![]() |
![]() |
Jack Ketchum
The Box, 1994
Μετάφραση: Νίκος Ρούσος
Το κεφάλαιο είναι μια προσφορά των Εκδόσεων Οξύ προς τους αναγνώστες του Alternative Factor.
"Tι έχει μες στο κουτί;" ρώτησε ο γιος μου.
"Ντάνι", είπα, "άσε τον άνθρωπο ήσυχο".
Ήταν δυο Κυριακές πριν τα Χριστούγεννα και το τοπικό τρένο για το Στάμφορντ ήταν τίγκα - ο κόσμος που επέστρεφε απ' τα ψώνια είχε γεμίσει τους διαδρόμους και ήμασταν τυχεροί που είχαμε βρει θέσεις. Καθόμουν στριμωγμένος απέναντι απ' τον άντρα μαζί με τις δυο μου κόρες, την Κλαρίσα και την Τζένι, ενώ ο Ντάνι καθόταν στο κάθισμα δίπλα του.
Μου ήταν κατανοητή η περιέργεια του γιου μου. Ο άντρας έσφιγγε στην αγκαλιά του το κόκκινο τετράγωνο κουτί, λες και φοβόταν ότι, όταν το τρένο θα σταματούσε στον επόμενο σταθμό, στο Χάρισον, εκείνο θα του έπεφτε απ' τα χέρια. Το κρατούσε έτσι σφιχτά εδώ και τρεις στάσεις - από τη στιγμή που είχε επιβιβαστεί.
Ήταν ψηλός, ίσα με ένα κι ογδόντα ή και παραπάνω, κι ίσως εννιά κιλά βαρύτερος απ' ό,τι θα 'πρεπε και ιδροκοπούσε, παρά τον κρύο, ξερό αέρα που ξεχυνόταν πάνω μας κάθε φορά που η διπλή πόρτα του τρένου άνοιγε πίσω απ' τις πλάτες μας. Είχε μαύρο μουστάκι πυκνό σαν βούρτσα, αραιά αδύναμα μαλλιά και φορούσε ένα καταταλαιπωρημένο και παμπάλαιο σοκολατί αδιάβροχο Μπέρμπερι, πάνω από ένα ζαρωμένο γκρι κουστούμι. Υπολόγισα ότι τα μπατζάκια του παντελονιού του τού έπεφταν δυο με τρεις πόντους κοντύτερα. Οι κάλτσες του ήταν από γκρίζο νάιλον, σε αρκετά πιο ανοιχτό χρώμα απ' ό,τι το κουστούμι, και το λάστιχο της αριστερής είχε λασκάρει, με αποτέλεσμα να έχει μαζέψει πάνω απ' τον αστράγαλό του σαν το δέρμα εκείνων των κακάσχημων πλακουτσομύτικων σκύλων ράτσας, που 'ναι της μόδας τώρα τελευταία. Ο άντρας χαμογέλασε στον Ντάνι και κοίταξε το κουτί, ένα πακέτο από γυαλιστερό κόκκινο χαρτί πάνω από χαρτόνι, γύρω στο εξήντα επί εξήντα.
"Δώρο", είπε. Μα δεν κοιτούσε τον Ντάνι, αλλά εμένα.
Η φωνή του είχε την υγρή, φλεγματώδη χροιά του μανιώδους καπνιστή. Ή μπορεί και να 'ταν κρυωμένος.
"Να δω;" ρώτησε ο Ντάνι.
Ήξερα πολύ καλά από πού πήγαζαν όλα αυτά. Δεν είναι εύκολο πράγμα να περνάς ολόκληρη μέρα στη Νέα Υόρκη με δυο εννιάχρονα κορίτσια κι ένα επτάχρονο αγόρι λίγο πριν τα Χριστούγεννα, τη στιγμή που ξέρουν ότι μερικά τετράγωνα παρακάτω βρίσκεται το μεγαλύτερο παιχνιδάδικο της πόλης. Ακόμα κι αν τα 'χεις πάει στην απογευματινή προβολή στο Ράδιο Σίτι κι έπειτα για πατίνια στο Ροκφέλερ Σέντερ. Ακόμα κι αν όλα τα δώρα τους έχουν αγοραστεί εβδομάδες νωρίτερα και περιμένουν κρυμμένα κάτω απ' το κρεβάτι για να πάρουν τη θέση τους κάτω απ' το δέντρο. Υπήρχε πάντα κάτι που εκείνα δεν θα 'χαν σκεφτεί, μα θα το είχε σκεφτεί το παιχνιδάδικο, πράγμα που γνώριζαν πολύ-πολύ καλά. Για να επιβιβαστούμε στο τρένο των 3:55 για το Ράι, μπας και φτάναμε στην ώρα μας για το βραδινό, είχα αναγκαστεί να στήσω ολόκληρο καβγά μαζί τους - συγκεκριμένα με τον Ντάνι.
Κι εκείνος είχε ακόμα το νου του στα δώρα.
