Piers Anthony
In the Barn (1972)
Μετάφραση: Τάκης Αλεπάκος

 

Η σιταποθήκη ήταν τρομερά μεγάλη. Θύμιζε, σκέφτηκε ο Χιτς, εκείνους τους κόκκινους γίγαντες της κλασικής Νέας Αγγλίας (να μην συγχέεται βέβαια με τους μπλε νάνους των σύγχρονων αγροκτημάτων), αλλά διέφερε λιγάκι. Οι γειτονικοί φράκτες ήταν συνηθισμένοι, όπως και οι χώροι όπου μάζευαν το στάρι και το καλαμπόκι, τα στρογγυλά σιλό κι ακόμη στη μιαν άκρη ένα κανονικό γαλακτοκομείο. Στη μια πλευρά υπήρχε ένα παράπηγμα με ένα μεγάλο τρακτέρ κι άλλα καλλιεργητικά μηχανήματα, ενώ στην άλλη βρίσκονταν, οι συνηθισμένοι σωροί σανού. Αλλά αν παρατηρούσε, τα καμπυλώματα και τα επίπεδα της κύριας οικοδομής, ένας έξυπνος κτηματίας πιθανόν να διέκρινε σε πενήντα τουλάχιστον σημεία, μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές από οτιδήποτε γνωστό στην Πρώτη - Γη (ΠΓ).

Όμως ο Χιτς δεν ήταν ειδικός γνώστης αποθηκών, είτε εκείνων της ΠΓ είτε άλλων. Ήταν απλώς ένας ικανός αρσενικός διακοσμικός ερευνητής, που είχε μάθει λίγα πράγματα από αγροτικές δουλειές. Μπορούσε να αρμέξει μια αγελάδα, να σκορπίσει λίπασμα, να σβαρνίσει ή να επιβλέψει τη συγκομιδή του καλαμποκιού - αλλά οι αποχρώσεις της βουκολικής αρχιτεκτονικής ήταν πέραν των γνώσεών του.

Κι αυτό το μέρος, όσο συνηθισμένο κι αν φαινόταν, ήταν η τοποθεσία της επικίνδυνης διακοσμικής αποστολής του. Ήταν η Αντι - Γη Νο 772, που την είχαν εντοπίσει, η καλύτερα την είχαν ψαρέψει, απροσδόκητα από το Ανοιγμα' για τον ίδιο ήταν μια έρευνα ρουτίνας σε μια όμως ασυνήθιστη κατάσταση. Σχεδόν χίλιοι Εναλλακτικοί Κόσμοι είχαν ανακαλυφθεί εδώ και μια δεκαετία που το Ανοιγμα λειτουργούσε σε μόνιμη βάση, κι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν τον ίδιο περίπου τύπο με την Πρώτη-Γη. Αρκετοί επίσης είχαν τον ίδιο με τον εκάστοτε πρόεδρο των ΗΠΑ, συνεισφέροντας μάλιστα στις ίντριγκες μεταξύ πολιτικών. Εάν, όπως υποστήριζαν κάποιοι θεωρητικοί, επρόκειτο για μια περίπτωση παράλληλων κόσμων, οι παράλληλοι αυτοί βρίσκονταν υπερβολικά κοντά' εάν όμως επρόκειτο για αποκλίσεις από την Πρώτη - Γη (ή αν η ΠΓ αποτελούσε απόσχιση από κάποιον από εκείνους τους κόσμους - τι αιρετική σκέψη!), η ρήξη, ή οι διαδοχικές ρήξεις, θα πρέπει να είχαν συντελεστεί τώρα τελευταία.

Αλλά μονάχα η Πρώτη - Γη είχε αξιοποιήσει το Ανοιγμα' μόνο η ΠΓ μπορούσε να στείλει τους ανθρώπους της στους εναλλακτικούς σχηματισμούς και να τους ξαναφέρει πίσω αρτιμελείς, ζωντανούς και υγιείς. Διεκδικούσε έτσι τον τίτλο του κόσμου - κορμού, του πρωταρχικού, και κανείς από τους άλλους δεν μπορούσε να της τον αρνηθεί.

Κανείς μέχρι τώρα τουλάχιστον. Ο Χιτς προσπαθούσε να μη σκέφτεται και τόσο πολύ την εποχή που θα συναντούσαν έναν πιο προχωρημένο Κόσμο, κάποιον που θα μπορούσε να αντιμιλήσει, ή και να αντισταθεί ακόμη.

Η επιφάνεια του 722 έμοιαζε με τους άλλους κόσμους που επισκεφτεί στη διάρκεια άλλων αποστολών, εκτός από ένα πράγμα. Ήταν καθυστερημένος. Φαινόταν ότι είχε υποφέρει από κάποιο πλανητικό κατακλυσμό που τον είχε πάει πίσω τεχνολογικά καμιά τριανταριά χρόνια. Ένα χτύπημα από γιγάντιο μετεωρίτη, μια πρόσφατη εποχή παγετώνων - ο Χιτς δεν κατάφερνε και πολλά στις ιστορικές ή γεωλογικές αναλύσεις. Καταλάβαινε όμως ότι κάτι είχε ελαχιστοποιήσει την πανίδα, κι έτσι η οπισθοδρομικότητα τα είχε σημαδέψει όλα, οι άνθρωποι όμως είχαν καταφέρει να ορθοποδήσουν.

Στον 772 δεν υπήρχαν αρκούδες, καμήλες, άλογα, πρόβατα ή σκύλοι. Ούτε γάτες, ούτε γουρούνια. Τα τρωκτικά ήταν ελάχιστα. Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος θα πρέπει να ήταν το μοναδικό θηλαστικό που απόμεινε, και σίγουρα θα περνούσαν αιώνες για να παρουσιαστεί πρόβλημα υπερπληθυσμού εδώ πέρα. Ίσως κάποιο μικρόβιο από το εξωτερικό διάστημα να είχε αφανίσει όλα τα θηλαστικά. Ίσως κάποια καταστροφή από πάγους' ο Χιτς δεν ήξερε ούτε και τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον αφορούσε ήταν αυτά που έπρεπε να κάνει αμέσως. Δουλειά του ήταν να ανακαλύψει γιατί όλες αυτές οι εγκαταστάσεις γεωργίας και κτηνοτροφίας είχαν τέτοια σπουδαιότητα, ώστε να κυριαρχούν στην οικονομία αυτού του κόσμου. Σιταποθήκες υπήρχαν παντού και η γαλακτοκομία ήταν η βασικότερη βιομηχανία, ωστόσο δεν υπήρχε ίχνος από αγελάδες, κατσίκες ή παρόμοια κατοικίδια ζώα.

Να γιατί στεκόταν τώρα μπροστά σε αυτή τη σιταποθήκη. Εκεί μέσα πρέπει να βρίσκεται το μυστικό της απαίσιας επιτυχίας του 772.

Μια μικρή αβλαβής κατασκόπευση λοιπόν πριν από το επίσημο καλωσόρισμα στην Κοινοπολιτεία Εναλλακτικών της ΠΓ. Η Πρώτη - γη δεν ήθελε να συμμαχήσει με κάποια καταπιεστική δικτατορία ούτε με μια κοινωνία όπου έκαναν ανθρωποθυσίες, ή οτιδήποτε άλλο παράξενο μπορούσε να διαπιστωθεί. Ο κάθε εναλλακτικός κόσμος ήταν διαφορετικός, είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο βέβαια, και μερικοί... τέλος πάντων, δεν είχε σημασία τι έλεγε η Ίο, αυτό δεν τον ένοιαζε καθόλου. Όμως εκείνης της άρεσε να του κάνει διαλέξεις πάνω στα Θεωρητικά Σχόλια της Εναλλακτικής Επικοινωνίας, αποφεύγοντας, με επιδεξιότητα την πρακτικότερη επικοινωνία αρσενικού - θηλυκού που έκαιγε τον ίδιο.

Τώρα έπρεπε να προσποιηθεί τον εργάτη γης, στο όνομα της ασφάλειας και της διπλωματίας της Πρώτης Γης. Επρόκειτο για τέλεια εξιδανίκευση της σεξουαλικής ορμής. Θα μπορούσε βλέποντας το λίπασμα να ονειρεύεται το πρόσωπο της Ιολάνθης.

Κλώτσησε ένα σβόλο χώμα και προχώρησε στην αποστολή του. Ήταν μεγάλο λάθος που ο αρχικός ερευνητής δεν έκανε τον κόπο να κρυφοκοιτάξει μέσα σε μια σιταποθήκη. Αλλά οι εξερευνητές παρθένων κόσμων ήταν γνωστοί για την απέχθειά τους στα όπλα, αν βέβαια δεν ήταν ολωσδιόλου δειλοί. Έριχναν στα γρήγορα μια ματιά εδώ κι εκεί κι έπειτα επέστρεψαν αφήνοντας τις αυτόματες κάμερες και τους ηχογράφους τους στα εργαστήρια να προχωρήσουν στα περαιτέρω, ενώ οι ίδιοι απολάμβαναν καλοπληρωμένες διακοπές. Η βρώμικη δουλειά προοριζόταν για τους ερευνητές του δεύτερου γύρου, σαν τον Χιτς.

Πίσω από την σιταποθήκη υπήρχαν μεγάλες  μάντρες που έφταναν μέχρι πέρα στο Φιδίσιο ποτάμι. Εκεί έπρεπε να είναι το μέρος όπου έβοσκαν τα ζώα την ημέρα. Αλλά η μοναδική φωτογραφία εκείνης της περιοχής είχε τραβηχτεί όταν γινόταν εκεί μια συγκέντρωση ανθρώπων και στο λιβάδι αντί για ζώα υπήρχαν μονάχα άνθρωποι. Τυπικό λάθος του πρώτου ερευνητή!

Όμως όχι, θα έπρεπε να ήταν φιλικός ακόμη και για εκείνον του πρώτου γύρου. Η δουλειά ήταν επικίνδυνη, καθώς δεν υπήρχε τρόπος να προβλέψεις τους κινδύνους που παραμόνευαν σε έναν απάτητο εναλλακτικό κόσμο. Μπορούσες να προσγειωθείς μέσα σε ένα σύννεφο υπερίτη ή τίποτε χειρότερο ή μες στα σαγόνια ενός καρνόσαυρου, και να γυρίσει μετά πίσω στην ΠΓ ένας όλο φουσκάλες ή ματοβαμένος όγκος. Ο ίδιος έπρεπε να παραμείνει ζωντανός πολύν καιρό ώσπου να μπορέσει να τεθεί σε κανονική λειτουργία ο εξοπλισμός του, και δεν υπήρχε χρόνος για να μπει σε τέτοιες σιταποθήκες. Ρομποτικός εξοπλισμός δεν γινόταν να χρησιμοποιηθεί για τον κίνδυνο μήπως πέσει σε εχθρικά χέρια. Ο πρώτος εξερευνητής του 722 πιθανόν δεν είχε διαπιστώσει την έλλειψη ζώων, ή μπορεί και να μη το είχε θεωρήσει σημαντικό. Μονάχα η εξαντλητική εργαστηριακή ανάλυση κατόρθωσε να δείξει την ασυναρτησία αυτού του ιδιόμορφου κόσμου.

Κι εκείνη η φωτογραφία επίσης ήταν ασυνήθιστη. Ίσως επρόκειτο για ένα τμήμα από τον περίγυρο της αποθήκης, γιατί στο μπροστινό μέρος υπήρχε μια εξαίσια γυμνή γυναίκα. Ήταν φως φανάρι ότι οι αγρότες του 722 ήξεραν πώς να τα εξαφανίσουν όλα, έτσι και μαζευόταν μέσα ο σανός.

Κι αυτός όμως όταν γύριζε πίσω θα τα εξαφάνιζε όλα - και τότε η γλυκιά Ίο δεν θα το ευχαριστιόταν το θέμα.

Βρισκόταν τώρα κοντά στην αποθήκη, αλλά δεν βιαζόταν. Η αποστολή μπορούσε να τελειώσει απότομα εκεί μέσα, και οι φυσικοί φόβοι του τον συγκρατούσαν.

Η μεταφορά στον 722 είχε γίνει χωρίς προβλήματα. Ένα απλό Ανοιγμα του διακοσμικού πέπλου, μια ώθηση, κι ο Χιτς βρέθηκε στην ίδια γεωγραφική περιοχή ενός άλλου σχηματισμού της πραγματικότητας.

Όταν έφτασε εδώ, ένα κωδικοποιημένο άγγιγμα στο διακόπτη που είχαν προσαρμόσει στο κρανίο του θα καλούσε σε λίγα δευτερόλεπτα το Ανοιγμα επαναφοράς και μέσα από αυτό θα τον ξανατραβούσαν πίσω. Δεν κινδύνευε, αν πρόσεχε και προλάβαινε τυχόν φασαρίες μέσα σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα. Ότι είχε να κάνει, ήταν να εξερευνήσει και να καταγράψει γεγονότα χωρίς να προκαλέσει υποψίες ή να μπλέξει σε φασαρίες με τους ντόπιους. Δεν του επέτρεψαν να πάρει όπλο παρά μονάχα ένα μικρό μαχαίρι δεμένο στον αστράγαλό του για την συνηθισμένη ασφάλεια. Συμφώνησε' φαντάσου τι μπελάδες μπορούσε να προκαλέσει ένα χαμένο όπλο.

Μέχρι τώρα όλα αποδείχτηκαν απλούστατα. Είχε προσγειωθεί σε μια δασώδη περιοχή κοντά σε μια αρκετά μεγάλη πόλη, γι αυτό και η εμφάνισή του δεν ξάφνιασε κανέναν, από όσους βρισκόταν εκεί. Κι αυτό ήταν ένα ακόμη πλεονέκτημα που οφειλόταν στην πρώτη εξερεύνηση: να βρίσκει τα κατάλληλα σημεία για ευκολότερη είσοδο. Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να καρφωθεί ο ερευνητής πάνω σε κάποιο δέντρο.

Είχε προχωρήσει μέσα στην πόλη και είχε κοιτάξει μια εφημερίδα. Η γλώσσα του 772 ήταν ίδια με τη γλώσσα της ΠΓ, τουλάχιστον της Αμερικάνικης, και μπόρεσε να τη διαβάσει χωρίς δυσκολία. Μονάχα με κάτι ιδιωματισμούς δεν τα κατάφερε. Κάτω από τη στήλη ΖΗΤΟΥΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ υπήρχαν αρκετές αγγελίες που ζητούσαν φύλακες ζώων. Γι' αυτό βρισκόταν εδώ!

Ούτε βοοειδή ούτε καρποειδή, ούτε αλογοειδή, ούτε χοιροειδή! - τι χρησιμοποιούσαν λοιπόν;

Ο κτηματίας στον οποίο παρουσιάστηκε την αυγή ούτε καν κοίταξε τα χαρτιά του. Ο Χιτς είχε βιαστεί πολύ σε αυτό: το χάραμα ήταν η ώρα αιχμής για μια φάρμα και κανείς δεν θα διάλεγε εκείνη την ώρα για να το κάνει. «Θαυμάσια! Χρειαζόμαστε κάποιον με πείρα. Έχουμε σπουδαία ζώα εδώ και δεν θέλουμε να τσιγκουνευτούμε για τη φύλαξή τους. Προσπαθούμε να φροντίζουμε το κοπάδι μας».

