![]() |
Το Κινητό
|
Υπάρχουν πολλά κορίτσια σαν τη Μίλντρεντ, χωρίς σπίτι, όχι όμως και δίχως στέγη - συνήθως το ταβάνι ενός δωματίου σε κάποιο ξενοδοχείο, άλλες φορές εκείνη της γκαρσονιέρας ενός εργένη, μιας καμπίνας σε γιωτ αν είναι τυχερές, μιας σκηνής, ενός τροχόσπιτου. Τέτοια κορίτσια είναι αξεσσουάρ-κρεβατιού, κάτι που έχει κανείς όπως μια θερμοφόρα, ένα ταξιδιωτικό σίδερο ρούχων, μια ηλεκτρική βούρτσα για το γυάλισμα των παπουτσιών,μια οποιαδήποτε μικροπολυτέλεια. Αποτελεί πλεονέκτημα γι' αυτές αν τυχόν ξέρουν κάπως να μαγειρεύουν, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι υποχρεωμένες να μιλούν- σε οποιαδήποτε γλώσσα. Επίσης είναι ανταλλάξιμες μεταξύ τους, όπως το ελεύθερο συνάλλαγμα ή τα διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια. Η αξία τους μπορεί να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει, ανάλογα με την ηλικία τους και τον εκάστοτε άντρα που τις έχει στην κατοχή του.
Η Μίλντρεντ έβρισκε τη ζωή αυτή όχι κι άσχημη, και αν τη ρωτούσε κάποιος θα έλεγε με σοβαρότητα, "Είναι ενδιαφέρουσα". Η Μίλντρεντ ποτέ δεν γελούσε, και χαμογελούσε μονάχα όταν θεωρούσε πως έπρεπε να φανεί ευγενική. Ήταν αρκετά ψηλή, προς το ξανθό, μάλλον αδύνατη, μ' ένα ευχάριστο ανέκφραστο πρόσωπο και μεγάλα γαλανά μάτια που τα είχε ορθάνοιχτα. Περισσότερο γλιστρούσε παρά περπατούσε, με τους ώμους καμπουριασμένους, τους γοφούς ελαφρά προτεταμένους-έτσι όπως περπατούσαν τα καλύτερα μοντέλα, είχε κάπου διαβάσει. Αυτό της έδινε έναν αέρα ηρεμίας και ικανοποίησης. Σαν να περπατούσε έχοντας μόλις αναρρώσει, έμοιαζε λες και υπνοβατούσε. Ήταν λίγο πιο ζωηρή στο κρεβάτι, και το γεγονός αυτό ταξίδευε από στόμα σε στόμα, ή, ανάμεσα σε άντρες που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, με γνεψίματα και γελάκια. Η Μίλντρεντ ήξερε τη δουλειά της, και πρέπει να της αναγνωρίσουμε πως την έκανε με επιμέλεια.
Παρέμεινε παραδέρνοντας στο σχολείο μέχρι τα δεκατέσσερα, όταν όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των γονιών της, το θεώρησαν άσκοπο να συνεχίσει. Θα παντρευόταν νωρίς, έλεγαν οι γονείς της. Αντ' αυτού, η Μίλντρεντ το 'σκασε απ' το σπίτι, ή μάλλον την πήρε απ' αυτό ένας πωλητής αυτοκινήτων, όταν είχε μόλις μπει στα δεκαπέντε. Με την καθοδήγηση του πωλητή, έγραφε καθησυχαστικά γράμματα σπίτι της, λέγοντας πως είχε βρει δουλειά σε μια κοντινή πόλη κι έμενε σ' ένα διαμέρισμα με δύο άλλες κοπέλες.
Στα δεκαοκτώ της, η Μίλντρεντ είχε πάει στο Κάπρι, την Πόλη του Μεξικού, το Παρίσι, ακόμα και στην Ιαπωνία, στη Βραζιλία κάμποσες φορές, όπου συνήθως την παρατούσαν οι άντρες, μια που συχνά έτρεχαν να ξεφύγουν από κάτι. Είχε υπάρξει δεύτερο βραβείο, όπως ήρθαν τα πράγματα τελικά, για έναν υποψήφιο Πρόεδρο της Αμερικής την ημέρα της εκλογής του. Την είχαν δανείσει για δύο μέρες σ' έναν σεΐχη στο Λονδίνο, που την αντάμειψε με μία μάλλον διαστροφική χρυσή κούπα, την οποία τελικά έχασε-όχι ότι της άρεσε η κούπα, αλλά θα πρέπει να άξιζε μια περιουσία, και συχνά λυπόταν για την απώλειά της. Αν ποτέ ήθελε να αλλάξει άντρα, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επισκεφτεί μόνη της κάποιο ακριβό μπαρ στο Ρίο ή οπουδήποτε, και να βρει έναν άλλο άντρα που ήταν διατεθειμένος να την προσθέσει στον λογαριασμό των εξόδων του, και πίσω θα βρισκόταν πάλι στην Αμερική ή τη Γερμανία ή τη Σουηδία.
