![]() |
![]() |
Greg Egan
Worthless (1992)
Αποκλειστική μετάφραση
για το Alternative Factor: Κων/νος Διακουμάκος
Nαι, τώρα πια είμαι ικανοποιημένος, με την καινούρια αρκετά καλά αμοιβόμενη δουλειά μου, με μία σύζυγο που μπορώ σχεδόν να μιλώ, με ένα τρίχρονο αγοράκι με σκούρα μάτια, ανακατωμένα μαλλιά και αξιαγάπητα αδέξιo. Όλα τα Κυριακάτικα απογεύματα μας, τα περνάμε οδηγώντας ανάμεσα από προάστια όμοια ακριβώς με το δικό μας, με σπίτια παλιά, όμοια ακριβώς με το δικό μας, μία αδιάκοπη περιοδική επανάληψη, μία υπνωτισμένη ονειροπόληση κάτω από έναν αψεγάδιαστο γαλάζιο ουρανό. Κι εγώ να σφυρίζω ένα παλιό δικό σου τραγούδι, ακόμα κι αν ποτέ δεν τολμώ να αφήσω τις λέξεις να περάσουν από τα χείλη μου:
Δεν υπάρχει τίποτα κακό με την Οικογένεια
Που ένα φλογοβόλο δεν μπορεί να επιδιορθώσει
Και δεν υπάρχει τίποτα κακό με το αλάτι της Γης
Που δεν θα μπορούσε να παστωθεί με ένα σωστά τοποθετημένο ΤΟΥΒΛΟ.
Ανοίγω το ραδιόφωνο (όταν έχω την ευκαιρία), σαρώνω τους σταθμούς (τώρα και τότε), προσπαθώντας να ακούσω την ηχώ της φωνής σου, αναρωτώμενος εάν είχες καταφέρει να βρεις μία καινούρια μετενσάρκωση. Εάν είχες, αναρωτιόμουν εάν ήμουν πια σε θέση να την αναγνωρίσω. Γαμώτο, κάποια ανεγκέφαλη τσούλα είχε κλέψει μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες σου, ένα τραγούδι σου, μία σαχλαμάρα χωρίς νόημα, εισαγωγή σε ένα ατελείωτα επαναλαμβανόμενο ρεφρέν - αλλά ο νους μου την κάνει να σωπάσει και η μνήμη μου για σένα αναλαμβάνει να συνεχίσει:
Σκάλισε για πάντα το όνομα μου
στην καρδιά σου
με την πλατιά άκρια ενός φτερού
Είπες, «Θα μείνω μαζί σου μέχρις
ότου ο πόνος παύσει
(τόσο όσο να περάσει μέχρι το
επόμενο πρωί)
Ξέρω τι λένε όλοι αυτοί, οι αναθεωρητές, οι διαφωτιστές: ήσουν μια λάμψη, μια παρέκκλιση, ένα σφάλμα στo λογισμικό, τίποτα περισσότερο. Δεν θα μπορούσε ποτέ ο κόσμος να ζητούσε ειλικρινά να ακούσει την «υπερευαίσθητη» φωνή σου, το «ανειλικρινές παράπονό σου», την «καταπνιγμένη συμπόνια για τον εαυτό σου».
Όμως εγώ το ζήτησα.
Ακόμα σε ονειρεύομαι, τ' ορκίζομαι. Αλήθεια, με κατηγορείς, αν δεν μπορώ να κρατήσω στη μνήμη μου την εικόνα σου, χαμένη σε εκείνες τις ζαλισμένες ηλιόλουστες πεδιάδες, ναρκωμένος από την ευχαρίστηση, με τον τρόπο που θα μπορούσα, όταν ήμουν απελπισμένος, μόνος κι ανάπηρος; Όταν γνώριζα ακριβώς ποιος ήμουν.
Σε θέλω ακόμα τόσο πολύ μερικές φορές.
Αλλά προφανώς όχι τόσο συχνά, ούτε τόσο πολύ.

Όταν άρχισαν να κατασκευάζουν μουσική απευθείας μέσα από την καταγραφή απόψεων κι επιλογών που πραγματοποιούσε η ΑΖΤΣΙΑΚ, όλοι κάγχασαν για τον Θάνατο της Τέχνης -σαν να επρόκειτο για μια καινούρια διαδικασία, τίποτα περισσότερο δηλαδή από ένα λειτουργικό κλείσιμο του οτιδήποτε συνέβαινε για χρόνια. Είχαν ήδη σχηματιστεί ομάδες με στόχο την εκπόνηση μιας έρευνας αγοράς. Τα εμφυτεύματα της ΑΖΤΣΙΑΚ απεκάλυπταν ήδη την προτίμηση του κόσμου για τα δημητριακά που θα ήθελαν να τρώνε στο πρωινό τους, τους πολιτικούς και τους αστέρες της ροκ. Γιατί να μην «σάρωναν» και τους εγκεφάλους των ανθρώπων, για να ανακαλύψουν με ακρίβεια το είδος της μουσικής που ο κόσμος θα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει για να ακούσει και συνεπώς να την κατασκεύαζαν -όλη σε μία μοναδική γραμμή παραγωγής χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση; Από τα εμφυτευμένα τσιπάκια σε ένα τυχαίο αντιπροσωπευτικό δείγμα 20.000 ανθρώπινων κρανίων, θα προχωρούσαν στην κατασκευή εικονικών μουσικών συγκροτημάτων (έως ακόμα και σε εικονικές βιογραφίες και όλα τα σωστά γενετήσια σημάδια και τατουάζ), έως τη δημιουργία φωτορεαλιστικών computer-animated βίντεο, προσβάσιμα με μία κατάλληλη συνδρομή...η μουσική βιομηχανία είχε επιτέλους επιτύχει τον προσφιλέστερο στόχο της: να αποκλείσει όλους, εκτός από τον μεσάζοντα.
