![]() |
Philip Jose Farmer
The Henry Miller Dawn Patrol (1977)
Μετάφραση: Παναγιώτης Σκαγιάννης
Η κυρία Στος, προϊσταμένη της νυχτερινής βάρδιας στο γηροκομείο Κολούμπια κοίταξε το δωμάτιο. Ο Χένρι Μίλερ πρόσθεσε και το δικό του ψεύτικο ροχαλητό στα ροχαλίσματα των τριών άλλων συγκατοίκων του. Μες από τα μισόκλειστα μάτια του, έβλεπε το πρόσωπο του Μαύρου Αετού που στεκόταν πίσω της. Τον είδε να του κάνει νόημα. Που σήμαινε: Η Κόκκινη Βαρόνη δεν θα πετάξει πολύ απόψε.
Όταν ο Στος και ο νοσοκόμος έφυγαν, ο Χένρι σκέφτηκε αυτά που του είπε ο Μαύρος Αετός πριν από την ώρα του ύπνου:
«Ακου, Ασσε, η Στος σου την έχει στημένη και θα σου κόψει τον κώλο. Δεν ξέρω τι της έχει καρφωθεί στο μυαλό, αλλά της τη δίνει που γαμείς. Δεν θέλει κανένας να 'ναι ευτυχισμένος εδώ μέσα. Όλη την ώρα γκρινιάζει για το ένα και το άλλο. Το να είσαι εσύ και το άλλο οι τρεις άντρες της που τα τίναξαν! Φαίνεται πως τελικά δεν μπόρεσαν να της δώσουν εκείνο που ήθελε. Ίσως όμως να μην ήξερε και η ίδια τι ήταν αυτό. Βέβαια ποτέ δεν μιλά για πήδημα' ποτέ της δεν λέει κακά λόγια! Κοίτα Ασσε, ότι και να τρέξει, είσαι μαζί σου. Αλλά έτσι και σε κάνει τσακωτό, την πάτησες, μένεις σόλο, ψυχή δεν θα βρεθεί να σε βοηθήσει!»
Μισή ώρα πριν να ξημερώσει ξύπνησε. Για κατούρημα. Το παλούκι του ήταν σηκωμένο και σκληρό σαν το πηδάλιο του Σπαντ ΧΙΙΙ που πετούσε πριν από πενήντα εννιά χρόνια. Το χούφτωσε και το 'παιξε πάνω κάτω κι αυτό αντέδρασε σκληραίνοντας ακόμη περισσότερο.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του μπροστά στο ντουλάπι. Μέσα είχε δυο φωτογραφίες. Η μία ήταν της καημενούλας της κόρης του. Το τζάμι της ήταν ραγισμένο. Είχε μείνει έτσι από τότε που την πέταξε θυμωμένος όταν εκείνη αρνήθηκε να του φέρει κρυφά κανένα ποτό.
Η άλλη φωτογραφία έδειχνε έναν άντρα που στεκόταν πλάι σε ένα διπλανό. Ήταν ένας όμορφος είκοσι χρονών υπολοχαγός της Αεροπορικής Υπηρεσίας Στρατού. Ο εαυτός του! Το Σπαντ, το Πικρό Χάπι, είχε στην άτρακτό του το σήμα του 94 ου Σμήνους. Το γυαλί της φωτογραφίας έλαμπε στο μισόφωτο, αντανακλώντας τις μέρες της δόξας.
Τότε ήταν μισός άνθρωπος, μισός Σπαντ. Ένας κένταυρος του ουρανού. Σάρκα ενωμένη με ξύλο, ύφασμα και μέταλλο. Τώρα - στα εβδομήντα εννιά του - είχε φαλάκρα, ένα μάτι, πρόσωπο που θύμιζε βομβαρδισμένο πεδίο μάχης, μασέλες κι ένα κοκαλιάρικο κορμί που έπλεε μέσα στις πιτζάμες.
Αλλά αυτός, ο Μοναχικός Αετός ήταν τώρα έτοιμος γι' άλλη μια πρωινή περίπολο. Προχώρησε κουτσαίνοντας και προσέχοντας το χτυπημένο του γόνατο, για το μπάνιο' κατούρησε. Το παλούκι του, πολυβόλο Βίκερς άλλοτε, τώρα είχε ψοφήσει σαν τσιγάρο πεταμένο σε λεκάνη. Εντάξει. Καλά. Έτσι και ορμήσει του Ούνου όμως, θα δεις για πότε θα αρχίσει να ξερνάει φωτιά.
Έφυγε από το μπάνιο, πήγε στο ντουλάπι, το άνοιξε και πήρε μια γούνινη κάσκα κι ένα ζευγάρι γυαλιά πιλότου. Τα φόρεσε και βγήκε στο διάδρομο. Εχθρικό αεροπλάνο δεν φαινόταν πουθενά. Η βρώμα από τα σκατά όμως κρεμόταν στον αέρα έτσι όπως αναδυόταν από μερικές εκατοντάδες παλιά μοντέλα. Τα 'καναν στα κρεβάτια τους' τώρα κάποιοι από αυτούς είχαν ξυπνήσει και τσίριζαν για να τους καθαρίσουν. Αλλά κανένας δεν θα τους καθάριζε, ακόμη κι όταν είχε πια ξημερώσει.
Τα περισσότερα από τα παλιά μοντέλα κοιμόνταν κι ούτε που τα ένοιαζε αν περνούσαν και όλη τη μέρα μέσα στα σκατά. Αλλά ακόμη κι αν το καταλάβαιναν δεν θα μπορούσαν να κουνηθούν ούτε να μιλήσουν.