"Ντάνι..."
"Δεν πειράζει", είπε ο άντρας. "Κανένα πρόβλημα". Έριξε μια ματιά έξω απ' το παράθυρο. Μόλις μπαίναμε στο σταθμό του Χάρισον.
Ανοιξε το πάνω μέρος του κουτιού απ' την πλευρά του Ντάνι, καμιά δεκαριά πόντους μόνο -αρκετά ώστε να δει ο μικρός αλλά όχι εμείς οι υπόλοιποι, αποκλείοντας έτσι και τους τρεις μας- και είδα το πρόσωπο του γιου μου να λάμπει, να χαμογελά, καθώς κοίταξε πρώτα την Κλαρίσα και την Τζένι σαν να τις περιγελούσε κι έπειτα κοίταξε μες στο κουτί.
Το χαμόγελο έσβησε αργά. Αλλά έσβησε για να αντικατασταθεί από κάτι σαν σάστισμα. Ένιωσα ότι εκεί μέσα υπήρχε κάτι το ακατανόητο για το γιο μου - κάτι εντελώς ακατανόητο. Ο άντρας τον άφησε να κοιτάξει για λίγο, δίχως όμως να αλλάξει η σαστισμένη έκφρασή του, κι έπειτα έκλεισε το κουτί.
"Πρέπει να φύγω", είπε ο άντρας. "Εδώ κατεβαίνω".
Πέρασε δίπλα μας κι αμέσως στη θέση του έκατσε μια μεσόκοπη γυναίκα που κουβαλούσε δυο βαριές σακούλες με ψώνια, τις οποίες τοποθέτησε στο δάπεδο ανάμεσα στα πόδια της - κι έπειτα αισθάνθηκα στην πλάτη μου τον παγερό δεκεμβριάτικο αέρα, καθώς οι πόρτες άνοιξαν και ξανάκλεισαν. Υπέθεσα ότι ο άντρας είχε φύγει. Ο Ντάνι κοίταξε τις σακούλες της γυναίκας και ρώτησε ντροπαλά: "Δώρα;"
Η γυναίκα τον κοίταξε χαμογελώντας και του έγνεψε καταφατικά.
Εκείνος προτίμησε να μην της κάνει άλλες ερωτήσεις.
Το τρένο συνέχισε να προχωρά μουγκρίζοντας.
Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Βγήκαμε στο ξεροβόρι της πλατφόρμας του Ράι κι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε με πάταγο τα μεταλλικά σκαλιά.
"Τι είχε;" ρώτησε η Κλαρίσα.
"Ποιος;" έκανε ο Ντάνι.
"Ο κύριος, χαζούλη", είπε η Τζένι. "Ο κύριος με το κουτί! Τι είχε μέσα το κουτί;"
"Α. Τίποτα".
"Τίποτα; Τι; Ήταν άδειο;"
Και τότε άρχισαν και τα τρία να τρέχουν μπροστά μου προς το αυτοκίνητό μας, που βρισκόταν τέρμα αριστερά, στη δεύτερη σειρά του πάρκινγκ.
Δεν άκουσα τι της απάντησε. Αν της απάντησε, δηλαδή.
Και μέχρι να ξεκλειδώσω το αυτοκίνητο, τον είχα ξεχάσει τον τύπο.
Εκείνο το βράδυ, ο Ντάνι δεν έλεγε να φάει.
Συνέβαινε πότε-πότε. Συνέβαινε σε καθένα απ' τα παιδιά. Αλλοτε είχαν άλλες ασχολίες κι άλλοτε είχαν πλακωθεί στα σνακ όλη μέρα. Τόσο η σύζυγός μου, η Σούζαν, όσο κι εγώ είχαμε μεγαλώσει σε σπίτια όπου ακόμα επικρατούσε η νοοτροπία της εποχής του μεγάλου Κραχ. Αν δεν σ' άρεσε το φαγητό σου ή αν δεν ήθελες να το τελειώσεις, αλίμονό σου. Έμενες καθισμένος στο τραπέζι μέχρι να καθαρίσεις το πιάτο σου, ενώ το φαγητό σου κρύωνε όλο και περισσότερο. Είχαμε συμφωνήσει ότι δεν επρόκειτο να κάνουμε κάτι τέτοιο στα δικά μας παιδιά. Κι απ' ό,τι φαίνεται οι περισσότεροι ειδικοί σήμερα συμφωνούν μαζί μας, υποστηρίζοντας ότι δεν πειράζει να χάνεται και κάνα γεύμα. Αν μη τι άλλο, δεν άξιζε τον κόπο να τσακωθείς για κάτι τέτοιο.
Γι' αυτό τον αφήσαμε να σηκωθεί απ' το τραπέζι.
Το επόμενο βράδυ -Δευτέρα βράδυ- τα ίδια.
