![]() |
«Πες Αντίο
|
Τα μεσάνυχτα, άκουσα μουσική να έρχεται από το εγκαταλελειμμένο νυχτερινό κέντρο, που βρισκόταν στους αμμόλοφους του Λαγκούν Γουέστ. Κάθε βράδυ, η τετριμμένη μελωδία έφτανε μέχρι τη βίλα μου πάνω από την ακτή και με σήκωνε από τον ύπνο μου. Καθώς η μουσική άρχιζε για μια φορά ακόμη, κατέβηκα τα σκαλιά του μπαλκονιού, προς τη ζεστή άμμο και περπάτησα στην ακροθαλασσιά. Στο σκοτάδι, οι αλήτες της παραλίας σταματούσαν δίπλα στην παλιρροιακή γραμμή και άκουγαν την μουσική των θερμικών ογκούμενων κυμάτων που έφτανε ως αυτούς. Η δάδα μου έριχνε το φως της πάνω στα σπασμένα μπουκάλια και τα υποδερμικά φιαλίδια στα πόδια τους. Φορούσαν πολύχρωμα μαδημένα ρούχα, σαν ξεθωριασμένοι κλόουν και περίμεναν στο μουντό ουρανό.
Το νυχτερινό κέντρο είχε ερημώσει από το προηγούμενο καλοκαίρι. Οι λευκοί του τοίχοι ήταν καλυμμένοι από άμμο. Τα θαμπά γράμματα μιας πινακίδας με νέον έγερναν πάνω από το υπαίθριο μπαρ. Η μουσική που ερχόταν από το πικάπ στην εξέδρα, ήταν ένας χορός Φοξ Τροτ, λησμονημένος εδώ και χρόνια. Ανάμεσα στα στρωμένα με άμμο τραπέζια, βάδιζε μια νέα κοπέλα με κοραλλένια μαλλιά. Μουρμουρίζοντας στον εαυτό της, έκανε μια χειρονομία με τα γεμάτα πολύτιμους λίθους χέρια της, στο ρυθμό του παμπάλαιου αυτού σκοπού. Η χαμηλή θωριά της και το στοχαστικό της βήμα, όμοιο με ενός σκεπτικού παιδιού, με έκαναν να υποθέσω ότι ήταν υπνοβάτισσα και πως σύρθηκε από κάποια έπαυλη στην ακτή, ως αυτό το εγκαταλελειμμένο νυχτερινό κέντρο.
Δίπλα μου, κοντά στο ερειπωμένο μπαρ, στεκόταν ένας αλήτης της παραλίας. Τα φθαρμένα του ρούχα κρεμόταν στο μυώδες κορμί του, σαν την φλούδα κάποιου απαγορευμένου καρπού. Το λάδι στο σκούρο στήθος του, φώτιζε τα γεμάτα ναρκωτικό μάτια του, δίνοντας στο τσακισμένο του πρόσωπο μια στιγμή φωτεινής γαλήνης. Καθώς η νέα γυναίκα με την μαύρη ρόμπα χόρευε μόνη της, αυτός βάδισε μπροστά και πήρε τα χέρια της. Οι δυο τους έκαναν κύκλους στο ξύλινο πάτωμα, με το γεμάτο κοσμήματα χέρι της να ακουμπούσε στον φοβισμένο του ώμο. Όταν ο δίσκος τέλειωσε εκείνη έκανε μια στροφή γύρω του και με ανέκφραστο πρόσωπο περπάτησε ανάμεσα στα τραπέζια και χάθηκε στο σκοτάδι.
Ποια ήταν η όμορφη γειτόνισσα μου που περπατούσε με σιγουριά υπνοβάτη και κάθε βράδυ χόρευε με τους αλήτες της παραλίας, στο έρημο νυχτερινό κέντρο; Καθώς οδηγούσα με το αυτοκίνητό μου προς το Βερμίλιον Σάντς κοίταζα ερευνητικά μέσα στις βίλες της ακτής με την ελπίδα ότι θα την ξαναδώ. Αλλά η ακτή ήταν μια περιοχή γεμάτη αργόσχολους που ακόμη κοιμόταν κάτω από τις κατεβασμένες τέντες. Τώρα η τουριστική περίοδος βρισκόταν στην ακμή της στο Βερμίλιον Σαντς. Οι τουρίστες γέμιζαν τις καφετέριες στις ταράτσες, και τα μαγαζιά με τα μπιμπελό και τις αντίκες. Μετά από δύο — τρεις εβδομάδες υπερκινητικότητας, με φεστιβάλ αφιερωμένα στα πάντα (από την μη — ακουστική μουσική ως το ερωτικό φαγητό), οι περισσότεροι θα σταματούσαν και θα ψώνιζαν μέσα από τα παράθυρα των αυτοκινήτων τους όπως επέστρεφαν γρήγορα στη σιγουριά του Ρεντ Μπητς. Στους αμμόλοφους, στις παρυφές του Βερμίλιον Σαντς, τα λουλούδια κελαηδούσαν καθώς μαραινόταν σχηματίζοντας έτσι το ανάγλυφο μιας μοναδικής χλωρίδας του τοπίου, μια νησίδα κυκλωμένη από παράξενους ήχους.
Την δικιά μου μπουτίκ, την «Τόπλες Ιν Γκάζα», που εξειδικευόταν σε είδη μόδας με βιούφασμα, την είχα ανοίξει πριν από δύο χρόνια. Όταν έφτασα στην στοά, δίπλα στον παραλιακό δρόμο, στις έντεκα εκείνο το πρωί, ένα μικρό πλήθος είχε ήδη μαζευτεί και κοίταζε μέσα στη βιτρίνα. Είχαν γοητευτεί από τα Οπ Αρτ σχέδια που ξεδιπλωνόταν, καθώς οι φούστες — μοντέλα που ήταν στη βιτρίνα λύγιζαν και έκαναν τόξα στο πρωινό φως του ήλιου. Ο συνεργάτης μου, ο Ζορζ Κόντες με την ψεύτικη ελιά πάνω από το αριστερό του μάτι, κατά την τεχνοτροπία της Αρ Νουβό, τακτοποιούσε μια ρόμπα παραλίας στο στήριγμά της. Για κάποιο λόγο το ύφασμα ήταν ασυνήθιστα ναζιάρικο και τον άρπαζε όπως μια νευρωτική αρχόντισσα. Αυτός έπιασε τους καρπούς του μεταξύ τους και την επανέφερε στην θέση της πριν προλάβει να τον ξαναρπάξει. Η ρόμπα κλυδωνιζόταν νευρικά, δεξιά — αριστερά. Το ύφασμά της παλλόταν σαν φλογισμένος ήλιος.
Καθώς μπήκα στο κατάστημα καταλάβαινα πως θα είναι από τις πιο δύσκολές μας μέρες. Συνήθως έφτανα για να βρω τα φορέματα και τις φούστες να γουργουρίζουν στις κρεμάστρες, σαν να ήταν νυσταγμένοι τρόφιμοι κάποιου εξαίσιου βοτανικού κήπου. Σήμερα όμως κάτι τα είχε ταράξει. Τα ράφια με τα φορέματα.μοντέλα ήταν σε αναβρασμό. Τα σχέδιά τους πλεδινά και αταίριαστα. Όταν ακουμπούσε το ένα το άλλο, το ύφασμα τραβιόταν σαν να ήταν σκληρές μεμβράνες. Ο ιματισμός παραλίας ήταν σε παρόμοια κατάσταση αναταραχής, οι κεφαλόδεσμοι και τα κοστούμια ηλίου πετούσαν σχέδια που έβγαζαν μάτι, σαν εκθέματα σε κάποια τρελή έκθεση κινητικής τέχνης.
