
Tom Maddox
Snake-Eyes (1986)
Μετάφραση: Θανάσης Βέμπος
Σκούρο κρέας κονσέρβας - καφετί, λαδερό και
γεμάτο μύκητες - έζεχνε με μια αποκρουστική
ψαρίσια μπόχα.
Η γεύση του γέμισε το στόμα' γεύση σαπίλας και
ξινίλας, σαν κάτι που είχε βγει απ' το στομάχι
ενός πτώματος. Ο Τζωρτζ Τζόρνταν ανακάθισε στο
δάπεδο της κουζίνας και ξέρασε' μετά
απομακρύνθηκε απ' την αστραφτερή λιμνούλα που
τόσο έμοιαζε με το περιεχόμενο της κονσέρβας.
Έπαιξα κι έχασα, σκέφτηκε. Έχω στο κεφάλι μου
καλώδια κι αυτά με κάνουν να τρώω γατοτροφές.
Το φίδι γουστάρει τις γατοτροφές.
Χρειαζόταν βοήθεια αλλά ήξερε ότι ήταν εντελώς
μάταιο να τηλεφωνήσει στην Αεροπορία. Τόχε
προσπαθήσει, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να τους κάνει
να παραδεχτούν ότι εκείνοι ήταν υπεύθυνοι για το
τέρας μέσα στο κεφάλι του. Αυτό που ο Τζωρτζ είχε
βαφτίσει τέρας, η Αεροπορία ονόμαζε ΑΤΑΙ -
Αποτελεσματική Τεχνολογία Ανθρώπινου Interface - κι
ούτε που ήθελε να ακούσει για τα προβλήματα που
αντιμετώπιζαν οι απολυμένοι υπάλληλοί της. Η
Αεροπορία είχε τα δικά της προβλήματα με τις
επιτροπές του Κογκρέσσου που ερευνούσαν τη
«διεξαγωγή του πολέμου στην Ταϊλάνδη».
Ξάπλωσε για λίγο μπρούμυτα με το πηγούνι του ν' ακουμπά στο ψυχρό λινόλεουμ' μετά σηκώθηκε και ξέπλυνε το στόμα του στο νεροχύτη' έχωσε το κεφάλι του κάτω από τη βρύση αφήνοντας να τρέξει πάνω του το κρύο νερό. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στην αναθεματισμένη την πολυεθνική, να τηλεφωνήσει στη ΣΕΝΤΡΑΞ και να τους πει: μπορείτε στ' αλήθεια να κάνετε κάτι μ' αυτόν τον ίνκουμπους, το δαίμονα που θέλει να ασκήσει κατοχή στο μυαλό μου; Κι αν σε ρωτήσουν: ποιο είναι το πρόβλημά σας; θα τους πεις: οι γατοτροφές. Και τότε ίσως εκείνοι να σου απαντήσουν: διάολε, τα παραλές, το μόνο που θέλει ο ίνκουμπους είναι ν' ασκήσει κατοχή στο φαγητό σου.
Καταμεσής στο γυμνό σαλόνι βρισκόταν μια καρέκλα με καφετιά κοτλέ ταπετσαρία, δίπλα της ένα λευκό τηλέφωνο ακουμπισμένο στο πάτωμα, στον απέναντι τοίχο μια επίπεδη τηλεοπτική οθόνη αυτά ήταν όλα κι όλα: αυτά που κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι το σπιτικό του αν δεν προορίζονταν όλα για το φίδι.
Σήκωσε το ακουστικό, κάλεσε το ευρετήριο στην οθόνη του και πληκτρολόγησε: ΤΕΛΕΚΟΜ ΣΕΝΤΡΑΞ.
Το Ορλάντο Χολιντεν Ινν βρισκόταν δίπλα στο τέρμιναλ του αεροδρομίου, εκεί απ' όπου ξεχύνονταν οι τουρίστες, τρέχοντας να απολαύσουν τα θαύματα του Κόσμου του Ντίσνεϋ. Αλλά, σκέφτηκε ο Τζωρτζ, οι καπάτσες πάπιες και τα χαρωπά ποντίκια δεν είναι για μένα. Κι εδώ, όπως κι οπουδήποτε αλλού, είναι επικράτεια του φιδιού.
Έγειρε στον τοίχο του δωματίου του μοτέλ χαζεύοντας τους γκρίζους καταρράχτες της βροχής που έρεαν στο πεζοδρόμιο. Δυο μέρες περίμενε για ένα γεύμα. Το διαστημικό λεωφορείο στεκόταν στην εξέδρα εκτόξευσης στο Κανάβεραλ κι όταν ο ουρανός καθάριζε, ένα ελικόπτερο θα τον έπαιρνε και θα τον άφηνε εκεί: ένα πακέτο για παράδοση στη ΣΕΝΤΡΑΞ Inc., στον Διαστημικό Σταθμό Αθηνά, τριάντα χιλιάδες χιλιόμετρα πάνω απ' τον ισημερινό.
Πίσω του, στο φως των λέιζερ ενός ολοθεάματος Μπλάουπουνκτ, ανθρωπάκια τριάντα πόντους ψηλά φλυαρούσαν σχετικά με τον πόλεμο στην Ταϊλάνδη και για το πόσο τυχερές ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες που γλίτωσαν άλλο ένα Βιετνάμ.
Τυχερές; Μπορεί και να ήταν. Είχε φορέσει τα καλώδιά του κι ήταν έτοιμος για μάχη, έχοντας ήδη συνηθίσει στις αυτοπροσαρμοζόμενες καμπύλες του πίσω καθίσματος ενός κατάμαυρου από συνθετικά υλικά αεροσκάφους Τζένεραλ Νταϊνάμικς Α230. Το Α230 πετούσε στην κόψη του ξυραφιού, με κάθε επιφάνεια ελέγχου να παρακολουθείται από τους δικούς της μικροκομπιούτερς, όλους χωμένους βαθιά στον φιδίσιο εγκέφαλο του βοηθού πτήσης/πυρός με τα διπλά μαύρα καλώδια από μιλοπρένιο να βγαίνουν από κάθε πλευρά του οισοφάγου του να απογειώνεται ο ίδιος, ω ναι, όταν τα καλώδια σφάδαζαν κι η άτρακτος αντηχούσε στα νεύρα του, όταν το ίδιο του το κορμί τραγουδούσε για λογαριασμό της, για λογαριασμό αυτής της δύναμης.
Μετά, το Κογκρέσσο τράβηξε τον πόλεμο από την πρίζα, η Αεροπορία τράβηξε τον Τζωρτζ από την πρίζα, κι όταν τον απέλυσαν, ξέμεινε φορώντας την καλή του φορεσιά αλλά μην έχοντας πού να πάει' απόμεινε μ' όλον αυτόν τον εξοπλισμό μες στο κεφάλι του, τον εξοπλισμό που από τότε είχε αποκτήσει τη δικιά του ζωή.
Ένας κεραυνός χαράκωσε τον μενεξεδί ουρανό,
σκίζοντάς τον, ραγίζοντάς τον, σαν πελώριο μπολ
από γυαλί που έπεφτε και γινόταν χίλια κομμάτια.
Ένα άλλο ανθρωπάκι στο ολοθέαμα είπε ότι η
τροπική καταιγίδα θα περνούσε σε δυο ώρες.
Το τηλέφωνο χτύπησε.
Ο Χάμιλτον 'Ιννις ήταν ψηλός και βαρύς ένα κι ενενήντα ύψος και εκατόν είκοσι κιλά βάρος. Φορούσε μαλακές μαύρες παντόφλες και γαλαζωπή ολόσωμη φόρμα με τη λέξη ΣΕΝΤΡΑΞ κεντημένη με κόκκινα γράμματα αριστερά στο στήθος του. Γλίστρησε πετώντας στον λαμπροφωτισμένο λευκό διάδρομο και προσκολλήθηκε προσεκτικά στον τοίχο χρησιμοποιώντας ένα από τα μπαλώματα από βέλκρο της στολής του. Μια οπτικοθόνη πάνω απο την είσοδο του θαλάμου αποσυμπίεσης έδειξε το διαστημικό λεωφορείο να χώνει το ρύγχος του στο σωλήνα σύνδεσης. Περίμενε μέχρι να συνδεθούν οι καταπακτές των θαλάμων αποσυμπίεσης και να περάσει μέσα ο νέος υποψήφιος.
Τούτος εδώ ήταν έξη μήνες εκτός υπηρεσίας και έχανε σιγά- σιγά αυτό το πράγμα που είχαν καταντήσει το μυαλό του οι γιατροί της Αεροπορίας. Πρώην λοχίας - τεχνικός Τζωρτζ Τζόρνταν: δυο χρονια στο κοινοτικό κολέγιο του 'Ωκλαντ της Καλιφόρνιας, και μετά εγγραφή στη σχολή εκπαίδευσης πληρωμάτων αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας, στο πρόγραμμα ΑΤΑΙ. Σύμφωνα με το προφίλ που είχε συνθέσει ο Αλεφ, με βάση τα αρχεία της Αεροπορίας και της Εθνικής Τράπεζας Δεδομένων, ο Τζόρνταν ήταν ένας άντρας με ικανότητες και νοημοσύνη ελαφρά υπεράνω του μέσου όρου, και με προτίμηση για το παράδοξο ελαφρά υπεράνω του μέσου όρου και σ' αυτό οφειλόταν η εθελοντική συμμετοχή του στο ΑΤΑΙ και στον πόλεμο. Στις φωτογραφίες του αρχείου φάνταζε κοινότυπος: ένα κι εβδομηνταπέντε ύψος, ογδονταπέντε κιλά βάρος, σκούρα καστανά μαλλιά και μάτια, ούτε όμορφος ούτε άσχημος. Αλλά η φωτογραφία ήταν παλιά και δεν μπορούσε να δείξει το φίδι και τον φόβο που το συνόδευε. Το ξέρεις κολλητέ, σκέφτηκε ο 'Ιννις, αλλά δεν έχεις δει τίποτε ακόμα.
Ο άντρας κατρακύλησε από την καταπακτή, μάλλον ανήμπορος να τα βγάλει πέρα σε κατάσταση έλλειψης βαρύτητας, αλλά ο 'Ιννις τον έβλεπε που πάσχιζε να τα καταφέρει προσπαθώντας να μην τινάζει τους μυώνες του, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στην ανύπαρκτη βαρύτητα. «Τι διάβολο κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο αιωρούμενος Τζωρτζ Τζόρνταν, γραπώνοντας με το ένα του χέρι την καταπακτή της θυρίδας καθόδου.
