο πρώτης τάξεως κι αν είναι ο κόσμος, πιστεύει ότι είναι αδύνατο να γίνει πραγματική ανταλλαγή ιδεών μέσα σε μία μεγάλη και τυχαία ομάδα ανθρώπων και ότι το καλύτερο που μπορεί κανείς να ελπίζει είναι μια ευχάριστη ελαφριά κουβεντούλα. Θα προτιμούσε να μείνει μόνος με τους αγγέλους του παρά να σπαταλήσει έτσι ένα βράδυ.
Απ. την άλλη μεριά, έχει περάσει τόσος καιρός από τότε που έκανε οτιδήποτε κοινωνικής φύσης που δυσκολεύεται να θυμηθεί ποια ήταν η τελευταία συγκέντρωση που πήγε. Όπως έλεγε πάντα στον εαυτό του, πρέπει να βγαίνει συχνότερα. Του αρέσει η Τζοάννα και νομίζει πως μάλλον είναι καιρός να ξαναβρεθούν· φοβάται πως αν αρνηθεί ίσως να μην του τηλεφωνήσει ξανά για χρόνια. Και ο απαλός ήχος της βροχής που ακούγεται αυτό το ήπιο απόγευμα μετά τους μακρείς ξερούς μήνες του καλοκαιριού, τον έχει κάνει να αισθάνεται απρόσμενα χαλαρωμένος, ανοικτός, προσιτός.
«Εντάξει», λέει. «Θα χαρώ πολύ να έρθω».
Το πάρτι είναι στο Σαν Ματέο, το Σάββατο το βράδυ. Σημειώνει τη διεύθυνση. Κανονίζουν να συναντηθούν εκεί. Ίσως η Τζοάννα έρθει σπίτι του μαζί του μετά, σκέφτεται: το Σαν Ματέο είναι μόνο δεκαπέντε λεπτά απ. το διαμέρισμά του, ενώ θα χρειαστεί να οδηγήσει πολύ περισσότερο για να γυρίσει πίσω στο Σαν Φρανσίσκο. Η σκέψη αυτή τον εκπλήσσει. Νόμιζε ότι δεν ενδιαφερόταν πια γι. αυτήν μ. αυτόν τον τρόπο. Στην πραγματικότητα νόμιζε πως δεν ενδιαφερόταν πια για καμία μ. αυτόν τον τρόπο.
Τρεις μέρες πριν το πάρτι αποφασίζει να τηλεφωνήσει στη Τζοάννα και να το ακυρώσει. Η ιδέα να περιφέρεται σ. ένα δωμάτιο γεμάτο ξένους τον απωθεί. Δεν μπορεί να καταλάβει τώρα γιατί συμφώνησε να πάει. Καλύτερα να μείνει μόνος στο σπίτι του και να περάσει μια μακριά βροχερή νύχτα σχεδιάζοντας αγγέλους και συζητώντας με τον Ουριήλ, τον Ιθουριήλ, τον Ραφαήλ, τον Γαβριήλ.
Όμως, καθώς πηγαίνει προς το τηλέφωνο, αυτή η ανανεωμένη δίψα για μοναξιά εξαφανίζεται τόσο γρήγορα όσο ήρθε. Θέλει να πάει στο πάρτι. Θέλει να δει τη Τζοάννα. Πάρα πολύ μάλιστα. Ξαφνιάζεται όταν συνειδητοποιεί ότι πραγματικά λαχταράει μία αλλαγή στην άκαμπτη ρουτίνα του, μία φυγή από το μικρό του διαμέρισμα, την πολύπλοκη σύνδεση των υπολογιστών, ακόμα κι από τους αγγέλους.
Ο Κάννιγχαμ φαντάζεται τον εαυτό του στο πάρτι, σ. ένα φωτεινό δωμάτιο ενός όμορφου σπιτιού από σεκόια και γυαλί, σκαρφαλωμένου στους λόφους πάνω από το Σαν Ματέο. Στέκεται με την πλάτη γυρισμένη στο τεράστιο λαμπερό πανοραμικό παράθυρο, μ. ένα ποτό στο χέρι, και αγορεύει, κυριαρχεί στη συζήτηση καθώς μοιράζεται με ένα μαγεμένο ακροατήριο τις πλούσιες απόκρυφες γνώσεις του πάνω στους αγγέλους.