Και ξαφνικά εμφανίστηκε το Ασπρο Φάντασμα. Από τη γωνία στο βάθος του διαδρόμου. Ήταν μια γυναίκα σε αναπηρική καρέκλα. Είχε ξυπνήσει νωρίς και τώρα έψαχνε για θύμα. Ήταν ο φον Ριχτχόφεν του γηροκομείου. Αν ο Μοναχικός Αετός συνέχιζε προς αυτή την κατεύθυνση θα έπεφτε επάνω της. Και τότε η Στος θα άρχιζε να ουρλιάζει σαν λοχίας σε νεοσύλλεχτο στραβάδι.
Όχι, καλύτερα. Ξαναγύρισε στο υπόστεγό του κι άφησε το Ασπρο Φάντασμα να περάσει από δίπλα του. Ήταν ενενήντα έξι χρονών, αλλά ο αγωγός καυσίμων της δεν είχε βουλώσει. Ήταν πραγματικός Ασσος. Ένας καρχαρίας του αέρα. Θανάσιμη. Κι αν δεν ήταν κακάσχημη θα της είχε μπει εδώ και πολύ καιρό.
Πέρασε πλάι του βουβή. Δεν μιλούσε ποτέ. Πήγαινοερχόταν μόνο. Έτσι. Μέρα νύχτα. Με την ελπίδα να αρπάξει κάποιον. Μόλις εκείνη πέρασε, αυτός έστριψε αριστερά και χύμηξε ξανά προς το διάδρομο. Αν και η ταχύτητα του έκανε το σύστημα της προσγείωσης του να πονά και η Ισπανοσουίζα στο στήθος του βροντούσε, έφτασε στο στόχο σύμφωνα με το σχέδιο.
Σε αυτό το υπόστεγο υπήρχαν μόνο δυο. Η Χαρζ και η Γουάιτακερ. Η Χαρζ ήταν χοντρή σαν βομβαρδιστικό Ζέπελιν Στάακεν. Ροχάλιζε. Θα μπορούσε να την εμβολήσει όποτε του γούσταρε. Αλλά αυτός κυνηγούσε τα λυγερά καταδιωκτικά. Σαν την Γουάιτακερ. Χήρα - όλες τους τέτοιες δεν ήταν; - ακαθόριστης ηλικίας. Αλλά το γερακίσιο μάτι του την έκανε εβδομήντα τεσσάρων. Εκτός από μερικές από τις νεαρές νοσοκόμες, ήταν το καλύτερο αεροπλάνο εδώ μέσα.
Το πλαίσιο της ήταν υπέροχο, κι ας ήταν σκεπασμένο με τσαλακωμένο ύφασμα. Οι καλύπτρες των κινητήρων της όμορφες, αν λάβει κανείς υπ' όψη του πότε βγήκε από το εργοστάσιο. Ήταν ένα Φόκερ D-VIIF. Το καλύτερο, ε; Σίγουρα.
Και κοινωνική. Πολύ. Μέχρι την ημέρα που επιχείρησε να την προκαλέσει. Από κείνη τη στιγμή άρχισε να του το παίζει ψυχρή και απόμακρη. Λες και είχε καλέσει τον Κάιζερ σε δείπνο ένας εκτροφέας γουρουνιών. Είχε στιλ, όμως. Δεν τον κάρφωσε στη Βαρόνη.
Με σβησμένη την μηχανή έπλευσε προς το μέρος της. Αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Τι στο διάολο τρέχει! Τι να είναι αυτό που χαρχαλεύει κάτω από τα σεντόνια της, Μια τεράστια κατσαρίδα; Μαμούνι; Ναι, καλά. Το χέρι της ήταν. Χωμένο κανονικά στην καμπίνα της. Και το σεντόνι να φουρφουρίζει σαν ύφασμα που σκίστηκε από το φτερό ενός Νιούπορτ σε μια πολύ μακριά και πολύ δύσκολη κάθετη εφόρμηση.
Χαμογέλασε. Ύστερα σκαρφάλωσε στο κάγκελο από την άκρη του κρεβατιού και σήκωσε το σεντόνι.
Η Γουάιτακερ αναστάναξε. Η 185 ίππων, εξακύλινδρη, υδρόψυκτη BMW IIIa γουργούριζε απαλά. Τα δάχτυλά της έπαιζαν με τα όργανα πλοήγησης. Sacremerde! Το ψηλομύτικο Φόκερ είχε σνομπάρει την πρόκλησή του - ε, φυσικά, αφού της άρεσε η μαλακισμένη αερομαχία, τι να την κάνει την μάχη' τα έφερνε μόνη της.
Ο Μοναχικός Αετός χώθηκε κάτω από το σεντόνι στο σκοτάδι σα να βυθιζόταν σε ένα νυχτερινό σύννεφο. Τα ανοιχτά της πόδια όμως ήταν τα φώτα στο διάδρομο προσγείωσης. Και τον οδηγούσαν. Ετοιμαζόταν να αναλάβει δράση, όταν ακούστηκε η στριγκλιά. Σαν σειρήνα συναγερμού. Της παραμέρισε το χέρι κι εκείνη δεν αντέδρασε. Ούτε ταράχτηκε, ούτε διαμαρτυρήθηκε. Και βούτηξε. Ο αγέρας ούρλιαζε στα φτερά του και το μοτέρ μούγκριζε. Στράφηκε κατά το στόχο κι άρχισε να του ρίχνει μικρές, γρήγορες ριπές. Ε, ναι, διάολε, η γλώσσα του είχε γίνει κι αυτή τώρα πολυβόλο. Χωρίς να κρατά καμιά προφύλαξη πλέον έριξε μια μεγάλη ριπή στην καμπίνα της. Το Φόκερ έτρεμε και βογκούσε κάτω από τα πυρά του. Αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν έμοιαζε με τους υπόλοιπους Ούνους της Κολούμπια, που δεν ήταν και πολύ καθαροί. Βρομούσαν όλοι τους, όπως και εκείνα τα αεροπλάνα στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, εκείνα με τον περιστροφικό κινητήρα. Χα! Χρησιμοποιούσαν καστορέλαιο - αν είναι δυνατόν - για λιπαντικό κι όποιος φουκαράς το ανάπνεε πάθαινε διάρροια.