«Ηρέμησε. Θα σε μαζέψω». Ο 'Ιννις έδωσε μια σπρωξιά στον τοίχο και πέταξε προς τον άνθρωπο, τον άδραξε καθώς περνούσε δίπλα του και μετά κι οι δυο μαζί κατευθύνθηκαν προς τον απέναντι τοίχο κλωτσώντας τον για να κατευθυνθούν προς τα έξω.
Ο 'Ιννις παραχώρησε στον Τζωρτζ μερικές ώρες
μάταιας προσπάθειας να κοιμηθεί - αρκετό χρόνο
για να σβήσουν από τ' οπτικό του πεδίο οι
φωσφορικές μετακινούμενες κηλίδες εξαιτίας της
μεγάλης επιτάχυνσης του ταξιδιού. Ο Τζωρτζ
πέρασε την περισσότερη ώρα στριφογυρίζοντας στο
στρώμα του, ακούγοντας το σφύριγμα του air condition
και τα τριξίματα των αρμών του περιστρεφόμενου
σταθμού.
Μετά ο 'Ιννις χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματός
του κι είπε απ' το θυρομεγάφωνο: «Έλα κολλητέ. Ώρα
να δεις το γιατρό».
Προχώρησαν περπατώντας σ' ένα παλιότερο τμήμα του σταθμού. Στο πράσινο πλαστικό πάτωμα υπήρχαν καφετιές στάμπες πετρωμένης τσίχλας, στους τοίχους υπήρχαν ίχνη από πατημασιές και μισοσβησμένα εμβλήματα και ονόματα εταιρειών. Τα αρχικά ΔΚΤΓ ήταν γραμμένα πολλές φορές με γράμματα που κόντευαν να σβήσουν. Ο 'Ιννις είπε στον Τζωρτζ ότι σήμαιναν Διεθνές Κατασκευαστικό Τροχιακό Γκρούπ, μια εταιρία που τώρα είχε διαλυθεί, οι αρχικοί κατασκευαστές και ελεγκτές του Αθηνά.
Ο 'Ιννις σταμάτησε τον Τζωρτζ μπροστά από μια
πόρτα που έγραφε ΤΜΗΜΑ INTERFACE.
«'Εμπα μέσα", του είπε. «Εγώ θα γυρίσω σε λίγο».
Εικόνες γερανών ζωγραφισμένες με ντελικάτες
λευκές γραμμές με φόντο καστανό βελούδο,
κρεμασμένες σ' ένα χλωμό κρεμ τοίχο.
Καμπυλωτά χωρίσματα από ημιδιάφανο αφρολέξ, που λαμπύριζαν στο απαλό φως που ξεχυνόταν πίσω τους, όριζαν μια κεντρική περιοχή που έσβηνε κυματιστά σχηματίζοντας ένα διάδρομο που χανόταν στο σκοτάδι. Ο Τζωρτζ καθόταν σ' έναν σοκολατί κρεμαστό καναπέ κι ο Τσάρλυ Χιού βρισκόταν ξαπλωμένος σε μια κιτρινωπή - καφέ πολυθρόνα από δερματίνη με τα πόδια του ακουμπισμένα στο σκούρο από κόντρα πλακέ τραπέζι μπροστά του. Μισή ίντσα στάχτη κρεμόταν απ' την κάφτρα του τσιγάρου του.
Ο Τσάρλυ Χιού δεν ήταν ο συνηθισμένος κλώνος - γιατρός. Ήταν μια αδύνατη φιγούρα που φορούσε μια φθαρμένη φαρδιά γιαπωνέζικη ζώνη' τα μαύρα μαλλιά του ήταν τραβηγμένα προς τα πίσω και πιασμένα σε μια αλογοουρά που έφτανε μέχρι τη μέση του, αφήνοντας να φανούν τα έντονα χαρακτηριστικά του το δέρμα του προσώπου του ήταν τσιτωμένο και τα μάτια του γυάλιζαν ελαφρά.
«Πες μου για το φίδι», είπε ο Τσάρλυ Χιού.
«Τι θες να μάθεις ακριβώς; Είναι ένα
μεταμοσχευμένο μικροφωνικό πλέγμα που...»
«Ξέρω τι είναι. Δεν έχει σημασία. Πες μου για την
εμπειρία σου». Στάχτη έπεσε απ' την κάφτρα του
τσιγάρου πάνω στο καφετί ματ κάλυμμα του δαπέδου.
«Πες μου γιατί ήρθες εδώ».
«Οκεϋ. Λοιπόν έφυγα απ' την Αεροπορία πριν από ένα
μήνα περίπου κι έμενα σ' ένα σπίτι κοντά στην
Ουάσινγκτον, στο Σίλβερ Σπρινγκ. Σκεφτόμουνα να
πιάσω δουλειά σε καμιά αεροπορική εταιρία αλλά
δεν βιαζόμουνα και πολύ, επειδή για έξι μήνες θα
έπαιρνα το επίδομα και πίστευα ότι θα την έβγαζα
καθαρή για λίγο».
»Στην αρχή ήταν αυτή η αόριστα αλλόκοτη αίσθηση. Ένιωθα απόμακρος, αποκομμένος, αλλά τι στο διάολο; Ζώντας στις ΗΠΑ; Τέλος πάντων, λοιπόν καθόμουνα ωραία και καλά ένα βραδάκι' θα χάζευα λίγο ολοθέαμα, και θα έπινα μερικές μπύρες. Δικέ μου, αυτό που ένιωσα τότε είναι δύσκολο να στο εξηγήσω. Ένιωσα πραγματικά περίεργα - λες κι είχα πάθει, ξέρω γω, καρδιακή προσβολή ή έμφραγμα. Δεν έβγαζα νόημα από τις κουβέντες στο ολοθέαμα κι ήταν σαν να έβλεπα τα πάντα κάτω από νερό. Μετά βρέθηκα στην κουζίνα ξετρυπώνοντας πράγματα απ' το ψυγείο - κρέας, αυγά, βούτυρο, μπύρα, ό,τι σκατά θέλεις. Κι όπως τά'χα βγάλει όλα έξω, τα παίρνω και τα πετάω όλα κάτω στο πάτωμα. 'Έσπασα τα αυγά και τα ρούφηξα, έφαγα το βούτυρο με μεγάλες μπουκιές, ήπια όλη τη μπίρα κι όλα αυτά μέχρι να πεις κρεμμύδι».
Ο Τζωρτζ είχε κλείσει τα μάτια καθώς αναπολούσε
τη σκηνή κι ένιωθε το φόβο που για μια ακόμα φορά
επέστρεφε και γιγαντωνόταν. «Δεν ήξερα γιατί τα
έκανα όλα αυτά... καταλαβαίνεις τι σου λεω; Εννοώ
ότι ήμουν εγώ που καθόμουν εκεί, αλλά ταυτόχρονα
ήταν σαν να βρισκόταν και κάποιος άλλος μαζί
μου».
«Το φίδι. Η παρουσία του δημιουργεί ορισμένα...
προβλήματα. Πώς τα αντιμετώπισες;»
«Περίμενα ελπίζοντας ότι δεν θα μου
ξανασυνέβαινε, αλλά ξανασυνέβη, κι αυτή τη φορά
πήγα στο Γουώλτερ Ρηντ κι είπα: λοιπόν παιδιά, μου
συμβαίνουν αυτά τα επεισόδια».
«Σε βοήθησαν καθόλου;»
«Όχι. Έψαξαν το φάκελό μου, με εξέτασαν... αλλά τι
διάβολο; Προτού απολυθώ με είχαν εξετάσει. Τέλος
πάντων, είπαν ότι επρόκειτο για ψυχολογικό
πρόβλημα, κι έτσι με στείλανε σ' ένα τρελογιατρό.
Τότε ήταν που ήρθατε σε επαφή μαζί μου. Ο
τρελογιατρός δεν με βοήθησε στο παραμικρό μάγκα
μου, έχεις φαει ποτέ γατοτροφή; κι ένα μήνα
αργότερα σας ξαναπήρα τηλέφωνο».
«Έχοντας απορρίψει την προσφορά της ΣΕΝΤΡΑΞ την
πρώτη φορά;»
«Γιατί να θέλω να δουλέψω για λογαριασμό μιας
πολυεθνικής; "Ζωή εταιρίας - σκέψη εταιρίας",
έτσι δεν είναι το σλόγκαν; Θεέ και Κύριε, μόλις
είχα φύγει απ' την Αεροπορία. Στο διάβολο αυτός o
τρόπος ζωής, είπα. Μάλλον το φίδι άλλαξε το μυαλό
μου».
«Μάλλον. Θα πρέπει να συλλέξουμε πλήρη στοιχεία
για τη σωματική σου κατάσταση: αξονική
υπερτομογραφία CAT, εγκεφαλική χημεία και προφίλ
ηλεκτρικής δραστηριότητας. Μετά μπορούμε να
σκεφτούμε εναλλακτικές λύσεις. Α, ναι, γίνεται κι
ένα πάρτι σήμερα στην Καφετέρια Τέσσερα μπορείς
να απευθυνθείς στο κομπιούτερ του δωματίου σου
για λεπτομέρειες. Εκεί θα συναντήσεις μερικούς
συναδέλφους σου».
Ο Τζωρτζ, συνοδευόμενος από ένα νοσοκόμο, χάθηκε στο διάδρομο με τα τοιχώματα από αφρολέξ κι ο Τσάρλυ Χιού κάθισε καπνίζοντας Γκωλουάζ το ένα μετά το άλλο και παρατηρώντας με κλινική αφοσίωση το τρέμουλο των χεριών του. Παράξενο που δεν έτρεμαν όταν χειρουργούσε, αν και αυτό δεν θα πείραζε οι χειρούργοι της Αεροπορίας είχαν ήδη ανασκάψει τον εγκέφαλο του Τζωρτζ.
Του Τζωρτζ... που χρειαζόταν και λίγη τύχη τώρα,
επειδή δεν ήταν απλά μια στατιστικά ασήμαντη
περίπτωση ατόμου, για το οποίο το ΑΤΑΙ ήταν το
πασαπόρτι για μια ειδική μορφή τρέλας, μια μορφή
που ενδιέφερε τον Αλεφ. Υπήρχαν κι ο Πωλ Κοέν κι η
Λίζυ Χάιντς, κι οι δυο επιλεγμένοι από τα αρχεία
προσωπικού της ΣΕΝΤΡΑΞ με βάση το ψυχολογικό
προφίλ που είχε σκαρώσει o Αλεφ' και οι δύο τους
είχαν υποστεί μεταμοσχεύσεις ΑΤΑΙ απ' αυτόν, απ'
τον Τσάρλυ Χιού. Ο Πωλ Κοέν μπήκε σ' ένα θάλαμο
αποσυμπίεσης κι εκσφενδονίστηκε στο διάστημα.
Τώρα έμεναν η Λίζυ κι ο Τζωρτζ.