Ο Ζορζ Κόντες έκανε μια χειρονομία ηρωικής απόγνωσης και ήρθε προς το μέρος μου. Το λευκό μεταξένιο κοστούμι του, τρεμόλαμπε σαν πικρόχολο ουράνιο τόξο. Ακόμα και το δικό μου μοβ πουκάμισο ήταν αναστατωμένο. Οι ραφές του είχαν αρχίσει να κουρελιάζονται και να ξεπλέκονται.
«Ζορζ, τι συμβαίνει; Όλο το μαγαζί είναι αναστατωμένο!»
«Κύριε Σάμσον, νίπτω τας χείρας μου. Καθαρή ιδιοτροπία τους. Δεν τα βγάζω πέρα μαζί τους».
Κοίταξε κάτω, στο παρδαλό μανίκι του, και προσπάθησε να αποτινάξει τα πλεδινά του χρώματα με ένα ελαφρό χτύπημα του μανικιουραρισμένου του χεριού. Ήταν ταραγμένος με την ατμόσφαιρα αναστάτωσης που επικρατούσε. Το κοστούμι του συστελλόταν και διαστελλόταν με άτακτους ρυθμούς και τραβιόταν στο στήθος του σαν τις ίνες μιας άρρωστης καρδιάς. Σε ένα ξέσπασμα απόγνωσης, άρπαξε από το ράφι μια φούστα — μοντέλο και την κουνούσε θυμωμένα. «Ησυχία!» της φώναξε, σαν ιμπρεσάριος που ανακαλούσε στην τάξη μια άτακτη χορωδία. «Το .Τόπλες Ιν Γκάζα. είναι αυτό εδώ ή κάποιος ζωολογικός κήπος με δαίμονες;»
Στα δύο χρόνια που τον ήξερα, ο Ζορζ πάντα αναφερόταν στα φορέματα και τα φουστάνια σαν να επρόκειτο για ένα μπουλούκι με ανθρώπους ηθοποιούς. Στα πλέον πολυδάπανα και ευαίσθητα υφάσματα που έλκανε την καταγωγή τους από τα παλαιότερα γενεαλόγια αποθεμάτων, θα φερόταν με την θέλξη και τους καλούς τρόπους, που ίσως κρατούσε για μια ιδιότροπη δούκισσα. Στο αντίθετο άκρο, τον επιδεικτικό ιματισμό παραλίας Οπ Αρτ, τον χειριζόταν με την γοητεία του καβαλιέρου που εκδήλωνε στις ωραίες έφηβες, που συχνά ξεστράτιζαν συμπτωματικά στη μπουτίκ.
Μερικές φορές αναρωτιόμουν αν για τον Ζορζ, τα φορέματα και τα κουστούμια, ήταν πιο ζωντανά από τους αγοραστές τους. Υποψιαζόμουν ότι θεωρούσε τους χρήστες των ρούχων, σαν κάτι παραπάνω από ζωντανά μπλοκ επιταγών, των οποίων η μόνη λειτουργία ήταν να ταΐζουν και να ασκούν τα εκλεκτά πλάσματα που ήταν τοποθετημένα στις πλάτες τους. Βεβαίως μια αμελής ή πρόχειρη πελάτης που θα έκανε το λάθος να προσπαθήσει να αναρριχηθεί σε κάτι που δεν της ταίριαζε, ή, ακόμα χειρότερα, να ήταν προικισμένη με μια εμφάνιση που να ήταν κάτι λιγότερο από το ανάλογο της Ντήντριχ, θα εισέπραττε μια απότομη συμπεριφορά από τον Ζορζ, και ένα δαντελένιο μανίκι θα της έδειχνε το δρόμο, για τα καταστήματα αδρανών φορεμάτων, στο λούνα παρκ.
Αυτό, φυσικά, ήταν μια ιδιαιτέρως πικρή ειρωνεία. Κανένας, εκτός από λίγους εκκεντρικούς και τους αλήτες της παραλίας, δεν φορούσε πλέον αδρανή ρούχα. Το μόνο ευρέως φορούμενο αδρανές ένδυμα, ήταν το σάβανο, αλλά οι πιο πλούσιοι δεν ήθελαν, και νεκροί ακόμη, να εμφανίζονται μέσα σε τέτοιο ύφασμα. Το μακάβριο θέαμα της παράξενης εντάφιας χλωρίδας, που ξεπρόβαλε από τους σπασμένους τύμβους, σαν την εφιαλτική κολεξιόν κάποιων Quant ή Dior του κάτω κόσμου, σύντομα έθεσε τέρμα όλες τις μορφές της βιουφαντικής ένδυσης στο φέρετρο, και καθιερώθηκε σταθερά η αρχή: «Γυμνοί στον κόσμο ερχόμαστε και φεύγουμε γυμνοί ».
Η λατρεία του Ζορζ ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την επιτυχία και την επίλεκτη πελατεία της μπουτίκ, και ευχαριστιόμουν πάρα πολύ να δείχνω την εύνοιά μου, στην ιδιότροπη εκκεντρική πίστη του, στην ατομική προσωπικότητα κάθε ρούχου και φορέματος. Τα αδύνατα δάχτυλά του μπορούσαν να καλοπιάσουν με τα χάδια τους ένα στρίφωμα, ώστε να ισιώσει από μόνο του μέσα σε δευτερόλεπτα, αντί για ώρες, μπορούσαν να μαζεύουν μια πιέτα ή να μεγεθύνουν μια τσόντα στα παπούτσια, πριν ο πελάτης να μπορέσει να υπογράψει το τσεκ του. Ένα ιδιαίτερα εξωτικό φουστάνι, αναστατωμένο που το φορέσανε για πρώτη φορά ή ταραγμένο από την κολλώδη επαφή του ανθρώπινου δέματος, ο Ζορζ θα το καταπράυνε και θα το παρηγορούσε, δίνοντάς του ένα σύντομο χάδι καθώς το εφάρμοζε γύρω από το σώμα του κατόχου, θωπεύοντας με τα μαλακά του χέρια τους εκνευρισμένους ιστούς, γύρω από τις μη οικείες καμπύλες στους γοφούς και στο μπούστο.
Σήμερα, ωστόσο, η γοητεία και η καπατσοσύνη, του είχαν τελειώσει. Οι κρεμάστρες με τα φουστάνια ήταν γεμάτες πόθο, και τρεμούλιαζαν, τα χρώματά τους μετατρεπόταν σε θαμπές λιμνούλες. Ένα μειονέκτημα των βιουφασμάτων ήταν η υπερβολική ευαισθησία τους. Αρχικά, ανατρεφόταν από τα γονίδια των στοκ με ντελικάτες γλυσίνες και μιμόζες, τα υφαντά νήματα είχαν φέρει μαζί τους κάτι από την αξιοσημείωτη ανταπόκριση των αναρριχητικών φυτών στην ατμόσφαιρα και στην αφή. Η έξαφνη κίνηση κάποιου που βρισκόταν δίπλα, πόσο μάλλον του ενδυόμενου, έφερνε μια άμεση ανταπόκριση στους ιστούς που έμοιαζαν με νεύρα. Ένα ένδυμα μπορούσε να αλλάζει τα χρώματα και την ύφανση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μπορούσε να γίνει πιο ντεκολτέ στο πλησίασμα ενός ενθουσιώδη θαυμαστή, πιο προσηλωμένο στους τύπους στην πιθανότητα να συναντηθεί με ένα διευθυντή τράπεζας.