Το σύστημα ξέρασε την Παπ. Ο κόσμος πλήρωνε για να την ακούσει. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Το 2008 ήμουν 16 χρονών, εργαζόμουν σε ένα fast-food, μιας αλυσίδας τέτοιων εστιατορίων στην παρακμάζουσα συνοικία των κόκκινων φώτων του Σίδνευ, κι η δουλειά μου ήταν να αποξύνω με χλιαρό νερό τα λίπη από αποσυναρμολογημένες ψηστιέρες για χάμπουργκερ, κάθε ξημέρωμα. Έμενα μόνος, δεν πέθαινα ακριβώς και της πείνας με ότι μου απέμενε αφότου είχα πληρώσει το ενοίκιο, πολύ ντροπαλός και μισάνθρωπος για να έχω συγκάτοικο. Όσο για εραστή, ας μην γίνεται λόγος.
Μία Κυριακή ξύπνησα στις τέσσερις το απόγευμα, όταν μία γυναίκα από την ΑΖΤΣΙΑΚ μου χτύπησε την πόρτα. Δεν ξέρω τι με έκανε να την αφήσω να μπει μέσα. Συνήθως περίμενα σιωπηλός μέχρι αυτοί που χτυπούσαν να φύγουν. Δεν έδειχνε μεγαλύτερη σε ηλικία από εμένα και η στολή της δεν ήταν και τόσο διαφορετική από τη δική μου -αλλά της ταίριαζε πολύ καλύτερα και τουλάχιστον δεν την υποχρέωναν να φορά εκείνο το γαμημένο το καπελάκι του μπέιζμπολ.
«Και γιατί να σε αφήσω να μου
βάλεις εκείνο το σκατόπραγμα μέσα
στο κεφάλι μου;» ρώτησα.
«Γιατί έτσι θα μπορείτε να
συμμετάσχετε πιο ουσιαστικά στις
δημοκρατικές διαδικασίες». Είχε
εκπαιδευτεί στα σεμινάρια της Gold
Coast.
«Η Δημοκρατία δεν είναι τίποτα
άλλο παρά μία αυταπάτη». Είχα δει
ένα γκράφιτι στο Darlinghurst.
«Θα σας δίνουμε 20 δολάρια το μήνα».
«Ξέχασε το».
«Σε σκληρό νόμισμα: αμερικάνικα
δολάρια, γιέν, ευρώ- σε οτιδήποτε
σου αρέσει».
Υπέγραψα.
Πέρασα μία μέρα στο νοσοκομείο. Δεν χρειαζόταν να με εγχειρήσουν, αλλά το μηχάνημα σάρωσης που χρησιμοποίησαν, καθώς περνούσαν τα λεπτά σαν βελόνες μικροηλεκτρόδια μέσα από τις φλέβες του εγκεφάλου μου, ήταν μεγαλύτερο από όλο το διαμέρισμά μου. Στην συνέχεια και μετά από τοπική νάρκωση, γλίστρησαν το εμφύτευμα μέσα σε μία επιφανειακή τομή στο πίσω μέρος του λαιμού μου.
Όταν οι τεχνικοί ήρθαν για να συνδέσουν το μικρό μαύρο κουτί τους στην τηλεφωνική μου συσκευή, ανακάλυψαν ότι δεν είχα τηλέφωνο και έτσι πλήρωσαν και γι' αυτό.
Μια φορά την ημέρα, το μαύρο κουτί «ανέκρινε» με υπερήχους το εμφύτευμα, «κατέβαζε» οτιδήποτε είχε σταχυολογηθεί και αφορούσε τις απόψεις μου του προηγούμενου εικοσιτετραώρου και με τη σειρά του μεταβίβαζε τα δεδομένα στον κεντρικό υπολογιστή.
Έκπληξη: η συμμετοχή μου στο σύστημα καταγραφής απόψεων κι επιλογών της ΑΖΤΣΙΑΚ δεν φιλοδωρούσε καμία από τις γεωπολιτικές τάξεις. Το κοινοβούλιο των εκπορνευμένων συνέχιζε να «γλείφει» τις Μεγάλες Δυνάμεις, περικόβοντας, ξοδεύοντας και αυξάνοντας τις τιμές οποτεδήποτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έλεγε πηδήξτε, ψηφίζοντας στον Ο.Η.Ε όπως εκείνες απαιτούσαν, κάθε φορά και μία άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου που έπρεπε να βομβαρδιστεί μέχρι πλήρους υποταγής. Σέρβιρα βοδινό του Αμαζονίου και πατάτες από το Αϊνταχο στους χαζοχαρούμενους, ξυρισμένους γουλί, ψυχοπαθείς του USS Scheisskopf όταν πλημμύριζαν τo Kings Cross, ντυμένοι στην λευκή σκατό-διάστικτη αμφίεση τους, γυρεύοντας να γαμήσουν κάτι που δεν θα ήταν γεμάτο από θραύσματα οβίδων, έτσι, για αλλαγή.
Ήμουν ένας από αυτούς τους 20.000 ανθρώπους των οποίων κάθε επιθυμία προσεγγίζονταν και αναλυόταν ημέρα με την ημέρα, διασταυρώνονταν και διαδίδονταν στους πιο ισχυρούς ανθρώπους της χώρας.
Και γνώριζα ότι δεν έκανε καμία απολύτως διαφορά.

Tρεις δημιουργίες της ΑΖΤΣΙΑΚ γνώρισαν μεγάλη επιτυχία εκείνη τη χρονιά. Τις είδα όλες στο βίντεο τζουκμπόξ το οποίο βρισκόταν στη γωνία του εστιατορίου (και το οποίο όταν δεν έπαιζε κάποια επιλογή των πελατών, «έπεφτε» σε λειτουργία διαφημίσεων της ΜακΠρομόσιοναλ-μία προσδοκία, η οποία εξασφάλιζε περισσότερο ένα σταθερό ρεύμα πελατών παρά εξέφραζε τη θέληση να το ταίσουν με τα κέρματα τους). Οι Limboland τραγουδούσαν για την υπέρτατη δύναμη του ρυθμού. Στα βιντεοκλίπ τους έπαιρναν τη μορφή γιγάντων κι επέδραμαν πάνω από αστικούς χερσότοπους, μοιράζοντας το «πράμα» με τη μορφή έγχρωμου ουράνιου τόξου σε χούφτες-λαμπερές, στους αιωνίους ευγνώμονες κοινούς θνητούς από κάτω, οι οποίοι μεμιάς σταματούσαν να λιμοκτονούν, να πυροβολούν, να πολεμούν ο ένας τον άλλον και να μεταμορφώνονται τελικά σε ένα ρομπότ που χόρευε. Ο αντίλαλος αναστέναξε και βόγκηξε για την θεραπευτική δύναμη της αγάπης καθώς περπατούσε γλιστρώντας κατά μήκος ενός σουρεαλιστικού τοπίου που αποτελούσε ένα λαδωμένο γυμνό κορμί, σταματώντας ανάμεσα σε στίχους για να ρουφήξει και να χτυπήσει ή να ξεχερσώσει κάποιο βολικό εξόγκωμα. Οι ΜcLiberty σου έπαιρναν τα αυτιά με τις φωνασκίες τους για ένα κόσμο ενωμένο...από ένωση. Και μια καλή ατάκα: ότι έπρεπε να κάνουμε, ήταν να είμαστε περήφανοι.