Κάποτε την ξέχασαν σ' ένα τραπέζι εστιατορίου, έτσι όπως μπορεί να εγκαταλειφθεί ένας αναπτήρας. Η Μίλντρεντ το πρόσεξε, αλλά ο Χερμπ όχι για τριάντα περίπου λεπτά που ήταν ελαφρώς ανησυχητικά για τη Μίλντρεντ, παρόλο που η Μίλντρεντ ποτέ δεν ταραζόταν πραγματικά για οτιδήποτε. Πάντως στράφηκε προς τον άντρα που καθόταν δίπλα της -επρόκειτο για επαγγελματικό γεύμα, τέσσερις άντρες, τέσσερα κορίτσια- και είπε, "Νόμιζα πως ο Χερμπ πήγε για λίγο στην τουαλέττα-"
"Τι;" Ο γεμάτος άντρας δίπλα της ήταν Αμερικανός. "Α. Θα επιστρέψει. Είχαμε κάποια δυσάρεστα ζητήματα να συζητήσουμε σήμερα, ξέρεις. Ο Χερμπ είναι αναστατωμένος." Ο Αμερικανός χαμογέλασε με κατανόηση. Είχε τη φιλενάδα του πλάι του, μία που είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ. Τα κορίτσια δεν είχαν ανοίξει το στόμα τους παρά μόνο για να φάνε.
Ο Χερμπ επέστρεψε και πήρε τη Μίλντρεντ, και γύρισαν πίσω στο ξενοδοχείο τους, ο Χερμπ μέσα στην πιο βαριά κατάθλιψη, επειδή δεν τα είχε πάει καλά στην επαγγελματική συμφωνία. Τα αγκαλιάσματα της Μίλντρεντ εκείνο το απόγευμα δεν στάθηκαν ικανά να ανεβάσουν τα κέφια του Χερμπ ή το Εγώ του, και εκείνο το απόγευμα η Μίλντρεντ ανταλλάχτηκε. Ο καινούριος της κηδεμόνας ήταν ο Στάνλεϋ, γύρω στα 35, κοντόχοντρος, όπως κι ο Χερμπ. Η ανταλλαγή έγινε την ώρα των κοκτέηλ, καθώς η Μίλντρεντ ρουφούσε το συνηθισμένο της Αλεξάντερ μ' ένα καλαμάκι. Ο Χερμπ πήρε το κορίτσι του Στάνλεϋ, μια χαζή ξανθιά με μαλλιά περμανάντ. Και δεν ήταν πράγματι ξανθιά, αν και το βάψιμο ήταν πετυχημένο, παρατήρησε η Μίλντρεντ, καθώς το μέικ-απ και τα μαλλιά ήταν πράγματα στα οποία η Μίλντρεντ ήταν ειδική. Η Μίλντρεντ επέστρεψε για λίγο στο ξενοδοχείο για να φτιάξει τη βαλίτσα της, μετά πέρασε το υπόλοιπο απόγευμα και το βράδυ με τον Στάνλεϋ. Της μίλαγε ελάχιστα, αλλά χαμογελούσε πολύ, και έκανε πολλά τηλεφωνήματα. Αυτά έγιναν στο Ντε Μόιν.
Με τον Στάνλεϋ, η Μίλντρεντ πήγε στο Σικάγο, όπου ο Στάνλεϋ διατηρούσε μια γκαρσονιέρα, συν μια σύζυγο κάπου, όπως είπε. Η Μίλντρεντ δεν ανησυχούσε για τη σύζυγο. Μόνο μια φορά στη ζωή της είχε χρειαστεί να αντιμετωπίσει μια δύσκολη σύζυγο που μπούκαρε σ' ένα διαμέρισμα . Η Μίλντρεντ της έβγαλε σουγιά, και η σύζυγος το 'βαλε στα πόδια. Συνήθως η σύζυγος το μόνο που έκανε ήταν να δείχνει εμβρόντητη, μετά έκανε κάποιες σαρκαστικές παρατηρήσεις και έφευγε, προφανώς σκοπεύοντας να πάρει την εκδίκησή της από τον άντρα της. Ο Στάνλεϋ έλειπε όλη μέρα και δεν της έδινε πολλά χρήματα, πράγμα πολύ ενοχλητικό. Η Μίλντρεντ δεν είχε σκοπό να μείνει πολύ με τον Στάνλεϋ, αν περνούσε απ' το χέρι της. Είχε ανοίξει ένα τραπεζικό λογαριασμό σε μια τράπεζα κάπου, κάποια στιγμή, αλλά είχε χάσει το βιβλιάριο και ξέχασε το όνομα της πόλης όπου βρισκόταν η τράπεζα.