"Τι έκανες", τον ρώτησε η γυναίκα μου, "έξι γλυκά έφαγες για μεσημεριανό;" Μάλλον το είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Τα μόνα πράγματα που άρεσαν στα παιδιά μας απ' το μενού του σχολικού εστιατορίου ήταν τα γλυκά και η πίτσα.
"Μπα. Απλώς δεν πεινάω".
Και το πράγμα τελείωσε εκεί.
Όλη νύχτα, όμως, τον είχα στο νου μου - αφού υπέθετα ότι στα μισά του διαφημιστικού διαλείμματος κάποιου απ' τα κωμικά σίριαλ που βλέπαμε κάθε Δευτέρα βράδυ θα σηκωνόταν και θα 'βαζε πλώρη για την κουζίνα, για να την πέσει σε καμιά σακούλα κουλούρια ή στη γυάλα με τα φυστίκια ή στο κουτί με τα αποξηραμένα φρούτα. Τίποτα, όμως. Πήγε για ύπνο δίχως να πιει ούτε ένα ποτήρι νερό. Δεν έδειχνε καν άρρωστος ή κάτι παρόμοιο. Το χρώμα του ήταν μια χαρά και γελούσε με τ' αστεία όπως όλοι μας.
Υπέθεσα ότι τον γυρόφερνε κάποια αρρώστια. Το ίδιο και η Σούζαν. Δεν μπορούσε να συμβαίνει κάτι άλλο. Φυσιολογικά, ο γιος μας είχε την όρεξη ενός παλαιστή του σούμο.
Ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι το πρωί θα παρακαλούσε να μην πάει στο σχολείο, επικαλούμενος πονοκέφαλο ή ανακατωσούρα.
Τίποτα τέτοιο.
Κι ούτε το πρωινό του ήθελε.
Και το επόμενο βράδυ, τα ίδια.
Αυτό ήταν πολύ παράξενο, αφού εκείνο το βράδυ η Σούζαν είχε φτιάξει μακαρόνια με κιμά και δεν υπήρχε τίποτα στο μεγάλο της ρεπερτόριο που να αρέσει περισσότερο στα παιδιά. Κι ας ήταν ένα απ' τα απλούστερα πιάτα που μαγείρευε - ή ίσως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Μα ο Ντάνι απλώς έμεινε καθισμένος στη θέση του κι είπε ότι δεν πεινούσε, αρκούμενος στο να βλέπει τους υπόλοιπους να γεμίζουν τα πιάτα τους. Είχα γυρίσει σπίτι αργά, μετά από μια ιδιαίτερα εξαντλητική μέρα -εργάζομαι σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία του Σίτι- και, προσωπικά, λαχταρούσα λίγο φαγητό. Μα είχα εκνευριστεί από τις επανειλημμένες αρνήσεις του γιου μου να φάει.
"Ακου", είπα. "Πρέπει να φας κάτι. Πάνε τρεις μέρες τώρα".
"Έφαγες μεσημεριανό;" ρώτησε η Σούζαν.
Ο Ντάνι δεν έλεγε ψέματα. "Δεν είχα όρεξη", είπε.
Ακόμα και η Τζένι με την Κλαρίσα τον κοιτούσαν πλέον σαν να 'χε δύο κεφάλια.
"Μα εσύ τρελαίνεσαι για μακαρόνια", είπε η Σούζαν.
"Δοκίμασε λίγο σκορδόψωμο", είπε η Κλαρίσα.
"Όχι, ευχαριστώ".
"Αισθάνεσαι καλά, φίλε;" τον ρώτησα.
"Μια χαρά αισθάνομαι. Απλώς δεν πεινάω".
Κι έμεινε καθισμένος.
Την Τετάρτη το βράδυ η Σούζαν επιστράτευσε τα μεγάλα μέσα και του έφτιαξε το αγαπημένο του φαγητό -ψητό, λεμονάτο αρνίσιο μπουτάκι με σάλτσα μέντας, ψητή πατάτα με κόκκινη κρασάτη σάλτσα και αμπελοφάσουλα για γαρνιτούρα.
Κι εκείνος καθόταν άπραγος. Αν και έδειχνε να το 'φχαριστιέται που μας έβλεπε να τρώμε.
Την Πέμπτη το βράδυ παραγγείλαμε απ' έξω - κινέζικο φαγητό απ' το αγαπημένο του εστιατόριο. Βοδινό με τζίντζερ, τηγανητό ρύζι με γαρίδες, τηγανητό γουόν τον και γλυκόξινα παϊδάκια.
Είπε ότι μύριζαν ωραία. Και δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του.
Μέχρι το βράδυ της Παρασκευής, όσα υπολείμματα της νοοτροπίας της εποχής του Κραχ φυτοζωούσαν ακόμα στο χαρακτήρα μου είχαν κάνει πλέον πανηγυρικά την εμφάνισή τους, μιας και στεκόμουν ωρυώμενος, λέγοντάς του ότι δεν θα σηκωνόταν απ' την καρέκλα του -με ακούς, νεαρέ μου;- αν δεν αποτελείωνε τουλάχιστον ένα κομμάτι απ' την αγαπημένη του πίτσα με πεπερόνι, κεφτέδες και λουκάνικο που είχαμε παραγγείλει από το αγαπημένο του ιταλικό εστιατόριο.
