Τα Ερωτευμένα Πουλιά

Theodore Sturgeon
The World Well Lost (1953)
Μετάφραση: Τάκης Αλεπάκος

Όλος ο κόσμος τα ήξερε σαν ερωτευμένα πουλιά, παρόλο που δεν ήταν βέβαια πουλιά, αλλά άνθρωποι. Τέλος πάντων, ας πούμε ανθρωποειδή. Απτερα δίποδα. Η παραμονή τους στη Γη υπήρξε σύντομη, ένα θαύμα εννιά ημερών. Κάθε θαύμα κρατάει εννιά μέρες στη Γη με τα οργιαστικά τριντεοσκοπικά θεάματα, με τα χάπια που σταματούν το χρόνο, με τα πεδία αντιστροφής των συναρθρώσεων, που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετατρέψει ένα ηλιοβασίλεμα σε αρώματα και στον μαζοχιστή να γίνει φετιχιστής της γούνας, με τις χιλιάδες άλλα μέσα ευφορίας - να γιατί, σε μια τέτοια Γη, ένα θαύμα εννιά ημερών είναι στα αλήθεια θαύμα.

 

Σαν ξαφνικό άνθισμα ξέσπασε στο πρόσωπο του κόσμου η ιδιάζουσα μαγεία των ερωτευμένων πουλιών. Έγραψαν γι' αυτά τραγούδια κι έφτιαξαν μπρελόκ, καπέλα, καρφίτσες, μπρασελέ, μενταγιόν και λιχουδιές. Γιατί τα ερωτευμένα πουλιά είχαν κάτι βαθιά μαγευτικό, και κανείς δεν μπορούσε να νιώσει τούτη την παράξενη ηδονή ακούγοντας μόνο να μιλούν για αυτά. Πολλοί άνθρωποι είναι απρόσβλητοι ακόμα και από τους στερεογράφους. Παρατηρήστε όμως τα ερωτευμένα πουλιά, έστω και ένα λεπτό, και δείτε τι συμβαίνει. Νιώθετε εκείνο το συναίσθημα που είχατε στα δώδεκά σας χρόνια, όταν λουσμένοι στον ήλιο του καλοκαιριού φιλούσατε για πρώτη φορά ένα κορίτσι κι, όπως σας κοβόταν η ανάσα, ήσαστε σίγουροι πως κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ξανά. Και πράγματι έτσι είναι - εκτός αν δείτε τα ερωτευμένα πουλιά. Τότε μαγεύεστε για τέσσερα δευτερόλεπτα σιωπής, ύστερα ξαφνικά η καρδιά σας αρχίζει να σπαρταράει και δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια σας' η πρώτη κίνηση που κάνετε μετά είναι να σαλέψετε μόλις στην άκρη των ποδιών, κι η πρώτη λέξη που θα προφέρετε είναι ψιθυριστή.

Αυτή η μαγεία προβλήθηκε πολύ ωραία στο τρίντεο, και τρίντεο είχε όλος ο κόσμος' έτσι, για λίγο, ολόκληρη η Γη ένιωσε μαγεμένη.

Τα ερωτευμένα πουλιά ήταν μονάχα δυο. Κατέβηκαν από τον ουρανό μέσα σε μια μοναδική χαλκόχρωμη λάμψη και βγήκαν από το σκάφος τους πιασμένα χέρι - χέρι. Τα μάτια τους ήταν γεμάτα θαυμασμό, κοιτούσαν το ένα το άλλο, και τα δυο μαζί τον κόσμο. Για μια στιγμή στάθηκαν αποσβολωμένα από αυτό που ανακάλυπταν. Σοβαρά και ευγενικά παραχώρησαν με τη σειρά και τα δυο το πέρασμα το ένα στο άλλο και καθώς κοίταζαν γύρω τους αντάλλαξαν μεταξύ τους δώρα - το χρώμα του ουρανού, τη γεύση, την πιεστική παρουσία των πραγμάτων που μεγάλωναν, συναντιόνταν κι άλλαζαν. Ποτέ δεν μίλησαν. Ήσαν απλώς μαζί. Το να τα παρατηρείς, σήμαινε να διακρίνεις τη μαγευτική κλίμακα της μελωδίας των τραγουδιών τους, να μαθαίνεις την αμοιβαία τους ζεστασιά καθώς η σάρκα τους ρουφούσε σιωπηλά το φως του ήλιου.

Κατέβηκαν από το σκάφος τους και το πιο ψηλό από τα δύο έριξε πίσω του μια κίτρινη σκόνη. Το σκάφος κατέρρευσε κι έγινε ένας σωρός χαλίκια που μετά έγιναν ένας σωρός χρυσής άμμου η οποία μετατράπηκε σε σκόνη και σκορπίστηκε στον αέρα. Όλοι κατάλαβαν ότι σκόπευαν να μείνουν κι όλοι διαπίστωσαν, απλώς κοιτάζοντάς τα, ότι μετά τη λατρεία που έδειχναν το ένα για το άλλο ακολουθούσε η ηδονή που τους πρόσφερε η Γη, τόσο τα πράγματα όσο και οι άνθρωποί της.

Τώρα αν ο γήινος πολιτισμός ήταν μια πυραμίδα, στην κορφή της (όπου βρίσκεται η εξουσία) θα πρέπει να κάθονταν ένας τυφλός, γιατί είμαστε έτσι φτιαγμένοι που μόνο τυφλώνοντας λίγο - λίγο τους εαυτούς μας, μπορούμε να ανέβουμε πάνω από τους συνανθρώπους μας. Ο άνθρωπος που κάθεται στην κορφή ασχολείται σε τεράστιο βαθμό με την ευημερία του συνόλου, γιατί θεωρεί ότι από αυτήν πηγάζει και στηρίζεται η άνοδός του, πράγμα που δεν ευσταθεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν που, μπροστά στις αμέτρητες αποδείξεις, αποφάσισε να βρει ένα μέσο άμυνας εναντίον των ερωτευμένων πουλιών εισάγοντας τα μάτριξ και τις συντεταγμένες της εικόνας τους στον εκπληκτικότερο κομπιούτερ που κατασκευάστηκε ποτέ.

Η μηχανή ρούφηξε τα σύμβολα, τα ανακάτεψε με ταχύτητα, τα σύγκρινε, τα επεξεργάστηκε και μετά σταμάτησε ενώ η τεράστια μνήμη της, κάθε κύτταρό της, παρέμεινε σιωπηλό... και ξαφνικά σε μια απόμερη γωνιά της ακούστηκε ένας ήχος. Η μηχανή τον άρπαξε, τον μετέτρεψε σε μαθηματικούς τύπους, τους επεξεργάστηκε, ενώ παράλληλα μεταγλώττιζε με λύσσα, κι έφτυσε μια πυρετώδη γλώσσα χαρτιού που πάνω του ήταν τυπωμένο:

ΝΤΙΡΜΠΑΝΟΥ

Τώρα αυτό άλλαζε τελείως την κατάσταση. Γιατί τα πλοία της Γης είχαν διατρέξει το σύμπαν από άκρη σε άκρη χωρίς να συναντήσουν εμπόδια. Κι από τα σπάνια εμπόδια που συνάντησαν, όλα μπόρεσαν και τα ξεπέρασαν, όλα εκτός από ένα. Κι αυτό το ένα ήταν ο Ντιρμπανού, ένας διαγαλαξιακός πλανήτης που οποιαδήποτε στιγμή πλησίαζαν γήινα σκάφη αμέσως τον περιέβαλαν προστατευτικά πεδία δύναμης. Υπήρχαν κι άλλοι κόσμοι που αντιδρούσαν έτσι, αλλά σε κάθε περίπτωση τα πληρώματα των πλοίων ήξεραν γιατί. Ο Ντιρμπανού, από την ώρα που τον ανακάλυψαν, απαγόρεψε από την πρώτη κιόλας φορά κάθε προσγείωση στο έδαφός του, μέχρι να καταφέρει να στείλει έναν πρεσβευτή του στη Γη. Και πράγματι έφτασε ένας (έτσι ανέφερε ο κομπιούτερ, που ήταν η μοναδική οντότητα που θυμόταν το γεγονός) και τότε έγινε φανερό ότι η Γη κι ο Ντιρμπανού είχαν πολλά κοινά σημεία. Ο Πρεσβευτής όμως έδειξε μια ως επί το πλείστον ασυνήθιστη περιφρόνηση για τη Γη και τα έργα της. Σφίγγοντας τα χείλη του επέστρεψε στον πλανήτη του χωρίς να πει λέξη. Από τότε και για πάντα ο Ντιρμπανού κλείστηκε στον εαυτό του και δεν επέτρεπε να τον επισκεφτούν γήινες αποστολές.

Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Ντιρμπανού απέκτησε αξία και έγινε πολύτιμη λεία. Αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα για να διαρρήξουμε το ήπιο πέπλο της απομόνωσής του. Και καθώς το απρόσβλητο του δέχτηκε πολλές απόπειρές μας, ο Ντιρμπανού πέρασε, στο συλλογικό μας πνεύμα από όλα τα συνηθισμένα στάδια, που είναι: η Περιέργεια, το Μυστήριο, η Πρόκληση, ο Εχθρός, ο Εχθρός, ο Εχθρός, το Μυστήριο, η Περιέργεια, και τελικά Αυτό-που-είναι-μακριά-μας-για-να-ασχολούμαστε-μαζί-του.

Και ξαφνικά μετά από όλον αυτό τον καιρό, η Γη είχε στο έδαφός της δύο όντα προερχόμενα από τον Ντιρμπανού, τα οποία αν και γοήτευαν τον όχλο εν τούτοις δεν έδιναν καμία πληροφορία για τον πλανήτη τους. Αυτή η ανυπόφορη κατάσταση άρχισε να γίνεται αισθητή στον κόσμο - αλλά σιγά σιγά, γιατί τούτη τη φορά ο θόρυβος που δημιουργούσαν οι τυφλοί άνθρωποι ξεπεράστηκε από τη μαγεία των ερωτευμένων πουλιών. Θα χρειαζόταν ίσως πάρα πολύς καιρός για να πειστούν ότι μια απειλή κυκλοφορούσε ανάμεσά τους, αν δεν συνέβαινε ένα δεύτερο γεγονός, αληθινά εκπληκτικό.

Ένα απευθείας μήνυμα έφτασε από τον Ντιρμπανού.

Οι πληροφορίες σχετικά με την επίδραση των ερωτευμένων πουλιών που εξέπεμπαν οι σηματοδότες όλης της Γης είχε τραβήξει την προσοχή του Ντιρμπανού, ο οποίος πρόθυμα μας πληροφόρησε ότι πράγματι τα ερωτευμένα πουλιά προέρχονταν από αυτόν, ότι ήταν φυγάδες κι ότι ο Ντιρμπανού θα το θεωρούσε κακό σημάδι αν η Γη μετατρεπόταν σε καταφύγιο των εγκληματιών του, ενώ θα το εκτιμούσε βαθύτατα αν τους ξανάστελνε πίσω στον κόσμο τους.

Έτσι από τα βάθη της έκστασής της, η Γη κατάφερε να καταστρώσει ένα σχέδιο δράσης, Τώρα στο κάτω κάτω παρουσιάστηκε μια ευκαιρία να συνάψει σχέσεις με τον Ντιρμπανού σε φιλική βάση - τον μεγάλο Ντιρμπανού ο οποίος αφού είχε δυναμικά πεδία που η Γη δεν μπορούσε να αντιγράψει, θα πρέπει κατ' ανάγκην να είχε κι άλλα πράγματα που η Γη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει' αυτόν τον πανίσχυρο Ντιρμπανού που μπροστά μπορούσαμε να γονατίσουμε σαν ικέτες (με βόμβες, καθαρά αμυντικού χαρακτήρα, κρυμμένες μέσα στις τσέπες μας), ζητώντας ψίχουλα από το τραπέζι του (για να μάθουμε έτσι τα κατατόπια της κουζίνας του).

Έτσι το επεισόδιο με τα ερωτευμένα πουλιά έγινε ακόμη ένα στοιχείο στην ανιαρή σειρά αποδείξεων που δείχνουν ότι η μέγιστη μισαλλοδοξία της Γης μπορεί στην πράξη να κατακτήσει οτιδήποτε, ακόμη κι αν πρόκειται για κάτι μαγικό.

Ειδικά αν είναι μαγικό.

Έτσι τα ερωτευμένα πουλιά συνελήφθησαν, Το Σταρμάιτ 4 39 μετατράπηκε σε πλοίο φυλακή, επανδρώθηκε με το κατάλληλα επιλεγμένο πλήρωμα και ξεκίνησε το διαστρικό του ταξίδι που θα έφερνε σαν κέρδος ένα καινούριο κόσμο.

 

Το πλήρωμα το αποτελούσαν δύο άντρες - ένας που έμοιαζε σαν μικρός πολύχρωμος κόκορας κι ένας ψηλός, μεγαλόσωμος σαν σταχτής ταύρος. Επρόκειτο για τον Ρουτς, που ήταν Κυβερνήτης και επιτελείο, και τον Γκράντι που ήταν υπεύθυνος για την άμυνα και την αποβίβαση.

Ο Ρουτς ήταν φαντασμένος, ζωηρός, λευκός και στεγνός. Τα μαλλιά του ήταν καστανά σαν τα μάτια του που είχαν πολύ σκληρό βλέμα. Ο Γκράντι ήταν αδέξιος, με μεγάλα ευγενικά χέρια και βαρείς ώμους, που το φάρδος τους έφτανε το μισό του ύψους του Ρουτς. Θα ΄πρεπε να φοράει πανωφόρι με κουκούλα και σκοινί για ζωστήρα, όπως οι καλόγεροι, ή ίσως, ένα μπουρνούζι. Δεν φορούσε ούτε το ένα ούτε το άλλο, το αποτέλεσμα όμως ήταν το ίδιο. Ήταν ο μόνος που γνώριζε ότι λέξεις και εικόνες, έννοιες και συγκρίσεις βρίσκονταν μέσα του σαν αέρας που στροβιλίζεται ασταμάτητα. Επίσης μόνο ο ίδιος κι ο Ρουτς ήξεραν ότι είχε στη κατοχή του βιβλία, πάρα πολλά βιβλία, όμως ο Ρουτς δεν έδινε πεντάρα γι' αυτό. Τον είχαν ονομάσει Γκράντι' από τότε που είχε αρχίσει να μιλάει και αυτό το όνομα του πήγαινε γάντι. Γιατί οι λέξεις που είχε στο μυαλό του δεν έβγαιναν εύκολα, παρά μόνο μία ή δύο τη φορά, κι αυτές με μεγάλα διαστήματα σιωπής ανάμεσα τους. Έτσι είχε μάθει να συμπυκνώνει τα λεκτικά μηνύματα σε μουγκρητά και γρυλίσματα, και όταν δεν το κατάφερνε σιωπούσε.

 

Ήταν και οι δυο τους πρωτόγονοι, που θα πει ότι ήταν άνθρωποι της δράσης, ενώ ο Σύγχρονος Ανθρωπος είναι στοχαστής ή και παθητικός δέκτης. Οι στοχαστές συνθέτουν καινούριες ποικιλίες και σχήματα ευφορίας και οι παθητικοί δέκτες τους αποζημιώνουν ανταποκρινόμενοι στις επινοήσεις τους. Στα πλοία δεν υπήρχε θέση για τον Σύγχρονο Ανθρωπο, κι ο Σύγχρονος άνθρωπος τα χρησιμοποιούσε σε τυχαίες περιπτώσεις.

Οι άνθρωποι της πράξης μπορούν να συνεργαστούν σαν τους γάντζους μιας βαλβίδας, σαν τα γρανάζια μιας μηχανής, κι ένας τέτοιος συνδυασμός δημιουργεί ένα παντοδύναμο δεσμό. Αλλά ο Ρουτς κι ο Γκράντι ήταν οι μοναδικοί ανάμεσα στα πληρώματα, με την έννοια ότι κανείς δεν μπορούσε να πάρει τη θέση του ενός χωρίς να αλλάξει και ο άλλος. Κάθε καλός κυβερνήτης μπορεί να διοικήσει οποιοδήποτε καλό πλήρωμα με τέτοιες τις συνθήκες. Όμως ο Ρουτς δεν ήθελε και δεν μπορούσε να ταξιδεύει με άλλον, παρά μόνο με τον Γκράντι, κι ο Γκράντι έδειχνε και αυτός την ίδια εξάρτηση. Ο Γκράντι καταλάβαινε αυτό τον δεσμό κι ήξερε ότι ο μόνος τρόπος για να τον σπάσει ήταν να τον εξηγήσει στον Ρουντς. Ο Ρουντς δεν τον καταλάβαινε γιατί ποτέ δεν έτυχε να προσπαθήσει να καταλάβει, αλλά κι αν έπρεπε να προσπαθήσει θα αποτύχαινε, γιατί δεν είχε την ικανότητα για κάτι τέτοιο. Ο Γκράντι γνώριζε πως αυτός ο μοναδικός δεσμός τους ήταν για τον ίδιο ζήτημα επιβίωσης. Ο Ρουτς δεν το ήξερε και εξάλλου θα απέρριπτε βίαια μια τέτοια ιδέα.

Έτσι ο Ρουτς αντιμετώπιζε τον Γκράντι με ανεκτικότητα και μια κάποια ειρωνεία, που μετριαζόταν όμως από το ότι ασυνείδητα καταλάβαινε ότι μπορούσε να βασίζεται σε αυτόν. Ο Γκράντι αντιμετώπιζε τον Ρουτς με ... τέλος πάντων, με τα ασταμάτητα σιωπηλά κύματα των λέξεων που υπήρχαν μες το μυαλό του.

Εκτός από την εναρμόνιση των λειτουργιών και τον άλλο δεσμό, που καταλάβαινε μόνον ο Γκράντι, υπήρχε κι ένα τρίτο στοιχείο στην φαινομενική αποτελεσματικότητά τους σαν πλήρωμα. Ήταν οργανικό κι είχε να κάνει με την αστρική προώθηση.