Η εξάτμισή της ήταν καθαρή και η καμπίνα της μοσχοβολούσε' είχε χρησιμοποιηθεί κάποιο άρωμα, γαλλικό μάλλον. Η γεύση του ήταν ερεθιστική σαν παράνομο αλκοόλ, αλλά τώρα, που καιρός να θυμηθεί.
Η Γουάιτακερ το ήξερε πως ήταν εκεί, αλλά δεν του μίλησε. Δεν του είπε λέξη. Κιχ. Τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι. Οι Ασσοι πετούν ψηλά. Απλούστατα. Τον είχε ενσωματώσει στην φαντασίωσή της. Του αφαιρούσε την ζωντανή του σάρκα κάνοντάς τον μέρος των ονειρώξεών της. Ε, και τι έγινε; Το Βίκερς του ήταν πανέτοιμο. Μερικά παιχνίδια όμως πρώτα, έτσι; Σύρθηκε προς τα πάνω, χούφτωσε τα μεγάλα στρογγυλά της καλύμματα, δάγκωσε την προπέλα της κι ύστερα ακούμπησε το όπλο του στην καμπίνα της. Εκείνη άρχισε να βρίζει και να ξερνάει αισχρότητες μουγκρίζοντας λαχανιασμένα' πράγματα που δεν είχε ξανακούσει ποτέ πριν έρθει στο γηροκομείο.
Τώρα εκείνος ανεβοκατέβαινε σαν να πετούσε από το ένα κενό αέρα στο άλλο, περνώντας κάθε τόσο από ανοδικά ρεύματα. Το πολυβόλο του κροτάλιζε τρώγοντας τις σφαίρες της ταινίας, ενώ τα τροχιοδιτικά χάραζαν την έκταση του νυχτερινού ουρανού.
Το D-VIIF δεν άντεξε άλλο. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή και η δεξαμενή καυσίμων της τρύπησε. Σκατά έλουσαν το Βίκερς του από το σύστημα προσγείωσής του.
Βγήκε από το σύστημα βλαστημώντας. Κατέβηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε στην πόρτα. Το Στάακεν είχε σηκωθεί τώρα και ούρλιαζε, χωρίς όμως να καταλαβαίνει γιατί. Όταν δεν φορούσε τα γυαλιά της ήταν τελείως τυφλή.
Η φωνή της Βαρόνης ακούστηκε κάπου πίσω από την γωνία του διαδρόμου. Ωχ, την πάτησε! Αλλά όχι, όχι αυτός, όχι ο Μοναχικός Αετός! Όρμησε σε ένα υπόστεγο με τέσσερις πιλότους που είχαν βγει στη σύνταξη πριν από καιρό. Όμως, ω διάολε, είχαν επισκέπτη! Ήταν εκείνη η τρελή γριά η Σίμονς, εκείνη η ογδοντάρα με το έκζεμα! Είχε πάει στο κρεβάτι του κακόμοιρου του γέρο Όσμπορν. Και τώρα ήταν χωμένη ανάμεσα στα κοκαλιάρικα πόδια του. Του τα είχαν κόψει ύστερα από ένα ατύχημα πριν από χρόνια, αυτό όμως δεν την ένοιαζε' εκείνο που ήθελε αυτή ήταν το παλούκι του. Είχε βγάλει τις μασέλες της και τις είχε ακουμπήσει πίσω από το κρεβάτι.
Τα άλλα χούφταλα ροχάλιζαν. Η Σίμονς σήκωσε το πρόσωπό της και γρύλισε. Ο Όσμπορν ήταν ανάσκελα κι αγωνιζόταν απελπισμένα να απογειωθεί, αλλά δεν τα κατάφερνε να σηκωθεί από τον διάδρομο. Τα φτερά του δεν είχαν τη δύναμη πια. Ο Χένρι χώθηκε κάτω από το κρεβάτι. Αν η Βαρόνη ερχόταν κατά δω, μπορεί να την έπιαναν τα διαόλια της με αυτούς τους δύο από πάνω του και να ξεχνούσε να ερευνήσει το υπόστεγό του. Αρκεί, βέβαια, η Σίμονς να κρατούσε το στόμα της κλειστό...
Η Σίμονς μούγκρισε «Αντε ρε κούτσαβλε! Σιχτίρ, έχω βαρεθεί να ρουφάω νερόβραστες πούτσες!»
Ο Χένρι κόντεψε να πνιγεί' το κεφάλι του τινάχτηκε απότομα και χτύπησε το κρεβάτι «Ω που να πάρει!»
Για λίγο ησυχία. Ύστερα οι σούστες του κρεβατιού άρχισαν να τρίζουν ανεβοκατεβαίνοντας. Σαν βομβαρδισμός οπλοπολυβόλου. Φαίνεται ότι τελικά η Σίμονς κατάφερε να ξεμπλοκάρει το όπλο του γέρο ξεκούτη. Αλλά ο Μοναχικός Αετός έπρεπε να το σκάσει. Όπου να 'ναι η Βαρόνη θα έφτανε στο υπόστεγο της Γουάιτακερ. Σύρθηκε έξω και σηκώθηκε. Τα τρία σαράβαλα συνέχιζαν να κοιμούνται με τα φαφούτικα στόματά τους να χάσκουν σαν πουλάκια που περιμένουν τα σκουλήκια. Γιατί στο τέλος σκουλήκια θα 'χαφταν.