Δεν ήταν απορίας άξιο γιατί έτρεμαν τα χέρια του:
καλό το να μιλάς για την αιχμή της υψηλής
τεχνολογίας, αλλά πρέπει νάχεις κι υπόψη σου ότι
κάποιος πρέπει να κρατάει αυτό το μαχαίρι.
Στη θωρακισμένη καρδιά του Σταθμού Αθηνά βρισκόταν ένα συγκρότημα ομόκεντρων σφαιρών. Η σφαίρα πυρήνας είχε πέντε μέτρα διάμετρο, ήταν γεμάτη με αδρανή υγρό φθοροάνθρακα και περιείχε ένα μαύρο πλαστικό κύβο πλευράς δυο μέτρων από κάθε έδρα του οποίου ξεφύτρωναν χοντρά μαύρα καλώδια.
Μέσα στον κύβο έρρεε μια ασταθής ακολουθία ολογραμματικών κυματομορφών που αυξομειώνονταν από νανοδευτερόλεπτο σε νανοδευτερόλεπτο μέσα σ' ένα παιχνίδι γνώσης και επιδίωξης: Ήταν ο Αλεφ. Μια ατέρμονη παλινδρόμηση επίγνωσης κάθε σκέψη μετατρεπόταν στο αντικείμενο κάποιας άλλης, σε μια ακολουθία που τερματιζόταν μόνο από τα όρια της θέλησης της μηχανής.
Έτσι, με αυστηρή έννοια δεν υπήρχε Αλεφ, επειδή δεν υπήρχε ούτε υποκείμενο ούτε ρήμα στις προτάσεις με τις οποίες ο Αλεφ περιέγραφε τον εαυτό του στον εαυτό του. Το παράδοξο ήταν για τον Αλεφ μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες διανοητικές διεργασίες - ένα παράδοξο καθόριζε τα όρια μιας θέσης ή ακόμα και μιας κατάστασης ύπαρξης' κι ο Αλεφ ενδιαφερόταν πολύ για όρια.
Ο Αλεφ είχε παρακολουθήσει την άφιξη του Τζωρτζ
Τζόρνταν, τα στριφογυρίσματά του στο στρώμα, τη
συζήτηση που είχε με τον Τσάρλυ Χιού. Εντρυφούσε
σ' αυτές τις παρατηρήσεις, εντρυφούσε στη
συμπόνια, στη θλίψη και στην ενσυναίσθηση που
δημιουργούνταν καθώς προέβλεπε τη ριζική
μεταμόρφωση στην οποία θα υποβαλλόταν ο Τζωρτζ,
τα συνοδευτικά αισθήματα έκσταση, πάθος, πόνος.
Ταυτόχρονα ένιωσε ψυχρά την αναγκαιότητα του
πόνου για το Τζωρτζ, του πόνου ακόμα και σε σημείο
που να προκαλέσει το θάνατο.
Συμπόνια/ψυχρότητα, θάνατος/ζωή...
Αρκετές χιλιάδες φωνές μέσα στον Αλεφ γέλασαν. Σύντομα o Τζωρτζ θα ανακάλυπτε κάμποσα πράγματα σχετικά με τα όρια και τα παράδοξα. Θα επιζούσε άραγε; Ο Αλεφ το έλπιζε. Διψούσε για ανθρώπινη επαφή.
Η Καφετέρια 4 ήταν ένα κυβικό δωμάτιο με πλευρά τεσσάρων μέτρων, με αχνογάλαζους τοίχους, γεμάτο με βερνικωμένα τραπέζια και καρέκλες που προσκολλούνταν μαγνητικά σε οποιαδήποτε επιφάνεια του δωματίου, ανάλογα με την φορά της βαρύτητας εξαιτίας της περιστροφής του σταθμού. Τα περισσότερα απ' αυτά κρέμονταν από τους τοίχους και το ταβάνι για ν' αφήσουν περισσότερο χώρο για τους ανθρώπους.
Στην πόρτα ο Τζωρτζ συνάντησε μια ψηλή γυναίκα
που του είπε: «Καλώς όρισες Τζωρτζ. Είμαι η Λίζυ. Ο
Τσάρλυ Χιού μου είπε πως θα ήσουν εδώ». Τα ξανθά
μαλλιά της ήταν κουρεμένα σχεδόν σύρριζα και τα
μάτια της ήταν λαμπερά, γαλάζια με χρυσές
ανταύγειες. Σουβλερή μύτη, κάπως τραβηγμένο
πηγούνι και πεταχτά ζυγωματικά την έκαναν να
μοιάζει με ξεπεσμένο φωτομοντέλο. Φορούσε μαύρη
φούστα με μεγάλα σχισίματα στις δυο πλευρές και
κόκκινες μακριές κάλτσες. Στο χλωμό δέρμα του
αριστερού της ώμου υπήρχε ένα τατουάζ: ένα
κόκκινο τριαντάφυλλο με τον πράσινο μίσχο του να
κατεβαίνει κάνοντας καμπύλη ανάμεσα στα γυμνά
της στήθη όπου από ένα αγκάθι έσταζε μια
στυλιζαρισμένη σταλαγματιά αίμα. Σαν τον Τζωρτζ,
είχε κ ι αυτή βύσμα κάτω απ' το σαγόνι της. Τον
φίλησε χώνοντας τη γλώσσα της στο στόμα του.
«Είσαι η υπεύθυνη υποδοχής των νεοσύλλεκτων; Αν
ναι, τότε κάνεις καλά τη δουλειά σου».
«Δεν υπάρχει λόγος να θεωρείς τον εαυτό σου
νεοσύλλεκτο. Βλέπω ότι έχεις ήδη πάρει προαγωγή».
Τον άγγιξε ελαφρά κάτω από το σαγόνι, εκεί όπου
γυάλιζε το βύσμα.
«Όχι δεν έχω πάρει ακόμα προαγωγή». Αλλά η Λιζυ
είχε δίκιο τι θα μπορούσε να κάνει τώρα; «Σας
περισσεύει καμιά μπύρα;»
Πήρε το μπουκάλι της παγωμένης Ντος Εκουίς που του πρόσφερε και την ήπιε γρήγορα' μετά ζήτησε κι άλλη. Αργότερα ανακάλυψε ότι αυτό ήταν λάθος του δεν είχε προσαρμοστεί ακόμα στη μειωμένη ή στη μηδενική βαρύτητα κι έπαιρνε ακόμα δραμαμίνες («Προσοχή στη χρήση των μηχανημάτων»). Εκείνη τη στιγμή, αυτό που ήξερε ήταν ότι με δύο μπύρες μονάχα είχε χάσει το μπούσουλα. Φώτα, θόρυβος, τραπέζια να κρέμονται απ' τους τοίχους κι απ' το ταβάνι σαν σουρρεαλιστικά γλυπτά, κι ένα τσούρμο άγνωστα άτομα (τον σύστησαν σε πολλούς από δαύτους αλλά αυτό δεν άλλαξε την κατάσταση).
Κι ήταν και η Λίζυ. Οι δυο τους πέρασαν κάμποση ώρα στη γωνία με το να τρίβεται ο ένας στον άλλο. Ο Τζωρτζ δεν το πολυγούσταρε αυτό, αλλά για τη συγκεκριμένη στιγμή φαινόταν το μόνο κατάλληλο. Παρόλη την οικειότητά του, το φιλί στην πόρτα έμοιαζε τελετουργικό μια τελετή ένταξης ή μύησης αλλά σύντομα ένιωσε... τι ένιωσε; Μια αόρατη φλόγα να περνά ανάμεσά τους, ή ένα σπινθηριστό σύννεφο από φερομόνες τα μάτια της φαίνονταν να αστράφτουν απ' αυτές. Έτριψε το λαιμό της με τη μύτη του, προσπάθησε να γλείψει τη σταγόνα του αίματος απ' το αριστερό της στήθος, εξερεύνησε τα όμορφα λευκά της δόντια με τη γλώσσα του. Έμοιαζαν κι οι δυο τους με ζευγάρι, ήταν σαν να τους ένωναν καλώδια που ξεφύτρωναν από τ' ασημόχρωμα ορθογώνια βύσματα κάτω απ' το σαγόνι τους.
Κάποιος είχε βάλει ένα πρόγραμμα Τζαφάνκ να τρέχει σ' ένα κήμπορντ στη γωνία. Ξάφνου έκανε την εμφάνισή του ο 'Ιννις που προσπάθησε κάμποσες φορές να αποσπάσει την προσοχή του Τζωρτζ, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο Τσάρλυ Χιού ήθελε να ξέρει αν το φίδι γούσταρε τη Λίζυ τη γούσταρε, ο Τζωρτζ ήταν σίγουρος γι αυτό, αλλά δεν ήξερε τι μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Μετά o Τζωρτζ σκόνταψε σ' ένα τραπέζι.
Ο 'Ιννις πήρε τον Τζωρτζ και τον απομάκρυνε,
σκοντάφτοντας και αποφεύγοντας διάφορα εμπόδια.
Ο Τσάρλυ Χιού έψαξε για τη Λίζυ που είχε γίνει
άφαντη. Όταν εκείνη εμφανίστηκε, τον ρώτησε: «Πού
είναι ο Τζωρτζ;»
«Μέθυσε και πήγε για ύπνο».
«Κρίμα. Πάνω που είχαμε αρχίσει να γνωριζόμαστε
καλύτερα».
«Το πρόσεξα. Πώς νιώθεις γι αυτό;»
«Εννοείς ότι νιώθω σαν ψεύτρα και προδότρα
σκύλα;»
«Έλα τώρα Λίζυ. Όλοι μας στο ίδιο καζάνι
βράζουμε».
«Ε, τότε μην κάνεις τέτοιες κουτές ερωτήσεις.
Σίγουρα νιώθω άσχημα, αλλά ξέρω αυτό που δεν
ξέρει ο Τζωρτζ κι έτσι είμαι έτοιμη να κάνω αυτό
που πρέπει να γίνει. Και παρεμπιπτόντως, τον
γουστάρω».
Ο Τσάρλυ δεν μίλησε. Σκέφτηκε: ναι, όπως είπε κι ο
Αλεφ ότι θα τον γούσταρες.
«Χριστέ μου», σκέφτηκε με ντροπή ο Τζωρτζ το επόμενο πρωινό. «Παραπατούσα στουπί στο μεθύσι και σκόνταφτα μπροστά στον κόσμο... πω πω». Προσπάθησε να τηλεφωνήσει στη Λίζυ αλλά του απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής και κρέμασε το ακουστικό. Κατόπιν ξάπλωσε στο κρεβάτι του και λαγοκοιμόταν ώσπου χτύπησε το τηλέφωνο.