Πριν όμως η Μίλντρεντ μπορέσει να κάνει την έξυπνη κίνηση και να φύγει απ' τον Στάνλεϋ, βρήκε πως την είχαν και πάλι δώσει. Αυτό ήταν ένα σοκ. Ένας οικονομολόγος θα έβγαζε κάποιο συμπέρασμα σχετικά με ένα νόμισμα που το χαρίζουν, και το ίδιο έκανε κι η Μίλντρεντ. Συνειδητοποίησε πως ο Στάνλεϋ βγήκε ελαφρώς κερδισμένος στη συμφωνία που είχε κάνει μ' έναν άντρα που τον έλεγαν Λούις, στον οποίο έδωσε τη Μίλντρεντ, αλλά και πάλι-
Και ήταν μόνο είκοσι τριών χρονών. Αλλά η Μίλντρεντ ήξερε πως αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη ηλικία, και ότι καλά θα έκανε να έπαιζε προσεκτικά τα χαρτιά της από 'δω και στο εξής. Τα δεκαοκτώ ήταν το απόγειο, και τα είχε περάσει εδώ και πέντε χρόνια, και τι είχε για να καυχιέται; Ένα διαμαντένιο μπρασελέ που οι άντρες κοιτούσαν με απληστία, και που είχε δύο φορές χρειαστεί να πάρει πίσω από το ενεχυροδανειστήριο με τη βοήθεια κάποιου καινούριου μαλάκα. Μια γούνα μινκ- το ίδιο. Μια βαλίτσα με μερικά καλά φορέματα. Τι ήθελε; Ήθελε να συνεχίσει την ίδια ζωή αλλά με μια αίσθηση μεγαλύτερης ασφάλειας. Τι θα έκανε αν βρισκόταν στ' αλήθεια με την πλάτη στον τοίχο; Αν, διωγμένη ίσως, ούτε καν ανταλλαγμένη, ήταν αναγκασμένη να πάει σε κάποιο μπαρ και ακόμα και τότε ανίκανη να βρει κάτι παραπάνω από το πήδημα μιας βραδιάς; Ε λοιπόν, είχε μερικές διευθύνσεις κάποιων παλιών φίλων της, και μπορούσε πάντα να τους γράψει και ν' απειλήσει ότι θα γράψει τη βιογραφία της και θα τους έχει μέσα, την οποία θα την πλήρωνε ένας εκδότης να γράψει. Μα η Μίλντρεντ είχε μιλήσει με κορίτσια είκοσι πέντε χρονών ή και μεγαλύτερες που είχαν απειλήσει να γράψουν βιογραφία, αν δεν τις εξασφάλιζαν εφ' όρου ζωής, και είχε ακούσει μονάχα για μία που το είχε κατορθώσει. Τις πιο πολλές φορές, έλεγαν τα κορίτσια, εισέπρατταν γέλια, ή ένα "Εμπρός, λοιπόν, γράψ'τη" αντί για λεφτά.
Έτσι η Μίλντρεντ έκανε το κορόιδο για μερικές μέρες με τον χοντρό Λούις. Είχε μια όμορφη ραβδωτή γάτα, που η Μίλντρεντ συμπάθησε, αλλά το πιο βαρετό ήταν πως το διαμέρισμά του ήταν μια γκαρσονιέρα με κουζινάκι και ζοφερό. Ο Λούις ήταν καλόβολος αλλά σφιχτοχέρης. Επίσης ήταν προσβλητικό για τη Μίλντρεντ να βγαίνει κρυφά έξω από το σπίτι όταν εκείνη κι ο Λούις πήγαιναν για φαγητό (όχι συχνά, επειδή ο Λούις είχε την απαίτηση να μαγειρεύει και να κάνει και λίγο καθάρισμα επίσης), και όταν ο Λούις έφερνε κόσμο για να μιλήσει για δουλειές, να της ζητάει να κρυφτεί στο κουζινάκι και να μη βγάλει άχνα. Ο Λούις πουλούσε πιάνα χοντρική. Η Μίλντρεντ έκανε πρόβες στο λόγο που επρόκειτο να βγάλει σύντομα: "Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως δεν έχεις κανενός είδους δικαίωμα πάνω μου, Λούις. Είμαι ένα κορίτσι που δεν έχει μάθει να δουλεύει, ούτε καν στο κρεβάτι..."
