ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥ ΚΙΜ ΣΤΑΝΛΕΫ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ «ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΑΡΗΣ», εκδόσεις Ars Longa / Παρα Πέντε.
«Εφόσον ούτως ή άλλως θα τρελαθούν, γιατί να μη σταλούν εξαρχής παράφρονες για να γλιτώσουν τον κόπο;» είπε ο Μισέλ Ντυβάλ.
Δεν το έλεγε τελείως στ' αστεία· πάγια θέση του ήταν ότι τα κριτήρια της επιλογής κατέληγαν σε ένα απίστευτο σύμφυρμα από αντιφάσεις. Οι συνάδελφοί του ψυχολόγοι τον κοίταξαν χάσκοντας· «Μπορείς να προτείνεις συγκεκριμένες αλλαγές;» ρώτησε ο πρόεδρος, ο Τσαρλς Γιορκ.
«Ίσως θα 'πρεπε να πάμε όλοι μαζί τους στην Ανταρκτική, και να τους παρατηρήσουμε την πρώτη περίοδο που θα είναι παρέα. Αυτό θα μας διδάξει πολλά».
«Αλλά η παρουσία μας θα αποτελεί κώλυμα. Νομίζω ότι ένας από μας είναι αρκετός».
Έστειλαν λοιπόν τον Μισέλ Ντυβάλ. Πήγε μαζί με εκατόν πενήντα περίπου φιναλίστ στο Σταθμό ΜακΜέρντο. Η αρχική συνάντηση ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με όλα τα διεθνή επιστημονικά συνέδρια που τους ήταν οικεία από τους επιστημονικούς κλάδους τους. Αλλά υπήρχε μια διαφορά: αυτή εδώ ήταν η συνέχιση μιας διαδικασίας επιλογής που είχε διαρκέσει χρόνια, και θα κρατούσε άλλο ένα. Και οι επιλεγμένοι θα πήγαιναν στον Αρη.
Έζησαν λοιπόν μαζί στην Ανταρκτική για περισσότερο από ένα χρόνο, κι εξοικειώθηκαν με τα καταφύγια και τον εξοπλισμό που ήδη προσεδαφιζόταν στον Αρη με ρομποτικά οχήματα· εξοικειώθηκαν με ένα τοπίο που ήταν παγωμένο και άγριο σχεδόν όσο και ο ίδιος ο Αρης· εξοικειώθηκαν ο ένας με τον άλλο. Έζησαν σε ένα σύμπλεγμα από οικοπεριβάλλοντα που βρίσκονταν στην Κοιλάδα Ράιτ, τη μεγαλύτερη από τις Στεγνές Κοιλάδες της Ανταρκτικής. Φρόντισαν τη βιοσφαιρική φάρμα, έπειτα αποσύρθηκαν στα οικοπεριβάλλοντα για το σκοτεινό χειμώνα του νότου και σπούδασαν δευτερεύοντα ή τριτεύοντα επαγγέλματα, ή έτρεξαν προσομοιώσεις των διαφόρων εργασιών που θα έκαναν στο διαστημόπλοιο Αρης ή αργότερα στον ίδιο τον κόκκινο πλανήτη· και είχαν συνέχεια, συνέχεια επίγνωση του ότι παρακολουθούνταν, αξιολογούνταν, κρίνονταν.
Σε καμία περίπτωση δεν ήταν όλοι αστροναύτες ή κοσμοναύτες, μολονότι υπήρχαν καμιά δεκαριά άτομα από κάθε είδος και υπήρχαν πολύ περισσότεροι στα βόρεια που πίεζαν για να συμπεριληφθούν. Αλλά η πλειοψηφία των αποίκων θα έπρεπε να έχει εμπειρία σε τομείς που θα έρχονταν στο προσκήνιο μετά την προσεδάφιση: γνώσεις ιατρικής, γνώσεις υπολογιστών, ρομποτική, σχεδίαση συστημάτων, αρχιτεκτονική, γεωλογία, σχεδίαση βιοσφαιρών, γενετική μηχανική, βιολογία· επίσης κάθε είδους μηχανολογικές γνώσεις, και εμπειρία σε κατασκευαστικά έργα διαφόρων ειδών. Αυτοί που είχαν καταφέρει να φτάσουν στην Ανταρκτική ήταν μια εντυπωσιακή ομάδα ειδικών στις σχετικές επιστήμες και επαγγέλματα, και περνούσαν αρκετό από το χρόνο τους σε εκπαίδευση για να εντυπωσιάσουν επίσης και σε δευτερεύοντες και τριτεύοντες τομείς.
Και όλες οι δραστηριότητές τους εκτυλίσσονταν υπό τη διαρκή πίεση της παρατήρησης, της αξιολόγησης, της κρίσης. Η διαδικασία ήταν κατ' ανάγκην αγχωτική· μέρος των τεστ κι αυτό. Ο Μισέλ Ντυβάλ ένιωθε ότι ήταν σφάλμα, εφόσον συνήθως έκανε τους άποικους βαθιά επιφυλακτικούς και δύσπιστους, παρεμποδίζοντας έτσι τη συμβατότητα που υποτίθεται αναζητούσε η επιτροπή επιλογής. Κι ήταν μάλιστα μια από τις πολλές αντιφάσεις. Οι ίδιοι οι άποικοι δεν έλεγαν πολλά γι' αυτή την πτυχή της κατάστασης, και δεν τους κατηγορούσε· δεν υπήρχε καλύτερη στρατηγική, να μια αντίφαση: εξασφάλιζε τη σιωπή. Δεν είχαν περιθώριο να προσβάλουν κανέναν, ή να παραπονεθούν υπέρμετρα· δεν μπορούσαν να ρισκάρουν να απομακρυνθούν υπερβολικά· δεν μπορούσαν να κάνουν εχθρούς.
Συνέχισαν λοιπόν να είναι αρκετά μεγαλοφυείς και πετυχημένοι ώστε να ξεχωρίζουν, αλλά αρκετά φυσιολογικοί ώστε να τα πάνε καλά μεταξύ τους. Ήταν αρκετά μεγάλοι ώστε να έχουν μάθει πολλά πράγματα, αλλά αρκετά νέοι ώστε να αντέξουν την ταλαιπωρία της δουλειάς. Είχαν αρκετά κίνητρα ώστε να διακριθούν, αλλά ήταν αρκετά άνετοι ώστε να ανταπεξέλθουν κοινωνικά. Και ήταν αρκετά τρελοί ώστε να θέλουν να φύγουν από τη Γη για πάντα, αλλά αρκετά σώφρονες ώστε να καλύπτουν αυτή τη θεμελιώδη τρέλα, και μάλιστα να την υπερασπίζονται σαν καθαρό ορθολογισμό, επιστημονική περιέργεια ή κάτι ανάλογο - που έμοιαζε να είναι ο μόνος λόγος για να θέλει κάποιος να πάει, κι έτσι φυσικά ισχυρίζονταν ότι είχαν τη μεγαλύτερη επιστημονική περιέργεια στην ιστορία! Αλλά φυσικά έπρεπε να υπάρχει κάτι παραπάνω. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να είναι αποξενωμένοι, αρκετά αποξενωμένοι και μοναχικοί για να μην τους νοιάζει που θα άφηναν για πάντα όσους ήξεραν - αλλά και να είναι αρκετά κοινωνικοί για να τα πάνε καλά με τους καινούργιους γνωστούς στην Κοιλάδα Ράιτ, με όλα τα μέλη του μικρούλικου χωριού που θα ήταν η αποικία. Α, οι αντιφάσεις ήταν άπειρες! Ταυτοχρόνως έπρεπε να είναι αφύσικοι και φυσιολογικοί. Ένας ακατόρθωτος στόχος, αλλά όμως ένας στόχος που στεκόταν εμπόδιο στη μεγαλύτερη επιθυμία της καρδιάς τους· και μετατρεπόταν σε αγωνία, φόβο, δυσφορία, οργή. Και για να κατακτήσουν αυτά τα άγχη...
Μα κι αυτό ήταν μέρος του τεστ. Ο Μισέλ δεν μπορούσε παρά να παρατηρεί με μεγάλο ενδιαφέρον. Μερικοί απέτυχαν, έσπασαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ένας Αμερικανός θερμικός μηχανικός άρχισε να κλείνεται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του, έπειτα κατέστρεψε αρκετά ρόβερ και αναγκάστηκαν να τον σταματήσουν και να τον διώξουν δια της βίας. Ένα ζευγάρι Ρώσων έγιναν εραστές, και ο χωρισμός τους ήταν τόσο βίαιος που δεν μπορούσαν ούτε να βλέπονται και έπρεπε να αποπεμφθούν και οι δύο. Αυτό το μελόδραμα υπογράμμισε τους κινδύνους ενός ρομαντικού δεσμού που θα πήγαινε στραβά, και έκανε τους υπόλοιπους πολύ προσεκτικούς σ' αυτό το θέμα. Οι άνθρωποι συνέχισαν να κάνουν σχέσεις, και όταν ήρθε ο καιρός να φύγουν από την Ανταρκτική είχαν ήδη γίνει τρεις γάμοι, και αυτοί οι έξι τυχεροί μπορούσαν να θεωρήσουν ότι ήταν κατά μία έννοια «ασφαλείς»· αλλά οι περισσότεροι ήταν τόσο επικεντρωμένοι στον Αρη που είχαν παραμερίσει προσωρινά αυτό το κομμάτι της ζωής τους, και το πολύ-πολύ να ανέπτυσσαν διακριτικά κάποια φιλική σχέση, σε μερικές περιπτώσεις κρυμμένη σχεδόν από όλους, σε μερικές περιπτώσεις απλώς μακριά από το βλέμμα των επιτροπών επιλογής.
Και ο Μισέλ ήξερε ότι έβλεπε μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Ήξερε ότι στην Ανταρκτική συνέβαιναν κρίσιμα πράγματα, μακριά από τα μάτια του. Οι σχέσεις είχαν αφετηρίες· και μερικές φορές η αφετηρία μιας σχέσης προσδιορίζει τη συνέχειά της. Τις λιγοστές ώρες του φωτός της μέρας μπορούσε κάποιος να φύγει από το στρατόπεδο και να πάει στο Λουκάουτ Πόιντ· και κάποιος άλλος μπορούσε να τον ακολουθήσει· και αυτό που θα συνέβαινε εκεί ίσως άφηνε για πάντα τη σφραγίδα του. Αλλά ο Μισέλ δεν θα το μάθαινε ποτέ.
Κι έπειτα έφυγαν από την Ανταρκτική, και η ομάδα επιλέχθηκε. Ήταν πενήντα άντρες και πενήντα γυναίκες: τριάντα πέντε Αμερικανοί, τριάντα πέντε Ρώσοι, και τριάντα από διάφορες συνεργαζόμενες χώρες, δεκαπέντε προσκεκλημένοι από καθέναν από τους δύο μεγάλους συνεταίρους. Ήταν δύσκολο να κρατηθεί μια τέτοια τέλεια συμμετρία, αλλά η επιτροπή επιλογής είχε μοχθήσει.