Οι μηχανές με αντιδραστήρες ήταν από καιρό ξεχασμένες. Η αποκαλούμενη κυματοειδής προώθηση χρησιμοποιούνταν μόνο πειραματικά όταν επρόκειτο για πολεμικά πλοία οπότε δεν ετίθετο θέμα επιχειρησιακών δαπανών. Το Σταρμαιτ 4 39 ήταν, όπως τα περισσότερα διαστρικά πλοία, εφοδιασμένα με ένα μηχανισμό Σ.Α. Όπως το τρανζίστορ, η γεννήτρια Στάσεων Αναφοράς είναι πολύ εύκολο να κατασκευαστεί και πολύ δύσκολο να εξηγηθεί. Η μαθηματική της διατύπωση προσεγγίζει τον μυστικισμό κι η θεωρία της εμπεριέχει ορισμένα αξιώματα που η πρακτική αγνοεί. Έχει σαν αποτέλεσμα να μετατοπίζεται η περιοχή στάσης του πλοίου κι οτιδήποτε βρίσκεται μέσα σε αυτήν από ένα δεδομένο σημείο αναφοράς σε ένα άλλο. Επί παραδείγματι, ένα πλοίο ακίνητο στην επιφάνεια της Γης βρίσκεται εν στάσει σε σχέση με το έδαφος επί του οποίου στέκεται. Η εκτόξευση του πλοίου εν στάσει αναφορικά με το κέντρο της γης του δίνει αμέσως μια πραγματική ταχύτητα ίση με τη ταχύτητα της επιφάνειας του πλανήτη που κινείται γύρω από τον άξονά του - κάπου χίλια μίλια την ώρα. Η Στάση Αναφοράς σε σχέση με τον ήλιο απομακρύνει το πλοίο από τη Γη με την ταχύτητα περιφοράς της τελευταίας γύρω από τον ήλιο. Η στάση Γ.Α. «κινεί» το πλοίο με τη γωνιακή ταχύτητα της περιφοράς του ήλιου γύρω από τον Γαλαξιακό Αξονα. Η γαλαξιακή παρέκκλιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως και κάθε κέντρο απλής ή πολύπλοκης μάζας μέσα στο εκτεταμένο σύμπαν. Υπάρχουν λοιπόν συνισταμένες κι πολλαπλασιαστές και οι πραγματικές ταχύτητες να γίνουν τεράστιες. Ωστόσο το πλοίο παραμένει σταθερά σε κατάσταση στάσης, καθώς μάλιστα δεν υπάρχει ο παραμικρός παράγων αδράνειας.

Το μοναδικό μειονέκτημα της Σ.Α. προώθησης είναι ότι οι μετακινήσεις από το ένα σημείο αναφοράς στο άλλο, κατά κανόνα, κάνουν το πλήρωμα να χάσει τις αισθήσεις του, για νευροψυχικούς λόγους. Αυτή η περίοδος «λιποθυμίας» δεν διαρκεί το ίδιο σε όλους και ποικίλει από μία έως και διόμισυ ώρες. Ωστόσο μια ανωμαλία στο τεράστιο σκελετό του Γκράντι έκανε τη περίοδο της λιποθυμίας του να κρατάει τριάντα με σαράντα λεπτά μόνον, ενώ ο Ρουτς χρειαζόταν πάνω από δύο ώρες για να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Υπήρχε κάτι στη φύση του Γκράντι που έκανε ζωτικής σημασίας αυτές τις στιγμές απομόνωσης, γιατί ένας άντρας πρέπει κάπου κάπου να βρίσκει τον εαυτό του, πράγμα που δεν συνέβαινε ποτέ όταν ο Γκράντι ήταν παρέα με άλλους.

 

Όμως μετά τις μετατοπίσεις των στάσεων, είχε στη διάθεση του πάνω κάτω μια ώρα, όσο ο αρχηγός του ήταν ξαπλωμένος σαν ναρκωμένος αετός με ορθάνοιχτα φτερά στη κουκέτα του. Μερικές φορές αυτό σήμαινε μονάχα ένα καλό βιβλίο.

Αυτό λοιπόν ήταν το πλήρωμα που επιλέχτηκε για το πλοίο - φυλακή.

Ήταν μαζί, οι δυο τους, περισσότερο καιρό από κάθε άλλο πλήρωμα στην Υπηρεσία Διαστήματος. Το μητρώο τους έδειχνε μεγάλη ικανότητα αντίστασης στη σωματική και ψυχική εξασθένηση, άγνωστες μέχρι πρότινος, σε μια δουλειά όπου ο εγκλεισμός στη διάρκεια μακρινών ταξιδιών είχε φτάσει να θεωρείται επικίνδυνος. Στο διάστημα οι μετατοπίσεις τους γίνονταν χωρίς προβλήματα και η προσεδάφιση στους πλανήτες γινόταν σύμφωνα με το πρόγραμμα και χωρίς απρόοπτα. Όταν επέστρεφαν στο σταθμό ο Ρουτς ριχνόταν με τα μούτρα στις σαρκικές ηδονές όπου κυλιόταν μέχρι μια ώρα πριν το επόμενο ταξίδι, ενώ ο Γκράντι πήγαινε πρώτα στο Γραφείο Επιχειρήσεων και μετά σε κάποιο βιβλιοπωλείο.

Ήταν και οι δύο ευχαριστημένοι που τους είχαν διαλέξει για το ταξίδι στον Ντιρμπανού. Ο Ρουτς δεν ένιωθε καμιά τύψη που είχε αφαιρέσει από τη Γη τις δύο καινούριες πηγές ηδονής, αφού ήταν ένας από τους λίγους που παρέμεναν απρόσβλητοι από την γοητεία τους («Όμορφα» είχε πει την πρώτη φορά που συνατήθηκαν). Ο Γκράντι απλώς μούγκρισε, όπως άλλωστε έκανε τότε όλος ο κόσμος. Ο Ρουτς δεν το πρόσεξε κι ο Γκράντι δεν είπε τίποτα για το ολοφάνερο γεγονός ότι παρόλο που η τρομερή εκστατική γοητεία του ενός για το άλλο, είχε, αν μη τι άλλο, αυξηθεί όταν τα συνέλαβαν, εν τούτοις η χαρά που είχαν εκδηλώσει όταν πρωτοαντίκριζαν για πρώτη φορά τη Γη και τα πράγματα της Γης είχε πια εξαφανιστεί. Τα είχαν κλειδώσει, με ασφάλεια αλλά και κάποια άνεση, στην επόμενη καμπίνα, πίσω από μια καινούρια διάφανη πόρτα, έτσι ώστε να μπορούν να παρακολουθούν και την παραμικρότερη κίνησή τους από την κυρίως καμπίνα ή την αίθουσα ελέγχου. Εκείνα κάθονταν δίπλα - δίπλα, αγκαλιασμένα, και παρόλο που η χαρά της επαφής τους ακτινοβολούσε αμείωτη, ήταν εν τούτοις μια χαρά σκιασμένη, μια ομορφιά δακρύων σαν τη σπαρακτική μουσική του τείχους των θρήνων.

 

Η Σ.Α. προώθηση έπιασε το φεγγάρι και το πλοίο αναπήδησε μακριά. Ο Γκράντι συνήρθε από τη λιποθυμία και τα βρήκε όλα πολύ ήσυχα. Τα ερωτευμένα πουλιά κάθονταν ακίνητα κι αγκαλιασμένα. Φαίνονταν πολύ ανθρώπινα εκτός από τις υπερυψωμένες γωνίες των κλειστών τους βλεφάρων, που υψώνονταν μάλλον αντί να πέφτουν προς τα κάτω, όπως των ανθρώπων. Ο Ρουτς ήταν χαλαρά ξαπλωμένος στην άλλη κουκέτα, κι ο Γκράντι μούγκρισε βλέποντάς τον. Εκτιμούσε βαθιά τη σιωπή, αφού ο Ρουτς είχε γεμίσει τη μικρή καμπίνα τους με τις φλυαρίες του σχετικά με τις κατακτήσεις του στο σταθμό, αραδιάζοντας τη μια βρωμερή λεπτομέρεια μετά την άλλη, δύο ολόκληρες ώρες πριν αναχωρήσουν. Ήταν μια ρουτίνα που ο Γκράντι την έβρισκε ιδιαίτερα βαρετή, εν μέρει λόγω του περιεχομένου της, που δεν τον ενδιέφερε καθόλου, αλλά περισσότερο γιατί δεν μπορούσε να την αποφύγει. Ο Γκράντι είχε από καιρό διαπιστώσει ότι αυτές οι αφηγήσεις, παρ' όλες τις λεπτομέρειές τους, άφηναν περισσότερο την εντύπωση της δίψας παρά του κορεσμού. Είχε βγάλει τα δικά του συμπεράσματα γι' αυτό αλλά τα κρατούσε, χαρακτηριστικά, για τον εαυτό του. Όμως βαθιά μέσα του, ο στροβιλιζόμενος αγέρας των λέξεων έπαιρνε σχήμα και μορφή. «Και την έκανα να αναστενάξει, γέρο μου!» κακάρισε ο Ρουτς. «Κι ούτε που πήρε λεφτά. Αντίθετα εκείνη μου έδωσε. Και τι λες ότι τα έκανα; Ε, λοιπόν αγόρασα άλλη μια από δαύτες». «Και τι μπόρεσες να αγοράσεις με μια πεντάρα τρυφερότητας, πρίγκιπά μου!» τραγούδησαν οι σιωπηλές λέξεις του.

