|
Το Προληπτικό
|
Δεν υπάρχει αμφιβολία: Ο ίδιος μου ο αδερφός ο Κάιν θέλει να με σκοτώσει. Τον παρατήρησα άσφαλτα, πώς το πρόσωπό του σφίχτηκε με μια έκφραση μίσους, επειδή η δική του η προσφορά δεν έγινε δεκτή τόσο ευνοϊκά όσο η δική μου. Και άκουσα τη φωνή, τη φωνή Εκείνου, στον Οποίο εγώ και αυτός αφιερώνουμε τις προσφορές, ο καθένας τις δικές του, που κατηγορούσε τον Κάιν για την οργή του και τον προειδοποιούσε πως θα πέσει σε αμαρτία. Πως η αμαρτία ξαποσταίνει μπροστά από την πόρτα του και περιμένει και έχει πόθο γι' αυτόν. Και ποια είναι τούτη η αμαρτία, που κουβαλά μέσα του ο Κάιν όπως οι προβατίνες μου τα αγέννητα ριφάκια, καλά το γνωρίζω.
Αρκετό καιρό τώρα υποφέρω το φόβο. Δεν έχω ελπίδα καμιά την ύπουλη επίθεσή του να ξεφύγω. Το ξέρω πως ο Κάιν είναι δυνατότερός μου. Όχι μόνο που είναι ο μεγαλύτερος, εγώ ήμουν πάντα πιο αδύναμος, μα και το σκάψιμο της γης του δυναμώνει τα μπράτσα και του χαλυβδώνει το κορμί πολύ περισσότερο απ' ότι εμένα η φύλαξη του κοπαδιού μου, η δική μου η δουλειά. Κι ακόμα έχει τα τρομερά εργαλεία του, το φτυάρι και το δόρυ με την κοφτερή, στη φωτιά ατσαλωμένη αιχμή. Και γενικά, όποιος επιτίθεται στον άλλο απροειδοποίητα, αυτός έχει πάντα το πλεονέκτημα.
Και όμως Εκείνος στον Οποίο φέρνουμε τις προσφορές μας, εγώ τα νιογέννητα του κοπαδιού μου, εκείνος τα γεννήματα και τους καρπούς του, μόνο σ' εμένα δείχνει εύνοια, όχι σ' αυτόν. Αυτό δείχνει ο καπνός των προσφορών μας: Ο καπνός απ' τις δικές μου προσφορές ανέβηκε σαν πάντα ολόισια στον ουρανό, ο δικός του όμως βαριοσερνόταν στη γη, βγάζοντας την άσχημη μυρωδιά των παλιόχορτων που καίγονται και δεν έλεγε να υψωθεί. Πιστεύω πως η Θέληση που βρίσκεται πάνω από μας δεν μπορεί να θέλει τούτος ο κομματιαστής της γης να με βάλει στο σημάδι και με τα σκονισμένα, λασπωμένα εργαλεία του να με κάνει κομματάκια, λίπασμα για το οργωμένο χωράφι του, με τον τάφο μου έτοιμο κιόλας κάπου ανάμεσα στις αυλακιές.
Όχι, δεν πρέπει να γίνει έτσι. Πρώτος εγώ πρέπει να εκμεταλλευτώ το πλεονέκτημα! Όχι εκείνος εμένα, μα εγώ πρέπει αυτόν να αιφνιδιάσω. Κι αν ξέρει εκείνος να δουλεύει το φτυάρι και το δόρυ, έχω εγώ το τσεκούρι μου, που μ' αυτό προστατεύω το κοπάδι μου από τα ζώα τα αρπακτικά. Εκείνος, που τη δική μου προσφορά δέχτηκε ευνοϊκά μα τη δική του περιφρόνησε, το γνωρίζει: Ο αδερφός μου ο Κάιν δεν είναι καλύτερος απ' το ζώο που παραφυλάει τα πρόβατα και τ' αρνιά μου, για να τους πάρει τη ζωή. Χειρότερος ακόμα, γιατί τούτος δεν κυνηγάει ζώο, όχι, παρά εμένα, τον ίδιο του τον αδερφό. Μα δεν λογάριασε καλά.
Να ΄τος που έρχεται. Ναι, ναι. Ο χαιρετισμός του δε με γελά. Θέλει έτσι να αποκοιμίσει τις υποψίες μου, μα περάσαν πια αυτοί οι καιροί. Κάλλιο να μείνει μακριά μου. Να: κι αυτό ακόμα είναι ένα σημάδι. Τώρα τελευταία δεν μπορεί για πολύ να υποφέρει τη ματιά μου. Και να που και τώρα αποστρέφει την κεφαλή και δεν με κοιτά, εμένα, τον αδερφό του, μόνο γυρνά πίσω το βλέμμα, στον άθλιο βωμό του, απ' όπου ο καπνός, ίδιο φίδι, ακόμα σέρνεται προς τα κάτω, στη γη, σκοτεινός και βαρύς. Τώρα πρέπει να γίνει! Τώρα, όσο δεν κοιτά άλλο από τον καπνό που δεν έχει ακόμα διαλυθεί...