Για να λέμε την αλήθεια, φοβόμουν. Θα του 'χα σκάσει πρόθυμα ένα εικοσαδόλαρο, μόνο και μόνο για να δω ένα κορδόνι μοτσαρέλα να κρέμεται απ' το πηγούνι του. Αλλά δεν του το είπα. Αντίθετα, συνέχισα να στέκομαι εκεί κουνώντας το δάχτυλο και ουρλιάζοντας, μέχρι που έβαλε τα κλάματα - και τότε, σαν καλό βρομόπαιδο δεύτερης γενιάς της εποχής του Κραχ, τον διέταξα να πάει στο κρεβάτι του. Ό,τι ακριβώς θα είχαν κάνει και οι γονείς μου.
Tο μήλο πέφτει πάντα κάτω από τη μηλιά.
Αλλά μέχρι την Κυριακή μετρούσες τα πλευρά του κάτω απ' το μπλουζάκι του. Τη Δευτέρα δεν τον στείλαμε σχολείο, κι εγώ δεν πήγα στη δουλειά για να είμαστε και οι δύο παρόντες στο ραντεβού με το γιατρό Γουέλερ. Ο Γουέλερ ήταν ένας απ' τους τελευταίους εκείνους θαυμάσιους παθολόγους του παλιού καιρού, ένα είδος που σπανίως συναντάμε πλέον. Ήταν πάνω από εβδομήντα ετών, μα και πάλι θα περνούσε απ' το σπίτι σου αν προέκυπτε κάτι σοβαρό. Στο Ράι κάτι τέτοιο ήταν τόσο ανήκουστο, όσο και ένας τίμιος μηχανικός. Ο Γουέλερ πίστευε στην κατ' οίκον περίθαλψη, όχι στα νοσοκομεία. Ένα βράδυ τον είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ μου, αφού είχε κοιτάξει τη βρογχίτιδα της Τζένι, κι είχε κοιμηθεί για δύο συνεχόμενες ώρες πάνω από ένα ανέγγιχτο φλιτζάνι καφέ, ενώ εμείς κυκλοφορούσαμε γύρω του βαδίζοντας στις μύτες των ποδιών μας και ακούγαμε το ροχαλητό του.
Τη Δευτέρα το πρωί καθίσαμε στο γραφείο του απαντώντας σε ερωτήσεις, ενώ εκείνος εξέτασε τα μάτια, τα αφτιά, τη μύτη και το λαιμό του Ντάνι, του χτύπησε ελαφρά τα γόνατα, την πλάτη και το στήθος, έλεγξε την αναπνοή του, του πήρε ένα φιαλίδιο αίμα και τον έστειλε στο μπάνιο για ένα δείγμα ούρων.
"Μου φαίνεται απολύτως υγιής. Έχει χάσει δυόμισι κιλά από την τελευταία φορά που ήρθε για εξέταση, αλλά πέρα από αυτό δεν βρίσκω ότι πάσχει από κάτι. Φυσικά, θα πρέπει να περιμένουμε τις εξετάσεις αίματος. Λέτε ότι δεν έχει φάει τίποτα;"
"Απολύτως τίποτα", είπε η Σούζαν.
Ο γιατρός αναστέναξε. "Περιμένετε έξω", είπε. "Αφήστε με να του μιλήσω".
Στην αίθουσα αναμονής, η Σούζαν πήρε ένα περιοδικό, κοίταξε το εξώφυλλο και το ξανάφησε στο σωρό. "Γιατί;" ψιθύρισε.
Ένας γέρος με περπατούρα μάς έριξε μια ματιά κι έπειτα κοίταξε αλλού. Μια μητέρα απέναντί μας παρακολουθούσε την κόρη της που χρωμάτιζε ένα βιβλίο με τον Γκάρφιλντ.
"Δεν ξέρω", είπα. "Μακάρι να 'ξερα".
Καθισμένος εκεί ένιωσα μια αλλόκοτη αποξένωση, λες κι αυτό συνέβαινε στους άλλους -σ' εκείνους, όχι σε μένα-, όχι σ' εμάς.
Πάντα ένιωθα ότι μέσα μου υπήρχε ένας βαθύς πυρήνας μοναξιάς. Ίσως φταίει το ότι είμαι μοναχοπαίδι. Ίσως φταίει το μελαγχολικό, πηχτό γερμανικό αίμα του παππού μου. Ένιωθα μόνος απέναντι στη γυναίκα μου, μόνος απέναντι στα παιδιά μου, απλησίαστος, απροσπέλαστος, κι υποψιάζομαι ότι τον περισσότερο καιρό δεν το 'χαν πάρει καν χαμπάρι. Mε έχει ποτίσει αυτή η μοναξιά. Έχω συμφιλιωθεί μαζί της. Διαμορφώνει τις σχέσεις και τις προσδοκίες μου. Καθιστά σχεδόν αδύνατο τον αιφνιδιασμό μου ακόμα κι από τα πιο σκληρά γυρίσματα της ζωής.
