Ερμαιο των Κυμάτων
Λίγο πιο Εξω από τα Νησίδια του Λάγκερχανς:
Β. Πλάτος 38° 54΄, Δ. Μήκος 77° 00' 13''

Έρμαιο των κυμάτων....

Harlan Jay Ellison
Adrift Just Off the Islets of Langerhans:
Latitude 38° 54'N,Longitude 77° 00'13"W (1974)

1975 Hugo Award
1975 Locus Poll Award

Μετάφραση: Δάφνη Δημητρίου

Οταν ένα πρωί ο Μόμπυ Ντικ ξύπνησε, μετά από μια νύχτα με ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε μέσα στο κρεββάτι του από φύκια να έχει μεταμορφωθεί σ' έναν τερατώδη Αχάμπ.

Βγαίνοντας με κόπο από τον πνιγηρό κόλπο των σεντονιών του, πήγε τρικλίζοντας στην κουζίνα και έβαλε νερό στην τσαγιέρα. Οι άκρες των ματιών του ήταν γεμάτες τσίμπλες. Εβαλε το κεφάλι του κάτω από τη βρύση και άφησε το κρύο νερό να τρέξει στο πρόσωπό του.

Το λίβινγκ-ρουμ ήταν γεμάτο άδεια μπουκάλια. Εκατόν δέκα άδεια μπουκάλια που είχαν Robitusin και Romilar-CF. Πέρασε μέσα από τα συντρίμμια με γυμνά πόδια, πήγε στην εξώπορτα και την άνοιξε μια χαραμάδα. Το φως της ημέρας τον τύφλωσε. "Θεέ μου", μουρμούρισε, κι έκλεισε τα μάτια του για να πάρει τη διπλωμένη εφημερίδα από κάτω.
Στο μισόφωτο και πάλι, άνοιξε την εφημερίδα. Ο κύριος τίτλος έλεγε: Ο ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΒΟΛΙΒΙΑΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΣ, και το άρθρο περιέγραφε την ανακάλυψη του σώματος του πρεσβευτή, σε προχωρημένη αποσύνθεση, σ' ένα εγκαταλελειμμένο ψυγείο σ' ένα άδειο οικόπεδο στο Σερόκους του Νιου Τζέρσεϋ.

Η τσαγιέρα σφύριξε.
Γυμνός, πήγε προς την κουζίνα, περνώντας από το ακουάριουμ είδε πως εκείνο το τρομερό ψάρι ήταν ακόμα ζωντανό, και σήμερα κελαηδούσε σαν καρακάξα, βγάζοντας μια σειρά από μικρές φούσκες που ανέβαιναν κι έσκαγαν στη βρώμικη επιφάνεια του νερού. Το ψάρι δεν έλεγε να πεθάνει. Είχε σκοτώσει όλα τα άλλα ψάρια, πιο ζωηρά ψάρια, ακόμα και μεγαλύτερα και πιο επικίνδυνα ψάρια - τα είχε σκοτώσει όλα, ένα - ένα, και είχε φάει τα μάτια τους. Τώρα κολυμπούσε μόνο του στη δεξαμενή, έρχοντας του τιποτένιου του βασιλείου.

Είχε προσπαθήσει να κάνει το ψάρι να πεθάνει, δοκιμάζοντας τα πάντα εκτός από να το σκοτώσει εν ψυχρώ αφήνοντας το νηστικό, αλλά το χλωμό, σαν σκουλήκι διαβολόψαρο φαινόταν να θεριεύει μέσα στο σκοτεινό και βρώμικο νερό του.

Τώρα τραγουδούσε σαν καρακάξα. Μισούσε το ψάρι μ' ένα πάθος που συγκρατούσε με δυσκολία.

Του έριξε τροφή από ένα πλαστικό δοχείο τρίβοντάς την με τα δάχτυλά του, όπως τον είχαν συμβουλέψει να κάνει οι ειδικοί, και κοίταξε τους πολύχρωμους κόκους της τροφής από αβγοτάραχο, σπλήνα, γαρίδες, αβγά μύγας, αλεύρι από βρώμη και κρόκο αυγού να πλέουν στην επιφάνεια για μια στιγμή προτού τα καταπιεί το αποκρουστικό ψαροκέφαλο. Του γύρισε την πλάτη, βρίζοντας και μισώντας το ψάρι. Δεν πέθαινε. Σαν κι αυτόν. Δεν πέθαινε.

Στην κουζίνα σκυμμένος πάνω από το βραστό νερό, κατάλαβε για πρώτη φορά τη θέση του. Αν και μάλλον δεν βρισκόταν ακόμα κοντά στα σύνορα της παραφροσύνης, μπορούσε να καταλάβει την ρυπαρή της μυρωδιά στην ατμόσφαιρα, να πλησιάζει απο τα βάθη του ορίζοντα, και σαν κάποιο άγριο ζώο που στριφογύριζε τα μάτια του στη μυρωδιά των κουφαριών και των ζώων που θα τρέφονταν απ' αυτά, πλησίαζε την τρέλα κάθε μέρα, από τη μυρωδιά και μόνο.

Πήρε την τσαγιέρα, ένα φλυτζάνι και δύο σακουλίτσες τσάι στο τραπέζι της κουζίνας και κάθησε. Στερεωμένη σ' ένα πλαστικό αναλόγιο που χρησίμευε για να στηρίζονται τα βιβλία μαγειρικής την ώρα της ετοιμασίας του φαγητού, ήταν η μετάφραση των Κωδικών των Μάγια, αδιάβαστη ακόμα από το προηγούμενο βράδυ. Εβαλε νερό στο φλιτζάνι και κούνησε μέσα το τσάι, προσπαθώντας να συγκεντρώσει την προσοχή του. Οι αναφορές στον Ιτζαμνά την κύρια θεότητα του πανθέου των Μάγια, και την ιατρική, την κύρια σφαίρα επιρροής του, ήταν θολές. Η Ιξτάμπ, η θεά της αυτοκτονίας, φαινόταν πιο κατάλληλη για αυτό το πρωινό, αυτό το θανάσιμα τρομερό πρωινό. Προσπάθησε να διαβάσει, αλλά οι λέξεις απλώς πέρναγαν από μπροστά του, δεν έκαναν τίποτα, δεν τραγουδούσαν. Ηπιε λίγο τσάι και βρέθηκε να σκέφτεται τον παγερό κύκλο της πανσελήνου. Γύρισε να κοιτάξει το ρολόι της κουζίνας. Επτά και σαράντα τέσσερα.

Σηκώθηκε από το τραπέζι, παίρνοντας μαζί του το μισογεμάτο φλιτζάνι, και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Το αποτύπωμα του σώματος του, εκεί που είχε περάσει το βασανισμένο του ύπνο, διακρινόταν ακόμη στο κρεβάτι. Τούφες από ματωμένες τρίχες ήταν κολλημένες στις χειροπέδες που είχε καρφώσει σε μεταλλικές πλάκες στο κεφάλι του κρεβατιού. Ετριψε τους καρπούς του, εκεί που είχαν χαρακωθεί, χύνοντας λίγο τσάι στο αριστερό του μπράτσο. Αναρωτήθηκε αν ο πρεσβευτής της Βολιβίας ήταν κάτι που είχε τακτοποιήσει τον προηγούμενο μήνα.

Το ρολόι του ήταν ακουμπισμένο στο γραφείο. Το κοίταξε. Επτά και σαράντα έξι. Λιγότερο από μια ώρα κι ένα τέταρτο ως το ραντεβού του με την συμβουλευτική υπηρεσία. Πήγε στο μπάνιο, έχωσε το χέρι του στο ντους και άνοιξε τη βρύση ώσπου λεπτές βελόνες παγωμένου νερού χτύπησαν τα πλακάκια του τοίχου. Αφήνοντας το νερό να τρέχει, γύρισε στο ντουλάπι για το σαμπουάν του. Στον καθρέφτη ήταν κολλημένο ένα χανζαπλάστ που έγραφε, με κεφαλαία:

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟΣ ΑΓΚΑΘΙΑ, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ,
ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΦΤΑΙΣ ΕΣΥ.

Μετά, ο Λώρενς Τάλμποτ άνοιξε το ντουλάπι, έβγαλε ένα πλαστικό μπουκάλι με σαμπουάν από βότανα που μύριζε φιλικά, βαθιά δάση, αποδέχτηκε την κατάστασή του, γύρισε και μπήκε στο ντους, με τα αμείλικτα, παγωμένα νερά του Αρκτικού να βομβαρδίζουν το βασανισμένο του σώμα.
Η σουίτα 1544 του κτιρίου του Αεροδρομίου Τίσμαν ήταν μια ανδρική τουαλέτα. Ακούμπησε στον τοίχο απέναντι από τη πόρτα με την επιγραφή Ανδρών και έβγαλε το φάκελο από την εσωτερική τσέπη του τζάκετ του. Το χαρτί ήταν καλής ποιότητας, ο φάκελος έτριξε καθώς τον άνοιξε και τράβηξε από μέσα το γράμμαπου ήταν γραμμένο σε μια και μοναδική σελίδα. Ηταν η σωστή διεύθυνση, ο σωστός όροφος, το σωστό δωμάτιο. Παρ' όλα αυτά, η σουίτα 1544 ήταν μια ανδρική τουαλέτα. Ο Τάλμποτ πήγε να φύγει. Ηταν ένα άσχημο αστείο, η κατάσταση δεν είχε καθόλου χιούμορ, κυρίως κάτω απο αυτές τις συνθήκες.
Εκανε ένα βήμα προς το ασανσέρ.
Η πόρτα της τουαλέτας τρεμόπαιξε, θόλωσε σαν ένα παρμπίζ τον χειμώνα, και ξανασχηματίστηκε. Η επιγραφή στη πόρτα είχε αλλάξει. Τώρα έλεγε:

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Η σουίτα 1544 ήταν η συμβουλευτική υπηρεσία που είχε γράψει την πρόσκλησή του σε χαρτί καλής ποιότητας, απαντώντας στην ταχυδρομική απάντηση του Τάλμποτ σε μια λακωνική, προσεκτικά γραμμένη διαφήμιση στο Forbes.
Ανοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Η γυναίκα πίσω από το τηκ γραφείο του χαμογέλασε, και το βλέμμα του χωρίστηκε στα λακάκια που σχηματίστηκαν και τα πόδια της, πολύ ωραία, απαλά πόδια, σταυρωμένα και κορνιζαρισμένα από την τρύπα του γραφείου. "Κύριε Τάλμποτ;"
Κούνησε το κεφάλι του. "Λώρενς Τάλμποτ".
Του χαμογέλασε πάλι. "Ο κύριος Ντήμητερ θα σας δει αμέσως, κύριε Τάλμποτ. Θέλετε κάτι να πιείτε; Καφέ; Ενα αναψυκτικό;"
Ο Τάλμποτ βρέθηκε να ακουμπά το τζάκετ του, εκεί που βρισκόταν ο φάκελος, σε μια εσωτερική τσέπη. "Οχι. Ευχαριστώ".
Σηκώθηκε και πήγε προς μια εσωτερική πόρτα, ενώ ο Τάλμποτ είπε "Τι κάνετε αν κάποιος προσπαθήσει να τραβήξει το καζανάκι;" Δεν προσπαθούσε να κάνει τον έξυπνο. Ηταν ενοχλημένος. Η γυναίκα γύρισε και τον κοίταξε. Το ύφος της είχε μόνο σιωπή, τίποτα άλλο.
"Ο κύριος Ντήμητερ είναι από εδώ, κύριε".

Ανοιξε την πόρτα και έκανε στην άκρη. Ο Τάλμποτ πέρασε δίπλα της, πιάνοντας ένα ελαφρό άρωμα μιμόζας.
Το εσωτερικό γραφείο ήταν επιπλωμένο σαν τη βιβλιοθήκη ενός κλαμπ μόνο για άντρες. Παλιά χρήματα. Βαθιά σιωπή. Σκούρο, βαρύ ξύλο. Μια ψευδοροφή από μονωτικά πλακάκια. Το παχύ χαλί, πορτοκαλί και κεραμιδί, κατάπιε τα πόδια του ως τους αστραγάλους. Από ένα παράθυρο μεγάλο όσο και ο τοίχος φαινόταν όχι η πόλη που ήξερε πως βρισκόταν έξω από το κτίριο, αλλά μια πανοραμική θέα του Χάνομα Μπέυ, από τη μεριά του Οάχου και ήταν το Κόκο Χεντ. Τα καθαρά γαλαζοπράσινα κύματα έρχονταν σαν φίδια, υψώνονταν σαν κόμπρες, με άσπρη κορυφή, έκαναν κοιλιά και χτύπαγαν σαν οχιές στη φλεγόμενη, κίτρινη άμμο. Δεν ήταν παράθυρο, δεν υπήρχε παράθυρο στο γραφείο. Ηταν μια φωτογραφία. Μια βαθιά, πραγματική φωτογραφία που δεν ήταν ούτε προβολή ούτε ολόγραμμα. Ηταν ένας τοίχος που έβλεπε σ' ένα άλλο μέρος. Ο Τάλμποτ δεν ήξερε τίποτα για την εξωτική χλωρίδα, αλλά ήταν σίγουρος πως τα ψηλά δέντρα με τα ξυραφένια φύλλα που έφταναν ως την άμμο ήταν ίδια με αυτά που περιέγραφαν τη λιθανθρακοφόρο εποχή της Γης, προτού ακόμη και οι δεινόσαυροι να εμφανιστούν. Αυτό που έβλεπε είχε χαθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό.

"Κύριε Τάλμποτ. Καλώς ήρθατε. Τζων Ντήμητερ".
Είχε σηκωθεί από μια πολυθρόνα και του άπλωνε το χέρι. Ο Τάλμποτ το έσφιξε. Ηταν σταθερό και ψυχρό. "Καθήστε", είπε ο Ντήμητερ. "Θα πάρετε κάτι; Καφέ, ένα αναψυκτικό;" Ο Τάλμποτ κούνησε το κεφάλι του, ο Ντήμητερ έκανε νόημα στη γραμματέα να τους αφήσει. Εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω της, σταθερά, απαλά, σιωπηλά.
Ο Τάλμποτ κοίταξε επίμονα και ερευνητικά τον Ντήμητερ καθώς κάθησε απέναντι από την πολυθρόνα του. Ο Ντήμητερ ήταν γύρω στα πενήντα και είχε διατηρήσει πλούσια μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό του σε γκρίζα κύματα που φαίνονταν ανέγγιχτα. Τα μάτια του ήταν καθαρά και γαλάζια, τα χαρακτηριστικά του κανονικά και διαχυτικά, το στόμα του μεγάλο και ειλικρινές. Ηταν αδύνατος. Το καφέ σκούρο κοστούμι του ήταν ραμμένο σε ράφτη και στεκόταν καλά πάνω του. Κάθησε άνετα και σταύρωσε τα πόδια του, φανερώνοντας μαύρες κάλτσες που έφταναν ψηλά στο καλάμι του. Τα παπούτσια του ήταν καλογιαλυσμένα.