Πόσο γρήγορα τέλειωσαν όλα. Λες και δεν είναι αλήθεια. Αλλά είναι αλήθεια: Να ΄τος που κείτεται μπρος μου, στη γη. Τέλειωσε. Δεν πρόκειται να κάνει άλλα εγκληματικά σχέδια ενάντιά μου. Δεν θα σηκώσει το φτυάρι πάνω μου όταν θα ΄χω γυρισμένη την πλάτη, ούτε και το δόρυ το μυτερό. Το δικό του αίμα, όχι το δικό μου, είναι που γέμισε τώρα το κοίλωμα στην πέτρα, σχεδόν όπως εκεί απέναντι το νερό λιμνάζει στη νεροσυρμή, όπου τα ζώα μου πάνε για να πιουν. Η θέληση Εκείνου που τη δική μου προσφορά δέχτηκε μα τη δική του περιφρόνησε γεγέννητο! Η φωνή Του ήταν που έβγαλε την κρίση ενάντια σ' αυτόν και υπέρ εμού...
Ναι, η φωνή Του. Την ακούω. Μιλά δυνατά και επίσημα. Μα τι φωνάζει; "Κάιν", φωνάζει, " Κάιν, που είναι ο αδερφός σου, ο Αβελ;"
Εδώ είμαι, Κύριε, εδώ! Μη φοβάσαι πια για μένα: Εδώ είμαι εγώ, ο Αβελ, αυτός που δέχτηκες την προσφορά του. Και ο Κάιν, που τον αποστράφηκες, κείτεται εδώ, πίσω μου. Η αμαρτία του γύρισε πίσω σ' αυτόν τον ίδιο. Σκέπασα το πρόσωπό του με μαραμένα φύλλα, τα πεθαμένα του μάτια να μη μιάνουν τους Ουρανούς.
Όχι, Κύριε: Σφάλλεις. Δεν είμαι εγώ ο Κάιν! Ο Αβελ δεν είναι ο αδερφός μου, είμαι εγώ! Γιατί με ρωτάς που είναι ο αδερφός μου ο Αβελ; Σφάλλεις! Να: θα σου τον δείξω, τον αδερφό μου. Εδώ κείτεται. Ναι, βέβαια, ο Κάιν είναι αυτός, ποιος άλλος; Περίμενε: θα βγάλω τα φύλλα από το πρόσωπό του, για να δεις μόνος...
Δεν είναι δυνατόν;! Ποτέ πριν δεν μου ΄μοιαζε τόσο. Λες και... ή μην το φαντάζομαι; Μα γνωρίζω το πρόσωπό μου. Εκεί απέναντι στη λιμνούλα που καθρεφτίζει τα πάντα στα νερά της, το βλέπω κάθε μέρα. Και τώρα είναι δυνατόν να έχει αυτός τη μορφή μου; Όχι δεν γίνεται. Θα μου φαίνεται επειδή είναι νεκρός. Εγώ δεν έχω την ίδια όψη μ' αυτόν. Ξέρω τι θα κάνω, θα πάω στη λιμνούλα: Θέλω το ίδιο μου το πρόσωπο να ξαναδώ.
Τώρα πια ξέρω, γιατί σφάλλει και με αποκαλεί Κάιν.
![]() |
Erich
|
Ο εβραϊκής καταγωγής Erich Fried γεννήθηκε στη Βιέννη στις 6 Μαΐου του 1921. Ξεκίνησε να γράφει πολύ νωρίς, μέχρι που η γερμανική επέλαση στην Αυστρία του 1938 τον μετέτρεψε "από γυμνασιόπαιδο σε κυνηγημένο Εβραίο".
Γιος του ιδιοκτήτη εταιρίας μεταφορών Hugo Fried και της γραφίστριας Nellie Fried (το γένος Stein), έδειξε από νωρίς σημάδια πως ήταν ξεχωριστό παιδί: έκανε πολυάριθμες εμφανίσεις με παιδική θεατρική ομάδα σε θέατρα της Βιέννης και των περιχώρων. Στο Γυμνάσιο ασχολείται με εφευρέσεις και κατοχυρώνει μια πατέντα σχετική με την κατασκευή ηλεκτρικών γλόμπων.