Αλλά πριν της δοθεί η ευκαιρία να εκφωνήσει το λόγο της, που στην ουσία θα ήταν κυρίως αίτημα για περισσότερα χρήματα, γιατί γνώριζε πως ο Λούις είχε μπόλικα κρυμμένα κάπου, δόθηκε σ' έναν νεαρό πωλητή κάποιο βράδυ. Ο Λούις απλά είπε, αφού τελείωσαν όλοι το δείπνο τους σε ένα καφέ παραπλεύρως του δρόμου, "Ντέηβ, γιατί δεν παίρνεις τη Μίλντρεντ σπίτι σου για έναν υπνάκο; Εγώ πρέπει να πάω νωρίς στο κρεβάτι." Μ' ένα κλείσιμο του ματιού.
Ο Ντέηβ έλαμπε από χαρά. Ήταν συμπαθητικός, αλλά ζούσε σ' ένα τροχόσπιτο, για όνομα του Θεού! Η Μίλντρεντ δεν είχε καμία πρόθεση να γίνει τσιγγάνα, να κάνει μπάνια με σφουγγάρι κάτω απ' το ντους, και να είναι αναγκασμένη να υπομένει τις φορητές τουαλέττες. Αυτή ήταν μαθημένη σε λαμπρά ξενοδοχεία με υπηρεσία δωματίου μέρα και νύχτα. Ο Ντέηβ μπορεί να ήταν νέος και γεμάτος πόθο, αλλά η Μίλντρεντ δεκάρα δεν έδινε γι' αυτά. Οι άντρες έλεγαν πως οι γυναίκες είναι όλες ίδιες, αλλά κατά τη γνώμη της ήταν ακόμα πιο αληθινό πως οι άντρες ήταν όλοι ίδιοι. Το μόνο που ήθελαν ήταν το Ένα Πράγμα. Τουλάχιστον οι γυναίκες ήθελαν γούνινα παλτά, καλά αρώματα, διακοπές στις Μπαχάμες, μια κρουαζιέρα κάπου, κοσμήματα -εδώ που τα λέμε δεν ήθελαν και λίγα.
Ένα βράδυ που ήταν με τον Ντέηβ σ' ένα επαγγελματικό δείπνο (ήταν διανομέας πιάνων και παραγγελιοδόχος, αν και η Μίλντρεντ δεν είχε δει ούτε ένα πιάνο πουθενά στο τροχόσπιτο), η Μίλντρεντ έκανε τη γνωριμία ενός κυρίου Ζαπ, που λεγόταν Σαμ, ο οποίος είχε καλέσει τον Ντέηβ να δειπνήσουν σ' ένα ακριβό εστιατόριο. Ενθαρρυμένη από τρία Αλεξάντερ, η Μίλντρεντ φλέρταρε ασύστολα με τον Σαμ, ο οποίος δεν παρέμεινε απαθής κάτω από το τραπέζι, και η Μίλντρεντ απλά ανήγγειλε πως θα πήγαινε σπίτι με τον Σαμ. Το στόμα του Ντέηβ κρέμασε, και άρχισε να κάνει φασαρία, αλλά ο Σαμ -μεγαλύτερος και με περισσότερη αυτοπεποίθηση- άφησε διπλωματικά να εννοηθεί πως θα έκανε σκηνή αν γινόταν καυγάς, έτσι ο Ντέηβ έκανε πίσω.
Αυτό ήταν μεγάλη βελτίωση. Ο Σαμ και η Μίλντρεντ πέταξαν αμέσως για το Παρίσι, μετά για το Αμβούργο. Η Μίλντρεντ αγόρασε καινούρια ρούχα. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων ήταν σπουδαία. Η Μίλντρεντ δεν είχε ιδέα που μπορεί να βρίσκονταν από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτός, μάλιστα, ήταν ένας άντρας του οποίου η βιογραφία θα άξιζε κάτι, αν μπορούσε μόνο να ανακαλύψει τι ακριβώς έκανε. Αλλά όταν μιλούσε στο τηλέφωνο, ήταν είτε σε κώδικα, ή στα Εβραϊκά, τα Ρωσσικά ή τα Αραβικά. Η Μίλντρεντ ποτέ στη ζωή της δεν είχε ακούσει τόσο εκπληκτικά παράξενες γλώσσες, και δεν στάθηκε δυνατό να ανακαλύψει τι ακριβώς πουλούσε. Οι άνθρωποι έπρεπε κάτι να πουλάνε, δεν είν' έτσι; Ή να αγοράζουν κάτι, και αν αγόραζαν κάτι, θα έπρεπε να υπάρχει μια πηγή χρημάτων, σωστά; Αρα, ποια ήταν αυτή η πηγή; Κάτι έλεγε στη Μίλντρεντ πως σύντομα θα 'ρχόταν η ώρα να σταματήσει να δουλεύει. Ο Σαμ Ζαπ έμοιαζε σταλμένος από τη Θεία Πρόνοια. Είχε αρχίσει να τον επεξεργάζεται, προσπαθώντας να είναι διακριτική.