Αυτή η ευαισθησία στη διάθεση, εξηγούσε την αληθινή δημοτικότητα των βιουφασμάτων. Τα ρούχα δεν ήταν φτιαγμένα πλέον από νεκρές κλωστές με κανονισμένα χρώματα, και ύφανση που κατά προσέγγιση μόνο μπορούσαν να βρίσκονται σε φυσική κατάσταση, σε σχέση με την ιδιότροπη φιγούρα του ανθρώπου, αλλά από ζωντανούς ιστούς που προσαρμοζόταν στα περιγράμματα και στην προσωπικότητα του ενδυόμενου. Αλλα πλεονεκτήματα ήταν, η συνεχιζόμενη ανάπτυξη των υλικών, που τρεφόταν από τις οσμές του σώματος και τον ιδρώτα του ενδυόμενου, τα γλυκά ηδύποτα που η απόσταξή τους γινόταν από τους ίδιους τους πόρους της επιδερμίδας, και η αδιάκοπη ανανέωση των ινών, που διόρθωνε τα όποια ελαττώματα ή τους χαλασμένους πόντους και εξαφάνιζε την ανάγκη πλυσίματος.
Εν τούτοις, καθώς περπατούσα πάνω κάτω στο μαγαζί, εκείνο το πρωί, συλλογίστηκα ότι αυτά τα σπουδαία πλεονεκτήματα είχαν ένα τίμημα. Για κάποιο λόγο είχα συσσωρεύσει μια ιδιαίτερα ευέξαπτη κολεξιόν. Είχαν αναφερθεί κρούσματα έξαφνου πανικού, που προκλήθηκαν από την πρόωρη έκρηξη μιας μηχανής, όπου ένα στοκ ολόκληρο από μοντέλα φορεμάτων είχαν αυτοκαταστραφεί σε ένα παροξυσμό βίας.
Ετοιμαζόμουν να προτείνω στον Ζορζ να κλείσουμε το μαγαζί για το πρωί, όταν αντιλήφθηκα ότι η πρώτη πελάτης της ημέρας είχε ήδη καταφθάσει. Εν μέρει κρυμμένος από τα ράφια ιματισμού παραλίας, μπορούσα να δω μόνο ένα κομψά περιποιημένο πρόσωπο καλυμμένο από ένα πλατύγυρο καπέλο. Κοντά στην πόρτα, ένας νεαρός σοφέρ περίμενε στην λιακάδα, εξετάζοντας τους τουρίστες με ένα βαριεστημένο βλέμμα.
Στην αρχή με ενόχλησε που μια πλούσια πελάτης θα κατέφθανε ακριβώς την στιγμή που το στοκ μας ήταν ανήσυχο — ακόμη θυμάμαι με ένα σύγκρυο, το μπικίνι με τη νευρική ύφανση που έπεφτε μόνο του, γύρω από τους αστραγάλους της κατόχου του, καθώς εκείνη στεκόταν στην ψηλή εξέδρα κατάδυσης, πάνω από την γεμάτη κόσμο πισίνα στο ξενοδοχείο «Νέπτουν». Γύρισα για να ζητήσω από τον Ζορζ να χρησιμοποιήσει όλο του το τακτ για να την διώξει.
Για μια φορά, εν τούτοις, είχε χάσει την αυτοκυριαρχία του. Γέρνοντας εμπρός, από τη μέση, με τα μάτια εστιασμένα μυωπικά, κοίταζε επίμονα την πελάτη μας σαν ένας ρακένδυτος ηδονοβλεψίας των βουλεβάρτων, καταγοητευμένος από κάποια έφηβη — νυμφίδιο.
«Ζορζ! Βρες ξανά την αυτοκυριαρχία σου! Την γνωρίζεις;»
Με λοξοκοίταξε με άδεια μάτια. «Τί;» Ήδη το κοστούμι του άρχιζε να ομαλοποιείται σε ένα καθρέφτη, λες και ήταν από γυαλί, η αμετάβλητη απόκρισή του όταν αντίκριζε μια όμορφη γυναίκα. «Μις Τσάννιγκ», ψιθύρισε.
«Ποια;»
«Ρεν Τσάννιγκ..». απάντησε. «Πριν από τον καιρό σας κύριε Σάμσον. Πριν από τον καιρό οποιουδήποτε..».
Τον άφησα να περάσει μπροστά μου, με τα χέρια προτεταμένα στην στάση του Παρσιφάλ που πλησίαζε το Ιερό Γκράαλ. Βέβαια την θυμήθηκα, το διεθνές κάποτε μοντέλο και η επιτομή της παντοτινής νιότης, με το μελαγχολικό, τσαχπινούλικο πρόσωπό της αναπλασμένο από μια ντουζίνα πλαστικές επεμβάσεις. Η Ρεν Τσάννιγκ ήταν ένα μακάβριο υπόλειμμα της δεκαετίας του 1970 και της λατρείας που απολάμβανε τότε από τους τηνέιτζερς. Εκεί, στο παρελθόν, ηλικιωμένες ηθοποιοί είχαν προσφύγει στην πλαστική χειρουργική για να ανορθώσουν ένα μάγουλο που κρεμόταν, ή να εξαλείψουν ένα κουτσομπολιό για τις ρυτίδες, στην περίπτωση της Ρεν Τσάννιγκ, ένα νεαρό μοντέλο μόλις λίγο πάνω από τα είκοσι, είχε παραδώσει το πρόσωπό της στο χειρουργικό ξέστρο και την βελόνη, προκειμένου να ανακτήσει την παιδιάστικη ακμή της καπατσοσύνης μιας τηνέιτζερ. Δώδεκα φορές, όλες κι. όλες, είχε ξαναγυρίσει στο χειρουργείο, ξεπροβάλλοντας φασκιωμένη με τους επιδέσμους που είχαν ξετυλιχτεί μπροστά στα φώτα λυχνίας, για να φανερώσουν μια παγωμένη μάσκα τηνέιτζερ. Με τον δικό της αποτρόπαιο τρόπο, ίσως είχε βοηθήσει στο σκότωμα αυτής της τρελής λατρείας. Εδώ και κάποια χρόνια, αυτή παρέμενε μακριά από την δημόσια θέα, και θυμήθηκα πως μόλις λίγους μήνες πριν διάβαζα σχετικά με τον θάνατο του έμπιστού της και ιμπρεσάριού της, του έξοχου μόδιστρου και σχεδιαστή των πρώτων ειδών μόδας από βιούφασμα, του Γκέϊβιν Κάϊζερ.
Μολονότι ήταν τώρα κοντά στα τριάντα της, η Ρεν Τσάννιγκ διατηρούσε ακόμη αναλλοίωτη την παιδική της εμφάνιση, αυτό το παράξενο μοντάζ από εφηβικά πρόσωπα. Το βλέμμα της αντικατόπτριζε τις αυτοκτονίες της Κάρολ Λάντις και της Μαίρλυν Μονρόε. Καθώς αυτή μιλούσε στον Ζορζ με την χαμηλή της φωνή, συνειδητοποίησα που την είχα δει, να χορεύει με τους αλήτες της παραλίας, στο ερημωμένο νυχτερινό κέντρο στο Λαγκούν Γουέστ.
Όταν αγόρασα τη μπουτίκ, τα ξεθωριασμένα περιοδικά μόδας ήταν γεμάτα με τις φωτογραφίες της... Η Ρεν με τα πληγωμένα μάτια, κοιτάζοντας πάνω από τους επιδέσμους γύρω από τα ανακατασκευασμένα της μάγουλα, ή φορώντας τις τελευταίες δημιουργίες σε βιούφασμα, σε κάποια ντισκοτέκ αποκλειστικά για εκλεκτούς, χαμογελώντας στο όμορφο πρόσωπο γκάγκστερ, του Κάϊζερ. Κατά πολλούς τρόπους, η σχέση μεταξύ της Ρεν Τσάννιγκ και αυτής της εικοσπεντάχρονης διάνοιας των οίκων μόδας, συνόψιζε μια ολόκληρη καταστροφική εποχή, της οποίας το σακατεμένο πρόσωπο της Ρεν ήταν ένας ξεχασμένος βωμός. Κάποια μέρα σύντομα, πριν φτάσει στην ηλικία των τριάντα, ακόμη κι αυτό το πρόσωπο θα διαλυόταν.