Ένα γκρίζο παγωμένο απόγευμα έχοντας ξυπνήσει από τις κραυγές των ενοίκων του από κάτω διαμερίσματος, έμεινα στο κρεβάτι για μία ώρα και με τα μάτια καρφωμένα στον ετοιμόρροπο λευκό σοβά του ταβανιού, ήμουν πεπεισμένος (για πολλοστή φορά) ότι τελικά κόντευα να τρελαθώ. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα όταν κανείς ζει μόνος: κάθε σκέψη προσκρούει κι αναπηδά στα τοιχώματα του κρανίου σου, αναπάντητη- έως ότου η όλη διαδικασία της συνειδητοποίησης αρχίζει να φαντάζει σαν τίποτα περισσότερο από το να μιλάς στον εαυτό σου. Όταν ήμουν παιδί, είχα πιστέψει ότι ο Θεός διάβαζε συνεχώς τη σκέψη μου- το οποίο ίσως να ακούγεται τρελό, αλλά αν δεν ήταν αλήθεια, τότε σε ποιόν απευθυνόταν αυτός ο μονόλογος; Φυσικά είχα φανταστικούς φίλους κι εραστές, φυσικά εφεύρα συντρόφους για να «μοιράζομαι» την ατέλειωτη συζήτηση που διαπερνούσε το κεφάλι μου- αλλά μερικές φορές εκείνη η ψευδαίσθηση κατέρρεε και τότε δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά να ακούω τις δικές μου ασυναρτησίες και να αναρωτιέμαι πόσα χάπια θα έπρεπε να πάρω για να πάψω μια και καλή.
Δεν είχα ούτε καν ένα ραδιόφωνο, αλλά οι γείτονες μου ήταν πάντα περισσότερο κι από γενναιόδωροι με το δικό τους. Και σε άκουσα να τραγουδάς:
Δεν αναρωτιέσαι ποτέ
Ποιός γεμίζει το άδειο μου κρεβάτι;
Ποιός με κρατά κρύο στη πιο σκοτεινή ώρα;
Ποιός αφήνει την σιωπή χωρίς διακοπή;
Δεν αναρωτιέσαι ποτέ
Ποιανού το χτυποκάρδι δεν ακούω;
Ποιανού τα χέρια δεν θα με αγκαλιάσουν;
Ποιός δεν θα είναι δίπλα μου;
Όταν η ζωή είναι σκληρή κι άτιμη;
Δεν θα ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ποτέ
«Ποιός πρόκειται να κάνει απόψε
Την πιο μοναχική νύχτα της χρονιάς;»
Λοιπόν, μη ρωτάς
Δεν θέλεις να ακούσεις.
Είσαι εσύ.
Η ζωή μου δεν άλλαξε καθόλου. Ακόμα καθάριζα MακBόμιτ από το δάπεδο των τουαλετών κάθε νύχτα, ακόμα ψάρευα τις σύριγγες από τις λεκάνες (επιπλέουν τόσο καλά για απομακρυνθούν με το νερό από το καζανάκι- και αν δεν απομακρυνόντουσαν γρήγορα ο κόσμος τις ξαναχρησιμοποιούσε). Ακόμα κάρφωνα τα μάτια μου στα ζευγαράκια που περπατούσαν χέρι-χέρι από μπροστά μου, ακόμα χρονοτριβούσα πίσω τους για κάνα δυο βήματα με την ελπίδα ότι κάτι που θα ακτινοβολούσε από τα σώματα τους θα μπορούσε να διαπεράσει τη δική μου παγωμένη σάρκα.
Αγόρασα όμως ένα ραδιόφωνο και περιμένοντας να σε ακούσω να τραγουδάς για την άρρωστη κι άσχετη ζωή μου, μπούχτισα με όλα εκείνα τα γλυκανάλατα ψέματα για ειρήνη κι αρμονία, για δύναμη κι ενδυνάμωση. Και σκέφτομαι ότι ξέρεις, πόσο γλυκό ήταν, να ακούσεις έστω μία μόνο φωνή αποδοχής, έστω μία μόνο φωνή επιβεβαίωσης, έστω μία μόνο- επιτέλους- αυτό ήταν η αλήθεια, για μένα.
Και σε εκείνα τα άγρυπνα απογεύματα όταν ξάπλωνα μόνος, δημιουργώντας τον εαυτό μου από το τίποτα, πλατσουρίζοντας με τις λέξεις, τώρα πια δεν άκουγα τον αντίλαλο από τις σκέψεις μου που επέστρεφε πίσω σε μένα, απόδειξη της τρέλας μου. Τώρα πια ήξερα σε ποιον ακριβώς μιλούσα σε μία συζήτηση που με καθόρισε.
Μιλούσα σε σένα.

«Η πιο μοναχική νύχτα της χρονιάς» έφτασε ξαφνικά στο νούμερο 6 της κατάταξης. Καθόλου άσχημα φίλε μου. Μισή δωδεκάδα ακόμα από επιτυχίες ακολούθησαν πολύ σύντομα βγάζοντας νοκ άουτ τους ανθρώπινους ανταγωνιστές σου από την κατάταξη.