«Ναι, 300 εκατομμύρια», λέει, «και ο καθένας με μία καθορισμένη αρμοδιότητα. Οι άγγελοι, ξέρετε, δεν έχουν ελεύθερη βούληση. Το δόγμα της εκκλησίας είναι ότι δημιουργούνται μ. αυτήν, αλλά τη στιγμή της γέννησής τους, τους δίνεται η ευκαιρία να ταχθούν υπέρ του Θεού ή εναντίον Του, και η επιλογή τους είναι αμετάκλητη. Από τη στιγμή που θα διαλέξουν τίθενται αμετάκλητα με το μέρος του καλού ή του κακού. Α, και οι άγγελοι γεννιούνται περιτμημένοι, επίσης. Τουλάχιστον οι άγγελοι της Αγιοσύνης, της Δόξας και ίσως και οι εβδομήντα άγγελοι του Προσώπου».
«Δηλαδή όλοι οι άγγελοι είναι αρσενικού φύλου;», ρωτάει μία λεπτή μελαχρινή γυναίκα.
«Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, είναι άυλοι και συνεπώς δεν έχουν φύλο», της λέει ο Κάννιγχαμ. «Στην πραγματικότητα όμως, οι θρησκείες που πιστεύουν στους αγγέλους είναι κυρίως πατριαρχικές κι έτσι όταν απεικονίζονται άγγελοι τείνουν να έχουν τη μορφή ανδρών. Ωστόσο κάποιοι από αυτούς μπορούν απ. ό,τι φαίνεται να αλλάζουν φύλο σύμφωνα με τη θέλησή τους. Μας το λέει ο Μίλτον στο Χαμένο Παράδεισο: Σαν το θελήσουν παίρνουνε τα Πνεύματα όποιο φύλο, ή και τα δυο· τόσο απαλή κι αιθέρια είν. η αγνή τους φύση. Και κάποιοι άγγελοι φαίνεται πως θεωρούνται εξαρχής θηλυκού φύλου. Η Σεκινά για παράδειγμα, .η νύφη του Θεού., η εκδήλωση της δόξας Του που κατοικεί στους ανθρώπους. Υπάρχει και η Σοφία, ο άγγελος της σοφίας. Και η Λίλιθ, η πρώτη γυναίκα του Αδάμ, ο δαίμων της λαγνείας..».
«Οι δαίμονες θεωρούνται άγγελοι, λοιπόν;», ρωτάει ένας ψηλός άντρας που έχει όψη καθηγητή.
«Φυσικά. Είναι οι άγγελοι που τάχθηκαν εναντίον του Θεού. Είναι όμως άγγελοι, ακόμα κι αν εμείς οι θνητοί αντιλαμβανόμαστε την εμφάνισή τους σα δαιμονική ή διαβολική».
Συνεχίζει για πολλή ώρα. Τον ακούν όλοι σαν να είναι ο αγγελιαφόρος του ίδιου του Θεού. Μιλάει για τις ιεραρχίες των αγγέλων.τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, τους θρόνους, τις Κυριότητες, τις Εξουσίες, τις Δυνάμεις, τις Αρχές, τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους . και τους λέει για τους καταλόγους με τα ονόματα των επτά μεγάλων αγγέλων τα οποία διαφέρουν τόσο πολύ πέρα από τον Μιχαήλ, τον Γαβριήλ και τον Ραφαήλ, και μιλάει για τους 90.000 αγγέλους της καταστροφής και τους 300 αγγέλους του φωτός, αναφέρει τους επτά αγγέλους με τις επτά σάλπιγγες από το Βιβλίο της Αποκάλυψης, τους λέει ποιοι άγγελοι κυβερνούν τις επτά ημέρες της εβδομάδας και ποιοι τις ώρες της ημέρας και της νύχτας, αφήνει να αναβλύσουν από μέσα του τα θαυμαστά ονόματα των αγγέλων, Ζαδκιήλ, Χασμάλ, Ορφανιήλ, Ιεχουδιήλ, Φαλήγ, Ζαγζαγήλ. Η στιγμή διαρκεί για πάντα. Βρίσκεται στη δόξα του. Είναι μια πηγή απόκρυφης γνώσης. Μετά η μαγική διάθεση περνάει. Είναι μόνος στο δωμάτιό του, δεν υπάρχει διψασμένο ακροατήριο. Του ξανάρχεται η διάθεση να μην πάει στο πάρτι. Όχι. Όχι. Θα πάει. Θέλει να δει τη Τζοάννα.