"Πολύ ενδιαφέρουσα, η πόρτα του γραφείου σας", είπε ο Τάλμποτ.
"Θα μιλήσουμε για την πόρτα μου;" ρώτησε ο Ντήμητερ.
"Οχι, αν δεν θέλετε. Δεν ήρθα γι' αυτό".
"Δεν θέλω. Ας συζητήσουμε λοιπόν το συγκεκριμένο σας πρόβλημα".
"Η διαφήμισή σας. Μου κίνησε το ενδιαφέρον".
Ο Ντήμητερ χαμογέλασε καθησυχαστικά. "Τρεις κειμενογράφοι δούλεψαν προσεκτικά για την καταλληλότερη έκφραση".
"Φέρνει πελάτες"
"Τους κατάλληλους πελάτες".
"Κάνατε πολύ αποδοτικές επενδύσεις. Πολύ μετρημένα. Συντηρητικά επιστολόχαρτα. Ελάχιστα επιδεικτικοί, σταθερή άνοδος. Σοφές κουκουβάγιες".
Ο Ντήμητερ ένωσε τα δάχτυλά του και κούνησε το κεφάλι του, σαν ένας συμπονετικός θείος. "Το είπατε πολύ σωστά, κύριε Τάλμποτ: σοφές κουκουβάγιες".
"Χρειάζομαι μερικές πληροφορίες. Κάποιες συγκεκριμένες, ιδιαίτερες πληροφορίες. Πόσο εμπιστευτική είναι η υπηρεσία σας, κύριε Ντημήτερ;"
Ο ευπροσήγορος θείος, η σοφή κουκουβάγια, ο καθησυχαστικός μπίζνεσμαν, κατάλαβε όλα τα υπονοούμενα που κρύβονταν πίσω από την ερώτηση. Κούνησε το κεφάλι του αρκετές φορές. Μετά χαμογέλασε και είπε "Πολύ έξυπνη η πόρτα μου, έτσι δεν είναι; Εχετε δίκιο, κύριε Τάλμποτ".
"Υπερβάλλετε".
"Ευτυχώς, απαντάει περισσότερα ερωτήματα στους πελάτες μας απ' όσα θέτει".
Ο Τάλμποτ έγειρε πίσω στη καρέκλα του για πρώτη φορά. "Υποθέτω πως το δέχομαι αυτό".
"Ωραία. Γιατί λοιπόν δεν ερχόμαστε στις λεπτομέρειες. Κύριε Τάλμποτ. Εχετε κάποιες δυσκολίες στο να πεθάνετε. Διατυπώνω αρκετά περιεκτικά την κατάστασή;"
"Ευγενικά, κύριε Ντήμητερ".
"Πάντα"
"Ναι. Πετύχατε διάνα".
"Εχετε όμως κάποια προβλήματα, κάποια μάλλον ασυνήθιστα προβλήματα".
"Ακριβώς".
Ο Ντήμητερ σηκώθηκε και περπάτησε πάνω - κάτω στο δωμάτιο, αγγίζοντας έναν αστρολάβο σ' ένα ράφι, έναν τόμο των Τάιμς του Λονδίνου που στηριζόταν σ' έναν ξύλινο στύλο, μια καράφα από τροχισμένο γυαλί σ' ένα τραπεζάκι. "Η ειδικότητά μας είναι οι πληροφορίες, κύριε Τάλμποτ. Μπορούμε να σας πληροφορήσουμε γι' αυτό που χρειάζεστε, αλλά η εφαρμογή είναι δικό σας πρόβλημα".
"Αν έχω το modus operandi, δεν θα δυσκολευτώ να τα καταφέρω".
"Παραβλέψατε ελάχιστα πράγματα".
"Ελάχιστα".
"Συντηρητικά επιστολόχαρτα; Ελάχιστα επιδεικτικοί, σταθερή άνοδος;"
"Διάνα, κύριε Ντήμητερ".
Ο Ντήμητερ γύρισε στη θέση του και έκατσε κάτω. "Εντάξει, λοιπόν. Αν καθήσετε και πολύ προσεκτικά γράψετε ακριβώς τι θέλετε - γενικά ξέρω, από το γράμμα σας, αλλά το θέλω ακριβώς, για το συμβόλαιο - νομίζω πως μπορώ να αναλάβω να σας δώσω τα δεδομένα που χρειάζεστε για να λύσετε το πρόβλημά σας".
"Σε τι τιμή;"
"Δεν είναι καλύτερα ν' αποφασίσουμε πρώτα τι θέλετε;"
Ο Τάλμποτ κούνησε το κεφάλι του. Ο Ντήμητερ άπλωσε το χέρι του και πάτησε ένα κουμπί στο τραπεζάκι δίπλα στη πολυθρόνα του. Η πόρτα άνοιξε. "Σούζαν, οδήγησε τον κύριο Τάλμποτ στο ιδιαίτερο και δώσε του υλικό για γράψιμο". Η Σούζαν χαμογέλασε και έκανε στην άκρη, περιμένοντας τον Τάλμποτ να την ακολουθήσει. "Και φέρε του κυρίου Τάλμποτ κάτι να πιει αν θέλει... καφέ; Ενα αναψυκτικό;" Ο Τάλμποτ δεν απάντησε.
"Ισως χρειαστώ λίγο χρόνο για να το διατυπώσω σωστά. Ισως χρειαστεί να δουλέψω προσεκτικά σαν τους κειμενογράφους σας. Μπορεί να μου πάρει χρόνο. Θα πάω σπίτι και θα το φέρω αύριο".
Ο Ντήμητερ φάνηκε ανήσυχος. "Θα είναι λίγο δύσκολο. Γι' αυτό παρέχουμε ένα ήσυχο μέρος όπου μπορείτε να σκεφτείτε".
"Θα προτιμούσατε να μείνω και να το γράψω τώρα"
"Ακριβώς, κύριε Τάλμποτ".
"Μπορεί να βρω μια τουαλέτα αν έρθω αύριο".
"Διάνα".

"Πάμε, Σούζαν. Φέρε μου ένα ποτήρι χυμό πορτοκαλιού, αν έχετε". Βγήκε πρώτος.
Την ακολούθησε στο διάδρομο που άρχιζε από τον απέναντι τοίχο της αίθουσας υποδοχής. Δεν τον είχε προσέξει νωρίτερα. Η Σούζαν σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα και την άνοιξε. Το μικρό δωμάτιο είχε ένα σεκρεταίρ και μια άνετη καρέκλα. Από κάπου ακουγόταν ουδέτερη μουσική. "Θα σας φέρω το χυμό σας", του είπε.

Μπήκε μέσα και κάθησε. Μετά από πολλή ώρα έγραψε οκτώ λέξεις σ' ένα φύλλο χαρτί.

Δύο μήνες αργότερα , μετά από μια σειρά επισκέψεων σιωπηλών αγγελιοφόρων που έφερναν προσχέδια του συμβολαίου για να τα εξετάσει, που ξανάρχονταν για να τα πάρουν αναθεωρημένα, που έρχονταν πάλι με αντιπροτάσεις, και που ήρθαν - επιτέλους - με τα τελικά συμβόλαια υπογεγραμμένα από τον Ντήμητερ και περίμεναν να τα εξετάσει, να τα μονογράψει και να τα υπογράψει, δύο μήνες αργότερα, ήρθε ο χάρτης με τον τελευταίο βουβό αγγελιοφόρο. Τακτοποίησε την τελευταία δόση της πληρωμής της Εταιρίας Πληροφοριών την ίδια μέρα: είχε σταματήσει ν' αναρωτείται που θα είχαν αξία δεκαπέντε βαγόνια καλαμπόκι, καλλιεργημένα σύμφωνα με τις μεθόδους των Ζούνων.

Δύο μέρες αργότερα, μια μικρή είδηση στις εσωτερικές σελίδες των Τάιμς της Νέας Υόρκης ανέφερε πως δεκαπέντε βαγόνια δημητριακών είχαν εξαφανιστεί κατά κάποιο τρόπο από μια σιδηροδρομική διακλάδωση κοντά στην Αλμπουκέρκη. Είχε αρχίσει μια επίσημη έρευνα γι' αυτό το ζήτημα.

Ο χάρτης ήταν πολύ σαφής, πολύ λεπτομερής, έμοιαζε ακριβής.

Πέρασε μερικές μέρες μελετώντας την Ανατομία του Γκρέυ και, όταν ήταν πια ικανοποιημένος και σίγουρος πως ο Ντήμητερ και η οργάνωσή του άξιζαν την υπέρογκη αμοιβή τους, έκανε ένα τηλεφώνημα. Η τηλεφωνήτρια υπεραστικών τον συνέδεσε με την τοπική και περίμενε, αφού της έδωσε τον αριθμό, να γίνει η σύνδεση. Επέμενε στην τηλεφωνήτρια της Βουδαπέστης να το αφήσει να χτυπήσει είκοσι φορές, διπλάσιες απ' όσες επιτρεπόταν. Στο εικοστό πρώτο χτύπημα το σήκωσαν. Ως εκ θαύματος, ο στατικός και ο θόρυβος της γραμμής εξαφανίστηκε και η φωνή του Βίκτορ ακούστηκε σαν να ήταν δίπλα του.

"Ναι! Εμπρός!" Ανυπόμονος, δύστροπος όπως πάντα.
"Βίκτορ... Λάρυ Τάλμποτ".
"Από που τηλεφωνείς;"
"Από τις Πολιτείες. Πώς είσαι;"
"Πολυάσχολος. Τι θέλεις;"
"Εχω ένα πρόγραμμα. Θέλω να μισθώσω εσένα και το εργαστήριό σου".
'Ξέχασέ το. Είμαι στο τελευταίο στάδιο ενός προγράμματος και δεν έχω καθόλου καιρό τώρα".
Η φωνή του έδειχνε πως ήταν έτοιμος να κλείσει. Ο Τάλμποτ τον έκοψε γρήγορα. "Πότε υπολογίζεις;"
"Τι πράγμα;"
"Να τελειώσεις".
"Κάπου έξι μήνες, και μπορεί να τραβήξει στους οκτώ ή στους δέκα. Σου είπα: ξέχασέ το, Λάρυ. Δεν μπορώ".
"Τουλάχιστον να το συζητήσουμε".
"Οχι".
"Κάνω λάθος, Βίκτωρ, ή μου χρωστάς κάτι:"
"Μετά από τόσο καιρό θυμήθηκες τα χρέη;"
"Με τον καιρό ωριμάζουν".

Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή. Κάποια στιγμή ο Τάλμποτ πίστεψε πως του είχε κλείσει το τηλέφωνο. Τελικά, τον άκουσε. "Οκέυ, Λάρυ. Θα μιλήσουμε. Αλλά θα πρέπει να έρθεις εσύ, είμαι πολύ απασχολημένος για να τρέχω στα αεροπλάνα".
"Ωραία. Εγώ έχω ελεύθερο χρόνο". Μια μικρή παύση και μετά πρόσθεσε "Από ελεύθερο χρόνο άλλο τίποτα".
"Μετά την πανσέληνο Λάρυ". Το είπε πολύ κατηγορηματικά.
"Φυσικά. Θα σε συναντήσω εκεί που συναντηθήκαμε την τελευταία φορά, στις δεκατρείς του μηνός. Θυμάσαι;"
"Θυμάμαι. Ωραία".
"Σ' ευχαριστώ, Βίκτορ. Σ' ευχαριστώ πολύ".
Καμμία απάντηση.
Η φωνή του Τάλμποτ μαλάκωσε: "Τι κάνει ο πατέρας σου;"
"Αντίο, Λάρυ", του είπε, και έκλεισε.

Συναντήθηκαν στις δεκατρείς του μηνός, μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, τα μεσάνυχτα, στην νεκρική μαούνα που έκανε τη διαδρομή μεταξύ Βούδας και Πέστης. Ηταν η κατάλληλη νύχτα: ένα παλλόμενο παραπέτασμα ψυχρής ομίχλης ανέβαινε τον Δούναβη από το Βελιγράδι.

Εσφιξαν τα χέρια στην απάνεμη μεριά ενός σωρού φτηνών ξύλινων φερέτρων και, αφού δίστασαν αμήχανα για μια στιγμή, αγκαλιάστηκαν σαν αδέρφια.Το χαμόγελο του Τάλμποτ ήταν σφιγμένο και μόλις διακρινόταν κάτω από το φανάρι θυέλλης και τα φώτα της μαούνας, που αναβόσβηναν, καθώς είπε "Εντάξει, πες το, για να μην περιμένω να πέσει και το άλλο παπούτσι".
Ο Βίκτορ χαμογέλασε και μουρμούρισε δυσοίωνα:

"Ακόμα και κάποιος με αγνή καρδιά
που λέει τις προσευχές του κάθε βράδυ
μπορεί να γίνει λύκος όταν τ' ακόνιτο ανθίζει
και λάμπει το φθινοπωρινό φεγγάρι".

Ο Τάλμποτ μόρφασε. "Και άλλα τραγούδια από τον ίδιο δίσκο".
"Λες ακόμα τις προσευχές σου κάθε βράδυ;"
"Σταμάτησα όταν κατάλαβα πως κανείς δεν έδινε σημασία".
"Ε! Δεν ήρθαμε εδώ για ν' αρπάξουμε πνευμονία συζητώντας για φτηνούς στίχους".
Οι ρυτίδες στο πρόσωπο του Τάλμποτ σχημάτισαν μια έκφραση μελαγχολίας. "Βίκτορ, χρειάζομαι τη βοήθειά σου".
"Θα σε ακούσω, Λάρυ. Από κει και πέρα αμφιβάλλω".
Ο Τάλμποτ σκέφτηκε λίγο την προειδοποίηση του Βίκτος και είπε "Πριν από τρεις μήνες απάντησα σε μια διαφήμιση στο Forbes, το οικονομικό περιοδικό. Εταιρεία Πληροφοριών. Ηταν σ' ένα μικρό πλαίσιο, πολύ έξυπνα διατυπωμένη, πολύ σεμνή, σ΄ένα ανύποπτο σημείο. Απευθυνόταν σ' αυτούς που ήξεραν να την διαβάσουν. Δεν θα σε κουράσω με λεπτομέρειες, αλλά τα πράγματα έγιναν ως εξής: απάντησα στην αγγελία, κάνοντας νύξεις του προβλήματός μου όσο πιο πλάγια μπορούσα, χωρίς όμως να γίνομαι και τελείως ακατανόητος. Αόριστες φράσεις για σημαντικά χρήματα. Είχα ελπίδες. Κι αυτή τη φορά έκανα διάνα. Μου έστειλαν ένα γράμμα για ένα ραντεβού. Ισως και να ήταν χαμένος χρόνος, αυτό σκέφτηκα... Ενας Θεός ξέρει πόσες φορές έχασα τον χρόνο μου".