Όπως και να .χει, καθώς αυτή επισκεπτόταν τη μπουτίκ μας, αυτή η μακάβρια προοπτική φαινόταν πολύ μακρινή. Ο Ζορζ ένοιωσε μεγάλη χαρά που την είδε, επιτέλους συναντούσε με ίσους όρους, ένα από τα πολύ φωτεινά άστρα της μαθητείας του. Χωρίς μια σκέψη για το διαταραγμένο μας στοκ, άνοιξε τα παράθυρα και τα κουτιά των βιτρινών. Κατά περίεργο τρόπο, όλα είχαν ησυχάσει, τα φορέματα ανακινούνταν ευγενικά στα κρεμαστάρια τους σαν πειθήνια πουλιά.
Περίμενα τον Ζορζ να απολαύσει την στιγμή της αναπόλησής του, και μετά συστήθηκα.
«Τα ηρεμήσατε όλα» την συγχάρηκα. «Πρέπει να σας συμπαθούν».
Τράβηξε το λευκό κολάρο από αλεπού, γύρω από τον εαυτό της, τρίβοντας το μάγουλό της απέναντί του. Η γούνα γλίστρησε γύρω από τον λαιμό και τους ώμους της, σφίγγοντας με θέρμη στο χάδι της. «Το ελπίζω» είπε. «Το ξέρατε, παρόλα αυτά, ότι λίγους μήνες πριν τα μισούσα; Πραγματικά ήθελα όλοι στον κόσμο να είναι γυμνοί, έτσι ώστε όλα τα ρούχα να πέθαιναν». Γέλασε με αυτό. «Τώρα, πρέπει να ψάξω για μια εντελώς νέα γκαρνταρόμπα».
«Είναι ευχαρίστησή μας που αρχίζετε από δω, Μις Τσάννιγκ. Θα μείνετε πολύ καιρό στο Βερμίλιον Σαντς;»
«Λιγάκι. Πάει πολύς καιρός από την πρώτη φορά που ήρθα εδώ, κύριε Σάμσον. Τίποτα δεν αλλάζει ποτέ στο Βερμίλιον Σαντς, το έχετε προσέξει; Είναι ένα καλό μέρος για να επιστρέφεις».
Περπατήσαμε στις βιτρίνες με τα φορέματα. Πότε πότε αυτή θα άπλωνε το χέρι της να χτυπήσει, ένα από τα υφάσματα, με το άσπρο χέρι της, σαν ενός παιδιού. Καθώς αυτή άνοιξε το παλτό της ένα ηχητικό κόσμημα, σαν ένα κρυστάλλινο τριαντάφυλλο, έκπεμψε την μουσική μινιατούρα του, μεταξύ των μαστών της. Βελούδινα παιχνίδια φώλιαζαν σαν αρουραίοι γύρω από τους καρπούς της. Συνολικά, φαινόταν να είναι κρυμμένη σε αυτή την ζωντανή φωλιά με τα παιχνίδια, σαν μια αλλόκοτη μικρή Αφροδίτη.
Τι ήταν, παρόλα αυτά, εκείνο που είχε η Ρεν Τσάννιγκ, που με κρατούσε τόσο πολύ; Καθώς ο Ζορζ την βοηθούσε να διαλέξει ένα λαμπρό παστέλ φόρεμα, με τα άλλα ρούχα να ψιθυρίζουν στις καρέκλες γύρω της, σκέφτηκα ότι η Ρεν Τσάννιγκ θύμιζε μια Εύα . παιδί σε μια Εδέμ της ραπτικής, με τη ζωή να αναβλύζει από το άγγιγμά της. Μετά θυμήθηκα τον χορό της με τους αλήτες της παραλίας στο ερημωμένο νυχτερινό κέντρο στο Λαγκούν Γουέστ.
Ενώ ο νεαρός σωφέρ μετέφερε έξω τα ψώνια της εγώ είπα: «Σας είδα χθες το βράδυ. Στο νυχτερινό κέντρο δίπλα στην ακτή».
Για πρώτη φορά κοίταξε κατ. ευθείαν στο πρόσωπό μου, με τα μάτια της άγρυπνα και ενήλικα πάνω από την λευκή έφηβη μάσκα. «Ζω δίπλα» είπε, «σε ένα από τα σπίτια στην λίμνη. Υπήρχε μουσική που έπαιζε και άνθρωποι που χόρευαν».
Καθώς ο σωφέρ άνοιξε την πόρτα του αμαξιού γι. αυτήν, είδα ότι τα καθίσματα ήταν γεμάτα με παιχνίδια και ηχητικά κοσμήματα. Έφυγαν μαζί, σα να ήταν δυο ενήλικοι που παίζανε τα παιδιά.
Δυο μέρες αργότερα, άκουσα μουσική να έρχεται ξανά από το εγκαταλειμμένο νυχτερινό κέντρο. Καθώς καθόμουν στην βεράντα, το βράδυ, αυτή η αμυδρή νυχτερινή μουσική άρχιζε, με τους ξερούς μεταλλικούς της ήχους να σβήνουν στον σκονισμένο αέρα. Περπάτησα στην ακτή μέσα στο σκοτάδι. Οι αλήτες της παραλίας είχαν φύγει, αλλά η Ρεν Τσάννιγκ περιπλανιόταν ανάμεσα στα τραπέζια του νυχτερινού κέντρου, με το λευκό της φόρεμα να διαγράφει άδειες υπογραφές στην άμμο.
Μια λέμβος ήταν βγαλμένη στην στεριά, στα ρηχά. Δίπλα της, ένας άντρας με γυμνό στήθος, παρακολουθούσε με τα χέρια στη μέση. Οι δυνατοί του μηροί διακρινόταν κάτω από το λευκό του σορτς στο σκοτάδι, ενώ το θερμικό κύμα έσπαγε σε σκόνη, και κυμάτιζε ελαφρά γύρω από τα πόδια του. Με το πλατύ του πρόσωπο, και την σπασμένη μύτη, τεχνοτροπίας Μικαελάντζελο, έμοιαζε κάποιον σκοτεινό άγγελο της παραλίας. Περίμενε καθώς πλησίαζα, μετά προχώρησε μπροστά, και με προσπέρασε, σχεδόν περνώντας ξυστά από τους ώμους μου. Το λάδι στην πλάτη του αντανακλούσε τα μακρινά φώτα του Βερμίλιον Σαντς, καθώς κινιόταν ανάμεσα στους αμμόλοφους προς το νυχτερινό κέντρο.
Μετά από αυτό το ραντεβού, υπόθεσα ότι δεν θα ξαναβλέπαμε την Ρεν Τσάννιγκ, αλλά το επόμενο πρωί όταν έφτασα στο μαγαζί στο Βερμίλιον Σαντς, βρήκα τον Ζορζ να περιμένει ταραγμένος δίπλα στην πόρτα.