Πηγαίνει στο τερματικό του και καλεί δύο τελευταίους αγγέλους πριν πέσει για ύπνο: τον Λεβιάθαν και τον Βέχεμωθ. Ο Βέχεμωθ είναι ο τεράστιος άγγελος ιπποπόταμος, το πελώριο κτήνος του σκότους, ο άγγελος του χάους. Ο Λεβιάθαν είναι το ταίρι του, η ισχυρή θηλυκή φάλαινα, το μεγαλοπρεπές θαλάσσιο κήτος. Χορεύουν γι. αυτόν στην οθόνη. Ο Βέχεμωθ ανοίγει πλατιά το τεράστιο στόμα του. Ο Λεβιάθαν χαίνει ακόμα πιο απόκοσμα. «Αρχίζουμε να πεινάμε», του λένε. «Πότε θα τραφούμε;» Σύμφωνα με την απόκρυφη ραββινική γνώση, οι δύο αυτοί άγγελοι θα καταπιούν όλες τις καταδικασμένες ψυχές στο τέλος των ημερών. Ο Κάννιγχαμ τους ρίχνει μερικές ηλεκτρονικές σαρδέλες και τους διώχνει. Καθώς κλείνει τα μάτια του επικαλείται τον Ποτήχ, τον άγγελο της λήθης, και βυθίζεται σε ένα μαύρο, χωρίς όνειρα, ύπνο.
Το άλλο πρωί στο γραφείο του, δουλεύει πάνω σ. ένα συνηθισμένο κομμάτι, ένα πρόγραμμα καθαρισμού μικρών βλαβών στα ηλεκτρονικά συστήματα των δορυφόρων του τρίτου τεταρτημορίου, όταν πιάνει τον εαυτό του να τρέμει ανεξήγητα. Αυτό δεν του έχει συμβεί ποτέ ξανά. Τα νύχια του είναι σχεδόν άσπρα, οι καρποί του άκαμπτοι, τα χέρια του τρέμουν. Νιώθει παγωμένος. Είναι σα να έχει να κοιμηθεί μέρες. Στην τουαλέτα αρπάζεται από τον νιπτήρα και κοιτάζει το κάτωχρο, ιδρωμένο του πρόσωπο. Κάποιος έρχεται πίσω του και λέει, «Είσαι καλά, Νταν;»
«Ναι. Μια ελαφριά ναυτία μόνο».
«Η έντονη ζωή στη μέση της εβδομάδας κάνει κακό», λέει ο άλλος και φεύγει. Οι κοινωνικές αναγκαιότητες έχουν τηρηθεί: μια ερώτηση, μια ουδέτερη απάντηση, ένα ευφυολόγημα, άντε γεια. Θα μπορούσε να έχει πάθει εγκεφαλικό εδωμέσα και το παιχνίδι θα ήταν το ίδιο. Ο Κάννιγχαμ δεν έχει στενούς φίλους στο γραφείο. Το ξέρει ότι τον θεωρούν εκκεντρικό . εκκεντρικό με την κακή έννοια, όχι παράξενο και γεμάτο ζωντάνια, αλλά ένα περίεργο είδος ερημίτη . και το πράγμα όσο πάει και χειροτερεύει. Θα μπορούσα να καταστρέψω τον κόσμο, σκέφτεται. Θα μπορούσα να μπω στο Μεγάλο Δωμάτιο και να πληκτρολογήσω για δεκαπέντε δευτερόλεπτα, και ένα λεπτό αργότερα θα ήμασταν σε κατάσταση πλήρους συναγερμού, και έξι λεπτά αργότερα οι βόμβες θα έπεφταν από την τροχιά. Θα μπορούσα να στείλω αυτό το σήμα. Θα μπορούσα να το κάνω. Θα μπορούσα να το κάνω αυτή τη στιγμή.
Κύματα ναυτίας τον κατακλύζουν και αρπάζεται απ. την άκρη του νιπτήρα μέχρι να σταματήσει κι ο τελευταίος βασανιστικός σπασμός. Μετά καθαρίζει το πρόσωπό του και, πιο ήρεμος τώρα, επιστρέφει στο γραφείο του και κάθεται να κοιτάζει τα μικρά πράσινα σύμβολα στην οθόνη.