Ο Βίκτορ άναψε ένα Σομπράνι Μπλακ & Γκολντ και άφησε την πικάντικη μυρωδιά του καπνού να παρασυρθεί στην ομίχλη. "Πήγες όμως".
"Πήγα. Είχαν έναν περίεργο εξοπλισμό, ένα επιτηδευμένο σύστημα ασφαλείας, είχα μια αίσθηση πως έρχονταν από... δεν ξέρω πού... ή πότε".
Το βλέμμα του Βίκτορ ξαφνικά βάρυνε αρκετά κιλοβάτ από ενδιαφέρον. "Πότε, είπες; Χρονοταξιδιώτες:"
"Δεν ξέρω".
"Το περίμενα κάτι τέτοιο, ξέρεις. Είναι αναπόφευκτο. Και αργά ή γρήγορα θα εμφανίζονταν".
Σώπασε και βυθίστηκε σε σκέψεις. Ο Τάλμποτ τον ξανάφερε στην πραγματικότητα. Δεν ξέρω, Βίκτορ. Στ' αλήθεια δεν ξέρω. Αλλά αυτό δεν με απασχολεί αυτή τη στιγμή".
"Α. Βέβαια. Συγνώμη, Λάρυ. Συνέχισε. Τους συνάντησες..."
"Ηταν ένας τύπος που λεγόταν Ντήμητερ. Νόμισα πως ίσως να ήταν καμιά ένδειξη. Στο όνομα. Δεν το σκέφτηκα εκείνη την ώρα. Το όνομα Ντήμητερ ήταν ένας ανθοπώλης στο Κλήβελαντ, πριν πολλά χρόνια. Αλλά αργότερα, κοίταξα το λεξικό, Δήμητρα ήταν η θεά της Γης, στην Ελληνική μυθολογία... καμία σχέση. Ετσι νομίζω, τουλάχιστον.
"Συζητήσαμε. Κατάλαβε το πρόβλημα μου και είπε πως θα αναλάμβανε την υπόθεση. Αλλά ήθελε συγκεκριμένα, αυτό που ζητούσα, το ήθελε συγκεκριμένο για το συμβόλαιο - ένας θεός ξέρει πως θα ισχυροποιούσε το συμβόλαιο, αλλά είμαι σίγουρος πως θα τα κατάφερνε - είχε ένα παράθυρο, Βίκτορ που έβλεπε..."
Ο Βίκτορ έφερε το τσιγάρο του ανάμεσα στα δείκτη και τον αντίχειρα και το εκσφενδόνισε στο σκοτεινό σαν αίμα Δούναβη. "Λάρυ, λες ασυναρτησίες".
Ο Τάλμποτ σταμάτησε απότομα. Ηταν αλήθεια. "Υπολογίζω σε σένα, Βίκτορ. Φοβάμαι πως αυτό με κάνει να χάνω την ψυχραιμία μου".
"Εντάξει, ηρέμησε. Ν' ακούσω και τα υπόλοιπα και θα δούμε. Ηρέμησε".

Ο Τάλμποτ κούνησε το κεφάλι του μ' ευγνωμοσύνη. "Εγραψα αυτό που ήθελα. Οκτώ μόνο λέξεις". Εβγαλε από τη τσέπη του παλτού του ένα διπλωμένο φύλλο χαρτί. Το έδωσε στον άλλον. Στο αχνό φως του φαναριού ο Βίκτορ ξεδίπλωσε το χαρτί και διάβασε:

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ
ΕΝΤΟΠΙΣΜΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ

Ο Βίκτορ συνέχισε να διαβάζει το χαρτί για αρκετή ώρα, κι αφού είχε συνειδητοποιήσει το νόημα της φράσης. Οταν επέστρεψε το χαρτί στον Τάλμποτ είχε μια νέα, πιο ζωηρή έκφραση. "Δεν το βάζεις κάτω, ε Λάρυ;"
"Ο πατέρας σου;"
"Ούτε κι αυτός". Το πρόσωπο του άντρα που ο Τάλμποτ ονόμαζε Βίκτορ πήρε μια έκφραση μεγάλης λύπης. "Και", πρόσθεσε αυστηρά μετά από μια στιγμή, "είναι σε κατατονική κατάσταση εδώ και δεκαέξι χρόνια επειδή ακριβώς δεν το βάζει κάτω". Σώπασε πάλι. Τελικά είπε μαλακά "Ποτέ δεν πειράζει να ξέρεις πότε να τα παρατήσεις, Λάρυ. Ποτέ δεν πειράζει. Μερικές φορές χρειάζεται να παραδοθείς".
Ο Τάλμποτ ξεφύσησε μαλακά, σκεπτικός. "Είναι εύκολο για σένα να το λες, φίλε μου. Εσύ θα πεθάνεις".
"Μην μιλάς έτσι, Λάρυ".
"Βοήθησέ με τότε, που να πάρει! Αυτή τη φορά έχω προχωρήσει όσο ποτέ άλλοτε. Τώρα χρειάζομαι εσένα. Εχεις την ειδικότητα".
"Ρώτησες στην 3Μ ή την Ραντ ή την Τζένεραλ Νταϊνάμικς; Εχουν ικανούς ανθρώπους".
"Να σε πάρει".
"Οκέυ. Συγνώμη. Να σκεφτώ μισό λεπτό".
Η μαούνα έκοβε το αόρατο νερό σιωπηλά μέσα στην ομίχλη, χωρίς τον Χάροντα, χωρίς την Στύγα, μια απλή δημόσια υπηρεσία, ένα σκουπιδιάρικο ατέλειωτων προτάσεων, ανολοκλήρωτων παραγγελιών, απραγματοποίητων ονείρων.
Μετά από λίγο ο Βίκτορ είπε, σαν να μιλούσε στον εαυτό του, "Θα μπορούσαμε να το κάνουμε μικροτηλεμετρικά. Είτε με άμεση μικρογραφικη τεχνική είτε μικραίνοντας μια σερβομηχανική συσκευή που θα περιέχει αισθητήρες, τηλεκατευθυνόμενη και με συσκευές οδήγησης / χειρισμών / προώθησης. Θα τη βάλουμε στο κυκλοφοριακό σύστημα σ' ένα αλατούχο διάλυμα. Θα σε κοιμίσουμε με "ρώσικο ύπνο" και / ή θα συνδέσουμε τα αισθητήρια νεύρα για να αντιλαμβάνεσαι ή να ελέγχεις τη συσκευή σαν να ήσουν εκεί... συνειδητή μεταφορά οπτικής γωνίας".

Ο Τάλμποτ τον κοίταξε με προσδοκία.
"Οχι. Ξέχασέ το", είπε ο Βίκτορ. "Δεν κάνει".
Συνέχισε να σκέφτεται. Ο Τάλμποτ πήρε τα τσιγάρα από τη τσέπη του άλλου. Αναψε ένα και περίμενε, σιωπηλός. Ετσι ήταν πάντα με τον Βίκτορ. Επρεπε να βρει το δρόμο του στο λαβύρινθο της ανάλυσης.
"Ισως το βιοτεχνικό ισοδύναμο: ένας προσαρμοσμένος μικροοργανισμός... με ένεση.. τηλεπαθητικός δεσμός. Οχι. Πολλά μειονεκτήματα: πιθανή σύγκρουση μάρτυρος / εγώ. Ισως ένα σμήνος για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα". Μια παύση, και μετά "Οχι. Δεν κάνει".
Ο Τάλμποτ ρούφηξε το τσιγάρο, αφήνοντας τον μυστηριώδη ανατολικό καπνό να στροβιλιστεί στα πνευμόνια του. "Για να δούμε... έτσι, χάριν συζητήσεως", είπε ο Βίκτορ, "ας πούμε πως το εγώ / αυτό υπάρχει σε κάποιο βαθμό σε κάθε σπερματοζωάριο. Αυτό είχε υποτεθεί. Ας αφυπνίσουμε τη συνείδηση ενός κυττάρου και το στείλουμε σε αποστολή... ξέχασέ το, αυτά είναι μεταφυσικές αηδίες. Να πάρει, να πάρει, να πάρει... θα πάρει χρόνο και σκέψη, Λάρυ. Πήγαινε, και άφησε με να το σκεφτώ. Θα σε ειδοποιήσω .
Ο Τάλμποτ έσβησε το τσιγάρο στην κουπαστή και φύσηξε το τελευταίο σύννεφο καπνού. "Οκέυ, Βίκτορ. Υποθέτω πως αυτό σε ενδιαφέρει αρκετά για να ασχοληθείς μαζί του".
"Είμαι επιστήμονας, Λάρυ... Αυτό πάει κατ' ευθείαν σ' αυτό που ο πατέρας μου...".
Συνέχισαν σιωπηλά, ο ένας να σκέφτεται λύσεις και ο άλλος προβλήματα. Οταν χώριζαν, αγκαλιάστηκαν πάλι.

Ο Τάλμποτ γύρισε με το αεροπλάνο το επόμενο πρωί, και υπέμενε νύχτες με την πανσέληνο, χωρίς να προσεύχεται. Οι προσευχές απλώς θόλωναν τα νερά. Και θύμωναν τους θεούς.

Οταν χτύπησε το τηλέφωνο και ο Τάλμποτ σήκωσε το ακουστικό, ήξερε τι θα ήταν. Το ήξερε κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, εδώ και δύο μήνες τουλάχιστον. "Ο κύριος Τάλμποτ; Γουέστερν Γιούνιον. Εχουμε ένα τηλεγράφημα για σας, από τη Μόλδαβα της Τσεχοσλοβακίας".
"Διαβάστε το, παρακαλώ".
"Είναι πολύ σύντομο, κύριε. Λέει: "Ελα αμέσως. Ο δρόμος έχει βρεθεί" Υπογραφή. "Βίκτορ".
Σε λιγότερο από μια ώρα είχε ξεκινήσει. Το Λήαρ-τζετ ήταν έτοιμο από τότε που είχε γυρίσει από τη Βουδαπέστη, με τη δεξαμενή καυσίμων γεμάτες και την πορεία του χαραγμένη. Η βαλίτσα του ήταν φτιαγμένη εδώ και εβδομήντα δύο μέρες και περίμενε δίπλα στην πόρτα, η βίζα του και το διαβατήριο ήταν θεωρημένα και φυλαγμένα στη τσέπη του. Οταν έφυγε. Το διαμέρισμα συνέχισε για λίγο να τρέμει από τους απόηχους της αναχώρησής του.
Η πτήση έμοιαζε ατελείωτη, ατέρμονη, ήταν σίγουρος πως καθυστερούσε.
Οι διαδικασίες στο τελωνείιο, ακόμα και με τα κυβερνητικά πιστοποιητικά του (όλα αριστουργήματα παραχάραξης) και τα ανάλογα λαδώματα, έμοιαζαν να παρατείνονται σαδιστικά από το τρίο των κατωτέρων υπαλλήλων με τα μουστάκια, φαίνονταν ασφαλείς απολαμβάνοντας τη στιγμιαία εξουσία τους.
Οι χερσαίες συγκοινωνίες δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν απλώς αργές. Ηταν σαν τον άνθρωπο απο μελάσσα που δεν μπορεί να περπατήσει αν δεν ζεσταθεί και, όταν ζεσταθεί, είναι πολύ μαλακός για να περπατήσει.
Φυσικά, όπως στο πιο αγωνιώδες κεφάλαιο κάποιου στηνού γοτθικού μυθιστορήματος, μια άγρια ηλεκτρική καταιγίδα ξέσπασε από τα βουνά όταν το αρχαίο αμάξι, απείχε πια λίγα μίλια από τον προορισμό του Τάλμποτ. Υψώθηκε πάνω από το απόκρημνο πέρασμα ανάμεσα στα βουνά, κινήθηκε με ταχύτητα στον ουρανό, μαύρη σαν τάφος, και απλώθηκε στον δρομο σκεπάζοντας τα πάντα.

Ο οδηγός, ένας κλειστός άντρας που από την προφορά του έδειχνε Σέρβος, κρατούσε το μεγάλο σεντάν στη μέση του δρόμου με την επιμονή ενός καβαλάρη του ροντέο, με τα χέρια του στις δέκα παρά και δέκα μετά τα μεσάνυχτα στο τιμόνι.
"Μίστερ Τάλμποτ".
"Ναι;"
"Γίνεται χειρότερα. Γυρίσω πίσω;"
"Πόσο μακριά είμαστε;"
"Ισως επτά χιλιόμετρα".
Τα φανάρια έδειξαν ένα δέντρο τη στιγμή που ξεριζωνόταν και έπεφτε προς το μέρος τους. Ο οδηγός γύρισε το τιμόνι και πάτησε γκάζι. Το πέρασαν και τα γυμνά κλαδιά του έξυσαν το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου με τον ήχο νυχιών σε μαυροπίνακα. Ο Τάλμποτ κατάλαβε πως κρατούσε την αναπνοή του. Ο θάνατος ήταν πίσω του πια, αλλά δυσκολευόταν να το συνειδητοποιήσει.
"Πρέπει να πάω".
"Τότε συνεχίζω. Υπομονή".

Ο Τάλμποτ έγειρε πίσω. Εβλεπε τον Σέρβο να χαμογελά στο καθρεφτάκι. Ασφαλής, κοίταξε έξω. Κεραυνοί θρυμμάτιζαν το σκοτάδι, κάνοντας το τοπίο γύρω τους να σχηματίζει απειλητικές, ανησυχαστικές μορφές.

Τελικά, έφτασε.

Το εργαστήριο ένας παράλογος, μοντερνιστικός κύβος στο άσπρο χρώμα των κοκάλων με φόντο τον - και πάλι - απειλητικό βασάλτινο όγκο των δυσανάλογων υψωμάτων, υψωνόταν πάνω από τον αυλακωμένο δρόμο. Ανέβαιναν σταθερά επί ώρες και τώρα, σαν σαρκοφάγα που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή, τα Καρπάθια ξεπρόβαλλαν γύρω τους.

Ο οδηγός πέρασε το τελευταίο ενάμισι μίλι του δρόμου που έβγαζε στο εργαστήριο με δυσκολία: σκοτεινό, λασπωμένο και γεμάτο ξερόκλαδα νερό κύλαγε συνεχώς στο δρόμο.