Ζώα, κοπάδι. Μα κοτόπουλα ή χελώνες άρμεγαν εδώ; «Όμως», είπε με την αρμόζουσα διστακτικότητα ο Χιτς, «πάει πολύς καιρός από τότε που εργαζόμουν σε φάρμα. Ταξίδευα στο εξωτερικό». Αυτό το είπε για να προλάβει υποψίες γύρω από τον τρόπο που πρόφερε τη γλώσσα του 722. «Μπορεί να χρειαστώ μια δυο μέρες για να ξανασυνηθίσω, ξέρεις, να ξαναβρώ την παλιά ρουτίνα. Αλλά θα κάνω ότι μπορώ». Πάντως για την ώρα ήταν εδώ.

«Καταλαβαίνω. Θα σου δώσω ένα πίνακα της μικρότερης μονάδας μου. Πενήντα κεφάλια κι ούτε ένα δύστροπο ανάμεσά τους. Εκτός ίσως από την Ιότα. Σε γενικές γραμμές αυτή περίπου την ώρα ζωηρεύουν. Δεν υπάρχει λόγος για συναγερμό». Πήρε ένα σημειωματάριο κι άρχισε να γράφει.

«Ξέρεις τα ονόματα όλων των ζώων σου;» Ο Χιτς δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι' αυτές τις ασημαντότητες, αλλά ήθελε να συνεχίσει ο κτηματίας να μιλάει.

Ο άντρας, ευχαριστημένος, χαμογέλασε με περηφάνια ενώ συνέχισε να γράφει με το μολύβι του.

«Όλων. Δεν είμαι σαν τους άλλους κτηματίες που λείπουν συνέχεια. Εγώ τρέχω σε όλη τη φάρμα μονάχος μου. Και σε διαβεβαιώνω ότι όλες οι αγελάδες μου είναι πρώτης διαλογής».

Αγελάδες; Ο Χιτς σκέφτηκε ότι ο άνθρωπος του εργαστηρίου που είχε ετοιμάσει την αναφορά του για τον 722 παράλειψε να το αναφέρει. Και εξαιτίας ενός καταραμένου υπαλληλικού λάθους τον είχαν στείλει εδώ.

«Κι αν αντιμετωπίσεις προβλήματα, φώναξέ με», είπε ο κτηματίας δίνοντάς του τον πίνακα κι ένα μικρό βιβλίο. «Θα σου έδειχνα εγώ ο ίδιος τη δουλειά, αλλά πρέπει να γυρίσω στα χαρτιά μου».

«Προβλήματα;
«Αν κάποιο ζώο πληγωθεί - μερικές φορές χτυπάνε στα τοιχώματα του στάβλου ή γλιστράνε. Ή αν δεν δουλεύει καλά κάποιο μηχάνημα».

«Α, βέβαια!» Ναι. Το 'βλεπε ότι ο άνθρωπος βιαζόταν. Τέλεια κατανομή του χρόνου.

Όλα ήταν υπερβολικά εύκολα. Τώρα η έμπειρη μύτη του Χιτς άρχισε να οσφρίζεται κάτι περισσότερο από το λίπασμα: φασαρίες. Κι η πιο ήσυχη αποστολή μπορούσε να μεταβληθεί σε μπούμεραγκ.

Έριξε μια ματιά στο χαρτί πριν μπει στο στάβλο των αγελάδων. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν εκπληκτικά κομψός: 1. ΤΑΙΣΜΑ, 2. ΑΡΜΕΓΜΑ, 3. ΒΟΣΚΗ, 4. ΚΑΘΑΡΙΣΜΑ... κι από κάτω αρκετές πυκνογραμμένες σειρές. Όλα φαίνονταν μια τέλεια ρουτίνα. Το βιβλιαράκι ήταν ένα λεπτομερές εγχειρίδιο οδηγιών που μπορούσε να ανατρέξει κανείς όταν υπήρχε ανάγκη. Όλα σχεδόν σε τάξη. Υπήρχαν λοιπόν αγελάδες σε εκείνη την αποθήκη κι ας μην το 'γραφε καμιά αναφορά. Σύντομα θα το επιβεβαίωνε κι ο ίδιος. Πολύ σύντομα.

Τότε, λοιπόν γιατί είχε τέτοιο προαίσθημα καταστροφής;

Ο Χιτς σήκωσε τους ώμους του και μπήκε. Στην αρχή ένιωσε τη βαριά μυρωδιά, αλλά ήταν φυσικό. Ο στάβλος των αγελάδων μυρίζει εντονότερα από όλους τους στάβλους. Η μύτη του σχεδόν αμέσως άρχισε να συνηθίζει, παρόλο που η οσμή ήταν διαφορετική από ότι περίμενε. Αλλά δεν έδωσε καμιά σημασία σε αυτό.

Μόλις πέρασε την πόρτα σταμάτησε για να μπορέσουν και οι άλλες του αισθήσεις να προσαρμοστούν στο σκοτάδι και τα τριξίματα του εσωτερικού. Βρέθηκε μπροστά σε ένα είδος διαδρόμου που οδηγούσε βαθιά στο στάβλο. Δεξιά και αριστερά του υπήρχαν σανιδένια χωρίσματα από όπου ξεπρόβαλαν κεφάλια σκυμμένα πάνω σε δύο σειρές παχνιά: Στράφηκαν και τον κοίταξαν καθώς πλησίασε, μουρμουρίζοντας παρακαλεστικά, σχεδόν ανθρώπινα. Σίγουρα το κοπάδι πεινάει το πρωί, κι ήταν ήδη περασμένη η ώρα.

Στην άλλη άκρη ήταν η είσοδος του παραπήγματος όπου άρμεγαν το γάλα - ένα μέρος που χωριζόταν από το στάβλο από μια διπλή σφιχτομανταλωμένη πόρτα. Μικρότεροι διάδρομοι πήγαιναν δεξιά κι αριστερά από το σημείο που στεκόταν, νόμιζε ότι βρισκόταν στην κορφή ενός σχήματος «Ταυ». Στον αριστερό διάδρομο υπήρχαν σάκοι με ζωοτροφές' στον άλλο -

Ο Χιτς ανοιγόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να διώξει τη θολούρα. Για μια στιγμή κοιτάζοντας στο δεξιό διάδρομο θα ορκιζόταν ότι είχε δει μια όμορφη γυναίκα, με μαύρα μαλλιά να τον κοιτάζει μες από κάποιο χώρισμα - γυμνή. Μια γυναίκα που έμοιαζε πολύ με την Ιολάνθη - εκτός βέβαια από ότι ποτέ δεν είχε δει, έστω και φευγαλέα, την Ίο γυμνή.

Σαχλαμάρες: κοίταξε προσεκτικότερα και δεν είδε τίποτε εκεί κάτω. Το υποσυνείδητό του του έπαιζε άσχημα παιχνίδια, ζωηρεύοντας μια αμβλυμμένη ορμή.

Προχώρησε συγκρατημένα. Το επεισόδιο ήταν φευγαλέο και χωρίς νόημα ωστόσο τον είχε φοβίσει, και τώρα ένιωθε κάτι σαν τρόμο, λες και βρέθηκε μπροστά σε ένα ακροατήριο ζώων.

Καθώς τα μάτια του προσαρμόστηκαν τέλεια στο σκοτάδι, ένιωσε να παραλύει από το σοκ που δέχτηκε. Δεν ήταν μουσούδα βοδιών ή γουρουνιών αυτά που τον χαιρετούσαν' ήταν ανθρώπινα κεφάλια. Τα όμορφα χαρακτηριστικά και οι λεπτοί βόστρυχοι νέων γυναικών. Κάθε μια βρισκόταν μέσα στο χώρισμά της, γυμνή, με τα χέρια να γραπώνουν το παχνί, καθώς δεν υπήρχε άνοιγμα παρά μόνο για να περνάει από μέσα το κεφάλι. Ξανθιές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες, ψηλές, μικροκαμωμένες, ηδονικές - όλοι οι τύποι αντιπροσωπεύονταν. Όλες τους ντυμένες, θα μπορούσαν κάλλιστα να ενταχθούν σε οποιοδήποτε εύθυμο πλήθος της Πρώτης Γης.

Εκτός από δύο πράγματα. Πρώτα, τα στήθια τους. Οι μαστοί τους ήταν τεράστιοι και σε μερικές από αυτές κρέμονταν μέχρι το ύψος της μέσης, ενώ ήταν ανάλογα φαρδείς. Ο Χιτς ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε στηθόδεσμος που να μπορούσε να συγκρατήσει αυτά τα πεπόνια. Ήταν πέρα από κάθε αισθητικό έλεγχο. Θα χρειαζόταν ένας πλαστικός χειρούργος με κάποια σαδιστική μανία για να διορθώσει κάπως αυτή την φριχτή υπερβολή.

Δεύτερον η έκφραση των κοριτσιών. Ήταν τα άχρωμα, καλάγαθα απλανή βλέμματα του ολοκληρωτικού διανοητικά καθυστερημένου ανθρώπου.

Ζώα για άρμεγμα.

Ξαφνικά και ανεξήγητα είχε το όραμα μιας κυψέλης μελισσών, όπου οι εργάτριες βούιζαν εδώ και εκεί.

Είχε δει ήδη αρκετά. Το χέρι του σηκώθηκε στο σημείο του κεφαλιού του όπου τα μαλλιά του έκρυβαν το κουμπί του σινιάλου - αλλά όταν τα μάτια του καρφώθηκαν στο πιο κοντινό ζευγάρι μαστοφόρα. Σίγουρα είχε βρει τη λύση του αινίγματος' σίγουρα αυτός ο εναλλακτικός κόσμος δεν είχε θέση στο καθεστώς της κοινοπολιτείας. Ήταν επίσης βέβαιο ότι η αναφορά του θα ενεργοποιούσε την πλανητική αστυνομία, γιατί η κτηνώδης μεταχείριση ανθρωπίνων πλασμάτων ήταν εγκληματική. Όμως...

Τα μαστοειδή εξογκώματα σάλευαν απαλά καθώς το κορίτσι ανάσαινε. Ο Χιτς ένιωσε ταυτόχρονα να έλκεται και να απωθείται, καθώς το διανοητικό στοιχείο μέσα του αγωνιζόταν να υπερισχύσει του σωματικού.

Αν άγγιζε με το χέρι του ένα από αυτά τα βυζιά...

Αν έφευγε τώρα - ποιος θα έδινε τροφή στις πεινασμένες αγελάδες;

Η αναφορά μπορούσε να περιμένει μισή ώρα. Εξάλλου θα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να γυρίσει στο αρχηγείο, ακόμη και μετά τη χρήση του Ανοίγματος. Χρειαζόταν λοιπόν πολλή ώρα.

Ο Χιτς άνοιξε το βιβλίο με τις οδηγίες και διάβασε την παράγραφο τη σχετική με το τάισμα. Είδε, ότι για το νερό δεν υπήρχε πρόβλημα. Το διοχέτευαν μέσα σε κάθε χώρισμα κι έτσι μπορούσαν να πιουν όποτε ήθελαν. Αλλά το φαγητό έπρεπε να το βάλουν μέσα στο παχνί με τα χέρια.

Γύρισε στην αποθήκη και φόρτωσε ένα σάκο με βιταμινούχα παξιμάδια πάνω σε ένα καρότσι. Το τσούλησε στον κεντρικό διάδρομο και χρησιμοποίησε ένα καθαρό μεταλλικό φτυάρι για να αδειάσει από δύο λίτρα σε κάθε παχνί. Τα κορίτσια όρμησαν και τα βούτηξαν, αρπάζοντας τα με ολόκληρο το χέρι τους, χωρίς να χρησιμοποιήσουν τους αντίχειρες. Μετά άρχισαν να μασουλάνε τα μαυριδερά ξεροκόμματα με όρεξη. Ο Χιτς πρόσεξε ότι όλες τους είχαν άσπρα γερά δόντια, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν κατάφερναν να χρησιμοποιήσουν τους αντίχειρες και τα υπόλοιπα δάχτυλα τους σαν... σαν αντίχειρες και δάχτυλα. Ήταν λοιπόν τόσο αδέξιες; Βέβαια ήταν γερά ζώα... αλλά τίποτε περισσότερο.

Πήγε και ήρθε άλλες δυο φορές φέρνοντας καινούρια φορτία, προσέχοντας πάντα να μη κοιτάζει προς τον - άδειο; - δεξιό διάδρομο' φοβόταν ότι η φαντασία του μπορούσε να τον ξεγελάσει. Φοβήθηκε επίσης μήπως και τους έδωσε περισσότερη τροφή από όση έπρεπε, ωστόσο το πρόγευμα είδε σερβιριστεί όπως ακριβώς έπρεπε. Στάθηκε και παρατηρούσε το γλέντι.

Οι πρώτες είχαν ήδη τελειώσει' δύο από αυτές είχαν καθίσει οκλαδόν στις γωνίες των στάβλων τους, γιατί όπως ήταν φανερό τα έντερά τους έπρεπε να δώσουν και αυτά την παράστασή τους μετά από το πολύ φαί. Η παρουσία του δεν φάνηκε να τις πειράζει καθόλου σε αυτές τις τόσο προσωπικές πράξεις τους' τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο η παρουσία του αγρότη μπορούσε να ενοχλήσει αγελάδες που αποπατούν. Μήπως όλες τους είχαν υποστεί λοβοτομή; Δεν έβλεπε όμως καμιά ουλή...

Παραξενεμένος, δοκίμασε ένα παξιμάδι. Ήταν σκληρό αλλά τριβόταν και είχε πολύ νόστιμη γεύση. Σύμφωνα με την ετικέτα περιείχε όλες εκείνες τις βιταμίνες τις απαραίτητες στα γερά ζώα που δίνουν πολύ γάλα. Έλειπαν μονάχα όσες ουσίες υπήρχαν άφθονες στο χορτάρι της βοσκής. Αναρωτήθηκε τι είδους χόρτο χρειάζονταν αυτές οι αγελάδες' σίγουρα δεν έτρωγαν χλόη και φύλλα. Υπήρχαν άραγε λαχανικά ή φρούτα έξω εκεί, μες στις αλμύρες;

Είχε ταΐσει πια το κοπάδι. Οι αγελάδες δεν θα υπέφεραν καθόλου αν τις παρατούσε τώρα. Εξάλλου οι ώρες εργασία θα τελείωναν προτού ξαναπεινάσουν. Δεν είχε λόγους να χασομερήσει περισσότερο. Θα μπορούσε να στείλει σινιάλο και...

Το χέρι του ξανασταμάτησε λίγο πριν πατήσει το κουμπί. Εκείνα τα φουσκωμένα στήθη του υπενθύμισαν την δεύτερη δουλειά που έγραφε το χαρτί: άρμεγμα. Ήξερε ότι οι αληθινές αγελάδες υποφέρουν όταν δεν τις αρμέγουν στην ώρα τους. Αυτοί - οι αγελαδίσιοι μαστοί - φαίνονταν ήδη υπερφορτωμένοι.

Γαμώτο, δεν είχε θυσιάσει τον ανθρωπισμό του όταν έπαιρνε την άδεια του εξερευνητή! Η αναφορά μπορούσε να περιμένει.