Εκείνο το βράδυ, ενώ προσπαθεί ακόμα να βρει μία αρμοδιότητα για τον Βασίλειο, ο Κάννιγχαμ συνειδητοποιεί ότι σκέφτεται τους δαίμονες, και συγκεκριμένα ένα δαίμονα που δεν ανήκει στην κλασσική δαιμονολογία . τον Δαίμονα του Μάξγουελ, αυτόν που ο φυσικός Τζέημς Κλερκ Μάξγουελ όρισε να στέλνει μόρια με μεγάλη ταχύτητα προς τη μία κατεύθυνση και με μικρή ταχύτητα προς την άλλη, παρέχοντας έτσι μία υπεραποτελεσματική μέθοδο θέρμανσης και ψύξης. Ίσως κάποιος φιλτραριστικός ρόλος να μπορεί να επινοηθεί για τον Βασίλειο. Την περασμένη εβδομάδα κάποιοι από τους πιο ευγενείς αγγέλους παραπονέθηκαν ότι μερικοί πεπτωκότες άγγελοι βρίσκονταν πολύ κοντά τους στο εσωτερικό του υπολογιστή. «Υπάρχει μια μυρωδιά από το πυρ της κολάσεως σε αυτό το δίσκο που δεν μ. αρέσει», είχε πει ο Γαβριήλ. Ο Κάννιγχαμ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να κάνει τον Βασίλειο ένα είδος ρυθμιστή της κυκλοφορίας στο εσωτερικό του προγράμματος: να μπει εκεί μέσα και να στέλνει τους ουράνιους αγγέλους σε ένα τομέα του δίσκου και τους πεπτωκότες σε έναν άλλο.
Η ιδέα του φαίνεται ελκυστική για περίπου τριάντα δευτερόλεπτα. Μετά καταλαβαίνει πόσο στοιχειωδώς ρηχή είναι. Δεν χρειάζεται ένας άγγελος γι. αυτή τη δουλειά: ένα απλό μικρό λογισμικό μπορεί να την κάνει. Το πόρισμα του Κάννιγχαμ από την κατηγορηματική προσταγή του Καντ: Ποτέ μην χρησιμοποιείς έναν άγγελο σαν απλό λογισμικό. Χαμογελάει, ίσως για πρώτη φορά όλη την εβδομάδα. Μα δεν χρειάζεται ούτε καν το λογισμικό. Μπορεί να το τακτοποιήσει μόνος του, στέλνοντας απλώς τους πρίγκιπες του Ουρανού σε ένα αρχείο και τους δαίμονες σε ένα άλλο. Δεν του είχε φανεί απαραίτητο να διαχωρίσει τους αγγέλους του με αυτόν τον τρόπο, αλλιώς θα το είχε κάνει από την αρχή. Αφού όμως τώρα παραπονιούνται...
Αρχίζει να γράφει ένα πρόγραμμα ταξινόμησης για να διαχωρίσει τα αρχεία. Κανονικά θά .πρεπε να του πάρει μόνο λίγα λεπτά, ανακαλύπτει όμως ότι δουλεύει ανοργάνωτα και χωρίς συνοχή, και το έργο του είναι ασυνήθιστα άτσαλο. Με μια γρήγορη κίνηση σβήνει αυτό που έφτιαξε. Ο Γαβριήλ θα αναγκαστεί να αντέξει τη δυσωδία του πυρός της κόλασης για λίγο καιρό ακόμα, σκέφτεται.
Νιώθει ένα μουντό, παλλόμενο πόνο πίσω από τα μάτια. Ο λαιμός του είναι στεγνός, τα χείλια του τα νιώθει σκασμένα. Ο Βασίλειος θα αναγκαστεί να περιμένει λίγο καιρό ακόμα, επίσης. Ο Κάννιγχαμ ανοίγει έναν άλλο άγγελο, αφήνοντας την επιλογή στα δάχτυλά του, και βρίσκεται να κοιτά έναν άγγελο χωρίς πρόσωπο με λαμπερό μεταλλικό δέρμα. Ένας απ. τους πρώτους, συνειδητοποιεί ο Κάννιγχαμ. «Δεν θυμάμαι το όνομά σου», λέει. «Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο Αναφαζετών».
«Και τα καθήκοντά σου;»
«Όταν προφερθεί δυνατά το όνομά μου, θα κάνω τους αγγέλους να καλέσουν ολόκληρο το σύμπαν στο εδώλιο την Ημέρα της Κρίσεως».
«Ω, Χριστέ μου!», λέει ο Κάννιγχαμ. «Δεν θέλω εσένα απόψε».