Ο Βίκτορ τον περίμενε. Χωρίς πολλούς χαιρετισμούς, έβαλε έναν βοηθό να πάρει τη βαλίτσα και τράβηξε τον Τάλμποτ στο υπόγειο αμφιθέατρο όπου μια ντουζίνα τεχνικοί πηγαινοέρχονταν ανάμεσα σε τεράστιες συστοιχίες οργάνων και ένα μεγάλο τζάμι που κρεμόταν με σύρματα από το γεμάτο σιδηροτροχιές ταβάνι.
Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη φορτισμένη αναμονή, ο Τάλμποτ το ένιωθε στις σύντομες, κοφτές ματιές που του έριχναν οι τεχνικοί, στον τρόπο που τον οδηγούσε ο Βίκτοε από το χέρι στην αλλόκοτη ετοιμότητα των παράξενων μηχανών που γύρω τους ήταν μαζεμένοι άντρες και γυναίκες. Και από τον τρόπο που ο Βίκτορ κατάλαβε πως κάτι καινούργιο και θαυμάσιο επρόκειτο να γεννηθεί σ' αυτό το εργαστήριο. Πως ίσως... επιτέλους... μετά από τόσο τρομερά, δυσβάσταχτα πολύ... η γαλήνη τον περίμενε σ' αυτό το λευκό δωμάτιο.

Ο Βίκτορ έσκαγε να μιλήσει.
"Τελευταίες ρυθμίσεις", είπε, δείχνοντας δύο γυναίκες τεχνικούς που δούλευαν σε δύο παρόμοιες μηχανές που ήταν τοποθετημένες στους τοίχους η μια απέναντι από την άλλη και αντίκρυζαν το τζάμι. Του Τάλμποτ του φάνηκαν σαν πολύπλοκα λέηζερ. Οι γυναίκες τα μετακινούσαν αργά στους αναρτήρες τους, ενώ ακουγόταν ένα ελαφρό ηλεκτρικό βουητό. Ο Βίκτορ τον άφησε να εξετάσει το περιβάλλον για λίγο, και μετά είπε "Δεν είναι λέηζερ. Είναι γκρέηζερ, Gamma Ray Amplification by Stimulated Emission of Radiation. Πρόσεξέ τα, είναι τουλάχιστον το μισό της λύσης του προβλήματός σου.
Οι τεχνικοί έλεγξαν τη σκόπευση των μηχανημάτωναπό τη μία μεριά του δωματίου στην άλλη, μέσα από το τζάμι, και κούνησαν το κεφάλι τους. Μετά η μεγαλύτερη από τις δύο, μια γυναίκα στα πενήντα της, φώναξε στον Βίκτορ.
"Είναι ευθυγραμμισμένα, δόκτωρ".

Ο Βίκτορ έκανε νόημα και γύρισε στον Τάλμποτ. "Θα ήμασταν έτοιμοι νωρίτερα, αν δεν ήταν αυτή η καταιγίδα. Συνεχίζεται εδώ και μία βδομάδα. Κανονικά δεν θα μας ενοχλούσε, αλλά ένας κεραυνός χτύπησε τον κεντρικό μετασχηματιστή μας. Είχαμε τη βοηθητική γεννήτρια για αρκετές μέρες κι έτσι μας πήρε λίγο καιρό για να ξαναποκτήσουμε το μάξιμουμ της ισχύος μας".
Μια πόρτα άνοιξε στον τοίχο του διαδρόμου δεξιά του Τάλμποτ. Ανοιξε αργά, σαν να ήταν βαριά και έλειπε η δύναμη που χρειαζόταν. Η κίτρινη σμάλτινη επιγραφή στην πόρτα έλεγε, με χοντρά μαύρα γράμματα, στα Γαλλικά, ΑΠΟ ΕΔΩ ΑΠΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΑΝΙΧΝΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ. Η πόρτα άνοιξε τελικά εντελώς, και ο Τάλμποτ είδε την προειδοποίηση στην άλλη πλευρά:

ΠΡΟΣΟΧΗ
ΥΨΗΛΗ
ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ

Κάτω απ' αυτές τις λέξεις υπήρχε ένα τριγωνικό σχήμα με τρεις βραχίονες. Σκέφτηκε τον Πατέρα, τον Υιό και το Αγιο Πνεύμα. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Μετά είδε την επιγραφή από κάτω, και κατάλαβε. ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΓΙΑ ΧΡΟΝΟ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΠΟ 30 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΘΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ.
Η προσοχή του Τάλμποτ είχε μοιραστεί ανάμεσα στην πόρτα και σ' αυτά που έλεγε ο Βίκτορ. "Φαίνεται να ανησυχείε για την καταιγίδα".
"Δεν ανησυχώ", είπε ο Βίκτορ, απλώς είναι προσεκτικός. Δεν υπάρχει τρόπος να επηρεάσει το πείραμα, εκτός κι αν έχουμε άλλο ένα άμεσο χτύπημα, που δεν πιστεύω - έχουμε πάρει τα μέτρα μας - αλλά δεν θα ήθελα να ριψοκινδυνέψω να πέσει η τάση στη μέση της βολής".
"Της βολής;"
"Θα σου τα εξηγήσω όλα. Πρέπει να σου εξηγήσω, για να ξέρει και η ψείρα σου". Ο Βίκτορ χαμογέλασε με τη σύγχυση του Τάλμποτ. "Μην ανησυχείς". Μια ηλικιωμένη γυναίκα με μπλούζα εργαστηρίου είχε μπει από την πόρτα και τώρα στεκόταν πίσω δεξιά από τον Τάλμποτ, περιμένοντας, προφανώς, να τελειώσουν τη συζήτησή τους για να μιλήσει του Βίκτορ.
Ο Βίκτορ γύρισε προς το μέρος της."Ναι, Νάντια;"

Ο Τάλμποτ την κοίταξε.Μια όξινη βροχή άρχισε στο στομάχι του.
"Εχθές καταβάλλαμε μεγάλη προσπάθεια για να εντοπίσουμε την αιτία της οριζόντιας αστάθειας του υψηλού πεδίου", είπε, μιλώντας μαλακά, άτονα, σαν μια σελίδα αναφοράς. "Η δυσλειτουργία της βοηθητικής ακτίνας παρεμπόδισε την ικανοποιητική εξαγωγή". Στα ογδόντα της. Γκρίζα μάτια βυθισμένα σε πτυχές ζαρωμένου δέρματος στο χρώμα του πατέ. "Το απόγευμα ο επιταχυντής έκλεισε για να γίνουν αρκετές επισκευές". Μαραμένη, κουρασμένη, σκυφτή, κοκαλιάρα. "Ο καταμετρητής στο C48 αντικαταστάθηκε μ' ένα τμήμα θαλάμου κενού, είχε μια διαρροή". Ο Τάλμποτ υπέφερε. Ορδές αναμνήσεων έπεσαν πάνω του σαν αρπακτικά, ένα σκοτεινό κύμα τερμιτών που ροκάνιζε κάθε τι απαλό κι ευάλωτο στο μυαλό του. "Χάθηκαν δύο ώρες ακτινοβολίας στην βραδινή βάρδια γιατί δεν λειτούργησε ένα σωληνοειδή πηνίο σε μια νέα βαλβίδα κενούστην αίθουσα μεταφοράς".

"Μητέρα...;" είπε ο Τάλμποτ, μ' ένα βραχνό ψίθυρο.

Η ηλικιωμένη γυναίκα τινάχτηκε βίαια, γύρισε το κεφάλι της και τα σταχτιά της μάτια άνοιξαν διάπλατα. "Βίκτορ", είπε με τρόμο στη φωνή της.
Ο Τάλμποτ δεν κινήθηκε, αλλά ο Βίκτορ τον έπιασε από το χέρι και τον κράτησε. "Ευχαριστώ, Νάντια πήγαινε στο σταθμό Β και κατέγραψε τις δεύτερεύουσες ακτίνες. Πήγαινε τώρα".
Τους προσπέρασε περπατώντας αδέξια, και γρήγορα εξαφανίστηκε σε μια άλλη πόρτα στον απέναντι τοίχο, που την έκλεισε πίσω της μια από τις νεότερες γυναίκες.
Ο Τάλμποτ την κοίταξε να απομακρύνεται, με δάκρυα στα μάτια του.
"Θεέ μου, Βίκτορ. Ηταν..."
"Οχι, Λάρυ, δεν ήταν".
"Ηταν. Μα τον Θεό, ήταν! Αλλά πώς, Βίκτορ, πες μου πώς".
Ο Βίκτορ τον γύρισε και σήκωσε το πηγούνι του με το ελεύθερο χέρι του. "Κοίταξέ με, Λάρυ. Να πάρει, είπα κοίταξέ με, δεν ήταν. Κάνεις λάθος".

Η τελευταία φορά που είχε κλάψει ο Λώρενς Τάλμποτ ήταν το πρωί που είχε ξυπνήσει κάτω από τους θάμνους της ορτανσίας στο βοτανικό κήπο δίπλα στο Μουσείο Τέχνης της Μινεάπολης, ξαπλωμένος δίπλα σε κάτι ματωμένο και ακίνητο.Κάτω από τα νύχια του είχε σβώλους κρέας και χώμα και αίμα. Τότε ήταν που έμαθε για τις χειροπέδες και πως μπορούσε να τις βγάζει όταν ήταν στην μια κατάσταση, αλλά όχι στην άλλη. Τώρα ήθελε να κλάψει. Πάλι. Δικαιολογημένα.

"Περίμενε εδώ μια στιγμή", είπε ο Βίκτορ. "Λάρυ; Θα με περιμένεις εδώ; Θα γυρίσω αμέσως".
Κούνησε το κεφάλι του, γυρίζοντας από την άλλη, και ο Βίκτορ έφυγε. Καθώς στεκόταν εκεί, με κύματα οδυνηρών αναμνήσεων να τον βομβαρδίζουν, μια πόρτα άνοιξε στον πέρα τοίχο του θαλάμου, και κάποιος τεχνικός με άσπρη μπλούζα έβαλε το κεφάλι του στο δωμάτιο. Από το άνοιγμα, ο Τάλμποτ διέκρινε μεγάλα μηχανήματα στον τεράστιο θάλαμοαπό πίσω. Ηλεκτρόδια τιτανίου. Κώνοι από ανοξείδωτο ατσάλι. Νόμισε πως το αναγνώρισε: ένας προ-επιταχυντής Κούρκοφτ-Γουώλτον.
Ο Βίκτορ επέστρεψε μ' ένα ποτήρι γαλακτερό υγρό. Το έδωσε του Τάλμποτ.
"Βίκτορ..." φώναξε ο τεχνικός από απέναντι.
"Πιες το", είπε ο Βίκτορ, και μετά γύρισε στον τεχνικό.
"Ετοιμοι".
Ο Βίκτορ του κούνησε το χέρι. "Δώσε μου δέκα λεπτά, Κάρλ, και μετά πέρνα στην πρώτη φάση και ειδοποίησε μας". Ο τεχνικός κούνησε το κεφάλι του και χάθηκε πίσω από την πόρτα, που έκλεισε κρύβοντας τον τεράστιο όγκο των μηχανημάτων. "Και αυτό ήταν ένα μέρος σαν το άλλο μισό της μυστικιστικής, μαγικής λύσης του προβλήματός σου", είπε ο φυσικός, χαμογελώντας τώρα σαν περήφανος πατέρας.
"Τι ήταν αυτό που ήπια;"
"Κάτι για να σε σταθεροποιήσει. Δεν είναι δυνατόν να παραληρείς".
"Δεν παραληρούσα. Πως την έλεγαν;"
'Νάντια. Κάνεις λάθος, δεν την έχεις ξαναδεί στην ζωή σου. Σου έχω πει ποτέ ψέματα; Πόσο καιρό γνωριζόμαστε; Χρειάζομαι την εμπιστοσύνη σου για να φτάσουμε στο σκοπό μας".
"Εντάξει". Το γαλακτερό υγρό είχε ήδη αρχίσει να ενεργεί. Το πρόσωπο του Τάλμποτ έπαψε να είναι κόκκινο, τα χέρια του σταμάτησαν να τρέμουν.

Ο Βίκτορ έγινε ξαφνικά πολύ αυστηρός, ένας επιστήμονας που δεν είχε χρόνο για άσκοπες συζητήσεις, είχε πληροφορίες να μεταδώσει. "Ωραία. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ξόδεψα τόσο χρόνο στις ετοιμασίες... λοιπόν", και χαμογέλασε πάλι, γρήγορα, "ας το πούμε έτσι: για μια στιγμή νόμισα πως κανείς δεν θα ερχόταν στο πάρτυ μου".
Ο Τάλμποτ άφησε ένα νεβιασμένο, μικρό γέλιο, και ακολούθησε τον Βίκτορ σε μια σειρά μόνιτορ που ήταν μαζεμένα στη γωνία. "Οκέυ. Καιρός να ενημερωθείς". Ανοιξε τα μόνιτορ, το ένα μετά από το άλλο, ώσπου και τα δώδεκα έλαμπαν, το καθένα με μια σκηνή από κάποιες μηχανικές εγκαταστάσεις.
Το μόνιτορ 1 έδειχνε ένα ατελείωτα μακρύ υπόγειο τούνελ βαμμένο άσπρο. Ο Τάλμποτ είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος των δύο μηνών της αναμονής διαβάζοντας, αναγνώρισε το τούνελ σαν μια πλευρά του κυρίου δαχτυλιδιού του επιταχυντή. Γιγάντιοι μαγνήτες χωνεμένοι σε τσιμέντο έλαμπαν αμυδρά στο αχνό φως του τούνελ.
Το μόνιτορ 2 έδειχνε τα τούνελ του γραμμικού επιταχυντή.
Το μόνιτορ 3 έδειχνε το διορθωτικό συγκρότημα του προ-επιταχυντή Κόκροφτ-Γουώλτον.
Το μόνιτορ 4 έδειχνε μια άποψη του πολλαπλασιαστή. Το μόνιτορ 5 έδειχνε το εσωτερικό της αίθουσας μεταφοράς. Τα μόνιτορ 6 έως 9 έδειχναν τρεις πειραματικούς στόχους και έναν εσωτερικό στόχο, μικρότερο σε μέγεθος και ενδιαφέρον που υποστήριζε τις περιοχές μεσονίων, νετρίνων και πρωτονίων.
Τα υπόλοιπα τρία μόνιτορ έδειχναν μέρη του υπογείου εργαστηριακού συγκροτήματος. Στο τελευταίο ήταν η ίδια η κύρια αίθουσα, όπου στεκόταν ο Τάλμποτ και κοίταζε δώδεκα μόνιτορ, και στο τελευταίο φαινόταν ο Τάλμποτ να κοιτάζει δώδεκα...
Ο Βίκτορ έκλεισε τις οθόνες.

