Tanith Lee
As Time Goes By (1983)
Μετάφραση: Δάφνη Δημητρίου
Είχαμε μισό πλήρωμα πριν δυο εικοσάδες που ορκιζόταν πως πέρασαν το Ναπολέων καθώς έμπαιναν στην Παράμετρο. Αλλά ξέρετε τώρα πώς είναι οι διαστημικοί, και μάλιστα όταν είναι σε μια Στατική Ζώνη. Πάνω απο δυο χιλιάδες χρονικά ρεύματα που συγκρούονται στο διάστημα, κι ένας λευκός τροχός από αίρονεξ που περιστρέφεται στο κέντρο. Το Χρονο-φάντασμα και οι διάφορες δεισιδαιμονίες είναι αναπόφευκτες.
Ο τροχός εδώ στους Χρόνους ήταν ο πρώτος σταθμός που φτιάχτηκε, στην πρώτη Παράμετρο που συνάντησαν όταν τελικά κατάλαβαν πως λειτουργεί ο Χρόνος στο απώτερο διάστημα. Εσείς θα ξέρετε τα περισσότερα απ' αυτά, φυσικά, αν όχι όλα. Πως κάθε αστρικό σύστημα βρίσκεται και σε διαφορετική χρονόσφαιρα, πως τίποτα δεν είναι συγχρονισμένο με τα υπόλοιπα, πως το σύμπαν αποτελείται από ένα εκατομμύριο χρονικά ρεύματα, από τα οποία μόνο δυο χιλιάδες έχουν μέχρι στιγμής χαρτογραφηθεί και είναι πλεύσιμα. Ξέρετε ακόμα πως οι Χρόνοι και οι άλλες Ζώνες -οι άσπρες τρύπες του διαστήματος, όπως λένε για πλάκα - είναι τα καταφύγια όπου ο χρόνος είναι πάντοτε στάσιμος. Και πως αν και αυτοί που ζουν στους τροχούς μετρούν το χρόνο με μέρες των είκοσι ωρών, και αν και έχουμε, όπως παντού, κάποιες λέξεις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον -χθες, σήμερα, αύριο - η χρονόσταση ισχύει για όλους όσους βρίσκονται στον τροχό. Εμείς κινούμαστε στο χρόνο, αλλά σαν να κινούμαστε πάνω σ' ένα παγωμένο ρολόι, σ' ένα ρολόι χωρίς δείκτες. Που σημαίνει πως όποιο πλοίο εμφανιστεί από κάποιο από τα δυο χιλιάδες χρονικά συνεχή μπορεί να σταματήσει εδώ ή σε κάποια άλλη άσπρη τρύπα, και θα ήταν σαν να ξαναρχίζει το παιχνίδι από την αρχή. Εδώ είναι σαν να καθαρίζουν, το παρελθόν τους προτού ξαναφύγουν για το χάος. Μια νησίδα σταθερού εδάφους στη μέση της τρικυμίας. Και στην επιστημονική ορολογία: μια Παράμετρος, μια σταθερή σφαίρα σ' ένα διαφορικό άπειρο. Και στην κοινή γλώσσα, άλλος ένας τρόπος για να κρατηθεί κανείς στα λογικά του.
Αλλα η λογική, όπως και ο χρόνος, είναι κάτι το σχετικό. Οπως είπα, οι Χρόνοι έχουν κι αυτοί τα «φαντάσματά» τους, όπως τα αγριολούλουδα από τη Λύρα που υποτίθεται πως εμφανίζονται καμιά φορά στο Εκτο Επίπεδο. Εγώ δεν τα έχω δει, βέβαια. Αλλά είδα το Ναπολέων, μια φορά.