Ο Όσμπορν ήταν πάντα ανάσκελα. Η Σίμονς στεκόταν όρθια κρατώντας το αριστερό του μπούτι με τα δυο της χέρια. Sacrebleu! Το πόδι του είχε χωθεί στην καμπίνα της μέχρι τη γάμπα. Έμπαινε και έβγαινε σαν έμβολο, σαν ένα Σάπγουιθ Κάμελ σε γερμανική παγίδα. Στην κάθε κίνηση εκείνη έκανε πίσω και αυτός σπρωχνόταν στην άκρη του κρεβατιού. Ο Μοναχικός Αετός θέλοντας να την αποφύγει έκανε τον γύρο του κρεβατιού' εκείνη προσπάθησε να γυρίσει, αλλά με αυτή την κίνηση το πόδι του γέρου καρφώθηκε πιο βαθιά μέσα της. Ο Χένρι Μίλερ είχε ξεκινήσει για τη συμμαχική περιοχή, αλλά σταμάτησε από το ουρλιαχτό της Σίμονς. Η γριά είχε προσπαθήσει να τραβηχτεί, όμως το δάχτυλό της μπήκε στην ξεχασμένη μασέλα που έκλεισε απότομα δαγκώνοντάς το σαν παγίδα. Η Σίμονς έπεσε από το κρεβάτι και αυτός απομακρύνθηκε γελώντας. Τι άλλο θα έβλεπε;
Ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν στον διάδρομο ήταν το Ασπρο Φάντασμα. Όρμησε κατά πάνω του με όλη της τη μανία! Χαμογελώντας σαν νεκροκεφαλή που ήταν το σήμα στο Νιούπορτ του μεγάλου Νούνγεσερ. Τώρα μάλιστα! Αλλά στάσου! Αστην να προσπεράσει με τη φόρα που έχει, κι ύστερα... μπουμ, μέσα!
Έκανε, λοιπόν ένα μεγάλο κύκλο για να την αποφύγει κι εκείνη προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά η μηχανή της δεν είχε την ευελιξία ενός Κάμελ για να το κατορθώσει. Και ξαφνικά εκείνος βρέθηκε πίσω της. Την άρπαξε, την έσπρωξε όσο πιο δυνατά του επέτρεπε το χαλασμένο σύστημα προσγείωσης του και την αμόλησε. Από τη γωνία η Στος μούγκρισε σαν βομβαρδιστικό Γκότα.
Είχε φτάσει στην άλλη γωνία όταν άκουσε την στριγκλιά και μετά κάτι να σπάει. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ρίξει μια ματιά πριν στρίψει. Η Βαρόνη ξάπλα κάτω, ανάσκελα, δίπλα της πεσμένο το αεροπλάνο και πάνω του τσουβαλιασμένος ο πιλότος. Ο Μαύρος Αετός είχε ξεραθεί στα γέλια και δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει καμιά από τις δυο.
Ο Χένρι έφτασε στη βάση του, έβαλε τη στολή του στο ντουλάπι κι έπεσε στο κρεβάτι. Τα σκατά του Φοκνερ είχαν βρομίσει όλο το σύστημα προσγείωσής του, έπρεπε όμως να το αντέξει ώσπου να ηρεμήσουν τα πράγματα. Κι ύστερα τα σκατά δεν μύριζαν τελικά τόσο άσκημα όσο και η ανάσα της Στος.
Τώρα η Ισπανοσουίζα του χτυπούσε λες κι είχε άμμο στους κυλίνδρους της. Όχι! Δεν θα άντεχε πολλές τέτοιες πτήσεις ακόμη. Μια από αυτές τις μέρες η μηχανή του θα κλατάριζε κι αυτός θα έπεφτε για τελευταία φορά. Ε, και τι έγινε! Υπήρχε καλύτερος τρόπος να πεθάνει; Αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους γέρους πιλότους που κουρασμένοι, άρρωστοι, φυτά από τη μαλάκυνση εγκεφάλου, είχαν παραδώσει πια τα όπλα. Αυτός θα έμενε στο πεδίο της μάχης μέχρι να τον καταρρίψει ο μεγαλύτερος Ασσος από όλους.
Αλλά προηγουμένως θα έριχνε από τους ουρανούς φλεγόμενη την Κόκκινη Βαρόνη. Τη μισούσε όσο αυτή τον σιχαινόταν... που να την πάρει ο διάβολος! Γύρισε πίσω στον Σεπτέμβριο του 1918, στη Μεγάλη Επίθεση. Εκείνο το μήνα είχε καταρρίψει τέσσερα αεροπλάνα και δύο αερόστατα παρατήρησης Ντράκε.
Αλλά την 1η Οκτωβρίου, ενώ χτυπούσε ένα Rfalz D-12, ξαφνικά βρέθηκε πίσω του, γεννημένο μέσα από το πουθενά, ένα γερμανικό καταδιωχτικό. Το Πικρό Χάπι έγινε σμπαράλια, το ύφασμα πήρε φωτιά, το γόνατό του έσπασε και το καυτό νερό του ψυγείου κατάκαψε τα πόδια του. Αδύνατο να πηδήξει γιατί αυτός ο μαλάκας ο διοικητής του εκστρατευτικού σώματος, ο Πέρσιγκ είχε απαγορεύσει στους αμερικάνους πιλότους να χρησιμοποιούν αλεξίπτωτα.