"Τι είδες;"
Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ο Τάλμποτ ήταν η ηλικιωμένη γυναίκα που λεγόταν Νάντια. Δεν μπορούσε να είναι. "Λάρυ! Τι είδες;"
"Από ό,τι είδα", είπε ο Τάλμποτ, έμοιαζε να είναι ένας επιταχυντής σωματιδίων. Και φαινόταν μεγάλος σαν το σύγχροτρο πρωτονίων του CERN στην Γενεύη".
Ο Βίκτορ εντυπωσιάστηκε. "Μελέτησες, βλέπω".
"Επιβάλλεται".
"Μάλιστα. Για να δούμε αν μπορώ να σε εντυπωσιάσω. Ο επιταχυντής του CERN φτάνει σε ενέργειες 33 BeV, αυτός κάτω από τα πόδια μας φτάνει τα 15 GeV".
"Γίγα, σημαίνει τρισεκατομμύριο".
"Μελέτησες πολύ, ε; Δεκαπέντε τρισεκατομμύρια ηλεκτρονιοβόλτ. Δεν μπορώ να κρατήσω μυστικά από σένα, Λάρυ!"
"Μόνο ένα"
Ο Βίκτορ περίμενε.
"Θα τα καταφέρεις;"
"Ναι. Η Μετεωρολογική λέει πως το μάτι της καταιγίδας περνάει από πάνω μας. Εχουμε πάνω από μία ώρα, χρόνο υπεραρκετό για το επικίνδυνο μέρος του πειράματός μας".
"Αλλά μπορείς να τα καταφέρεις".
"Ναι, Λάρυ. Δεν χρειάζεται να το ξαναπώ". Δεν υπήρχε δισταγμός στη φωνή του, κανένα από τα "ναι, αλλά" που άκουγε πάντα ώς τώρα. Ο Βίκτορ είχε βρει το δρόμο.
"Συγνώμη, Βίκτορ. Εχω άγχος. Αλλά αν είμαστε έτοιμοι ήδη, τι χρειάζεται η κατήχηση;"
Ο Βίκτορ χαμογέλασε ειρωνικά και άρχισε να απαγγέλλει. "Σαν προσωπικός σου Μάγος, πρόκειται να αναχωρήσω για ένα επικίνδυνο και τεχνικά ανεξήγητο ταξίδι στα ανώτερα στρώματα της στρατόσφαιρας. Για να συσκεφτώ, να συνομιλήσω και γενικά να τα πω με τους συναδέλφους μου μάγους".
Ο Τάλμποτ σήκωσε τα χέρια του. "Φτάνει".
"Εντάξει, λοιπόν. Δώσε προσοχή. Αν δεν χρειαζόταν, δεν θα το έκανα, πίστεψέ με, δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από το να ακούω τις διαλέξεις μου. Αλλά η ψείρα σου πρέπει να έχει όλα τα δεδομένα που έχεις εσύ. Ακου λοιπόν. Ακολουθεί η βαρετή - αλλά φοβερά πληροφοριακή - επεξήγηση".

Στην Δυτική Ευρώπη το CERN - Conseil Europeen pour la Recherche Nucleaire - είχε διαλέξει τη Γενεύη για να φτιάξει την Μεγάλη Μηχανή του. Η Ολλανδία έχασε γιατί ήταν γνωστό σε όλους πως το φαγητό είχε τα χάλια του στις Κάτω Χώρες. Λεπτομέρεια, αλλά σημαντική.

Στην Ανατολική Ευρώπη το CEERN - Conseil de l' Europe de l' Est pour la Recherche Nucleaire - είχε υποχρεωθεί να διαλέξει αυτό το απομονωμένο μέρος ψηλά στα Λευκά Καρπάθια (και όχι σε άλλα πιο κατάλληλα και πιο φιλόξενα μέρη όπως το Κλουζ στην Ρουμανία, η Βουδαπέστη στην Ουγγαρία και το Γκντανσκ στην Πολωνία) γιατί ο φίλος του Τάλμποτ είχε διαλέξει αυτό το μέρος. Το CERN είχε τον Νταλ και τον Γουίντεροϊ και τον Γκάουαρντ και τον Ανταμς και τον Ράιχ, το CEERN είχε τον Βίκτορ. Υπήρχε ισορροπία. Ετσι γινόταν ό,τι ήθελε εκείνος.

Το εργαστήριο λοιπόν είχε χτιστεί προσεκτικά σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, και ο επιταχυντής σωματιδίων του CERN ήταν νάνος μπροστά του. Και ο Επιταχυντής Φέρμι των τεσσάρων μιλίων στο Ιλλινόις ήταν νάνος μπροστά του. Ηταν, με δυο λόγια, το μεγαλύτερο, πιο σύγχρονο "συγχροφάσοτρον" του κόσμου.

Μόνο το εβδομήντα τα εκατό των πειραμάτων που γίνονται στο υπόγειο εργαστήριο ήταν αφιερωμένα σε πειράματα που χρηματοδοτούσε το CEERN. Τα εκατό τα εκατό του προσωπικού του συγκροτήματος του Βίκτορ ήταν αφοσιωμένο προσωπικα σ' αυτόν, όχι στο CEERN, ούτε στο Ανατολικό Μπλοκ, ούτε σε φιλοσοφίες ή δόγματα... στον άνθρωπο. Ετσι το τριάντα τα εκατό των πειραμάτων που γίνονταν στον διαμέτρου 16 μιλίων επιταχυντή ήταν του Βίκτορ. Αν ήξερε ο CEERN - και θα ήταν δύσκολο να μάθει - δεν έλεγε τίποτα. Το εβδομήντα τα εκατό των καρπών της ιδιοφυίας ήταν καλύτερο από το μηδέν τα εκατό.

Αν ο Τάλμποτ ήξερε νωρίτερα πως η έρευνα του Βίκτορ κατευθυνόταν στην πραγματοποίηση προχωρημένων θεωρητικών ανακαλύψεων για τη φύση της δομής των στοιχειωδών σωματιδίων, δεν θα έχανε το χρόνο του με τους απατεώνες και τα αδιέξοδα προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημά του, πράγματα που υπόσχονταν τα πάντα και απέδιδαν μηδέν. Αλλά ως τότε που η Εταιρεία Πληροφοριών τον έβαλε στον σωστό δρόμο - έναν δρόμο που είχε ακολουθήσει προς κάθε κατεύθυνση εκτός από εκείνη την απρόσμενη που συγχώνευε την σκιά με την ουσία, την πραγματικότητα με την φαντασία - ώς τότε, δεν χρειαζόταν το εξωτικό ταλέντο του Βίκτορ.

Ενώ ο CEERN απολάμβανε τη γνώση που του προσέφερε η μεγαλοφυία του φυσικού και τον κρατούσε στην πρώτη θέση των ανακαλύψεων των Σούπερ Επιταχυντών, ο Βίκτορ πληροφορούσε τον παλιό του φίλο για τον τρόπο με τον οποίο θα του χάριζε την ειρήνη του θανάτου, τον τρόπο με τον οποίο ο Λώρενς Τάλμποτ θα έβρισκε την ψυχή του, τον τρόπο με τον οποίο θα έμπαινε κυριολεκτικά μέσα στο σώμα του.

"Η απάντηση στο πρόβλημά σου έχει δύο μέρη. Πρώτον, πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ακριβές ομοίωμά σου, εκαντοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια φορές μικρότερο από σένα, το πρωτότυπο. Μετά, δεύτερο, πρέπει να το πραγματοποιήσουμε, να κάνουμε την εικόνα κάτι υλικό, σωματικό, κάτι που υπάρχει. Μια μικρογραφία σου με κάθε τι που κατέχεις, όλες τις αναμνήσεις, τη γνώση".

Ο Τάλμποτ ένιωσε μια ευχάριστη ζαλάδα. Το γαλακτερό υγρό για να ηρεμήσει τα ταραγμένα νερά των αναμνήσεών του. Χαμογέλασε. "Χαίρομαι που δεν ήταν κανένα δύσκολο πρόβλημα".
Ο Βίκτορ πήρε ένα θλιμμένο ύφος. "Την άλλη βδομάδα θα εφεύρω την ατμομηχανή. Σοβαρέψου, Λάρυ".
"Είναι αυτό το κοκτέηλ Λήθη που μου έδωσες".
Το στόμα του Βίκτορ σφίχτηκε και ο Τάλμποτ κατάλαβε πως έπρεπε να συγκρατηθεί. "Συγγνώμη, συνέχισε".

Ο Βίκτορ δίστασε μια στιγμή, σιγουρεύοντας τη σοβαρότητά του με μια δόση ενοχής, και συνέχισε. "Το πρώτο μέρος του προβλήματος λύνεται με τα γκρέηζερ που φτιάξαμε. Θα πάρουμε ένα ολόγραμμά σου, χρησιμοποιώντας ένα κύμα που δημιουργείται όχι από ηλεκτρόνια του ατόμου, αλλά από τους πυρήνες... ένα κύμα ένα εκατομμύριο φορές πιο βραχύ, μεγαλύτερο σε σταθερότητα από του λέηζερ". Προχώρησε στο μεγάλο γυάλινο πίνακα που κρεμόταν στη μέση του εργαστηρίου, με τα γκρέηζερ να σκοπεύουν στο κέντρο του. "Ελα εδώ".
Ο Τάλμποτ τον ακολούθησε.

"Αυτή είναι η ολογραφική πλάκα", είπε, "ένα φύλλο φωτογραφικού φίλμ, έτσι;"
"Οχι αυτό", είπε ο Βίκτορ, ακουμπώντας το τετράγωνο τζάμι, "αυτό!" Εβαλε το δάχτυλό του σ' ένα σημείο στο κέντρο του γυαλιού και ο Τάλμποτ έσκυψε να δει. Στην αρχή δεν είδε τίποτα, αλλά μετά πρόσεξε ένα μικρό ρυτίδωμα, και όταν έβαλε το πρόσωπό του όσο πιο κοντά μπορούσε είδε ένα ελαφρό μουαρέ, σαν την επιφάνεια ενός λεπτού μετάξινου μαντηλιού, κοίταξε πάλι τον Βίκτορ.
"Μικροφωτογραφική πλάκα", είπε ο Βίκτορ. "Μικρότερη κι από ένα ολοκληρωμένο τσιπ. Εκεί θα πιάσουμε το πνεύμα σου, ένα εκατομμύριο φορές μικρότερο. Στο μέγεθος περίπου ενός κυττάρου, ενός ερυθρού αιμοσφαιρίου ίσως".
Ο Τάλμποτ γέλασε.
"Ελα", είπε βαριεστημένα ο Βίκτορ. "Ηπιες πολύ, και φταίω εγώ. Ας αρχίσουμε, Θα είναι εντάξει ώσπου να ετοιμαστούμε. Ελπίζω μόνο η ψείρα σου να μην αλλοιθωρίζει
Γυμνό, τον έστησαν μπροστά στην φωτογραφική πλάκα. Η μεγαλύτερη από τις γυναίκες τεχνικούς τον σημάδεψε με το γκρέηζερ, ακούστηκε ένας μαλακός ήχος που ο Τάλμποτ φαντάστηκε πως θα ήταν κάποιος μηχανισμός που έμπαινε στη θέση του, και ο Βίκτορ είπε "Εντάξει, Λάρυ, αυτό ήταν".

"Αυτό ήταν;"

Οι τεχνικοί φάνηκαν ευχαριστημένοι και να διασκεδάζουν με την αντίδρασή του. "Τελείωσε", είπε ο Βίκτορ. Τόσο γρήγορο ήταν. Δεν είχε δει καν το κύμα γκρέηζερ. "Αυτό ήταν;" είπε πάλι. Ο Βίκτορ άρχισε να γελάει. Η ευθυμία απλώθηκε σ' όλο το εργαστήριο. Οι τεχνικοί βαστιούνταν από τα μηχανήματα, δάκρυα έτρεχαν από τα μάγουλα του Βίκτορ, όλοι προσπαθούσαν να βρουν την αναπνοή τους, και ο Τάλμποτ στεκόταν μπροστά στη μικροσκοπική ατέλεια του γυαλιού και αισθανόταν σαν καθυστερημένος.
"Αυτό ήταν;" ξαναείπε αμήχανα.
Μετά από λίγο σκούπισαν τα μάτια τους και ο Βίκτορ τον πήρε από το τζάμι. "Εγινε, Λάρυ, και είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε. Κρυώνεις;"
Το γυμνό δέρμα του Τάλμποτ είχε ανατριχιάσει. Ενας τεχνικός του έφερε μια μπλούζα. Στάθηκε και κοίταζε. Ηταν φανερό πως δεν ήταν πια το κέντρο της προσοχής.

Τώρα το κέντρο της προσοχής ήταν το άλλο γκρέηζερ και το ολογραφικό φιλμ στο γυαλί. Το προσωπικό του εργαστηρίου είχε εκτονώσει τη νευρικότητά του και τώρα τα πρόσωπα όλων έδειχναν συγκέντρωση και σοβαρότητα. Ο Βίκτορ φορούσε ακουστικά, και ο Τάλμποτ τον άκουσε να λέει "Εντάξει, Καρλ. Ανοιξε όλη την ισχύ".
Σχεδόν αμέσως το εργαστήριο γέμισε με τον ήχο των γεννητριών που συγχρονίζονταν. Ηταν οδυνηρό, και ο Τάλμποτ ένιωσε τα δόντια του να πονάνε. Συνέχισε να δυναμώνει, ένας οξύς ήχος που ανέβηκε ώσπου πέρασε το όριο της ακοής του.

Ο Βίκτορ έκανε νόημα στην πιο νέα τεχνικό στο γκρέηζερ πίσω από το τζάμι. Εκείνη έσκυψε στο σκόπευτρο της συσκευής προβολής, γρήγορα, και την έθεσε σε λειτουργία. Ο Τάλμποτ δεν είδε καμιά ακτίνα φωτός, αλλά άκουσε τον ίδιο ήχο που είχε ακούσει προηγουμένως, και μετά έναν απαλό βόμβο, και εκεί που είχε σταθεί εμφανίστηκε τρεμοπαίζοντας ένα ολόγραμμα του εαυτού του σε φυσικό μέγεθος, γυμνό. Κοίταξε εωτηματικά τον Βίκτορ. Ο Βίκτορ κούνησε το κεφάλι του, και ο Τάλμποτ πλησίασε το φάντασμα, πέρασε το χέρι του από μέσα του, στάθηκε κοντά του και κοίταξε τα καθαρά καφετιά μάτια, πρόσεξε τους πλατείς πόρους στη μύτη, εξέτασε τον εαυτό του καλύτερα απ' όσο είχε μπορέσει ποτέ στον καθρέφτη. Ενιωσε ανατριχίλα από φόβο.