Διώχνει τον Αναφαζετών και βρίσκεται με τον σκοτεινό άγγελο Απολλύων, με λέπια, φτερά δράκου, πόδια αρκούδας, να αναπνέει φωτιά και καπνό και να κρατάει το κλειδί της Αβύσσου. «Όχι», λέει ο Κάννιγχαμ, και ανεβάζει τον Μιχαήλ, που στέκεται με τραβηγμένο το ξίφος πάνω από την Ιερουσαλήμ και τον διώχνει για να βρει στην οθόνη του έναν άγγελο με 70.000 πόδια και 4.000 φτερά, που είναι ο Αζραήλ, ο άγγελος του θανάτου. «Όχι», λέει πάλι ο Κάννιγχαμ. «Όχι εσύ. Χριστέ μου!» Ένας φιλέκδικος στρατός γεμίζει τον υπολογιστή του. Από την οθόνη του περνάει ένα μπερδεμένο σύνταγμα από φτερά και μάτια και ράμφη. Ανατριχιάζει και κλείνει το σύστημα γι. αυτή τη νύχτα. Χριστέ μου, σκέφτεται. Χριστέ μου, Χριστέ μου, Χριστέ μου. Όλη τη νύχτα ήλιοι εκρήγνυνται στο κεφάλι του.
Την Παρασκευή, ο προϊστάμενός του, ο Νεντ Χάρις, περνάει από το γραφείο του μ. ένα ασυνήθιστα επιτηδευμένα απλοϊκό ύφος, και τον ρωτάει αν θα κάνει τίποτα ενδιαφέρον το Σαββατοκύριακο. Ο Κάννιγχαμ σηκώνει τους ώμους του. «Ένα πάρτι το Σάββατο το βράδυ, αυτό. Γιατί;»
«Σκέφτηκα μήπως πήγαινες για κανένα ψάρεμα ή τίποτα τέτοιο. Αυτό θά .ναι μάλλον το τελευταίο Σαββατοκύριακο πριν αρχίσουν οι βροχές, ε;»
«Δεν μ. αρέσει το ψάρεμα, Νεντ».
«Πήγαινε κανένα ταξιδάκι. Κατέβα με το αυτοκίνητο ως το Μόντερευ, ίσως. Ή πήγαινε πάνω στην περιοχή με τα αμπέλια».
«Πού το πας, Νεντ;»
«Θα σου έκανε καλό μια αλλαγή», λέει φιλικά ο Χάρις. «Κανά δυο μέρες άδεια. Δουλεύεις τόσο σκληρά με τα νούμερα, που έχουν αρχίσει να σε τρώνε, απ. ό,τι μου φαίνεται εμένα».
«Είναι τόσο προφανές;»
Ο Χάρις κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. «Έχεις κουραστεί, Νταν. Φαίνεται. Είμαστε λίγο σαν ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας εδωπέρα, ξέρεις, δουλεύουμε τόσο πολύ, που αρχίζουμε να βλέπουμε στον ύπνο μας κουκίδες στην οθόνη. Αυτό δεν είναι καλό. Φύγε απ. την πόλη για λίγες μέρες. Το Υπουργείο Αμύνης μπορεί να λειτουργήσει χωρίς εσένα για λίγο. Εντάξει; Πάρε άδεια τη Δευτέρα. Και την Τρίτη. Δεν μπορώ να αφήσω ένα καλό μυαλό σαν το δικό σου να τα παίξει απ. την εξάντληση, Νταν».
«Εντάξει, Νεντ. Βέβαια. Σ. ευχαριστώ».
Τα χέρια του τρέμουν πάλι. Τα νύχια του είναι άχρωμα.
«Και κάνε και μια καλή αρχή για το Σαββατοκύριακο. Δεν χρειάζεται να κάτσεις να περιμένεις ως τις τέσσερις».
«Αν δεν υπάρχει πρόβλημα..».
«Αντε. Εξαφανίσου!»
Ο Κάννιγχαμ κλείνει το γραφείο του και παίρνει αβέβαια το δρόμο του για να βγει από το κτίριο. Οι φρουροί ασφαλείας του γνέφουν. Όλοι δείχνουν να ξέρουν ότι τον έχουν στείλει σπίτι του νωρίτερα. Αυτό σημαίνει να καταρρέεις στη δουλειά; Περιφέρεται για λίγο στο πάρκινγκ, μη μπορώντας να θυμηθεί πού ακριβώς έχει αφήσει το αυτοκίνητό του. Στο τέλος το βρίσκει και επιστρέφει σπίτι του οδηγώντας με πενήντα χιλιόμετρα την ώρα, με αυτοκίνητα να του κορνάρουν σ. όλο το δρόμο καθώς ανεβαίνει στον αυτοκινητόδρομο.