Αναγκάστηκε λοιπόν, να οδηγήσει το εκτός ελέγχου αεροπλάνο στο έδαφος ελπίζοντας να μην αρπάξει φωτιά η δεξαμενή καυσίμων. Παίζοντας το κορώνα γράμματα κατάφερε τελικά να γλιτώσει, να σβήσει τις φλόγες που είχαν οριζοντιώσει το σκάφος του πριν βουτήξει σε ένα μικρό ποτάμι. Όταν οι γερμαναράδες τον έβγαλαν έξω νόμισαν πως ήταν νεκρός. Και δεν είχαν άδικο. Είχε χάσει το αριστερό του μάτι και τα περισσότερα δόντια του και ήταν βουτηγμένος στο αίμα.
Από τότε πήρε την κάτω βόλτα. Κατάντησε ένας ανάπηρος ξυλουργός με τέσσερα παιδιά και μια άρρωστη γυναίκα. Παρόλο που δεν είχε πια τόσα πυρομαχικά όσα νέος, διέθετε ωστόσο πολύ περισσότερα από όσα νόμιζαν οι πιτσιρικάδες.
«Μα εσύ μπαμπά, χειροτέρεψες», του είπε η κόρη του. «Η νοσοκόμα
λέει πως δεν μπορείς να κρατηθείς πια!»
«Τρίχες! Ένας από τους συγκατοίκους μου έχεσε στο πάτωμα - νόμιζε
φαίνεται πως ήταν στο σπίτι του - κι εγώ τα πάτησα και γλίστρησα.
Δεν έκανα μπάνιο αμέσως γιατί οι βραδινές νοσοκόμες θυμώνουν έτσι
και σε βρουν να πλένεσαι στο μπάνιο μετά την κατάκλιση».
Δάγκωσε τα χείλη της κι ύστερα είπε: «Η κυρία Στος λέει πως
τριγυρνάς τα βράδια και... χμ... ενοχλείς τις κυρίες».
«Παραπονέθηκε καμιά τους;»
«Όχι! Αλλά λέει πως οι περισσότερες τα έχουν χαμένα και δεν είναι
σε θέση να αντισταθούν. Δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται κι όσες
καταλαβαίνουν είναι στην ίδια...»
Γέλασε. «Πες το! Στην ίδια κατάσταση με εμένα, ε;»
Και οι άλλοι ασθενείς είχαν επισκέψεις. Ασθενείς, μπούρδες! Δεν λες καλύτερα αιχμάλωτοι γηριατρικού πολέμου!... Καθισμένοι στις πολυθρόνες του μεγάλου σαλονιού ή σε αναπηρικές καρέκλες, κακάριζαν σα γαλλίδες πόρνες ή χάζευαν με ψόφια μάτια, ανοιχτό στόμα και τα σάλια τους να τρέχουν, καθώς οι συγγενείς τους προσπαθούσαν να τους σηκώσουν από τον Αδη.
Μα το Θεό, αυτό ακριβώς του χρειαζόταν. Ένα «σήκωμα»! Αλλά έτσι και καταλάβαιναν τι σήκωμα εννοούσε και πόσο συχνά του σηκωνόταν θα 'τριβαν τα μάτια τους.
«Έπρεπε να σε είχα αφήσει να πας στο νοσοκομείο των παλαιών
πολεμιστών. Εκεί δεν υπάρχουν γριές να τις εκμεταλλεύεσαι».
«Εσύ ήθελες να έρθω εδώ στο Μπούσιρις για να είμαι κοντά σου.
Τώρα σε βλέπω μια φορά το μήνα. Αν είμαι τυχερός. Και μη μου λες
μαλακίες ότι εξήντα μίλια είναι πολλά και έρχεσαι συχνότερα. Όχι,
ήταν σωστή απόφαση. Και στο κάτω κάτω το έκανα για να σε
διευκολύνω. Το νοσοκομείο των παλαιών πολεμιστών αποκλειόταν. Δεν
μου χρειάζεται να διαλέξω νεκροταφείο από τώρα...»
«Η αδερφή Στος είπε ότι ίσως αναγκαστεί να σε βάλει σε δικό σου
δωμάτιο. Ή να ... σε συγκρατούν».
«Θες να πεις να με δέσουν στο κρεβάτι ή να μου φορέσουν
ζουρλομανδύα; Ξεχνάς, μου φαίνεται πως δραπέτευσα από τη
χειρότερη γερμανική φυλακή, και ήμουν σχεδόν ερείπιο».
«Σε παρακαλώ, μπαμπά, μη φωνάζεις! Και μη μιλάς χυδαία! Ακου! Δεν
θα είναι εύκολο, βέβαια, αλλά μπορούμε να το κανονίσουμε, αν
γίνεις καλός και προσεχτικός! Μπορείς να έρθεις στο σπίτι...»
«Μα είσαι τρελή; Ο άντρας σου δεν με θέλει ούτε ζωγραφιστό. Με
μισεί. Κι ύστερα που θα κοιμάμαι; Στον καναπέ του λίβιγκ ρουμ
φυσικά, ε; Για να με τρελάνει το κοπρόσκυλό σας! Ε, όχι, να μου
λείπει!»
«Πιο σιγά μπαμπά, να χαρείς! Με φέρνεις σε δύσκολη θέση. Η κυρία
Στος λέει ότι έχεις ξεπεράσει τα όρια. Νομίζει...»
«Α! Νομίζει! Με έχει δει ποτέ να κάνω τίποτε; Όχι! Λοιπόν, με
καρφώνει γιατί είναι τρελή. Περισσότερο από όσο φαντάζεσαι πως
είμαι εγώ!»
Έκανε νόημα στον Μαύρο Αετό που κυλούσε την καρέκλα της κυρίας Ζίνσκι στην αίθουσα. Ο Μαύρος Αετός χαμογέλασε. Ήξερε ποιος έφταιγε για την πρωινή φασαρία.