"Δεν θα με πείραζε να ηρεμήσω και ν' αλλάξω ζωή", είπε.
"Δεν είμαι απ' αυτούς που παντρεύονται," απάντησε με χαμόγελο.
Δεν εννοούσε αυτό. Εννοούσε ένα χρηματικό απόθεμα, και μετά ήταν ελεύθερος να της πει άντε γεια, αν ήθελε. Δεν θα χρειάζονταν όμως κάμποσα χρηματικά αποθέματα για να κάνουν ένα κομπόδεμα; Θα έπρεπε να περάσει πάλι τα ίδια με μελλοντικούς Σαμ Ζαπ; Το μυαλό της Μίλντρεντ αγκομαχούσε στην προσπάθεια να δει τόσο μακριά στο μέλλον, αλλά δεν φαινόταν να υπάρχει αμφιβολία πως θα εκμεταλλευόταν τον κύριο Ζαπ, τουλάχιστον για όσο τον είχε. Οι ιδέες αυτές, ή τα σχέδια, εύθραυστα σαν τους τρύπιους ιστούς αράχνης, σαρώθηκαν από τα γεγονότα των ημερών που ακολούθησαν την παραπάνω συζήτηση.
Ο Σαμ Ζαπ ξαφνικά μετατράπηκε σε φυγάδα. Για μερικές μέρες έπρεπε να παίρνουν αεροπλάνα με τις θέσεις τους χωριστά, επειδή υποτίθεται ότι αυτός και η Μίλντρεντ δεν ταξίδευαν μαζί. Μια φορά τους κυνηγούσαν οι σειρήνες ενός περιπολικού, καθώς ο οδηγός του Σαμ γκάζωνε σ' ένα δρόμο των Αλπεων, με προορισμό τη Γενεύη. Η Μίλντρεντ βρισκόταν στο στοιχείο της, φροντίζοντας τον Σαμ με μαντήλια υγρά με λίγη κολώνια, εμφανίζοντας ένα σάντουϊτς με ζαμπόν από την τσάντα της σε περίπτωση που πεινούσε, ή μια μποτίλλια μπράντυ όταν αισθανόταν την καρδιά του να σκιρτά. Η Μίλντρεντ φανταζόταν πως ήταν μια ηρωίδα σαν εκείνες που είχε δει στις ταινίες -καλές ταινίες- που έλεγαν για άντρες και τις φιλενάδες τους, που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την τόσο άδικα υπέρτερη σε οπλισμό αστυνομία.
Οι γεμάτες αίγλη ονειροπολήσεις της δεν κράτησαν πολύ. Πρέπει να ήταν στην Ολλανδία - η Μίλντρεντ συνήθως δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν - όταν η λιμουζίνα ξαφνικά σταμάτησε μ' ένα στρίγκλισμα των φρένων, ακριβώς όπως γίνεται στα έργα, και η Μίλντρεντ κουβαριάστηκε σα μούμια από τον Σαμ μαζί με τον σωφέρ με βαρύ, άκαμπτο μουσαμά, με σχοινιά γύρω-γύρω. Πετάχτηκε σ' ένα κανάλι και πνίγηκε.
Κανείς δεν ξανάκουσε ποτέ για τη Μίλντρεντ. Κανείς ποτέ δεν τη βρήκε. Αν την έβρισκαν, δεν θα υπήρχε κάποιος πρόχειρος τρόπος αναγνώρισης, καθώς ο Σαμ είχε το διαβατήριό της, και η τσάντα της ήταν στο αυτοκίνητο. Πετάχτηκε στα σκουπίδια, έτσι όπως θα μπορούσε κανείς να πετάξει έναν αναπτήρα Μπικ όταν τελειώσει, ένα βιβλίο τσέπης που έχει διαβαστεί και έχει γίνει περιττή αποσκευή. Κανείς δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά την απουσία της Μίλντρεντ. Οι καμιά εικοσαριά άνθρωποι που την ήξεραν και την θυμόντουσαν, και οι ίδιοι σκορπισμένοι ανά την υφήλιο, απλά νόμιζαν πως ζούσε σε κάποια άλλη χώρα ή πόλη. Μια μέρα, φαντάζονταν, θα εμφανιζόταν ξανά σε κάποιο μπαρ, σε κάποια αίθουσα υποδοχής ενός ξενοδοχείου. Σύντομα την ξέχασαν.
Χ.Μαθιουδάκη. Ρέθυμνο, 25.01.2003
Το
|
![]() |
Πολλά έχουν γραφτεί για το έργο της Πατρίσια Χάισμιθ, και δεν είναι όλα εύστοχα. Μια τυπική προσέγγιση που αναφέρεται σ' αυτό την θέλει "απόμακρη", "αμέτοχη και ψυχρά περιγραφική". Η ίδια θεωρεί πως γράφει "ρεαλιστικά".