«Κύριε Σάμσον, προσπάθησα να σας τηλεφωνήσω — η γραμματέας της κυρίας Τσάννιγκ τηλεφωνούσε, όλα όσα αγόρασε έχουν γίνει έξω φρενών! Τιποτα δεν ταιριάζει, σε τρία από τα φορέματα έχει παραμεγαλώσει η ύφανση — »
Κατάφερα να τον ηρεμήσω, μετά μίλησα με την γραμματέα της Ρεν, μια γαλλίδα με απότομο τόνο στην φωνή, που με πληροφορούσε αυστηρά ότι ολόκληρη η γκαρνταρόμπα από δυο βραδινά φορέματα, ένα ένδυμα για κοκτέϊλ, και τρία κοστούμια ημέρας, που η Ρεν είχε ψωνίσει από το «Τοπλες Ιν Γκάζα» είχαν μαραθεί. Δεν είχε καμία ιδέα, γιατί αυτό έπρεπε να συμβεί. «Όπως και να .χει, κύριε Σάμσον, σας συνιστώ να βγείτε και να έρθετε αμέσως στην κατοικία της δεσποινίδας Τσάννιγκ και είτε να αντικαταστήσετε κάθε είδος, είτε να αποζημιώσετε το σύνολο των αγορασθέντων αξίας έξι χιλιάδων δολαρίων. Η άλλη λύση — »
«Μαμαζέλ Φουρνιέ», επέμεινα ψυχρά με ότι λίγη περηφάνια κατάφερα να μαζέψω, «δεν υπάρχει άλλη λύση».
Πριν φύγω, ο Ζορζ αποκάλυψε με εξεζητημένη φροντίδα, ένα σπορ σακάκι από κυκλάμινο, σε ένα σαντούγκ βιούφασμα, που είχε παραγγείλει για κάποιον από τους εκατομμυριούχους μας πελάτες.
«Για το καλό μου όνομα, κύριε Σάμσον, αν όχι για το δικό σας . σε στιγμές σαν αυτές θα πρέπει κανείς να κάνει μόστρα».
Το κοστούμι κόλλησε πάνω μου, σα μια λυγερή, δαντελοσκεπασμένη κόμπρα, που έπαιρνε το σχήμα του στήθους και των ποδιών μου. Τα χρώματά του κοκκίνισαν και κυμάτισαν ελαφρά, καθώς εξερευνούσε το περίγραμμα του σώματός μου. Καθώς βγήκα έξω, προς το αμάξι μου, οι άνθρωποι γύριζαν να κοιτάξουν αυτό το εξαίσιο γλιστερό δέρμα φιδιού.
Πέντε λεπτά μετά από την άφιξή μας στην βίλα της Ρεν Τσάννιγκ, είχε καλμάρει αρκετά, και κρεμόταν από τους ώμους μου σαν ένα πληγωμένο λουλούδι. Η ατμόσφαιρα στην βίλα φαινόταν να έχει καταστροφική τάση. Ο νεαρός σωφέρ που πήρε το αυτοκίνητό μου, το απομάκρυνε με απότομη κίνηση, με ένα μουγκρητό των λάστιχων, ενώ τα μάτια του κουνιόταν κατά μήκος του προσώπου μου, σαν ξυράφια. Η μαμαζέλ Φουρνιέ με χαιρέτησε, με ένα αδιάλλακτο κούνημα του κεφαλιού. Μια γαλλίδα, με τραχύ πρόσωπο, που έφτανε τα σαράντα, φορώντας ένα μαύρο φόρεμα σαν αυτό που φορούσαν οι μάγισσες, το οποίο βρισκόταν σε αναστάτωση γύρω από τους αιχμηρούς της ώμους, με τις κινήσεις ενός αετομάχου.
«Μια ολόκληρη γκαρνταρόμπα καταστράφηκε, κύριε Σάμσον! Όχι μόνο τα δικά σας φορέματα, αλλά και ανεκτίμητα πρωτότυπα από το Παρίσι, αυτής της σεζόν. Είμαστε έξω φρενών εδώ πέρα!»
Έβαλα τα δυνατά μου να την ηρεμήσω. Ένας κίνδυνος με τα βιουφάσματα, βρίσκεται στο ότι είναι επιρρεπή στον πανικό. Στιγμές οικογενειακής κρίσης, μια κραυγή θυμού, ή ακόμη το βροντοχτύπημα μιας πόρτας, μπορούν να προκαλέσουν την έναρξη ενός παροξυσμού αυτοκαταστροφής. Το δικό μου κοστούμι, ήδη μαραινόταν από το κακόβουλο μάτι της μαμαζέλ Φουρνιέ. Καθώς ανεβήκαμε τη σκάλα, ίσιωσα το αναστατωμένο βελούδο από τις κουρτίνες, σταθεροποιώντας τις στην θέση τους. «Ίσως να μην έχουν φορεθεί αρκετά», χρονοτρίβησα. «Αυτά τα υφάσματα χρειάζονται την ανθρώπινη επαφή».
Η μαμαζέλ Φουρνιέ μου έριξε μια εκπληκτικά τσαχπίνικη ματιά. Μπήκαμε σε μια σουίτα στο πάνω πάτωμα. Πέρα από τα σκιασμένα παράθυρα ήταν ένα πεζούλι, με την ζωγραφιστή επιφάνεια της αμμώδους λίμνης από κάτω του. Η μαμαζέλ Φουρνιέ έκανε μια χειρονομία στις ανοιχτές ντουλάπες, στο μεγάλο δωμάτιο της τουαλέτας. «Ανθρώπινη επαφή; Ακριβώς κύριε Σάμσον».
Παντού υπήρχε αναστάτωση. Φουστάνια ήταν σκορπισμένα πάνω στους επικαλυμμένους καναπέδες. Μερικά είχαν χάσει όλα τα χρώματά τους, και ήταν σωριασμένα, χλωμιασμένα και αδρανή. Αλλα είχαν συγκολληθεί, οι άκρες τους περιελισσόταν και μαύριζαν, σα να ήταν νεκρές φλούδες μπανάνας. Δυο βραδυνά φορέματα που ντύνανε, καλύπτοντας από πάνω, το μικρό γραφείο, είχαν μεταλλαχτεί, τα νήματά τους συμπλεκόταν σε ένα μακάβριο εναγκαλισμό. Στις ντουλάπες, οι κρεμάστρες των φουστανιών κρεμόταν σε ατίθασες σειρές, με τα χρώματά τους να πάλλονται σαν φρενήρεις ήλιοι.
Καθώς παρακολουθούσαμε, αισθανθήκαμε ότι ηρεμούσαν, ταραγμένα από κάποιο συναισθηματικό ξέσπασμα, νωρίτερα εκείνο το πρωί. «Κάποιος τα μαστίγωνε, για να φέρει σε μια φρενίτιδα» είπα στη μαμαζέλ Φουρνιέ. «Δεν καταλαβαίνει η μις Τσάννιγκ, ότι κάποιος δεν μπορεί να παίζει τον ευέξαπτο τρελό, κοντά σε αυτά τα υφάσματα;»
Αυτή μου έπιασε σφιχτά το χέρι , ενώ ένα ακιδωτό δάκτυλο υψώθηκε στα χείλη μου. «Κύριε Σάμσον! Όλοι έχουμε τις δυσκολίες μας. Απλά κάντε ότι μπορείτε. Η αμοιβή σας θα σας καταβληθεί άμεσα».
Όταν είχε φύγει, κινήθηκα εμπρός, στις κρεμάστρες και τακτοποίησα τα πιο φθαρμένα ρούχα. Τα άλλα τα αραίωσα, κατευνάζοντας τα αναστατωμένα υφάσματα μέχρι να ηρεμήσουν και να κάνουν ανόπτηση μόνα τους.