Οι μαλακισμένοι οι υποστηρικτές ισχυρίζονται τώρα ότι αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία αυτό-επαληθευόμενη προφητεία, ότι δηλαδή ο κόσμος αγόρασε οτιδήποτε οι υπολογιστές της ΑΖΤΣΙΑΚ επέλεξαν απλά και μόνο γιατί γνώριζαν ότι έπρεπε να επαληθευτεί αυτό που ήθελαν- ακόμα κι εάν στην πραγματικότητα δεν ήταν έτσι. Φυσικά αυτό δεν ήταν εκείνο που είπαν εκείνη τη στιγμή. Οι ψυχοφανταστικοί τους ύμνοι θριάμβου για τη «φρεσκάδα» και την «ευθύτητα» και τη «μελαγχολική θρασύτητα» γέμιζαν σελίδες. «Σας» είδα ένα βράδυ, στην οθόνη του τζούκμποξ- να τραγουδάτε με αρκετή αληθοφάνεια ως τέσσερις νεαροί με κιθάρες, μπάσο και ντραμς. Εάν τότε είχα ρίξει ένα δολάριο στο τζούκμποξ, θα μπορούσα να είχα μία εκτύπωση σχετική με τις «ζωές τους». Για πέντε δολάρια, μία αφίσα του συγκροτήματος υπογεγραμμένη με τις αυθεντικές και μοναδικές υπογραφές τους και για δέκα το ίδιο, αλλά με μία προσωπική αφιέρωση. Παρόλα αυτά δεν το έκανα. Τους παρακολούθησα για λίγο. Οι εκφράσεις τους ήταν κάτι μεταξύ απροσεξίας και λιπόθυμης ανησυχίας. Με άλλα λόγια έμοιαζαν με ανθρώπους μουσικούς όταν συνειδητοποιούν ότι και το ακροατήριο καταλαβαίνει πως το μόνο που κάνουν είναι να προσποιούνται ότι τραγουδούν.
Γι' αυτό λοιπόν συγχώρεσε με που δεν αγόρασα το γλοιώδες εμπόρευμα- όμως έβαλα στην άκρη τις πληρωμές της ΑΖΤΣΙΑΚ κι αγόρασα ένα μεταχειρισμένο CD player και πήγα και «σήκωσα» όλα τα άλμπουμ σου από ένα μουσικό μαγαζί που τα διατηρούσε σε παλαιομοδίτικα CD-ROM, για το ένα τέταρτο της τιμής των καινούριων μοδάτων ROM.
Φυσικά σκέφτηκα, είχα βοηθήσει για να σχηματιστείς. Τραγουδούσες για τη ζωή μου. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να έχω γράψει ούτε μία απλή μελωδία ούτε μία απλή λέξη από τους στίχους ενός τραγουδιού- αλλά γνώριζα ότι οι υπολογιστές θα μπορούσαν να φροντίσουν για αυτές τις τεχνικές λεπτομέρειες. Τα καλώδια στο κεφάλι μου δεν βρίσκονταν εκεί για να ανακαλύψουν το οποιοδήποτε ταλέντο αλλά για να αποκαλύψουν τις πιο απόκρυφες ανάγκες μου.
Και το είχαν πετύχει.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορούσα να αφήσω τον εαυτό μου να πιστέψει ότι σε είχα κατά κάποιο τρόπο εγώ κατασκευάσει, εάν είχα, γιατί -εκτός από το εξωφρενικά ματαιόδοξο του πράγματος- τότε δεν έκανα τίποτε άλλο παρά να μιλώ στον εαυτό μου. Σίγουρα σε κάθε περίπτωση, ένας από μόνος του, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει επηρεάσει τo λαϊκίστικo λογισμικό της ΑΖΤΣΙΑΚ. Ανάμεσα στους 20.000 συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση, θα έπρεπε να υπήρχαν κι άλλοι - εκατοντάδες, τουλάχιστον- για τους οποίους οι στίχοι των τραγουδιών σου ήχησαν τόσο αληθινοί όσο και σε μένα.
Τηλεφώνησα στη γυναίκα, η οποία με είχε στρατολογήσει. «Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να σας δώσουμε οποιοδήποτε όνομα» είπε. «Όλα μας τα δεδομένα είναι άκρως εμπιστευτικά».
Στη δουλειά, σε ένα πεντάλεπτο μεσημεριάτικο διάλειμμα, τρύπωσα κρυφά στο γραφείο του διευθυντή και τηλεφώνησα σε ένα άλλο υποκατάστημα της ΑΖΤΣΙΑΚ. Η φωνή που απάντησε μου φάνηκε ανθρώπινη, αλλά το εικονίδιο που αντιπροσώπευε ένα ομοίωμα πωλητή ενεργοποιήθηκε. «Θέλετε να αγοράσετε απευθείας μία λίστα ταχυδρομικών διευθύνσεων; Ποιες οι παράμετροι για την επιλογή που σκέφτεστε;»
«Ποιές επιλογές υπάρχουν;»
Ένας πίνακας επιλογών εμφανίστηκε στην επίπεδη οθόνη του τηλεφώνου:
[1] Γεωγραφικές [2] Κοινονικοικονομικές [3] Εθνικές [4] Αισθητικές [5] Πολιτικές [6] Συναισθηματικές
Δίστασα, μετά όμως επέλεξα το νούμερο έξι. Τα υπόλοιπα ήταν αρκετά εύκολα. Απλώς συμπλήρωσα τα απαιτούμενα για να περιγράψουν το προφίλ και το έκανα σαν να περιέγραφα τον ίδιο μου τον εαυτό.
Η χρέωση ήταν 1.000 δολάρια. Πληκτρολόγησα τον αριθμό λογαριασμού του προμηθευτή μας των τηγανιτών πατατών και η λίστα εμφανίστηκε πάνω στην οθόνη της τηλεφωνικής συσκευής. Την αντέγραψα σε μία δισκέτα και στην συνέχεια έσβησα τη λίστα από τη μνήμη του τηλεφώνου.