«... στο πάτωμα και πάνω στο χαλί, σου λέω, μέχρι που νόμισα ότι θα σκαρφαλώναμε στον τοίχο. Και τη ξέσκισα, φιλαράκο μου, τη ξέσκισα, το πιάνεις;» «Κακόμοιρε» , συνέχισε ο κρυφός ψίθυρος, «η φτώχεια σου είναι μεγάλη σαν τη χαρά σου και δεν φτάνει ούτε το ένα δέκατο από τα κούφια λόγια σου» . Προς μεγάλη ανακούφιση του Γκράντι, αυτό το είδος των κομπασμών περιοριζόταν στην πρώτη μέρα του ταξιδιού, ούτε λέξη πια μέχρι την επόμενη αναχώρηση, ακόμη κι αν ήταν να γίνει μετά από πολλούς μήνες. Γρύλισε μου, μίλα μου γι' αγάπη, ποντικάκι κάγχασαν μέσα του οι λέξεις . Όρμα στο τυρί σου και δάγκωσε το στ' όνειρό σου . Και μετά, αποκαμωμένα, όμως αχ, τούτος ο θησαυρός που κουβαλάω είναι πολύ βαρύ φορτίο, πολύ μεγάλος για να τον τραβήξεις μες στο φωνακλάδικο κενό σου.

Ο Γκράντι άφησε την κουκέτα του και πήγε στο κοντρόλ. Η προσχεδιασμένη πορεία συμφωνούσε με τα δεδομένα του καντράν. Το σημείωσε στον πίνακα του ημερολογίου και ρύθμισε την εντολή πορείας προς ένα πλέγμα μάζας στο Νεφέλωμα του Καρκίνου. Ένα κουδουνάκι θα χτυπούσε όταν το εντόπιζε. Πάτησε το διακόπτη, ένα κουμπί πλάι στη κουκέτα του, για το τελικό κλείσιμο, κι απομακρύνθηκε περιμένοντας.

Μια και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει, στάθηκε και κοίταζε τα ερωτευμένα πουλιά.

Κάθονταν ακίνητα, αλλά η στάση τους έδειχνε τον έρωτα που τα πλημμύριζε. Τα χαλαρωμένα κορμιά τους, λαχταρούσαν το ένα το άλλο. Είδε το χέρι του πιο ψηλού να χαϊδεύει τα δάχτυλα της αγάπης του, και μετά να τραβιέται πάλι, σαν ξεφτίδια ενός σκισμένου υφάσματος που αγωνίζεται να αποκτήσει ξανά την συνοχή του. Και καθώς η διάθεσή τους ήταν και αυτή λυπημένη, όπως και η στάση τους, το καθένα τους μέσα από το άλλο, και τα δυο μαζί εξέφραζαν την απώλεια που είχαν υποστεί και τα μεγαλύτερα βάσανα που θα ακολουθούσαν. Αργά - αργά η εικόνα τους διείσδυσε στη σκέψη του Γκράντι. Οι σιωπηλές του  λέξεις την υποδέχτηκαν, την διαπέρασαν, την μαλάκωσαν και τελικά μουρμούρισαν

«Τινάξτε  τη σκόνη της λύπης από το μέλλον, όντα της λάμψης. Φτάνουν τα τωρινά σας βάσανα. Η θλίψη ας ζήσει αφού πρώτα γεννηθεί, κι όχι από πριν» .

Οι λέξεις του τραγούδησαν.

«Την κούπα γέμισε και στην φωτιά της άνοιξης.

Το χειμωνιάτικο ρούχο της μεταμέλειας πέτα το πέρα.

Το πουλί του χρόνου δεν έχει παρά λίγο δρόμο.

Να διαβεί - και το πουλί άρχισε ήδη να πετά».

Και πρόσθεσε, «Ομάρ Καγιάμ, γεννήθηκε περίπου το 1073» γιατί κι αυτό ήταν μέρος του ρόλου που έπαιζαν οι λέξεις του.

Και μετά πάγωσε με φρίκη' τα μεγάλα χέρια του σηκώθηκαν σπασμωδικά και γρατσούνισαν το τζάμι της φυλακής...

Του χαμογελούσαν.

Χαμογελούσε κι ούτε στα πρόσωπά τους ούτε στα κορμιά τους υπήρχε καθόλου θλίψη.

Τον είχαν ακούσει.

Κοίταξε χαμένα γύρω του, τη λιποθυμισμένη μορφή του κυβερνήτη πρώτα, μετά ξανά τα ερωτευμένα πουλιά.

Είχαν αποκτήσει πολύ γρήγορα τις αισθήσεις τους, πράγμα που ήταν τουλάχιστον ενοχλητικό' γιατί αυτές οι στιγμές της μοναξιάς ήταν περισσότερο από πολύτιμες για τον Γκράντι και τώρα θα του ήταν άχρηστες κάτω από τα εξεταστικά εκείνα σαν διαμάντια μάτια των ερωτευμένων πουλιών. Όμως αυτό ήταν το λιγότερο μπροστά στο άλλο, το φοβερό γεγονός ότι τον άκουγαν.

Δεν συναντούσες συχνά όντα προικισμένα με τηλεπαθητικές ικανότητες, αλλά υπήρχαν. Κι η εμπειρία που δοκίμαζε τώρα ήταν απαράλλαχτα η ίδια με εκείνη που δοκιμάζει κάθε άνθρωπος όταν βρεθεί μπροστά σε κάτι τέτοιο. Εκείνος ο πομπός, μπορούσε μονάχα να στέλνει' τα ερωτευμένα πουλιά μπορούσαν μονάχα να δέχονται. Κι όμως δεν έπρεπε να δέχονται τις δικές του σκέψεις. Κανένας δεν έπρεπε. Κανένας δεν έπρεπε να ξέρει ποιος ήταν, τι σκεφτόταν. Κάτι τέτοιο θα ήταν αβάσταχτο, σκέτη καταστροφή. Θα σήμαινε τέλος στις πτήσεις του με τον Ρουτς, τέλος σε οποιαδήποτε πτήση. Και τότε πως θα ζούσε - που θα πήγαινε;

Στράφηκε ξανά στα ερωτευμένα πουλιά. Τα χείλια του είχαν ασπρίσει και τραβήχτηκαν πίσω δείχνοντας πανικό και οργή. Για μια στιγμή που του πάγωσε το αίμα τα κοίταξε κατάματα. Είχαν πλησιάσει το ένα το άλλο και του έστελναν ένα λαμπερό, ανήσυχο, αλλά φιλικό βλέμμα που έκανε τα δόντια του να τρίξουν.

Τότε χτύπησε το κουδουνάκι από την κονσόλα του ελέγχου.

Ο Γκράντι γύρισε την πλάτη στη διάφανη τζαμόπορτα και πήγε στην κουκέτα του. Ξάπλωσε κι ακούμπησε με το δάχτυλό του το κουμπί.

Μισούσε τα ερωτευμένα πουλιά και δεν ένιωθε καμιά χαρά μέσα του. Πάτησε το κουμπί, το πλοίο γλίστρησε σε μια καινούρια στάση, κι έχασε τις αισθήσεις του.

 

Πέρασε κάμποση ώρα.

«Γκράντι!»
«;»
«Τα τάισες όλη αυτή την ώρα;»
«Όχι!»
«Τι στο διάβολο συμβαίνει με σένα, παλιομπάσταρδε; Με τι περιμένεις ότι θα ζήσουν, ε;»
Ο Γκράντι έριξε μια ματιά γεμάτη μίσος πίσω του. «Με τον έρωτα», είπε.
«Τάισε τα» διέταξε απότομα ο Ρουτς.

Χωρίς να πει λέξη ο Γκράντι πήγε να ετοιμάσει το φαγητό των φυλακισμένων. Ο Ρουτς στάθηκε στη μέση της καμπίνας, με τις μικρές δυνατές γροθιές τους στους γοφούς, το λαμπερό καστανόχρωμο κεφάλι του γερμένο στο πλάι να παρακολουθεί κάθε του κίνηση. «Δεν ήθελα πριν να σου μιλήσω έτσι», μούγκρισε μισοεπιθετικά, μισοανήσυχα. «Είσαι άρρωστος μήπως;»

Ο Γκράντι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Ανοιξε δύο αυτοθερμαινόμενες κονσέρβες και μετά πήρε δυο μπουκάλια με νερό.

«Ζηλεύεις τους ερωτευμένους που κάνουν το μήνα του μέλιτος ή τίποτε άλλο»

Ο Γκράντι γύρισε αλλού το πρόσωπό του.