Τώρα το καταλάβαινα πολύ καλά.
Ο γιατρός Γουέλερ οδήγησε χαμογελαστός τον Ντάνι στην αίθουσα αναμονής και τον παρακάλεσε να καθίσει για λίγο, ενώ μας έκανε νεύμα να μπούμε μέσα. Μα χαμογελούσε για χατήρι του Ντάνι. Το χαμόγελό του ήταν πέρα για πέρα ψεύτικο.
Καθίσαμε.
'"Αυτό κι αν είναι παράξενο". Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του. "Του είπα ότι πρέπει να φάει. Με ρώτησε γιατί. Του είπα, Ντάνι, ένα σωρό κόσμος πεθαίνει κάθε μέρα απ' την πείνα. Σε όλο τον κόσμο. Αν δεν φας, πεθαίνεις - είναι τόσο απλό. Ο γιος σας με κοίταξε κατάματα και είπε: "Kαι λοιπόν;""
"Χριστέ μου", είπε η Σούζαν.
"Δεν έκανε πλάκα, ειλικρινά - μου έθετε ένα σοβαρό ερώτημα. Του λέω λοιπόν κι εγώ, θες να ζήσεις, έτσι δεν είναι; Και μου απαντά: "Πρέπει;" Ειλικρινά, λίγο έλειψε να πέσω απ' την καρέκλα μου. "Πρέπει!" Και βέβαια πρέπει, είπα! Όλοι θέλουν να ζήσουν.
""Γιατί;" μου απάντησε.
Ο"Θεέ μου. Του είπα ότι η ζωή είναι όμορφη, ότι η ζωή είναι ιερή, ότι η ζωή έχει πλάκα! Χριστούγεννα δεν πλησιάζουν; Και τι γίνεται με τις γιορτές, τα γενέθλια και τις καλοκαιρινές διακοπές; Του είπα ότι καθένας έχει καθήκον να προσπαθήσει να ζήσει τη ζωή του όσο καλύτερα μπορεί, να κάνει ό,τι μπορεί για να είναι όσο δυνατότερος και υγιέστερος γίνεται κι όσο πιο χαρούμενος μπορεί να είναι. Κι εκείνος με άκουγε. Με άκουγε και ήξερα ότι με καταλάβαινε. Δεν έδειχνε καν να ανησυχεί για οτιδήποτε απ' όσα έλεγα, δεν έδειχνε καν να νοιάζεται ή να στεναχωριέται. Κι όταν είπα ό,τι είχα να πω, είπε μόνο: "Nαι-ναι, αλλά εγώ δεν πεινάω"".
Ο γιατρός φαινόταν κατάπληκτος, ταραγμένος.
"Δεν ξέρω τι να σας πω". Πήρε ένα μπλοκ χαρτί. "Σας γράφω το όνομα και το τηλέφωνο ενός ψυχοθεραπευτή. Όχι ψυχιάτρου, να ξέρετε - αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να πλασάρει στον Ντάνι τίποτα χάπια. Θεραπευτή. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, εκτός κι αν οι εξετάσεις αίματος δείξουν κάποιο πρόβλημα -πράγμα αδιανόητο όπως το αντιλαμβάνομαι-, είναι ότι ο Ντάνι έχει μερικά πολύ σοβαρά συναισθηματικά προβλήματα, που πρέπει να διερευνηθούν και μάλιστα αμέσως. Αυτός ο Φιλντ είναι ο καλύτερος που γνωρίζω. Και είναι πολύ καλός με τα παιδιά. Πείτε του ότι είπα να σας δει αμέσως, σήμερα κιόλας αν είναι δυνατόν. Μας συνδέουν πολλά εμάς τους δύο - θα κάνει ό,τι του ζητήσω. Και νομίζω ότι είναι σε θέση να βοηθήσει τον Ντάνι".
"Σε τι να τον βοηθήσει, γιατρέ;" ρώτησε η Σούζαν. Την ένιωθα να χάνει την ψυχραιμία της. "Σε τι να τον βοηθήσει;" είπε. "Να βρει λόγο για να ζει;"
Καθώς πρόφερε την τελευταία λέξη η φωνή της ράγισε, άρχισε έξαφνα να κλαίει με λυγμούς έχοντας το πρόσωπό της χωμένο στις παλάμες, κι εγώ την πλησίασα, προσπάθησα να επικοινωνήσω με το τμήμα του εαυτού μου που ίσως να μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, ανακάλυψα ότι δεν είχε νεκρωθεί εντελώς μέσα μου και την πήρα στην αγκαλιά μου.
Τους άκουσα να μιλούν μέσα στη νύχτα. Τον Ντάνι και τα δύο κορίτσια.