Ο Βίκτορ μιλούσε σε τρεις τεχνικούς που αμέσως μετά ήρθαν να εξετάσουν το ολόγραμμα. Είχαν φωτόμετρα και ευαίσθητα όργανα που προφανώς μετρούσαν την εκρίβεια και την καθαρότητα της φασματικής εικόνας. Ο Τάλμποτ κοίταζε, γοητευμένος και τρομοκρατημένος. Φαινόταν πως ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι της ζωής του, ένα ταξίδι μ' ένα πολυπόθητο προορισμό: το τέλος.
Ενας από τους τεχνικούς έκανε νόημα του Βίκτορ.

"Είναι καθαρό", είπε ο Τάλμποτ. Μετά στην τεχνικό του δεύτερου γκρέηζερ, είπε "Εντάξει, Γιάννα, παρ' το από 'δω". Εκείνη άνοιξε ένα διακόπτη και ολόκληρος ο μηχανισμός γύρισε πάνω σε βαριές καουτσουκένιες ρόδες και απομακρύνθηκε. Η εικόνα του Τάλμποτ, γυμνού και ευάλωτου, λίγο θλιβερή καθώς την είδε να ξεθωριάζει και να χάνεται σαν την πρωινή ομίχλη, είχε εξαφανιστεί όταν ο τεχνικός έσβησε το μηχάνημα.
"Εντάξει Καρλ" έλεγε ο Βίκτορ, "Φέρνουμε τη βάση. Μίκρυνε το άνοιγμα, και περίμενε το σήμα μου". Μετά γύρισε στον Τάλμποτ. "Ερχεται η ψείρα σου, παλιόφιλε".

Ο Τάλμποτ είχε μια αίσθηση νεκρανάστασης.

Η μεγαλύτερη τεχνικός έφερε ένα βάθρο από ανοξείδωτο ατσάλι τέσσερα πόδια ψηλό στο κέντρο του εργαστηρίου και το τοποθέτησε έτσι που ο μικρός, γυαλιστερός άξονας που υπήρχε στην κορυφή του ακουμπούσε στο κάτω μέρος του μικροσκοπικού φιλμ στο γυαλί. Εμοιαζε να είναι, και ήταν, μια εξέδρα πραγματοποίησης για την πραγματική δοκιμή. Το ολόγραμμα σε φυσικό μέγεθος ήταν ένα χοντρικό τεστ για να επιβεβαιωθεί η τελειότητα της εικόνας. Τώρα επρόκειτο να δημιουργηθεί μια ζωντανή οντότητα, ένας Λώρενς Τάλμποτ, γυμνός και στο μέγεθος του μοναδικού κυττάρου, με την συνείδηση και τη νοημοσύνη και τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες του ταυτόσημες μ' αυτές του Τάλμποτ.
"Ετοιμος, Καρλ;" έλεγε ο Βίκτορ.

Ο Τάλμποτ δεν άκουσε απάντηση, αλλά ο Βίκτορ κούνησε το κεφάλι του σαν ν' άκουγε. Μετά είπε "Εντάξει, βγάλε την ακτίνα!".
Εγινε τόσο γρήγορα που ο Τάλμποτ έχασε το μεγαλύτερο μέρος.

Η ακτίνα μικροπιονίων σχηματιζόταν από σωματίδια ένα εκατομμύριο φορές μικρότερα από το πρωτόνιο, μικρότερα από τα κουάρκς, μικρότερα κι από τα μιόνια και τα πιόνια. Ο Βίκτορ τα είχε ονομάσει μικροπιόνια. Η σχισμή άνοιξε στον τοίχο, η ακτίνα σχεδιάστηκε, πέρασε από την ολογραφική πλάκα και διακόπηκε καθώς η σχισμή ξανάκλεισε.
Ολόκληρη η διαδικασία είχε διαρκέσει ένα δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου.

"Εγινε", είπε ο Βίκτορ.
"Δεν βλέπω τίποτα", είπε ο Τάλμποτ, και κατάλαβε πόσο ανόητος έπρεπε να φαίνεται σ' αυτούς τους ανθρώπους. Φυσικά και δεν έβλεπε τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα να δει.. με γυμνό μάτι. "Είναι... είναι εκεί;"
"Εσύ είσαι εκεί", είπε ο Βίκτορ. Εκανε νόημα σ' έναν από τους τεχνικούς που στεκόταν σ' έναν εντοιχισμένο κλωβό με όργανα σε προστατευτικά ράφια, κι εκείνος πλησίασε κρατώντας το λεπτό σωλήνα ενός μικροσκοπίου. Το έσφιξε στο μικροσκοπικό άξονα του βάθρου μ' έναν τρόπο που δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει ο Τάλμποτ. Μετά έκανε στην άκρη, και ο Βίκτορ είπε "Το δεύτερο μέρος του προβλήματός σου λύθηκε, Λάρυ. Κοίτα και μόνος σου".

Ο Λώρενς Τάλμποτ πήγε στο μικροσκόπιο, το ρύθμισε ώσπου να δει καθαρά τη γυαλιστερή επιφάνεια του άξονα, και είδε τον εαυτό του σε μια απέραντα σμικρυμένη τελειότητα

να κοιτάζει τον εαυτό του.

Αναγνώρισε τον εαυτό του, αν και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν ένα κυκλώπειο καφέ μάτι που κοίταζε από το λείο γυάλινο δορυφόρο που δέσποζε στον ουρανό.
Κούνησε το χέρι του. Το μάτι βλεφάρισε.
Τώρα αρχίζει, σκέφτηκε.

Ο Λώρενς Τάλμποτ στεκόταν στο χείλος του τεράστιου κρατήρα που ήταν ο αφαλός του Λώρενς Τάλμποτ. Κοίταζε προς τα κάτω στην απύθμενη άβυσσο με τα αστροφικά υπολείμματα του ομφάλιου λώρου να σχηματίζουν καμπύλες και εξογκώματα, λεία και κυματιστά να εξαφανίζονται στο σκοτάδι.

Στάθηκε έτοιμος να σκαρφαλώσει κάτω και μύρισε τις μυρωδιές που αναδύονταν από μέσα. Τη μυρωδιά της πενικιλλίνης σαν να δαγκώνει ασημόχαρτο με χαλασμένο δόντι. Τη μυρωδιά της ασπιρίνης, σαν κιμωλία, να γαργαλά τις τρίχες της μύτης του σαν να καθάριζε σφουγγάρια μαυροπίνακα χτυπώντας το ένα με το άλλο. Τη μυρωδιά του αποσυντεθειμένου φαγητού που έχει χωνευτεί και μετατρέπεται σε περιττώματα. Ολες αυτές τις μυρωδιές να βγαίνουν από μέσα του σαν μια άγρια συμφωνία σκοτεινών χρωμάτων.

Κάθησε στο στρογγυλεμένο χείλος του αφαλού του και αφέθηκε να γλιστρήσει κάτω.
Γλίστρησε, πέρασε ένα μικρό ύψωμα, έπεσε μερικά πόδια, και γλίστρησε πάλι στο σκοτάδι, σαν σε έλκηθρο. Επεσε για λίγο μόνο, και κατέληξε στη μαλακή και εύκαμπτη, ελαφρά ελαστική επιφάνεια όπου είχε δεθεί ο αφαλός του. Ξαφνικά, το σκοτάδι στο βάθος της τρύπας κομματιάστηκε από ένα εκτυφλωτικό φως. Ο Τάλμποτ σκίασε τα μάτια του και κοίταξε στον ουρανό. Ενας ήλιος έλαμπε εκεί, πιο λαμπρός κι από χίλιες νόβες. Ο Βίκτορ είχε φέρει μια χειρουργική λάμπα πάνω από την τρύπα για να τον βοηθήσει. Για όσο μπορούσε.
Ο Τάλμποτ είδε μια μεγάλη σκιά να κινείται δίπλα στο φως, και προσπάθησε να διακρίνει τι ήταν: φαινόταν σημαντικό να ξέρει τι ήταν. Και για μια στιγμή, προτού κλείσουν τα μάτια του από τη δυνατή λάμψη, νόμισε πως ήξερε τι ήταν. Κάποιος τον κοίταζε, δίπλα από τη χειρουργική λάμπα που κρεμόταν πάνω από το γυμνό, αναίσθητο σώμα του Λώρενς Τάλμποτ που κοιμόταν σ' ένα χειρουργικό κρεβάτι.

Ηταν η ηλικιωμένη γυναίκα, η Νάντια.
Στάθηκε ακίνητος, να την σκέφτεται, για πολλή ώρα.

Μετά γονάτισε και έπιασε τον ιστό που σχημάτιζε το πάτωμα του αφαλού του.
Νόμισε πως είδε κάτι να κινείται κάτω από την επιφάνεια, σαν νερό που κυλά κάτω από λεπτό πάγο. Ξάπλωσε μπρούμητα και έβαλε τα χέρια του γύρω από τα μάτια του, ακουμπώντας το πρόσωπό του στην αδρανή σάρκα. Ηταν σαν να κοίταζε μέσα από ένα τζάμι μαρμαρυγία. Μια τρεμόμενη μεμβράνη μέσα από την οποία έβλεπε τον αυλό της ατρητικής ομφάλιας φλέβας. Δεν υπήρχε κανένα άνοιγμα. Πίεσε τα χέρια του στην ελαστική επιφάνεια που υποχώρησε, λίγο όμως. Για να βρει το θησαυρό, έπρεπε να ακολουθήσει το χάρτη του Ντήμητερ - που τώρα πια είχε αποτυπωθεί για πάντα στη μνήμη του - και προτού αρχίσει το δρόμο του, έπρεπε να μπορέσει να μπει στο ίδιο του το σώμα.
Αλλά δεν είχε τίποτα να τον βοηθήσει σ' αυτό.

Αποκλεισμένος, στην πύλη του σώματός του, ο Λώρενς Τάλμποτ ένιωσε το θυμό να φουσκώνει μέσα του. Η ζωή του ήταν γεμάτη άγχος και ενοχή και τρόμο, ήταν το σπαταλημένο αποτέλεσμα γεγονότων που δεν μπορούσε να ελέγξει. Πεντάγραμμα και πανσέληνοι και αίμα και ποτέ να μην παχαίνει επειδή η δίαιτά του ήταν πλούσια σε πρωτεϊνες, τα στεροειδή του εντελώς φυσιολογικά, τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων και της χοληστερόλης του σε ισορροπία. Και ο θάνατος πάντα ξένος. Ο θυμός φούσκωνε μέσα του. Ενα άναθρο βογγητό πόνου του ξέφυγε και όρμησε μπροστά, άρχισε να ξεσκίζει τον ατροφικό λώρο με τα δόντια που είχαν χρησιμοποιηθεί γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό πολλές φορές πριν. Κάτω από μια αιμάτινη ομίχλη στο μυαλό του υπήρχε η γνώση του ότι κακοποιούσε το ίδιο του το σώμα, και αυτό φαινόταν να είναι μια κατάλληλη πράξη αυτομαστίγωσης.
Ξένος, ήταν ένας ξένος σ' όλη την ενήλικη ζωή, και η οργή του δεν του επέτρεπε να μείνει αποκλεισμένος άλλο πια. Με δαιμονική αποφασιστικότητα έσκιζε κομμάτια σάρκας ώσπου η μεμβράνη υποχώρησε τελικά, και δημιουργήθηκε ένα άνοιγμα. Μια πρόσβαση στον εαυτό του...

Και τυφλώθηκε από μια έκρηξη φωτός, από την ορμή του αέρα, από το πέρασμα κάποιου πράγματος που βρισκόταν ακριβώς κάτω από την επιφάνεια και αγωνιζόταν να ελευθερωθεί, και για μια στιγμή πριν πέσει αναίσθητος ήξερε πως ο Δον Χουάν του Καστανέντα είχε πει την αλήθεια: μια παχιά δεσμίδα αραχνοϋφαντων ινών με χρυσές αποχρώσεις, φωτεινές ίνες, απελευθερώθηκαν από τη φλέβα, υψώθηκαν μέσα από το πηγάδι του αφαλού του τρεμοπαίζοντας προς τον αντισηπτικό ουρανό.
Ενα μεταφυσικό αλλά αόρατο στέλεχος που ανέβαινε ψηλά από πάνω του, όλο και πιο ψηλά, καθώς τα μάτια του έκλεισαν και βυθίστηκε στη λήθη.

Ηταν μπρούμυτα, έρποντας μέσα στον αυλό, το κέντρο του δρόμου που είχαν πάρει οι φλέβες γυρίζοντας από τον αμνιακό σάκο στο έμβρυο. Προχώρησε όπως θα έκανε ένας ανιχνευτής του πεζικού σε επικίνδυνο έδαφος, με αγκώνες και γόνατα, και άνοιξε το εξομαλυμένο τούνελ με το κεφάλι του ίσα-ίσα για να χωρέσει. Είχε αρκετό φως, το εσωτερικό του κόσμου που λεγόταν Λώρενς Τάλμποτ ήταν πλημμυρισμένο με μια χρυσή ανταύγεια.

Ο χάρτης είχε καθορίσει το δρόμο του απ' αυτό το συνθλιμμένο τούνελ στην κάτω κοίλη φλέβα, στο δεξιό κόλπο και από εκεί μέσω της δεξιάς κοιλίας και των πνευμονικών αρτηριών και των βαλβίδων στους πνεύμονες, τη διασταύρωση των πνευματικών φλεβών στην αριστερή μεριά της καρδιάς (αριστερός κόλπος, αριστερή κοιλία), την αορτή - αποφεύγοντας τις τρεις στεφανιαίες αρτηρίες πάνω από τις αορτικές βαλβίδες - και μετά προς τα κάτω πάνω από το τόξο της αορτής - αποφεύγοντας την καρωτιδική και άλλες αρτηρίες - στον κοιλιακό κορμό, όπου οι αρτηρίες χωρίζονται με πολύπλοκο τρόπο: η γαστροδωδεκαδακτυλική με το στομάχι, η ηπατική στο σηκώτι, η σπληνική στην σπλήνα. Κι εκεί, στο πίσω μέρος του σώματος του διαφράγματος, θα έπεφτε περνώντας από τον μεγαλύτερο παγκρεατικό πόρο στο ίδιο το πάγκρεας. Κι εκεί, ανάμεσα στα νησίδια του λαγκερχανς, θα έβρισκε, στις συντεταγμένες που του είχε δώσει η Εταιρεία Πληροφοριών, θα έβρισκε αυτό που του είχε κλαπεί μια νύχτα τρόμου μ' ολόγιομο φεγγάρι εδώ και τόσον πολύ καιρό. Και, αφού το έβρισκε, αφού είχε εξασφαλίσει τον αιώνιο ύπνο, κι όχι απλώς το φυσικό θάνατο από μια ασημένια σφαίρα, θα σταματούσε την καρδιά του - πως δεν ήξερε, αλλά θα το έκανε - και όλα θα τελείωναν για τον Λώρενς Τάλμποτ, που είχε γίνει αυτό που είχε αντικρύσει. Εκεί, στο πίσω μέρος του παγκρέατος, παίρνοντας αίμα από την σπληνική αρτηρία, βρισκόταν ο μεγαλύτερος θησαυρός απ' όλους. Κάτι περισσότερο από δουβλόνια, από μπαχαρικά και μετάξια, από λυχνάρια όπου φυλάκιζε τζίνια ο βασιλιάς Σολομών, η τελειωτική και απολαυστική αιώνια ειρήνη, μια ανακούφιση από την τερατωδία.