«Θα τους πάμε στον Ντιρμπανού σώους και αβλαβείς, το άκουσες; Αν αρρωστήσουν, θα αρρωστήσεις κι εσύ, μα το Θεό, θα το φροντίσω εγώ. Μη μου δημιουργείς μπελάδες, Γκράντι, γιατί θα σε χτυπήσω. Δεν σε έχω μαστιγώσει ποτέ μέχρι τώρα, αλλά θα γίνει κι αυτό.

Ο Γκράντι γύρισε και πήρε το δίσκο. «Με ακούς;» ούρλιαξε ο Ρουτς.

Έγνεψε καταφατικά χωρίς να τον κοιτάξει. Αγγιξε ένα σημείο στο τζάμι και ένα μικρό παραθυράκι άνοιξε πάνω στο γυάλινο τοίχο. Έσπρωξε μέσα το δίσκο. Το ψηλότερο από τα ερωτευμένα πουλιά έτρεξε και τον πήρε βιαστικά, αλλά με χάρη, χαρίζοντας του ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο, για να τον ευχαριστήσει. Ο Γκράντι μούγκρισε μέσα από το λαρύγγι του σαν σαρκοφάγο ζώο. Το ερωτευμένο πουλί πήγε με το δίσκο στην κουκέτα στο βάθος κι άρχισαν να τρώνε, δίνοντας το ένα στο άλλο μικρές μπουκιές από το φαγητό.

Μια καινούρια στάση κι ο Γκράντι άρχισε να ξαναβρίσκει τις αισθήσεις του. Ανακάθισε απότομα κι έριξε μια ματιά γύρω του. Ο κυβερνήτης ήταν ξαπλωμένος πάνω στα μαξιλάρια, με το κορμί του μαζεμένο και το ένα χέρι τραβηγμένο πίσω, είχε εκείνη τη λεπτή, κομψή και χαλαρή στάση που παίρνουν οι γάτες όταν κοιμούνται. Τα ερωτευμένα πουλιά, ακόμη και κοιμισμένα, δεν έμοιαζαν καθόλου σα χωριστά μέρη ενός συνόλου παρόλο που το κοντό βρισκόταν πάνω στην κουκέτα ενώ το ψηλό κάτω, γονατιστό, διπλωμένο στα δύο, σαν να ικέτευε.

Ο Γκράντι φύσηξε τη μύτη του και σηκώθηκε. Διέσχισε την καμπίνα και στάθηκε κοιτάζοντας τον Ρουτς.

Το κολιμπρί είναι σφήκα, έλεγαν οι λέξεις του, βουίζει και τσιμπάει, τινάζεται κι ορμάει, σφυρίζει και πετάει μακριά. Είναι γρήγορο και πονάει, πονάει...

Στάθηκε για μια στιγμή, οι χοντροί μύες των ώμων του τεντώθηκαν, τα χείλη του τρεμόπαιξαν.

Κοίταξε τα ερωτευμένα πουλιά, που έστεκαν ακίνητα πάντα. Τα μάτια του μισόκλεισαν αργά.

 

Οι λέξεις του κατρακύλησαν, σκαρφάλωσαν και τελικά μπήκαν στη σειρά:

Τρία πράγματα έμαθα από τον έρωτα.

Την λύπη, την αμαρτία και το θάνατο που φέρνει.

Κι όμως μέρα με την ημέρα μέσα μου η καρδιά.

Τολμάει να προκαλεί ξανά την λύπη, την ντροπή, την αμαρτία, τον θάνατο...

Κι ως συνήθως πρόσθεσε, Σάμιουελ Φέργκιουσαν, γεννημένος το 1810 . Κοίταξε πάλι τα ερωτευμένα πουλιά και χτύπησε με τη γροθιά του την παλάμη του' ακούστηκε ένας ήχος όπως όταν γκρεμίζει ένα ρόπαλο μια μυρμηγκοφωλιά. Εκείνα τον άκουσαν για άλλη μια φορά, αλλά τώρα δεν του χαμογέλασαν. Κοίταξαν το ένα το άλλο και στράσηκαν και τα δυο μαζί προς αυτόν κουνώντας σοβαρά τα κεφάλια τους.

 

Ο Ρουτς εξέταζε τα βιβλία του Γκράντι' τα ξεφύλλιζε και τα ανακάτευε. Ποτέ πριν δεν τα είχε αγγίξει. «Μαλακίες», είπε κοροϊδευτικά. « Ο κήπος των Πλινκ. Ιτιές στον άνεμο. Παιδικά πράγματα ».

Ο Γκράντι πλησίασε με βαριά βήματα και υπομονετικά μάζεψε τα βιβλία που είχε πετάξει κάτω ο Κυβερνήτης. Τα έβαλε ένα ένα πίσω στη θέση τους και τα χάιδεψε λες και τα είχαν πληγώσει.

«Υπάρχει κανένα με εικόνες;»

Ο Γκράντι τον κοίταξε για μια στιγμή σιωπηλά και μετά τράβηξε ένα χοντρό τόμο. Ο Κυβερνήτης τον άρπαξε από τα χέρια του και τον ξεφύλλισε. «Βουνά», γρύλισε. «Παλιά σπίτια». Γύρισε σελίδα. «Παλιόβαρκες». Πέταξε το βιβλίο με δύναμη στο ράφι. «Έχεις τίποτε από αυτά που θέλω;»

Ο Γκράντι περίμενε υπομονετικά.

«Θες να στο ζωγραφίσω για να καταλάβεις;» μούγκρισε ο Κυβερνήτης. «Θέλω κάτι να με ερεθίσει, Γκράντι. Δεν καταλαβαίνεις; Θέλω να δω εικόνες, το πιάνεις;»

Ο Γκράντι τον κοίταξε ανέκφραστα, αλλά μέσα του ένιωσε πανικοβάλλεται. Πότε, πότε ο Κυβερνήτης δεν είχε συμπεριφερθεί έτσι άλλη φορά, στη μέση του ταξιδιού. Και υποψιαζόταν ότι το πράγμα θα χειροτέρευε. Θα χειροτέρευε πολύ. Και γρήγορα.

Έριξε στα ερωτευμένα πουλιά μια ματιά γεμάτη κακία και μίσος. Αν δεν ήταν αυτά στο σκάφος...

Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Έπρεπε να κάνει κάτι. Κάτι...

«Έλα τώρα, έλα» είπε ο Ρουτς. «Μα το Σατανά, ακόμη κι ένα σκουλήκι σαν κι εσένα θα πρέπει να 'χει κάτι βιτσιόζικο».

Ο Γκράντι του γύρισε την πλάτη. Έσφιξε για μια βασανιστική στιγμή τα βλέφαρά του κι απόχτησε ξανά την αυτοκυριαρχία του. Απλωσε το χέρι του στα βιβλία, δίστασε και τελικά τράβηξε ένα μεγάλο και βαρύ τόμο. Του έδωσε στον κυβερνήτη και ξαναγύρισε στην κονσόλα ελέγχου. Έσκυψε πάνω από τον κομπιούτερ προσποιούμενος ότι είχε δουλειά.

Ο Κυβερνήτης ξάπλωσε στην κουκέτα του Γκράντι κι άνοιξε το βιβλίο. «Μιχαήλ Αγγελος, τι στο διάβολο», βρυχήθηκε. Μούγκριζε όπως ακριβώς κι ο σύντροφος του. «Αγάλματα», μισοψιθύρισε περιφρονητικά, αλλά τελικά καθηλώθηκε κι άρχισε να γυρίζει τις σελίδες. Είχε ησυχάσει.

Τα ερωτευμένα πουλιά τον κοίταζαν με μια θλιμμένη τρυφερότητα. Μετά, και τα δυο μαζί, άρχιζαν να ρίχνουν παρακαλεστικές ματιές στον Γκράντι που είχε γυρισμένες τις πλάτες του.

Το μάτριξ για την Γη γλιστρούσε στα δάχτυλα του και ξαφνικά τράβηξε την ταινία και άρχισε να την σκίζει. Βρωμερό μέρος η Γη. Δεν υπάρχει τίποτε πιο συντηρητικό από την ελευθεριότητα , σκέφτηκε. Πάρτε ένα πολιτισμό συβαριτών με απεριόριστη δυνατότητα επιλογής μηχανικών ηδονών κι έχετε αμέσως ένα λαό ριζωμένο στη λαγνεία των μορφών και των τύπων, ένα πληθυσμό με λίγα αλλά φοβερά ταμπού, στενόμυαλο, που εύκολα σοκάρεται και πρόθυμα υπακούει τους νόμους - ακόμη κι εκείνους που τον οδηγούν υπολογισμένα στην εξαχρείωση - ένα πληθυσμό που προστατεύει μονάχα την ακριβή κι εξειδικευμένη σεμνοτυφία του. Σε μια τέτοια ομάδα υπάρχουν λέξεις που δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται γιατί προκαλούν αισχρά γέλια, χρώματα που δεν πρέπει να φοριούνται, χειρονομίες και τόνοι που πρέπει να αποφεύγονται αλλιώς υπάρχει φόβος να σε κομματιάσουν. Οι κανόνες συμπεριφοράς είναι πολύπλοκοι και ταυτόχρονα απόλυτοι. Σε τέτοια μέρη κανείς δεν πρέπει να αφήνει την καρδιά του να τραγουδάει, από το φόβο μήπως προδώσει τη ζεστασιά της, την ελευθερία της και την χαρά της.