Τραγουδούσες:
Να 'σαι πάλι εδώ
Να νοιάζεσαι πάλι για λάθος πράγματα
Κι ο οποιοσδήποτε άλλος κάνει λάθη, το ξέρω
Αλλά τουλάχιστον εκείνοι κάνουν τα ΣΩΣΤΑ ΛΑΘΗ
Κάθε ημέρα έβλεπα παιδιά στα μισά μου χρόνια να περπατούν στους δρόμους του Kings Cross, να επιβιώνουν τρώγοντας αποφάγια και να τσακώνονται μεταξύ τους για το προνόμιο να πουλούν τους εαυτούς τους στους τουρίστες. Κάθε ημέρα, διάβαζα για το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων -από λοιμούς, από εμφύλιες συρράξεις και εξαιτίας των πιο πρόσφατων γενετικών ψυχοδραμάτων, σχεδιασμένα για να ενισχύουν τους ευαίσθητους εγωισμούς των πιο ισχυρών κρατών του κόσμου.
Όμως ήμουν αδύναμος για να αλλάξω οτιδήποτε από αυτά. Γι' αυτό λοιπόν έκλεισα τα μάτια μου και ονειρεύτηκα για την αγάπη.
Κι ένα όνειρο ήταν όλα ότι θα μπορούσε ποτέ να είναι. Η αλήθεια είναι ότι ήξερα από την αρχή ότι ήμουν ένα τίποτα, ο κανένας: ένα αντικείμενο στο σχήμα ενός ανθρώπου, που δεν έπρεπε να περνιέται για το αυθεντικό.
Ήταν απορίας άξιο, ότι εξακολουθούσα να υπάρχω ημέρα με την ημέρα, χρόνο με το χρόνο. Ξυπνούσα κάθε πρωί και όλο το παράξενο αστείο -η ψευδαίσθηση του να είσαι άνθρωπος- δεν είχε ακόμα ξεφτίσει. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να τρώω και να πίνω, να αναπνέω, να χέζω, να κερδίζω χρήματα, να συγκινούμαι- όμως πάντα ήξερα ότι το να προσπαθήσω να κάνω κάτι παραπάνω θα φαινόταν ηλίθιο.
Είχα δικαίωμα σε κάτι διαφορετικό, όσο είχα και να βγάλω φτερά και να πετάξω.

Σχεδόν κατά τύχη, διάλεξα ένα όνομα από τον κατάλογο -ωστόσο όταν είδα ότι έμενε στην Αδελαϊδα, 24 ώρες μακριά με το λεωφορείο, ήξερα ότι ήταν ότι ακριβώς είχα ζητήσει. Όχι ότι θα είχα χρειαστεί μία δικαιολογία για να μην αναμειχθώ εάν τύχαινε να μένει στο διπλανό διαμέρισμα. Τι θα του είχα πει; «Έκλεψα το όνομα σου από μία βάση δεδομένων. Ξέρω ότι έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα οι δυο μας. Είμαι ένας αντικοινωνικός, συναισθηματικά ανάπηρος, ένας αμφόφυλος παρθένος, ένας ολοκληρωτικά ανίκανος. Τι θα έλεγες να πάμε μαζί για μεσημεριανό; Όχι; Για δείπνο τότε; Γάμησε το καλύτερα, πάμε στο κρεβάτι».
Το όνομα του ήταν Μπεν και τον ονειρευόμουν μέρα και νύχτα- όντας πεπεισμένος αλλά και απτόητος από την παράξενα γελοία φύση της έμμονης ιδέας μου. Ένοιωσα μόνο λίγο ένοχος για το ότι παραβίαζα την ιδιωτική του ζωή. Όσο δεν θα το καταλάβαινε, δεν θα του είχα κάνει δα και κανένα απτό κακό. Εξάλλου, δεν ήξερα ούτε καν πως ήταν και έτσι όταν «τον» ζωγράφισα, μπερδεμένο μέσα στα σεντόνια, δίπλα μου, δεν ήταν καθόλου εκείνος. Δεν ήταν παρά μόνο μία ακόμη φαντασίωση.
Κι όμως. Δεν θα μπορούσα σχεδόν ποτέ να ξεχάσω ότι ήταν αληθινός- και ήταν, το ήξερα, κάθε κομμάτι του, όσο απελπισμένος και μόνος κι αν ήμουν. Είχα φαντασιώσει χιλιάδες εραστές προηγουμένως κι είχα χωρίς ντροπή κλέψει τα πρόσωπα από χιλιάδες ξένους- χωρίς να πιστεύω ούτε για μία στιγμή ότι ποτέ θα συναντούσα, θα μίλαγα, θα άγγιζα, αυτά τα άλλα μοντέλα από σάρκα και αίμα. Ήταν αδύνατο να συμβεί.
Με τον Μπεν, δεν ήταν αδύνατο.
Ή τουλάχιστον όχι τόσο.
Κι εσύ τραγουδούσες:
Συνάντησε με σε ένα σκοτεινό δρόμο
Μακριά από τα γέλια και τα ψέματα τους
Όχι, δεν θέλεις να δεις την άσχημη ψυχή μου
Αλλά τα χέρια μου μπορούν ακόμα να σε κρατούν ζεστό
Συνάντησέ με σε ένα σκοτεινό δρόμο
Ο μοναδικός ξένος στην πόλη
Και θα περπατήσουμε ανάποδα στην σιδηροδρομική γραμμή
Και θα δούμε ποιανού η αγάπη είναι τυφλή.
Μόνος στο δωμάτιο μου, άκουγα κι ονειρευόμουν και σου διηγιόμουν τα όνειρα μου. Ονειρεύτηκα άραγε για την αγάπη επειδή εσύ τραγουδούσες για την αγάπη ή το αντίθετο; Τραγουδούσες άραγε για να επιβεβαιώνεις τη ζωή μου ή ζούσα για να επιβεβαιώνω τα τραγούδια σου;
Δεν ξέρω. Ακόμα και τώρα δεν το ξέρω.

Φυσικά, η κομπίνα μου ανακαλύφτηκε και δεν πήρε και πολύ χρόνο για να αποκαλυφτεί ο δράστης. Το ίδιο μου το όνομα ήταν καταχωρημένο στη κλεμμένη λίστα με τις ταχυδρομικές διευθύνσεις -και όταν το αποτύπωμα του ρυθμού πληκτρολόγησης του υπό εξέταση τηλεφωνήματος συγκρίθηκε με τις σχετικές καταγεγραμμένες εγγραφές του προσωπικού, μόνο σε έναν ταίριαζε.