Οι τυχεροί πήγαν αεροπορικώς στο Κέηπ Κανάβεραλ ή στο Μπαϊκονούρ, για να ανέβουν σε τροχιά. Σ' αυτό το σημείο γνωρίζονταν μεταξύ τους πολύ καλά και δεν γνωρίζονταν καθόλου. Ήταν μια ομάδα, σκέφτηκε ο Μισέλ, με καθιερωμένες φιλίες, και ορισμένες ομαδικές τελετουργίες, τελετές, συνήθειες, και τάσεις· και μεταξύ αυτών των τάσεων ήταν το ένστικτο να κρύβονται, να παίζουν ρόλους και να κρύβουν τον πραγματικό εαυτό τους. Ίσως αυτός να ήταν απλώς ο ορισμός της ζωής του χωριού, της κοινωνικής ζωής. Αλλά του Μισέλ του φαινόταν ότι ήταν κάτι χειρότερο· κανείς ποτέ δεν είχε αναγκαστεί να διαγωνιστεί τόσο σκληρά για να γίνει μέλος ενός χωριού· και ο ριζικός διαχωρισμός μεταξύ δημόσιας ζωής και ιδιωτικής ζωής που ήρθε σαν αποτέλεσμα ήταν κάτι καινούργιο, και παράξενο. Τώρα ριζωμένη βαθιά μέσα τους ήταν μια ανταγωνιστική τάση, ένα συνεχές αδιόρατο συναίσθημα ότι ο καθένας ήταν μόνος του και ότι σε περίπτωση προβλήματος οι υπόλοιποι θα τον εγκατέλειπαν και θα απορριπτόταν από την ομάδα.
Η επιτροπή επιλογής έτσι είχε δημιουργήσει μερικά από κείνα ακριβώς τα προβλήματα που ήλπιζε να προλάβει. Μερικοί το είχαν συνειδητοποιήσει αυτό· και φυσικά φρόντισαν να συμπεριλάβουν μεταξύ των αποίκων τον πιο κατάλληλο ψυχίατρο που μπορούσαν να σκεφτούν.
Έτσι έστειλαν τον Μισέλ Ντυβάλ .
Στην αρχή ένιωσαν σαν να τους πίεζαν κατάστηθα. Έπειτα σπρώχτηκαν πίσω στις θέσεις τους, και για ένα δευτερόλεπτο η πίεση ήταν εξαιρετικά οικεία: ένα g, η βαρύτητα στην οποία ποτέ δεν θα ξαναζούσαν. Ο Αρης περιέτρεχε τη Γη με 28.000 χιλιόμετρα ανά ώρα. Επιτάχυναν επί αρκετά λεπτά, και η ώθηση του πυραύλου ήταν τόσο ισχυρή που η όρασή τους θόλωσε καθώς οι κερατοειδείς χιτώνες πιέζονταν, και η αναπνοή γινόταν με κόπο. Στα 40.000 χιλιόμετρα ανά ώρα, η καύση τελείωσε. Ήταν ελεύθεροι από την έλξη της Γης, σε τροχιά μονάχα γύρω από τον ήλιο.
Οι άποικοι κάθισαν στις θέσεις Δv ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, με επιδερμίδα κοκκινισμένη και καρδιές που βροντοχτυπούσαν. Η Μάγια Καταρίνα Τοϊτόβνα, ο επίσημος ηγέτης του ρωσικού αποσπάσματος, κοίταξε βιαστικά γύρω της. Οι άνθρωποι έμοιαζαν αποσβολωμένοι. Τι νιώθει ένας μανιακός όταν του δώσεις το αντικείμενο του πόθου του; Στην πραγματικότητα, η απάντηση είναι δύσκολη. Κατά μία έννοια η ζωή τους τελείωνε· και όμως κάτι άλλο, κάποια άλλη ζωή, είχε επιτέλους, επιτέλους, αρχίσει... Με τόσα συναισθήματα να ξεχειλίζουν ταυτοχρόνως, ήταν αδύνατο να μην ζαλιστείς· ήταν ένα σήμα παρεμβολής, μερικά συναισθήματα εξουδετερώνονταν, άλλα ενισχύονταν. Η Μάγια έλυσε τη ζώνη της καρέκλας της και ένιωσε ένα πλατύ χαμόγελο να αλλοιώνει το πρόσωπό της, και είδε στα πρόσωπα γύρω της το ίδιο ανεξέλεγκτο χαμόγελο· σ' όλους εκτός από τον Σαξ Ράσελ, που ήταν απαθής σαν κουκουβάγια, κι ανοιγόκλεινε τα μάτια καθώς κοίταζε τις ενδείξεις στις οθόνες των υπολογιστών της αίθουσας.
Αιωρήθηκαν δίχως βάρος ολόγυρα στην αίθουσα. 21 Δεκεμβρίου 2026: κινούνταν γρηγορότερα από κάθε άλλον στην ιστορία. Είχαν ξεκινήσει. Ήταν η αρχή ενός εννιάμηνου ταξιδιού - ή ενός ταξιδιού που θα κρατούσε όσο η υπόλοιπη ζωή τους. Ήταν μόνοι τους.
Εκείνοι που ήταν υπεύθυνοι για το πιλοτάρισμα του Αρη τραβήχτηκαν στις οθόνες ελέγχου, και έδωσαν εντολές για την πυροδότηση των εγκάρσιων πυραύλων ελέγχου. Ο Αρης άρχισε να περιστρέφεται, και σταθεροποιήθηκε στις τέσσερις στροφές ανά λεπτό. Οι άποικοι βούλιαξαν προς το πάτωμα και στάθηκαν σε ψευδοβαρύτητα 0,38 g, πολύ όμοια με κείνη που θα ένιωθαν στον Αρη. Πολλά ανθρωπο-έτη δοκιμών έδειχναν ότι η ζωή σ' αυτά τα g θα ήταν αρκετά υγιεινή, και τόσο υγιεινότερη από εκείνη σε μηδενική βαρύτητα που άξιζε τον κόπο να περιστρέφουν το πλοίο. Κι επίσης, σκέφτηκε η Μάγια, ήταν υπέροχα. Η έλξη ήταν αρκετή για να κρατάνε την ισορροπία τους, αλλά δίχως να έχουν την αίσθηση ότι τους πίεζαν ή τους τραβούσαν. Ήταν η τέλεια αντιστοιχία με τη διάθεσή τους: διέσχισαν παραπαίοντας τους διαδρόμους προς τη μεγάλη αίθουσα του εστιατορίου στον Τορό Δ, με ζάλη κι αγαλλίαση, περπατώντας στον αέρα.
Στο εστιατόριο του Τορού Δ έγιναν όλοι μια παρέα, σαν σε κοκτέιλ πάρτι, γιορτάζοντας την αναχώρηση. Η Μάγια περιπλανήθηκε, πίνοντας αργά σαμπάνια από μια κούπα, με μια ονειρική αίσθηση και με ανείπωτη χαρά, συνδυασμός που της θύμιζε τη δεξίωση του γάμου της πριν πολλά χρόνια. Κατ' ελπίδαν αυτός ο γάμος θα πήγαινε καλύτερα από τον προηγούμενο, σκέφτηκε, επειδή αυτός θα κρατούσε για πάντα. Η αίθουσα αντηχούσε από τις συζητήσεις. «Είναι μια συμμετρία όχι τόσο κοινωνιολογική όσο μαθηματική. Ένα είδος αισθητικής ισορροπίας». «Ελπίζουμε να το φέρουμε στην κλίμακα των μερικών μερών ανά δισεκατομμύριο, αλλά δεν θα είναι εύκολο». Η Μάγια αρνήθηκε μια πρόταση για να ξαναβάλει ποτό, νιώθοντας αρκετά ζαλισμένη. Εκτός αυτού, τώρα δούλευε. Ήταν, θα μπορούσε να πει κανείς, συνδήμαρχος αυτού του χωριού, υπεύθυνη για τη δυναμική της συμπεριφοράς της ομάδας, η οποία σίγουρα θα γινόταν πολύπλοκη. Οι συνήθειες της Ανταρκτικής πήραν το πάνω χέρι ακόμα κι αυτή τη στιγμή, τη στιγμή του θριάμβου, και έστησε αυτί και παρακολούθησε σαν ανθρωπολόγος, ή σαν κατάσκοπος.
«Οι τρελογιατροί έχουν τους λόγους τους. Στο τέλος θα γίνουμε πενήντα ευτυχισμένα ζευγάρια».
«Και ήδη ξέρουν ποιος θα ζευγαρώσει με ποιον».
Τους είδε να γελούν. Έξυπνοι, υγιείς, μορφωμένοι στο έπακρο· άραγε ήταν αυτή επιτέλους η ορθολογική κοινωνία, η επιστημονικά σχεδιασμένη κοινότητα που αποτελούσε το όνειρο του Διαφωτισμού; Αλλά υπήρχαν ο Αρκάντυ, η Νάντια, ο Βλαντ, η Ιβάνα. Ήξερε το ρωσικό απόσπασμα καλά και δεν είχε ανάλογες ψευδαισθήσεις. Εξίσου πιθανό θα ήταν να κατέληγαν να μοιάζουν με εστία φοιτητών τεχνικού πανεπιστημίου όλο αλλόκοτες φάρσες και παθιασμένες σχέσεις. Μόνο που έμοιαζαν μεγάλοι γι' αυτό το ρόλο: αρκετοί από τους άντρες είχαν μαλλιά που αραίωναν, και πολλοί, αμφοτέρων των φύλων, είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Ο χρόνος βάραινε πάνω τους· η μέση ηλικία τους ήταν σαράντα έξι, με ακραίες τιμές που κυμαίνονταν από τα τριάντα τρία (η Χιρόκο Αι, η Γιαπωνέζα που ήταν μεγαλοφυΐα στη σχεδίαση βιοσφαιρών) ως τα πενήντα οκτώ (ο Βλαντ Τανέεφ, κάτοχος βραβείου Νόμπελ ιατρικής).
Τώρα, όμως, σ' όλων τα πρόσωπα υπήρχε η λάμψη της νιότης. Ο Αρκάντυ Μπογκντάνωφ ήταν ένα πορτραίτο από κόκκινο: μαλλιά, γένια, επιδερμίδα. Σ' όλο αυτό το κόκκινο τα μάτια του ήταν ένα ξεσαλωμένο μπλε ελεκτρίκ και γούρλωναν από χαρά καθώς αναφωνούσε, «Επιτέλους ελεύθεροι! Επιτέλους ελεύθεροι! Επιτέλους τα παιδιά μας είναι ελεύθερα!» Είχαν κλείσει τις βιντεοκάμερες, αφού πρώτα η Τζάνετ Μπλυλέβεν είχε τραβήξει μια σειρά συνεντεύξεων για τους τηλεοπτικούς σταθμούς πίσω στην πατρίδα· τώρα δεν είχαν επαφή με τη Γη, από το εστιατόριο τουλάχιστον, και ο Αρκάντυ τραγουδούσε, και η παρέα τριγύρω του έκανε πρόποση για το τραγούδι. Η Μάγια κοντοστάθηκε για να κάτσει μαζί τους. Επιτέλους ελεύθεροι· ήταν απίστευτο ότι πράγματι ήταν στο δρόμο για τον Αρη! Σμάρια ανθρώπων που μιλούσαν, πολλοί απ' αυτούς παγκοσμίου φήμης στους κλάδους τους· η Ιβάνα είχε μοιραστεί το Νόμπελ χημείας, ο Βλαντ ήταν ένας από τους διασημότερους γιατρούς-βιολόγους του κόσμου, ο Σαξ ήταν στο πάνθεο εκείνων που είχαν συνεισφέρει στην υποατομική θεωρία, η Χιρόκο ήταν ασυναγώνιστη στο σχεδιασμό των συστημάτων υποστήριξης περίκλειστης βιολογικής ζωής, και ούτω καθ' εξής· ένα λαμπρό πλήθος!