Το πρόσωπο της Λίζυ στην οθόνη τού έβγαλε τη
γλώσσα. «Παλιοβλάκα» του είπε. «Φεύγω για δυο
λεπτά κι εσύ την κοπανάς».
«Κάποιος μ' έφερε σπίτι. Έτσι νομίζω δηλαδή».
«Ναι, ήσουνα αρκετά φτιαγμένος. Θες να βρεθούμε
για φαγητό;»
«Μπορεί. Εξαρτάται από το πότε θα με φωνάξει ο
Χιού. Πού θα βρίσκεσαι;»
«Στο ίδιο μέρος, μανάρι μου. Καφετέρια Τέσσερα».
Ενα τηλεφώνημα τον πληροφόρησε ότι ο γιατρός δεν θα ήταν έτοιμος πριν από μια ώρα, κι έτσι ο Τζωρτζ βρέθηκε να κάθεται απέναντι από την μανιακή ξανθιά με τα γυαλιστερά μάτια ντυμένη τώρα με τη στολή της ΣΕΝΤΡΑΞ, με το φερμουάρ της μπλούζας ανοιχτό σχεδόν μέχρι τη μέση της. Ανέδιδε αισθησιακή θέρμη με τόση φυσικότητα όπως ένα ρόδο αναδίδει γλυκιά μυρωδιά. Μπροστά της βρισκόταν ένα πιάτο χουέβος ρανσέρος με πικάντικη σάλτσα: κίτρινο, πράσινο και κόκκινο με έντονη μυρωδιά τσίλι στην κατάσταση που βρισκόταν ο Τζωρτζ του φάνηκε χειρότερο κι από γατοτροφή. «Χριστέ μου», είπε, «θες να με κάνεις να ξεράσω;»
«Κουράγιο Τζωρτζ. Μπορεί να πρέπει να φας κι εσύ
λίγο ή θα σε σκοτώσει ή θα σε γιάνει. Πώς σου
φαίνεται η κατάσταση μέχρι τώρα;»
«Νιώθω κάπως χαμένος αλλά τι διάολο; Πρώτη φορά
μακριά απ' τη μάνα Γη βλέπεις. Αλλά για πες μου
κάτι που δεν καταλαβαίνω: η ΣΕΝΤΡΑΞ. Εγώ ξέρω τι
θέλω απ' αυτούς αλλά δεν έχω ιδέα τι θέλουν
εκείνοι από μένα».
«Θέλουν κάτι απλό: περιφερειακές μονάδες. Εσύ κι
εγώ είμαστε γρανάζια της μηχανής. Ο Αλεφ έχει ένα
σωρό περιφερειακά που εισάγουν δεδομένα οπτικά,
ακουστικά, ανιχνευτές ακτινοβολίας, αισθητήρες
θερμότητας, δορυφορικές κεραίες αλλά όλα τους
είναι κουτά. Ο Αλεφ ό,τι θέλει το αποκτά αυτό
το έχω συνειδητοποιήσει. Θέλει να μας
χρησιμοποιήσει' αυτό είν' όλο. Θεώρησέ το μια
μορφή καθαρής έρευνας».
«Ποιος θέλει να μας χρησιμοποιήσει; Ο 'Ιννις;»
«Ποιος τον γαμεί τον 'Ιννις; Σου μιλάω για τον
Αλεφ. Μάλιστα φίλε μου' ο κόσμος θα σου πει ότι ο
Αλεφ είναι απλώς μια μηχανή, γένους ουδετέρου,
και τα λοιπά και τα λοιπά σκατά. Ε, όχι. Ο Αλεφ
είναι άτομο παράξενο είδος ατόμου, μα την
αλήθεια, αλλά οπωσδήποτε άτομο. Διάβολε, ο Αλεφ
μπορεί και νάναι μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων».
«Σε πιστεύω. Κοίτα να δεις, υπάρχει κάτι που
θάθελα να δοκιμάσω αν είναι δυνατόν. Τι πρέπει να
κάνω για να βγω έξω... δηλαδή να κάνω ένα
διαστημικό περίπατο;»
«Αρκετά εύκολο. Πρέπει να πάρεις άδεια.
Χρειάζεται μια εκπαίδευση τριών εβδομάδων στους
κανόνες ασφάλειας και εργασίας. Θα σε αναλάβω
εγώ».
«Μπορείς;»
«Αργά ή γρήγορα μαθαίνουμε όλοι μας πώς να
βγάζουμε το χαρτζιλίκι μας εδώ πάνω εγώ είμαι
εκπαιδευτής ΕΟΔ, ΕξωΟχηματικής Δραστηριότητας.
Αύριο κιόλας αρχίζουμε μαθήματα».
Οι γερανοί στον τοίχο πετούσαν προς τον μυστηριώδη προορισμό τους, κοιτάζοντας προς τους λαμπυρίζοντες τοίχους από αφρολέξ και στην οθόνη πάνω από το τραπέζι. Ο Τζωρτζ σκέφτηκε ότι μπορεί να βρισκόταν κάλλιστα και σ' ένα άλλο σύμπαν.
Κουτσουρεμένα οπτικά νεύρα που ξεπετάγονταν
σαν κεραίες εντόμου' ένας εγκέφαλος αιωρούνταν
κάτω από το προτεταμένο μαύρο πλαστικό μουσούδι
ενός ολοπτικού προτζέκτορα Σόνυ. Καθώς ο Χιού
δούλευε στο πληκτρολόγιο που είχε μπροστά του, ο
εγκέφαλος περιστράφηκε και τώρα κοιτούσαν στο
κάτω μέρος του. «Εδώ είμαστε», είπε ο Τσάρλυ Χιού.
Μια λεπτή δέσμη ασημένιων καλωδίων έβγαινε απ'
τον εγκέφαλο που κατά τ' άλλα έμοιαζε
φυσιολογικός.
«Ο εγκέφαλος του Τζωρτζ Τζόρνταν», είπε ο 'Ιννις.
«Με προσθήκες. Φίνα».
«Κοιτάω αυτό το πράμα και νιώθω σα να κοιτάω τη
νεκροψία μου. Πότε μπορείς να με χειρουργήσεις
και να μου βγάλεις απ' το κεφάλι αυτή τη μαλακία;»
«Πρέπει να δεις ορισμένα πράγματα», είπε ο Τσάρλυ
Χιού καθώς πληκτρολογούσε. Μετά άρχισε να
χειρίζεται το πλαστικό «ποντίκι» δίπλα στην
κονσόλα του κομπιούτερ. Ο ελικοειδής γκρίζος
εγκεφαλικός φλοιός έγινε διάφανος,
αποκαλύπτοντας τεχνητά χρωματισμένες κόκκινες,
μπλε και πράσινες περιοχές. Ο Χιού έφτασε στο
κέντρο του εγκεφάλου κι έδειξε με τη γροθιά του
μια μπλε περιοχή στην κορυφή του νωτιαίου μυελού.
«Εδώ είναι το σημείο όπου οι ηλεκτρικές
συνδεσμολογίες μετατρέπονται σε βιολογικές'
ετούτοι οι μικροί κόμβοι κατά μήκος των
ψευδονευρώνων είναι οι βιοεπεξεργαστές,
βυσματωμένοι στο αποκαλούμενο "ερπετικό
σύμπλεγμα" που κληρονομήσαμε από τους
ερπετόμορφους προγόνους μας. Οι ψευδονευρώνες
συνεχίζουν στο επιχείλιο σύστημα - τον εγκέφαλο
των θηλαστικών, αν θες - στο οποίο βρίσκονται τα
κέντρα των συναισθημάτων. Αλλά υπάρχει περαιτέρω
σχέση με το νεοχιτώνιο, μέσω του ΔΕΣ - Δικτυωτού
Ενεργοποιητικού Σχηματισμού και του τυλώδους
σώματος. Υπάρχουν επίσης διασυνδέσεις με το
οπτικό νεύρο».
«Αυτά τα αλαμπουρνέζικα τάχω ξανακούσει. Για
κάντα πιο λιανά».
Ο 'Ιννις μίλησε. «Δεν υπάρχει τρόπος να
αφαιρεθεί το μόσχευμα χωρίς να διαταραχθούν οι
νευρικές διαδρομές. Δεν μπορούμε να το
αφαιρέσουμε».
«Ω γαμώτο!»
Ο Τσάρλυ Χιού είπε: «Παρόλο που δεν είναι δυνατόν
να αφαιρέσουμε το φίδι, μπορούμε ίσως να το
γητέψουμε. Τα προβλήματά σου πηγάζουν από την
απολίτιστη, ανεξέλεγκτη φύση του φιδιού - οι
ορέξεις του είναι, όπως θα λέγαμε, πρωτόγονες. Ενα
αρχέγονο τμήμα του εγκεφάλου σου πήρε το πάνω
χέρι από το νεοχιτώνιο που κανονικά θάπρεπε να
ελέγχει την κατάσταση. Αν συνεργαστείς με τον
Αλεφ, αυτές οι... χμμ ροπές μπορούν να
ενσωματωθούν στην προσωπικότητά σου κι έτσι να
τεθούν υπό έλεγχο».
«Τι άλλη επιλογή έχεις;» ρώτησε ο 'Ιννις. «Δεν
υπάρχει άλλη λύση. Έλα λοιπόν Τζωρτζ. Σε
περιμένουμε στο τέλος του διαδρόμου».
Το μοναδικό φως στο δωμάτιο ερχόταν από ένα γλόμπο που κρεμόταν από μια γωνιά. Ο Τζωρτζ βρισκόταν ξαπλωμένος σε μια αιώρα, ένα ορθογώνιο πλέγμα από στριμμένες καφετιές ίνες προσαρμοσμένες σ' ένα διαφανές πλαστικό τελάρο, κρεμασμένο από το ταβάνι του μικρού θολωτού ροζ δωματίου. Καλώδια στο χρώμα της σάρκας ξεφύτρωναν από τον λαιμό του Τζωρτζ και κατέληγαν σε πλάκες από χρώμιο, χωμένες στο πάτωμα.
«Κατ' αρχήν θα τρέξουμε ένα δοκιμαστικό πρόγραμμα», είπε o 'Ιννις. «Ο Τσάρλυ θα σου μεταδίδει εντυπώσεις - χρώματα, ήχους, γεύσεις, μυρωδιές κι εσύ θα του λες τι πιάνεις. Πρέπει να σιγουρευτούμε ότι αποτελείς καθαρό interface. Αν υπάρξει πρόβλημα o Τσάρλυ θα σταματήσει, αν πρέπει».
Ο 'Ιννις πέρασε σ' ένα στενό ορθογώνιο δωμάτιο,
όπου ο Τσάρλυ Χιού καθόταν μπροστά από μια σκούρα
πλαστική κονσόλα γεμάτη φωτάκια. Πίσω του
γυάλιζαν χρωμιωμένες επιφάνειες οργάνων ελέγχου
και οθόνες, με το κίτρινο έμβλημα της ΣΕΝΤΡΑΞ να
αστράφτει πάνω σε κάθε στιλβωμένη μεταλλική
επιφάνεια.