Ήταν αργά, ετοιμαζόμασταν να πέσουμε για ύπνο και η Σούζαν ήταν στο μπάνιο κι έπλενε τα δόντια της. Βγήκα στο διάδρομο για να πάω κάτω, να κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο απ' το πακέτο που φύλαγα στην κουζίνα, και τότε τους άκουσα να ψιθυρίζουν. Τα δίδυμα κοιμόνταν στο ίδιο δωμάτιο ενώ ο Ντάνι είχε το δικό του. Ο ψίθυρος ερχόταν από το δικό τους.
Ήταν ενάντια στους κανόνες, μα έτσι κι αλλιώς εκείνες τις μέρες οι κανόνες είχαν πάει περίπατο. Τα μαθήματά τους τα 'χαν φορτώσει στον κόκκορα. Για πρωινό τρώγαμε καφέ κι έτοιμα ντόνατς. Ο Ντάνι, βέβαια, ούτε αυτά. Πέφταμε για ύπνο όταν νιώθαμε εξαντλημένοι.
Ο δόκτωρ Φιλντ μας είχε πει ότι δεν υπήρχε πρόβλημα μ' αυτό, για λίγο. Ότι, τουλάχιστον για την επόμενη εβδομάδα περίπου, έπρεπε να αποφύγουμε κάθε περίπτωση έντασης και αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της οικογένειας.
Δεν έπρεπε να φωνάζω στον Ντάνι επειδή δεν έτρωγε.
Ο Φιλντ μίλησε πρώτα μαζί του για μισή ώρα στο γραφείο του κι έπειτα, για άλλα είκοσι λεπτά, με τη Σούζαν και μένα. Τον βρήκα ευπαρουσίαστο και γλυκομίλητο. Μέχρι στιγμής δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιο θα μπορούσε να είναι το πρόβλημα του Ντάνι. H κατακλείδα όσων μπορούσε να μας πει ήταν ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να βλέπει τον Ντάνι κάθε μέρα μέχρι εκείνος να ξαναρχίσει να τρώει και, ίσως, μία ή δύο φορές την εβδομάδα από 'κεί κι έπειτα.
Αν άρχιζε να τρώει.
Αποφάσισα, τέλος πάντων, να αγνοήσω τους ψιθύρους. Στο κάτω-κάτω, θεώρησα ότι αν είχα εμμείνει στην απόφασή μου να κόψω το ρημάδι το τσιγάρο, δεν θα τους είχα ακούσει ποτέ. Τότε, όμως, η Τζένι είπε κάτι που γλίστρησε δυνατά και καθαρά απ' τη μισάνοιχτη πόρτα και μ' έκανε να σταματήσω.
"Ακόμα δεν καταλαβαίνω", είπε. "Τι σχέση έχει μ' εκείνο το κουτί;"
Δεν έπιασα την απάντησή του. Βάδισα προς την πόρτα. Ένα απ' τα σανίδια του πατώματος έτριξε. Οι ψίθυροι σταμάτησαν.
Ανοιξα την πόρτα. Ήταν κουβαριασμένα πάνω στο κρεβάτι.
"Τι να έχει σχέση μ' εκείνο το κουτί;" είπα.
Με κοίταξαν. Ήταν εκπληκτικό, συλλογίστηκα, που καθώς μεγάλωναν τα παιδιά μου δεν ένιωθαν καμία τύψη. Oι κανόνες δεν είχαν καμία σημασία. Σε αυτό δεν μου έμοιαζαν. Κάποιες στιγμές αναρωτιόμουν αν ήταν καν δικά μου παιδιά.
"Τίποτα", είπε ο Ντάνι.
"Τίποτα", είπαν η Κλαρίσα και η Τζένι.
"Ελάτε τώρα", είπα. "Πείτε μου. Τι λέγατε μόλις τώρα;"
"Κάτι", είπε ο Ντάνι.
"Κάτι μυστικό;" Το είπα αστειευόμενος, σαν να μην ήταν τίποτα το σπουδαίο.
Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. "Ξέρεις, κάτι".
"Κάτι σχετικό με το γιατί δεν τρως; Κάτι τέτοιο;"
"Μπαμπάαααα".
Τον ήξερα το γιο μου. Πείσμωνε εξίσου εύκολα με μένα. Δεν ήταν ανάγκη να είσαι μεγαλοφυΐα για να καταλάβεις πότε δεν θα του 'παιρνες κουβέντα παραπάνω, κι αυτή ήταν μία από εκείνες τις περιπτώσεις. "Εντάξει", είπα. "Αντε στο κρεβάτι σου".
Πέρασε δίπλα μου. Έριξα μια ματιά στο δωμάτιο κι είδα τα δυο κορίτσια να κάθονται και να με κοιτούν ακίνητα.
"Τι;" έκανα.
"Τίποτα", είπε η Κλαρίσα.
"'Νύχτα, μπαμπά", είπε η Τζένι.