Και η Μάγια ήταν ένας από τους ηγέτες του. Της προκαλούσε κάποιο δέος. Οι μηχανολογικές και κοσμοναυτικές γνώσεις της ήταν αρκετά ταπεινές, εκείνο που πιθανότατα την είχε φέρει στο πλοίο ήταν οι διπλωματικές ικανότητές της. Το να έχει επιλεγεί για να είναι επικεφαλής της πολυσχιδούς, δύστροπης ρωσικής ομάδας, με αρκετά άτομα από την κοινοπολιτεία - ε, δεν την πείραζε. Ήταν ενδιαφέρουσα δουλειά, και την είχε συνηθίσει. Και ίσως αποδεικνυόταν ότι τα ταλέντα της ήταν τα πιο σημαντικά πάνω στο πλοίο. Στο κάτω-κάτω, έπρεπε να τα πάνε καλά μεταξύ τους. Κι αυτό ήταν ζήτημα δόλου, και πανουργίας, και βούλησης. Να προκαλέσεις με τη βούλησή σου την υπακοή των άλλων! Η Μάγια κοίταξε το πλήθος των προσώπων που έλαμπαν, και γέλασε. Όλοι όσοι ήταν στο πλοίο ήταν καλοί στη δουλειά τους, αλλά μερικοί ήταν πολύ πιο προικισμένοι. Έπρεπε να ξεχωρίσει αυτούς τους ανθρώπους, να τους ανακαλύψει, να τους καλλιεργήσει. Απ' αυτό θα κρινόταν η ικανότητά της να λειτουργήσει σαν ηγέτης· επειδή, σκέφτηκε, σίγουρα θα κατέληγαν να γίνουν ένα είδος χαλαρής επιστημονικής αξιοκρατίας. Και σε μια τέτοια κοινωνία, την πραγματική εξουσία την αποτελούσαν οι ασυνήθιστα ταλαντούχοι. Στο φινάλε, αυτοί θα ήταν οι πραγματικοί ηγέτες της αποικίας - αυτοί, ή εκείνοι που τους επηρέαζαν.
Κοίταξε γύρω της, εντόπισε τον ομόλογό της, τον Φρανκ Τσάλμερς. Στην Ανταρκτική δεν τον είχε γνωρίσει καλά. Ένας ψηλός, μεγαλόσωμος, μελαψός άντρας. Ήταν αρκετά ομιλητικός, και απίστευτα δραστήριος· δύσκολα όμως τον καταλάβαινες. Τον έβρισκε ελκυστικό. Αραγε να είχε τις ίδιες απόψεις μ' αυτήν; Η Μάγια δεν ήξερε. Τώρα ο Φρανκ μιλούσε με μερικούς ανθρώπους στην άλλη άκρη της αίθουσας, ακούγοντας με τον οξυδερκή, αινιγματικό τρόπο του, με το κεφάλι γερμένο, έτοιμος να ορμήξει με κάποιο πνευματώδες σχόλιο. Θα έπρεπε να μάθει περισσότερα γι' αυτόν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα έπρεπε να μάθει να συμβιώνει μαζί του.
Διέσχισε το δωμάτιο, σταμάτησε πλάι του, στάθηκε έτσι που τα μπράτσα τους ίσα που ν' αγγίζουν. Έγειρε το κεφάλι της προς το δικό του. Μια βιαστική χειρονομία προς τους συντρόφους τους: «Θα έχει πλάκα, δεν νομίζεις;»
Ο Τσάλμερς την κοίταξε. «Αν όλα πάνε καλά», είπε.
Μετά τη γιορτή και το δείπνο, μη μπορώντας να κοιμηθεί, η Μάγια έκανε μια βόλτα στον Αρη . Όλοι είχαν περάσει ώρες στο διάστημα, ποτέ όμως σε κάτι σαν τον Αρη , που ήταν πελώριος. Στο εμπρόσθιο άκρο του πλοίου υπήρχε ένα είδος ρετιρέ, μια απομονωμένη δεξαμενή σαν πρόβολος, που περιστρεφόταν αντίθετα από το υπόλοιπο πλοίο έτσι ώστε ήταν σταθερή. Ο εξοπλισμός ηλιακών παρατηρήσεων, οι κεραίες ασυρμάτου και τα υπόλοιπα όργανα που δούλευαν καλύτερα δίχως περιστροφή βρίσκονταν σ' αυτή τη δεξαμενή, και ακριβώς στην άκρη ήταν ένα σφαιρικό δωμάτιο από διαφανές πλαστικό, ένας θάλαμος που σύντομα τον ονόμασαν θόλο, που πρόσφερε στο πλήρωμα θέα στα άστρα δίχως βάρος και περιστροφή, και μερική θέα του μεγάλου πλοίου πίσω του.
Η Μάγια αιωρήθηκε δίπλα στον τοίχο-παράθυρο αυτού του θόλου, κοιτάζοντας το πλοίο πίσω με περιέργεια. Το είχαν κατασκευάσει χρησιμοποιώντας εξωτερικές δεξαμενές καυσίμων του διαστημικού λεωφορείου· περίπου στην αρχή του αιώνα η ΝΑΣΑ και η Γκλαβκόσμος είχαν αρχίσει να προσαρμόζουν μικρούς προωθητικούς πυραύλους στις δεξαμενές και να τις ανεβάζουν σε τροχιά. Είχαν εκτοξεύσει δεκάδες δεξαμενές μ' αυτό τον τρόπο, κι έπειτα τις είχαν σύρει στα εργοτάξια και τις είχαν χρησιμοποιήσει - μ' αυτές είχαν κατασκευάσει δύο μεγάλους διαστημικούς σταθμούς, ένα σταθμό Λ5, ένα σταθμό σεληνιακής τροχιάς, το πρώτο επανδρωμένο αρειανό όχημα, και δεκάδες ανεπάνδρωτα φορτηγά που είχαν σταλεί στον Αρη. Έτσι, όταν πια οι δύο υπηρεσίες είχαν συμφωνήσει να κατασκευάσουν τον Αρη , η χρήση των δεξαμενών ήταν υπόθεση ρουτίνας με τυποποιημένες μονάδες πρόσδεσης, εσωτερικά, συστήματα προώθησης και τα λοιπά· και η κατασκευή του μεγάλου πλοίου είχε πάρει λιγότερο από δύο χρόνια.
Έμοιαζε με κάτι φτιαγμένο από παιδικό σετ παιχνιδιών, με κυλίνδρους ενωμένους στις άκρες που δημιουργούσαν πιο πολύπλοκα σχήματα - σ' αυτή την περίπτωση, οκτώ εξάγωνα από συνδεμένους κυλίνδρους, που λέγονταν τοροί, ευθυγραμμισμένα, που τα διαπερνούσε ένα κεντρικό πλημνικό φρεάτιο αποτελούμενο από ένα τσαμπί από πέντε σειρές κυλίνδρων. Οι τοροί συνδέονταν με το πλημνικό φρεάτιο με λεπτά τούνελ-ακτίνες και το τελικό αντικείμενο έμοιαζε κάπως με αγροτικό μηχάνημα, με το μπράτσο μιας θεριζοαλωνιστικής μηχανής θα 'λεγε κανείς ή με κινούμενο ποτιστήρι. Ή με οκτώ λουκουμάδες γεμάτους εξογκώματα, σκέφτηκε η Μάγια, που ήταν καρφωμένοι σε ξυλάκι με οδοντογλυφίδες. Από κείνα τα πράγματα που αρέσουν στα παιδιά.
Οι οκτώ τοροί είχαν κατασκευαστεί από αμερικάνικες δεξαμενές, και η πεντάδα του κεντρικού φρεατίου ήταν ρωσική. Όλα είχαν περίπου πενήντα μέτρα μήκος και δέκα μέτρα διάμετρο. Η Μάγια κατηφόρισε αιωρούμενη τις δεξαμενές του πλημνικού φρεατίου δίχως ιδιαίτερο προορισμό· χρειάστηκε αρκετή ώρα, αλλά δεν βιαζόταν. Έπεσε στον Τορό Ζ. Υπήρχαν αίθουσες λογής-λογής σχημάτων και μεγεθών, ως τις μεγαλύτερες που καταλάμβαναν ολόκληρες δεξαμενές. Το πάτωμα σε μια απ' αυτές που πέρασε ήταν τοποθετημένο ακριβώς κάτω από το σημάδι της μέσης, έτσι το εσωτερικό του έμοιαζε με μακρύ προκάτ κτίριο. Αλλά οι περισσότερες δεξαμενές ήταν χωρισμένες σε μικρότερες αίθουσες. Είχε ακούσει ότι υπήρχαν πάνω από πεντακόσιες συνολικά, προσφέροντας συνολικά εσωτερικούς χώρους περίπου αντίστοιχους με ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Θα αρκούσαν όμως;
***
Ίσως να αρκούσαν. Μετά την Ανταρκτική, η ζωή στον Αρη έμοιαζε με ένα απλόχωρο, λαβυρινθώδες, αιθέριο βίωμα. Κατά τις έξι κάθε πρωί το σκοτάδι στους τορούς των οικιών άρχιζε να φωτίζεται σιγά-σιγά και να γίνεται μια γκρίζα αυγή, και κατά τις εξίμισι μια ξαφνική λαμπρότητα σηματοδοτούσε την «ανατολή». Η Μάγια τότε ξυπνούσε, όπως έκανε όλη της τη ζωή. Αφού επισκεπτόταν την τουαλέτα, πήγαινε στην κουζίνα του Τορού Δ, ζέσταινε κάτι για να φάει, και το έπαιρνε στη μεγάλη αίθουσα του εστιατορίου. Εκεί καθόταν σ' ένα τραπέζι ανάμεσα στις γλάστρες με τα κίτρα. Κολιμπρί, σπίνοι, τανέιτζερ, χελιδόνια και λόρια τσιμπολογούσαν στο έδαφος και χιμούσαν στον αέρα αποφεύγοντας τις περικοκλάδες που κρέμονταν από το μακρύ βαρελοειδές ταβάνι της αίθουσας, που ήταν βαμμένο μ' ένα γκριζομπλέ που της θύμιζε το χειμωνιάτικο ουρανό της Αγίας Πετρούπολης. Έτρωγε αργά, χάζευε τα πουλιά, χαλάρωνε στην καρέκλα της, άκουγε τις συζητήσεις γύρω της. Ένα νωχελικό πρόγευμα! Μετά από μια ζωή εξοντωτικής δουλειάς, στην αρχή ένιωθε κάποια αμηχανία, ακόμα και ανησυχία, σαν να είχε κλέψει αυτή την πολυτέλεια. Σαν να ήταν κάθε μέρα πρωί Κυριακής, όπως είχε πει η Νάντια. Αλλά τα κυριακάτικα πρωινά της Μάγιας δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ξεκούραστα. Όταν ήταν παιδί, εκείνες ήταν οι ώρες για το σιγύρισμα της γκαρσονιέρας την οποία μοιραζόταν με τη μητέρα της. Η μητέρα της ήταν γιατρός και όπως οι περισσότερες γυναίκες της γενιάς της είχε αναγκαστεί να δουλέψει σαν σκυλί για να ζήσει, να βγάλει το φαγητό της, να μεγαλώσει ένα παιδί, να συντηρήσει το διαμέρισμα, να κρατήσει την καριέρα της· ήταν πολλά αυτά για έναν άνθρωπο, κι έτσι είχε πάει μαζί με τις άλλες γυναίκες που απαιτούσαν θυμωμένα καλύτερη μοίρα από αυτή που είχαν στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, τότε που τους ανήκαν οι μισές δουλειές εκτός σπιτιού και όλες οι δουλειές μέσα στο σπίτι. Όχι άλλη αναμονή, όχι άλλη βουβή καρτερικότητα· έπρεπε να εκμεταλλευθούν την κατάσταση όσο κρατούσε η αστάθεια. «Όλα τα είδαμε!» αναφωνούσε η μητέρα της Μάγιας μαγειρεύοντας το λιτό τους δείπνο, «όλα εκτός από φαγητό!»
Και ίσως να είχαν εκμεταλλευθεί την κατάσταση. Στη σοβιετική εποχή οι γυναίκες είχαν μάθει να αλληλοβοηθιούνται, κι ένας σχεδόν αυτόνομος κόσμος είχε εμφανιστεί, από μητέρες, αδερφές, κόρες, μπαμπούσκες, φίλες, συναδέλφισσες, ακόμα και ξένες. Στην κοινοπολιτεία αυτός ο κόσμος είχε οργανώσει αυτά που είχε κερδίσει και είχε χωθεί ακόμα πιο βαθιά στις κλειστές αρσενικές ολιγαρχίες της ρωσικής κυβέρνησης.