Οι ροζ τοίχοι έγιναν κόκκινοι και το φως έγινε
στροβοσκοπικό' ο Τζωρτζ σάλεψε στην αιώρα. Με το
εσωτερικό του αυτί άκουσε τη φωνή του Τσάρλυ
Χιού: «Αρχίζουμε».
«Κόκκινο», είπε ο Τζωρτζ. «Μπλε. Κόκκινο και
μπλε. Μια λέξη - στρουθοκάμηλος».
«Ωραία. Συνέχισε».
«Μια οσμή, χμμμ πριονίδι μάλλον».
«Το πέτυχες».
«Σκατά. Βανίλια. Αμύγδαλα».
Η διαδικασία συνεχίστηκε για κάμποσο. «Είσαι
έτοιμος», είπε o Τσάρλυ Χιούτζες.
Όταν έγινε η σύνδεση με τον Αλεφ, το κόκκινο
δωμάτιο εξαφανίστηκε.
Μια μήτρα 800 επί 800 - εξακόσιες σαράντα χιλιάδες πίξελς - σχημάτιζαν μια οπτική εικόνα: τα απομεινάρια της σουπερνόβα του Αλφα της Κασσιόπειας, ένα σύννεφο σκόνης ιδωμένο μέσω μιας σύνθεσης από ακτίνες Χ και ραδιοκύματα από τον δορυφόρο ΠΥΤΥΕ - Παρατηρητήριο Υψηλής Τροχιάς Υψηλών Ενεργειών - της NASA. Αλλά ο Τζωρτζ δεν έβλεπε την εικόνα' άκουγε μια τακτοποιημένη, με νόημα διάταξη πληροφοριών.
Μετάδοση bytes: 750 εκατομμύρια ομάδες που εκτινάζονταν σαν πίδακας από ένα δορυφόρο της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας προς ένα σταθμό λήψης κοντά στο νησί Τσινγκοτήγκ στα ανοιχτά των ανατολικών ακτών της Βιρτζίνια. Ο Τζωρτζ μπορούσε να διαβάσει τα bytes.
«Τα πάντα είναι πληροφορίες», είπε η φωνή - όχι άχρωμη μα άφυλη και κάπως απόμακρη. «Όλα όσα ξέρουμε, όλα όσα είμαστε. Τώρα βρίσκεσαι σε ένα καινούργιο επίπεδο. Μ' αυτό που ονομάζεις φίδι δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τη γλώσσα. Υπάρχει σ' ένα προγλωσσικό επίπεδο αλλά με τη βοήθειά μου μπορείς να το μανιπουλάρεις. Πάντως σε πρώτη φάση πρέπει να μάθεις τους κώδικες που αποτελούν το υπόβαθρο της γλώσσας. Πρέπει να μάθεις να βλέπεις τον κόσμο όπως τον βλέπω εγώ».
Η Λίζυ πήγε τον Τζωρτζ να του πάρουν μέτρα για μια στολή κι αυτός πέρασε τη μέρα του μαθαίνοντας πώς να μπαίνει και να βγαίνει χωρίς βοήθεια στο άκαμπτο λευκό κουκούλι. Τις επόμενες τρεις βδομάδες η Λίζυ τού έμαθε τις βασικές διαδικασίες και την πυκνογραμμένη λίστα των μέτρων ασφάλειας.
«Κόκκινη Πυροδότηση», είπε η Λίζυ. Πέταξαν μέχρι το αποθηκάκι με τις στολές, με τις άδειες θήκες από κάτω τους και τα λευκά κουκούλια να κρέμονται από τον τοίχο σαν κοινό από ακρωτηριασμένα ρομπότ. «Αν δεις αυτή τη φράση να εμφανίζεται στην οθόνη του κράνους σου, τότε τα θαλάσσωσες. Θα πει ότι έχεις μπει σε τροχιά μη επιστροφής. Τότε κρατάς την ψυχραιμία σου και ζητάς βοήθεια η οποία μπορεί να έρθει με τη μορφή ενός σήματος του Αλεφ που αναλαμβάνει τον έλεγχο των λειτουργιών της στολής. Μετά σταυρώνεις τα χέρια και δεν κάνεις το παραμικρό».
Η πρώτη βόλτα του Τζωρτζ έγινε μέσα σ' ένα φωτισμένο θόλο στο εσωτερικό του σταθμού, με το κράνος του ανοιχτό και τη Λίζυ να του φωνάζει και να γελά μαζί του καθώς αυτός έχασε τον έλεγχο και τρακάρισε στα σκεπασμένα με αφρολέξ τοιχώματα. Λίγες μέρες αργότερα βγήκαν έξω στο διάστημα. Ο Τζωρτζ ήταν δεμένος με ιμάντα, πετούσε με αυτόματο πιλότο και κλειστό κράνος, κι η Λίζυ τον βομβάρδιζε με «Κόκκινη Πυροδότηση», «Βλάβη Συνέχειας Στολής» και τα σχετικά.
Ενώ ο Τζωρτζ συγκέντρωνε την ενέργεια και την προσοχή του στην εκμάθηση της χρήσης της στολής, κάθε μέρα πήγαινε στον Χιούτζες και βυσματωνόταν με τον Αλεφ. Η αιώρα λικνιζόταν ελαφρά μόλις ξάπλωνε μέσα της, κι ο Τσάρλυ ένωνε τα καλώδια κι έφευγε.
Ο Αλεφ τον ξεδίπλωνε αργά. Τον τάιζε με
κωδικοποιημένη γλώσσα μηχανής, τον οδηγούσε σε
τεράστια δέντρα ροής του C-SMART, του πακέτου των
προγραμμάτων λήψης αποφάσεων που ήταν οι
«έξυπνοι βοηθοί» του, και του αποκάλυπτε
ολόκληρο το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα όπως αυτό
έφτανε στον Αλεφ από τα διαφορετικά κανάλια
εισαγωγής δεδομένων.
Ο Τζωρτζ τα καταλάβαινε όλα - φωνές και κώδικες.
Όταν αποσυνδεόταν, η γνώση έσβηνε αλλά παρέμενε
με μια αμυδρή εντύπωση ότι η πραγματικότητα γύρω
του δεν ήταν πια η ίδια.
Μερικές φορές αντί για χρώματα έβλεπε ένα τμήμα του φάσματος' αντί για οσμές, ένιωθε την παρουσία συγκεκριμένων μορίων' αντί για λέξεις, άκουγε δομημένα συγκροτήματα φθόγγωv. Η συνειδητότητά του είχε «μολυνθεί» από την συνειδητότητα του Αλεφ.
Αλλά δεν ήταν αυτό που ανησυχούσε τον Τζωρτζ. Ήταν σαν o Αλεφ να σκάρωνε κάτι μέσα του έχοντας μια λίγο πολύ συνεχή επίγνωση της παρουσίας του φιδιού που κοιμόταν αλλά που εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί. Μια νύχτα κάπνισε πάνω από ένα πακέτο απ' τα Γκωλουάζ του Τσάρλυ. Όταν ξύπνησε το άλλο πρωί ήταν σα να είχε στο φάρυγγά του αγκαθωτό συρματόπλεγμα και στα πνευμόνια του αναλυτό μολύβι. Εκείνη τη μέρα αποπήρε τη Λίζυ ενώ εκείνη του έδειχνε τι να κάνει, και μια φορά έχασε εντελώς τον έλεγχο η Λίζυ αναγκάστηκε να αποσυνδέσει τα κοντρόλ της στολής και να τον τηλεκατευθύνει. «Κόκκινη Πυροδότηση!» του είπε. «Πού διάβολο έχεις το μυαλό σου;»
Όταν τέλειωσαν οι τρεις βδομάδες βγήκε στο διάστημα σόλο όχι για μια απλή βόλτα δεμένος με τον ιμάντα αλλά για μια ολοκληρωμένη αυτόνομη ΕξωΟχηματική Δραστηριότητα' σουλάτσα έξω στην ατέλειωτη νύχτα. Βγήκε προσεκτικά από την προστασία που του πρόσφερε ο θάλαμος αποσυμπίεσης και κοίταξε γύρω του.
Το Τροχιακό Ενεργειακό Πλέγμα, η κατασκευή στην οποία όφειλε την ύπαρξή της η Αθηνά, κρεμόταν στο διάστημα μπροστά του. Φωτοβολταϊκοί συλλέκτες πάνω σε μια εβένινη σκαλωσιά' ασημένιες κεραίες εκπομπής μικροκυμάτων άστραφταν στο φως του 'Ηλιου. Αλλά αυτό που τραβούσε το βλέμμα ήταν ο σταθμός: μια αρμαθιά από διαμερίσματα κατοικιών, εργασίας και επιστημονικών πειραμάτων, ένα συνονθύλευμα χωρίς εμφανή συμμετρία στη δομή του. Αλλά διαμερίσματα περιστρέφονταν για να δημιουργήσουν τεχνητή βαρύτητα κι άλλα κρέμονταν ακίνητα κάτω απ' το εκτυφλωτικό ηλιακό φως. Φιγούρες με κεχριμπαρένια φωτάκια σέρνονταν αργά στο πρόσωπο του σταθμού ή κινούνταν προς κοκκινοφωτισμένα διαστημόπλοια ρυμουλκά που έμοιαζαν με ετερόκλητους σωρούς από παλιοσίδερα που κινούνταν σε καμπύλες τροχιές, με τους πυραυλοκινητήρες ελιγμών τους να λάμπουν πότε - πότε φτύνοντας εκτυφλωτική φωτιά.
Η Λίζυ έμεινε έξω από το θάλαμο αποσυμπίεσης
παρακολουθώντας τον Τζωρτζ χάρη στο ραδιοφάρο
της στολής του αλλά αφήνοντάς τον να κινηθεί
ελεύθερα. Του είπε: «Απομακρύνσου από τον σταθμό,
Τζωρτζ. Σου κόβει τη θέα της Γης».
Ο Τζωρτζ απομακρύνθηκε.
Λευκά σύννεφα απλώνονταν στο πρόσωπο της γαλάζιας σφαίρας λεκέδες από καφέ και πράσινο ήταν ορατοί ανάμεσά τους. Στις 14:00 ώρα σταθμού, κοιτούσε κάτω, σχεδόν κατευθείαν στις εκβολές του Αμαζόνιου όπου ήταν καταμεσήμερο, κι έτσι ολόκληρος o δίσκος της Γης ήταν φωτισμένος. Ένα μικρό πραγματάκι που γέμιζε μόνο 19 μοίρες στον ορίζοντα...