Και μια ψηλή, τσιριχτή φωνή τον ενοχλούσε, υπήρχε κι αυτό το όραμα εκεί, στο διάδρομο της αποθήκης. Μπορεί να βρισκόταν κάποια γυμνή κοπέλα εκεί, ήταν ολοφάνερο. Μια κοπέλα που δεν θα έμοιαζε με αυτές εδώ τις φουσκωμένες αγελάδες. Μια... παρθένα - σαν την Ιολάνθη.

Κι αυτή ήταν η πραγματική αιτία που δεν είχε πατήσει ακόμη το κουμπί. Δεν μπορούσε να φύγει προτού βρει το κουράγιο να ψάξει σε εκείνο το διάδρομο, από τη μια άκρη ως την άλλη.

Έριξε άλλη μια ματιά στο βιβλιαράκι, ευτυχισμένος που ξαναγύριζε στη ρουτίνα. Φαίνεται πως υπήρχαν έξι μηχανές για το άρμεγμα σε αυτή τη πτέρυγα. Είχαν επινοήσει ένα είδος απορροφητικής αντλίας που συνδεόταν με ένα άδειο κωνικό δοχείο. Πήγε στην αίθουσα του αρμέγματος, κι έφερε τσουλώντας ένα μηχάνημα πάνω σε ένα βάθρο' πάτησε το διακόπτη κι αυτός άρχισε να βομβίζει.

Δίστασε πριν κάνει την επόμενη κίνηση, όμως οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες, και θυμήθηκε πως, στο κάτω κάτω, η δουλειά είναι δουλειά. Όλα αυτά βέβαια, ήταν παράξενα, έπρεπε να το παραδεχτεί, αλλά καθόλου κουραστικά. Άνοιξε την πρώτη πόρτα - ολόκληρη η μπροστινή πλευρά του χωρίσματος μετακινήθηκε - και πλησίασε προσεκτικά την κάτοικο του στάβλου με το χαλινάρι του αρμέγματος.

Ήταν μια ψηλή, μελαχρινή με εύρωστους γλουτούς και πλούσια μαλλιά. Έκπληκτος την είδε να κάθεται πειθήνια να της περάσει το χαλινάρι: πλεχτά λουριά γύρω από τον αυχένα, το υπογάστριο και το στήθος, κάτω ακριβώς από το τους ώμους, και δεμένα σταυρωτά πίσω από την πλάτη, κι ανάμεσα στους μαστούς. Το δεύτερο δέσιμο ήταν πολύ σφιχτό, γιατί τα δυο βυζιά κρέμονταν σαν δυο φλασκιά γεμάτα κρασί (αυτή η εικόνα του ήρθε εκείνη τη στιγμή στο μυαλό) αλλά κατάφερε να τα σταθεροποιήσει τραβώντας το λουρί. Το όλο σύστημα ήταν φτιαγμένο έτσι για να συγκρατεί την αγελάδα να μην πηδήσει από το βάθρο και να απομακρυνθεί από τη μηχανή του αρμέγματος, παρόλο που ο Χιτς αμφέβαλε αν το χαλινάρι μπορούσε να αντέξει σε ένα δυνατό ξαφνικό τίναγμα. Αυτά τα ζώα ήταν εκπαιδευμένα και χρειάζονταν μονάχα κάποια διακριτική επιτήρηση. Το έλπιζε.

Έδεσε τα λουριά και την οδήγησε στο βάθρο. Ήταν επικλινές και συμπαγές με μια υποδομή στο κέντρο για τη μηχανή αρμέγματος και γάντζους για τις άκρες του χαλιναριού.

Το κορίτσι ανέβηκε χωρίς να της το πει και έβαλε τα δυο της χέρια λυγισμένα στους αγκώνες στο μπροστινό μέρος ενώ τα γόνατά της στο πίσω, με τέτοιο τρόπο ώστε να καβαλάει το μηχάνημα. Τα βυζιά της κρέμονταν τεράστια φτάνοντας μέχρι κάτω στους αγκώνες της. Οι σκούρες ρόγες ήταν τρομακτικές κι ο Χιτς παρατήρησε κάτι άσπρες κηλίδες πάνω τους, λες και το βαρύ άσπρο γάλα πίεζε από μέσα να ξεχυθεί βιαστικά.

Πήγε κι έφερε μια βεντούζα και την έβαλε πάνω στο αριστερό βυζί της. Το σχήμα της ήταν τέτοιο που να προσαρμόζεται ακριβώς στο κέντρο των διασταλμένων θηλών με ένα ειδικό κυκλικό προεξέχοντα κρίκο από εύκαμπτο καουτσούκ. Ο εξωτερικός κώνος ήταν προσκολλημένος στον απορροφητήρα κι η ελαφρά υγρή περίμετρος την έκανε το σφίξιμο τέλειο. Έβαλε και την αριστερή βεντούζα, γύρισε τον διακόπτη στην ένδειξη ΓΑΛΑ και κάνοντας λίγα βήματα πίσω στάθηκε να δει την συνέχεια.

Οι τροφοδοτικοί κώνοι κάλυπταν μονάχα την κατώτερη επιφάνεια κάθε μαστού, παρόλο που θα έφταναν για να καλύψουν μια ολόκληρη φυσιολογική γυναίκα. Φαίνονταν αποτελεσματικοί, αψεγάδιαστοι' το μηχάνημα παρήγαγε απορροφητικούς σπασμούς που τραβούσαν τα υγρό γρήγορα και καθαρά. Το 'βλεπε να περνά άσπρο μέσα από ένα διαφανή σωλήνα, και το άκουγε να χύνεται στον πάτο ενός σκεπασμένου κάδου, καθώς οι μαστοί αναπηδούσαν στο εναλλασσόμενο κενό. Εν δυο! Εν δυο! Ο ρυθμός ήταν υποβλητικός, η παλλόμενη λευκή ουσία υπαινιγμός μιας ατελείωτης εκσπερμάτωσης.

Είναι μονάχα γάλα! Υπενθύμισε στον εαυτό του. Αλλά, χωρίς να το θέλει, οι ερωτογόνες ζώνες του άρχισαν να ερεθίζονται.

Το κορίτσι μασουλούσε ένα κομμάτι ξερό παξιμάδι που το είχε κρατήσει, σαν μηρυκαστικό, μες στο στόμα της και περίμενε χαμογελώντας. Ήταν συνηθισμένη σε αυτό κι ευτυχής που ανακουφιζόταν από τη συσσώρευση της νύχτας.

Σαράντα εννιά ακόμη. Την άφησε εκεί και προχώρησε στην επόμενη με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Στο κάτω κάτω οι αγελάδες ήταν αγελάδες, άσχετα από τη σωματική τους μορφή.

Την ώρα που ήταν απασχολημένος με το έκτο βάθρο, η πρώτη αγελάδα τελείωσε. Έβγαλε τους γάντζους από τη μελαχρινούλα, που το στήθος της είχε τώρα πια ξεφουσκώσει και χαλαρώσει και την πήγε στην άλλη άκρη του δωματίου. Της έβγαλε το καπίστρι. Το μπροστινό λουρί πετάχτηκε μέσα από δυο κρεμασμένα κομμάτια σάρκας. Πόσο γάλα μπορούσε να βγάλει άραγε; Μισό γαλόνι; Ένα; Δεν μπορούσε να ξέρει ποιες ήταν οι κανονικές επιδόσεις τους, όμως ότι αυτή εδώ θα θεωρούνταν αρκετή. Η αγελάδα πήδησε έξω, κούνησε ευτυχισμένη τα οπίσθιά της και τίναξε τα μαλλιά της. Απ' αυτήν την άποψη, ήταν όμορφη.

Πριν κλείσει την πόρτα είδε έξω στην αυλή μεγάλους σωρούς μήλα και καρότα και κάτι που έμοιαζε με φιστίκια. Η κοπέλα τα σκόρπιζε εδώ και εκεί' δεν πεινούσε πια και έτσι το μόνο που μπορούσε να κάνει με την τροφή της ήταν να παίζει με αυτήν.

Η επόμενη ώρα ήταν όλο φούρια. Χρειαζόταν, όταν έμαθε πια τη δουλειά, περίπου τριάντα δευτερόλεπτα για να τοποθετήσει και να προσδέσει κάθε αγελάδα στο μηχάνημα, και περίπου δεκαπέντε δευτερόλεπτα για να τη λύσει αφού την είχε αρμέξει. Όμως χρειαζόταν περισσότερη ώρα για να κουβαλήσει στην άλλη άκρη τους κουβάδες που γέμιζαν μετά από κάθε πέντε αγελάδες. Πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να χαλαρώσει την προσοχή του. Τελικά η καθημερινή δουλειά σε φάρμα ήταν δύσκολο επάγγελμα!

Ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπό του καθώς τοποθετούσε τον τελευταίο σφραγισμένο κάδο στο καροτσάκι για να τον πάει στο διπλανό τμήμα της αποθήκης, κι έβαζε τους σωλήνες και τις βεντούζες μέσα στο αυτόματο πλυντήριο - αποστειρωτήριο. Το άρμεγμα είχε τελειώσει, το κοπάδι έβοσκε - την τελευταία φορά που το κοίταξε τσαλαπατούσαν τσόφλια από φιστίκια και τσαλαβουτούσαν στο ρηχό ποτάμι - κι έτσι μπορούσε να φύγει με ήσυχη τη συνείδησή του. Το μισθό που θα έπαιρνε σε αυτόν τον κόσμο, ας τον κρατούσε ο ιδιοκτήτης της φάρμας, σαν ευγενική προσφορά της Πρώτης - Γης. Ο άνθρωπος θα χρειαζόταν όλα του τα εισοδήματα όταν η αστυνομία της Π.Γ. θα άρχιζε τη δράση.

Ποιον κορόιδευε; Δεν ήταν ακόμα ώρα να επιχειρήσει το ταξίδι της επιστροφής στην Πρώτη - Γη. Έπρεπε να ελέγξει κι εκείνο το στάβλο. Αν υπήρχε κάποια γυναίκα εκεί μέσα, κι αν έμοιαζε στα αλήθεια με την Ιολάνθη - τέλος πάντων, αυτός ήταν ένας εναλλακτικός κόσμος. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι από τους κατοίκους του, μπορεί να είναι πανομοιότυποι ή έστω, να μοιάζουν πολύ με τους γήινους. Μπορεί να υπάρχει μια Ιολάνθη εδώ!

Κι ίσως να 'ταν περισσότερο διαθέσιμη από τη δική του...

Δεν συνέχισε τη σκέψη του για να μην αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τις λογικές της συνέπειες. Στο κάτω - κάτω υπήρχαν λόγοι συγκεκριμένοι, που πήγαζαν από την αποστολή του, για να παραμείνει κι άλλο εδώ. Ένας τουλάχιστον: αυτά τα γαλακτοπαραγωγικά ζώα ήταν φανερό πως στην πραγματικότητα στερούνταν νοημοσύνης, κι εκείνος δεν ήξερε με ποια μέσα τα είχαν καταντήσει έτσι. Εξάλλου θα ήταν αδύνατο να δίνουν τόσο πολύ γάλα αν προηγουμένως δεν τις είχαν ζευγαρώσει με ταύρους. Πράγμα που σήμαινε ότι είχαν γεννήσει κι όχι πριν από πολύν καιρό - και τι είχαν κάνει τα μωρά;

Φυσικά η αναφορά του δεν θα ήταν πλήρης χωρίς αυτήν την πληροφορία. Ήταν πολύ δύσκολο να ερευνήσει την κατάσταση βασιζόμενος στην τύχη. Κόντεψε σχεδόν να θεωρήσει τα ανθρώπινα πλάσματα ζώα, τότε που το γάλα έτρεχε ορμητικά, αλλά βέβαια δεν ήταν. Ο στάβλος αντιπροσώπευε τη σοβαρότερη παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που είχε συναντήσει ποτέ στους εναλλακτικούς κόσμους' και δεν ήταν καν εν ονόματι του πολέμου ή του ρατσισμού. Ήταν ζώα από την Ινδοευρωπαϊκή φυλή - νέες γυναίκες! Θύμισε οργισμένος στον εαυτό του. Πόσο διαδεδομένος ήταν άραγε τούτος ο ολοκληρωτικός εξευτελισμός της ελευθερίας; ήταν παγκόσμιος; Υπήρχαν Νέγρες και Μογγόλες αγελάδες, ή υπήρχαν άλλες ράτσες για τις χαμαλοδουλειές, για τα σπορ ή ... για το κρέας τους;

Έπρεπε να ανακαλύψει πολύ περισσότερα, αλλά δεν μπορούσε να φύγει και να αρχίσει να τριγυρίζει στην υπόλοιπη αποθήκη έτσι χωρίς απόφαση. Πολύ γρήγορα θα τραβούσε πάνω του τη προσοχή. Και δεν ήθελε να ψάξει στη δεξιά πτέρυγα... ακόμη. Έπρεπε να συνεχίσει τις ρουτινιάρικες μικροδουλειές κρατώντας ορθάνοιχτα τα μάτια του και τα αυτιά του, ώσπου να μάθαινε τα πάντα.

Συνέχεα στο πρόγραμμα ήταν το καθάρισμα. Διάβασε το εγχειρίδιο κι είδε ότι δεν ήταν τόσο δυσάρεστο όσο έμοιαζε. Οι κοπέλες φυσικά ήταν δύσκολες κι άφηναν τα περιττώματα τους σε βόθρους που υπήρχαν στη γωνιά κάθε στάβλου. Αυτός έπρεπε απλώς να θέσει σε λειτουργία το σύστημα με τις αντλίες λιπαντικού καθαρισμού και, χύνοντας νερό, να σπρώχνει ότι απόμενε πάνω ή μέσα στο σωλήνα, προσέχοντας συγχρόνως να μην βουλώσει. Η μυρωδιά από τις τρύπες δεν ήταν ωραία, αλλά δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει απ' ευθείας τα χέρια του.

Θεωρητικά υποτίθεται, όμως, ότι εξέταζε πρώτα τα περιττώματα για να δει αν ήταν καλοσχηματισμένα κι αν είχαν το σωστό χρώμα, πυκνότητα και μυρωδιά, αλλιώς θα επρόκειτο για σημάδι αρρώστιας. Αν υποψιαζόταν κάτι τέτοιο, όφειλε να ψάξει για σκουλήκια ή θρόμβους αίματος προτού χύσει το νερό. Παρ' όλα αυτά αγνόησε τούτη την οδηγία κι έριξε σε όλες τις τρύπες νερό χωρίς να κοιτάξει ή να μυρίσει πλησιάζοντας τη μύτη του. Υπήρχαν και όρια...

«Όπου αρχίσει η μύτη μου τελειώνει το καθήκον», μουρμούρισε.

Όταν συμπλήρωσε τον κύκλο καθαρισμού, δεν μπορούσε άλλο να αποφύγει το πρόβλημα του δεξιού διαδρόμου. Τώρα που ο κύριος στάβλος είχε αδειάσει, άκουγε ήχους από εκείνη τη πτέρυγα. Κάποιος βρισκόταν εκεί. Ξανακοίταξε ανήσυχος το πρόγραμμά του. Και η απάντηση υπήρχε εδώ, ακριβώς τη στιγμή που διάλεξε να κοιτάξει. Οι κάτοικοι εκείνου του τομέα ήταν ειδικές περιπτώσεις: αντικείμενα της φροντίδας του, από τη στιγμή που οι δουλειές ρουτίνας είχαν ολοκληρωθεί.