«Ποιος είναι αυτός ο έγχρωμος;»
«Ο Ασσος των Σπαντ! Χθες το βράδυ έκανε διπλή περιπολία, επειδή
ένα από αυτά τα άχρηστα Ζέπελιν που τα λένε βοηθούς, ήταν τύφλα
και δεν έκανε τη δική του. Κάνει συχνά υπερωρίες. Βλέπεις, πρέπει
να ταίσει την οικογένειά του και να στείλει τα παιδιά του στο
κολέγιο. Ένας από τους τεμπέληδες αραπάδες, όπως τους βρίζει
συνέχεια, ο φασίστας ο αντρούλης σου! Είναι φίλος μου! Πετάμε
μαζί!»
«Τι είπες;»
«Τίποτε. Γεροντική φλυαρία! Ξέχνα το».
Σηκώθηκε ρουφώντας τη μύτη της και σκουπίζοντας τα μάτια της με
ένα μαντήλι.
«Δεν μπορείς να φέρεσαι όπως οι άλλοι, μπαμπά;»
«Δηλαδή; Να κάθομαι με το στόμα ανοιχτό, να χάφτω μύγες και να με
ξεσκατώνουν οι νοσοκόμες; Ή να λέω μαλακίες μέρα νύχτα μέχρι να
τρελάνω κι όσους δεν έχουν αποτρελαθεί ακόμη ολόγυρά μου; Ε, όχι!
Εγώ δεν πρόκειται να παραδοθώ! Ο γαμημένος ο Κάιζερ θα
βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που κατατάχτηκε ο «Αγριος
Χένρι!» Θα συνεχίσω τις καταρρίψεις μου!»
«Καταρρίψεις;»
«Τρόπος του λέγειν».
«Ακου, μπαμπά. Αυτή η νοσοκόμα μου είπε ότι σου φέρθηκε με όλη τη
συμπόνια και την φροντίδα του κόσμου, και...»
«Συμπόνια; Φροντίδα; Αυτός ο ψυχρός Ούνος; Η μάστιγα των
αιθέρων;»
«Σε παρακαλώ, σταμάτα! Δεν αντέχω να σε ακούω να λες
παλαβομάρες!»
«Ε, τότε ίσως να πρέπει να επικοινωνούμε δ' αλληλογραφίας. Έτσι
δεν θα γκρινιάζει ο αντρούλης σου πως χαλάς βενζίνη για να
έρχεσαι να με βλέπεις». Σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας.
«Κι όταν ξανάρθεις φέρε και κανένα ουισκάκι» της φώναξε δυνατά
χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει. «Αλλά τις μαλακίες να τις αφήσεις
στο σπίτι, κοριτσάκι μου!»
Περνώντας μπροστά από την κυρία Γουάιτακερ που μιλούσε με έναν επισκέπτη της έκλεισε το μάτι. Αυτή κοκκίνισε σαν το τριπλάνο του Ριχτχόφεν.
Κοκκίνισε!
Αρα δεν ήταν μόνο μια μορφή στα όνειρά της. Θα πρέπει να κατάλαβε πως ήταν πραγματικός. Και δεν είπε τίποτε στην Στος για την πρωινή φασαρία. Κράτησε τον κώδικα των αιθέρων. Ο ιπποτισμός λοιπόν, δεν είχε πεθάνει. Ίσως όμως και να ντρεπόταν να παραδεχτεί στον οποιονδήποτε, ακόμη και στον εαυτό της, τι έγινε σήμερα. Μπορεί πάλι να νόμιζε ότι όλες οι γυναίκες τα κάνουν πάνω τους όταν φτάνουν στον οργασμό. Μπορεί ο άντρας της να ήταν κανένας ανώμαλος κοπρολάγνος και να την έπεισε πως έτσι το κάνουν όλοι. Αλλά υπάρχει άνθρωπος που να είναι τόσο διεστραμμένος;
Ποιο κακό φωλιάζει στις καρδιές των ανθρώπων;
Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο. Αλλά η Ειρήνη φαίνεται πως είχε πάει περίπατο. Η Βαρόνη άλλαξε τα σχέδιά της και τώρα περιπολούσε κάθε μισή ώρα. Έτσι και δεν ήσουν στο κρεβάτι σου, πάει, σε μάγκωνε. Ο Μαύρος Αετός τον προειδοποίησε πως του την είχε στημένη κι ότι είχε αφρίσει από τη λύσσα της.
«Τώρα μόλις ακούσει κάτι, ένα κιχ δηλαδή, θα πάει κατ' ευθείαν στο δωμάτιό σου. Έτσι και δεν σε βρει εκεί, την πάτησες. Γιατί θα πρέπει να αρχίσει να σε ψάχνει εδώ κι εκεί κι αυτό τη διαολίζει. Σε μισεί, γιατί δεν κάθεσαι να σε θάψουν ζωντανό. Κι επειδή κανείς δεν την γαμεί δεν θέλει ούτε εσύ να γαμείς. Είναι σκύλα, σου λέω!»
Τις επόμενες πέντε μέρες ο Χένρι έμεινε στο κρεβάτι. Σηκωνόταν μόνο για κατούρημα. Την έκτη νύχτα η Στος ξαναγύρισε στο κανονικό της πρόγραμμα. Ο Χένρι χαμογέλασε. Ο Μοναχικός Αετός είχε ξεγελάσει την Κόκκινη Βαρόνη.
Την έβδομη νύχτα ήταν έτοιμος να αναλάβει δράση. Είχε μείνει άπραγος πολύν καιρό. Το εργαλείο του ήταν έτοιμο να εκραγεί. Το Βίκερς του πονούσε από την πίεση της ταινίας των πυρομαχικών. Στις πέντε και δέκα, σίγουρος ότι η Βαρόνη ήταν στο Αρχηγείο της φόρεσε την κάσκα και τα γυαλιά του.