Ηταν παλιά, τότε που είχαν ακόμα εκείνο το μπαρ στο Τρίτο Επίπεδο, το Ρουέλ Ετουάλ - το Σακάκι των Αστρων. Ισως να το έχετε ακούσει. Ηταν εμπνευσμένο από το σελυλόιντ των αρχών του εικοστού αιώνα, ξέρετε, εκείνες τις παλιές ταινίες, σαν λεπτές, ξινές φέτες λεμονιού. Το Ρουέλ είχε αυτά τα τετράγωνα έπιπλα και τα μεγάλα ξύλικα τασάκια. Οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με ροζ και μαύρο σατέν. Και μερικές γυναίκες έβγαζαν τις φόρμες τους και έρχονταν στο Ρουέλ σκεπασμένες κι αυτές με σατέν, και μ' αυτά τα μακριά, βαθυκόκκινα νύχια, και κείνα τα μακριά σκουλαρίκια που είναι σαν πολυέλαιοι. Υπήρχε και ένας πολυέλαιος στο ταβάνι. Επρεπε να τον είχατε δει. Σαν πάγος στη φωτιά. Και κάτω από τον πολυέλαιο ήταν ένα αληθινό πιάνο, κι ένας αληθινός πιανίστας, από τη Σύρτη, σκούρος σαν το κάρβουνο, με πρόσωπο πριγκιπικό και χέρια σαν τα κύματα της θάλασσας. Οι ήχοι που έβγαιναν απ' αυτό ο πιάνο ήταν ίδιοι στο σχήμα και στο χρώμα με τις ακτίνες που ξεχύνονται από τον πολυέλαιο. Επρεπε να τον είχατε δει αυτόν τον πολυέλαιο.
Αλλά σας έλεγα για κείνη τη φορά που είχα δει το Ναπολέων.
Ημουν στο Διάδρομο του Τετάρτου, ένα επίπεδο πάνω από το Ρουέλ Ετουάλ, απ' όπου μπορείς να δεις τα πλοία να εμφανίζονται από το από το τίποτα καθώς αφήνουν τους Διαστημικούς Διαδρόμους στο μηδέν 50. Το διάστημα ήταν σαν μια λίμνη από μελάνι, χωρίς άστρα, φυσικά, γιατί από μια Παράμετρο ποτέ δεν μπορείς να δεις άστρα. Οταν ξαφνικά είδα αυτό το μεγάλο δελφίνι να εμφανίζεται από το πουθενά, έτρεξα προς το πίνακα συναγερμού. Κάτι όμως με έκανε να κοιτάξω πίσω πριν φτάσω στον πίνακα. Και το πλοίο δεν ήταν πια εκεί.
Δεν είμαι επιρρεπής στις παραισθήσεις, κι άλλωστε έχω αρκετά καλή Μνήμη. Θυμάμαι που κάθησα εκεί στο διάδρομο και ξανάφτιαξα το πλοίο εκείνο στο μυαλό μου, και το εξέτασα πολύ καλά. Και κατάλαβα, μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο, πως δεν θα μπορούσε να είναι κανένα σαράβαλο, που δεν είχε γραφτεί στους καταλόγους. Οι αριθμοί και οι κωδικές ημερομηνίες, βλέπετε, ήταν Κύκλοι - είχαν καθιερωθεί εδώ και δεκαεννιά τουλάχιστον χρόνια από τη Συνομοσπονδία. Ετσι που ήταν μπερδεμένος ο χρόνος εκεί έξω, όλοι οι κωδικοί αλλάζουν κάθε Κύκλο. Φυσικά εμφανίζεται πού και πού και κάποια κονσέρβα που έχει καθυστερήσει τυπικά να ενημερώσει τους κωδικούς της. Αλλά αυτά είναι μικρά πλοία, ανεξάρτητα φορτηγά, και κανείς δεν ασχολείται ιδιαίτερα μ' αυτά. Αυτό το πλοίο ήταν μεγάλο, ένας ψυχρός, χλωμός γίγαντας. Είχε ακόμα και τη παλαιομοδίτικη δεξαμενή ντήζελ στην πρύμνη, να καίει σαν ρουμπίνι. Αλλά ήταν και κάτι άλλο. Η Μνήμη μου μου έδειχνε πως οι κωδικοί του δεν ήταν απλώς παλιοί, ήταν λάθος. Και είχε κι ένα έμβλημα. Οποιος έχει ακούσει για τον Εμπορικό Πόλεμο ξέρει τα πειρατικά πλοία και τους θυρεούς που συνήθιζαν να έχουν. Αρκετοί ξέρουν το έμβλημα του Ναπολέων. Ενας αετός πάνω από έναν ήλιο που ανατέλλει. Και αυτό ακριβώς είχε στην πλώρη του το πλοίο που είδα.