Ένας από τους τομείς που είχε επηρεαστεί περισσότερο ήταν το διαστημικό πρόγραμμα. Η μητέρα της Μάγιας, που είχε κάποια μικρή ανάμιξη στις διαστημική ιατρική έρευνα, πάντα ορκιζόταν ότι η κοσμοναυτική θα χρειαζόταν άφθονες γυναίκες, έστω και μόνο για να προσφέρουν στοιχεία για το θηλυκό φύλο στα ιατρικά πειράματα. «Δεν μπορούν να μας μοστράρουν για πάντα τη Βαλεντίνα Τερέσκοβα!» φώναζε η μητέρα της. Και προφανώς είχε δίκιο, επειδή η Μάγια έχοντας σπουδάσει αεροναυτική μηχανική στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας είχε γίνει δεκτή σε ένα πρόγραμμα στο Μπαϊκονούρ, και τα είχε πάει καλά, και την είχαν μεταθέσει στο Νόβυ Μιρ . Όσο ήταν εκεί πάνω είχε ξανασχεδιάσει τα εσωτερικά για βελτιωμένη εργονομική αποδοτικότητα, και αργότερα είχε περάσει ένα χρόνο διοικώντας το σταθμό, κατά τον οποίο μια σειρά επισκευών σε συνθήκες εκτάκτου ανάγκης είχαν λαμπρύνει τη φήμη της. Είχαν ακολουθήσει μεταθέσεις σε διοικητικές θέσεις στο Μπαϊκονούρ και τη Μόσχα, και με τον καιρό είχε καταφέρει να διεισδύσει στο μικρό πολιτμπυρό της Γκλαβκόσμος, είχε κάνει εξαιρετικά διακριτικά τους άντρες να τα βάλουν ο ένας εναντίον του άλλου, είχε παντρευτεί έναν απ' αυτούς, τον είχε χωρίσει, είχε ανέβει έπειτα στην Γκλαβκόσμος σαν ανεξάρτητη δύναμη, καταλήγοντας να μπει στον ύστατο κλειστό κύκλο, τη διπλή τριάδα.
Κι έτσι τώρα ήταν εδώ, τρώγοντας νωχελικά το πρόγευμά της. «Τόσο πολιτισμένα», έλεγε χλευαστικά η Νάντια. Ήταν η καλύτερη φίλη της Μάγιας στον Αρη , μια κοντή γυναίκα στρογγυλή σαν βότσαλο, με τετράγωνο πρόσωπο σε μια κορνίζα κοντοκομμένων γκριζόμαυρων μαλλιών. Όσο πιο ασχημούλα γινόταν. Η Μάγια, που ήξερε ότι ήταν όμορφη, και ήξερε ότι αυτό την είχε βοηθήσει αρκετές φορές, αγαπούσε την έλλειψη ομορφιάς της Νάντιας, που κατά κάποιον τρόπο υπέσκαπτε την ικανότητά της. Η Νάντια ήταν μηχανικός, πολύ πρακτική, ειδική στις κατασκευές σε ψυχρά κλίματα. Είχαν γνωριστεί στο Μπαϊκονούρ πριν είκοσι χρόνια, και μια φορά είχαν μείνει μαζί στο Νόβυ Μιρ αρκετούς μήνες· με τον καιρό είχαν γίνει σαν αδερφές, αφού δεν πολυέμοιαζαν, και συχνά δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους, αλλά όμως ένιωθαν οικειότητα.
Τώρα η Νάντια κοίταξε γύρω της και είπε, «Ήταν φρικτή ιδέα να βάλουμε τα καταλύματα των Ρώσων και των Αμερικανών σε χωριστούς τορούς. Δουλεύουμε μαζί τους τη μέρα, αλλά τον περισσότερο καιρό μας τον περνάμε εδώ πέρα με τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα. Αυτό απλώς τονίζει αυτά που μας χωρίζουν».
«Ίσως θα πρέπει να προτείνουμε να ανταλλάξουμε τα μισά δωμάτια».
Ο Αρκάντυ, που καταβρόχθιζε τσουρεκάκια, έγειρε προς το μέρος τους από το διπλανό τραπέζι. «Δεν αρκεί», είπε, λες και συμμετείχε από την αρχή στη συζήτησή τους. Η κόκκινη γενειάδα του, που κάθε μέρα που περνούσε γινόταν όλο και πιο ατίθαση, ήταν γεμάτη ψίχουλα. «Θα έπρεπε κάθε δεύτερη Κυριακή να είναι ημέρα μετακόμισης, και όλοι να αλλάζουν καταλύματα στην τύχη. Οι άνθρωποι θα γνώριζαν τους άλλους, και θα υπήρχαν λιγότερες κλίκες. Και η ιδέα της ιδιοκτησίας των δωματίων θα έχανε τη δύναμή της».
«Αλλά μου αρέσει να έχω δικό μου δωμάτιο», είπε η Νάντια.
Ο Αρκάντυ κατέβασε άλλο ένα τσουρεκάκι, της χαμογέλασε μασώντας. Ήταν θαύμα που είχε περάσει την επιτροπή επιλογής.
Αλλά η Μάγια ανακίνησε το ζήτημα με τους Αμερικανούς, και παρ' όλο που σε κανέναν δεν άρεσε το σχέδιο του Αρκάντυ, τους φάνηκε ότι η ανταλλαγή των μισών διαμερισμάτων ήταν καλή ιδέα. Μετά από κάποιες διαβουλεύσεις και συζητήσεις, οργανώθηκε η μετακόμιση. Την έκαναν ένα κυριακάτικο πρωινό· κι από κει και πέρα, το πρόγευμα ήταν κάπως πιο κοσμοπολίτικο. Τα πρωινά στο εστιατόριο Δ τώρα συμπεριλάμβαναν τον Φρανκ Τσάλμερς και τον Τζων Μπουν, κι επίσης τον Σαξ Ράσελ, τη Μαίρη Ντάνκελ, τη Τζάνετ Μπλυλέβεν, τη Ράυα Χιμένεζ, τον Μισέλ Ντυβάλ, και την Ούρσουλα Κολ.
Απ' ό,τι φάνηκε, ο Τζων Μπουν ξυπνούσε νωρίς, κι έφτανε στο εστιατόριο πριν κι από τη Μάγια. «Αυτή η αίθουσα είναι τόσο ευρύχωρη και άνετη, πραγματικά σου δίνει την αίσθηση της υπαίθρου», είπε από το τραπέζι του μια αυγή όταν ήρθε η Μάγια. «Πολύ καλύτερη από το χωλ του Β».
«Το κόλπο είναι να αφαιρέσεις το χρώμιο και το άσπρο πλαστικό», απάντησε η Μάγια. Τα αγγλικά της ήταν αρκετά καλά, και καλυτέρευαν γοργά. «Και μετά να βάψεις το ταβάνι σαν πραγματικό ουρανό».
«Εννοείς όχι μόνο σκέτο μπλε;»
«Ναι».
Ο Τζων, σκέφτηκε η Μάγια, ήταν τυπικός Αμερικανός: απλός, ανοιχτός, ευθύς, άνετος. Και όμως αυτός ο συγκεκριμένος ήταν ένας από τους πιο διάσημους ανθρώπους της ιστορίας. Ήταν ένα γεγονός αναπόφευκτο, σημαντικό· ο Τζων όμως έμοιαζε να γλιστρά από κάτω του, να το αφήνει στα πόδια του στο έδαφος. Απορροφημένος από τη γεύση του γλυκού, ή κάποιας είδησης στην οθόνη του τραπεζιού, ποτέ δεν αναφερόταν στην προηγούμενη εξερευνητική αποστολή του, και αν κάποιος έθιγε το ζήτημα, τότε μιλούσε σαν να μην ήταν τίποτα διαφορετικό από τις πτήσεις που είχαν κάνει όλοι οι άλλοι. Αλλά δεν ήταν έτσι, και μόνο η άνεσή του το παρουσίαζε μ' αυτό τον τρόπο: εκεί, στο ίδιο τραπέζι κάθε πρωί, γελώντας με τα σαχλά αστεία της Νάντιας που είχαν σχέση με τη μηχανολογία, μιλώντας όσο του αναλογούσε. Μετά από λίγο έπρεπε να προσπαθήσει κανείς για να δει την αύρα που τον περιέβαλλε.
Ο Φρανκ Τσάλμερς ήταν πιο ενδιαφέρων. Πάντα ερχόταν αργά, και καθόταν μόνος του, δίνοντας σημασία μόνο στον καφέ του και στην οθόνη του τραπεζιού. Μετά από μερικά φλιτζάνια μιλούσε στους γύρω του, με ρωσικά που ήταν άσχημα αλλά επαρκή. Οι περισσότερες συζητήσεις στην αίθουσα Δ τώρα γίνονταν στα αγγλικά, για να βολέψουν τους Αμερικανούς. Η γλωσσική κατάσταση ήταν σαν κούκλες μέσα σε κούκλες: τα αγγλικά είχαν και τους εκατό, μέσα τους υπήρχαν τα ρωσικά, και εκεί μέσα οι γλώσσες της κοινοπολιτείας, κι έπειτα υπήρχαν οι διεθνείς. Οκτώ άνθρωποι πάνω στο πλοίο ήταν ιδιόγλωσσοι, ένα θλιβερό ορφάνεμα κατά τη γνώμη της Μάγιας, και της φαινόταν ότι αυτοί ήταν περισσότερο στραμμένοι προς τη Γη από τους υπόλοιπους, και επικοινωνούσαν πιο συχνά με ανθρώπους πίσω στην πατρίδα. Ήταν παράξενο που σ' αυτή την κατηγορία ανήκε ο ψυχίατρός τους.
Τέλος πάντων, η λίνγκουα φράνκα του πλοίου ήταν τα αγγλικά, και στην αρχή η Μάγια είχε σκεφτεί ότι αυτό έδινε στους Αμερικανούς ένα πλεονέκτημα. Αλλά έπειτα πρόσεξε ότι όταν μιλούσαν ήταν πάντα επί σκηνής μπροστά σε όλους, ενώ οι υπόλοιποι είχαν γλώσσες περισσότερο ιδιωτικές στις οποίες μπορούσαν να καταφύγουν αν ήθελαν.
Ο Φρανκ Τσάλμερς ήταν όμως η εξαίρεση σ' όλα αυτά. Μιλούσε πέντε γλώσσες, περισσότερες από κάθε άλλον πάνω στο πλοίο. Και δεν φοβόταν να χρησιμοποιήσει τα ρωσικά του, έστω κι αν ήταν πολύ άσχημα· απλώς ξεφούρνιζε ερωτήσεις και έπειτα άκουγε τις απαντήσεις, με διαπεραστική ένταση και ένα γοργό γέλιο που ξάφνιαζε. Ήταν κατά πολλούς τρόπους ένας ασυνήθιστος Αμερικανός, σκεφτόταν η Μάγια. Στην αρχή έμοιαζε να έχει όλα τα χαρακτηριστικά: ήταν μεγαλόσωμος, φωνακλάς, με μανιακή ενεργητικότητα, όλος αυτοπεποίθηση, ανίκανος να κάτσει ήσυχος· αρκετά ομιλητικός μετά τον πρώτο καφέ· αρκετά φιλικός. Χρειαζόταν κάποιος χρόνος για να παρατηρήσει κανείς πώς ανοιγόκλεινε τη φιλικότητά του σαν να είχε διακόπτη, και πόσα λίγα αποκάλυπταν τα λόγια του. Η Μάγια για παράδειγμα δεν είχε μάθει ποτέ το παραμικρό για το παρελθόν του, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της να του πιάσει κουβέντα. Της προκαλούσε περιέργεια. Ήταν μελαχρινός, με μελαψό πρόσωπο, ανοιχτοκάστανα μάτια - όμορφος με σκληρό στυλ - σύντομο χαμόγελο, κοφτερό γέλιο, σαν της μητέρας της Μάγιας. Και το βλέμμα του επίσης ήταν κοφτερό, ειδικά όταν κοίταζε τη Μάγια· επειδή τη μετρούσε, φανταζόταν η Μάγια. Της φερόταν σαν να υπήρχε μεταξύ τους κατανόηση βασισμένη σε μακρόχρονη γνωριμία, μια υπόθεση που την τάραζε, δεδομένου του πόσο λίγο είχαν μιλήσει όταν ήταν μαζί στην Ανταρκτική. Είχε συνηθίσει να σκέφτεται τις γυναίκες σαν συμμάχους της, και τους άντρες σαν γοητευτικά αλλά επικίνδυνα προβλήματα. Έτσι ένας άντρας που θεωρούσε δεδομένο ότι ήταν σύμμαχός της ήταν πρόβλημα ακόμα πιο μεγάλο. Και πιο επικίνδυνο. Και... κάτι άλλο.