Το πήρε απόφαση και πλησίασε στην πτέρυγα. Μπορεί να υπήρχε μια Ιολάνθη εκεί - μια ηλίθια Ιολάνθη.

Με ανακούφιση αλλά και λύπη διαπίστωσε ότι στο πρώτο χώρισμα βρισκόταν μια άρρωστη αγελάδα. Ήταν πεσμένη σε ένα αχυρόστρωμα κατά μήκος του χωρίσματος, μια καλοσχηματισμένη ξανθιά που τα βυζιά της είχαν μικρύνει σε διαστάσεις σχεδόν ηδονικές. Θα έλεγες ότι είχαν ζαρώσει γιατί υπήρχαν σημάδια πάνω τους που όριζαν το προηγούμενο μέγεθός τους. Ωστόσο για να μετρηθεί το στήθος της εκείνη τη στιγμή θα χρειαζόταν η μεταλλική μεζούρα που χρησιμοποιούσαν στην Π.Γ. τεντωμένη στο έπακρο.

Υπήρχε μια σημείωση που έλεγε ότι έπρεπε να την αρμέγουν με το χέρι για να μην μολυνθεί ο εξοπλισμός (ακόμα κι αν τον αποστείρωναν; τι λεπτολογία!) και το γάλα που θα πουλούσαν. Θα την άφηναν να αδυνατίσει τελείως και έπειτα, όταν θα γινόταν καλά, θα της ξανάδιναν τροφή. Έπρεπε να ελέγχουν τη θερμοκρασία της συνεχώς για να βεβαιώνονται ότι ο πυρετός της δεν ανέβαινε. Την έλεγαν Φλώρα.

Μέχρι τώρα δεν είχε προσέξει τα ονόματά τους, παρόλο που ήταν γραμμένα στο ξύλο κάθε πόρτας. Η άγνοιά του είχε διευκολύνει την ανυπαρξία προσωπικότητας κι είδε αμβλύνει τη φρίκη αυτού του τερατώδους στάβλου. Τώρα...

Ο Χιτς έριξε μια ματιά μέσα από τις σανίδες εξετάζοντας αυτό το καινούριο πρόβλημα. Να την αρμέξει με το χέρι; Να της μετρήσει τη θερμοκρασία; Αυτά σήμαιναν πολύ πιο στενή επαφή από ότι μέχρι τώρα. Ξεφύλλισε το Εγχειρίδιο. Ναι η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει ήταν γραμμένη εκεί.

Ωραία, το κάθε πράγμα στην ώρα του. Μπήκε μέσα με έναν μικρό ανοιχτό κάδο. «Σήκω Φλώρα», είπε απότομα.

Τον κοίταξε ταραγμένη, δίνοντας του την απατηλή εντύπωση πως είχε καταλάβει, αλλά ούτε που κούνησε το κορμί της. Που να πάρει ο διάολος, δεν ήταν επειδή έμαθε το όνομά της που την έβλεπε σαν άνθρωπο! Απλώς δεν μπορούσε να τη σκέφτεται άλλο πια σα ζώο.

«Φλώρα, πρέπει να σε αρμέξω», εξήγησε. Απότομα κατάλαβε πόσο ανώμαλα ήταν όλα αυτά, κι αναρωτήθηκε μήπως θα έπρεπε να φύγει από αυτόν τον κόσμο τώρα αμέσως.

Όχι, όχι ακόμα. Ποτέ δεν θα ήταν ικανοποιημένος, αν έφευγε χωρίς να επαληθεύσει το όραμα με την Ίο.

Η Φλώρα συνέχισε να μένει στην ίδια στάση, με το ένα πόδι της τραβηγμένο.

Τα μαλλιά της έπεφταν στο πρόσωπό της και σχημάτιζαν μακριές μπούκλες πάνω στα μακριά μπράτσα της. Πρόσεξε πόσο καθαρά ξεχώριζε το χρώμα της ηβικής της χώρας.

Κοίταξε πάλι στο βιβλίο. «Μια αγελάδα σε ύπτια στάση την αρμέγετε με τα χέρια...» άρχιζαν οι οδηγίες. Τίποτε καλύτερο από ένα πλήρες εγχειρίδιο!

Τοποθέτησε τον κάδο κάτω από τη μια θηλή και έπιασε το βυζί της Φλώρας και με τα δυο του χέρια. Η αίσθηση που ένιωσε του προκάλεσε αμέσως στύση, παρόλα όσα είχε δει στο ομαδικό άρμεγμα. Φαίνεται ότι δεν ερεθιζόταν με την όραση αλλά με την αφή' ή ίσως επειδή ήταν ένα αληθινό στήθος με τις συνηθισμένες για αυτόν διαστάσεις παρά εκείνα τα τεράστια μαστάρια που είχε δει πριν. Ή ακόμη μπορεί και να ήταν απλά το όνομα. Είχε γνωρίσει καμιά ξανθιά με το όνομα Φλώρα;

Υπήρχε κάποια αγελάδα με μαύρα μαλλιά που την έλεγαν Ιολάνθη;

Στο καθήκον όμως...

Έπιασε τη ρόγα και την ζούληξε. Τίποτα δεν συνέβη. Προσπάθησε ξανά, πιο δυνατά και κατάφερε να τρέξει κάποιο διαυγές υγρό. Όταν αρμέγεις μια αγελάδα πρέπει να ζουλάς τη ρόγα με τα δάχτυλα ενώ με το υπόλοιπο χέρι να πιέζεις απαλά το μαστό για να έχει μονάχα μία έξοδο το γάλα' όμως το ανθρώπινο στήθος είναι διαφορετικό. Χρειάστηκε να προσπαθήσει πολλές φορές για να βγάλει κάτι και φοβόταν μήπως την πονέσει, αλλά η Φλώρα ούτε που κουνήθηκε. Κάποια στιγμή μάλιστα την πίεσε τόσο πολύ που φοβήθηκε μήπως σπάσει κανένας αδένας, εκείνη όμως παρατηρούσε απλώς με τα λυπημένα γκρίζα μάτια της.

Δεν είχε πείρα σε τέτοια δουλειά. Κατάφερε ωστόσο να τρέξουν πολλές ουγκιές μέσα στο κάδο κι ακόμη περισσότερες να χυθούν στο πάτωμα. Τι σημασία είχε' το ζήτημα ήταν να την ανακουφίσει από την πίεση και όχι να την ξεζουμίσει τραβώντας και την τελευταία σταγόνα. Γιατί να μην ρουφήξω με το στόμα μου; σκέφτηκε πονηρά! Ποιος θα το μάθαινε; Αλλά θυμήθηκε ότι το γάλα υποτίθεται πως ήταν μολυσμένο.

Έχυσε το υγρό που είχε βγάλει με τόσο κόπο μέσα στο βόθρο, έριξε νερό και έπιασε το άλλο βυζί.

«Τι σας έχουν κάνει;» ρώτησε ρητορικά καθώς δούλευε. «Τι σας έχει κάνει - συγγνώμη για την ερώτηση - τόσο ηλίθιες; Καμιά γυναίκα στον πλανήτη δεν θα ανεχόταν αυτό που σου κάνω τώρα». Απλά αναρωτήθηκε, αν ήταν αλήθεια αυτό' πιθανόν να υπήρχαν κάποιες που...

Η Φλώρα άνοιξε το στόμα της και για μια τρομαχτική στιγμή νόμισε ότι θα του απαντούσε' όμως απλώς χασμουρήθηκε. Υπήρχε κάτι το αστείο στη γλώσσα της.

Τώρα έπρεπε να μετρήσει τη θερμοκρασία της. Το βιβλίο έλεγε ότι έπρεπε να προσέξει και να βάλει το θερμόμετρο στον πρωκτό, γιατί τα φυσιολογικά ζώα δάγκωναν αμέσως ότι έβαζαν στο στόμα τους. Σαν να μην είχε κάνει ήδη αρκετά! Σαν διακοσμικός εξερευνητής είχε κάνει διάφορα παράξενα κατορθώματα, αλλά αυτό εδώ έσπαζε κάθε ρεκόρ.

Επιπλέον αυτή εδώ ήταν άρρωστη και θα ήταν αμέλεια να παραλείψει να μετρήσει τη θερμοκρασία της. Ήταν αμέλεια επίσης που είχε παραλείψει να εξετάσει τα περιττώματα, σκέφτηκε, αλλά τώρα τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Πιο... προσωπικά.

«Σήκω, Φλώρα», είπε. «Δεν μπορώ από αυτή τη γωνία». Άνοιξε το κουτί με τις πρώτες βοήθειες που ήταν καρφωμένο σε ένα ξύλινο δοκάρι και βρήκε το θερμόμετρο: ένας κυλινδρικός πλαστικός σωλήνας, με διάμετρο μισή ίντσα περίπου, οχτώ ίντσες μακρύς, με λαβή και έναν αριθμητικό δείκτη στην άκρη. Ο τύπος του σκληρού οργάνου, με λίγα λόγια, που χρησιμοποιούνταν για τα ζώα - ένας ασθενής θα κουλουριαζόταν από τον πόνο αν του έχωναν κάτι τέτοιο στον πρωκτό. Στη μια του άκρη υπήρχε λίγο κίτρινο λίπος.

Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε, και τότε αυτός έβαλε προσεκτικά το θερμόμετρο μέσα στο παχνί και προσπάθησε να την τραβήξει με τα χέρια του.

Την άρπαξε γύρω από την μέση και την σήκωσε. Το ισχνό πανωκόρμι της σηκώθηκε και το τροφαντό πόδι της τεντώθηκε, αλλά αυτό ήταν όλο. Ήταν πολύ βαριά για να την καταφέρει μόνος του. Την βοήθησε να κάτσει κάτω, αφήνοντας την πλαγιαστή στο άχυρο. Έπρεπε να το κάνει. Τουλάχιστον ο στόχος ήταν προσιτός τώρα, αντί να βρίσκεται προς τον τοίχο.

Ξαναπήρε το θερμόμετρο και κάθισε δίπλα της. Με τα δάχτυλα του άλλου χεριού άνοιξε τα οπίσθια της ψάχνοντας για τον πρωκτό. Δεν ήταν εύκολο. Τα δύο ημισφαίρια ήταν παχιά κι έτσι όπως την είχε τοποθετήσει κολλούσε το ένα πάνω στο άλλο. Τα κατάφερε μονάχα όταν άλλαζε το σχήμα της σχισμής. Πιθανόν να την άνοιγε αν χρησιμοποιούσε και τα δυο του χέρια, αλλά τότε δεν θα μπορούσε να χώσει μέσα το θερμόμετρο. Τελικά κράτησε τον ένα γλουτό με το αριστερό του χέρι και με το δεξί αναζήτησε τη σχισμή για να χώσει τη μύτη του οργάνου, η οποία στο πέρασμά της άφηνε μια γραμμή λίπους. Όταν έκρινε ότι έφτασε στο σωστό σημείο, το έσπρωξε ελπίζοντας πως κι η κλίση ήταν σωστή.

Υπήρξε αντίσταση, η κοπέλα μαζεύτηκε. Αλλά η στρογγυλεμένη αιχμή υποχώρησε στο σπρώξιμο και βυθίστηκε μέσα. Μετά τις αρχικές δυσκολίες, ένιωσε έκπληξη βλέποντας τελικά πόσο εύκολα είχε μπει. Μετακίνησε τη λαβή μέχρι να σχηματιστεί γωνία ενενήντα μοιρών και πίεσε μέχρι που υπολόγισε ότι η μύτη του θερμομέτρου θα είχε φτάσει δυο ίντσες βαθύτερα από τους σφιγκτήρες μυς. Ανασκουμπώθηκε και κάθισε περιμένοντας να περάσουν τα προβλεπόμενα δύο λεπτά.

Θεέ μου, σκέφτηκε ενώ περίμενε. Τι κάνω εδώ σε αυτό το στάβλο, με μια όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη, να της ανοίγω τα σκέλια με το γλοιώδες χέρι μου στα πισινά της, και να σπρώχνω αυτό το πράγμα μέσα της; Το πέος του ήταν σε πλήρη στύση και τον πονούσε.

Έτσι θα πάρω, Ίο - το όμορφο, αγνό, αμόλευτο κωλαράκι σου.

Τα δευτερόλεπτα περνούσαν, απίστευτα αργά. Αναρωτήθηκε αν το ρολόι του είχε σταματήσει, αλλά άκουγε ακόμα το τικ τακ του. Τι θα έλεγε στα παιδιά, στην επόμενη αποστολή, όταν θα συγκεντρωνόντουσαν εκείνοι οι ταύροι; Ότι είχε αρμέξει αγελάδες; Σίγουρα θα έβαζαν τα γέλια παρόλο που ήταν αλήθεια. Όμως ήταν αλήθεια όλα κι αυτά τα τροφαντά οπίσθια κι η αίσθηση της ζάλης που ένιωθε.

Η ώρα όμως είχε σχεδόν περάσει κι άρχισε να τραβάει απαλά το θερμόμετρο. Και τότε, εκείνη τη στιγμή, αυτή κουνήθηκε πάλι, σαν απάντηση ίσως στο τράβηγμα. Ανασηκώθηκε στα γόνατά της με το κεφάλι σκυμμένο κάτω. Έπρεπε να το τραβήξει γρήγορα εμποδίζοντας το σωλήνα να σκαλώσει κάπου μέσα της και να χάσει την ισορροπία του. Αλλά με την καινούρια στάση που αυτή είχε πάρει, τα οπίσθιά της άνοιξαν διάπλατα και του αποκαλύφθηκε το πραγματικό σημείο που είχε βάλει το θερμόμετρο.

Δεν ήταν ο πρωκτός. Τέλος πάντων' καμιά διαφορά. Η θερμοκρασία δεν μπορούσε να είναι διαφορετική σε τρύπες που είναι τόσο κοντά η μια στην άλλη. Καθάρισε προσεκτικά ολόκληρο το πλαστικό όργανο κι έλεγξε τον υδράργυρο. Έδειχνε ακριβώς την φυσιολογική θερμοκρασία.

«Φλώρα, γίνεσαι καλά», της ανακοίνωσε με το πιο καλοσυνάτο ύφος του, αποφεύγοντας να κοιτάξει το περίεργο θέαμα που εκείνη παρουσίαζε.

Ίσως ήταν ο ψευτοεμπιστευτικός του τόνος. Εκείνη κυλίστηκε, τα στήθια της ζάρωσαν στο άχυρο και του χαμογέλασε. Πήγε στο διάδρομο και της έφερε κάμποση από την ειδική τροφή που προοριζόταν για τα άρρωστα ζώα. Όλα αυτά ήταν βάναυσα, για περισσότερους λόγους από όσους τολμούσε να σκεφτεί.

Στο επόμενο χώρισμα τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα. Ήταν εκείνο όπου είχε δει πριν... την κοπέλα. Αυτήν που είχε αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αυτήν που τον είχε δέσει σε αυτόν τον κόσμο.

Μπορεί να υπάρχει μια Ιολάνθη εδώ!