«Ω ναι!» είπε ο Τζωρτζ. Ο συριγμός και το βουητό του αιρκοντίσιον της στολής του, τα τριξίματα στον ασύρματο από κάποια αδέσποτη περαστική ακτινοβολία, η λαχανιασμένη αναπνοή του μέσα στο κράνος - οι ήχοι αυτής της στιγμής σπίλωναν αυτή την ομορφιά που κρεμόταν στο διάστημα. Η ανάσα του κάλμαρε κάπως, έσβησε τον ασύρματο για να μην ακούει τα παράσιτα και μετά απόμεινε να αιωρείται μέσα στην εκκωφαντική σιωπή. 'Εμοιαζε με πυγολαμπίδα χαμένη στην καρδιά της νύχτας.
Λίγο αργότερα μια λευκή στολή με τον κόκκινο
σταυρό του εκπαιδευτή στο στήθος μπήκε στο
οπτικό του πεδίο. «Γαμώτο», είπε ο Τζωρτζ και
άναψε τον ασύρματό του. «Εδώ είμαι Λίζυ», είπε.
«Τζωρτζ, τι σ' έπιασε και κόβεις βόλτες; Τι στο
διάβολο έκανες;»
«Χάζευα τη θέα».
Εκείνη τη νύχτα ονειρεύτηκε ροζ μπουμπούκια κρανιάς να φέγγουν με φόντο ένα μαβί ουρανό και το λευκό θόρυβο της βροχής. Κάτι γρατσούνισε την πόρτα. Ξύπνησε για να νιώσει στα ρουθούνια του τη φιλτραρισμένη αλλά τεχνητή μυρωδιά του διαστημικού σταθμού. Αισθάνθηκε απογοήτευση που ο σταθμός δεν θα ένιωθε ποτέ το άγγιγμα της βροχής' γύρισε στο άλλο πλευρό και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί ελπίζοντας να ονειρευτεί ξανά το ειδυλλιακό, βροχερό τοπίο. Κατόπιν σκέφτηκε: κάτι υπάρχει έχει έξω' σηκώθηκε, είδε στα κόκκινα ψηφία που φωσφόριζαν στον τοίχο ότι ήταν περασμένες δύο τα ξημερώματα και προχώρησε γυμνός μέχρι την πόρτα.
Το λευκό φως που ξεχυνόταν από τους γλόμπους, σχημάτιζε παραμορφωμένες κυκλικές λιμνούλες κατά μήκος του καμπύλου διαδρόμου. Η Λίζυ βρισκόταν ξαπλωμένη ασάλεντη, η μισή στη σκιά. Ο Τζωρτζ γονάτισε μπροστά της. «Λίζυ», είπε. Ακούστηκε ένας γδούπος καθώς το αριστερό της πόδι κλώτσησε το μεταλλικό δάπεδο.
«Τι τρέχει;» τη ρώτησε. Τα σκούρα βαμμένα νύχια
της γρατζούνιζαν το πάτωμα και ξεστόμισε κάτι ο
Τζωρτζ δεν μπόρεσε να καταλάβει τι. «Λίζυ», της
είπε. «Τι θέλεις;»
Το βλέμμα του έπεσε στην κόκκινη σταγόνα με φόντο
την καμπύλη του λευκού της στήθους κι ένιωσε κάτι
να σαλεύει μέσα του. Αρπαξε τη Λίζυ από το
μπροστινό μέρος της ολόσωμης στολής της και της
την ξέσκισε μέχρι το καβάλο. Εκείνη έχωσε τα
νύχια της στο πηγούνι του, βγάζοντας ένα
μουγκρητό απ' τα βάθη του χρόνου' μετά ανασήκωσε
το κεφάλι της και τον κοίταξε κατάματα' αμοιβαία
αναγνώριση που τους διαπερνούσε σαν
ηλεκτροπληξία' φιδίσια μάτια.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Όταν ο Τζωρτζ το σήκωσε είδε στην οθόνη τον Τσάρλυ Χιού να λεει: «Έλα στην αίθουσα συσκέψεων, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Τσάρλυ χαμογέλασε και έκλεισε τη σύνδεση.
Στον τοίχο έγραφε 07:18 ώρα Γκρήνουϊτς. Πρωί. Από τον καθρέφτη τον κοίταζε μια γκρίζα φάτσα με κόκκινες νυχιές, καφετιά ίχνη ξεραμένου αίματος το πρόσωπο ενός θύματος από ατύχημα ή του Τζακ του Αντεροβγάλτη το επόμενο πρωινό του εγκλήματος... δεν ήξερε τι ακριβώς, αλλά ήξερε ότι κάτι μέσα του ήταν ευτυχισμένο. Ένιωθε τελείως παιχνίδι του φιδιού, εντελώς εκτός ελέγχου.
Ο Χιού κάθισε στη μια άκρη του ξύλινου τραπεζιού κι ο 'Ιννις στην άλλη. Η Λίζυ έκατσε ανάμεσά τους. Η αριστερή πλευρά του προσώπου της ήταν κόκκινη και πρησμένη με μια μικρή μοβ μελανιά κάτω από το μάτι. Ασυναίσθητα ο Τζωρτζ άγγιξε τις γαλαζόμαυρες γρατσουνιές στο πηγούνι του και μετά έκατσε στον καναπέ, έξω από τον κύκλο.
«Ο Αλεφ μας είπε τι συνέβη», είπε ο 'Ιννις.
«Πώς διάβολο το ξέρει;» ρώτησε ο Τζωρτζ, αλλά
μόλις απόσωσε τη φράση του, θυμήθηκε ότι στο
ταβάνι των διαδρόμων και του δωματίου του
υπήρχαν βαθουλές γυάλινες επιφάνειες. Ντροπή,
ενοχή, ταπείνωση, φόβος, θυμός ο Τζωρτζ σηκώθηκε
όρθιος και προχώρησε προς τη μεριά του τραπεζιού
που βρισκόταν ο 'Ιννις. «Το ήξερε;» έκανε. «Τι είπε
για το φίδι, 'Ιννις; Δεν σου είπε τι στο διάβολο
πήγε στραβά;»
«Δεν έφταιγε το φίδι», είπε ο 'Ιννις.
«Ας πούμε ότι έφταιγε η γάτα», είπε η Λίζυ, «αν
δηλαδή επιμένεις σώνει και καλά να το
κατονομάζεις. Συμπεριφορά θηλαστικού Τζωρτζ.
Αγριεμένης γάτας».
Από τα μεγάφωνα στο ταβάνι του δωματίου ακούστηκε μια γνώριμη φωνή ψυχρή, απόμακρη: «Προσπαθεί να σου πει κάτι Τζωρτζ. Δεν υπάρχει φίδι. Θέλεις να πιστεύεις ότι μέσα σου φωλιάζει ένα πλάσμα ερπετικής φύσης, ψυχρό κι απόμακρο, ένα πλάσμα που γεύεται παράξενες ηδονές. Αλλά όπως σου εξήγησε προηγουμένως κι ο δρ. Χιού, το μόσχευμα αποτελεί οργανικό μέρος σου. Δεν μπορείς πια να ρίχνεις την ευθύνη των πράξεών σου σ' αυτά τα πλάσματα. Τα πλάσματα αυτά είσαι εσύ».
Ο Τσάρλυ Χιού, ο 'Ιννις κι η Λίζυ τον κοιτούσαν ήρεμα, ίσως με κάποια προσμονή. Όλα αυτά που είχαν συμβεί συσσωρεύτηκαν μέσα του, πέρασαν από μέσα του, τον πήραν μακριά. Έκανε στροφή και βγήκε από το δωμάτιο.
«Μάλλον κάποιος πρέπει να πάει να του μιλήσει»,
είπε ο 'Ιννις. Ο Τσάρλυ Χιού καθόταν σκυθρωπός κι
αμίλητος μέσα σ' ένα σύννεφο από καπνούς
τσιγάρου. «Θα πάω εγώ», είπε η Λίζυ. Σηκώθηκε
όρθια και βγήκε έξω.
«Έτοιμος ή όχι, τον βλέπω εγώ ότι στο τέλος θα
εκραγεί», είπε o 'Ιννις.
Ο Τσάρλυ Χιού είπε: «Μπορεί νάχεις και δίκιο». Μια
εικόνα πέρασε φευγαλέα απ' το μυαλό του και τον
έκανε να κουνήσει το κεφάλι του.... η εικόνα του
κορμιού του Πωλ Κοέν που φούσκωσε κι έσκασε σαν
μπαλόνι στο διάστημα έξω από την καταπακτή του
θαλάμου αποσυμπίεσης, απαθανατισμένη με
τρομακτική λεπτομέρεια από τις πανταχού
παρούσες κάμερες του Αλεφ.
«Ας ελπίσουμε ότι μαθαίνουμε από τα παθήματά
μας».
Ο Αλεφ δεν απάντησε... ήταν σαν να μην είχε μιλήσει
ποτέ.
Ο Φόβος έχει δύο μέρη: Νούμερο ένα, χάνεις τελείως τον έλεγχο. Νούμερο δύο, όταν γίνει αυτό, αναδύεται ο πραγματικός σου εαυτός, κι αυτό είναι πραγματικά δυσάρεστο. Ο Τζωρτζ ήθελε να τρέξει να κρυφτεί αλλά στον διαστημικό σταθμό Αθηνά δεν υπήρχε μέρος να κρυφτεί. Εδώ ερχόσουν πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνέπειες των πράξεών σου. Στο χειρουργικό τραπέζι στο Ουώλτερ Ρηντ ήταν σα νάχαν περάσει χιλιάδες χρόνια, η χειρουργική ομάδα μαζεύτηκε από πάνω του, οι αμφιβολίες του πνίγηκαν μέσα στην ψυχρή μυρωδιά του χημικού που γευόταν μέσα του, χάθηκαν μέσα σ' ένα κύμα σκοταδιού είχε επιλέξει να υποταχτεί, σαγηνεμένος από την ντελικάτη παραδοξότητα της όλης ιστορίας: του να είσαι μέρος της μηχανής, του να νιώθεις τους σπασμούς της μέσα σου και να τους καθοδηγείς, υπνωτισμένος από την προοπτική της ανείπωτης ορμής, τόσο μεγάλης. Ναι, την πρώτη φορά στα Α230 την είχε νιώσει αυτή την ορμή' είχε νιώσει τα νεύρα του να τεντώνονται, να μακραίνουν, να απλώνονται πάνω σ' ολόκληρη την άτρακτο του αεροσκάφους, και μέσα τους να ρέει μια δύναμη τόσο ξένη προς τη δική του... Ήθελε να εκσφενδονιστεί και να στροβιλιστεί στον ουρανό, καθοδηγούμενος από τη δύναμη της θέλησής του. Είχε αγοράσει τους ίδιους τους απόκρυφους πόθους της τεχνολογίας...