Ήδη από το πρώτο της μυθιστόρημα, Strangers On A Train, αγνοεί τις συμβάσεις του αστυνομικού μυθιστορήματος και δημιουργεί ένα είδος μοναδικό. Ο διαχωρισμός Υψηλής και Κοινότοπης λογοτεχνίας (Trivialliteratur) δεν έχει κανένα νόημα, αναφερόμενος στο έργο της. Η Χάισμιθ υπήρξε υπερβατική (transgressive), πολύ πριν αυτός ο όρος γενικευθεί. Δεν την ενδιαφέρει αν ο χαρακτήρας κάποιου έργου έχει επαρκώς αναπτυχθεί, αν τα κίνητρα του είναι δικαιολογημένα, αν το τέλος της ιστορίας θέτει νέες περιπλοκές αντί για την κάθαρση. Ο Γρκάχαμ Γκρην ,ένας από τους αγαπημένους της συγγραφείς, σε μια πολύ γνωστή παρατήρηση που αφορά το έργο της λέει: "Πρόκειται για μια συγγραφέα που δημιούργησε έναν δικό της κόσμο - έναν κόσμο κλειστοφοβικό και παράλογο. Τίποτα δεν είναι βέβαιο, αφού έχεις διαβεί αυτό το όριο."
Τα πάντα στον κόσμο αυτό είναι ρευστά, έχεις την αίσθηση πως τα παπούτσια του φαινομενικού δεν χωρούν στο υπαρκτό πόδι.
Έχει συχνά υποστηριχτεί πως η Χάισμιθ παρακολουθεί τους χαρακτήρες της με απάθεια, με "ανατομικό ενδιαφέρον".
Χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο τη νουβέλα "Το Κινητό Αξεσσουάρ Κρεβατιού", θα προτείνουμε μια διαφορετική ανάγνωση που θεωρεί πως ο ψυχρός και απόμακρος αυτός τόνος στην ουσία είναι μια μορφή διαμαρτυρίας, και θα καταδείξει την βαθιά ανθρωπιστική θέση της Χάισμιθ.
Στο Κινητό Αξεσσουάρ ήδη από τον τίτλο μας εφιστάται η προσοχή πως εδώ γίνεται λόγος για αντικείμενο. Ο αγγλικός άλλωστε τίτλος δεν αφήνει αμφιβολίες: Mobile Bed-Object.
Από τις πρώτες γραμμές αντιλαμβανόμαστε ότι το αντικείμενο αυτό είναι μια γυναίκα- ένα κινητό αξεσσουάρ κρεβατιού. Η σύγκριση με τα ευτελή αντικείμενα της καθημερινότητας, μια θερμοφόρα, ένα ταξιδιωτικό σίδερο ρούχων, μια ηλεκτρική βούρτσα για το γυάλισμα των παπουτσιών, πολύ πέραν του να είναι τυχαία, μας δίνει ακριβώς το μέτρο της εμπορευματοποίησης του ανθρώπου - μια γυναίκα σαν την Μίλντρεντ (αλλά ακόμα πιο τρομακτική είναι η υποψία που ελλοχεύει ότι εδώ μιλάμε για όλες τις γυναίκες) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αντικείμενο.
Γι' αυτό ακριβώς και η Χάισμιθ επιλέγει τη χρήση της Παθητικής Φωνής, πολύ περισσότερο απ' ότι ακόμα και ένα τυπικά αγγλικό κείμενο θα δικαιολογούσε: ένα εμπόρευμα δεν δρα, αποτελεί το ίδιο αντικείμενο της δράσης των άλλων.
Έτσι την Μίλντρεντ "την είχαν δανείσει", "την ξέχασαν σ' ένα τραπέζι εστιατορίου", "η Μίλντρεντ ανταλλάχτηκε", "την είχαν και πάλι δώσει", "δόθηκε σ' έναν νεαρό πωλητή",μέχρι το θεαματικό φινάλε: "η Μίλντρεντ κουβαριάστηκε", "πετάχτηκε σ' ένα ποτάμι", "πνίγηκε", "πετάχτηκε στα σκουπίδια".
Ακόμα και τα ρήματα που χρησιμοποιούνται δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα χωρίς πρωτοβουλία και θέληση αντικείμενο: "δανείζω", "ξεχνάω", "δίνω", "ανταλλάζω" αλλά και "κουβαριάζω" "πετάω" (ξεφορτώνομαι). Αυτά είναι ρήματα που χρησιμοποιεί κανείς για να μιλήσει για ένα πράγμα, όχι για έναν άνθρωπο.
Η εντύπωση εξάλλου της παθητικότητας της Μίλντρεντ καλλιεργείται έντεχνα, η σύνταξη απλά την υποβοηθά.