Εκανε στην άκρη το τελευταίο μέρος της νεκρής φλέβας και έβγαλε το κεφάλι του στον ανοιχτό χώρο. Κρεμόταν ανάποδα σε μια σπηλιά από βαθύ πορτοκαλί βράχο.
Ο Τάλμποτ ελευθέρωσε τα χέρια του, πιάστηκε από το ταβάνι της σπηλιάς και τραβήχτηκε έξω από το τούνελ. Επεσε, προσπαθώντας να γυρίσει την τελευταία στιγμή για να βγει πρώτα με τους ώμους, και χτύπησε αρκετά δυνατά στο πλάι του λαιμού του.

Εμεινε ξαπλωμένος για λίγο, περιμένοντας να συνέλθει. Μετά σηκώθηκε και προχώρησε. Η σπηλιά άνοιγε σε ένα ράφι, και βγήκε να δει το μέρος μπροστά του. Ο σκελετός από κάτι αμυδρά μόνο ανθρώπινο ήταν κουλουριασμένος στην άκρη της πλαγιάς. Φοβόταν να τον κοιτάξει από πολύ κοντά.
Εριξε το βλέμμα του στον κόσμο των νεκρών πορτοκαλί βράχων που ήταν ρυτιδωμένοι και κυματιστοί σαν μια εγκάρσια τοπογραφική όψη του μετωπικού λοβού ενός εγκεφάλου έξω από το κρανιακό περίβλημα.
Ο ουρανός είχε ένα ανοιχτό κίτρινο χρώμα φωτεινό κι ευχάριστο.

Το μεγάλο φαράγγι του σώματος του φαινόταν να είναι ένας χωρίς ορίζοντα σωρός ατροφικών βράχων, νεκρών εδώ και χιλιετηρίδες. Εψαξε και βρήκε ένα μονοπάτι που κατέβαινε από τη σπηλιά, και άρχισε το ταξίδι του.

Υπήρχε νερό, και τον κρατούσε ζωντανό. Προφανώς σ' αυτή την καψαλισμένη ερημιά έβρεχε πιο συχνά απ' ό,τι έδειχνε η εμφάνισή της. Δεν είχε τρόπο να μετράει τις μέρες ή τους μήνες, γιατί δεν υπήρχε ούτε μέρα ούτε νύχτα - πάντα η ίδια σταθερή θαυμάσια χρυσή ανταύγεια - αλλά ο Τάλμποτ πίστευε πως το ταξίδι του στην κεντρική ράχη των πορτοκαλί βουνών του είχε πάρει σχεδόν έξι μήνες. Και σ' αυτό το διάστημα έβρεξε σαράντα οκτώ φορές ή περίπου δύο φορέςν εβδομάδα. Κάθε φορά γέμιζαν μικρές λακούβες νερού σαν κολυμπήθρες, και ανακάλυψε πως αν κρατούσε υγρές τις γυμνές του πατούσες μπορούσε να περπατά χωρίς να χάνει την ενέργειά του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν έτρωγε, ή τι.

Δεν είδε άλλα σημεία ζωής.

Εκτός από έναν σκελετό πού και πού, στη τη σκιά κάποιου πορτοκαλί βράχου. Συχνά, δεν είχαν κρανίο.

Τελικά βρήκε ένα πέρασμα μέσα από τα βουνά και τα πέρασε. Ανέβηκε από τους πρόποδες σε χαμηλότερες, πιο απαλές πλαγιές, και μετά πάλι προς τα πάνω, σε άγρια και στενά περάσματα που φιδογύριζαν όλο και ψηλότερα προς τη ζέστη του ουρανού. Οταν έφτασε στην κορυφή, ανακάλυψε πως το μονοπάτι από την άλλη μεριά ήταν ίδιο και πλατύ και εύκολο. Κατέβηκε γρήγορα, του πήρε μερικές μέρες ή τόσο του φάνηκε.
Κάτι ήρθε κολυμπώντας προς το μέρος του. Εκανε πίσω. Εκείνο πλησίασε πιο γρήγορα, και καθώς ήρθε κοντά στο τοίχωμα του κρατήρα ανέβηκε στην επιφάνεια τραγουδώντας το τραγούδι του, γύρισε για να κόψει ένα κομμάτι σάπιας σάρκας από ένα από τα πτώματα που επέπλεαν, και σταμάτησε μόνο για μια στιγμή, σαν για να θυμίσει πως δεν ήταν αυτή η περιοχή δική του, του Τάλμποτ, αλλά βρισκόταν στη δικαιοδοσία του.

Οπως κι ο Τάλμποτ, το ψάρι δεν μπορούσε να πεθάνει.

Ο Τάλμποτ έκατσε στο χείλος του κρατήρα πολλή ώρα κοιτάζοντας τη λίμνη και παρακολουθώντας τα κουφάρια νεκρών ονείρων καθώς γύριζαν κι ανεβοκατέβαιναν σαν κομμάτια σκουληκιασμένο χοιρινό σε μια γκρίζα σούπα.
Μετά σηκώθηκε, κατέβηκε από τον κρατήρα και συνέχισε το ταξίδι του. Εκλαιγε.

Οταν τελικά έφτασε στην εκτή της παγκρεατικής θάλασσας, βρήκε ένα σωρό πράγματα που είχε χάσει ή είχε χαρίσει όταν ήταν παιδί. Βρήκε ένα ξύλινο πολυβόλο πάνω σε ένα τρίποδο, βαμμένο ένα μουντό λαδί χρώμα, που έκανε ρατ-τατ-τατ αν γύριζες μια ξύλινη λαβή. Βρήκε μια σειρά στρατιωτάκια, δυο λόχους, έναν πρωσσικό και έναν γαλλικό, με μια μινιατούρα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ανάμεσά τους. Βρήκε ένα μικροσκόπιο με σλάιντς και απολιθώματα και διάφορα χημικά σε ωραία μπουκαλάκια, όλα με παρόμοιες ετικέτες. Βρήκε ένα μπουκάλι του γάλακτος γεμάτος με πένες με ινδιάνικα κεφάλια. Βρήκε μια κούκλα του κουκλοθεάτρου με κεφάλι μαϊμούς και το όνομα Ρόσκο γραμμένο στο πάνικο γάντι με μπογιά για τα νύχια. Βρήκε ένα βηματόμετρο. Βρήκε έναν όμορφο πίνακα ενός πουλιού της ζούγκλας που είχε γίνει με αληθινά φτερά. Βρήκε μια πίπα από κότσαλο καλαμποκιού. Βρήκε ένα κουτί με δώρα ραδιοφωνικών εκπομπών: ένα χάρτινο σετ ντέντεκτιβ, με σκόνη για αποτυπώματα, αόρατη μελάνη κι έναν κατάλογο με κώδικες του αστυνομικού ασυρμάτου, ένα δαχτυλίδι με κάτι σαν πλαστική βόμβα επάνω του, που όταν έβγαζε τα κόκκινα πτερύγια από πίσω και το σκίαζε με τα χέρια του μπορούσε να δει φωτεινούς σπινθιρισμούς στο βάθος του, ένα πορσελάνινο φλιτζάνι μ΄ ένα κοριτσάκι κι έναν σκύλο να τρέχουν στην μια πλευρά, ένα κόκκινο πλαστικό δίσκοαποκρυπτογραφήσεως μ' έναν φακό για να καίει χαρτιά στο κέντρο.
Κάτι έλειπε όμως.

Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ήταν, αλλά ήξερε πως ήταν κάτι σημαντικό. Το ήξερε, όπως ήξερε πως ήταν σημαντικό να αναγνωρίσει τη σκιά που είχε περάσει απ' τη χειρουργική λάμπα όταν ήταν ακόμη στο πηγάδι του αφαλού του, ήξερε πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που έλειπε απ' αυτήν την κρύπτη... ήταν πολύ σημαντικό.

Πήρε μια βάρκα που ήταν αγκυροβολημένη στην άκρη της παγκρεατικής θάλασσας και έβαλε όλα τα πράγματα που είχε βρει σ' ένα αδιάβροχο κουτί κάτω από ένα κάθισμα. Κράτησε το μεγάλο ραδιόφωνο που είχε σχήμα καθεδρικού ναού και το έβαλε στο πάγκο μπροστά από τους σκαρμούς.
Μετά πήρε τη βάρκα και την έσπρωξε στα πορφυρά νερά, λεκιάζοντας τους αστραγάλους του και τα πόδια του ώς τους μηρούς, ανέβηκε επάνω, και άρχισε να τραβά κουπί προς τα νησάκια. Ο,τι κι αν ήταν αυτό που έλειπε, ήταν πολύ σημαντικό.
Ο άνεμος έπεσε όταν αχνοφάνηκαν τα νησάκια στον ορίζοντα. Ο Τάλμποτ στάθηκε ήρεμα, κοιτάζοντας την αιμάτινη θάλασσα, στο σημείο με γεωγραφικό πλάτος 38 54' Β και μήκος 77° 00' 13'' Δ.

Ηπιε από τη θάλασσα και του ήρθε αναγούλα. Επαιξε με τα παιχνίδια που ήταν στο αδιάβροχο κουτί. Και άκουγε το ραδιόφωνο.

Ακουσε ένα πρόγραμμα για κάποιον πολύ χοντρό άντρα που διαλεύκανε φόνους, μια διασκευή του Η γυναίκα στο παράθυρο με τον Εντουαρντ Ρόμπινσον και την Τζόαν Μπένετ, μια ιστορία που άρχιζε σ' ένα μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό, μια ιστορία μυστηρίου για κάποιον πλούσιο που γινόταν αόρατος θολώνοντας το μυαλό των άλλων έτσι που δεν μπορούσαν να τον δουν, και απόλαυσε ένα δράμα που διηγόταν κάποιος Ερνεστ Τσάπελ και έλεγε για μια ομάδα ανθρώπων που κατέβηκαν μ' ένα βαθυσκάφος από το πάτο ενός πηγαδιού ορυχείου όπου, σε βάθος πέντε μιλίων, τους επιτέθηκαν πτεροδάκτυλοι. Μετά άκουσε τα νέα από τον Γκράχαμ Μακνέημη. Στο τέλος του προγράμματος, μεταξύ άλλων, ο Τάλμποτ άκουσε την αξέχαστη φωνή του Μακνέημη να λέει:
"Κολόμπο, Οχάιο, 24 Σεπτεμβρίου 1973. Η Μάρθα Νέλσον ήταν σε ένα ίδρυμα για διανοητικά καθυστερημένους 98 χρόνια. Είναι 102 ετών και μπήκε στο Κρατικό Ιδρυμα Οριεντ κοντά στο Οριεντ του Οχάιο στις 25 Ιουνίου 1875. Το ιστορικό της καταστράφηκε σε μια φωτιά το 1883, και κανείς δεν ξέρει γιατί είναι στο ίδρυμα. Οταν μπήκε, λεγόταν Κρατικό Ιδρυμα Κολόμπο για Διανοητικά Καθυστερημένους. "Ποτέ δεν δόθηκε μια ευκαιρία", είπε ο δρ Α.Ζ. Σοφορένκο, που ανέλαβε πριν δύο μήνες διευθυντής του ιδρύματος. Είπε πως ήταν μάλλον θύμα του "ευγονικού φόβου", που όπως είπε ήταν πολύ συχνός στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Τότε μερικοί πίστευαν πως επειδή οι άνθρωποι φτιάχτηκαν "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του Θεού" οι καθυστερημένοι έπρεπε να είναι διεφθαρμένοι ή παιδιά του διαβόλου, γιατί δεν ήταν ολοκληρωμένα ανθρώπινα όντα. "Εκείνη την εποχή", είπε ο δρ. Σοφορένκο, "πίστευαν πως αν απομάκρυνες τους διανοητικά καθυστερημένους από μια κοινότητα και τους έκλεινες σ' ένα ίδρυμα το μίασμα δεν θα εμφανιζόταν ξανά στην κοινότητα". Και συνέχισε "Προφανώς παγιδεύτηκε απ' αυτό το τρόπο σκέψης. Κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν ήταν πραγματικά καθυστερημένη, ήταν μια χαμένη ζωή. Είναι αρκετά λογική για την ηλικία της. Δεν έχει γνωστούς συγγενείς και δεν είχε επαφή με κανέναν εκτός από το προσωπικό του ιδρύματος εδώ και 78-80 χρόνια".

Ο Τάλμποτ έκατσε σιωπηλός στην μικρή βάρκα, με το πανί της να κρέμεται σαν ένα παραμελημένο στολίδι από το μοναδικό κατάρτι.
"Από τότε που μπήκα μέσα σου, Τάλμποτ, έχω κλάψει περισσότερο απ' όσο έκλαψα σ' όλη μου τη ζωή", είπε, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Η σκέψη της Μάρθας Νέλσον, μιας γυναίκας που δεν είχε ξανακούσει ποτέ γι' αυτήν, που ποτέ δεν θ' άκουγε γι' αυτήν αν εντελώς κατά τύχη, τυχαία, δεν τύχαινε ν' ακούσει τώρα, τυχαίες σκέψεις που στρίγκλιζαν στο μυαλό του σαν παγωμένοι άνεμοι.
Και οι παγωμένοι άνεμοι ήρθαν, και το πανί γέμισε, και δεν ήταν πια έρμαιο των κυμάτων, αλλά πήγαινε για την ακτή του πιο κοντινού νησιού. Κατά τύχη.

Στάθηκε πάνω από το σημείο όπου ο χάρτης του Ντήμητερ έλεγε πως θα έβρισκε την ψυχή του. Για μια στιγμή γέλασε, ανακαλύπτοντας πως περίμενε να δει έναν τεράστιο σταυρό ή "Χ" για σημάδι. Αλλά υπήρχε μόνο μαλακή πράσινη άμμος, λεπτή σαν πούδρα, που παρασυρόταν σε αμμοστρόβιλους προς μια αιμάτινη παγκρεατική θάλασσα. Το σημείο βρισκόταν ανάμεσα στη γραμμή της άμπωτης και της τεράστιας κατασκευής που θύμιζε φρενοκομείο και κυριαρχούσε στο νησάκι.