Έριξε μια ματιά στις οδηγίες πριν επιχειρήσει τη... βουτιά. Η αγελάδα ήταν στην εποχή της κι έπρεπε να οδηγηθεί σε ένα ταύρο για ζευγάρωμα. Το εγχειρίδιο περιείχε, όπως διαπίστωσε κι ένα σχέδιο με τους χώρους της αποθήκης, έτσι ήξερε που να την πάει. «Είναι απαραίτητο να παρευρίσκεται κάποιος στο ζευγάρωμα» τόνιζαν αυστηρά οι οδηγίες, «και να σημειωθεί ο ακριβής χρόνος της συνουσίας, έτσι ώστε να μπορεί μετά ο ταύρος να περπατήσει».

Ο Χιτς έκανε το τελευταίο βήμα και κοίταξε μέσα, με το σφυγμό του να χτυπάει τρελά. Δεν ήταν η Ιολάνθη.

Μα φυσικά δεν ήταν η Ίο. Είχε δει πριν μέσα στο χαμηλό φωτισμό ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά και το μυαλό του είχε πάει στην άλλη κοπέλα με μαύρα μαλλιά που γνώριζε στη πατρίδα του. Εξάλλου έμοιαζαν και τα ονόματά τους - το ερεθισμένο πέος του είχε καρφώσει την εικόνα της στη φαντασία του.

Αυτή εδώ ήταν χρονιάρικη - αν αυτή είναι η σωστή περιγραφή! Με ανθρώπινους όρους, περίπου δεκάξι χρονών. Τα στήθια της ήταν λεία και σφιχτά, οι γοφοί της λεπτοί αλλά καλοφτιαγμένοι. Βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω, βγάζοντας κάτι αδύνατα τσιρίγματα ανυπομονησίας. Τα ίσια μαλλιά της, χυτά, μαστίγωναν το κορμί της μόλις έστρεφε το κεφάλι της. Αν και δεν ήταν η Ιολάνθη, ήταν ωστόσο ένα εκπληκτικά ελκυστικό δείγμα με βάση τις προτιμήσεις του - ίσως επειδή ήταν όλο φλόγα, Οι άλλες συγκριτικά δεν ήταν παρά... αγελάδες.

Βεβαίως μια γυναίκα στις μέρες της σίγουρα θα είχε σεξ -απίλ. Ορίστε λοιπόν τι απαιτούσε η κατάσταση: ζευγάρωμα.

Την έλεγαν φυσικά Ιότα. Ο κτηματίας είχε αναφερθεί ειδικά σε αυτήν κι ο Χιτς είχε κάνει τη σύνδεση, υποσυνείδητα τουλάχιστον, τη στιγμή που την αντίκρισε για πρώτη φορά. «Εντάξει, Ιότα, ήρθε ο καιρός για μια εμπειρία που ποτέ δε θα ξεχάσεις», είπε.

Γύρισε και τον κοίταξε. Οι μαύρες κόρες των ματιών της φάνηκαν να λάμπουν. Με ένα πήδημα κόλλησε στη σανίδα, με τα στητά νεανικά στήθια της να σαλεύουν μυτερά, η ανάσα της έγινε γρήγορη, σαν να την προκάλεσε αυτός. Μπορούσε, μπορούσε να είναι...

Μια νεότερη έκδοση της Ιολάνθης;

Κάποιοι διακοσμικοί παράλληλοι συμπίπταν, αλλά όχι. Ιολάνθη, Ιότα - Ίο κι οι δυο, σαν να ήταν αδερφές ή και κάτι περισσότερο. Η Ιολάνθη μπορεί και να της έμοιαζε στα δεκάξι της.

Κουταμάρες! Ήταν μονάχα ένα νοητικό φαινόμενο, κάτι που είχε αγκυροβολήσει στη λαχτάρα του. Χιλιάδες εκατομμύρια κοπέλες φαίνονταν σαν κι σαν κι αυτή στην ηλικία της.

Είχε ένα καθήκον να επιτελέσει. Θα το έκανε.

«Ήσυχα κοπέλα μου! Πήγαινε λίγο πίσω για να ανοίξω την πόρτα. Εγώ και εσύ θα πάμε στον ταύρο».

Σαν απάντηση εκείνη οπισθοχώρησε κοιτάζοντάς τον άγρυπνα από το βάθος. Ξεμαντάλωσε την πόρτα - παράξενο που όλες οι κοπέλες ήταν τόσο χαζές και δεν μπορούσαν να ανοίξουν τις τόσο εύκολες κλειδαριές, παρόλο που επανειλημμένα είχαν δει πως άνοιγαν - και προχώρησε μέσα με το καπίστρι.

Ξαφνικά βρέθηκε πάνω του, το λυγερό κορμί της να πιέζει το μέτωπό του, τα μπράτσα της κολλημένα στο στήθος του, η λεκάνη της να αναπηδά στους βουβώνες του, μια αλάνθαστη κίνηση. Εντάξει, ήταν η εποχή του οργασμού - τον είχε περάσει για ταύρο!

Κι εκείνου του άρεσε, καθώς και ο δικός του σωματικό ερεθισμός ανταποκρινόταν στις κινήσεις της. Κάποια τελευταία γεγονότα είχαν μεγαλώσει τις ανησυχίες που είχε για τον ανδρισμό του - ας το πούμε έτσι, κατ' ευφημισμόν. Τι διαφορά θα είχε για τον ιδιοκτήτη της, ποιος θα την πηδούσε; Αυτό που ζητούσαν ήταν το γάλα της, όταν θα ξαλάφρωνε. Και όλο αυτό το ηλίθιο σύστημα θα κατέρρεε όταν θα έρχονταν τα στρατεύματα της Πρώτης - Γης - οι αποστολείς του νόμου και της τάξης. Το πιθανότερο ήταν ότι δεν θα ξανάβγαζε γάλα πια.

Την κοίταξε μες τα μάτια και διάβασε τη λαγνεία της. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τόσο ανάγλυφη την λαχτάρα μιας γυναίκας. Δεν είχε λογική, μονάχα μια πεινασμένη μήτρα.

Στο κάτω - κάτω ήταν ένα ζώο, όχι μια ανθρώπινη ύπαρξη. Η συνουσία μαζί της θα σήμαινε κτηνοβασία' η σκέψη αυτή τον συγκρατούσε, παρόλο που το πέος του σκιρτούσε καθώς το πίεζε ανυπόμονα το αιδοίο της.

«Φύγε μακριά μου!» φώναξε, σπρώχνοντας την βίαια στην άκρη. Θεέ μου! Είχαν επιβάλλει σε γυναίκες το βιολογικό κύκλο των ζώων, αντί για την ανθρώπινη περιοδικότητα. Για να ελέγχουν την παραγωγικότητα, χωρίς αμφιβολία, και να τις εμποδίζουν να κουράζονται σε ακατάλληλο χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο δεν υπήρχαν ορμές όταν απουσίαζαν τα αρσενικά, εκτός από εκείνες τις λίγες μέρες του χρόνου, ή και περισσότερο, γινόταν πλέον ανυπόφορη.

Η κοπέλα έγειρε στον τοίχο με δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της. Πρόσεξε ότι οι συγκινήσεις της ήταν ανθρώπινες, παρόλο που το μυαλό της ήταν ανύπαρκτο. Αντέδρασε όμως πολύ έντονα όταν είδε να την απορρίπτουν, αλλά στερούνταν λογικής για να ελέγξει ή να κρύψει τα αισθήματά της.

Της είχε φερθεί πολύ σκληρά. «Ηρέμησε, Ιότα. Δεν εννοούσα να τα βάλω μαζί σου. Δεν τα έβαλα μαζί σου». Όχι - είχε φωνάξει, μες από τους κόσμους εναντίον της Ιολάνθης, που τόσο καιρό τον έβαζε σε πειρασμό. Αλλά όσο κι αν τον ερέθιζε, ποτέ δεν τον είχε ικανοποιήσει. Η διαφορά ήταν ότι τώρα αυτός ήταν εκείνος που αποφάσιζε, αναλαμβάνοντας να σταματήσει το αχαλίνωτο θύμα, το οποίο δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του συμπεριφερόταν έτσι.

Τον κοίταζε αβέβαια με το πρόσωπό της μουσκεμένο δάκρυα. Εκείνος σήκωσε το χαλινάρι και της το έδειξε. «Πρέπει να σου το φορέσω και να σε πάω στον ταύρο. Αυτό είναι όλο. Καταλαβαίνεις;»

Εκείνη τον κοιτούσε πάντα διστακτική. Πως μπορούσε να καταλάβει; Ήταν ένα ζώο. Ακολουθούσε μονάχα τον τόνο της φωνής της.

Τα ζώα εδώ ήταν απίστευτα ηλίθια, αν λάβουμε υπόψη μας την ανθρώπινη καταγωγή τους. Ήταν ολοφάνερο ότι τα είχαν καταντήσει έτσι παθητικά χρησιμοποιώντας κάποια μορφή βίας. Ναρκωτικά ίσως - τα παξιμάδια μπορεί να περιείχαν καμιά γερή δόση. Πιθανόν τα περισσότερα από αυτά να σταματούσαν στο τέλος ακόμη και να σκέφτονται' ήταν ευκολότερο γι' αυτά να ακολουθούν. Αλλά τι γινόταν με τις μικρές; Ο μεταβολισμός τους μπορεί να είχε μεγαλύτερα αποθέματα, ιδίως όταν σήμαινε για τα ζώα πως άρχιζαν να είναι ικανά για σεξουαλικό έρωτα. Κι οι χυμοί τους ήταν παντοδύναμοι, ορμητικοί. Σε αντιστάθμισμα ίσως;

Και κάτι ακόμη: Ας υποθέσουμε ότι ένα άτομο πετύχαινε κάποια στιγμή να αποτινάξει αυτό που καταργούσε τη νοημοσύνη. Θα άρχιζε τότε να διαμαρτύρεται;

Και ποια ήταν η απάντηση της κάθε τυραννίας στην ανταρσία; Η ξύπνια αγελάδα θα κρατούσε το στόμα της κλειστό, τουλάχιστον μέσα στο στάβλο. Θα συμμορφωνόταν. Η ζωή της κρεμόταν από αυτό.

Ίσως η Ιότα να μην ήταν εντελώς ηλίθια. Ίσως συμπεριφέρεται όπως ακριβώς θέλουν, φροντίζοντας να κρύβει όσα γνωρίζει. Και, γαμώτο, ήταν ακόμα ελκυστική με τον πρωτόγονο τρόπο της.

Τον παρατηρούσε με εκείνη την υπερφυσική της ετοιμότητα, και τώρα τον πλησίαζε ξανά, προσεκτικά.

Της πέρασε το χαλινάρι στους ώμους και έκανε ένα κύκλο γύρω της για να δέσει τα λουριά. «Μπορείς να μιλήσεις;» ψιθύρισε στο αυτί της, από το φόβο μήπως τον άκουγε κανείς. Αμφέβαλλε αν υπήρχαν κρυμμένα μικρόφωνα - κάτι τέτοιο δεν θα ήταν οικονομικά εφικτό από μια τέτοια καθυστερημένη τεχνολογία - αλλά μπορεί να υπήρχαν κοντά τους άλλοι εργάτες του κτήματος.

Σήκωσε τα χέρια της για να τον διευκολύνει στο δέσιμο. Μια μπούκλα από τα μαλλιά της τυλίχτηκε στον αριστερό της ώμο και κάτω από το αριστερό βυζί της. Δεν είχε και τόσα λίγα προσόντα, όσα νόμιζε στην αρχή. Απλώς είχε εγκλιματιστεί στον τερατώδη κόσμο των γαλακτοπαραγωγών ζώων. Ήταν καθαρή, εκτός από τα πόδια της, κι άφηνε μια ερεθιστική μυρωδιά γυναίκας γύρω της.

«Μπορείς να μιλήσεις, Ιότα!» της ψιθύρισε επιτακτικότερα. «Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω».

Ζωήρεψε όταν άκουσε το όνομά της. Η ανάσα της έγινε ξανά γοργή. Έβαλε τα χέρια της γύρω από τους ώμους του και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Τα μάτια της ήταν μεγάλα και η ίριδα μαύρη στο φως. Αλλά ούτε χαμογέλασε, ούτε μίλησε.

«Μπορείς να με εμπιστεύεσαι, Ιότα», είπε. «Δος μου μονάχα κάποιο σημάδι, μια ένδειξη ότι δεν είσαι...»

Έκλεισε τα χέρια της με χάρη γύρω από το λαιμό του και τον τράβηξε κοντά της. Ξανά τα στήθια της τον άγγιξαν. Ξανά τα μπούτια της τρίφτηκαν στα δικά του. Η γυναικεία μυρωδιά έγινε εντονότερη.

Μήπως προσπαθούσε να του δείξει ότι καταλάβαινε ή ήταν απλώς μια διακριτική σεξουαλική προσφορά;

Και ποια η διαφορά;

Είχε δέσει εδώ και πολλή ώρα τα λουριά αλλά τα μπράτσα του ήταν ακόμη γύρω της. Γλίστρησε τα χέρια του πάνω στην απαλή πλάτη της, κάτω στη λεία ραχοκοκαλιά της, πάνω στους γλουτούς της. Εκείνη ανταποκρίθηκε και κόλλησε πάνω του με μεγαλύτερη ακόμα παραφορά.

Τι διάβολο!

Ο Χιτς έριξε μια ματιά γύρω του. Δεν υπήρχε κανείς στο στάβλο, εκτός από αγελάδες στα ειδικά χωρίσματα. Την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του, σπρώχνοντάς την ταυτόχρονα μέσα, στο χώρο της. «Εντάξει θέλεις να ζευγαρώσεις» μουρμούρισε.

Την ακούμπησε πάνω στα άχυρα. Εκείνη αφηνόταν πρόθυμα στα χέρια του. Γονάτισε μπρος από τα ανοιγμένα σκέλια της, ξέσφιξε τη ζώνη του και κατέβασε το παντελόνι του. Έπειτα, ανήμπορος να κρατηθεί άλλο άγγιξε με το αριστερό τους χέρι το αιδοίο της κι έπαιξε με τα χείλια του.

Ήταν κάθυγρο και ζεστό. Τράβηξε πάλι το  χέρι του, πάνω στα νεφρά του αυτή τη φορά, στηρίζοντας με το δεξί το βαρύ κορμί του που κατέβαινε. Κατευθύνθηκε προς την καυτή σχισμή και ... μπήκε μέσα της βαθιά. Προσπάθησε να τη φιλήσει αλλά έτσι που ήταν τοποθετημένο το κορμί του δεν μπορούσε και εκείνη φάνηκε να μην καταλαβαίνει. Μήπως και δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα την ευκαιρία να μάθει τι ήταν φιλί;

Περίμενε μια άμεση, εκρηκτική κορύφωση, αλλά απογοητεύθηκε. Η Ιότα είχε έναν πραγματικά ευρύχωρο κόλπο. Δεν μπορούσε να φτάσει ούτε στον πάτο του πηγαδιού ούτε να τριφτεί στα τοιχώματά του. Κατάλαβε αργοπορημένα ότι διάλεγαν τις αγελάδες γιατί εκ φύσεως ζευγαρώνουν και γεννούν γρήγορα. Είχε μπει τόσο εύκολα μέσα της χωρίς να συναντήσει καμιά αντίσταση, κανένα εμπόδιο.