«Επαφή!»
Γλίστρησε από το υπόστεγο στο διάδρομο προσγείωσης και όρμησε στον γαλανό ουρανό που έζεχνε βαρύς από τα σκατά των γέρων. Στόχος η κυρία Χάνοβερ. Με τέτοιο όνομα μεταμορφωνόταν σε ένα όμορφο καταδιωχτικό συνοδείας CL IIIa, που από μακριά έμοιαζε μονοθέσιο. Όταν όμως ο πιλότος των συμμάχων το πλησίαζε από πίσω, αντίκριζε τον παρατηρητή και την κάνη του πολυβόλου Παραμπέλουμ.
Είχε κουβεντιάσει με τη μικρούλα - ήταν μονάχα εξήντα πέντε - και την είχε βρει ερεθιστική. Ήταν υγιής, αλλά μερικές φορές το βλέμμα της γινόταν απόμακρο, λες και κάποιος ασύρματος ηχούσε μέσα στο μυαλό της. Τότε σταματούσε να μιλά και δεν σε έπαιρνε είδηση είτε ήσουν εκεί είτε έφευγες.
Αυτός ήταν ο λόγος που τα παιδιά της την έβαλαν στο γηροκομείο. Τα έφερνε σε δύσκολη θέση' κι εξάλλου είχε πολλά χρήματα' προσπαθούσαν, λοιπόν, να την βγάλουν ανίκανη να τα διαχειριστεί.
Στις πέντε και δεκατρία λεπτά, πλησίασε στον αεροδιάδρομο, ερεύνησε την περιοχή, διαπίστωσε ότι η συγκάτοικός της κοιμόταν και προσγειώθηκε στο κρεβάτι της. Αν άρχιζε να ουρλιάζει θα απογειωνόταν αμέσως. Αυτή όμως αναστέναξε και ήξερε πως θα ερχόταν κι η αερομαχία άρχισε.
Όχι πως ήταν καμιά σπουδαία μάχη. Το CL IIIa όμως μπορούν να σε ξεγελάσουν. Το μόνο πράγμα που τον πείραξε για λίγο, εκτός από την έλλειψη επιθετικότητας, ήταν ότι γουργούριζε συνέχεια «Ω, Τζιμ! Ω, Τζιμ! Θεέ μου, Τζιμ!» λες και νόμιζε πως ήταν κάποιος άλλος Ασσος. Αλλά που να πάρει ο διάολος, δεν ήταν ανάγκη να σε αναγνωρίσει σωστά ο εχθρός για να τον καταρρίψεις.
Η αποχή τόσων ημερών τον είχε ανάψει πάρα πολύ, κι έτσι αποφάσισε να μείνει για μια δεύτερη μάχη ακόμη. Χρειάστηκε μονάχα δεκαπέντε λεπτά για να ξαναγεμίσει το Βίκερς του. Βοήθησε, βέβαια, και η Χανόβερ, παρόλο που συνέχιζε να φαντάζεται πως ήταν αυτός ο μαλάκας ο Τζιμ. Αλλά τη στιγμή που ήταν έτοιμος να ξαναπυροβολήσει ένιωσε έναν πόνο σαν μαχαιριά στην εξάτμισή του. Έβγαλε μια κραυγή αγωνίας, που ενώθηκε μαζί με τη δική του κραυγή οργασμού, ενώ κυλούσε μακριά πέφτοντας από το κρεβάτι. Ήταν μια ανώμαλη προσγείωση, αλλά ο σκελετός του δεν είχε πάθει ζημιά. Οι μόνες επισκευές που χρειαζόταν ήταν στο ύφασμα της ουράς και στα φτερά. Τα είχε γδάρει, αλλά ήταν πάντα σε ετοιμότητα.
Και τότε τα πόδια του κρεβατιού είδε τον Ασπρο Φάντασμα. Γελούσε σαν τον Ίσκιο, (Ένα Ασσο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που αργότερα έγινε κυνηγός του εγκλήματος). Το μπαστούνι που έκρυβε κάτω από την κουβέρτα, κοντά στα πόδια της, και που το χρησιμοποιούσε για να σκουντά τη Χανόβερ, ξαφνικά του φάνηκε σαν κανόνι Χοτσκίς. Το Ασπρο Φάντασμα προσπαθούσε να την ξυπνήσει.
Βλαστήμησε. Είχε ξεχάσει τον πρώτο κανόνα της αερομαχίας. Ποτέ μην αφήνεις γερμανό να σε πλησιάσει από πίσω.
Σηκώθηκε μουγκρίζοντας. Είχε χτυπηθεί πολύ πιο άσκημα από όσο νόμιζε. Ένιωθε σαν να τον είχε διαπεράσει ρουκέτα Λε Πριερ. Καταραμένο Ασπρο Φάντασμα!
«Schweinhyrd! Θα τα ξαναπούμε!»
Τo εβδομήντα χρονών Σπαντ έτρεξε να χωθεί στο υπόστεγό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πρώτα, βέβαια, έπρεπε να πάρει μια ανάσα, την είχε ανάγκη, αλλά που καιρός για κάτι τέτοιο τώρα. Έπρεπε να φτάσει, πάση θυσία στη βάση του, πριν προλάβει η Βαρόνη και του βγει στο δρόμο. Και το χειρότερο από όλα ήταν πως το Βίκερς του δεν είχε προλάβει να ρίξει την δεύτερη ταινία πυρομαχικών. Πρόβαλε έξω από την πιτζάμα του σαν πολυβόλο Λιούις 7.7 χιλιοστών στη μύτη ενός βομβαρδιστικού Χάντλεϊ Πέιτζ 0/400. Βέβαια, ήταν περήφανος που το ένιωθε έτσι σκληρό, αλλά τώρα θα ήθελε να μπορούσε να το ελέγξει.