Μόνο μια φορά θυμόταν που είχε δει πιο βαθύτερα μέσα του, κι αυτό είχε γίνει στην Ανταρκτική. Όταν ο θερμικός μηχανικός είχε σπάσει και τον είχαν στείλει βόρεια, είχε φτάσει η είδηση της αντικατάστασής του, και όταν ανακοινώθηκε όλοι ξαφνιάστηκαν και χάρηκαν μαθαίνοντας ότι θα ερχόταν ο ίδιος ο Τζων Μπουν, έστω κι αν σίγουρα είχε δεχτεί παραπάνω από τη μέγιστη δόση ακτινοβολίας στην προηγούμενη αποστολή του. Ενώ η αίθουσα εκείνο το απόγευμα ακόμα έβραζε με το νέο, η Μάγια είδε δει τον Τσάλμερς να μπαίνει και να του το λένε, και είχε τινάξει το κεφάλι του γύρω για να κοιτάξει αυτόν που του το είχε πει· κι έπειτα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η Μάγια είχε δει ένα στιγμιαίο ξέσπασμα οργής, ένα ξέσπασμα τόσο γοργό που ήταν σχεδόν υποσυνείδητο συμβάν.
Αλλά την είχε κάνει να του δίνει προσοχή. Και σίγουρα ο Φρανκ Τσάλμερς και ο Τζων Μπουν είχαν μια αλλόκοτη σχέση. Για τον Τσάλμερς υπήρχαν δυσκολίες, φυσικά· ήταν ο επίσημος ηγέτης των Αμερικανών, είχε ακόμα και τον τίτλο Κυβερνήτης · όμως ο Μπουν, ξανθός κι εμφανίσιμος και με την παράξενη επιρροή του επιτεύγματός του είχε μεγαλύτερη φυσική εξουσία - έμοιαζε να είναι αυτός ο πραγματικός Αμερικανός ηγέτης, και ο Φρανκ Τσάλμερς κάτι σαν υπερβολικά δραστήριο στέλεχος που έκανε το θέλημα του Μπουν δίχως αυτός να μιλήσει καν. Αυτό σίγουρα θα ήταν πρόβλημα.
Ήταν παλιοί φίλοι, αυτό είχε μάθει η Μάγια όταν είχε ρωτήσει. Ελάχιστα σημάδια όμως έβλεπε που να δείχνουν κάτι τέτοιο, ακόμα κι όταν παρακολουθούσε προσεκτικά. Σπάνια μιλούσαν μεταξύ τους δημοσίως, και δεν φαίνονταν να βρίσκονται κατ' ιδίαν. Έτσι όταν οι δύο ήταν μαζί η Μάγια τους παρακολουθούσε ακόμα πιο προσεκτικά, χωρίς να αναρωτιέται συνειδητά για το λόγο· η φυσική λογική της κατάστασης έμοιαζε να το απαιτεί. Αν οι τρεις τους ήταν πίσω στη Γκλαβκόσμος, τότε θα ήταν στρατηγικά συνετό να έβαζε ένα τείχος ανάμεσά τους· αλλά η Μάγια δεν σκεφτόταν μ' αυτό τον τρόπο εδώ. Υπήρχαν πολλά τα οποία η Μάγια δεν σκεφτόταν συνειδητά.
Παρακολουθούσε, όμως. Κι ένα πρωί η Τζάνετ Μπλυλέβεν φόρεσε τα βιντεογυαλιά της στην αίθουσα Δ στο πρόγευμα. Ήταν η βασική ρεπόρτερ για την αμερικανική τηλεόραση, και συχνά έκανε βόλτες στο πλοίο φορώντας τα βιντεογυαλιά της, κοιτάζοντας γύρω της και κάνοντας την εκφώνηση, συλλέγοντας ιστορίες και μεταδίδοντάς τις πίσω στη Γη όπου, όπως το είχε θέσει ο Αρκάντυ, «θα τις χώνευαν και θα τις ξερνούσαν στο λαρύγγι του νεοσσού που ήταν η κοινή γνώμη».
Δεν ήταν τίποτα καινούργιο, φυσικά. Η προσοχή των μήντια ήταν ένα γνώριμο κομμάτι της ζωής κάθε αστροναύτη, και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής τούς είχαν βάλει κάτω από μεγεθυντικό φακό. Τώρα, όμως, η ζωή τους ήταν η πρώτη ύλη για προγράμματα απείρως δημοφιλέστερα από κάθε προηγούμενο διαστημικό πρόγραμμα. Εκατομμύρια τους παρακολουθούσαν σαν να έβλεπαν σαπουνόπερα, και αυτό μερικούς τους ενοχλούσε. Έτσι όταν η Τζάνετ κάθισε κοντά στην κορυφή του τραπεζιού φορώντας τα στυλάτα γυαλιά της με τις οπτικές ίνες στο σκελετό, ακούστηκαν μερικά βογκητά. Και στην άλλη άκρη του τραπεζιού η Αν Κλέυμπορν και ο Σαξ Ράσελ καυγάδιζαν, δίχως να δίνουν σημασία σε κανέναν άλλο.
«Θα χρειαστούν χρόνια για να βρούμε τι έχουμε εδώ, Σαξ. Δεκαετίες. Η χερσαία επιφάνεια του Αρη είναι ίση με της Γης, με μοναδική γεωλογία και χημεία. Η στεριά πρέπει να μελετηθεί εξονυχιστικά πριν αρχίσουμε να την αλλάζουμε».
«Θα την αλλάξουμε και μόνο με την προσεδάφισή μας». Ο Ράσελ παραμέρισε τις αντιρρήσεις της Αν σαν να ήταν ιστοί αράχνης στο πρόσωπό του. «Η απόφαση να πάμε στον Αρη είναι σαν την πρώτη φράση μιας καταδίκης, και ολόκληρη η πρόταση λέει-»
«Βένι, βίντι, βίντσι».
Ο Ράσελ σήκωσε τους ώμους του. «Αν θέλεις να το θέσεις έτσι».
«Εσύ είσαι βλάκας, Σαξ», είπε η Αν, με το χείλος της σουφρωμένο από τον εκνευρισμό. Ήταν μια γυναίκα με φαρδείς ώμους, γεωλόγος πεπεισμένη για τις απόψεις της, δύσκολη για να συζητήσεις μαζί της. «Κοίταξε, ο Αρης είναι αυτό που είναι. Μπορείς να παίξεις το παιχνίδι της μεταβολής του κλίματος πίσω στη Γη, αν θέλεις, εκεί χρειάζονται βοήθεια. Ή δοκίμασε την Αφροδίτη. Αλλά δεν μπορείς να σβήσεις έτσι άνετα μια πλανητική επιφάνεια τριών δισεκατομμυρίων ετών».
Ο Ράσελ σκούπισε κι άλλους ιστούς. «Είναι νεκρή», είπε απλά. «Πέραν τούτου, δεν είναι δική μας η απόφαση. Θα την πάρουν από τα χέρια μας».
«Καμία απόφαση δεν θα πάρουν από τα χέρια μας», είπε ο Αρκάντυ κοφτά.
Η Τζάνετ κοίταξε τους ομιλητές έναν-έναν, γράφοντας τα πάντα. Η Αν είχε αρχίσει να νευριάζει και να υψώνει τη φωνή της. Η Μάγια έριξε μια ματιά γύρω, και είδε ότι του Φρανκ δεν του άρεσε η κατάσταση. Αλλά αν ο Φρανκ τη διέκοπτε, θα αποκάλυπτε σε εκατομμύρια κόσμο ότι δεν ήθελε να διαφωνούν μπροστά τους οι άποικοι. Αντίθετα, κοίταξε τριγύρω και έπιασε το βλέμμα του Μπουν. Αντάλλαξαν μερικές εκφράσεις τόσο γρήγορα που η Μάγια ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Ο Μπουν είπε, «Όταν ήμουν εκεί την άλλη φορά, είχα την εντύπωση ότι ήταν ήδη γαιόμορφος».
«Μ' εξαίρεση τους 200 ο Κέλβιν», είπε ο Ράσελ.
«Εντάξει, αλλά έμοιαζε με τη Μοχάβε, ή τις Στεγνές Κοιλάδες. Την πρώτη φορά που κοίταξα γύρω μου στον Αρη κατάλαβα ότι κοίταζα μπας και δω καμιά από κείνες τις μουμιοποιημένες φώκιες που είδαμε στις Στεγνές Κοιλάδες».
Και ούτω καθεξής. Η Τζάνετ στράφηκε προς το μέρος του· και η Αν, με μια έκφραση αηδίας, πήρε τον καφέ της κι έφυγε.
Έπειτα η Μάγια έστυψε το μυαλό της προσπαθώντας να θυμηθεί τα βλέμματα που είχαν ανταλλάξει ο Μπουν και ο Τσάλμερς. Ήταν κάτι σαν από κώδικα, ή από κείνες τις ιδιωτικές γλώσσες που επινοούν οι πανομοιότυποι δίδυμοι.
***
Οι βδομάδες περνούσαν, και οι μέρες όλες άρχιζαν με ένα νωχελικό πρόγευμα. Οι ώρες πριν το μεσημέρι ήταν πολύ πιο γεμάτες. Όλοι είχαν ένα πρόγραμμα, αν και μερικοί ήταν πιο πολυάσχολοι απ' όσο άλλοι. Το πρόγραμμα του Φρανκ ήταν γεμάτο, κι έτσι του άρεσε, να τρέχει σαν μανιακός. Αλλά οι εργασίες που ήταν αναγκαίες δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο: έπρεπε να διατηρούνται ζωντανοί και σε καλή φόρμα, και να φροντίζουν τη λειτουργία του πλοίου, και να ετοιμάζονται για τον Αρη. Η συντήρηση του πλοίου συμπεριλάμβανε τόσο την πολυπλοκότητα του προγραμματισμού και τις επισκευές όσο και την απλότητα της μεταφοράς των προμηθειών από τις αποθήκες και τη διακομιδή των σκουπιδιών στους ανακυκλωτές. Η ομάδα της βιόσφαιρας περνούσε τον περισσότερο χρόνο της στη φάρμα, η οποία καταλάμβανε μεγάλο τμήμα των Τορών Γ, Ε και ΣΤ· και όλοι στο πλοίο είχαν υποχρεωτικές αγγαρείες στη φάρμα. Οι περισσότεροι απολάμβαναν αυτή τη δουλειά, και μερικοί έφταναν στο σημείο να επιστρέφουν εκεί στον ελεύθερο χρόνο τους. Όλοι είχαν εντολές από το γιατρό να περνάνε τρεις ώρες τη μέρα σε κυλιόμενους διαδρόμους, κλίμακες, περιστρεφόμενους τροχούς, ή χρησιμοποιώντας μηχανές με βάρη. Αυτές τις ώρες τις απολάμβαναν, τις υπόμεναν ή τις σιχαίνονταν, ανάλογα με το ταμπεραμέντο τους· όμως ακόμα και εκείνοι που ισχυρίζονταν ότι τις σιχαίνονταν, όταν τελείωναν τις ασκήσεις τους είχαν αξιοσημείωτα (ακόμα και ολοφάνερα) καλύτερη διάθεση. «Οι βήτα ενδορφίνες είναι το καλύτερο ναρκωτικό», έλεγε ο Μισέλ Ντυβάλ.