Πρώτα-πρώτα η περιγραφή της: "περισσότερο γλιστρούσε, παρά περπατούσε... σα να είχε μόλις αναρρώσει, έμοιαζε λες και υπνοβατούσε", "...παρ'όλο που η Μίλντρεντ ποτέ δεν ταραζόταν πραγματικά για οτιδήποτε."
Επίσης η αοριστία που περιβάλλει την Μίλντρεντ σαν μανδύας: "Είχε ανοίξει ένα τραπεζικό λογαριασμό σε μια τράπεζα κάπου, αλλά είχε χάσει το βιβλιάριο και ξέχασε το όνομα της πόλης που βρισκόταν η τράπεζα", "...η Μίλντρεντ συνήθως δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν". Έτσι λοιπόν γίνεται πλήρης η εικόνα του παθητικού αντικειμένου, που δεν δρα, δηλαδή δεν είναι υποκείμενο, κύριος της μοίρας του, αλλά υπόκειται τη δράση των άλλων.
Ένα αντικείμενο δεν είναι δυνατόν να έχει καθορισμένα και σαφή πλαίσια, περνά υπνοβατώντας από τη ζωή, χωρίς συναίσθηση του τόπου και του χρόνου, υποβιβασμένο σε μια ζωώδη σχεδόν προσπάθεια αυτοσυντήρησης.
Πράγματι αυτό είναι και το μόνο πεδίο όπου επιτρέπεται κάποια υποτυπώδης πρωτοβουλία στη Μίλντρεντ: "Η Μίλντρεντ δεν είχε σκοπό να μείνει πολύ με τον Στάνλεϋ, αν περνούσε απ' το χέρι της."
"Αλλά η Μίλντρεντ ήξερε πως αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη ηλικία και καλά θα έκανε να έπαιζε προσεκτικά τα χαρτιά της."
"Ε λοιπόν, είχε μερικές διευθύνσεις κάποιων παλιών φίλων της, και μπορούσε πάντα να τους γράψει και ν' απειλήσει ότι θα γράψει τη βιογραφία της και θα τους έχει μέσα."
"Εννοούσε ένα χρηματικό απόθεμα, και μετά ήταν ελεύθερος να της πει άντε γεια, αν ήθελε. Δεν θα χρειάζονταν όμως κάμποσα χρηματικά αποθέματα για να κάνουν ένα κομπόδεμα; Θα έπρεπε να περάσει πάλι τα ίδια με μελλοντικούς Σαμ Ζαπ;"
Ακόμα κι έτσι όμως η προσπάθεια είναι σκιώδης ("το μυαλό της Μίλντρεντ αγκομαχούσε στην προσπάθεια να δει τόσο μακριά στο μέλλον") και καταδικασμένη εκ προοιμίου στην αποτυχία ("οι γεμάτες αίγλη ονειροπολήσεις της Μίλντρεντ δεν κράτησαν πολύ").
Ωστόσο, η άποψή μας είναι ότι αυτή δεν είναι μια "φεμινιστική" νουβέλα, δεν πρόκειται δηλαδή για μια διαμαρτυρία για την θέση των γυναικών στη δυτική κοινωνία, για το ότι αυτές αποτελούν σεξουαλικά αντικείμενα των ανδρών.
Δεν υπάρχει κανένας διπολισμός γυναίκα-άνδρας.
Και το πιο σημαντικό, αυτοί που καταπιέζουν την Μίλντρεντ δεν είναι οι άνδρες. Κύριος της μοίρας της δεν είναι το δυνατό αρσενικό.
Αλλωστε ούτε οι άνδρες φαίνεται να είναι "ελεύθεροι". Αυτοί μπορεί να μη "δίνονται", να μην "ανταλλάζονται", αλλά να είναι εκείνοι που "δίνουν" και "ανταλλάζουν", ωστόσο η περιγραφή των ανδρών στη νουβέλα είναι ακόμα πιο αφαιρετική και ασαφής απ' ότι της Μίλντρεντ.
Το μόνο στοιχείο που τους προσδίδει ταυτότητα και χαρακτήρα, εκτός από το όνομα, είναι το επάγγελμά τους και η οικονομική τους κατάσταση: οι ακρογωνιαίοι λίθοι της κοινωνικής δομής στο δυτικό κόσμο.
Αυτό άλλωστε αποτελεί και το μέτρο της επιτυχίας των κοριτσιών όπως η Μίλντρεντ: "Η αξία τους μπορεί να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει ανάλογα με την ηλικία τους και τον εκάστοτε άντρα που τις έχει στην κατοχή του."