Το 1938 οι γονείς του συλλαμβάνονται από τη Γκεστάπο με την κατηγορία της "οργάνωσης αντιστασιακής ομάδας και της αποστολής πληροφοριακού υλικού στο εξωτερικό." Ο πατέρας του πεθαίνει στην ανάκριση, ενώ ο Erich κατορθώνει να διαφύγει στην Αγγλία, στο Λονδίνο που γίνεται και η βάση της διαμονής του μέχρι το τέλος της ζωής του.
Μετά τον πόλεμο ο Fried συνεργάστηκε με πολλά νεοϊδρυμένα περιοδικά, όπως το Neue Auslese, και το Blick in die Welt, στο οποίο αργότερα έγινε αρχισυντάκτης.
Επίσης συνεργάστηκε με το BBC ως εκφωνητής σε πολλές γερμανόφωνες εκπομπές, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1968, λόγω της ψυχροπολεμικής θέσης του BBC.
Έγινε γνωστός κυρίως από τα ποιήματά του, το μοναδικό μυθιστόρημα του (Ένας Στρατιώτης Και Ένα Κορίτσι, 1960), καθώς και από τις μεταφράσεις του (ανάμεσα σε άλλα μετέφρασε και το σύνολο σχεδόν των έργων του Shakespeare).
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ήρθε σε ρήξη με την κοινή γνώμη, παίρνοντας δημόσια κριτική θέση πάνω σε πολιτικά ζητήματα, πράγμα που αντικατοπτρίζεται σε πολλά ποιήματά του, όπως για παράδειγμα το πολυσυζητημένο Hφre Israel,1967 (Aκου Ισραήλ), επ' αφορμή του Πολέμου Των Έξι Ημερών.
Το 1974 εκδικάστηκε στο Αμβούργο μήνυση που του υπέβαλε η Αστυνομία του Βερολίνου, θεωρώντας ότι μια επιστολή του Fried στο γερμανικό περιοδικό Spiegel αποτελούσε προσβολή. Ο Fried αθωώθηκε.
Το 1976 διαβάστηκε στην κηδεία της Ulrike Meinhof στο Βερολίνο τηλεγράφημα του Fried, στο οποίο την χαρακτήριζε ως την "μεγαλύτερη Γερμανίδα μετά την Ρόζα Λούξεμπουργκ".
Το 1977 γίνονται διαδηλώσεις στη Γερμανία εξαιτίας της επίθεσης που έχουν εξαπολύσει οι αρχές ενάντια στον δικηγόρο Kurt Groenewald. Ο Fried διεξάγει ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου με θέμα "Η Περίπτωση Kurt Groenewald και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (BRD).
Αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (CDU) εκδίδει ένα "έγγραφο" που περιέχει αποσπάσματα συγγραφέων που προτρέπουν τους πολίτες σε "διαταραχές του Κράτους Δικαίου". Ανάμεσα σε αυτούς φιγουράρει και το όνομα του Fried.
Η CDU καταθέτει στη Βουλή της Βρέμης Πρόταση να καταργηθεί η διδασκαλία κειμένων του Fried στο σχολείο. Ο Πρόεδρος του Κόμματος Bernd Neumann δηλώνει: "κάτι τέτοιους καλύτερα να τους καίγαμε..."
Το Βαυαρέζικο Υπουργείο Παιδείας απαιτεί την επανέκδοση του σχολικού Αναγνωστικού χωρίς τα κείμενα των Wallraf, Biermann, Fried, Fichte.
Μετά τα χρόνια της καταδίωξης ακολουθεί η αναγνώριση.
Το 1983 του απονέμεται το Λογοτεχνικό Βραβείο της Βρέμης.
Το 1985 λαμβάνει το "Χρυσό Παράσημο της Τιμής" για "υπηρεσίες προσφερθείσες στην πόλη της Βιέννης".
Το 1986 γίνεται Μέλος Δι' Αλληλογραφίας της Γερμανικής Ακαδημίας Γλώσσας και Ποίησης (Darmstadt).
Αργότερα το ίδιο έτος του απονέμεται το Παράσημο "Carl-von-Ossietzky".
Το 1987 του δίνουν το Χρυσό Κλειδί της πόλης του Σμεντέρεβο στη Γιουγκοσλαβία.
Το 1988 το Πανεπιστήμιο του Osnabruck του απονέμει τον τίτλο του Επίτιμου Καθηγητή (Τομέας Γλώσσα- και Επιστήμη της Λογοτεχνίας).
Στις 22 Νοεμβρίου του 1988 ο Erich Fried πεθαίνει έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.
Ο τάφος του βρίσκεται στο Λονδίνο.