«Τυχεροί είμαστε, μιας και δεν έχουμε άλλα», απαντούσε ο Αρκάντυ.
«Α, υπάρχει η καφεΐνη...»
«Με κοιμίζει».
«Το αλκοόλ...»
«Μου φέρνει πονοκέφαλο».
«Η προκαΐνη, το νταρβόν, η μορφίνη-»
«Μορφίνη;»
«Στις φαρμακευτικές προμήθειες. Δεν είναι για γενική χρήση».
Ο Αρκάντυ χαμογέλασε. «Ίσως καλά θα έκανα να αρρώσταινα».
Οι μηχανικοί, μαζί και η Μάγια, περνούσαν πολλά πρωινά σε εκπαιδευτικές προσομοιώσεις. Αυτές γίνονταν στην εφεδρική γέφυρα του Τορού Β, που είχε ό,τι πιο σύγχρονο από συνθετητές εικόνας· οι προσομοιώσεις ήταν τόσο εξελιγμένες που με το μάτι ελάχιστες ήταν οι διαφορές τους με την πραγματικότητα. Αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν ενδιαφέρουσες: η τυπική τροχιακή προσέγγιση εισόδου, που προσομοιωνόταν κάθε βδομάδα, ονομάστηκε «Η Μαντρική Διαδρομή» και προκαλούσε πλήξη σε κάθε δυνατό συνδυασμό πληρώματος πτήσης.
Μερικές φορές όμως ακόμα και η πλήξη ήταν προτιμότερη από τις εναλλακτικές πιθανότητες· ο Αρκάντυ ήταν ο ειδικός της εκπαίδευσής τους, και είχε το διεστραμμένο ταλέντο να σχεδιάζει προβληματικές διαδρομές τόσο δύσκολες που συχνά τους «σκότωναν» όλους. Αυτές οι διαδρομές ήταν αλλόκοτες, δυσάρεστες εμπειρίες, και δεν έκαναν τον Αρκάντυ πιο συμπαθή στα θύματά του. Αναμίγνυε προβληματικές διαδρομές με μαντρικές στην τύχη, όμως όλο και συχνότερα οι διαδρομές ήταν προβληματικές· «προσέγγιζαν τον Αρη» και τότε άστραφταν κόκκινα φώτα, συχνά με σειρήνες, και πάλι είχαν μπελάδες. Κάποτε είχαν χτυπήσει ένα πλανητίδιο που ζύγιζε κατά προσέγγιση δεκαπέντε γραμμάρια, και είχε προκαλέσει μεγάλη βλάβη στη θερμική ασπίδα. Ο Σαξ Ράσελ είχε υπολογίσει ότι οι πιθανότητες να χτυπήσουν κάτι μεγαλύτερο από γραμμάριο ήταν περίπου μία ανά επτά χιλιάδες χρόνια ταξιδιού, μολοντούτο όμως βρίσκονταν εκεί, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης! , με την αδρεναλίνη να φουσκώνει μέσα τους την ίδια στιγμή που χλεύαζαν αυτή την ιδέα, κι έτρεχαν στην πλήμνη κι έμπαιναν στις στολές εξω-οχηματικής δραστηριότητας κι έβγαιναν να φτιάξουν την τρυπούλα πριν πέσουν στην αρειανή ατμόσφαιρα και γίνουν κάρβουνο· και στη μέση τής δουλειάς, η φωνή του Αρκάντυ είχε ακουστεί στο ιντερκόμ τους: «Δεν ήμασταν αρκετά γρήγοροι! Όλοι πεθάναμε».
Αλλά αυτή ήταν απλή διαδρομή. Αλλες... Το πλοίο, για παράδειγμα, ελεγχόταν με σύστημα μηχανικής καθοδήγησης, κάτι που σήμαινε ότι οι πιλότοι έδιναν εντολές σε υπολογιστές πτήσης οι οποίοι τις μετέφραζαν στις πραγματικές ώσεις που χρειάζονταν για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι έπρεπε να γίνεται, επειδή προσεγγίζοντας μια βαρυτική μάζα σαν τον Αρη με αυτή την ταχύτητα δεν θα μπορούσες να νιώσεις ή να συμπεράνεις πόση ώθηση θα επιτύγχανε την επιθυμητή κατάληξη. Έτσι κανείς τους δεν ήταν ιπτάμενος με την έννοια του πιλότου που πετά ένα αεροπλάνο. Παρ' όλ' αυτά, ο Αρκάντυ συχνά ανατίναζε ολόκληρο το πολλαπλώς υπερεπαρκές σύστημα ακριβώς τη στιγμή που έφταναν σε κάποια κρίσιμη στιγμή (μια βλάβη, έλεγε ο Ράσελ, η οποία είχε μία πιθανότητα στα δέκα δισεκατομμύρια να συμβεί) και έπρεπε να αναλάβουν και να ελέγξουν όλους τους πυραύλους μηχανικά, παρακολουθώντας τα μόνιτορ και ένα πορτοκαλί-σε-μαύρο οπτικό είδωλο του Αρη να πέφτει πάνω τους , και τότε μπορούσαν είτε να περάσουν ανοιχτά και να συρθούν στο βαθύ διάστημα και να πεθάνουν ένα θάνατο αργό, ή να περάσουν κλειστά και να συντριβούν στον πλανήτη και να πεθάνουν ακαριαία· και αν συνέβαινε το δεύτερο, έπρεπε να δουν την προσομοίωση ως την τελική πρόσκρουση με εκατόν είκοσι χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο.
Ή μπορεί να ήταν μηχανική βλάβη: στους κεντρικούς πυραύλους, στους σταθεροποιητικούς πυραύλους, στο χάρντγουερ ή στο σόφτγουερ των υπολογιστών, στο ξετύλιγμα της θερμικής ασπίδας· όλα έπρεπε να δουλεύουν τέλεια κατά την προσέγγιση. Και οι βλάβες σ' αυτά τα συστήματα ήταν οι πιθανότερες - στην κλίμακα, έλεγε ο Σαξ, (παρ' όλο που άλλοι αμφισβητούσαν τις μεθόδους με τις οποίες εκτιμούσε τον κίνδυνο) της μιας ανά δέκα χιλιάδες προσεγγίσεις. Έτσι το ξανάκαναν και τα κόκκινα φώτα άστραφταν, και βογκούσαν, και ικέτευαν για άλλη μια Μαντρική Διαδρομή ακόμα και τη στιγμή που εν μέρει καλωσόριζαν τη νέα πρόκληση. Όταν κατάφερναν να επιζήσουν από μια μηχανική βλάβη, ήταν φοβερά ευχαριστημένοι· ήταν η λαμπρότερη στιγμή της εβδομάδας. Μια φορά ο Τζων Μπουν είχε καταφέρει να κάνει την αεροπέδηση χειροκίνητα, με έναν και μοναδικό κεντρικό πύραυλο σε λειτουργία, πετυχαίνοντας το ασφαλές χιλιοστό δευτερολέπτου του τόξου με τη μόνη δυνατή ταχύτητα. Κανένας δεν το πίστευε. «Τυφλή τύχη», είχε πει ο Μπουν, χαμογελώντας πλατιά καθώς μιλούσαν για το κατόρθωμα στο δείπνο.
Οι περισσότερες προβληματικές διαδρομές του Αρκάντυ κατέληγαν σε αποτυχία, όμως, δηλαδή στο θάνατο όλων. Προσομοιωμένες ή όχι, ήταν δύσκολο να μην μπαίνει κανείς σε σκέψεις απ' αυτές τις εμπειρίες, και έπειτα να μην εκνευρίζεται με τον Αρκάντυ που τις επινοούσε. Μια φορά επιδιόρθωσαν όλα τα μόνιτορ της γέφυρας αρκετά έγκαιρα για να προλάβουν να δουν τις οθόνες να καταγράφουν το χτύπημα ενός μικρού αστεροειδή που τρύπησε την πλήμνη και τους σκότωσε όλους. Μια άλλη φορά ο Αρκάντυ, σαν μέλος της ομάδας πλοήγησης, έκανε ένα «λάθος» και έδωσε στους υπολογιστές εντολές να αυξήσουν την περιστροφή του πλοίου αντί να τη μειώσουν. «Τα έξι g μας κάρφωσαν στο πάτωμα!» φώναξε με ψευτοτρόμο, και έπρεπε για μισή ώρα να σέρνονται στο δάπεδο και να προσποιούνται ότι διόρθωναν το λάθος ζυγίζοντας καθένας μισό τόνο. Όταν πέτυχαν, ο Αρκάντυ πήδηξε από το πάτωμα κι άρχισε να τους σπρώχνει μακριά από το μόνιτορ ελέγχου. «Τι στο διάβολο κάνεις;» ούρλιαξε η Μάγια.
«Τρελάθηκε», είπε η Τζάνετ.
« Προσομοιώνει ότι τρελάθηκε», τη διόρθωσε η Νάντια. «Πρέπει να βρούμε τρόπο-» είπε, κάνοντας μια βόλτα γύρω από τον Αρκάντυ «-να αντιμετωπίσουμε κάποιον που τρελάθηκε στη γέφυρα!»
Κι αυτό δίχως αμφιβολία ήταν αληθινό. Αλλά έβλεπαν στα μάτια του Αρκάντυ μόνο το ασπράδι και δεν έδειχνε καθόλου να τους αναγνωρίζει καθώς ορμούσε πάνω τους σιωπηλά· χρειάστηκαν και οι πέντε για να τον συγκρατήσουν, και οι αγκώνες του πλήγωσαν τη Τζάνετ και τη Φύλις Μπόυλ.
«Λοιπόν;» είπε έπειτα στο δείπνο, χαμογελώντας στραβά καθώς τα χείλη του πρηζόταν. «Αν συμβεί; Πιεζόμαστε εδώ πέρα, και η προσέγγιση θα είναι το χειρότερο σημείο. Αν κάποιος σπάσει;» Στράφηκε στον Ράσελ και το χαμόγελό του πλάτυνε κι άλλο. «Ποιες είναι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό, ε;» Και άρχισε να τραγουδά ένα τζαμαϊκάνικο τραγούδι, με σλαβική καραϊβική προφορά: «"Πτώση πίεσης, ω πτώση πίεσης, ω-ω, η πίεση πέφτει πάνω-ω σου-ου!"»
Συνέχισαν λοιπόν να προσπαθούν, να αντιμετωπίζουν τις προβληματικές διαδρομές όσο πιο σοβαρά μπορούσαν, ακόμα και την επίθεση από Αρειανούς ιθαγενείς ή την αποσύνδεση του Τορού Η που προκλήθηκε από «εκρηκτικά μπουλόνια που τοποθετήθηκαν κατά λάθος όταν κατασκευαζόταν το πλοίο», ή το Φόβο που το τελευταίο λεπτό είχε ξεφύγει από την τροχιά του. Τα πιο αναληθοφανή σενάρια μερικές φορές έδιναν μια γεύση σουρεαλιστικού μαύρου χιούμορ, και ο Αρκάντυ ξανάπαιζε μερικές από τις βιντεοταινίες του σαν ψυχαγωγία μετά το δείπνο, κάνοντας μερικούς να πετιούνται στον αέρα από τα γέλια.