Αν λαχταράτε όμως μια τέτοια χαρά, αν θέλετε την ελευθερία να είστε ο εαυτός σας, τότε δεν υπάρχει παρά μόνο το διάστημα, η μαύρη λαμπερή μοναξιά, Κι αφήστε τις μέρες που περνάνε, τον χρόνο να κυλά, κλειστείτε στο καβούκι σας και περιμένετε. Αραιά και που θα γεύεστε εκείνες τις στιγμές που θα 'στε μονάχοι μπροστά στην συνείδησή σας, χωρίς κανέναν γύρω να σας βλέπει και τότε μπορείτε να ξεσπάσετε, να χορέψετε, να ουρλιάξετε, να τραβήξετε τα μαλλιά σας μέχρι που να φλογιστούν οι κόρες των ματιών σας, να κάνετε οτιδήποτε λαχταράει η αδάμαστη φύση σας.

Ο Γκράντι χρειάστηκε τη μισή του ζωή για να βρει την ελευθερία: Καμιά τιμή δεν του έφτανε για να την χάσει. Καμιά ζωή, καμιά διαπλανητική διπλωματία καμιά Γη δεν θα μπορούσε να ισοφαρίσει την ενδεχόμενη φοβερή απώλειά της.

Κι όμως θα την έχανε αν κάποιος μάθαινε. Και τα ερωτευμένα πουλιά είχαν μάθει.

Έσφιξε τα βαριά του χέρια μέχρι να τρίξουν οι κλειδώσεις του. Ο Ντιρμπανού θα το μάθαινε επίσης διαβάζοντας τα εξημμένα πνεύματα των ερωτευμένων πουλιών κι ο Ντιρμπανού θα το μετέδιδε σε όλα τα αστέρια. Το μούγκρισμα της αντίδρασης! Και μετά; Ο Ρουτς! Ο Ρουτς! Όταν το φοβερό και δυνατό χτύπημα θα 'φτανε και σε αυτόν...

Ας προσβληθεί λοιπόν, ο Ντιρμπανού. Και η Γη ας κατηγορήσει αυτό το πλοίο για αδεξιότητα, ακόμη και για προδοσία - τα πάντα εκτός από το καταραμένο νέο που του 'χαν κλέψει τα ερωτευμένα πουλιά.

 

Αλλη μια στάση, κι η πρώτη σκέψη που ήρθε στο μυαλό του Γκράντι μόλις συνήλθε ήταν ότι πρέπει να γίνει σύντομα.

Κατρακύλησε από την κουκέτα του και χάζεψε τα αναίσθητα ακόμη πλάσματα, τα ανυπεράσπιστα ερωτευμένα πουλιά.

Να τους σπάσει τα κεφάλια.

Κι ο Ρουτς... τι θα πει στον Ρουτς;

Ότι τα ερωτευμένα πουλιά του επιτέθηκαν και προσπάθησαν να καταλάβουν το πλοίο;

Κούνησε το κεφάλι του σαν μια αρκούδα μπροστά σε σμήνος μελισσών. Ο Ρουτς ποτέ δεν θα πίστευε κάτι τέτοιο. Ακόμη κι αν τα ερωτευμένα πουλιά κατάφερναν να ανοίξουν την πόρτα, πράγμα αδύνατον, θα ήταν κάτι παραπάνω από γελοίο να φανταστείς ότι δύο λαμπερά και λεπτά πλάσματα σαν κι αυτά, θα μπορούσαν να επιτεθούν σε κάποιον - ειδικά μάλιστα όταν ο αντίπαλός τους ήταν τόσο μεγαλόσωμος και δυνατός.

Δηλητήριο; Όχι δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο στα αποθέματα των προμηθειών τους.

Κοίταξε τον Κυβερνήτη και του κόπηκε η ανάσα.

Μα φυσικά!

Έτρεξε στην προσωπική ντουλάπα του αρχηγού του. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ένα τέτοιο παλιόσκυλο σαν τον Ρουτς δεν θα μπορούσε να κάνει τη ζωή που έκανε, ούτε να κοκορεύεται και να κορδώνεται, αν δεν είχε ένα όπλο. Κι αν ήταν το ανάλογο όπλο που ταιριάζει σε τέτοια υποκείμενα...

Μια κίνηση τράβηξε το βλέμμα του καθώς ψαχούλευε.

Τα ερωτευμένα πουλιά είχαν ξυπνήσει.

Δεν είχε καμία σημασία.

Τα κοίταξε και γέλασε με άσχημο γέλιο. Μαζεύτηκαν το ένα δίπλα στο άλλο και τα μάτια τους έλαμψαν.

Είχαν καταλάβει.

Ο Γκράντι ήξερε ότι θα βιάζονταν, όπως και εκείνος. Και τότε βρήκε το πιστόλι.

Ήταν μικρό και κομψό, λείο και κρυβόταν άνετα στο χέρι. Ότι ακριβώς είχε φανταστεί, ότι ακριβώς έλπιζε - αυτό που χρειαζόταν. Ένα πιστόλι που δεν έκανε θόρυβο. Δεν άφηνε σημάδια. Ούτε καν έπρεπε να σημαδέψει προσεκτικά. Αρκούσε να αγγίξουν μόλις οι φονικές ακτίνες του το σώμα κι αμέσως οι άξονες σε όλο το κορμί σταματούσαν να γεννούν νευρικές ωθήσεις. Καμιά σκέψη δεν έφευγε από τον εγκέφαλο και καμιά συστολή δεν παρατηρούνταν στην καρδιά ή σους πνεύμονες. Κι αργότερα δεν υπήρχε κανένα ίχνος που να έδειχνε ότι το όπλο είχε χρησιμοποιηθεί.

Πλησίασε το τζαμένιο χώρισμα με το πιστόλι στο χέρι. Όταν σηκωθεί, εσείς θα έχετε πεθάνει, σκέφτηκε. Δεν μπόρεσαν να συνέλθουν ύστερα από τη στάση τους πλοίου. Κρίμα στα αλήθεια! Αλλά κανένας μας δεν φταίει γι' αυτό έτσι δεν είναι ; Δεν είχαμε ποτέ άλλοτε πλάσματα από τον Ντιρμπανού μαζί μας. Πως λοιπόν να το ξέραμε ;

Τα ερωτευμένα πουλιά αντί να οπισθοχωρήσουν, είχαν πλησιάσει από την άλλη μεριά του χωρίσματος. Τα πρόσωπά τους απελπισμένα, έκαναν νοήματα με τα ντελικάτα τους χέρια προσπαθώντας φρενιασμένα να του δώσουν να καταλάβει κάτι.

Πάτησε το κουμπί και άνοιξε το παραθυράκι στο τζάμι.

Το ψηλότερο πουλί κρατούσε κάτι μπροστά του σαν να ήθελε να προστατευθεί. Το άλλο του το έδειχνε κουνώντας επίμονα το κεφάλι του ενώ συγχρόνως του έριχνε ένα από εκείνα τα καταραμένα αλλά γλυκά, μαγευτικά του χαμόγελα.

Ο Γκράντι σήκωσε το χέρι του για να παραμερίσει αυτό που κρατούσε. Απότομα σταμάτησε την κίνησή του.

Ήταν μονάχα ένα κομμάτι χαρτί.

Όλη η ανθρώπινη σκληρότητα ανάβλυσε μέσα του . Ένα ον ανίκανο να προστατεύσει τον εαυτό του δεν αξίζει να ζει. Σήκωσε το όπλο.

Και τότε είδε τη ζωγραφιά.

Λιτό και ακριβές, σχεδιασμένο με την ανείπωτη χάρη που μόνο τα ερωτευμένα πουλιά μπορούσαν να επιδείξουν, το σκίτσο παρουσιάζει τρεις μορφές.

Τον ίδιο τον Γκράντι, μεγαλόσωμο, απαθή, με τα λαμπερά του μάτια, τα πόδια του σαν κορμούς δέντρων και τις πλάτες του κυρτωμένες.

Τον Ρουτς, σε μια στάση τόσο χαρακτηριστική και τόσο επιδέξια σχεδιασμένη που του Γκράντι του κόπηκε η ανάσα. Ζωηρή και διαυγής η εικόνα του Ρουτς τον έδειχνε με το ένα πόδι πάνω σε μια καρέκλα, τους δυο αγκώνες στο ανασηκωμένο γόνατο και το κεφάλι μισογυρισμένο. Τα μάτια του στα αλήθεια πετούσαν σπίθες πάνω στο χαρτί.

Και μια κοπέλα.