Έψαχνα στις ντουλάπες του παραδίπλα υπνοδωματίου, όταν έκανα μια περίεργη ανακάλυψη. Στοιβαγμένη πίσω από τις συρταρωτές πόρτες, ήταν μια τεράστια παράταξη κοστουμιών, ξεθωριασμένα μοντέλα από τις προηγούμενες εποχές, τα οποία είχαν αφεθεί να πεθάνουν στις κρεμάστρες τους. Κάποια λίγα, ήταν μόλις ακόμη ζωντανά. Κρεμότανε νωθρά στις κρεμάστρες τους, ανταποκρινόμενα με ένα αδύναμο τρεμοφέγγισμα στο φως.
Αυτό που μου προξένησε κατάπληξη ήταν η κατάστασή τους. Όλα τους είχαν παραμορφωθεί σε περίεργα σχήματα, τα χρώματά τους αιμορραγούσαν σαν πληγές πάνω στο ύφασμα, καθρεφτίζοντας το ίδιο τραυματικό παρελθόν, κάποια βίαιη σειρά γεγονότων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, μεταξύ της Ρεν Τσάννιγκ και όποιου είχε ζήσει μαζί της στα παρελθόντα χρόνια. Θυμήθηκα τα ρούχα που είχα δει σε μια γυναίκα που σκοτώθηκε, σε μια σύγκρουση αυτοκινήτων στο Βερμίλιον Σαντς, να ανθίζουν έξω από τα συντρίμμια, σαν ένα τερατώδες λουλούδι της κόλασης και την φρενήρη γκαρνταρόμπα που μου προσφέρθηκε από την οικογένεια μιας κληρονόμου η οποία είχε αυτοκτονήσει. Μνήμες σαν κι αυτές είχαν επιζήσει περισσότερο από τους ενδεδυμένους. Υπήρχε η απόκρυφη ιστορία του δολοφόνου που κρύβεται σε ένα κλεμμένο παλτό, ο οποίος είχε στραγγαλιστεί από το ρούχο, καθώς αυτό ανακεφαλαίωνε τους επιθανάτιους σπασμούς του ιδιοκτήτη του.
Αφήνοντας αυτά τα ταραγμένα υπολείμματα στο σκοτεινό άκρο τους, πήγα πίσω στο δωμάτιο της τουαλέτας. Καθώς καθησύχαζα τα τελευταία από τα αναστατωμένα φουστάνια πάνω στις κρεμάστρες τους, η πόρτα στο πεζούλι άνοιξε πίσω μου.
Η Ρεν Τσάννινγκ προχώρησε μπροστά, φεύγοντας από την λιακάδα. Στη θέση της εφαρμοστής λευκής γούνας της τώρα φορούσε ένα μπικίνι από βιούφασμα. Οι δυο κίτρινες κοιλότητες, μάζευαν τα γεμάτα στήθη της, σαν χέρια που κοιμούνται. Παρά τα ξεκάθαρα ίχνη της σφοδρής φιλονικίας, εκείνο το πρωί, αυτή φαινόταν ατάραχη και ήρεμη. Καθώς κάρφωσε τα μάτια της στους γαλήνιους τώρα ένοικους της ντουλάπας της, το λευκό της πρόσωπο, σαν ενός πονηρού εφήβου, περισσότερο από ποτέ θύμιζε μια χειρουργική μάσκα· το πουδραρισμένο παιδικό πρόσωπο μιας αυτοκράτειρας των Μαντσού.
«Κύριε Σάμσον! Είναι ήρεμα τώρα! Είστε σαν..».
«Τον Αγιο Φραγκίσκο που ηρεμεί τα πουλιά;» πρότεινα, ακόμη ενοχλημένος που με είχαν καλέσει στο Λαγκούν Γουεστ. Έκανα μια χειρονομία προς τις σφραγισμένες ντουλάπες στο υπνοδωμάτιό της. «Συγχωρήστε με που θα το πω, αλλά υπάρχουν δυστυχισμένες αναμνήσεις εδώ».
Έπιασε το σακάκι μου και κάλυψε με αυτό τους γυμνούς της ώμους, μια χειρονομία ψεύτικης συστολής, η οποία εν τούτοις διατηρούσε μια κάποια γοητεία. Το ύφασμα κόλλησε πάνω της σαν ένα ροζ λουλούδι, αγκαλιάζοντας τα στήθη και τα χέρια της.
«Το παρελθόν είναι περίπου μια πληγείσα περιοχή, φοβάμαι, κύριε Σάμσον. Γνωρίζω ότι σας αποκαλύφθηκα εδώ με δόλια μέσα. Κάτι πήγε στραβά, απόψε το πρωί και είστε ο μόνος γείτονας που έχω». Περπάτησε προς το παράθυρο και ατένισε κάτω στην ζωγραφιστή λίμνη. «Γύρισα πίσω στο Βερμίλιον Σαντς, για λόγους που πρέπει να φαίνονται τρελοί». Την παρατηρούσα προσεκτικά, αλλά κάτι που είχε σχέση με την εμφανή ειλικρίνειά της, μου διασπούσε την προσοχή. Πιθανώς ο εραστής του μεσονυκτίου με την λέμβο, είχε εγκαταλείψει την σκηνή, χωρίς αμφιβολία, σε ένα ολοκαύτωμα των συναισθημάτων.
Βγήκαμε στο πεζούλι και καθίσαμε στις αναδιπλούμενες καρέκλες δίπλα στο μπαρ. Στη διάρκεια των επόμενων ωρών, και των πολλών που ακολούθησαν σε αυτό το δίχως καθρέφτες σπίτι, πάνω από την ζωγραφιστή λίμνη, μου είπε λιγάκι για τα χρόνια της με τον Γκέιβιν Κάιζερ, και πως αυτή η νεαρή ιδιοφυία από τον κόσμο της μόδας την είχε βρει να τραγουδάει στο υπαίθριο νυχτερινό κέντρο στο Λαγκούν Γουέστ. Βλέποντας σε αυτή την όμορφη δεκαπεντάχρονη την αποθέωση της εφηβικής λατρείας, ο Κάιζερ την έκανε σταρ.μοντέλο του για τις μόδες με βιούφασμα που σχεδίαζε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στην ηλικία των δεκαεννέα ετών, έκανε την πρώτη της πλαστική εγχείριση στο πρόσωπο, που ακολουθήθηκε, από ακόμη περισσότερο εκτεταμένες επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής, στα αμέσως επόμενα χρόνια. Όταν ο Κάιζερ πέθανε, αυτή επέστρεψε στο Λαγκούν Γουέστ, στο σπίτι κοντά στο ερημωμένο νυχτερινό κέντρο.
«Αφησα τόσα πολλά κομμάτια του εαυτού μου πίσω, σε όλες αυτές τις κλινικές και τα νοσοκομεία. Νόμιζα πως μπορούσα να τα βρω εδώ».
«Πως πέθανε ο Κάιζερ;» την ρώτησα.
«Από μια καρδιακή συγκοπή — έτσι είπαν. Ήταν ένα είδος τρομερού σπασμού, σα να τον είχαν δαγκώσει εκατό λυσσασμένα σκυλιά. Προσπαθούσε να σκίσει το πρόσωπό του σε κομματάκια». Ύψωσε τα χέρια της στην δική της άσπρη μάσκα.
«Δεν υπήρχε κάποια αμφιβολία...;» είπα διστάζοντας.
Μου κράτησε το χέρι μου. «Ο Γκέιβιν ήταν τρελλός. Δεν ήθελε τίποτε να αλλάξει μεταξύ μας. Αυτές οι πλαστικές εγχειρήσεις στο πρόσωπο — με κρατούσε στα δεκαπέντε, αλλά όχι εξαιτίας του μόντελιγκ ή της μόδας. Με ήθελε για πάντα, έτσι όπως τον πρωτοερωτεύτηκα».