Και με τη στάση που είχε πάρει τώρα δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ήταν σαν να χόρευε μόνος του σε μια τεράστια αίθουσα χορού.

Κι αυτή ξαπλωμένη εκεί, άβουλη, περίμενε από εκείνον να προχωρήσει.

Νευρίασε, τραβήχτηκε, ξαναβυθίστηκε, ξαναβγήκε και ξαναβούτηξε με το σπαθί του να χτυπάει μονάχα φαντάσματα.

Ένιωσε το όπλο του να χαλαρώνει. «Σκύλα», είπε.

Αλλά δεν ήταν η εικόνα του βοοειδούς ή του κυνοειδούς που αδυνάτιζε τον ανδρισμό του. Απλώς δεν μπορούσε να κάνει έρωτα με ένα χαζό, άμυαλο γελάδι.

Τον κοίταξε επιτιμητικά καθώς είχε σηκωθεί και ντυνόταν, αλλά εκείνον λίγο τον ένοιαζε. «Σήκω ζώο! Αφού θέλεις ταύρο θα τον έχεις».

Σηκώθηκε και αυτός, έπιασε το λουρί του χαλιναριού και την τίναξε μπροστά. «Προχώρα», είπε απότομα. Εκείνη κουνήθηκε. Υπήρχε, φαίνεται, ένα κόλπο να χειρίζεσαι τα ζώα, κι η ανάγκη τον είχε κάνει να το βρει. Γινόταν ένας πεπειραμένος εργάτης φάρμας.

Προχωρούσαν μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους για το στάβλο του ταύρου. Εκείνη τραβούσε το λουρί και προσπαθούσε να μπει σε πλαϊνά περάσματα. Είχε ξεχάσει κιόλας την αποτυχία του επεισοδίου που είχε γίνει πριν λίγο. Ήταν φανερό πως δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ πριν σε αυτό το μέρος της αποθήκης, και διαπίστωνε από αυτό ότι η περιέργεια της δεν είχε εξαφανιστεί μαζί με την νοημοσύνη της. Ήταν ηλίθια, σίγουρα' αλλιώς δεν θα είχε αποτύχει μαζί της.

Δεν ήξερε πολλά από λοβοτομές, αλλά δεν έβλεπε να της έχει γίνει τίποτε τέτοιο. Αλλά με ποια τεχνική...

Ο ταύρος ήταν ένας γιγαντόσωμος τριχωτός άντρας, με πυκνά γένια. Τα πόδια και τα χέρια του ήταν γεμάτα ξεφλουδισμένους κάλους, ενώ η κοιλιά του γεμάτη βρωμιά. Το τεράστιο πέος του σηκώθηκε σαν γερανός μόλις αντίκρισε την Ιότα, και τινάχτηκε αναμμένος πάνω κάτω στο μεγάλο στάβλο του. Μονάχα το γερό διπλό χαλινάρι και ο κρίκος με την αλυσίδα γύρω από το λαιμό του, που ήταν δεμένη σε ένα δοκάρι, συγκρατούσε τα άγρια χτυπήματά του. Βρωμούσε κάτουρο.

Ο Χιτς έλυσε την Ιότα και την έσπρωξε μέσα. Ήθελε ο ταύρος να σβήσει κάθε ίχνος ενοχής από τη δική του αποτυχημένη προσπάθεια.

Εκείνη απότομα δίστασε, Στάθηκε απέναντί του, αλλά εκτός βολής, από τον άντρα - τέρας που περίμενε με την φοβερή του στύση μουγκρίζοντάς της και κουνώντας δυνατά το σκληρό πέος του. Δεν τον φοβόταν, παρόλο που ο όγκος του ήταν διπλάσιος από το δικό της' απλώς δεν ήξερε πώς να προχωρήσει μπροστά σε τόση σάρκα.

Έκανε ένα μικρό βήμα. Έπειτα οπισθοχώρησε. Του έκανε νάζια, τον προκαλούσε! Ο Χιτς ένιωσε ξαφνικά συμπάθεια για τον ταύρο, τον κατανοούσε απόλυτα.

«Ηλίθιο πειραχτήρι, προχώρα!» της φώναξε.

Εκείνη τρομαγμένη προχώρησε.

Ο ταύρος την έφτασε και την άρπαξε από τον έναν ώμο χρησιμοποιώντας και τα πέντε δάχτυλα του χεριού του, όπως είχε δει ο Χιτς τις αγελάδες να αρπάζουν τα παξιμάδια. Η Ιότα στροβιλίστηκε από την ορμή του και έχασε την ισορροπία της, κι ο ταύρος την άρπαξε από το μπούτι και την έσυρε πίσω, πάνω σε ένα τελάρο. Την τράβηξε με δύναμη και γυρίζοντάς την ανάσκελα έμπηξε το επιβλητικό πέος του στη στενή σχισμή της, σπρώχνοντάς το ξανά και ξανά με τέτοια μανία που η κοιλιά της δίπλωνε σε κάθε σπαθιά.

Αυτό ήθελε, λοιπόν! Μια τέτοια μεταχείριση. Την προσπάθεια του Χιτς ούτε που την είχε νιώσει καν! Θα πρέπει να την είχε πάρει για δοκιμαστική επιθεώρηση.

Μετά η Ιότα κατρακύλησε στο πάτωμα, ζαλισμένη από την σεξουαλική σφοδρότητα, αλλά καθόλου αξιολύπητη. Ήταν η εποχή της, στο κάτω - κάτω, και τώρα που είχε ανακαλύψει τι σήμαινε αυτό, της άρεσε. Κειτόταν ξαπλωμένη στα άχυρα, χαμογελώντας, με σηκωμένα τα πόδια, παρόλο που ο Χιτς ήταν σίγουρος ότι σύντομα θα υπέφερε από εσωτερικούς κι εξωτερικούς μώλωπες. Τι θέαμα!

Το κτήνος ξαναβρέθηκε πάνω της, αυτή τη φορά από μπροστά δαγκώνοντας τα βυζιά της προσπαθούσε να πάρει θέση για άλλη μια επίθεση. Το όργανό του γλιστρούσε υγρό, σηκωμένο ακόμα.

«Πάρε τη δαμάλα από 'δω» φώναξε κάποιος, κι ο Χιτς ξαφνιάστηκε. Ήταν ένας άλλος εργάτης. «Θέλεις να ξεκάνεις τον καλύτερό μας επιβήτορα;»

Ο Χιτς έτρεξε μέσα, προσέχοντας τον ταύρο, κι άρπαξε το μπράτσο της Ιότα που ήταν απλωμένο χωρίς δύναμη. Ήταν ολοφάνερο ότι με ευχαρίστηση θα δεχόταν οποιαδήποτε τιμωρία της επέβαλλε το πλάσμα. Μια γιρλάντα από άσπρο κολλώδες υγρό έτρεξε από το πέος του ταύρου καθώς έκανε την τελευταία του προσπάθεια να φτάσει τον απομακρυνόμενο στόχο.

Τότε ο Χιτς έσυρε την Ιότα στο πάτωμα, μέχρι που έφτασαν σε σημείο που να μην μπορεί να τη φτάσει το τέρας, και την έστησε στα πόδια της. Ήταν ακόμα ζαλισμένη ενώ της περνούσε το χαλινάρι. Δεν ενοχλήθηκε όταν τα λουριά σφίχτηκαν πάνω στις βαθιές δαγκωματιές του στήθους της.

Ο άλλος εργάτης τον κοίταξε την ώρα που έφευγαν, αλλά δεν είπε τίποτε. Όλα ωραία!

Είχαν φτάσει στα μισά του δρόμου της επιστροφής, όταν ο Χιτς θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει να γράψει τον «χρόνο συνουσίας» του ταύρου στον πίνακα που υπήρχε στο στάβλο. Αποφάσισε να μη το διακινδυνεύσει κι άλλο γυρίζοντας πίσω για ένα λάθος. Εξάλλου ο ταύρος φαινόταν να έχει αρκετές δυνάμεις ακόμη.

Η Ιότα ήταν απίστευτα ευτυχισμένη όταν έφτασαν στο χώρισμά της, παρόλο που στο πόδι της υπήρχε λίγο πηγμένο αίμα. Αρα, πρέπει να είχε υπάρξει υμέναιος... Τέλος πάντων, τώρα είχε ικανοποιηθεί και ηρεμήσει και δεν ήταν πια μια παρθένα δαμάλα.

Υπήρχε πρόβλημα στο τελευταίο χώρισμα. Είχε τόσο πολύ ασχοληθεί με τις πρωταρχικές δουλειές του προγράμματος ώστε δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει παρακάτω και τώρα λυπόταν για αυτό. Είχε μόλις παρευρεθεί σαν αυτόπτης μάρτυρας, σύμφωνα με τις οδηγίες σε ένα ζευγάρωμα και τώρα η επόμενη αγελάδα γεννούσε.

Ήταν ξαπλωμένη στο πλάι και κλαψούριζε καθώς το κορμί της αγωνιζόταν. Υπήρχε κάτι αστείο στη γλώσσα της, που πρόβαλλε μες από τα δόντια της. Μήπως υπήρχε κάποια φυσική αιτία που αυτά τα ζώα δε μιλούσαν; Το μοσχαράκι είχε ήδη βγάλει το κεφαλάκι του' τα μαλλιά του ήταν μαύρα σαν εκείνα της μάνας του. Ο Χιτς σκέφτηκε ότι όλα τα μωρά γεννιούνται φαλακρά. Όλα τα ανθρώπινα μωρά...

Έπρεπε να καλέσει βοήθεια; Ο ίδιος δεν ήταν μαιευτήρας!

Αλλά τότε θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί δεν το 'χε κάνει νωρίτερα, και δεν είχε άλλες δικαιολογίες παρά την απροσεξία του και τις προσωπικές του ερωτοδουλειές. Καλύτερα λοιπόν να έμενε μόνος του.

Παράξενο, σκέφτηκε, πως κάποιος μπορεί να συνεργήσει σε κάτι κι ας μην το θέλει. Παρόλο που τούτη η αγελάδα βασανιζόταν δεν ήταν στην πραγματικότητα δικό του πρόβλημα κι ανήκε κυριολεκτικά σε έναν άλλο κόσμο, ωστόσο έπρεπε να κάνει ότι μπορούσε γι' αυτήν. Οι δραστηριότητες αυτού του κτηνώδους στάβλου αυτή την ώρα είχαν μεγάλη σπουδαιότητα γι' αυτόν. Ακόμη και οι πιο απωθητικές όψεις τους τον γοήτευαν. Αντιπροσώπευαν μια άμεση προσωπική όσο και διανοητική πρόκληση.

Καθώς η αγελάδα πάλευε να ξεφορτωθεί το ογκώδες φορτίο, ο Χιτες ξεφύλλισε νευρικά το εγχειρίδιο. Ωραία... το κοπάδι ήταν γενικά ανθεκτικό και σπάνια απαιτούνταν περισσότερη από τη συνηθισμένη επίβλεψη στους τοκετούς. Σημάδι κινδύνου; Όχι, κανένας από τους λόγους συναγερμού που αναφέρονταν στο βιβλίο, δεν υφίστατο. Ήταν μια φυσιολογική γέννα.

Οι οδηγίες όμως τόνιζαν τη σπουδαιότητα της μετακίνησης του νεογέννητου μοσχαριού αμέσως και τη μεταφορά του σε ένα είδος βρεφοκομείου για τα παρακάτω. Δεν δινόταν καμιά ευκαιρία στη μητέρα να το γλείψει, να το θηλάσει ή να αναπτύξει οποιοδήποτε άλλο δεσμό.

Κι ο πατέρας; Κι ο παρατηρητής - όποιος κι αν ήταν αυτός - με το ελάχιστο ίχνος ανθρωπιάς; Ήταν σαν να είχε ο ίδιος γκαστρώσει την αγελάδα και τώρα ξεπρόβαλλε ο γόνος του. Είχε αποτύχει με την Ιολάνθη, είχε αποτύχει με την Ιότα, αλλά υπήρχε ακόμη κάτι να δοκιμάσει. Κάτι να σώσει από τη συμφορά αυτού του κόσμου.

Η αγελάδα ανασηκώθηκε πάλι, και λίγο ακόμη και μετά φάνηκε το θολωμένο μοσχαράκι. Υπήρχαν κηλίδες αίματος στο άχυρο, αλλά το εγχειρίδιο βεβαίωνε ψυχρά πως ήταν φυσιολογικό. Ήθελε κάτι να κάνει, ήξερε πως το καλύτερο που μπορούσε ήταν να μην ανακατευτεί. Ήταν βέβαιος τώρα ότι καμιά ανθρώπινη γυναίκα δεν θα μπορούσε να γεννήσει τόσο γρήγορα χωρίς αναισθητικό ή φαρμακευτική βοήθεια. Σε κάποια πράγματα τα ζώα ήταν τυχερά, όχι βέβαια πως αυτό δικαιολογούσε τίποτε. Εκείνος ο μεγάλος χαλαρός κόλπος...

«Τι γίνεται εδώ;»

Ο Χιτς αναπήδησε. Η φωνή πίσω του ήταν του ιδιοκτήτη. Για έμπειρος εξερευνητής είχε φανεί ασυγχώρητα απρόσεκτός. Δύο φορές κιόλας, είχαν έρθει κάποιοι χωρίς να το καταλάβει.

«Γεννάει», του απάντησε. «Ρουτίνα, κι έτσι δεν...»
«Σ' αυτό το αχούρι;» ρώτησε ο άλλος νευριασμένα.
Του είχαν σηκωθεί οι τρίχες. Ο Χιτς φαινόταν άσχετος. «Πάνω στο αχυρόστρωμα;»
Ωχ - μάλλον είχε παραλείψει μια παράγραφο. «Σας είπα ότι πάει καιρός που... στην άλλη φάρμα δεν είχε μέρη ειδικά για...»

«Η φάρμα εκείνη θα παραβίαζε το νόμο, κι ας μην αναφέρουμε και τις σχετικές διατάξεις της δικονομίας». Ο ιδιοκτήτης είχε ήδη μπει στο στάβλο κι είχε κάτσει δίπλα στην αγελάδα που υπόφερε. «Έγινε λάθος, Εσμεράλδα», είπε ευγενικά. «Ποτέ δεν εννοούσα να σε πετάξω εδώ πέρα. Είχα φτιάξει μια παράγκα ειδικά για να γεννήσεις, με φρέσκο καθαρό άχυρο και μαξιλαράκια...»

Της χάιδεψε τα μαλλιά, τη χτύπησε ανάλαφρα στον ώμο και το ζώο ηρέμησε λογάκι. Ήταν φανερό, αναγνώρισε τον ευγενικό κύριό της. Πιθανόν πήγαινε ο ίδιος ταχτικά στους στάβλους για να δίνει κουράγιο στα ζώα, και τα φιλεύει με κομμάτια ζάχαρη. «Σε ένα λεπτό θα σου κάνω μια ένεση να σταματήσει ο πόνος, αλλά όχι τώρα αμέσως. Θα τελειώσουμε πρώτα τη δουλειά μας κι ύστερα θα πάρεις έναν υπνάκο. Είσαι πολύ καλή. Είσαι η καλύτερή μου. Όλα θα πάνε καλά, αγαπούλα μου!»