Δεν ανέφερα τίποτα. Εκανα μερικές νύξεις από δω
κι από εκεί, ξέρετε. Μετά άρχισα ν' ακούω
παρόμοιες ιστορίες, αρκετές. Απ' όσο ξέρω, κανείς
δεν έχει δει καταπρόσωπο τον Ντέη Κέρτις. Μόνο
μια ιστορία υπάρχει.
Ο Κέρτις είχε ήδη γίνει θρύλος, ακόμα και πριν να
εξαφανιστεί με ολόκληρο σχεδόν το πλήρωμά του. Ο
Εμπορικός Πόλεμος είχε διαιρέσει τη
Συνομοσπονδία στα τρία, και αρκετοί καπετάνιοι
πέρναγαν μέσα από τα πυρά από τη μια μεριά στην
άλλη, πηγαίνοντας για εμπορεύματα εκεί που
έπρεπε, ή εκεί που δεν έπρεπε να πάνε, ανάλογα με
την αμοιβή, χωρίς να αποφεύγουν επιπλέον
εμπορεύματα όταν τα έβρισκαν στους Διαστημικούς
Διαδρόμους. Ο Κέρτις ήταν μοναδικός, γιατί
μπορούσε να αναλάβει μια δουλειά για κάποια
πλευρά και συγχρόνως να κάνει πειρατείες
εναντίον τους. Ο λόγος που συνέχιζαν να τον
πληρώνουν ήταν πως μπορούσε να κάνει το Ναπολέων
να παίζει παιχνίδια με τα χρονικά ρεύματα και το
χώρο που ακόμα και σήμερα είναι πρακτικά αδύνατα.
Αν τον πλήρωνες περισσότερα απ' όλους θα
κατάφερνε να μεταφέρει οτιδήποτε οπουδήποτε.
Ο,τι κι αν βρισκόταν στο δρόμο του: Ηχητικά
φράγματα, ραδιενεργά δράγματα ή ένας στόλος από
πάνοπλα πλοία. Πολλές φορές χώριζε ένα στόλο στα
δύο και οδηγούσε το ένα μέρος, μέσα απ' όλο το
Διάστημα, πίσω στο άλλο μισό, που τον περίμενε με
τα κανόνια του έτοιμα. Εκείνος τελικά γλιστρούσε
ανάμεσά τους σαν νόμισμα μέσα σε αυτόματο
μηχάνημα και τους άφηνε να χτυπιούνται μεταξύ
τους. Αλλά θα έχετε ακούσει τις ιστορίες για τον
Κέρτις και το πλοίο του, τις ξέρει όλος ο κόσμος.
Η δική μας Παράμετρος ήταν ουδέτερη ζώνη τότε, γιατί έτσι έπρεπε να είναι. Εκείνη την εποχή υπήρχαν μόνο δύο τροχοί, και όλοι τους χρειάζονταν, σ' όποιο μέρος της Συνομοσπονδίας κι αν άνηκαν. Καθε είδος σκάφη πηααινοέρχονταν: Περιπολικά, καταδρομικά, αντιτορπιλικά, εμπορικά, πειρατικά και πλοία λαθρεμπόρων. Και τα πληρώματα ήταν αρκετά λογικά ώστε να μην μιλάνε όταν συναντιούνταν στους διαδρόμους, τις τραπεζαρίες και τα μπαρ. Ετσι όπως κυκλοφορούσαν τα πλοία στο χρόνο, σαν ψάρια μέσα στο νερό, έχοντας ελάχιστα ασφαλή μέρη να σταθούν, ήταν πραγματικά αναγκαίο να υπακούει κανείς στους κανόνες και ν' αφήνει το όπλο του στην είσοδο του σταθμού. Οι πιο κακόφημοι ντεσπεράντος του διαστήματος πέρασαν από δω, πολλές φορές, πηγαίνοντας σε μάχες ή γυρίζοντας από μακελειά. Αλλά ακόμα και μέσα σ' όλους αυτούς, ο Κέρτις ξεχώριζε.