Κάθεται κουρασμένα μπροστά στον υπολογιστή του και φέρνει το σύστημα on line, καλώντας τον Χαραχήλ. Σίγουρα ο άγγελος των υπολογιστών δε θα τον κατατρύξει με ζητήματα που σχετίζονται με την Αποκάλυψη. Ο Χαραχήλ λέει, «Λοιπόν, σου βρήκαμε λύση στο πρόβλημα του Βασίλειου».
«Δηλαδή;»
«Ο Ουριήλ είχε τη βασική ιδέα βασιζόμενος στη σύλληψη του Δαίμονα του Μάξγουελ. Ο Ισραφήλ και ο Αζραήλ την ανέπτυξαν περαιτέρω. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας άγγελος που θα ενσαρκώνει τη δικαιοσύνη και το έλεος του Θεού. Ένας άγγελος που θα αξιολογεί, που θα παίζει το ρόλο φίλτρου. Ζυγίζει έργα και πράξεις στην πλάστιγγα και καταλήγει σε μια ετυμηγορία».
«Τί το καινούργιο έχει αυτό;», ρωτάει ο Κάννιγχαμ. «Κάτι παρόμοιο υπάρχει σε όλες τις μυθολογίες από τους Σουμέριους και τους Αιγύπτιους και μετά. Πάντα υπάρχει ένας μηχανισμός αξιολόγησης των ψυχών των νεκρών: αυτή εδώ πηγαίνει στον Παράδεισο, η άλλη πηγαίνει στην Κόλαση..».
«Περίμενε», λέει ο Χαραχήλ. «Δεν τελείωσα. Δεν μιλάω για την αξιολόγηση μεμονωμένων ψυχών».
«Αλλά;»
«Κόσμων», απαντάει ο άγγελος. «Ο Βασίλειος θα είναι ο κριτής των κόσμων. Εξετάζει ενδελεχώς έναν ολόκληρο πλανήτη και αποφασίζει αν ήρθε η ώρα να ηχήσει η τελευταία σάλπιγγα».
«Μέρος του μηχανισμού της Κρίσεως, εννοείς;»
«Ακριβώς. Είναι αυτός που παρουσιάζει στο Θεό τα στοιχεία και Τον βοηθάει να πάρει την απόφασή Του. Και στη συνέχεια είναι αυτός που λέει στον Ισραφήλ να φυσήξει τη σάλπιγγα, και είναι αυτός που προφέρει δυνατά το όνομα του Αναφαζετών για να παρουσιαστούν όλοι στο εδώλιο. Είναι ο κύριος άγγελος της Αποκάλυψης, ο καταστροφέας κόσμων. Και σκεφτήκαμε να του δώσεις τη μορφή..».
«Α», λέει ο Κάννιγχαμ. «Όχι τώρα. Ας το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή».
Κλείνει το σύστημα, βάζει ένα ποτό, κάθεται και κοιτάζει έξω από το παράθυρο το μεγάλο ευκάλυπτο στην μπροστινή αυλή. Μετά από λίγο αρχίζει να βρέχει. Τελικά μάλλον δεν είναι για εκδρομή στην εξοχή αυτό το Σαββατοκύριακο, σκέφτεται. Εκείνο το βράδυ δεν ανοίγει ξανά τον υπολογιστή.
Παρόλα όσα έχουν γίνει, ο Κάννιγχαμ πηγαίνει στο πάρτι. Η Τζοάννα δεν είναι εκεί. Τηλεφώνησε να το ακυρώσει αργά το απόγευμα του Σαββάτου, λέγοντας ότι έχει κρυώσει άσχημα. Δεν μπορεί να διακρίνει ίχνος κρυώματος στη φωνή της, αλλά ίσως του λέει την αλήθεια. Ή ίσως να βρήκε κάτι καλύτερο να κάνει το Σάββατο το βράδυ. Ο ίδιος όμως είναι ήδη προσαρμοσμένος στην ιδέα του να πάει στο πάρτι και νιώθει τόσο κουρασμένος, τόσο καταβεβλημένος, που είναι μεγαλύτερη προσπάθεια να αλλάξει το εσωτερικό του πρόγραμμα παρά να ακολουθήσει τα αρχικά σχέδια. Έτσι, γύρω στις οχτώ εκείνο το βράδυ, ανεβαίνει με το αυτοκίνητο στο Σαν Ματέο μέσα σε μια ψιλή βροχή.