Ο διευθυντής δεν με μήνυσε, απλά με απέλυσε στη στιγμή. (Οι συνάδελφοι μου χάρηκαν τόσο πολύ). Περπάτησα όλη τη διαδρομή πίσω στο σπίτι μου, ζαλισμένος από ελευθερία, μεθυσμένος από κάθε ανάσα του κρύου βραδινού αέρα, κοιτώντας επίμονα τα φώτα από τους ανοίκιαστους ουρανοξύστες της Market Street, σαν να μην τους είχα δει ποτέ ξανά στη ζωή μου.
Είπα στον εαυτό μου: Μάλλον το είχα σχεδιάσει να συμβεί με αυτό τον τρόπο. Ένα μικρό χτύπημα ενάντια στο σύστημα, ήταν όλο ότι χρειαζόμουν για να με τινάξει έξω από το χαράκωμα, να με ξυπνήσει από αυτόν τον ύπνο που είχα ονομάσει ζωή.
Καθώς περπατούσα, τραγουδούσα:
Δεν είχες ζήσει ποτέ
Και δεν θα ζήσεις ποτέ
Γιατί ποτέ δεν το θέλησες
Αλλά στα χέρια μου
Και στο κρεβάτι μου
Θα βρούμε ένα υποκατάστατο
Το πρώτο πράγμα που έκανα το επόμενο πρωί, ήταν να βάλω ενέχυρο το παλιό μου CD player και στη συνέχεια έριξα ότι είχα σε μία βαλίτσα (συμπεριλαμβανομένου και του μαύρου κουτιού της ΑΖΤΣΙΑΚ) και αγόρασα ένα εισιτήριο για την Αδελαϊδα.

Ο οδηγός του λεωφορείου είπε ότι του άρεσαν και τα δύο είδη μουσικής -η Κάντρυ κι η Δυτική- και ήταν σίγουρος ότι και σε μας άρεσαν το ίδιο. Όσοι από εμάς δεν είχαν προνοήσει να έχουν κάποια «προστασία» βλαστήμησαν την ώρα και τη στιγμή. Δεν θα μπορούσα να είχα σκεφτεί ποτέ πως θα μπορούσα να σκοτώσω για ένα walkman.
Είχα ακόμα τα τραγούδια σου, ήταν όμως χαραγμένα μέσα στη μνήμη μου και όσο πιο κοντά πλησίαζα προς τον προορισμό μου τόσο περισσότερο πίστευα ότι ήσουν εκεί μαζί με εμένα και με οδηγούσες. Δεν ήταν δα και τόσο παράξενη ως ιδέα. Δεν είχες δικό σου σώμα, δεν είχες δικές σου αισθήσεις. Μόνο τα τραγούδια σου έδιναν ζωή κι αν αυτά ήταν στο κεφάλι μου, τότε ήσουν εκεί.
Ναι, είναι αλήθεια, ταξίδεψα χίλια μίλια
Μόνο και μόνο για να είμαι δίπλα σου
Και είναι αλήθεια, παράτησα μία «ζωή» δική μου
Μόνο και μόνο για να ακολουθήσω τα ίχνη σου
Και εάν όλα όσα ήμουν και όλα όσα είχα ποτέ
Δεν είναι και τόσο σημαντικά για τα μάτια σου
Θα μου έδινες άραγε ένα τελευταίο χαμόγελο
Πριν φύγεις μακριά;
Καλλιεργημένες πεδιάδες, και εκτάσεις με θάμνους, δάση κι έρημος, όλα σμικρύνονταν παρόμοια σε μία σέπια από τα φυμέ παράθυρα του λεωφορείου -και αργά το απόγευμα η λάμψη του ηλιόφωτος πάνω στο χαραγμένο τζάμι κατάπιε ολοκληρωτικά το τοπίο.
Όταν έπεσε η νύχτα, ο οδηγός μας φιλοδώρησε με μια ασταμάτητη επιλογή από τα καλύτερα νανουρίσματα του Νάσβιλ. Έσφιξα τα δόντια και κάρφωσα τα μάτια μου έξω από το παράθυρο. Με όλα τα φώτα ανάγνωσης του λεωφορείου αναμμένα ολόγυρα μου, δεν μπορούσα να δω τίποτα παρά μόνο την δική μου αντανάκλαση. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα το τελευταίο από αυτά έσβησε και εγώ παρακολουθούσα τη γκρίζα έρημο από την λάμψη των αστεριών να προσπερνά.