Για την ώρα, ωστόσο, μετά βίας νοιαζόμουν γιατί η Ρεν Τσάννιγκ είχε επιστρέψει στο Λαγκούν Γουέστ. Κάθε απόγευμα θα οδηγούσα ως την βίλα της και θα ξαπλώναμε μαζί κάτω από την τέντα, δίπλα στο μπαρ, κοιτάζοντας τα χρώματα που άλλαζαν στη ζωγραφιστή λίμνη. Εκεί, σε αυτό το σπίτι χωρίς καθρέφτες, θα μου έλεγε τα περίεργα όνειρά της που όλα τους αντικατόπτριζαν τους φόβους της να γίνεται πιο νέα. Τα βράδια, καθώς η μουσική άρχισε να παίζει από το ερημωμένο νυχτερινό κέντρο, θα περπατούσε πάνω στους αμμόλοφους και θα χόρευε ανάμεσα στα στρωμένα με άμμο τραπέζια.
Ποιος έφερε αυτό το πικάπ στο νυχτερινό κέντρο, με τον ένα δίσκο που δεν είχε ετικέττα; Μια φορά, καθώς γυρίζαμε πίσω με τα πόδια, είδα ξανά το νεαρό άντρα με τις ισχυρές πλάτες και τη σπασμένη μύτη, να στέκεται δίπλα στη λέμβο του, στο σκοτάδι. Μας παρακολουθούσε καθως περπατούσαμε χέρι χέρι, με το κεφάλι της Ρεν γερμένο στο στήθος μου. Καθώς αυτή άκουγε το μουσικό κόσμημα στο χέρι της, τα μάτια της Ρεν καρφωνόταν προς τα πίσω, σαν ενός παιδιού, στο όμορφό της πρόσωπο.
Συχνά, θα τον έβλεπα το μεσημέρι, να αρμενίζει με την λέμβο του πάνω στη λίμνη λίγες εκατοντάδες μέτρα από την ακτή. Υπέθεσα ότι ήταν ένας από τους πρώην εραστές της Ρεν που παρακολουθούσε τον διάδοχό του με μια συμπονετική περιέργεια και έπαιζε την μουσική του για μας, από μια εκκεντρική αίσθηση του χιούμορ.
Όμως όταν τον έδειξα στην Ρεν ένα απόγευμα, αυτή αρνήθηκε ότι τον ήξερε ή ότι τον είχε ξαναδεί. Ανασηκωμένη στον ένα της αγκώνα, παρακολουθούσε την λέμβο που ήταν προσαραγμένη στην ακτή, 275 μέτρα μακριά. Ο νεαρός άντρας περπατούσε κατά μήκος της γραμμής της παλίρροιας, ψάχνοντας κάτι ανάμεσα στα σπασμένα υποδερμικά φιαλίδια.
«Μπορώ να του πω να φύγει Ρεν». Όταν κούνησε το κεφάλι της, της είπα. «Βρισκόταν εδώ. Τι συνέβη μεταξύ σας;»
Γύρισε προς το μέρος μου απότομα. «Γιατί το λες αυτό;»
Το άφησα να περάσει. Τα μάτια της τον ακολουθούσαν παντού.
Δυο βδομάδες αργότερα τον είδα ξανά, από κοντά. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα ξύπνησα στο πεζούλι της βίλας της Ρεν και άκουσα την γνώριμη μουσική να έρχεται από το ερημωμένο νυχτερινό κέντρο. Από κάτω, στο αμυδρό φως, η Ρεν Τσάννιγκ περπατούσε προς τους αμμόλοφους. Κατά μήκος της παραλίας τα θερμικά ογκούμενα κύματα μαστίγωναν την άσπρη άμμο σκάζοντας σε όμορφους κυματισμούς.
Η βίλα ήταν σιωπηλή. Η μαμαζέλ Φουρνιέ είχε φύγει στο Ρεντ Μπητς για λίγες μέρες και ο νεαρός σοφέρ κοιμόταν στο διαμέρισμά του, πάνω από τα γκαράζ. Ανοιξα τις πόρτες που βρισκόταν στο τέλος του σκοτεινού, γεμάτου με ροδόδεντρα, ιδιωτικού δρόμου και βάδισα προς το νυχτερινό κέντρο. Η μουσική κλαψούριζε γύρω μου πάνω από τη νεκρή άμμο.
Το νυχτερινό κέντρο ήταν άδειο· ο δίσκος έπαιζε μόνος του στην ερημωμένη σκηνή. Περιπλανήθηκα ανάμεσα στα τραπέζια, ψάχνοντας για κάθε σημάδι της Ρεν. Για λίγα λεπτά, περίμενα δίπλα στο μπαρ. Μετά, καθώς έγερνα πάνω στον πάγκο, η φιγούρα του σοφέρ, με το αδύνατο πρόσωπο, σηκώθηκε και μου έδωσε ένα ξαφνικό χτύπημα, με την δεξιά γροθιά να σημαδεύει το μέτωπό μου.
Παραμερίζοντας στον βραχίονά του, άρπαξα το χέρι του και το χτύπησα βίαια, πάνω στον πάγκο. Στο σκοτάδι, το μικρό του πρόσωπο παραμορφώθηκε, σε ένα χασμουρητό θυμού. Απόσπασε το χέρι του από μένα, κοιτάζοντας πέρα, απέναντι, στους αμμόλοφους, προς τη λίμνη. Η μουσική συνέχιζε να κλαψουρίζει, ο δίσκος άρχιζε ξανά.
Τους βρήκα δίπλα στην παραλία, η Ρεν με το χέρι της πάνω στο γοφό του νεαρού άντρα, καθώς αυτός έσκυβε κάτω για να διώξει τη λέμβο. Αβέβαιος για το τι να κάνω και μπερδεμένος από τον αυθόρμητο τρόπο, καθώς κινόταν γύρω από την Ρεν, στάθηκα ανάμεσα στους αμμόλοφους στην κορυφή της παραλίας.
Πόδια μετακινήθηκαν μέσα στην άμμο. Είχα καρφώσει τα μάτια μου στο πρόσωπο της Ρεν, με τις λευκές της μάσκες να πολλαπλασιάζονται στο σεληνόφως, όταν κάποιος ήρθε περπατώντας πίσω μου και με χτύπησε πάνω από το αυτί.
Ξύπνησα στο κρεβάτι της Ρεν στην ερημωμένη βίλα· το λευκό φεγγαρόφως σαν ένα σάβανο που περιμένει, απέναντι, στο πεζούλι. Γύρω μου οι σκιές από φρενήρη σχήματα έβριθαν στους τοίχους, οι παραμορφωμένοι τρόφιμοι κάποιου εφιαλτικού πτηνοτροφείου. Στη σιωπή της βίλας τα άκουγα να ξεσκίζονται σε κομματάκια, σα να ήταν καταδικασμένα πλάσματα που βασάνιζαν τον εαυτό τους στις αγχόνες τους.
Αναρριχήθηκα από το κρεβάτι και αντίκρισα τον αντικατοπτρισμό μου στο ανοιχτό παράθυρο. Φορούσα ένα κοστούμι από χρυσό λαμέ, το οποίο έλαμπε στο φεγγαρόφως, σαν να ήταν η πανοπλία κάποιου αρχαγγελικού φαντάσματος. Κρατώντας το μωλωπισμένο τριχωτό της κεφαλής μου, περπάτησα ως το πεζούλι. Το χρυσό κοστούμι είχε προσκολληθεί στο σώμα μου, με τα πέτα του να αγκαλιάζουν το στήθος μου.