Αποδεικνύεται τελικά ότι το πάρτι δε γίνεται στους γεμάτους λάμψη λόφους δυτικά της πόλης, αλλά σε μια μικρή, στενάχωρη πολυκατοικία κοντά στο κέντρο, σ. ένα διαμέρισμα επιπλωμένο με τις καρέκλες, τους καναπέδες και τα ράφια για βιβλία κάποιου από την εποχή που ήταν φοιτητής. Ένα φτηνό στέρεο παίζει τις επιτυχίες της περασμένης δεκαετίας και σε μία οθόνη που τρίζει προβάλλεται ένα σώου με φωτιστικά, φτιαγμένο σε υπολογιστή. Ο οικοδεσπότης είναι κάποιο στέλεχος μάρκετινγκ σε μια μεγάλη εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών στο Σαν Χοσέ, και οι πιο πολλοί από τους καλεσμένους μοιάζουν κι αυτοί αόριστα με στελέχη επιχειρήσεων. Ο μελλοντολόγος από τη Νέα Υόρκη ζήτησε συγνώμη αλλά δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί· ο διάσημος κοινωνιοβιολόγος δεν έχει έρθει επίσης· οι βίντεο ποιητές είναι δύο γκέυ από το Σαν Φρανσίσκο που μιλούν μόνο μεταξύ τους και δεν απομακρύνονται και πολύ απ. το μπαρ· ο ειδικός που μαθαίνει στους χιμπατζήδες να μιλούν είναι ιδρωμένος και με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο απ. το μεθύσι και προσπαθεί σκληρά να ρίξει μια παχουλή γυναίκα στολισμένη με αστρολογικά κοσμήματα. Ο Κάννιγχαμ, μουδιασμένος, περιφέρεται μέσα στο πάρτι σα να είναι φτιαγμένος από εκτόπλασμα. Δε μιλάει σε κανέναν· κανείς δεν του μιλάει. Σ. ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο είναι μερικές κανάτες με κόκκινο κρασί και ο Κάννιγχαμ γεμίζει ένα ποτήρι. Στέκεται εκεί, ακίνητος, βυθισμένος στην αδράνεια. Φαντάζεται τον εαυτό του να αρχίζει ξαφνικά να μιλάει για τους αγγέλους, να λέει σε όλους πώς ο Ιθουριήλ άγγιξε τον Σατανά με τη λόγχη του στον Κήπο της Εδέμ καθώς ο Όφις είχε κουλουριαστεί δίπλα στην Εύα, και πώς ο ιεράρχης Αταφιήλ κρατά ψηλά τον Παράδεισο ισορροπώντας τον σε τρία δάχτυλα. Όμως δεν λέει τίποτα. Μετά από λίγο τον πλησιάζει μία λεπτή, δύσκαμπτη γυναίκα με λαμπερά μάτια, που λέει «Κι εσύ τί κάνεις;»
«Είμαι προγραμματιστής», λέει ο Κάννιγχαμ. «Κυρίως μιλάω στους αγγέλους. Δουλεύω όμως και σε προγράμματα που αφορούν την εθνική ασφάλεια».
«Στους αγγέλους;», λέει και γελάει μ. έναν εύθραυστο, καμπανιστό τρόπο. «Μιλάς στους αγγέλους; Δεν έχω ξανακούσει κανέναν να το λέει αυτό». Βάζει ένα ποτό και απομακρύνεται γρήγορα.
«Αγγέλους;» λέει η γυναίκα με τα αστρολογικά κοσμήματα. «Είπε κανείς κάτι για αγγέλους;»
Ο Κάννιγχαμ χαμογελάει, σηκώνει τους ώμους και κοιτάει έξω απ. το παράθυρο. Βρέχει δυνατότερα. Πρέπει να πάω σπίτι μου, σκέφτεται. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να κάθομαι εδώ. Γεμίζει ξανά το ποτήρι του. Ο ειδικός στους χιμπατζήδες μιλάει ακόμα με την αστρολόγο, εκείνη όμως δείχνει να προσπαθεί να ελευθερωθεί και να έρθει στον Κάννιγχαμ. Για να συζητήσει μαζί του για τους αγγέλους; Έχει βαριά στήθη, είναι λίγο αλλήθωρη, δείχνει ατημέλητη. Δεν θέλει να συζητήσει για τους αγγέλους μαζί της. Δεν θέλει να συζητήσει με κανέναν για τους αγγέλους. Μένει στη θέση του στο παράθυρο ώσπου είναι σαφές ότι η αστρολόγος έρχεται προς το μέρος του· τότε ξεκινάει για την πόρτα. Του λέει, «Σας άκουσα να λέτε πως ενδιαφέρεστε για τους αγγέλους. Οι άγγελοι είναι ειδικότητά μου, ξέρετε. Έχω σπουδάσει με..».