Ξοδεύοντας λεφτά όμοια με ένα μελλοθάνατο, πήρα ένα ταξί για να διασχίσω την πόλη που μόλις ξυπνούσε. Είχα αρρωστήσει από το φόβο μου -αλλά ήμουν απορροφημένος από ένα μίγμα αδρεναλίνης κι αϋπνίας. Ένα μέρος του εαυτού μου γνώριζε καλά ότι όλο αυτό το ταξίδι, η όλη ιδέα ήταν εξαρχής θεοπάλαβη και δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να ήταν πίσω στο δωμάτιο μου και να «διαλύεται» μέσα σε ένα μίασμα μοναξιάς και αισθητήριας αποστείρωσης. Μα ένα άλλο μέρος μου διαφωνούσε χωρίς να φοβάται: Πως το ξέρεις ότι δεν θα σε καλοδεχτεί; Εάν ένας ξένος είχε διασχίσει τη μισή σχεδόν χώρα έως την εξώπορτα σου, εσύ, δεν θα τον δεχόσουν στο σπίτι σου;
Το οίκημα ήταν άθλιο, ένα σωστό ερείπιο που η όψη του σε αποκάρδιωνε, μα ολότελα οικείο -και κατά κάποιο τρόπο, αυτό ήταν που με γέμιζε ελπίδα, γιατί όσα περισσότερα κοινά είχαμε, τόσο πιθανότερο ήταν να καταλάβει γιατί ήμουν εκεί. Ανέβηκα τις σκάλες σκοντάφτοντας κι οι αισθήσεις μου υποχωρούσαν μέσα στο κρανίο μου παρότι τα πόδια μου ακόμα δούλευαν. Είχα νοιώσει παρόμοια, όταν παιδί ανέβαινα στην κορυφή της πλατφόρμας καταδύσεων της πισίνας. (Μόλις βρέθηκα στην κορυφή, έκανα επί τόπου μεταβολή και ξανακατέβηκα αμέσως). Τι θα έκανα μόλις θα άνοιγε την πόρτα; Είχα σκεφτεί να πω ένα στίχο από τα τραγούδια σου, αλλά ακόμα δεν είχα αποφασίσει ποιο από όλα -και έως τώρα οι μισοί στίχοι σου είχαν λιποτακτήσει και οι υπόλοιποι έδειχναν τόσο άκαιροι. Μα ακόμα κι αν ήταν καρφωμένοι σαν πάσσαλοι στο μυαλό μου, αναρωτιόμουν πως θα ηχούσαν στα χείλη μου;
Όταν έφτασα στον έβδομο όροφο, δεν δίστασα ούτε υποχώρησα: Διέσχισα όλο το διάδρομο -και προσπέρασα την πόρτα του στα δεξιά μου. Τι θα μπορούσα να του πω; Δεν μπορούσα να του πω την αλήθεια ή κάτι τέτοιο -τουλάχιστον όχι αμέσως. Χρειαζόμουν έναν πρόλογο. Στάθηκα στο τέλος του διαδρόμου, προβάροντας απελπισμένα στερεότυπες εκφράσεις: Γυρεύω έναν άλλο ενοικιαστή. Μου έδωσαν λάθος διεύθυνση. Μόλις μετακόμισα στο από κάτω διαμέρισμα κι αναρωτιόμουν εάν θα μπορούσα να δανειστώ...
Δεν μπορούσα να το κάνω. Δεν έκανε καμία απολύτως διαφορά πόσο μακριά είχα ταξιδέψει ή πόσο είχα ονειρευτεί αυτή τη στιγμή. Δεν μπορούσα να χτυπήσω εκείνη την πόρτα.
Εάν αντιθέτως έτρεχα προς εκείνον, στο διάδρομο, στις σκάλες... εάν ανοίγαμε τυχαία μία συζήτηση, θα μπορούσα να του πω ότι ήμουν καινούριος στην πόλη κι έψαχνα για ένα μέρος για να μείνω. Είχα βρεθεί σε αυτό το οίκημα για να νοικιάσω ένα δωμάτιο, αλλά πιθανότατα έγινε κάποιο λάθος και είχε ήδη ενοικιαστεί...
Κι εκείνος θα με κοίταγε στα μάτια και θα έλεγε: Μην ανησυχείτε, έχω πολύ ελεύθερο χώρο. Ελάτε μέσα να σας δείξω.
Ήταν ήδη επτά και μισή το πρωί. Ο Μπεν δούλευε σε ένα κατάστημα μουσικής. Ήξερα τόσα πολλά από τα κλεμμένα δεδομένα. Θα έφευγε για τη δουλειά του αρκετά σύντομα. Δεν είχα παρά να περιμένω.
Ταλαντευόμενος, ακούμπησα λοιπόν στην κουπαστή της σκάλας, ζαλισμένος από το φόβο. Ήξερα ότι αυτή ήταν η μοναδική μου ευκαιρία. Εάν αποτύγχανα, θα εξαφανιζόμουν από το πρόσωπο της γης. Εάν αποτύγχανα, η μοναξιά μου θα άνοιγε τα σαγόνια της και θα με κατάπινε. Εάν αποτύγχανα, θα πέθαινα.
Ακόμα και τώρα δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που θέλατε από εμάς. Ίσως κάποια εφήμερη ευτυχία; Ίσως κάποια μεταχειρισμένη αγάπη; Έτσι λοιπόν από όλους τους 20.000 ανθρώπους γιατί διαλέξατε τον πιο μοναχικό, τον πιο δυστυχισμένο; Γιατί διαλέξατε εκείνους με τις πιο ελάχιστες ελπίδες;
Εκτός κι αν στην καρδιά σας, γνωρίζατε ότι ήσασταν σαν κι εμάς. Σαν κι εμένα: ένα αντικείμενο με ανθρώπινο σχήμα, τίποτα παραπάνω. Τίποτα που να συγχέετε με το αυθεντικό.
Η πόρτα άνοιξε και ο Μπεν βγήκε έξω. Ξαφνικά ήμουν πολύ ήρεμος. Δεν έδειχνε απειλητικός ή απόμακρος. Είχα φοβηθεί ότι ίσως θα ήταν τόσο απίστευτα -ανέφικτα- όμορφος. Δεν ήταν. Το ένοιωσα ότι θα μπορούσα να του μιλήσω. Ίσως να ήταν η φαντασία μου, αλλά θα ορκιζόμουν ότι μπορούσα να διακρίνω την ανεπαίσθητη ουλή στο πίσω μέρος του λαιμού του, απόδειξη ότι είχα έρθει στο σωστό μέρος, απόδειξη ότι είχα βρει το σωστό άτομο.
Δεν με κοίταξε όπως πλησίαζε. Προχωρούσε με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα, ακριβώς όπως θα έκανα κι εγώ. Απελπισμένος για καθοδήγηση, φαντάστηκα τον εαυτό μου στην θέση του, φαντάστηκα έναν συμπαθητικό άγνωστο να προσπαθεί να μου πιάσει την κουβέντα. Και τότε ξαφνικά η ομίχλη καθάρισε από το μυαλό μου κι ήξερα ακριβώς τι θα αισθανόμουν: καχυποψία παρά δυσπιστία...και μετά, πλήρη πανικό. Στο πρώτο σημάδι από την απειλή μιας ανθρώπινης επαφής, θα οπισθοχωρούσα, θα το έβαζα στα πόδια.
Παρέμεινα σιωπηλός. Με προσπέρασε και κατέβηκε τις σκάλες.

Βρήκα έναν μη κατεστραμμένο τηλεφωνικό θάλαμο, πήρα το μαύρο κουτί από τη βαλίτσα μου και το συνέδεσα. Πήρε αμέσως ζωή καθώς με μία μακρόσυρτη σιωπηλή κραυγή κόκκινα αναβοσβήνοντα φωτάκια, τράβηξαν τα υπερσυλλεγμένα δεδομένα από το κεφάλι μου.