Ηταν ένας κάπως μελαχρινός άντρας, με την μελαγχολική χλωμάδα που αποκτούν οι περισσότεροι διαστημικοί και εκείνα τα τεράστια ρωμαιοβυζαντινά μάτια που μπορείς να δεις στις τοιχογραφίες στη Γη. Ισως να είχατε δει φωτογραφίες του στις ειδήσεις. Ηταν τότε που το Ναπολέων είχε ρυμουλκήσει εκείνο το βομβαρδισμένο εμπορικό, το Ωρίγος, μέσα από τις εχθρικές γραμμές ως το λιμάνι της Λύρας - για τα λύτρα, φυσικά. 'Η τότε που τον επικύρηξαν και οι τρεις ομάδες της διασπασμένης Συνομοσπονδίας και οι περισσότεροι από τους φίλους του τους πειρατές άρχισαν να τον κυνηγούν, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να τον πιάσουν. Ηταν ακόμα πιο ραφινάτος απ' ό,τι φαίνεται σ' εκείνες τις παλιές ταινίες, αλλά η έκφρασή του ήταν η ίδια. Ποτέ δεν αστειευόταν, ούτε καν χαμογελούσε. Δεν ήταν προσποίηση, ούτε κάτι που το είχε και το έχασε, ούτε κάτι που το απέκτησε κάποια στιγμή. Ο,τι κι αν είναι αυτό που μαλακώνει τις κόψεις της ανθρώπινης απομόνωσης, ο Κέρτις γεννήθηκε χωρίς αυτό. Το πλήρωμά του του φερόταν σαν να ήταν ένας βασιλιάς από πέτρα. Ηξεραν πως ήταν ικανός να διευθύνει τις επιχειρήσεις και με το παραπάνω, σαν μια ψυχρή μεγαλοφυία, και του ελιχαν εμπιστοσύνη στη δουλειά τους. Αλλά τον μισούσαν όσο και τον σέβονταν, δηλαδή πολύ. Είχε μια γλώσσα σαν ξυράφι. Εφτανε να κοπείς μια φορά. Επειδή ήταν όμορφος, τραβούσε τις γυναίκες, ώσπου καταλάβαιναν πως μαζί του δεν μπορούσαν να καταλήξουν πουθενά. Οσες επέμεναν συνήθως το μετάνιωναν. Οπως έχουν λοιπόν τα πράγματα, αυτή η ιστορία, η τελευταία ιστορία που άκουσα για τον Ντέη Κέρτις, είναι μάλλον αμφιλεγόμενη. Εκείνος που μου τη διηγήθηκε δεν ισχυρίστηκε το αντίθετο.
Αυτή την ιστορία την άκουσα δυο χρόνια μετά από τότε που είδα το Ναπολέων στο Διάδρομο του Τετάρτου. Την άκουσα τη μέρα που έκλεισαν το Ρουέλ Ετουάλ. Ηταν στον Ενατο Κύκλο, την επόμενη της καταιγίδας που έκανε κομματάκια τα δεκαπέντε πλοία ανάμσα στη Σύρτη και το Ντάγκον Στριπ. Τη θυμάμαι καλά, και χωρίς να χρησιμοποιήσω τη Μνήμη μου. Το μπαρ άδειο, γυμνό, κούφιο, σαν να αντηχεί απ' όλες τις φωνές, τη μουσική και τα χρώματα που υπήρξαν ποτέ μέσα του. Μια ομάδα τεμάχιζε τον τεράστιο πολυέλαιο, τον φόρτωνε σε καροτσάκια και τον έβγαζε έξω. Το πιάνο το είχαν ήδη πάρει, αλλά από κάπου ακούγονταν οι σιγανοί λυγμοί μιας κοπέλλας. Ποτέ δεν έμαθα το λόγο που έκλαιγε, ίσως κάποιος δικός της να ήταν σ' ένα απ' αυτά τα πλοία... Εμείς τελειώναμε το τελευταίο μπουκάλι μπράντυ Νόιρα, στο μπαρ, μέσα σ' αυτή τη θλιμμένη ερήμωση. Κι έτσι όπως καθόμασταν με βαριά αλλά ζεστή διάθεση, μου διηγήθηκε την ιστορία.