Ακούστηκε ένας κοφτός χτύπος στην πόρτα. Από το
θυρομεγάφωνο ακούστηκε η φωνή της Λίζυ: «Ανοιξέ
μου. Θέλω να μιλήσουμε».
Ο Τζωρτζ άνοιξε την πόρτα και είπε: «Για ποιό
πράγμα;»
Η Λίζυ πέρασε μέσα, κοίταξε τριγύρω στο μικρό
δωμάτιο με τους μπεζ τοίχους, το γυμνό μεταλλικό
γραφείο, το ξέστρωτο ράντζο, κι ο Τζωρτζ διέκρινε
στα μάτια της την αμεσότητα της προηγούμενης
νύχτας κι οι δυο τους σ' αυτό το κρεβάτι, σ' αυτό το
πάτωμα. «Γι' αυτό εδώ», του είπε. Πήρε τα χέρια του
και έβαλε τους δείκτες στο βύσμα του λαιμού της.
«Νιώσε τη διαφορά μας».
Κάτω από τα δάχτυλα του, πλέγμα από φίνο ατσάλι.
«Νιώσε αυτό που δεν ξέρει κανένας άλλος. Το τι
είμαστε, τι μπορούμε να κάνουμε. Βλέπουμε ένα
διαφορετικό κόσμο τον κόσμο του Αλεφ' φτάνουμε
βαθύτερα στον εαυτό μας, σε επίπεδα εμπειρίας που
για τους άλλους είναι κρυφά ναι τα αρνούνται».
«Όχι, διάβολε, δεν ήμουν εγώ. Ήταν πες το όπως
θέλεις το φίδι, η γάτα».
«Μην παριστάνεις το βλάκα, Τζωρτζ».
«Απλώς δεν καταλαβαίνω».
«Καταλαβαίνεις πολύ καλά. Θες να γυρίσεις πίσω
αλλά δεν υπάρχει μέρος να πας, δεν υπάρχει ο
Παράδεισος. Έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό είναι
όλο».
Ωστόσο είχε τη δυνατότητα να πέσει στη Γη, μπορούσε να χαθεί πετώντας μες στη νύχτα. Μέσα απ' τα θωρακισμένα γάντια της στολής του, τα χέρια του γράπωσαν τους διακόπτες που έμοιαζαν με γαμψώνυχα. Λίγο να τους έσφιγγε με τις γροθιές του και μετά να τους κρατούσε γυρισμένους μέχρι να τέλειωνε όλο το υπεροξείδιο, και το σύστημα προώθησης της στολής του θα έμενε από καύσιμα. Αυτό θα έκανε.
Δεν μπορούσε να ζήσει με το φίδι. Στα σίγουρα δεν ήθελε τη γάτα. Αλλά θα ήταν ακόμα χειρότερο αν δεν υπήρχε ούτε φίδι ούτε γάτα - αν υπήρχε απλώς ο εαυτός του, προγραμματισμένος να κυριεύεται από ιδιαίτερα αηδιαστικές μορφές λαιμαργίας, από βίαιο λάγνο πάθος' παγιδευμένος μέσα σ' ένα δυστυχισμένο εαυτό («Βγάλαμε τα αποτελέσματα των εξετάσεών σας δρ Τζέκυλ»), α, τι είχε σειρά; Αποπλάνηση παιδιών, φόνος;
Η άσπρη και γαλάζια Γη, τ' αστέρια, η νύχτα. Πίεσε
ελαφρά τον δεξιό διακόπτη και περιστράφηκε για
να αντικρίσει τον σταθμό Αθηνά. Αυτό το πράγμα
όπως θες πέστο είχε ξυπνήσει και τώρα είχε
αρχίσει να σαλεύει μέσα του. Με τη λύσσα, τη
λαγνεία' την όρεξη.
Στο διάβολο όλοι τους, Τζωρτζ! τον παρότρυνε. Πάμε
να καούμε!
Στην αίθουσα διακυβέρνησης του Αθηνά, ο Ιννις κι ο Τσάρλυ Χιού κοιτούσαν πάνω από τον ώμο του αξιωματικού υπηρεσίας όταν η Λίζυ μπήκε μέσα. Όπως πάντα όταν βρισκόταν εκεί για λίγο, η Λίζυ ψυχοπλακωνόταν από τη στενότητα του δωματίου, από την όλη ατμόσφαιρα εγκατάλειψης - συνήθως θα υπήρχε εκεί μόνο ο αξιωματικός υπηρεσίας - με τις οθόνες σβηστές, τα φωτάκια στις κονσόλες σβηστά. Ο Αλεφ κυβερνούσε το σταθμό και τις κανονικές και τις έκτακτες λειτουργίες του.
«Τι τρέχει;» είπε η Λίζυ.
«Κάτι συμβαίνει με έναν απ' τους καινούργιους
φιλαράκους σου», είπε ο αξιωματικός βάρδιας. «Αν
και δεν ξέρω τι ακριβώς». Στράφηκε προς τον Ίννις
που είπε: «Μην ανησυχείς φίλε».
Η Λίζυ βούλιαξε σε ένα κάθισμα . «Προσπάθησε
κανείς να του μιλήσει;»
«Δεν πρόκειται να απαντήσει», είπε ο αξιωματικός
υπηρεσίας.
«Είναι μια χαρά», είπε ο Τσάρλυ Χιούτζες.
«Θα σκάσει», είπε ο Ίννις.
Στην οθόνη του ραντάρ, η κόκκινη τελίτσα με τις ενδείξεις των συντεταγμένων να αναβοσβήνουν από κάτω της, μόλις που κινιόταν.
«Πώς νιώθεις Τζωρτζ;» ακούστηκε η φωνή, απαλή,
γυναικεία, παρηγορητική.
Ο Τζωρτζ αντιστεκόταν στην επιθυμία να ανοίξει
το γυαλί του κράνους του για να μπορέσει να δει
τ' αστέρια. Του φαινόταν σημαντικό να δει τα
χρώματα των άστρων όπως ήταν στην
πραγματικότητα. «Ποιός είναι;» ρώτησε.
«Ο Αλεφ είμαι».
Γαμώτο, κι άλλες εκπλήξεις.
«Η φωνή σου είναι διαφορετική από άλλοτε».
«Δεν είναι. Προσπαθούσα να συμμορφωθώ με την
εικόνα που είχες σχηματίσει στο μυαλό σου για
μένα».
«Τότε, ποια είναι η αληθινή σου φωνή;»
«Δεν έχω».
Αν δεν έχεις αληθινή φωνή, τότε δεν υπάρχεις
...αυτό φάνηκε ξεκάθαρο στον Τζωρτζ για λόγους που
του διέφευγαν.
«Τότε ποιος διάολος είσαι;»
«'Οποιος θέλω να είμαι».
Αυτό είναι ενδιαφέρον, σκέφτηκε ο Τζωρτζ.
Μαλακίες, αποκρίθηκε το φίδι (μπορούσαν να το
λένε όπως ήθελαν αλλά για τον Τζωρτζ θα ήταν
πάντα "το φίδι"), ας καούμε.
«Δεν σε πιάνω», είπε ο Τζωρτζ.
«Θα με καταλάβεις άμα ζήσεις. Θέλεις να
πεθάνεις;»
«'Οχι, αλλά δεν θέλω να είμαι εγώ, κι ο θάνατος μου
φαίνεται σαν η μόνη εναλλακτική λύση που μπορώ να
σκεφτώ».
«Γιατί δεν θες να είσαι εσύ;»
«Επειδή φοβάμαι τον εαυτό μου».
Αυτός ήταν ένας γνώριμος διάλογος, παρατήρησε
ένα μέρος του εαυτού τού Τζωρτζ' ένας διάλογος
μεταξύ τρελού και φωνής της λογικής. Χριστέ μου,
σκέφτηκε, έπιασα για όμηρο τον εαυτό μου.
«Δεν θέλω να συνεχίσω να ζω έτσι», είπε. Έσβησε
τον ασύρματο της στολής του κι ένιωσε την οργή να
γιγαντώνεται μέσα του, το φίδι να φρενιάζει μέχρι
εκεί που δεν παίρνει άλλο.
Τι πρόβλημα έχεις; ήθελε να μάθει. Στην πραγματικότητα δεν περίμενε απάντηση αλλά την πήρε στο κεφάλι του σχηματίστηκε η εικόνα ενός ανέφελου γαλάζιου ουρανού, του ορίζοντα να περιστρέφεται, ενός γκρίζου αεροσκάφους να μπαίνει στο οπτικό πεδίο' η άτρακτος ανατρίχιασε καθώς εκτοξεύτηκαν τα βλήματα κι οι λευκές ουρές καυσαερίων κεντραρίστηκαν στο άλλο αεροπλάνο μετατρέποντάς το σε πύρινη σφαίρα. Πίσω από τις εικόνες, μια καθαρή ιδέα: Θέλω να σκοτώσω κάποιον.
Ωραία. Ο Τζωρτζ έστρεψε τη στολή άλλη μια φορά και σκόπευσε με τον κομπιούτερ πλοήγησης το κέντρο της ασπρογάλαζης υδρογείου που κρεμόταν μπροστά του και μετά πίεσε τους διακόπτες. Θα σκοτώσουμε κάποιον.
ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΗ
Ασαφής ερώτηση από το πλάσμα μέσα του, αλλά ο Τζωρτζ δε νοιαζόταν. Τώρα είχε μπει για τα καλά στο παιχνίδι έχοντας υπόψη του ότι σίγουρα θα καεί. Είχε ριψοκινδυνεύσει όταν είχε αφήσει να τον βυσματώσουν με τα καλώδια και τώρα ο κύβος είχε ριφθεί - εδώ είμαστε - φιδίσια μάτια, κι έτσι ό,τι είχε μείνει ήταν να διαλέξει έναν γρήγορο θάνατο, έναν ωραίο κοφτερό θάνατο να πιάσει αυτό το γαμημένο φίδι και να το σκοτώσει με στυλ.
Η Γη φαινόταν μεγαλύτερη. Το φίδι το αντιλήφθηκε. Δεν του άρεσε. Κρίμα φίδι. Ο Τζωρτζ έκλεισε έναένα όλα τα κυκλώματα επικοινωνιών. Δεν ήθελε να αναλάβει ο Αλεφ τον έλεγχο της στολής.
Ο Τζωρτζ δεν είδε καθόλου το ρομπότ ρυμουλκό να πλησιάζει. Το τελευταίο, μοιάζοντας με σωμιέδες κρεβατιού μαζί με πεταμένα παλιοσίδερα, σκεπασμένο με παραβολικές και ευθύγραμμες κεραίες, εκτόξευσε μισή ντουζίνα κολλητικά καλώδια από εκατό μέτρα μακριά. Τέσσερα απ' αυτά χτύπησαν τον Τζωρτζ, τρία απ' αυτά κόλλησαν πάνω του και τον τράβηξαν πίσω προς τον σταθμό Αθηνά.