«Αγγλους», λέει ο Κάννιγχαμ. «Μιλάω με τους άγγλους. Αυτό είπα. Είμαι διερμηνέας».
«Περίμενε», λέει αλλά αυτός την αφήνει πίσω του και βγαίνει έξω στη νύχτα. Του παίρνει πολλή ώρα να βρει το κλειδί του και να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητό του και η βροχή τον μουσκεύει ως το κόκαλο, αλλά δεν τον νοιάζει. Φτάνει στο σπίτι του λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Φέρνει τον Ραφαήλ on line. Ο μεγάλος αρχάγγελος ακτινοβολεί με μια υπέροχη χρυσαφιά λάμψη.
«Εσύ θα είσαι ο Βασίλειος», του λέει ο Ραφαήλ. «Το αποφασίσαμε δια ψήφου, ιεραρχία.ιεραρχία. Συμφωνούν όλοι».
«Δεν μπορώ να γίνω άγγελος. Είμαι άνθρωπος», απαντάει ο Κάννιγχαμ.
«Υπάρχουν άφθονα προηγούμενα. Ο Ενώχ ανελήφθει στους Ουρανούς και έγινε άγγελος. Το ίδιο και ο Ελιάχ. Ο Αγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν στην πραγματικότητα άγγελος. Εσύ θα γίνεις ο Βασίλειος. Σου έχουμε ήδη ετοιμάσει το πρόγραμμα. Είναι στο δίσκο: απλώς ανέβασέ τον και θα δεις. Θα σε κοιτάζει το ίδιο σου το πρόσωπο».
«Όχι», λέει ο Κάννιγχαμ.
«Πώς μπορείς να αρνηθείς;»
«Είσαι στ. αλήθεια ο Ραφαήλ; Ακούγεσαι σαν κάποιος από την άλλη πλευρά. Κάποιος που θέλει να με βάλει σε πειρασμό. Ο Ασμοδαίος. Ο Ασταρόθ. O Βελφεγώρ».
«Είμαι ο Ραφαήλ. Και εσύ είσαι ο Βασίλειος».
Ο Κάννιγχαμ το συλλογίζεται. Είναι τόσο κουρασμένος που σχεδόν δεν μπορεί να σκεφτεί.
Αγγελος. Γιατί όχι; Μια βροχερή σαββατιάτικη νύχτα, ένα απαίσιο πάρτι, ένας πονοκέφαλος που σου σκίζει το κεφάλι στα δύο: επιστρέφεις σπίτι σου και ανακαλύπτεις ότι σε έχουν κάνει άγγελο και σου έχουν δώσει μια υψηλή θέση στην ιεραρχία. Γιατί όχι; Πραγματικά, γιατί όχι;
«Εντάξει», λέει. «Είμαι ο Βασίλειος».
Βάζει τα χέρια του στο πληκτρολόγιο και γράφει μία απλή σειρά εντολών που μπαίνει κατευθείαν στο μεγάλο σύστημα του Υπουργείου Αμύνης στη Βόρεια Καλιφόρνια. Με την αλλαγή δύο πλήκτρων στέλνει το ίδιο μήνυμα στους Σοβιετικούς. Γιατί όχι; Ο πλεονασμός είναι η πεμπτουσία της ασφάλειας. Στον κόσμο τώρα απομένουν περίπου έξι λεπτά. Ο Κάννιγχαμ ήταν πάντα καλός με τους υπολογιστές. Γνωρίζει τη μυστική τους γλώσσα όσο ελάχιστοι πριν απ. αυτόν.
Μετά ξαναφέρνει τον Ραφαήλ στην οθόνη.
«Πρέπει να δεις τον εαυτό σου ως Βασίλειο όσο υπάρχει ακόμα χρόνος», λέει ο αρχάγγελος.
«Ναι. Φυσικά. Ποιος είναι ο κωδικός πρόσβασης;»
Ο Ραφαήλ του λέει. Ο Κάννιγχαμ αρχίζει να τον διατυπώνει.
Έλα τώρα Βασίλειε! Είμαστε ένα!
Ο Κάννιγχαμ κοιτάζει την οθόνη με αυξανόμενο δέος και ηδονή, ενώ το ρολόι συνεχίζει να χτυπά.