Ήταν πολύ όμορφη. Στεκόταν με τα χέρια πίσω, τα πόδια της ελαφρά ανοιχτά και το κεφάλι της λίγο σκυμμένο. Το βλέμμα της ήταν βαθύ, στοχαστικό και, κοιτάζοντας την κατάματα, σιωπούσες, περίμενες να χαμηλώσουν τα ματόκλαδα για να διαλυθεί η μαγεία.

Ο Γκράντι συνοφρυώθηκε διστακτικός. Σήκωσε το έκπληκτο βλέμμα του από αυτά τα εξαίσια σχέδια και κοίταξε τα ερωτευμένα πουλιά. Η ματιά του διασταυρώθηκε με τα ικετευτικά, φλογισμένα, ανυπόμονα, γεμάτα ελπίδα πρόσωπά τους.

Το πλάσμα σήκωσε το δεύτερο χαρτί πάνω στο τζάμι.

Υπήρχαν οι ίδιες τρεις μορφές, ακριβώς το ίδιο σχεδιασμένες με τις προηγούμενες, με μια μικρή όμως διαφορά: ήταν τελείως γυμνές.

Απόρησε που ήξεραν με τόσες λεπτομέρειες την ανατομία του ανθρώπινου σώματος.

Δεν πρόλαβε να αντιδράσει, όταν είδε το τρίτο χαρτί.

Αυτή τη φορά ήταν τα δύο ερωτευμένα πουλιά - το ψηλό και το πιο κοντό, πιασμένα χέρι - χέρι. Και δίπλα τους μια Τρίτη φιγούρα, παρόμοια κάπως, πιο μικροσκοπική όμως και πολύ στρογγυλή, με κάτι γελοία, κοντά χέρια.

Ο Γκράντι κοίταξε τα τρία χαρτιά, το ένα μετά το άλλο. Υπήρχε κάτι, κάτι...

Έπειτα είδε το τέταρτο χαρτί. Και αργά - αργά, άρχισε να καταλαβαίνει. Στο τελευταίο σχέδιο, τα ερωτευμένα πουλιά ήταν ακριβώς όπως και πριν, μόνο που τώρα ήταν γυμνά, όπως και το μικρό πλάσμα δίπλα τους. Ο Γκράντι δεν είχε δει ποτέ του γυμνά ερωτευμένα πουλιά. Πιθανώς και κανείς άλλος.

Αργά χαμήλωσε το όπλο κι άρχισε να γελάει. Πέρασε το χέρι του από το άνοιγμα κι έπιασε τα χέρια των δύο πλασμάτων. Εκείνα έβαλαν τα γέλια μαζί του.

 

Ο Ρουτς τεντώθηκε με τα μάτια κλειστά, πίεσε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι και κύλησε στο πλάι. Κατέβασε τα πόδια του, έπιασε το κεφάλι του και χασμουρήθηκε.

 Μονάχα τότε αντιλήφθηκε ότι ο Γκράντι στεκόταν μπροστά του.
«Τι τρέχει με σένα;»
Ακολούθησε με τα μάτια του το βλοσυρό βλέμμα του Γκράντι. Η τζαμόπορτα ήταν ορθάνοιχτη.
Ο Ρους πετάχτηκε όρθιος λες και τα στρωσίδια του είχαν αρπάξει φωτιά. «Που... τι...»

Το σκληρό σαν βράχο πρόσωπο του Γκράντι ήταν στραμμένο προς τη δεξιά πλευρά του χωρίσματος. Ο Ρουτς γύρισε προς τα εκεί, πατώντας στις μύτες των ποδιών του, σαν πυγμάχος. Το λείο πρόσωπο του έλαμπε μες στην κόκκινη λάμψη του φωτός πάνω από τον αεροστεγή θάλαμο.

«Τη ναυαγοσωστική άτρακτο... εννοείς ότι την πήραν; Το έσκασαν;»
Ο Γκράντι ένευσε καταφατικά.
Ο Ρουτς κούνησε το κεφάλι του. «Τέλεια», βόγκηξε. Στάθηκε μπροστά στον Γκράντι. «Κι εσύ που στο διάολο ήσουνα;»
«Εδώ!»
«Για το όνομα του Θεού, τι έγινε τέλος πάντων;» Ο Ρουτς ήταν στα πρόθυρα υστερικής κρίσης.
Ο Γκράντι χτύπησε το στήθος του.
«Θέλεις να πεις ότι εσύ τα άφησες να φύγουν;»
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και περίμενε - όχι για πολύ».

«Θα σε κάψω», ούρλιαξε λυσσασμένος ο Ρουτς. «Θα σε ρίξω τόσο χαμηλά που θα χρειαστείς μια ντουζίνα χρόνια στο σκαρφάλωμα για να ξαναπιάσεις έστω και μια σκούπα σε στρατώνα. Κι όταν τελειώσω μαζί σου θα σε παραδώσω στην Υπηρεσία. Τι νομίζεις ότι θα σου κάνουν; Και τι νομίζεις ότι θα κάνουν με μένα;»

Όρμησε στον Γκράντι και τον χτύπησε στο μάγουλο με την εξωτερική πλευρά της παλάμης του. Εκείνος ούτε που σήκωσε τα χέρια του, δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να αποφύγει το χτύπημα. Στεκόταν ακίνητος και περίμενε.

«Μπορεί να ήταν εγκληματίες, αλλά ήταν υπήκοοι του Ντιρμπανού», μούγκρισε ο Ρουτς και σταμάτησε για να πάρει ανάσα. «Τι θα πούμε τώρα στον Ντιρμπανού; Καταλαβαίνεις ότι αυτό μπορεί να σημαίνει πόλεμο;»
Ο Γκράντι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Τι εννοείς; Κάτι ξέρεις εσύ. Μίλα όσο είναι ακόμη καιρός. Έλα ξεφτέρι μου - τι θα πούμε στο Ντιρμπανού;»
Ο Γκράντι έδειξε το άδειο κελί. «Νεκρά», είπε.
«Και τι θα μας χρησιμέψει να πούμε ότι είναι νεκρά, αφού δεν είναι; Κάποια μέρα θα εμφανιστούν πάλι, και τότε...»

Ο Γκράντι κούνησε το κεφάλι του. Έδειξε τον αστρικό χάρτη. Ο Ντιρμπανού ήταν ο κοντινότερος πλανήτης. Δεν υπήρχαν άλλα κατοικήσιμα αστέρια σε ακτίνα χιλιάδων πάρσεκ.
«Δεν πήγαν στον Ντιρμπανού!»
«Όχι!»
«Που να πάρει ο διάολος, με το τσιγκέλι σου παίρνουν τις λέξεις εσένα. Με την ναυαγοσωστική άτρακτο μπορούν να πάνε ή στον Ντιρμπανού - πράγμα που δεν έκαναν - ή να περιπλανιόνται, για πολλά χρόνια όσως, στις άκρες του Γαλαξία. Μονάχα αυτό μπορούν να κάνουν».
Ο Γκράντι έγνεψε καταφατικά.
«Και φαντάζεσαι ότι δεν μπορούν να τα κυνηγήσουν από τον Ντιρμπανού και να τα υποχρεώσουν να κατέβουν;»
«Δεν έχουν σκάφη».
«Έχουν!»
«Δεν έχουν!»
«Τα ερωτευμένα πουλιά στο είπαν;»
«Ναι!»
«Εννοείς ότι το δικό τους πλοίο που κατέστρεψαν, και το άλλο του πρεσβευτή ήταν τα μοναδικά τους;»
«Ναι!»
Ο Ρουτς άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. «Δεν το πιάνω αυτό. Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτε. Γιατί το έκανες, Γκράντι;»

Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος, κοιτάζοντας τον στα μάτια. Έπειτα πήγε στο κομπιούτερ. Ο Ρουτς δεν είχε άλλη εκλογή παρά να ακολουθήσει. Ο Γκράντι άπλωσε μπροστά τα τέσσερα σχέδια.

«Τι είναι αυτά; Ποιος τα έκανε; Εκείνα; Διάολε, ποιος θα το φανταζόταν! Η μικρούλα ποια είναι;»

Ο Γκράντι του έδειξε με μια ανυπόμονη κίνηση και τα τέσσερα σχέδια ταυτόχρονα. Ο Ρουτς έκπληκτος τον κοίταξε, κάρφωσε το βλέμμα του πρώτα στο ένα μάτι του Γκράντι, μετά στο άλλο, κι έπειτα γύρισε στα σχέδια.

«Καλύτερα έτσι», μουρμούρισε. «Κρίμα που δεν ήξερα ότι ζωγραφίζουν τόσο όμορφα». Ξανά ο Γκράντι του επέστησε την προσοχή και στα τέσσερα σχέδια κι όχι μονάχα στο ένα που τον γοήτευε.

«Αυτός είσαι εσύ, κι αυτός είμαι εγώ. Σωστά; Και μετά αυτή η μικρούλα. Και τώρα όλοι μαζί, ολόγυμνοι. Κορμάκι, παιδί μου, ε; Εντάξει, εντάξει, συνεχίζω. Εδώ είναι οι φυλακισμένοι μας, σωστά; Κι αυτός ο χοντρούλης ποιος είναι;»

Ο Γκράντι έσπρωξε μπροστά του το τέταρτο σχέδιο. «Ω», έκανε ο Ρουτς. «Όλοι γυμνοί και εδώ. Ωραία!»