Εξω απ' τα ελλειπτικά φινστρίνια, στην άκρη του
κόσμου μας, κρεμόταν το άχρονο διάστημα, μια
άναστρη χειμωνιάτικη νύχτα.
Το Ρουέλ Ετουάλ ήταν σχεδόν έρημο εκείνη την
εικοσάδα. Είχε γίνει κάποια φασαρία έξω, στο
μηδέν 98, και τα διαστημόπλοια είχαν φύγει σαν
κοράκια, για να πάρουν μέρος ή να μαζέψουν τ'
απομεινάρια. Το ψηλό μαρμάρινο ρολόι του τοίχου
έλεγε δεκαεννιά και δεκαπέντε, αλλά ο μελαμψός
πιανίστας ακόμα κύλαγε τα κύματα των χεριών του
πάνω-κάτω στα πλήκτρα. Τέσσερις - πέντε πελάτες
κάθονταν συζητώντας γκρινιάρικα ή έπαιζαν
χαρτιά στη λουλακί τσόχα. Και σ' ένα από τα
γωνιακά σεπαρέ καθόταν ο Ντέη Κέρτις. Το Ναπολέων
ήταν στο ντοκ, είχε αράξει πριν δύο εικοσάδες
με μια τρύπα στο πλευρό, και το πλήρωμα
προσπαθούσε να τη μπαλώσει στα γρήγορα για να
μπορέσουν να πάνε ώς το 98 και να δουν τι θα
μπορούσαν να μαζέψουν. Δεν φαινόταν όμως πως θα
προλάβαιναν τις επισκευές, και κατά τις δεκαοκτώ
είχε εμφανιστεί ο Κέρτις στο Ρουέλ μ' ένα βλέμμα
σαν σβησμένο κεραυνό στο βάθος των ματιών του. Ο
Κέρτις σπάνια το έδειχνε όταν ήταν θυμωμένος,
αλλά έπινε σαν στεγνή άμμος. Αυτό ακριβώς έκανε,
σταθερά και ψυχρά, σαν να ρούφαγε την ψυχή του
μπαρ, όταν μπήκε η γυναίκα.
Φαινόταν λιγότερο από τριάντα, με μαλλιά μαύρα σαν το πιο μαύρο πράγμα που έχετε δει στη ζωή σας, το διάστημα ίσως, ή το μετείκασμα κάποιου ήλιου, κομμένα κοντά επάνω, αλλά μακριά κι ελεύθερα στο λαιμό και τους ώμους. Κατά τα άλλα είχε τη χλωμάδα των διαστημικών, κι ένα από τα χυτά φορέματα που ταιριάζουν με το Ρουέλ, σχεδόν στο ίδιο χρώμα με το δέρμα της. Ερχόταν από κάποιο πλοίο που είχε μείνει αραγμένο γιατί ανήκε σε κάποιο βιοτέχνη που δεν είχε προηγούμενα με κανέναν, αλλά περπατούσε σαν να έκανε κάτι το παράτολμο, έτοιμη να παλέψει ή να το βάλει στα πόδια. Πήγε κατ' ευθείαν στο μπαρ, παράγγειλε ένα από τα κοκτέηλ που ήταν σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, και το κατέβασε μονορούφι, χωρίς να κοιτάζει κανέναν και τίποτα. Μετά παράγγειλε άλλο ένα, και κρατώντας το στις άκρες των μακριών της δαχτύλων γύρισε και κοίταξε το δωμάτιο. Είχε τη κίνηση ενός χορευτή, και είχε την σπάνια μαγεία που συνοδεύει μια ανυπέρβλητη ομορφιά, μια εκθαμβωτική λάμψη που δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί. Τέσσερις-πέντε άντρες την κοίταξαν, αλλά το βλέμμα της πέρασε από πάνω τους με τέλεια αδιαφορία. Ηταν φανερό πως έψαχνε κάτι και, απ' ό,τι έδειχνε, ευχόταν να μην το βρει. Και μετά το βλέμμα της έφτασε στο γωνιακό σεπαρέ, όπου καθόταν ο Κέρτις.