Ο Χιτς αντιλήφτηκε ένα περίεργο μίγμα συναισθημάτων που δεν ήταν όλα ψεύτικα. Ο κτηματίας ενδιαφερόταν στα αλήθεια για την άνεση και την καλοπέραση των ζώων του. Ο Χιτς είχε βγάλει πρόχειρα το συμπέρασμα ότι η κτηνωδία ήταν αναπόφευκτο επακόλουθο της υποβάθμισης των ανθρώπινων πλασμάτων. Η αλήθεια όμως να λέγεται, δεν είχε δει καμία αγριάδα' όλη η φάρμα ήταν φτιαγμένη για να προσφέρει το μάξιμουμ άνεσης, εναρμόνισης με την αποδοτικότητα, που μπορούσε να παρέχει τούτη η ξεπερασμένη τεχνολογία. Μήπως είχε κρίνει λάθος την κατάσταση;

Με τις σίγουρες φροντίδες του ιδιοκτήτη γρήγορα το μοσχαράκι βγήκε ολόκληρο. Ο άντρας σήκωσε ψηλά το παιδί - ένα κοριτσάκι - και το χτύπησε στα πισινά, προτού κόψει και δέσει τον ομφάλιο λώρο. «Νάτο», είπε στο Χιτς, «πήγαινέ το στο βρεφοκομείο».

Ο Χιτς βρέθηκε με ένα μωρό στην αγκαλιά!

«Όλα εντάξει, Εσμέ;» είπε ο ιδιοκτήτης στην αγελάδα με χαμηλή και φιλική φωνή. «Ας φροντίσουμε τώρα τη μαμά! Έλα - θα σου κάνω την ένεση που σου υποσχέθηκα. Θα σε τσιμπήσει λίγο, για ένα δευτερόλεπτο. Ακίνητη - ωραία! Σύντομα θα νιώσεις καλύτερα. Ηρέμησε, σε ένα λεπτό θα κοιμάσαι. Και σε λίγες μέρες θα γυρίσεις στο κοπάδι σου. Είσαι η καλύτερη από όλες». Κοίταξε τον Χιτς που στεκόταν ακόμα εκεί. «Κουνήσου φίλε! Θέλεις λοιπόν να το δει;»

Ο Χιτς προχώρησε. Δεν ένιωθε και πολύ άνετα κουβαλώντας ένα μωρό, που πριν από λίγο ήταν αποφασισμένος να το βοηθήσει με κάποιο τρόπο, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Οι κραυγές του, καθόλου δυνατές (μήπως τους μαθαίνουν κι αυτό;) κόπασαν αμέσως λες κι ένιωσε ανακούφιση στην ανθρώπινη αγκαλιά, κι ευτυχώς γιατί αλλιώς θα τραβούσε την προσοχή της μητέρας του. Αλλά αυτή η τόσο γρήγορη απομάκρυνση του παιδιού από τη μάνα του, έτσι που ποτέ του να μη μπορούσε να γνωρίσει μια αληθινή οικογένεια - αυτός πως μπορούσε να το ανεχτεί; Παρόλα αυτά συνεργαζόταν, κουβαλώντας το μες από σκοτεινά μέρη στο βρεφοκομείο.

Το γεγονός, ότι είχε παρευρέθη στη γέννησή τους δεν τον καθιστούσε υπεύθυνο για όλα αυτά, από τεχνικής πλευράς τουλάχιστον - αλλά το παιδί του το είχαν δώσει εκείνου να το φροντίσει, κι αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου. Η προηγούμενη διάθεσή του ξαναγύρισε, με μεγαλύτερη ένταση' πράγματι, ένιωθε υπεύθυνος.

«Θα σε φροντίσω, κοριτσάκι μου», είπε. «Θα σε προφυλάξω. Θα...» Μιλούσε σαν υποκριτής. Υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα που μπορούσε να κάνει για το μωρό, εκτός από το να πάει στο βρεφοκομείο. Δεν είχε ιδέα ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που χρειαζόταν ένα παιδί. Και... δεν ήταν πια σίγουρος, ότι αν είχε την ευκαιρία, θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.

Πριν ήταν έτοιμος να καταδικάσει τελείως ολόκληρο αυτόν τον κόσμο, αλλά μπροστά στα τελευταία γεγονότα δεν ήταν πια σίγουρος για τίποτε. Παράξενο. Το ζευγάρωμα και το άρμεγμα των ανθρωπίνων πλασμάτων ήταν φοβερό χτύπημα - αλλά ήταν πράγματι κακό; Η πρώτη αναφορά είχε επισημάνει μια παράξενη ειρήνη σε αυτήν την εναλλακτική Γη. Οι αναλύσεις των κομπιούτερς υποδήλωναν ότι εδώ δεν υπήρχε πόλεμος, κι ούτε είχε γίνει εδώ και πολύ καιρό. Κι αυτό ήταν ένα αίνιγμα του 772.

Τι ήταν προτιμότερο; Να έχεις μια κοινωνία ειρηνικά ενωμένη με μια σαφέστατη διάκριση των λειτουργιών - άνθρωποι εναντίον ανθρώπων-ζώων - ή να έχεις άτομα γεννημένα να αγωνίζονται τόσο εγωιστικά για το καλό της ανθρωπότητας καταφέρνοντας τελικά να γίνονται χειρότεροι από τα ζώα; Η Πρώτη - Γη αντιμετώπιζε τον πραγματικό κίνδυνο της αυτοεξόντωσης' κι αυτό το σύστημά της ήταν το σωστότερο να επιβληθεί και σε όλους τους άλλους εναλλακτικούς κόσμους.

Ο 722 είχε πράγματι και τη θετική πλευρά του. Οικονομικά πήγαινε καλά, και, πιθανόν, ποτέ δεν θα είχε διατρέξει κίνδυνο πληθωρισμού ή υπερπληθυσμού ή ταξικού πολέμου. Μήπως η κατάργηση της οικογένειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του συστήματος αξιοκρατίας, της ισονομίας - μήπως όλα αυτά ήταν το κλειδί της συνεχούς παγκόσμιας ειρήνης του;

Δεν είχε δει ούτε μια δυσαρεστημένη αγελάδα.

Μήπως, παίρνοντας αυτό το μωρό από τη μητέρα του και πηγαίνοντάς το στο απρόσωπο βρεφοκομείο, στην πραγματικότητα του έκανε τη μεγαλύτερη χάρη της ζωής του;

Αναρωτιόταν.

Το βρεφοκομείο τον εξέπληξε. Ήταν ένα ψυχρό ήσυχο μέρος που θύμιζε περισσότερο εργαστήριο παρά παιδότοπο, όπως θα περίμενε. Στο διάδρομο υπήρχαν μια σειρά σκοτεινά ντεπόζιτα. Καθώς περνούσε ανάμεσά τους άκουσε έναν αδύνατο ήχο, λες και κάποιο παιδί έκλαιγε κλεισμένο κάπου' το άκουσε και το μωρό στην αγκαλιά του και ζωήρεψε.

Ξαφνικά ο Χιτς ένιωσε ανήσυχος, αλλά πήγε βιαστικά και έδωσε το μπόγο με το μωρό στην παλιομοδίτικα ντυμένη διευθύντρια, πίσω από ένα γραφείο. «Το γέννησε η Εσμεράλδα», είπε.

«Δεν σε ξέρω», του είπε η γυναίκα κοιτάζοντάς τον βλοσυρά.

«Είμαι καινούριος. Σήμερα το πρωί έπιασα δουλειά. Το αφεντικό είναι με την μάνα του τώρα. Είπε να...»

«Αφεντικό; Τι ανοησία είναι αυτή;»

Ο Χιτς σταμάτησε αμήχανος, καταλαβαίνοντας ότι είχε χρησιμοποιήσει μια ανάρμοστη λέξη, που όπως φαίνεται δεν υπήρχε στον 772. «Ο ιδιοκτήτης, θέλω να πω. Ο άνθρωπος που...»

«Πολύ καλά», τον έκοψε απότομα. «Για να δω».

Πήρε τον μπόγο, τον έβαλε άγαρμπα πάνω στο γραφείο και τον ξετύλιξε. Έψαξε τη γενετική χώρα με τα σκληρά δάχτυλά της, αγνοώντας τις κραυγές του μωρού. Αυτή τη φορά ο Χιτς ταράχτηκε.

«Θηλυκό. Ωραία! Καμιά ανωμαλία. Μεγάλη σπατάλη τα αρσενικά!»

«Σπατάλη; Γιατί;»

Ξετύλιξε κάτι σαν γάζα κι το έκοψε. Άρπαξε ένα από τα μικροσκοπικά ποδαράκια του μωρού. «Δεν έχεις ξαναδουλέψει σε φάρμα; Από ένα ταύρο δεν μπορείς να πάρεις γάλα».

Σίγουρα όχι. Αλλά για ένα καλό ταύρο υπήρχε δουλειά, όπως είχε δείξει η εμπειρία της Ιότα. Ο Χιτς παρατηρούσε τη γυναίκα να τυλίγει τον αντίχειρα μαζί με τα υπόλοιπα δάχτυλα, σχηματίζοντας έναν επίδεσμο που έμοιαζε με σκληρό γάντι πυγμαχίας. Αρχισε να νιώθει άσχημα. Τα χέρια που δένονται έτσι στην παιδική ηλικία δεν μπορούν να λειτουργήσουν φυσιολογικά στη ζωή αργότερα. Ορισμένοι ουσιώδεις μύες θα πάθαιναν ατροφία και κάποια νεύρα δεν θα αναπτύσσονταν. Μερικοί μάλιστα έχουν πει ότι η νοημοσύνη του ανθρώπου οφείλεται στην ξεχωριστή κίνηση και χρήση του αντίχειρα.

«Δεν έχω ξαναμπλέξει με τέτοιες δουλειές», της εξήγησε χωρίς πειστικότητα. «Τι συμβαίνει με τα αρσενικά;»

«Τα σκοτώνουμε βέβαια, εκτός από λίγα που τα ευνουχίζουμε και τα κρατάμε για τις βαριές εργασίες». Είχε τελειώσει το φάσκιωμα των χεριών. Τώρα πήρε ένα νυστέρι και το κράτησε μπρος στο μικρό προσωπάκι.

Ο Χιτς υπέθεσε ότι θα έκοβε τον επίδεσμο ή θα έπαιρνε ένα δείγμα από τα μαλλιά του μωρού. Στην πραγματικότητα ούτε που τον απασχολούσε γιατί ακόμα προσπαθούσε να χωνέψει αυτά που μόλις άκουσε. Έσφαζαν όλα σχεδόν τα αρσενικά που γεννιόνταν εδώ...

Εκείνη γάντζωσε τον αντίχειρα και τον δείκτη της στα μάγουλα του μωρού, αναγκάζοντάς το να ανοίξει το στόμα του. Μετά το νυστέρι κατέβηκε, μπήκε στο στόμα, και σκάλισε κάτω από τη γλώσσα, πριν ο Χιτς προλάβει να διαμαρτυρηθεί. Ξαφνικά τα ουρλιαχτά που ξέσκισαν τα αυτιά.

Ο Χιτς κοιτούσε παράλυτος το αφρισμένο αίμα να πλημμυρίζει το μικροσκοπικό χειλάκι. «Τι...;»

«Δε θα ήθελες βέβαια να μιλάει όταν μεγαλώσει», του είπε. «Είναι εκπληκτικό από τι μπελάδες μπορεί να σε γλιτώσει ένα μικρό κοψιματάκι. Πήγαινε τώρα το μοσχαράκι εκεί κάτω, στο ντεπόζιτο εφτά».

«Δεν...» Φτάνει! Είχε δει αρκετά πια για να στηρίξει την αναφορά του. Τους έκοβαν τη γλώσσα για να μην μπορούν να μιλήσουν! Άλλος ένας προμαχώνας της διάνοιας ξεσκιζόταν άγρια.

Με τις καλύτερες προθέσεις είχε παραδώσει το μωρό σε αυτή τη βαρβαρότητα. Ένιωσε άρρωστος.

Η διευθύντρια αναστέναξε ανυπόμονα. «Εντάξει, είσαι καινούριος εδώ. Πολύ καλά! Θα σου δείξω για να ξέρεις την επόμενη φορά. Πρόσεξε να τα μάθεις με την πρώτη. Έχω πολύ δουλειά για να τα λέω δυο φορές».

Πολλή δουλειά, να ακρωτηριάζει αθώα παιδιά; Αλλά δεν μίλησε. Είχε την εντύπωση ότι ένιωσε στη δική του γλώσσα την λεπίδα.

Εκείνη πήγε το παιδί κάτω, στο ντεπόζιτο εφτά, χωρίς να δίνει σημασία στις κόκκινες στάλες που έσταζαν, και σήκωσε το καπάκι. Το δοχείο ήταν μισογεμάτο με ένα υγρό' ένα χαλινό κρεμόταν στη μια πλευρά του. Κρέμασε το παιδί σε ένα γάντζο από τον ώμο και πέρασε τα χεράκια του, τα ποδαράκια του και το κεφαλάκι σε κάτι θηλιές που τις έδεσε σφιχτά, έτσι που το κεφάλι να κρατιέται σταθερό πάνω από το υγρό. Λίγο από αυτό πιτσίλισε τον Χιτς, όταν εκείνη βύθιζε το μωρό μέσα' διαπίστωσε ότι ήταν ένα είδος χλιαρού, αραιωμένου λαδιού.

Το μωρό ούρλιαζε και χτυπιόταν. Φοβόταν ίσως το σκοτεινό εσωτερικό του δοχείου ή μπορεί και να είχε πληγωθεί από το σφιχτό δέσιμο. Αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να αφρίσει το υγρό και να πιτσιλίσει τους έξω. Το χαλινό το κρατούσε ασφαλές, αλλά κι αβοήθητο.

Η διευθύντρια κατέβασε το καπάκι, αφού έλεγξε πρώτα αν περνούσε καθαρός αέρας για να αναπνέει. Οι κραυγές του πόνου πνίγηκαν.

Ο Χιτς προσπάθησε σαν υπνωτισμένος να βρει τα λόγια του. «Εσείς... για ποιο λόγο... είναι...»

«Είναι σημαντικό να ελέγχεται το περιβάλλον», εξήγησε απότομα η γυναίκα. «Κανένα περιττό απτικό, ακουστικό ή οπτικό ερέθισμα τους πρώτους έξι μήνες. Μετά μεγαλώνουν και δεν χωράνε στα ντεπόζιτα, έτσι τα βάζουμε σε σκοτεινά κελιά. Τα τρία πρώτα χρόνια είναι κρίσιμα' μετά από αυτό το διάστημα αρχίζουμε την εκπαίδευση, παρόλο που γενικά περιμένουμε κι άλλον ένα χρόνο για να είμαστε σίγουροι. Και διατηρούμε τις πρωτεΐνες σε χαμηλά επίπεδα μέχρι τα έξι. Μετά αυξάνουμε τη δόση γιατί θέλουμε να μεγαλώσουν».