Το ίδιο παγιδευμένοι όπως η Μίλντρεντ σε κοινωνικά σχήματα και μορφές συμπεριφοράς, σε "γεύματα εργασίας", πικρόχολες συζύγους και έναν κόσμο αστικής μιζέριας, όπου ο τόπος, η χώρα δεν έχει πια καμιά σημασία: "Αν ποτέ ήθελε ν' αλλάξει άντρα, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επισκεφτεί μόνη της κάποιο ακριβό μπαρ στο Ρίο ή οπουδήποτε, και να βρει έναν άλλον άντρα που ήταν διατεθειμένος να την προσθέσει στο λογαριασμό των εξόδων του, και πίσω θα βρισκόταν πάλι στην Αμερική ή τη Γερμανία ή τη Σουηδία."
Ζουν, το ίδιο όπως και η Μίλντρεντ, σ' έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ξεπερνούν το επίπεδο της ανταλλαγής, το "δούναι και λαβείν", επαφές "της μιας χρήσης" με "ημερομηνία λήξεως".
Γι' αυτό και δεν μας ξαφνιάζει που η Μίλντρεντ "πετάχτηκε στα σκουπίδια, έτσι όπως θα μπορούσε να έχει πετάξει κανείς έναν αναπτήρα Μπικ όταν τελειώσει, ή ένα φτηνό βιβλίο τσέπης που έχει διαβαστεί και έχει γίνει περιττή αποσκευή."
Το προϊόν όταν τελειώσει τη λειτουργία του γίνεται σκουπίδι και πετάγεται στα σκουπίδια.
Αυτό που μας ξαφνιάζει είναι ότι στον κόσμο που ζούμε αυτό θεωρείται "φυσιολογικό".
Και η Χάισμιθ με τη ρεαλιστική γραφή της, με τον "απόμακρο τόνο της" ξεσκεπάζει αυτό το "φυσιολογικό", μας επιτρέπει να αφεθούμε, κάνοντας μας να νομίσουμε πως πρόκειται για μια "απλή", ίσως και "απλοϊκή" ιστορία και κατόπιν - το ξάφνιασμα.
Και η αυτάρεσκη διαβεβαίωση "αυτό δεν πρόκειται να συμβεί σε μένα", ενώ πίσω μας ο καθρέφτης αρνείται να εμφανίσει το είδωλό μας, για να μη δούμε πως "αυτό" μας συμβαίνει ήδη.
Όλη η νουβέλα είναι μια διαμαρτυρία γι΄ αυτή την αντικειμενοποίηση των ανθρώπων που δεν βρίσκουν πια καμία δικαίωση, που δεν μπορούν να δουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη της πραγματικότητας.
Εδώ δεν πρόκειται τόσο για το ότι οι άνθρωποι έχουν αναγάγει ως ύψιστο αγαθό την κατανάλωση, αλλά μάλλον για την άλλη όψη του νομίσματος, δηλαδή για το ότι έχουν γίνει αντικείμενα, εμπορεύματα, οι ίδιοι.
Ο θάνατος της Μίλντρεντ στερείται περιεχομένου ακριβώς όπως και η ζωή της.
Ο Σαμ Ζαπ, το όνομα του οποίου παραπέμπει σε ήρωα κόμικς, με την αμφιλεγόμενη περιπετειώδη ζωή και τις υψηλές διασυνδέσεις, δεν είναι παρά η επιτομή μιας α-ηθικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς σημείο αναφοράς, επιτεύγματα, αξίες, στόχους και ιδανικά.
Αντί για την ηθική αποτίμηση του ανθρώπου, η εκτίμησή του ως είδος, ανάλογα με τα εκάστοτε στερεότυπα, φύλου, ηλικίας, οικονομικής κατάστασης, "στάτους".
Έχει επανειλημμένως επισημανθεί εξάλλου ότι η Χάισμιθ "εξερευνεί την ψυχολογία της ενοχής και της αφύσικης (abnormal) συμπεριφοράς σ' έναν κόσμο δίχως στερεή ηθική βάση."
Ως επίμετρο, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στο ότι η Χάισμιθ έχει συχνά εκφράσει τις ανθρωπιστικές της θέσεις:
Το μυθιστόρημά της People Who Knock On The Door (1983) είναι αφιερωμένο:
"Στο θάρρος του Παλαιστινιακού λαού και των ηγετών του κατά τον αγώνα τους για την επανάκτηση ενός μέρους της πατρίδας τους. Αυτό το βιβλίο δεν έχει καμία σχέση με το πρόβλημά τους".
Και επίσης οκτώ χρόνια αργότερα στο Ripley Under Water:
"Στους νεκρούς και στους ετοιμοθάνατους ανάμεσα στα μέλη της Ιντιφάντα και τους Κούρδους, σ' εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στη βία σε οποιαδήποτε χώρα, και υψώνουν το ανάστημά τους όχι μόνο για να καταμετρηθούν αλλά για να στηθούν στον τοίχο".