Αμέσως μετά, άρχισα να περπατώ χωρίς σκοπό έως ότου σκόνταψα απέναντι από μία μικρή καφετέρια. Δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες. Κάθισα εκεί ρουφώντας τον καφέ μου κι κοιτάζοντας επίμονα το τζούκμποξ στη γωνιά. Έπαιζε μία διαφήμιση της Pepsi ή το πιο πρόσφατο τραγούδι της Ριζικής Αμφιβολίας. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποιο από τα δύο ήταν.
Έβαλα ένα κέρμα στην τρύπα και αμέσως μετά ακούστηκε ένα κουδούνισμα στο πλάι της μηχανής. -τόσο κοντά που η εικόνα πάνω στην οθόνη μετατράπηκε σε μία λάμψη από έγχρωμο φως.
Και τραγουδούσες:
Σκούπισε τα μάτια σου
Μην λυπάσαι
Είσαι ανάξιος
Τα δάκρυα σου δεν σημαίνουν τίποτα απολύτως
Εάν ζήσεις και πεθάνεις
Σε ένα όνειρο, σε ένα ψέμα
Ποιος θα είναι ποτέ ο σοφότερος;
Κλείσε τα μάτια σου
Μην λυπάσαι
Είσαι ανάξιος
Ο πόνος δεν σημαίνει τίποτα απολύτως
Απαρατήρητος κι άγνωστος
Ζωντανός αλλά μόνος
Γιατί να δώσεις τέλος σε μια ζωή
Αυτή δεν είναι καθόλου ζωή;

Είχες δίκιο φυσικά. Τελικά δεν κατάπια κανένα χάπι. Αντιθέτως, αγόρασα ένα χάρτη για τον εαυτό μου, περπάτησα έως την εθνική οδό και έκανα όλο το δρόμο της επιστροφής μέχρι το σπίτι μου με ώτο-στοπ.
Αυτό ήταν το τελευταίο τραγούδι σου -πριν οι άνθρωποι της ΑΖΤΣΙΑΚ φτιάξουν τον σπινθήρα και διορθώσουν την ανωμαλία. Η επίσημη ανακοίνωση (από το Δελτίο Τύπου, στο χείμαρρο στιγμιαίων «βιογραφιών», στα σχόλια από τα εξώφυλλα μιας σειράς ROM από την Αναμνηστική Συλλογή Τραγουδιών που ήταν βαλμένα σε ένα καλόγουστα φιλοτεχνημένο κουτί με μαύρες γραμμές): ο πρώτος ερμηνευτής του τραγουδιού «Ανάξιος» πέθανε από καρδιακή προσβολή εξαιτίας υπερβολικής δόσης Βότκα και χαπιών Νεμπιουτάλ. Έχω ακόμα φωτογραφίες από περιοδικά, από τα πλήθη φανατικών θαυμαστών που έκλαιγαν με αναφιλητά, κρατώντας τη φωτογραφία «σου» ψηλά.
Δεν ήμουν ποτέ ανάμεσα σε εκείνους τους δακρύβρεχτους όχλους. Δεν σε πένθησα ούτε κι όταν ήμουν μόνος. Δεν ξέρω αν είσαι ακόμα μέσα εκεί, κάπου σφραγισμένος, μεταλλαγμένος, αγνώριστος. Δεν είναι απίθανο να συμβαίνει, έτσι δεν είναι; (Μετά από όλα αυτά, εσύ θα με αναγνώριζες;) Κι αν δεν είσαι εκεί; Εάν στ΄ αλήθεια είχες φύγει για πάντα;
Τότε να 'μαι πάλι. Να ενδιαφέρομαι για τα λάθος πράγματα, για ακόμη μία φορά.
Και να μιλώ στον εαυτό μου.
Καθώς διαβάζει κανείς τον «Ανάξιο» του Egan, βιώνει την αίσθηση από το απαλό ψηλάφισμα ενός αόρατου δάκτυλου που τελικά ίσως και να είναι η ίδια η σκιά μιας καταπιεσμένης ύπαρξης. Της ύπαρξης μας!
Με μια τολμηρή ευαισθησία και αμεσότητα νοιώθεις να αγγίζονται οι μύχιες σκέψεις σου, οι ανείπωτες επιθυμίες σου και οι κυριαρχούσες αναστολές σου. Να αντιδιαστέλλονται η δική σου αλήθεια με την αλήθεια «τους» και να συγκρούονται η απαξία για μια ζωή χωρίς «έρωτα» με τη σημαντικότητα της συντροφικότητας σαν ξόρκι όχι μόνο για την προσωπική σου μοναξιά αλλά και σαν επιβεβαίωση αυτής της ίδιας της ύπαρξης σου. Της ζωής σου!
Σε παρόμοιες με εκείνη την ξεπεσμένη συνοικία με τα κόκκινα φώτα του Σίδνεϋ, ίσως κάποτε και οι «εφηβείες» του καθενός από εμάς ξεχωριστά, να αναλώθηκαν αποξύνοντας τα «λίπη» μιας πολυδιαφημισμένης και κοινωνικά αποδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς Ίσως τελικά και εμείς να οδηγηθήκαμε σε μια ατελείωτα επαναλαμβανόμενη μίζερη αλλά αψεγάδιαστα «αποστειρωμένη» βόλτα τα Σαββατοκύριακα, παρέα με κάποιους που σχεδόν μπορούμε, ακόμα και να μιλάμε...
Προβάλλει σκληρή , αδυσώπητη κι ισοπεδωτική η μελλοντική εικόνα της κοινωνικής ζωής, μα μήπως αλήθεια η επιστημονική φαντασία του Egan δεν είναι παρά η «λογική» του άλλου μας εαυτού...εκείνου που δεν θα πρέπει «να συγχέεται με τον αληθινό», αυτού με τον οποίο, ήδη μας επιβάλανε να ζούμε ως μοναδικό μας σύντροφο ζωής;
Κωνσταντίνος Διακουμάκος