Tις καληνύχτισα και κατέβηκα για τα τσιγάρα μου. Κάπνισα τρία. Αναρωτήθηκα τι να 'ταν αυτή η ιστορία με το κουτί.
Το επόμενο πρωί οι κόρες μου δεν έτρωγαν.
Από 'κει και πέρα, τα πράγματα εκτυλίχθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Μέχρι να βραδιάσει ήταν προφανές ότι ακολουθούσαν την ίδια πορεία με τον Ντάνι. Ήταν ευτυχισμένες. Ήταν ικανοποιημένες. Και ήταν ανυποχώρητες. Το δεν πεινάω είχε γίνει ξαφνικά για μένα η πιο τρομακτική φράση που μπορούσε να προφέρει άνθρωπος.
Κάθε παραλλαγή της έγινε εξίσου τρομακτική όταν δύο βράδια αργότερα, καθώς καθόμασταν με τη Σούζαν πάνω απ' τα αχνιστά ψητά λαζάνια που μαγείρευε όλη μέρα, εκείνη με ρώτησε πώς περίμενα να φάει τη στιγμή που και τα τρία της παιδιά πέθαιναν απ' την πείνα.
Και δεν ξανάφαγε τίποτα.
Αρχισα να παραγγέλνω για έναν.
Φαστ-φουντ. Kομμάτια πίτσας. Φτερούγες κοτόπουλου απ' το μαγέρικο.
Μέχρι τα Χριστούγεννα, ο Ντάνι δεν μπορούσε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι χωρίς βοήθεια.
Τα δίδυμα ήταν πετσί και κόκαλο - το ίδιο και η γυναίκα μου.
Δεν στρώσαμε χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ποιος ο λόγος άλλωστε;
Έφαγα κρύο τηγανητό ρύζι, έριξα κάνα δυο παϊδάκια στο φούρνο μικροκυμάτων κι αυτό ήταν.
Στο μεταξύ, ο Φιλντ ήταν ειλικρινά μπερδεμένος με την όλη υπόθεση και μου είπε ότι σκεφτόταν να γράψει μια μελέτη - μήπως θα με πείραζε; Δεν με πείραζε. Δεν μ' ένοιαζε ό,τι κι αν έκανε. Ο γιατρός Γουέλερ, που κανονικά θεωρούσε τα νοσοκομεία ως λύση έσχατης ανάγκης, ήθελε να βάλει τον Ντάνι σε ορό όσο το δυνατό συντομότερα. Θα του έκανε νέες εξετάσεις αίματος. Τον ρωτήσαμε αν όλα αυτά μπορούσαν να γίνουν μετά τα Χριστούγεννα. Είπε ναι, αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Συμφωνήσαμε.
Παρά το κρύο τηγανητό ρύζι και την παράνοια της υπόθεσης, τα Χριστούγεννα ήταν μακράν η καλύτερη μέρα που είχαμε περάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Έτσι που μας έβλεπα όλους μαζί, καθισμένους δίπλα στη φωτιά να ανοίγουμε πακέτα κάτω απ' το δέντρο, μου ήρθαν στο νου ένα σωρό αναμνήσεις. Η θαλπωρή παλιότερων ημερών. Ήταν σχεδόν φυσιολογικά, παρ' όλο που, φυσικά, κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα. Για χάρη εκείνης της μέρας και μόνο μπόρεσα να λησμονήσω κάπως την ανησυχία μου για εκείνους, να ξεχάσω ότι το επόμενο πρωί ο Ντάνι θα έμπαινε στο νοσοκομείο - κι ότι, χωρίς αμφιβολία, τα δίδυμα θα τον ακολουθούσαν κατά πόδας. Από την πλευρά της, η Σούζαν δεν φαινόταν να ανησυχεί καθόλου. Λες και παίρνοντας μέρος στη νηστεία τους συμμετείχε και στην άγνοια του κινδύνου που εγκυμονούσε. Λες και η ίδια η νηστεία ήταν ένα ναρκωτικό.
Εκείνη τη μέρα θυμάμαι ότι γελάσαμε, γελάσαμε πολύ. Σε κανέναν δεν ταίριαζαν τα καινούργια ρούχα, παρά μόνο σε μένα, μα τα δοκιμάσαμε έτσι κι αλλιώς - κάναμε αστεία για την Τρομερή Γιγαντογυναίκα και τον Ανθρωπο που Ζάρωνε. Και τα παιχνίδια ταίριαζαν όλα στην περίσταση, όπως κι ο ολοκαίνουργιος, χειροποίητος, ξυλόγλυπτος, Aμερικανός, πρωτόγονος άγγελος που είχα αγοράσει για το δέντρο.
Είτε το πιστέψετε είτε όχι, ήμασταν ευτυχισμένοι.