Ξαφνικά ούρλιαξε κι έσκυψε πιο κοντά στο χαρτί. Έπειτα κοίταξε γρήγορα και τα τέσσερα σχέδια με τη σειρά. Το πρόσωπό του άρχισε να κοκκινίζει. Κοίταξε το τέταρτο σχέδιο για πολύ ώρα προσεκτικά. Τελικά έδειξε με το δάχτυλο το σκίτσο του μικρού χοντρού εξωγήινου. «Είναι ένα...»
Ο Γκράντι κούνησε το κεφάλι του. «Θηλυκό!»
«Τότε εκείνα τα δυο ήταν...»
Ο Γκράντι συμφώνησε.
«Ώστε αυτό ήταν, λοιπόν!» ούρλιαξε και πάλι ο Ρουτς μανιασμένος. «Θέλεις να πεις ότι όλον αυτό τον καιρό ταξιδεύαμε με δύο ... αδερφές! Αμα το ήξερα θα τους είχα σκοτώσει!»
«Ναι!»
Ο Ρουτς τον κοιτούσε τώρα με μεγαλύτερο σεβασμό αρχίζοντας να δείχνει ευχαριστημένος. «Κι έτσι τα άφησες να φύγουν για να μην τα σκοτώσω και χαλάσω όλη τη δουλειά, έτσι;» Έξυσε το κεφάλι του. «Ωραία, λοιπόν! Τελικά φαίνεται ότι σου κόβει. Μπορώ να αντέξω τα πάντα, εκτός από τις αδερφές!»

Ο Γκράντι συμφώνησε.

«Θεέ μου», είπε ο Ρουτς, «τώρα ξεκαθαρίζουν όλα. Όλα! Τα θηλυκά τους δεν μοιάζουν καθόλου με τα αρσενικά τους. Συγκριτικά με αυτά, οι δικές μας γυναίκες είναι ολόιδιες με εμάς. Έτσι λοιπόν έρχεται ο πρεσβευτής τους στη Γη και βλέπει ένα πλανήτη που νομίζει ότι είναι γεμάτος ανώμαλους. Ξέρει βέβαια ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, αλλά δεν αντέχει το θέαμα. Έτσι γυρίζει στον Ντιρμπανού και κόβουν κάθε σχέση με τη Γη».

Ο Γκράντι έγνεψε καταφατικά.

«Μετά αυτά εδώ τα πουστρόνια έρχονται στη Γη και φαντάζονται ότι βρίσκονται στο σπίτι τους. Και λίγο έλειψε να το πετύχουν. Αλλά ο Ντιρμπανού  τα καλεί πίσω, γιατί δεν θέλει να τον αντιπροσωπεύουν τέτοια πλάσματα στη Γη. Δεν τους κατηγορώ καθόλου. Πώς θα ένιωθες εσύ, αν ο μοναδικός γήινος στον Ντιρμπανού ήταν αδερφή; Δεν θα ήθελες να τον αρπάξουμε από εκεί αμέσως;»

Ο Γκράντι δεν είπε τίποτα.

«Και τώρα», συνέχισε ο Ρουτς, «καιρός να στείλουμε τα καλά νέα στον Ντιρμπανού».

Πλησίασε τη συσκευή επικοινωνίας.

Χρειάστηκε εκπληκτικά λίγη ώρα για να έρθει σε επαφή με τον απομονωμένο πλανήτη. Ο Ντιρμπανού επιβεβαίωσε τη λήψη και έστειλε με κώδικα χαιρετισμούς. Ο αποκωδικοποιητής  πάνω στην κονσόλα τύπωνε το μήνυμα.

ΣΤΑΡΜΑΙΤ 4 39, ΧΑΙΡΕΤΑΜΕ, ΕΙΣΤΕ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ, ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΡΙΞΕΤΕ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟΝ ΝΤΙΡΜΠΑΝΟΥ, ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ.

«Μάλιστα», σχολίασε ο Ρουτς. «Ωραίοι άνθρωποι! Το πρόσεξες ότι δεν μας καλούν να κατέβουμε; Ούτε που θέλουν να προσεδαφιστούμε. Τι τους λέμε τώρα για τα πιτσουνάκια τους, μου λες;»
«Νεκροί», είπε ο Γκράντι.
«Ναι! Στο κάτω - κάτω αυτό θέλουν». Έστειλε γρήγορα το μήνυμα.

Σε λίγα λεπτά ο αποκωδικοποιητής λάβαινε την απάντηση: ΑΝΑΜΕΙΝΑΤΕ ΓΙΑ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΟΥΜΕ. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ.

«Τώρα την κάναμε», είπε ο Κυβερνήτης. «Εδώ την πατήσαμε!»
«Όχι», είπε Γκράντι.
«Όμως το μηχάνημα τους θα εντοπίσει -α, κατάλαβείνω που το πας, Γκράντι. Δεν υπάρχει ζωή, άρα δεν θα υπάρχει και σινιάλο. Είναι το ίδιο σαν να μην ήταν καθόλου εδώ».
«Ναι!»

Ο αποκωδικοποιητής κατέγραψε: Ο ΝΤΙΡΜΠΑΝΟΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙ. ΘΕΩΡΕΙ ΛΗΞΑΣΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ. ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΠΤΩΜΑΤΑ. ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΑ ΦΑΤΕ.

Ο Ρουτς ανατρίχιασε. «Έθιμό τους», είπε ο Γκράντι.

Ο αποκωδικοποιητής συνέχισε: ΤΩΡΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΓΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗ ΓΗ.

«Θα γυρίσουμε δοξασμένοι πίσω», φώναξε θριαμβευτικά ο Ρουτς. Κι έστειλε το παρακάτω μήνυμα:

ΚΑΙ Η ΓΗ ΣΥΜΦΩΝΕΙ. ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΕ;

Ο αποκωδικοποιητής σταμάτησε. Μετά: Η ΓΗ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΤΙΡΜΠΑΝΟΥ ΚΙ Ο ΝΤΙΡΜΠΑΝΟΥ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΤΑΣΗ, ΤΙΘΕΤΑΙ ΑΜΕΣΩΣ ΣΕ ΙΣΧΥ.

«Αντε γαμηθείτε!»
Ο Ρουτς περίμενε στο μηχάνημα, αλλά παρόλο που βρίσκονταν μέσα στην τροχιά και σε απόσταση σχεδόν τεσσάρων ημερών από τον πλανήτη, δεν έλαβαν άλλο μήνυμα.

 

Το τελευταίο πράγμα που είπε ο Ρουτς πριν μπουν στην πρώτη κατάσταση στάσης στο δρόμο του γυρισμού, ήταν: «Όπως και να έχει, τέλος πάντων - μου κάνει καλό να σκέφτομαι τις δύο βασιλοπούλες να περιπλανιόνται με την άτρακτο. Να πεθάνουν από την πείνα αποκλείεται. Βέβαια θα μείνουν χρόνια κλεισμένες εκεί μέσα, μέχρι να βρουν πλανήτη να προσεδαφιστούν!»

Τα λόγια του ηχούσαν ακόμα στο μυαλό του Γκράντι καθώς συνερχόταν. Έριξε μια ματιά πίσω του στο γυάλινο χώρισμα και χαμογέλασε.

«Για χρόνια», μουρμούρισε. Οι λέξεις του στριφογύρισαν, στροβιλιστικά, κι είπε,

Ναι... ο έρωτας ζητάει το βαθύ διάστημα

Της θύμησης ή της ελπίδας

Προτού μπορέσει να μετρήσει το εύρος του

Πολύς νωρίς, πολύ νωρίς έρχεται ο θάνατος και δείχνει

Ότι αγαπάμε, πιο βαθιά από όσο ξέρουμε!

Κι ως συνήθως, μετά ήρθαν οι λέξεις : Κόβεντρι Πάτμορ, γεννήθηκε το 1823.

Σηκώθηκε αργά και τεντώθηκε, απολαμβάνοντας τις στιγμές της μοναξιάς του. Πήγε στην άλλη καμπίνα και κάθισε σε μια άκρη.

Κοίταξε για λίγο το πρόσωπο του αναίσθητου Κυβερνήτη, διαβάζοντας το με μεγάλη τρυφερότητα και προσοχή, όπως η μάνα το παιδί της.

Οι λέξεις του έλεγαν:

Γιατί είμαστε υποχρεωμένοι να αγαπάμε όπου χτυπάει ο κεραυνός και όχι όπου διαλέγουμε ;

Και μετά,

Αλλά είμαι ευτυχισμένος που είσαι εσύ, μικρέ μου πρίγκιπα! Είμαι ευτυχισμένος που είσαι εσύ!

Σήκωσε τα βαριά του χέρια, και με μια κίνηση απαλή σαν πούπουλο, χάιδεψε τα κοιμισμένα χείλη του συντρόφου του.