Στον ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού, η λιμουζίνα της Ρεν Τσάννιγκ περίμενε ανάμεσα στα ροδόδεντρα. Στο τιμόνι, ο σοφέρ με το λεπτό πρόσωπο, κοίταξε πάνω, προς το μέρος μου, με μάτια γεμάτα πλήξη.
«Ρεν!» Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, υπήρξε μια κίνηση ενός ασπροντυμένου μηρού, ενώ μια αντρική φιγούρα με γυμνή πλάτη, κουλουριάστηκε ανάμεσα στα μαξιλάρια. Εξοργισμένος που έπρεπε να βλέπω το θέαμα από κάτω, μέσα σε αυτό το βλακώδες κοστούμι, άρχισα να το σκίζω πάνω από τους ώμους μου. Πριν μπορέσω να φωνάξω ξανά, κάτι άρπαξε τις γάμπες μου και τους μηρούς μου. Προσπάθησα να κάνω ένα βήμα μπροστά, αλλά το σώμα μου είχε σφιχτεί σε μια χρυσή μέγγενη. Κοίταξα κάτω, στα μανίκια. Το ύφασμα πυρακτωνόταν με μια σφοδρή ακτινοβολία, καθώς συστελλόταν γύρω μου, οι ίνες του μπλεκόταν σε κόμπους σαν χίλια φερμουάρ.
Αναπνέοντας ήδη με ακαθόριστους σπασμούς, προσπάθησα να στρίψω, ανήμπορος να σηκώσω τα χέρια μου, στα πέτα που έσφιγγαν τον λαιμό μου. Καθώς έπεφτα προς τα εμπρός, στο κιγκλίδωμα, οι προβολείς του αυτοκινήτου φώτιζαν τον ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού.
Ακουμπούσα την πλάτη μου στην υδρορροή, όταν ένοιωσα χέρια να με σφίγγουν από πίσω. Το χρυσό κοστούμι φεγγοβολούσε στο σκοτάδι, το φλεγόμενο φως του αντανακλούσε στους χίλιους υαλοπίνακες του σπιτιού. Κάπου από κάτω μου το αυτοκίνητο έκανε στροφή, πέρασε τις πόρτες και χάθηκε στη νύχτα με θόρυβο.
Λίγα λεπτά αργότερα, καθώς συνήλθα, ένοιωσα χέρια να σύρονται στο στήθος μου. Ήμουν ανασηκωμένος απέναντι από το μπαλκόνι και καθόμουν εκεί χαλαρά, ενώ τα μωλωπισμένα μου πλευρά ήταν ελεύθερα να κινηθούν ξανά. Ο γυμνόστηθος νεαρός άντρας ήταν γονατισμένος μπροστά μου, με μια ασημένια λεπίδα στο χέρι, τεμαχίζοντας και πετώντας παράμερα τις τελευταίες χρυσές λωρίδες από τα πόδια μου. Τα υπολείμματα του κοστουμιού που ξεθώριαζαν, καιγόταν σαν χόβολη στα σκοτεινά πλακάκια.
Αυτός έσπρωξε πίσω το μέτωπό μου, με κοίταξε στο πρόσωπό μου ερευνητικά και μετά έκλεισε απότομα την λεπίδα του μαχαιριού του. «Έμοιαζες με ένα άγγελο που πέθαινε, Σάμσον».
«Για το όνομα του θεού..». Έγειρα πάνω στο κιγκλίδωμα. Ένα δίχτυ από σημάδια κάλυπτε το γυμνό κορμί μου. «Το αναθεματισμένο με σύνθλιβε... Εσύ ποιος είσαι;»
«Τζέησον. Τζέησον Κάιζερ. Με έχεις δει. Ο αδερφός μου πέθανε μέσα σε αυτό το κοστούμι, Σάμσον».
Το γερό του πρόσωπο με παρατηρούσε, η σπασμένη μύτη και το πλατύ στόμα διαμόρφωναν μια μισοσχηματισμένη όψη.
«Ο Κάιζερ; Θέλεις να πεις ότι ο αδελφός σου..»., έδειξα με το δάχτυλο στα λαμέ κουρέλια στο πάτωμα, «στραγγαλίστηκε;»
«Σε μια χρυσοποίκιλτη στολή ταυρομάχου. Το τι είδε, ο θεός το ξέρει, αλλά αυτό τον σκότωσε. Ίσως τώρα μπορείς να μαντέψεις, Σάμσον. Δικαιοσύνη κατά κάποιον τρόπο· ο ράφτης σκοτώθηκε από το ίδιο του το ύφασμα». Κλώτσησε τα φεγγοβόλα κουρέλια στην υδρορροή και κοίταξε πάνω στο ερημωμένο σπίτι. «Ήμουν σίγουρος ότι αυτή θα επέστρεφε εδώ. Έλπιζα ότι θα διάλεγε έναν από τους αλήτες της παραλίας, αλλά αντίθετα εμφανίστηκες εσύ αιφνιδίως. Ήξερα ότι αυτή θα θελήσει να απαλλαγεί από σένα, αργά ή γρήγορα».
Έδειξε με το δάχτυλο στα παράθυρα του υπνοδωματίου. «Το κοστούμι ήταν εκεί, κάπου, περιμένοντας να ζήσει ξανά, μέσω αυτής της επίθεσης. Ξέρεις, καθόμουν δίπλα της στο αυτοκίνητο, εκεί κάτω, ενώ αυτή σκαρφιζόταν στο μυαλό της, να το χρησιμοποιήσει. Σάμσον, μετατρέπει τους εραστές της σε αγγέλους».
«Περίμενε — δεν σε αναγνώρισε;»
Αυτός κούνησε το κεφάλι του. «Ποτέ δεν με έχει δει — δεν μπορούσα να υποφέρω τον αδελφό μου, Σάμσον. Ας πούμε, όμως, ότι υπάρχουν συγκεκριμένα κρυπτογραφήματα στο πρόσωπο, ομοιότητες που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει. Αυτός ο δίσκος ήταν το μόνο που χρειαζόμουν, το παλιό μουσικό θέμα στο νυχτερινό κέντρο. Τον βρήκα στο μπαρ».
Παρά τα μωλωπισμένα πλευρά και το σκισμένο δέρμα, ακόμη σκεφτόμουν την Ρεν και αυτό το παράξενο παιδικό πρόσωπο που φορούσε, λες και ήταν μάσκα. Είχε επιστρέψει στο Λαγκούν Γουέστ για να κάνει ένα ξεκίνημα, και αντί για αυτό βρήκε ότι τα γεγονότα επαναλαμβανόταν, παγιδεύοντάς την σε αυτή την αποτρόπαια ανακεφαλαίωση του θανάτου του Κάιζερ.
Ο Τζέησον προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο καθώς εκεί στεκόμουν εγώ γυμνός. «Που πας;» φώναξα. «Τα πάντα είναι νεκρά εκεί μέσα».
«Το ξέρω. Κάναμε πολλή δουλειά να σε βάλουμε μέσα σε αυτό το κοστούμι, Σάμσον. Ήξεραν τι θα γινόταν». Έδειξε με το δάχτυλο στους προβολείς του αυτοκινήτου που επιτάχυνε, κατά μήκος του δρόμου της λίμνης, 8 χιλιόμετρα νότια. «Πες αντίο στη μις Τσάννινγκ».
Παρακολούθησα το αυτοκίνητο να εξαφανίζεται ανάμεσα στους λόφους. Δίπλα στο εγκαταλελειμμένο νυχτερινό κέντρο, ο σκοτεινός άνεμος διέγραφε τις άδειες υπογραφές του, απέναντι στους αμμόλοφους. «Πες αντίο στον ανεμο».