«Δεν... δεν καταλαβαίνω». Αλλά καταλάβαινε, και ήταν φοβερό. Στο μυαλό του η άσχετη αλλά υπέρ του δέοντα αποκαλυπτική εικόνα μιας κυψέλης μελισσών επέστρεφε. Οι εργάτριες μέλισσες να μεγαλώνουν στα στενά εξαγωνικά κελιά τους. Η διαίσθηση του, όταν είχε πρωτοδεί αγελάδες, επιβεβαιώθηκε.

«Μα δεν ξέρεις τίποτε;» Η πρωτεΐνη είναι η κύρια τροφή του εγκεφάλου. Οι περισσότεροι εγκέφαλοι αναπτύσσονται στα λίγα χρόνια και έτσι πρέπει να παρακολουθούμε προσεκτικά τη δίαιτά τους. Όταν μείνουν πολύ μικροί είναι πολύ ηλίθιοι ακόμη και για να ακολουθήσουν απλές διαταγές. Αλλά όταν μεγαλώσουν παραγίνονται έξυπνοι. Εδώ ανατρέφουμε καλές αγελάδες. Έχουμε θαυμάσιο ποιοτικό έλεγχο».

Ο Χιτς κοίταξε τις σειρές τα ντεπόζιτα: ποιοτικός έλεγχος. Τι μπορούσε να πει; Γνώριζε ότι σοβαρές διαιτικές ελλείψεις στην βρεφική και παιδική ηλικία μπορούσαν να διαστρεβλώσουν την πνευματική, σωματική και ψυχική ανάπτυξη του ανθρώπου. Όπως οι μέλισσες της κυψέλης έτσι και τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας αν δεν έχουν την κατάλληλη φροντίδα στη μικρή ηλικία, είναι αδύνατο μετά να τελειοποιήσουν στο έπακρο τις ικανότητές τους. Όσες μέλισσες προορίζονται για εργάτριες ανατρέφονται ιδιαίτερα με ελαττωματικό μέλι και γίνονται έντομα χωρίς φύλο, με αμβλυμμένο ένστικτο. Στις λίγες που επιλέγονται για βασίλισσες δίνεται βασιλικός πολτός και τις προσέχουν περισσότερο, ώστε να αναπτυχθούν μετά σε τέλεια σχηματισμένα έντομα. Και καθώς οι μέλισσες δεν φτάνουν σε επίπεδα υψηλής νοημοσύνης, υφίστανται τον περιορισμό στον φυσικό και σεξουαλικό τομέα ενώ τα ανθρώπινα πλάσματα πλήττονται σε εκείνο ακριβώς που αποτελεί το ιδιαίτερο γνώρισμά τους: τον εγκέφαλο. Με την κατάλληλη αγωγή το σώμα μπορεί να ξαναποκτήσει αργότερα ότι του στέρησε η αρχική έλλειψη πρωτεΐνης, αλλά το μυαλό ποτέ.

Η Π.Γ. είχε κάνει σχετικές έρευνες με σκοπό να δημιουργήσει ψηλότερα, ομορφότερα και υγιέστερα παιδιά και ενήλικες. Ο 772 χρησιμοποιούσε τα ίδια πορίσματα, για να μετατρέψει συνειδητά, γυναίκες σε αγελάδες. Δεν χρειαζόταν ούτε ναρκωτικά, ούτε χειρουργικές λοβοτομές. Και δεν υπήρχε ελπίδα για κάποιο από αυτά να διατηρήσει ή να ξανααποκτήσει τη νοημοσύνη του, μετά από τέτοια μακροχρόνια μεταχείριση, καμιά απορία λοιπόν που δεν είχε καταφέρει τίποτα με την Ιότα.

Ακουσε τα μωρά να κλαίνε. Ειρήνη, αλλά με ποιο τίμημα;

«Και κανένα από τα μοσχαράκια», της είπε καθώς έφευγε, «δεν θα μπορούσε μεγαλώνοντας να γίνει έξυπνο και ζωηρό σαν κι εμάς, αν το ανατρέφαμε κανονικά;»

«Όλα θα μπορούσαν, αλλά κάτι τέτοιο αποτελεί παράβαση του νόμου, κι εξάλλου, τότε, δεν θα έδιναν και πολύ γάλα. Στα αλήθεια περνάνε πολύ καλά εδώ' τα φροντίζουμε μόνοι μας. Κι ευτυχώς που έχουμε αναπτύξει αυτό το σύστημα. Φαντάζεσαι να χρησιμοποιούσαμε τα πραγματικά βρωμερά κτήνη στην κτηνοτροφία;»

Κι εκείνος είχε αρμέξει αυτές τις χαζές αγελάδες, είχε ερωτοτροπήσει με την Ιότα...

Φεύγοντας ένιωσε άρρωστος και στο κορμί και την ψυχή καθώς περνούσε ανάμεσα από τους θρήνους που ακούγονταν από τα ντεπόζιτα. Σε κάθε ένα τους υπήρχε κι ένα ανθρώπινο μωρό που έκλαιγε τη μοίρα του σε ένα πνευματοκτόνο περιβάλλον, στερημένο από εκείνο το ερέθισμα και την ανταπόκριση την τόσο ουσιαστική σε συνθήκες φυσιολογικής ανάπτυξης, συστηματικά κακοταϊσμένο. Καμιά υγιεινή, καμιά ανακούφιση, κανένα μέλλον - γιατί όλα τους είχαν γεννηθεί σε εκείνο το στάβλο. Σε εκείνο το στάβλο.

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι' αυτά τώρα αμέσως. Αν άρχιζε να τρέχει, σαν να τον είχε πιάσει αμόκ, ανάμεσα στα ντεπόζιτα, όπως κάποια στιγμή σκέφτηκε να κάνει, το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να εκτελέσουν τα μωρά. Και θα υπήρχαν ίσως χιλιάδες αποθήκες εκτός από αυτή. Όχι - θα χρειαζόταν γενιές ολόκληρες να αποκαταστήσουν την καταστροφή που συντελούνταν εδώ.

Καθώς περνούσε μπροστά από το ντεπόζιτο Νο 7 ξανάκουσε τη σπαραχτική κραυγή που την ήξερε. Σταμάτησε. Ήταν εκείνο το τόσο αθώο παιδί που είχε φέρει εκείνος. Το παιδί της Εσμεράλδας. Η υποχρέωσή του που την είχε αθετήσει. Η έσχατη και φοβερότερη αποτυχία.

Ένα νεογέννητο, δεμένο και ματωμένο στο σκοτάδι, που δεν θα γνώριζε ποτέ την πραγματική ελευθερία, καταδικασμένο να βιώσει όλη του τη ζωή σε ένα ζωντανό εφιάλτη... μέχρι που θα το κέρδιζε η ηδονή της ηλιθιότητας. Ξάφνου κατάλαβε τι εννοούσε η Ιολάνθη μιλώντας για την ακεραιότητα του σκοπού, πάνω από τα ισχύοντα σε κάθε επιμέρους κόσμο. Υπήρχαν όρια πέρα από τα οποία προσωπικές φιλοδοξίες και καθήκοντα έχαναν το νόημά τους.

Πήγε στο ντεπόζιτο και σήκωσε το καπάκι. Οι κραυγές δυνάμωσαν. Έψαξε με το άλλο χέρι του τον αστράγαλο του για να βρει το κρυμμένο μαχαίρι. Το έπιασε, το βύθισε στη δεξαμενή και έκοψε τα λουριά.

«Έ!» φώναξε απότομα η διευθύντρια.

Πέταξε το μαχαίρι κι αρπάζοντας το μωρό που σπαρταρούσε το έβγαλε έξω. Το τύλιξε με το πουκάμισό του κρατώντας το και με τα δυο του χέρια. Την ώρα που η επιβλέπουσα έφτασε, ο Χιτς ήταν έξω από το βρεφοκομείο, αφήνοντας πίσω του μια γραμμή από λάδι που έσταζε.

Όταν είχε πια απομακρυνθεί προσπάθησε να ισορροπήσει το μωρό στο ένα του χέρι και με το άλλο άγγιξε το κουμπί στο κεφάλι του.

Διακινδύνευε. Δεν είχε καμιά εγγύηση ότι υπήρχε ανοιχτός χώρος σε εκείνο ακριβώς το σημείο στην Πρώτη - Γη. Αλλά το έκανε.

Πέντε δευτερόλεπτα πέρασαν. Μετά ο αθέατος χειριστής τον τράβηξε στον δικό του κόσμο. Σώθηκε.

Δεν τον καλωσόρισε κανείς. Ο χειριστής είχε απλώς ευθυγραμμίσει τους διακοσμικούς συντονιστές κι είχε ανοίξει το πέπλο με τηλεκοντρόλ.

Ο Χιτς έπρεπε να γυρίσει μονάχος του στο αρχηγείο, όπου θα παρουσίαζε μια αναφορά καταπέλτη. Ο στρατός θα ξεκινούσε κάτω από τις διαταγές του, αλλά δεν ένιωθε καμιά χαρά. Εκείνα τα ντεπόζιτα...

Κρατούσε το μωρό προσεκτικά, ψάχνοντας να το ακουμπήσει κάτω για να μπορέσει να το τυλίξει καλύτερα. Δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για τι έπρεπε να κάνει, εκτός από το να το κρατήσει ζεστό. Αλλά ευτυχώς το μωρό είχε ξανακοιμηθεί, δείχνοντας του εμπιστοσύνη όπως και πριν, παρόλο που υπήρχε αίμα στα μάγουλά του. Η ακρωτηριασμένη γλώσσα...

Βρισκόταν σε ένα στάβλο. Καμιά έκπληξη, πραγματικά' οι εναλλακτικοί κόσμοι έτειναν σε σχέση ακριβούς παραλληλίας, έτσι που ένα πανομοιότυπο κτίσμα καταλάμβανε την ίδια θέση σε μια δωδεκάδα κόσμων. Υπήρχαν πολύ περισσότερες αποθήκες στον 772 από ότι στην Π.Γ., αλλά αυτό δεν εμπόδιζε την τέλεια σύμπτωση μερικών. Αυτός μες από τον οποίον περνούσε τώρα ήταν ένας παλιομοδίτικος κόκκινος στάβλος της Π.Γ. Είχε τον ίδιο περίγυρο με τον άλλο, αλλά μέσα βρίσκονταν άλογα, πρόβατα, κι ... αγελάδες.

Προχωρούσε κουνώντας το μωρό που κοιμόταν - το μωρό του! - και ρίχνοντας ματιές στις παράγκες. Πέρασε το χώρο για το άρμεγμα και μπήκε στον άδειο στάβλο, παρατηρώντας πόσο διαφορετικός ήταν για την εκτροφή ζώων. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στην περιέργεια να μπει στην ειδική πτέρυγα ξανά.

Στο πρώτο στάβλο υπήρχαν οι άρρωστες αγελάδες που μασούλαγαν τριφύλλι. Στο δεύτερο ήταν μια ζωηρή δαμάλα που τον κοίταζε καλάγαθα με τα μεγάλα αθώα μάτια της κι έγλειψε τα δόντια της με μια βουβή γλώσσα. Μήπως την είχαν τώρα ζευγαρώσει; Στον τρίτο...

Τότε ένιωσε έκπληξη. Είχε σοκαριστεί βλέποντας πόσο άγρια ο άνθρωπος μπορεί να εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο, εκεί στον 722. Δεν επρόκειτο καν για δουλειά, αλλά για τέτοια ολοκληρωτική υποδούλωση των λιγότερο τυχερών μελών της κοινωνίας ώστε καμιά αναστολή δεν προβλεπόταν για τις ... αγελάδες. Όταν άνθρωποι μετατρέπονταν ανοιχτά σε ζώα, κάθε έννοια εξέγερσης ήταν στην κυριολεξία ασύλληπτη για τους ντόπιους...

Ωστόσο τι γίνεται με τα ζώα αυτού του κόσμου, της Πρώτης - Γης; Ο άνθρωπος έχει, ίσως, τα δικαίωμα να φέρεται απάνθρωπα στον άνθρωπο - αλλά πως μπορούσε να δικαιολογήσει την υποδούλωση ενός είδους διαφορετικού από αυτόν; Τα ελεύθερα περιπλανώμενα βοοειδή είχαν έρθει με τη θέλησή τους πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, στους στάβλους των ανθρώπων, ή μήπως τα εξανάγκασαν εν είδει γενοκτονίας; Ποιο έγκλημα που δεν εξαγοράζονταν είχε διαπραχθεί εναντίον τους;

Εάν η Πρώτη - Γη προσπαθούσε να δικάσει το σύστημα Αντι - Γης, ποιο προηγούμενο θα είχε να προβάλλει; Γιατί κανένας δεν γνώριζε ποια ήταν τα όρια όλου του εναλλακτικού σύμπαντος. Ήταν πολύ πιθανόν ότι κάπου μέσα σε αυτό θα υπήρχαν κόσμοι πιο προχωρημένοι, πιο δυνατοί από την Π.Γ. Κόσμοι με τη δύναμη να εξαφανίσουν τα θηλαστικά, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού του ανθρώπου, από τη Γη, αφήνοντας την κυριαρχία στα πουλιά, τα φίδια και τους βατράχους. Μήπως λοιπόν μια επέμβαση θα οπισθοδρομούσε τον 772;

Κόσμοι που θα μπορούσαν κάλλιστα μα κρίνουν την Π.Γ. καθώς η Π.Γ. έκρινε την Αντι-Γη 772. Κόσμοι που μπορεί να θεωρούσαν την εξημέρωση όλων των ειδών σαν αβάσταχτο έγκλημα κατά της φύσης.

Η Ιολάνθη θα φρόντιζε το μωρό' ήταν σίγουρος γι΄ αυτό. Ήταν τέτοια η φύση της. Αμεση θεραπευτική χειρουργική επέμβαση θα μετρίαζε το κακό στη γλώσσα. Αλλά για τα υπόλοιπα... ένας κόσμος μέσα σε τέτοια αθλιότητα.

Ήξερε ότι σώζοντας μονάχα αυτό το μωρό στην ουσία δεν είχε πετύχει τίποτα. Αντίθετα, η πράξη του μπορεί να σήμαινε προειδοποίηση για τον 772 κι έτσι να επιδίδονταν σε μεγαλύτερες ωμότητες από ότι πριν. Όμως τούτη η ματαιοδοξία του ήταν μονάχα ένα μέρος του αυξανόμενου τρόμου του.

Ήταν σίγουρος μέσα του ότι η Πρώτη - Γη είχε δικαίωμα να επέμβει; Ανάμεσα σε αυτήν και τον 772 η μόνη διαφορά ήταν το πραγματικό είδος των θηλαστικών που υπήρχαν στους στάβλους. Ο άλλος κόσμος φερόταν ευγενικότερα, αν μη τι άλλο, στα κοπάδια του, από ότι η Π.Γ. στα δικά της.

Όχι - υπήρξε ηλίθια ανθρωπομορφικός. Ήταν τρέλα να προσπαθεί να αποδώσει ανθρώπινα αισθήματα και δικαιώματα στις αγελάδες. Οι ίδιοι δεν είχαν μεγαλύτερο δυναμικό για εκμετάλλευση, ενώ οι αφέντες του 772 είχαν.

Ωστόσο...

Ωστόσο τι είδους αναφορά θα μπορούσε να κάνει;