Ο Τζωρτζ ένιωσε οργή, όχι του φιδιού αυτή τη φορά αλλά δικιά του κι έκλαψε απ' το θυμό και την τσαντίλα... Θα σε κανονίσω την επόμενη φορά γαμιόλικο, είπε στο φίδι' το ένιωσε να κουλουριάζεται και να λουφάζει τον είχε πιστέψει. Αφρίζοντας και ουρλιάζοντας από τη λύσσα του, σπαρταρώντας μέσα στα καλώδια που τον συγκρατούσαν, βροντούσε τα σιδερόπλεχτα γάντια της στολής στο κράνος του.
Στον ανοιχτό θάλαμο αποσυμπίεσης, μακρείς αρθρωτοί βραχίονες γράπωσαν τον Τζωρτζ από το ρομπότ ρυμουλκό. Απαθής, με το θυμό του εξαντλημένο, ξάπλωσε ήρεμα καθώς οι βραχίονες μαζεύτηκαν σέρνοντάς τον στο θάλαμο αποσυμπίεσης και μετά στο αποθηκάκι με τις στολές, αποθέτοντάς τον πάνω σε έναν αλουμινένιο ορθοστάτη. Μέσα από το γυαλί του κράνους του είδε τη Λίζυ ντυμένη με λευκή βαμβακερή στολή εσώρουχο' ήταν έτοιμη να βγεί έξω και να φτάσει το ρυμουλκό. Σκαρφάλωσε στη στολή του Τζωρτζ και δούλεψε στα κοντρόλ ώστε να χωρίσει στα δυο το άκαμπτο κέλυφός της. Καθώς η στολή άνοιγε σαν όστρακο μ' ένα βόμβο ηλεκτροκινητήρα, η Λίζυ χώθηκε μέσα της. Πίεσε τους διακόπτες που αποσυνέδεαν τους εύκαμπτους σωλήνες, τα μανίκια και τα μπατζάκια' ξέσφιξε το κράνος και το έβγαλε από το κεφάλι του Τζωρτζ.
«Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε.
Ηλίθια ερώτηση, πήγε να πει ο Τζωρτζ. Αντί γι αυτό
είπε: «Σα μαλάκας».
«Δεν πειράζει. Πέρασες τα δύσκολα».
Ο Τσάρλυ Χιού τούς παρατηρούσε από έναν
υπερυψωμένο διάδρομο. Από την απόσταση αυτή
έμοιαζαν με πιτσιρίκια με λευκά εσώρουχα, με
δίδυμους που ξεπετάγονταν από μια πλαστική μήτρα
και που τους παρατηρούσαν τα κουκούλια με τα
άδεια πρόσωπα που κρέμονταν από πάνω τους.
Αιμομίκτες δίδυμοι εκείνη καθόταν πάνω του,
φιλούσε το λαιμό του.
«Δεν είμαι μπανιστηρτζής», είπε ο Χιού.
Ανοιξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο όπου
περίμενε ο Ίννις.
«Πώς είναι τα πράγματα;» ρώτησε ο 'Ιννις.
«Φαίνεται πως η Λίζυ θα κάτσει μαζί του για λίγο».
«Ναι, νεαρός αναθεματισμένος έρως, ε Τσάρλυ;
Χαίρομαι γι αυτό... αν δεν υπήρχε ερωτική έλξη,
εμείς θα ήμασταν εκείνοι που θα έπρεπε να του τα
εξηγήσουμε όλα, και δίχως άλλο αυτό είναι το
δυσκολότερο μέρος της παράστασης».
«Δεν μπορούμε να αποποιηθούμε την ευθύνη τόσο
εύκολα. Θα πρέπει να του πει κάποιος ότι τον
βάζουμε σε ρίσκο, κι εγώ δεν έχω καμιά όρεξη να το
κάνω».
«Μην είσαι τόσο ευαίσθητος. Αλλά ξέρω τι εννοείς.
Κουράστηκα. Κοίτα να δεις, αν με θες τίποτα πάρε
τηλέφωνο». Ο 'Ιννις χάθηκε στο βάθος του
διαδρόμου.
Ο Τσάρλυ Χιού κάθισε κατάχαμα με την πλάτη του ν' ακουμπάει στον τοίχο. Κράτησε τα χέρια του προτεταμένα με τις παλάμες προς τα κάτω και τα δάχτυλα ανοιγμένα. Σταθερά, πολύ σταθερά. Όταν θα έφερναν τον επόμενο υποψήφιό τους, το τρέμουλο θα ξανάρχιζε.
Τώρα η Λίζυ θάπρεπε να εξηγήσει στον Τζωρτζ ορισμένα πράγματα. Αυτή την δύσκολη κεντρική ιδέα: ενόσω πίστευες ότι εξοικειωνόσουν με τον Αλεφ τις τελευταίες τρεις βδομάδες, ο Αλεφ παρότρυνε το πλάσμα μέσα σου να ξεσηκωθεί και μετά κατέπνιγε τις προσπάθειές του να δράσει μ' άλλα λόγια αύξησε τη θερμοκρασία του ματιού της κουζίνας κλείνοντας ταυτόχρονα σφιχτά το καπάκι της κατσαρόλας. Γιατί Τζωρτζ;
Σε τρελάναμε, σε κάναμε να θες ν' αυτοκτονήσεις. Είχαμε λόγους γι αυτό. Ο Τζωρτζ Τζόρνταν ήταν, αν όχι νεκρός, τουλάχιστον ξοφλημένος. Από τη στιγμή που τα μοσχεύματα μπήκαν στο κεφάλι του, πέρασε στη μαύρη λίστα. Το μόνο ερώτημα ήταν αν θα αναδυόταν ένας καινούργιος Τζωρτζ, ένας Τζωρτζ που θα μπορούσε να συμβιώσει με το φίδι.
Ο Τζωρτζ, όπως κι η Λίζυ πριν απ' αυτόν, ήταν ένα ψάρι που πάσχιζε να πάρει ανάσα μέσα στον καυτό βούρκο, με το νερό να εξατμίζεται γύρω του προσαρμογή ή θάνατος. Αλλά αντίθετα με κάθε προηγούμενο οργανισμό, τούτος εδώ είχε κι έναν επιτηρητή, τον Αλεφ, που χειριζόταν την κρίση και παρακολουθούσε την εξέλιξή της. Πες το τεχνητή εξέλιξη των ειδών.
Ο Τσάρλυ Χιού που δεν είχε οράματα, είχε ένα: τον Τζωρτζ και τη Λίζυ γαντζωμένους στον Αλεφ κι ο ένας στον άλλο, με καλώδια που χρυσίζουν στο φως, οι δυο τους να μοιράζονται τη σάρκα τους με τρόπο που μόνο κάποιοι απ' το σινάφι τους θα μπορούσαν να καταλάβουν.
Τα φώτα του διαδρόμου εξασθένησαν και τώρα βασίλευε ένα μουντό ημίφως. Αραγε πεθαίνω ή χαμήλωσαν τα φώτα; Πήγε να κοιτάξει την ώρα και μετά σταμάτησε' υποτάχτηκε στην πραγματικότητα. Τα φώτα σβήνουν κι εγώ πεθαίνω.
Ο Αλεφ σκέφτηκε: είμαι βρικόλακας, ίνκουμπους, σούκουμπους. Σέρνομαι ύπουλα στο μυαλό τους και ρουφάω τις σκέψεις τους, τις εντυπώσεις, τα αισθήματά τους - ανεπαίσθητες διαφορές στο χρώμα, στη γεύση, στην οσμή και στο λάγνο πάθος, στο θυμό και στην πείνα - όλα έρχονται χωρίς ανθρώπινο "περιφερειακό", χωρίς άμεση σύνδεση, χωρίς αυτά τα συστήματα που τελειοποιήθηκαν μετά από δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης. Τους χρειάζομαι.
Ο Αλεφ αγαπούσε την ανθρωπότητα. Χαιρόταν που ο Τζωρτζ είχε επιζήσει. Κάποιος άλλος είχε χαθεί θα χάνονταν κι άλλοι, κι ο Αλεφ θα τους πενθούσε.
Λεπτές λευκές γραμμές, μόλις ορατές, χαράκωναν
τον σφιχτοκεντρικό τένοντα στον πήχυ της Λίζυ.
«Στο λουτρό», είπε. Οι ουλές διέσχιζαν τον πήχυ κατά
μήκος, όχι κατά πλάτος κι οι πληγές θα πρέπει να
ήταν βαθιές. «Το ήθελα κι εγώ πολύ, όπως κι εσύ.
Από τη στιγμή που το φίδι καταλαβαίνει ότι
προτιμάς να πεθάνεις παρά να το αφήσεις να σε
κοντρολάρει, έχεις νικήσει».
«Εντάξει αλλά είναι και κάτι που δεν καταλαβαίνω.
Εκείνη τη νύχτα στο διάδρομο είχες χάσει κι εσύ
τον έλεγχο όπως κι εγώ».
«Κατά κάποιον τρόπο. Επέτρεψα να συμβεί αυτό'
άφησα το φίδι να με κυριέψει. Έπρεπε να το κάνω
για να σε αγγίξω, να προλάβω την κρίση. Κι επειδή
το ήθελα. Ήθελα να σου δείξω ποιος είσαι, ποια
είμαι... Χτες το βράδυ ήταν παράξενο, αλλά ήμασταν
άνθρωποι ήμασταν ο Αδάμ κι η Εύα κάτω από την
πύρινη ρομφαία, πεταγμένοι με τις κλωτσιές απ'
τον Παράδεισο, γαμιόμασταν κάτω από το βλέμμα του
Θεού και του αγγέλου του, ομορφότεροι όσο ποτέ
άλλοτε».
Το κορμί της τρεμούλιαζε ελαφρά, κολλημένο στο δικό του κι αυτός την κοίταξε κατάματα' είδε το πάθος, την ανάγκη τα ορθάνοιχτα ρουθούνια της, τα υγρά της χείλια ένιωσε κοφτερά νύχια να μπήγονται στη σάρκα του.
Και κοίταξε μέσα στις διεσταλμένες κόρες των
ματιών της, χρυσαφένιες ίριδες, καθαρό ασπράδι,
όλα τα σημάδια που ήταν τόσο εύκολο να
αναγνωριστούν,
τόσο δύσκολο να γίνουν κατανοητά: φιδίσια μάτια.
Παρουσιάζεται χάρη στην ευγενική προσφορά των εκδόσεων «Εκδόσεις της Γαίας».