Αλλά οι αληθοφανείς προβληματικές διαδρομές... Αυτές έρχονταν ασταμάτητα, το ένα πρωί μετά το άλλο. Και παρά τις λύσεις, παρά τα πρωτόκολλα για την εξεύρεση λύσεων, υπήρχε πάντα αυτό το θέαμα που δεν έλεγε να σταματήσει: ο κόκκινος πλανήτης που ορμούσε πάνω τους με την αφάνταστη ταχύτητα των σαράντα χιλιάδων χιλιομέτρων την ώρα, ώσπου γέμιζε την οθόνη και η οθόνη άσπριζε, και πάνω της εμφανίζονταν μικρά μαύρα γράμματα: Σύγκρουση .
Ταξίδευαν προς τον Αρη με μια Έλλειψη Χόχμαν Τύπου ΙΙ, μια αργή αλλά αποδοτική πορεία, που είχε επιλεγεί μεταξύ άλλων εναλλακτικών λύσεων κυρίως λόγω του ότι οι δύο πλανήτες ήταν στη σωστή θέση γι' αυτήν όταν το πλοίο ήταν επιτέλους έτοιμο, με τον Αρη περίπου 45 μοίρες μπροστά από τη Γη στο επίπεδο της εκλειπτικής. Στη διάρκεια του ταξιδιού θα πήγαιναν ως τα μισά του δρόμου γύρω από τον ήλιο και θα έκαναν το ραντεβού με τον Αρη τριακόσιες περίπου μέρες αργότερα. Χρόνος μέσα στη μήτρα, όπως το αποκαλούσε η Χιρόκο.
Οι ψυχολόγοι πίσω στη Γη είχαν κρίνει ότι θα άξιζε να μεταβάλλουν την κατάσταση που και που ώστε στον Αρη να φαίνεται το πέρασμα των εποχών. Για να επιτευχθεί αυτό μεταβάλλονταν η διάρκεια των ημερών και των νυχτών, ο καιρός, και τα χρώματα του περιβάλλοντος. Μερικοί υποστήριζαν ότι η προσεδάφιση έπρεπε να γίνει με το θερισμό, άλλοι την καινούρια άνοιξη· μετά από σύντομη συζήτηση, είχε αποφασιστεί με ψήφο των ίδιων των ταξιδιωτών να αρχίσουν με τις αρχές της άνοιξης, για να ταξιδεύουν έτσι με το καλοκαίρι και όχι το χειμώνα· και όπως πλησίαζαν το στόχο τους, τα χρώματα του πλοίου θα μετατρέπονταν στα φθινοπωριάτικα χρώματα του ίδιου του Αρη, αντί για τα ανοιχτά πράσινα και τα ανθισμένα παστέλ που είχαν αφήσει τόσο πίσω τους.
Έτσι εκείνους τους πρώτους μήνες, όταν τελείωναν τις δουλειές τους το πρωί και άφηναν τη φάρμα ή τη γέφυρα ή έβγαιναν τρεκλίζοντας από τις πρόσχαρες σαδιστικές προσομοιώσεις του Αρκάντυ, έμπαιναν στην άνοιξη. Στους τοίχους κρέμονταν αχνοπράσινα καλύμματα, ή φωτογραφίες από αζαλέες μεγάλες σαν τοιχογραφίες, ή τζακαράντες και διακοσμητικές κερασιές. Το κριθάρι και το σινάπι στους μεγάλους χώρους της φάρμας έλαμπαν μ' ένα έντονο κίτρινο χρώμα από τα καινούργια μπουμπούκια, και η βιοπεριοχή του δάσους και των επτά αιθουσών των πάρκων του πλοίου είχε εφοδιαστεί με δέντρα και θάμνους στην άνοιξη του κύκλου τους. Η Μάγια λάτρευε αυτούς τους πολύχρωμους ανοιξιάτικους ανθούς, και μετά τη δουλειά της το πρωί στη θέση των ασκήσεών της έκανε βόλτα στη βιοπεριοχή του δάσους, η οποία είχε λοφώδες έδαφος και ήταν γεμάτη δέντρα τόσο πυκνά που από τη μια άκρη του θαλάμου δεν μπορούσες να δεις την άλλη. Εκεί συναντούσε συχνότερα απ' όλους τον Φρανκ Τσάλμερς που συνήθιζε να κάνει ένα σύντομο διάλειμμα. Ο Φρανκ έλεγε ότι του άρεσαν τα ανοιξιάτικα φυλλώματα, αν και ποτέ δεν έδειχνε να τα κοιτάζει. Περπατούσαν μαζί, και μιλούσαν ή δεν μιλούσαν, ανάλογα με το πώς τύχαινε. Αν μιλούσαν, δεν ήταν ποτέ για τίποτα σημαντικό· ο Φρανκ δεν είχε διάθεση να μιλήσει για τη δουλειά τους σαν αρχηγοί της αποστολής. Η Μάγια αυτό το έβρισκε αλλόκοτο, αν και δεν του το ανέφερε. Αλλά δεν έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά, κάτι που ίσως δικαιολογούσε την απροθυμία του. Η θέση της Μάγιας ήταν αρκετά ανεπίσημη και μη-ιεραρχική· μεταξύ τους οι κοσμοναύτες πάντα ήταν σχετικά ισότιμοι, αυτή ήταν η παράδοση από τον καιρό του Κορόλυοφ. Το αμερικανικό πρόγραμμα είχε πιο στρατοκρατική παράδοση, κάτι που το έδειχναν ακόμα και οι τίτλοι: εκεί που η Μάγια ήταν απλώς Συντονίστρια Ρωσικού Αποσπάσματος, ο Φρανκ ήταν ο Κυβερνήτης Τσάλμερς, πιθανότατα με την ισχυρή έννοια που είχε η λέξη στα παλιά πλοία στις θάλασσες.
Ο Φρανκ δεν έλεγε αν αυτή η εξουσία τον δυσκόλευε ή όχι. Μερικές φορές μιλούσε για τη βιοπεριοχή, ή για τεχνικά μικροπροβλήματα, ή για νέα από το σπίτι· συχνότερα έμοιαζε να θέλει να περπατά μαζί της. Αρα - σιωπηλοί περίπατοι, στα στενά μονοπάτια, μέσα στα πυκνά αλσύλλια από πεύκα και λεύκες και σημύδες. Και πάντα εκείνη η υποτιθέμενη οικειότητα, σαν να ήταν παλιοί φίλοι, ή σαν να την κορτάριζε, ντροπαλά (ή διακριτικά).
Μια μέρα που η Μάγια το σκεφτόταν, της πέρασε από το νου ότι ξεκινώντας τον Αρη την άνοιξη ίσως να είχαν δημιουργήσει ένα πρόβλημα. Ήταν όλοι τους εδώ στο μεσόκοσμό τους, αρμένιζαν μέσα στην άνοιξη, και τα πάντα ήταν καρπερά και ανθισμένα, φουντωμένα και χλοερά, ο αέρας γεμάτος αύρες και αρώματα λουλουδιών, με τις μέρες να γίνονται ολοένα μεγαλύτερες και ζεστότερες, με τους πάντες να φοράνε μπλουζάκια και σορτς, εκατό υγιή ζώα, σε κλειστό περιβάλλον, να τρώνε, να ασκούνται, να κάνουν μπάνια, να κοιμούνται. Οπωσδήποτε θα υπήρχε το σεξ.
Ε, δεν ήταν κάτι καινούργιο. Και η ίδια είχε κάνει καταπληκτικό σεξ στο διάστημα, κυρίως στη δεύτερη θητεία της στο Νόβυ Μιρ , όταν με τον Γκεόργκι και τον Γιέλι και την Ιρίνα είχαν δοκιμάσει όλες τις παραλλαγές σε έλλειψη βάρους που μπορούσαν να φανταστούν, οι οποίες ήταν όντως πολλές. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Ήταν μεγαλύτεροι, και θα ήταν αξεχώριστοι ο ένας απ' τον άλλο: « Τα πάντα είναι διαφορετικά σ' ένα κλειστό σύστημα», όπως έλεγε η Χιρόκο σε άλλες περιπτώσεις. Η ιδέα που επικρατούσε στη ΝΑΣΑ ήταν ότι θα έμεναν απλοί φίλοι: από τις 1348 σελίδες που είχε συγκεντρώσει η ΝΑΣΑ στον τόμο με τίτλο Ανθρώπινες Σχέσεις στο Ταξίδι προς τον Αρη , μία και μοναδική σελίδα ήταν αφιερωμένη στο θέμα του σεξ· κι αυτή η σελίδα συμβούλευε να το αποφύγουν. Σύμφωνα με τον τόμο, η αποστολή ήταν μια φυλή, με ένα συνετό ταμπού κατά της ενδογαμίας. Οι Ρώσοι ξέσπασαν σε γέλια όταν το διάβασαν αυτό. Α, οι Αμερικανοί ήταν τόσο σεμνότυφοι. «Δεν είμαστε φυλή », είπε ο Αρκάντυ. «Είμαστε ο κόσμος ».
Και ήταν άνοιξη. Και ήταν στο πλοίο τα παντρεμένα ζευγάρια, μερικά εκ των οποίων αρκετά διαχυτικά· και υπήρχε η πισίνα στον Τορό Ε, και η σάουνα και η μπανιέρα με υδρομασάζ. Στις μικτές παρέες χρησιμοποιούσαν μαγιό, πάλι εξαιτίας των Αμερικανών, αλλά τα μαγιό δεν ήταν τίποτα. Φυσικά κι άρχισε να συμβαίνει. Η Μάγια είχε ακούσει από τη Νάντια και την Ιβάνα ότι ο θόλος χρησιμοποιούνταν για κρυφά ραντεβουδάκια τις ήσυχες ώρες της νύχτας· φαινόταν ότι σε πολλούς κοσμοναύτες και αστροναύτες άρεσε η έλλειψη βαρύτητας. Και οι γωνιές των πάρκων και της βιοπεριοχής του δάσους έπαιζαν το ρόλο κρυψώνας για εκείνους που δεν είχαν εμπειρία με έλλειψη βάρους· τα πάρκα είχαν σχεδιαστεί για να δίνουν στους ανθρώπους την αίσθηση ότι μπορούσαν να το σκάσουν. Και ο καθένας είχε ολόδικό του ένα ιδιωτικό ηχομονωμένο δωμάτιο. Μ' όλα αυτά, αν ένα ζευγάρι ήθελε να αρχίσει μια σχέση δίχως να δώσει αφορμή για κουτσομπολιό, μπορούσε να το κάνει πολύ διακριτικά. Η Μάγια ήταν σίγουρη ότι συνέβαιναν πολύ περισσότερα απ' όσα μπορούσε να ξέρει κανείς.
Το ένιωθε. Δίχως αμφιβολία, το ένιωθαν κι άλλοι επίσης. Χαμηλόφωνες συζητήσεις μεταξύ ζευγαριών· αλλαγές στη συντροφιά που διάλεγαν για δείπνο· χέρια που καθώς περνούσαν άγγιζαν ώμους ή αγκώνες· ω, ναι, συνέβαιναν διάφορα. Έδινε μια ένταση στην ατμόσφαιρα, μια ένταση που δεν ήταν ολότελα ευχάριστη. Οι φόβοι της Ανταρκτικής επανεμφανίστηκαν· κι εκτός αυτού, ο αριθμός των πιθανών συντρόφων ήταν μικρός, κι έτσι η κατάσταση έδινε την αίσθηση ότι έπαιζαν μουσικές καρέκλες.