Κοίταξε για άλλη μια φορά, ανήσυχα, το φρούριο που υψωνόταν στο κέντρο του μικροσκοπικού νησιού. Ηταν τετράγωνο κι έμοιαζε σκαλισμένο από έναν και μοναδικό μαύρο βράχο... Ισως από κάποιον βράχο που είχε βγει εκεί μετά από κάποια φυσική καταστροφή. Δεν είχε παράθυρα, ούτε μπορούσε να δει κανένα άλλο άνοιγμα, αν και έβλεπε δύο πλευρές του από εκεί που στεκόταν. Τον ενοχλούσε. Ηταν ένας σκοτεινός θεός σ' ένα άδειο βασίλειο. Σκέφτηκε το ψάρι που δεν πέθαινε, και θυμήθηκε τον ισχυτου Νίτσε, πως οι θεοί πεθαίνουν όταν χάσουν τους πιστούς τους.

Επεσε στα γόνατα και, έχοντας στο νου του τη στιγμή μήνες πριν, που είχε γονατίσει για να σκίσει τη σάρκα του ατροφικού του ομφάλιου λώρου, άρχισε να σκάβει στην πράσινη και λεπτή άμμο.
Οσο πιο πολύ έσκαβε, τόσο πιο γρήγορα η άμμος έτρεχε πάλι μέσα στο ρηχό λάκο. Μπήκε μέσα στο λάκο και άρχισε να πετάει την άμμο πίσω, ανάμεσα στα πόδια του, ένας ανθρώπινος σκύλος που σκάβει για ένα κόκκαλο.
Οταν τα δάχτυλά του συνάντησαν την άκρη του κουτιού, φώναξε από τον πόνο καθώς έσπασαν τα νύχια του.

Εσκαψε γύρω από τις άκρες του κουτιού και έσπρωξε τα ματωμένα του δάχτυλα μέσα στην άμμο για να τα φέρει από κάτω του. Το τράβηξε και ξεκόλλησε. Με σφιγμένους μυς το ελευθέρωσε και το έβγαλε έξω.
Το πήρε στην άκρη της παραλίας και έκατσε κάτω.

Ηταν ένα απλό κουτί. Ενα κοινό ξύλινο κουτί, σαν ένα παλιό κουτί πούρων, αλλά μεγαλύτερο. Το γύρισε από δω κι από κει και δεν του έκανε εντύπωση που δεν είδε μυστηριώδη ιερογλυφικά ή αποκρυφιστικά σύμβολα. Δεν ήταν θησαυρός τέτοιου είδους. Μετά τον γύρισε από την καλή και παραβίασε το άνοιγμα του. Η ψυχή του ήταν μέσα. Δεν ήταν αυτό που περίμενε να βρει, καθόλου. Αλλά ήταν αυτό που έλειπε από την κρύπτη.
Κρατώντας το σφιχτά στη χούφτα του, πέρασε την τρύπα στην άμμο και προχώρησε προς τον προμαχώνα που βρισκόταν στο ύψωμα.

Δεν θα πάψουμε να εξερευνούμε
Και όλης μας της εξερεύνησης το τέλος
Θα είναι να φτάσουμε εκεί που ξεκινήσαμε
Και να γνωρίσουμε για πρώτη φορά το μέρος.

Τ. Σ. Ελιοτ

Μέσα στο μελαγχολικό σκοτάδι του φρουρίου - είχε βρει την είσοδο πολύ πιο εύκολα απ' ό,τι περίμενε - ο μόνος δρόμος που μπόρεσε να ακολουθήσει ήταν προς τα κάτω. Οι υγρές, μαύρες πέτρες της γυριστής σκάλας οδηγούσαν αδυσώπητα προς τα κάτω, στα έγκατα του κτιρίου, πολύ χαμηλότερα από την παγκρεατική θάλασσα. Τα σκαλιά ήταν απότομα, και είχαν φαγωθεί από τα αμέτρητα πόδια που τα είχαν περάσει από την αυγή της μνήμης. Ηταν σκοτεινά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορεί να δει το δρόμο του. Δεν υπήρχε φως, όμως. Δεν τον ένοιαζε να σκεφτεί πως να γίνεται αυτό.

Οταν έφτασε στο βαθύτερο μέρος του κτιρίου, χωρίς να έχει περάσει άλλα δωμάτια ή θαλάμους ή ανοίγματα στο δρόμο του, είδε μια πόρτα απέναντί του, στην άλλη άκρη ενός μεγάλου δωματίου. Κατέβηκε τα τελευταία σκαλιά και προχώρησε ώς την πόρτα. Ηταν φταγμένη από διασταυρούμενες σιδερένιες μπάρες, μαύρες και υγρές σαν τις πέτρες του προμαχώνα. Ανάμεσά τους είδε κάτι χλωμό και ακίνητο στη μακρινή γωνία ενός κελιού.

Στην πόρτα δεν υπήρχε κλειδαριά.
Ανοιξε μόλις την άγγιξε.
Οποιος και να ζούσε σ' αυτό το κελί, δεν είχε προσπαθήσει ποτέ ν΄ανοίξει την πόρτα, ή είχε προσπαθήσει και είχε αποφασίσει να μη φύγει.
Προχώρησε βαθύτερα στο σκοτάδι.
Πέρασε ένα διάστημα σιωπής, και τελικά έσκυψε για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Ηταν σαν να σήκωνε ένα σακί νεκρά λουλούδια, εύθραυστα και μέσα σε μια νεκρή ατμόσφαιρα ανίκανη να συγκρατήσει ακόμα και τη θύμηση του αρώματος.
Την πήρε στα χέρια του και την κουβάλησε.
"Κλείσε τα μάτια σου στο φως, Μάρθα", είπε και ξεκίνησε να ανεβαίνει τη μεγάλη σκάλα προς το χρυσό ουρανό.

Ο Λώρενς Τάλμποτ σηκώθηκε στο χειρουργικό κρεβάτι. Ανοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον Βίκτορ. Χαμογέλασε περίεργα, μαλακά. Για πρώτη φορά από τότε που ήταν φίλοι, ο Βίκτορ είδε το πρόσωπο του Τάλμποτ χωρίς ίχνος οδύνης.
"Πήγε καλά", είπε. Ο Τάλμποτ κούνησε το κεφάλι του.
Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον.
"Πως είναι οι κρυογονικές σου εγκαταστάσεις;" ρώτησε ο Τάλμποτ. Τα φρύδια του Βίκτορ κατέβηκαν σαστισμένα. "Θέλεις να σε βάλω στη ψύξη; Νόμιζα πως ήθελες κάτι πιο μόνιμο... με ασήμι, ας πούμε".
"Δεν είναι ανάγκη".
Ο Τάλμποτ κοίταξε γύρω του. Την είδε να στέκεται στον απέναντι τοίχο, δίπλα σε ένα γκρέηζερ. Τον κοίταξε νε ανοιχτό φόβο. Γλίστρησε από το τραπέζι, τυλίγοντας γύρω του το σεντόνι που βρισκόταν από κάτω και φτιάχντοντας μια αυτοσχέδια τήβεννο. Του έδινε όψη Ρωμαίου άρχοντα.
Την πλησίασε και κοίταξε το αρχαίο της πρόσωπο. "Νάντια", είπε μαλακά. Μετά από λίγο σήκωσε το πρόσωπό της. Της χαμογέλασε και για μια στιγμή ήταν και πάλι ένα κορίτσι.Γύρισε αλλού το βλέμμα της. Πήρε το χέρι της, και ήρθαν μαζί στο τραπέζι, στον Βίκτορ.
"Θα σου ήμουν ευγνώμων αν μου έδινες μια περιληπτική αναφορά, Λάρυ", είπε ο φυσικός. Ετσι ο Τάλμποτ του τα είπε όλα.
"Η μητέρα μου, η Νάντια, η Μάρθα Νέλσον, είναι το ίδιο πράγμα", είπε ο Τάλμποτ όταν τελείωσε, "όλες τους χαμένες ζωές".
"Και τι ήταν στο κουτί;" είπε ο Βίκτορ.
"Πώς τα πας με το συμβολισμό και την κοσμική ειρωνεία, παλιόφιλε;"
"Προς το παρόν τα πάω καλά με τον Γιουνγκ και τον Φρόυντ", είπε ο Βίκτορ. Δεν μπορούσε να μη χαμογελάσει.
Ο Τάλμποτ έσφιξε το χέρι του φίλου του καθώς είπε "Ηταν μια παλιά, σκουριασμένη κονκάρδα".
Ο Βίκτορ γύρισε από την άλλη,
Οταν ξαναγύρισε ο Τάλμποτ χαμογελούσε. "Αυτό δεν είναι κοσμική ειρωνία, Λάρυ... Είναι φαρσοκωμωδία", είπε ο Βίκτορ. Ηταν θυμωμένος. Φαινόταν.
Ο Τάλμποτ δεν είπε τίποτα, απλώς τον άφησε να το σκεφτεί.
Τελικά ο Βίκτορ είπε "Τι διάβολο υποτίθεται πως σημαίνει αυτό, αθωότητα;"
Ο Τάλμποτ σήκωσε τους ώμους του. "Υποθέτω πως αν ήξερα , δεν θα την έχανα. Αυτό ήταν όλο. Μια μικρή σιδερένια κονκάρδα με καρφίτσα από πίσω, τέσσερις πόντους διάμετρο, μ' αυτό το αλλήθωρο πρόσωπο, τα πορτοκαλί μαλλιά, το χαμόγελο που δείχνει τα δόντια του, τη στρογγυλή μύτη, τις φακίδες, όλα, όπως ήταν πάντα". Εμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, και μετά πρόσθεσε "Φαίνεται δίκαιο".
"Και τώρα που την ξαναβρήκες, δεν θέλεις να πεθάνεις;"
"Δεν χρειάζεται να πεθάνω".
"Και θέλεις να σε βάλω στη ψύξη".
"Και τους δυό μας".

Ο Βίκτορ τον κοίταξε με δυσπιστία. "Για τ' όνομα του Θεού, Λάρυ!"
Η Νάντια στεκόταν σιωπηλή, σαν να μην μπορούσε να τους ακούσει.
"Βίκτορ, άκουσέ με: Η Μάρθα Νέλσον είναι εκεί μέσα. Μια χαμένη ζωή. Η Νάντια είναι εδώ έξω. Δεν ξέρω γιατί ή πως ή τι... αλλά... μια χαμένη ζωή. Αλλη μια χαμένη ζωή. Θέλω να φτιάξεις την ψείρα της, όπως έφτιαξες και τη δικιά μου, και να την στείλεις μέσα. Την περιμένει, και μπορεί να το διορθώσει, Βίκτορ.Ως ένα σημείο, τουλάχιστον. Μπορεί να μείνει μαζί της καθώς θα ξανακερδίσει τα χρόνια που της έχουν κλαπεί. Μπορεί να είναι - μπορώ να είμαι - ο πατέρας της όταν θα είναι μωρό, ο σύντροφος στα παιχνίδια της όταν θα είναι παιδί, ο φίλος της όταν θα είναι έφηβος, το αγόρι της όταν θα είναι ένα νέο κορίτσι, ο μνηστήρας της όταν θα γίνει γυναίκα, ο εραστής της, ο άντρας της, ο σύντροφός της καθώς θα μεγαλώνει. Αφησέ την να γίνει όλες οι γυναίκες που ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει, Βίκτορ. Μην της το στερείς για δεύτερη φορά. Και όταν τελειώσουν όλα, θα ξαναρχίσουν..."
"Πώς, για τ' όνομα του Θεού, πώς; Μίλα λογικά, Λάρυ! Τι είναι όλες αυτές οι μεταφυσικές αηδίες;"
"Δεν ξέρω πώς, έτσι είναι όμως! Ημουν εκεί, Βίκτορ, ήμουν εκεί για μήνες, χρόνια ίσως, και ποτέ δεν άλλαξα, δεν έγινα λύκος, δεν υπάρχει Σελήνη εκεί... ούτε νύχτα, ούτε μέρα, ένα χρυσό φως μόνο και ζεστασιά, και μπορώ να προσπαθήσω να επανορθώσω. Μπορώ να επιστρέψω δύο ζωές. Σε παρακαλώ, Βίκτορ!"
Ο φυσικός τον κοίταξε χωρίς να μιλά. Μετά κοίταξε την ηλικιωμένη γυναίκα. Εκείνη του χαμογέλασε και μετά, με αρθριτικά δάχτυλα, άρχισε να βγάζει τα ρούχα της.

Οταν βγήκε από τον αυλό, ο Τάλμποτ την περίμενε. Φαινόταν πολύ κουρασμένη, και ήξερε πως έπρεπε να την αφήσει να ξεκουραστεί προτού προσπαθήσουν να περάσουν τα πορτοκαλί βουνά. Τη βοήθησε να κατέβει από το ταβάνι της σπηλιάς και την ξάπλωσε στα μαλακά, αχνοκίτρινα βρύα που είχε φέρει από τα νησάκια του Λαγκερχανς με τη Μάρθα Νέλσον. Δίπλα δίπλα, οι δύο ηλικιωμένες γυναίκες έμειναν ξαπλωμένες, και η Νάντια κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Στάθηκε από πάνω τους, κοιτάζοντας τα πρόσωπά τους.

Ηταν ολόιδιες.

Μετά βγήκε στο ράφι και στάθηκε κοιτάζοντας τη ράχη των πορτοκαλί βουνών. Ο σκελετός δεν τον φόβιζε τώρα. Ενιωσε μια ξαφνική, δυνατή ψύχρα στον αέρα και κατάλαβε πως ο Βίκτορ είχε αρχίσει την ψύξη.
Εμεινε έτσι για πολλή ώρα, κρατώντας τη μικρή μετάλλινη κονκάρδα - με το πονηρό, αθώο πρόσωπο ενός μυθικού πλάσματος ζωγραφισμένο πάνω της σε τέσσερα ζωηρά χρώματα - σφιχτά στο αριστερό του χέρι.

Αργότερα, άκουσε το κλάμα ενός μωρού, ενός μόνο μωρού, από τη σπηλιά και γύρισε για ν' αρχίσει το πιο εύκολο ταξίδι που είχε κάνει ποτέ.

Κάπου, ένα τρομερό διαβολόψαρο χαλάρωσε ξαφνικά τα βράγχιά του,
γύρισε σιγά σιγά ανάποδα
και βυθίστηκε στο σκοτάδι.