Μα σαν έπεσα στο κρεβάτι εκείνη τη νύχτα, συλλογίστηκα τον Ντάνι που την επομένη θα έμπαινε στο νοσοκομείο, κι έπειτα, για κάποιο λόγο, μου ήρθαν στο νου οι ψίθυροι που νόμιζα πως είχα κρυφακούσει πριν πολύ καιρό, και μετά ο άνθρωπος με το κουτί κι η μέρα που είχαν αρχίσει όλα. Ένιωσα ανόητος, σαν κάποιος που ξυπνά από ένα πολύπλοκο όνειρο που τον μπλέκει ακόμα περισσότερο.
Έξαφνα έπρεπε να μάθω τι ήξερε ο Ντάνι.
Σηκώθηκα, πήγα στο δωμάτιό του και τον ξύπνησα σκουντώντας τον απαλά.
Τον ρώτησα αν θυμόταν εκείνη τη μέρα στο τρένο, αν θυμόταν τον άντρα με το κουτί, αν θυμόταν που κοίταξε μες στο κουτί, κι όταν ο Ντάνι είπε πως τα θυμόταν όλα, τον ρώτησα τι είχε μέσα.
"Τίποτα", απάντησε.
"Αλήθεια, τίποτα; Θες να πεις ότι ήταν εντελώς άδειο;"
Έγνεψε καταφατικά.
"Μα δεν... Θυμάμαι που μας είπε ότι ήταν ένα δώρο".
Ξανάγνεψε. Ακόμα δεν καταλάβαινα. Δεν έβγαζα άκρη.
"Θες να πεις ότι ήταν κάποιου είδους φάρσα; Ότι έκανε φάρσα σε κάποιον;"
"Δεν ξέρω. Απλώς... το κουτί ήταν άδειο".
Με κοιτούσε λες και του ήταν αδύνατο να καταλάβει γιατί δεν καταλάβαινα. Αδειο σημαίνει άδειο. Τελεία και παύλα.
Τον άφησα να κοιμηθεί. Την τελευταία του νύχτα, στο δικό του δωμάτιο.
Σας είπα ότι από 'κει και πέρα τα πράγματα εκτυλίχθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς και όντως έτσι ήταν, αν και τότε μου φαίνονταν αλλιώς. Τρεις εβδομάδες αργότερα ο γιος μου μού χαμογέλασε γλυκά, βυθίστηκε σε κώμα και πέθανε πριν καν περάσουν τριάντα δύο ώρες. Ήταν ασυνήθιστο, μου είπαν, να μην κρατήσει ο ορός στη ζωή ένα αγόρι της ηλικίας του, μα συμβαίνει μερικές φορές. Ήδη τα δίδυμα είχαν πιάσει κρεβάτια δυο πόρτες παρακάτω. Η Κλαρίσα έφυγε στις 3 Φεβρουαρίου και η Τζένι στις 5.
Η γυναίκα μου, η Σούζαν, συνέχισε να φυτοζωεί μέχρι τις 27.
Και μέσα σε όλα αυτά, όλες αυτές τις εβδομάδες που πηγαινοερχόμουν κάθε μέρα στο νοσοκομείο, δουλεύοντας όποτε ήμουν κι όποτε είμαι σε θέση να δουλέψω και παίρνοντας μεγαλόψυχα ρεπό όποτε δεν μπορώ, ταξιδεύοντας προς το Σίτι απ' το Ράι κι απ' το Σίτι πίσω στο Ράι μονάχος μου στο τρένο, τον αναζητώ. Κοιτάζω μέσα σε κάθε βαγόνι. Περπατώ μπρος πίσω, μπας κι ανεβεί μια στάση νωρίτερα ή αργότερα. Δεν θέλω να τον χάσω. Χάνω βάρος.
Τρώω, βέβαια. Όχι όσο θα 'πρεπε, αλλά τρώω.
Μα πρέπει να τον βρω. Πρέπει να μάθω τι ήταν αυτό που ήξερε ο γιος μου και το μεταβίβασε και στους άλλους. Είμαι βέβαιος ότι τα κορίτσια ήξεραν, ότι τους το μεταβίβασε εκείνο το βράδυ στο δωμάτιο - κάποια τρομερή γνώση, κάποια φοβερή γαλήνη. Και νομίζω ότι, με κάποιον τρόπο, το ήξερε και η Σούζαν, ίσως επειδή βρισκόταν πολύ πιο κοντά στα παιδιά μου απ' ό,τι εγώ. Είμαι πεπεισμένος γι' αυτό.
Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό που με διαχώριζε από εκείνους και με έσωσε ήταν η χαρακτηριστική μοναξιά μου, που τώρα, βέβαια, με κατατρύχει, με κάνει να περιπλανιέμαι στους σκοτεινούς διαδρόμους των τρένων της γραμμής περιμένοντας να τον δω για μια στιγμή - εκείνον και το καταραμένο δώρο του, το πακέτο του, το κουτί του.
Θέλω να μάθω. Μόνο έτσι θα βρεθώ κοντά τους.
Θέλω να δω. Πρέπει να δω.
Πεινάω.