Για τη Μάγια υπήρχαν πρόσθετα προβλήματα. Ήταν επιφυλακτικότερη απ' όσο συνήθως με τους Ρώσους άντρες, επειδή σ' αυτή την περίπτωση θα ήταν σαν να κοιμόταν κάποιος με το αφεντικό· το έβλεπε αυτό με καχυποψία, επειδή ήξερε πώς ένιωθε και ίδια όταν παλιότερα το έκανε. Εκτός αυτού, κανείς απ' αυτούς... τέλος πάντων, ένιωθε έλξη για τον Αρκάντυ, αλλά δεν της άρεσε· και αυτός δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Τον Γιέλι τον ήξερε από πριν, ήταν απλώς φίλος· ο Ντιμίτρι δεν της έλεγε τίποτα· ο Βλαντ ήταν μεγαλύτερος, ο Γιούρι δεν ήταν ο τύπος της, ο Αλεξ ήταν οπαδός του Αρκάντυ... κι ούτω καθεξής.
Όσο για τους Αμερικανούς, ή τους διεθνείς· ε, αυτοί παρουσίαζαν ένα διαφορετικό πρόβλημα. Αλλες κουλτούρες, τι θα γινόταν; Έτσι... κλεινόταν στον εαυτό της. Αλλά το σκεφτόταν. Και περιστασιακά, όταν ξυπνούσε το πρωί ή τελείωνε τις ασκήσεις της, έπλεε σ' ένα κύμα επιθυμίας που την ξέβραζε στην ακτή του κρεβατιού ή του ντους, κάνοντάς την να νιώθει μοναξιά.
Έτσι, αργά ένα πρωινό, μετά από μια ιδιαίτερα εφιαλτική προβληματική διαδρομή, την οποία είχαν σχεδόν λύσει και μετά είχαν αποτύχει να λύσουν, είχε πετύχει τον Φρανκ Τσάλμερς στη βιοπεριοχή του δάσους και είχαν περπατήσει περίπου δέκα μέτρα βαθιά στο δάσος και είχαν σταματήσει. Αυτή φορούσε σορτς και τανκ-τοπ, ήταν γυμνή, ιδρωμένη και αναψοκοκκινισμένη από την τρελή προσομοίωση. Αυτός φορούσε σορτς και μπλουζάκι, ήταν ιδρωμένος και σκονισμένος από τη φάρμα. Γέλασε με το σύντομο γέλιο του, και άπλωσε το χέρι του για να αγγίξει το μπράτσο της με δύο δάχτυλα. «Σήμερα φαίνεσαι ευτυχισμένη». Με κείνο το φευγαλέο χαμόγελο.
Οι αρχηγοί των δύο μισών της αποστολής. Ίσοι. Σήκωσε το χέρι της για να αγγίξει το δικό του, και δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο.
Αφησαν το μονοπάτι και χώθηκαν σε μια πυκνή συστάδα πεύκων. Σταμάτησαν για να φιληθούν, και είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία της φορά που ένιωσε παράξενα. Σκοντάφτοντας σε μια ρίζα, ο Φρανκ γέλασε κάτω από την ανάσα του, με κείνο το γοργό μυστικοπαθές γέλιο που πάντα έκανε τη Μάγια ν' ανατριχιάζει, σχεδόν από φόβο. Κάθισαν στις πευκοβελόνες, κυλίστηκαν σαν φοιτητές που χαϊδεύονταν στο δάσος. Η Μάγια γέλασε· πάντα της άρεσε το γρήγορο πλησίασμα, το ότι μπορούσε έτσι απλά να ρίξει έναν άντρα κάτω όταν το ήθελε.
Κι έτσι έκαναν έρωτα. Για κάποιο διάστημα, το πάθος την παρέσυρε. Αργότερα χαλάρωσε, απολαμβάνοντας τη θέρμη που αργόσβηνε. Αλλά μετά ακολούθησε κάποια αμηχανία· δεν ήξερε τι να πει. Ο Φρανκ είχε κάτι που ήταν κρυμμένο, σαν να κρυβόταν ακόμα κι όταν έκαναν έρωτα. Και, ακόμα χειρότερα, αυτό που η Μάγια ένιωθε ότι βρισκόταν πίσω από την αυτοσυγκράτησή του ήταν κάτι σαν θρίαμβος, σαν να είχε κερδίσει αυτός κάτι κι αυτή να είχε χάσει. Εκείνη η πουριτανική φλέβα των Αμερικανών, εκείνη η αίσθηση ότι το σεξ ήταν λάθος και οι άντρες έπρεπε να ξεγελάσουν τις γυναίκες. Και η Μάγια είχε κλειστεί λιγάκι στον εαυτό της, ενοχλημένη από κείνο το κρυμμένο μειδίαμα του προσώπου του. Κερδίζεις και χάνεις, τι παιδική συμπεριφορά.
Αλλά ήταν συνδήμαρχοι, αν μπορούσε να το θέσει έτσι. Αρα, αν ξεκινούσαν από το μηδέν...
Τελικά, μίλησαν λιγάκι, ευδιάθετα, με ευθυμία, έκαναν ακόμα και έρωτα πριν φύγουν. Αλλά δεν ήταν το ίδιο με την πρώτη φορά, και η Μάγια δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Μεγάλο μέρος του σεξ ξεπερνούσε την ορθολογική ανάλυση. Η Μάγια πάντα ένιωθε πράγματα για τους παρτενέρ της που δεν μπορούσε να τα αναλύσει, ούτε ακόμα και να τα εκφράσει· πάντα όμως ή της άρεσε αυτό που ένιωθε ή δεν της άρεσε, δεν είχε καμία αμφιβολία. Και όταν είχε κοιτάξει το πρόσωπο του Φρανκ Τσάλμερς μετά την πρώτη φορά, ήταν σίγουρη ότι κάτι δεν ήταν σωστό. Κάτι της προκαλούσε ανησυχία.
Αλλά ήταν φιλική, τρυφερή· δεν θα έπρεπε να τον διώξει μια τέτοια στιγμή, κανείς δεν θα συγχωρούσε κάτι τέτοιο. Σηκώθηκαν και ντύθηκαν και πήγαν πίσω στον Τορό Δ, και έφαγαν βραδινό μαζί με μερικούς άλλους, κι εκεί ήταν λογικό να κρατήσει κάποια απόσταση. Αλλά μετά, τις μέρες μετά τη συνάντησή τους, η Μάγια με έκπληξη και δυσαρέσκεια βρήκε ότι τον απομάκρυνε λιγάκι, ότι έβρισκε προφάσεις για να αποφεύγει να βρίσκεται μόνη της μαζί του. Ήταν δύσκολο, όχι αυτό που ήθελε. Θα προτιμούσε να μην νιώθει έτσι, και κανά δυο φορές μετά ξαναβρέθηκαν μόνοι τους, κι όταν αυτός έκανε την πρώτη κίνηση η Μάγια έκανε έρωτα μαζί του, θέλοντας να πάνε όλα καλά, νιώθοντας ότι στην αρχή είχε κάνει λάθος ή ήταν σε κακή διάθεση. Αλλά πάντα ήταν το ίδιο, πάντα υπήρχε το μειδίαμα του θριάμβου, το τώρα-σε-κατάφερα που η Μάγια αντιπαθούσε τόσο, εκείνη η ηθικολογική υποκριτική πουριτανική βρωμιά.
Κι έτσι τον απέφευγε ακόμα περισσότερο, για να μην βρεθεί στην αρχική κατάσταση· κι αυτός αρκετά γρήγορα έπιασε το νόημα. Ένα απόγευμα της ζήτησε να πάνε βόλτα στη βιοπεριοχή κι αυτή αρνήθηκε ισχυριζόμενη ότι ήταν εξαντλημένη· μια άξαφνη έκφραση έκπληξης πέρασε από το πρόσωπό του, και έκλεισε σαν μάσκα. Η Μάγια ένιωσε άσχημα, επειδή δεν μπορούσε ούτε στον εαυτό της να το εξηγήσει.
Για να προσπαθήσει να επανορθώσει γι' αυτή την αναίτια απομάκρυνση, από κει και πέρα ήταν φιλική και ειλικρινής μαζί του, όσο η κατάσταση ήταν ασφαλής. Και κατά δυο φορές είχε αφήσει να εννοηθεί ότι γι' αυτήν οι συναντήσεις τους ήταν απλώς η επισφράγιση μιας φιλίας, ότι ήταν κάτι που είχε κάνει και με άλλους. Όλα αυτά έπρεπε να του τα μεταδώσει ανάμεσα στις λέξεις, όμως, και ήταν πιθανό ότι ο Φρανκ δεν τα είχε καταλάβει σωστά· η Μάγια δεν ήταν σίγουρη. Μετά από το πρώτο σοκ όταν το είχε καταλάβει, απλώς είχε φανεί μπερδεμένος. Κάποτε, όταν η Μάγια έφευγε από μια παρέα λίγο πριν αυτή διαλυθεί, είχε δει τον Φρανκ να της ρίχνει μια κοφτερή ματιά· από κει και πέρα, ήταν μόνο απόμακρος και επιφυλακτικός. Αλλά δεν είχε ταραχτεί, και δεν είχε πιέσει την κατάσταση, ούτε την είχε πλησιάσει για να μιλήσουν γι' αυτό. Μήπως κι αυτό δεν ήταν μέρος του προβλήματος; Ο Φρανκ δεν έδειχνε να θέλει να της μιλήσει γι' αυτό το πράγμα.
Ίσως και να διατηρούσε ακόμα σχέσεις με άλλες γυναίκες, με κάποιες από τις Αμερικανίδες, η Μάγια δεν μπορούσε να ξέρει. Ο Φρανκ πραγματικά δεν ανοιγόταν. Αλλά... υπήρχε αμηχανία.
Η Μάγια αποφάσισε να εγκαταλείψει τα βιαστικά ξελογιάσματα, παρά το ρίγος της ευχαρίστησης που της έδιναν. Η Χιρόκο είχε δίκιο· τα πάντα ήταν διαφορετικά σ' ένα κλειστό σύστημα. Πολύ κρίμα για τον Φρανκ (αν τον ένοιαζε), επειδή σ' αυτό το ζήτημα είχε σταθεί δάσκαλός της. Στο τέλος η Μάγια αποφάσισε να του το ξεπληρώσει με το να είναι μια καλή φίλη. Προσπάθησε τόσο σκληρά να το πετύχει που μια φορά, σχεδόν ένα μήνα αργότερα, λάθεψε στους υπολογισμούς της και το παρατράβηξε, στο σημείο που ο Φρανκ πίστεψε ότι πάλι τον ξελόγιαζε. Ήταν παρέα μαζί με άλλους, μιλούσαν ένα βράδυ ως αργά, και η Μάγια είχε καθίσει δίπλα του, και μετά ήταν σαφές ότι ο Φρανκ είχε λάθος εντύπωση, και είχε περπατήσει μαζί της γύρω στον Τορό Δ ως τα λουτρά, μιλώντας με το γοητευτικό και ζεστό τρόπο που είχε σ' αυτό το στάδιο. Η Μάγια ήταν έξω φρενών με τον εαυτό της· δεν ήθελε να φανεί εντελώς αλλοπρόσαλλη, παρ' όλο που σ' αυτό το σημείο ό,τι και αν έκανε μάλλον αυτή την εικόνα θα έδινε. Έτσι τον ακολούθησε, μόνο και μόνο επειδή ήταν ευκολότερο, κι επειδή ένα μέρος του εαυτού της ήθελε να κάνει έρωτα. Κι αυτό έκανε, ταραγμένη με τον εαυτό της και αποφασισμένη ότι αυτή θα ήταν η τελική φορά, κάτι σαν τελευταίο δώρο που κατ' ελπίδα θα μετέτρεπε γι' αυτόν όλο αυτό το περιστατικό σε μια καλή ανάμνηση. Η Μάγια βρήκε ότι αισθανόταν περισσότερο πάθος από κάθε άλλη φορά, ήθελε πραγματικά να τον ευχαριστήσει. Και μετά, λίγο πριν τον οργασμό, είχε σηκώσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του, και ήταν σαν να κοίταζε τα παράθυρα ενός άδειου σπιτιού.
Εκείνη ήταν η τελευταία φορά.
----------------------------------------------------------------------------------------------