Με τη ψυχή στο στόμα έκοψε αριστερά κι όρμησε στο διάδρομο προσγείωσης για να μπει στο υπόστεγό του. Είχε μονάχα μια στιγμή για να συνειδητοποιήσει την κατάσταση πριν οι τροχοί του ξεφύγουν κι αρχίσει να σπινάρει. Ένας συγκάτοικος του, ο Τίσον, στεκόταν εκεί με το πράμα του έξω, πάνω σε μια λιμνούλα κάτουρα. Εκεί όμως ήταν η Κόκκινη Βαρόνη' πεσμένη μπρούμυτα έβριζε. Είχε πάει να τον τσακώσει, πάτησε τις βρομιές και γλίστρησε.
Πορεία σύγκρουσης. Έπεσε πάνω της και την ξάπλωσε κάτω. Μπαμ! Κι έμεινε ακίνητη. Στην ίδια στάση. Μπρούμυτα. Με το μούτρο της στο πάτωμα, τα φτερά και το σύστημα προσγείωσής της κάτω από την άτρακτό της και την ουρά της ψηλά.
«Σε έπιασα!»
Εντάξει. Ρον είχε κάνει τσακωτό. Θα περνούσε στρατοδικείο. Θα του απαγόρευαν να ξαναπετάξει, θα τον έδεναν, θα τον φυλάκιζαν, θα τον έκαιγαν. Τέρμα πια οι πρωινές περιπολίες. Για πάντα.
Και τότε, έτσι ξαφνικά, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ανορθόδοξη ταχτική. Για πρώτη φορά. Αλλά το να καρφώσεις το Βίκερς σου στην εξάτμιση του εχθρού ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος να πετύχεις μια ακόμη κατάρριψη, έστω κι αν οι Αρχές την αντιμετώπιζαν με δυσφορία.
Παρόλο που σήμαινε ότι σε αυτήν την τελική πτώση από τον ουρανό θα έπεφτε κι ο ίδιος, όμως εκείνο που είχε σημασία ήταν θα είχε προσθέσει τον Ασσο των Ασσων στην λίστα του.
Έσκυψε και άρπαξε τις τεράστιες καλύπτρες της - ποιος ξέρει πόσα κιλά ζύγιζε η κάθε μία - κι άρχισε μια σειρά μανούβρες, Ίμελμαν, chandelles, virages, μόνο πράγμα που απόσπασε την προσοχή του ήταν ο Τίσον. Τα μάτια του, που συνήθως ήταν σβησμένα τώρα έλαμψαν και το πρόσωπο του πήρε μια έκφραση απέχθειας. «Βρωμιάρη κωλομπαρά!». Αλλά πήγε στο κρεβάτι του, ξάπλωσε και σε λίγο τον είχε πάρει ο ύπνος.
Λίγο πριν το 7.65 του αδειάσει, αυτή άρχισε να δείχνει σημάδια πως έφτανε σε οργασμό. Αρχισε να βογκάει και να λαχανιάζει. Ίσως, είχε κάποια φαντασίωση. Όπως το Φόκερ και η Χάνοβερ, το μυαλό της ήταν κάπου αλλού και μόνο ένα μέρος της βρισκόταν στον μάταιο τούτο κόσμο. Ίσως κιόλας μα μην είχε συναίσθηση τι της συμβαίνει. Εν πάση περιπτώσει, το Βίκερς του ήταν καρφωμένο στην εξάτμισή της. Εκεί το ήθελε. Σε όλη της τη ζωή. Πάντα. Αλλά ήταν τόσο καταπιεσμένη που ποτέ της δεν άφηνε την επιθυμία της να βγει από το υποσυνείδητό της και να πει στους άντρες της τι της άρεσε. Αυτό ήταν που ο Μαύρος Αετός - η κόρη του σπούδαζε ψυχολογία - είχε αφήσει να εννοηθεί.
Ούτε που τον ένοιαζε. Ψυχολογίες και μαλακίες. Η μηχανή του χτυπούσε λυσσασμένα, μέσα έξω, μέσα έξω, τόσο γρήγορα που νόμιζες πως θα κλατάρει... Ναι, αλλά την είχε καταρρίψει. Το τέλος αυτός μπορεί να ήταν μια νέα αρχή. Αυτό όμως τον άφηνε αδιάφορο. Ας είναι. Ας...
Ο Μαύρος Αετός μπήκε στο δωμάτιο τη στιγμή που ο Χένρι Μίλερ, ο τρελός γέρος, ο τελευταίος Ασσος του Μεγάλου Πολέμου που χτυπήθηκε από τους γερμανούς, έπεφτε από την Κόκκινη Βαρόνη. Ο Χένρι ήταν νεκρός. Κι αν είχες την παραμικρή αμφιβολία σου διαλυόταν έτσι και κοίταζες το μάτια του και το δέρμα του που είχε αρχίσει να γίνεται μπλαβό.
Η κυρία Στος ήταν πεσμένη στα τέσσερα. Η ουρά της ήταν ανασηκωμένη και η εξάτμισή της έσταζε. Κι η Βαρόνη μουρμούριζε κάτι σαν «και άλλο, και άλλο», κι ύστερα συνήλθε και τινάχτηκε πάνω κι άρχισε να στριγκλίζει. Ο Μαύρος Αετός έμπηξε τα γέλια, γέλια υστερικά, μα το χαμόγελο του Μοναχικού Αετού ήταν πιο θριαμβευτικό από το δικό του.