Μπορεί να την είχε προσέξει όταν μπήκε, μπορεί και όχι. Αλλά το να κοιτάζεις κάποιον εξεταστικά, ακόμα και σε μια ουδέτερη ζώνη, συνήθως είναι προάγγελος φασαρίας. Μετά από μια στιγμή, σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Η έκφραση του προσώπου της δεν άλλαξε, αλλά το ποτήρι γλίστρησε από το χέρι της και έσπασε στο γυαλισμένο πάτωμα.
Για ένα τέταρτο του λεπτού έμεινε ακίνητη, αλλά ήταν σαν να την περιέβαλλε ένα είδος ηλεκτρισμού, σαν ένα σύρμα, όταν υπάρχει κάποια καταιγίδα στη στρατόσφαιρα. Μετά παραμέρισε ελαφρά με το πόδι της τα σπασμένα γυαλιά και προχώρησε γρήγορα, κατευθείαν στο τραπέζι του Κέρτις. Εκείνος συνέχισε να την παρακολουθεί, όπως όλοι, ακόμα και ο πιανίστας από τη Σύρτη αν και δεν έχασε ούτε μια νότα. Η γυναίκα έδειχνε ικανή για τα πάντα, ακόμα και να πετάξει ένα κοφτερό στιλέτο στο λαιμό του Κέρτις, ίσως. Μόνο ένας τυφλός θα μπορούσε να την αγνοήσει. Ισως ούτε κι αυτός ακόμα.
Οταν έφτασε στο τραπέζι, το λεπτό χέρι που είχε
αφήσει το ποτήρι να πέσει πετάχτηκε σαν κόμπρα
και χαστούκισε τον Κέρτις.
«Λοιπόν», του είπε, «κερδίζεις το στοίχημα. Τι
πρέπει να σου πληρώσω;»
Του είχαν ξανασυμβεί τέτοιες μονόπλευρες σκηνές
με γυναίκες, και μάλλον φαντάστηκε πως ήταν κι
αυτή άλλη μια από τις κοπέλες που είχε ξεχάσει.
«Είμαι σίγουρος πως μπορείς να βγεις μόνη σου από
εδώ μέσα», της είπε πεζά.
«Ναι», του είπε, «θυμάμαι τώρα. Με προειδοποίησες.
Την τελευταία φορά».
«Θα πρέπει να σου είπα επίσης πως είσαι ανόητη.
Φύγε από εδώ. Ή θα φύγω εγώ».
«Δεκαπέντε χρόνια είναι πολύς καιρός», του είπε.
Τα μάτια της ήταν σαν καψαλισμένα τοπάζια, και
στα πορφυρά της νύχια είχε λευκά λουλούδια.
«Πρέπει να έχω αλλάξει. Ακόμα κι αν εσύ δεν
άλλαξες καθόλου. Δεν περίμενα να με θυμάσαι,
βέβαια. Δεν θα ήταν δυνατόν. Ηθελα μόνο να δω, να
καταλάβω...»
Ο Κέρτις σηκώθηκε. Καθώς περνούσε δίπλα της, τον
έπιασε από το μπράτσο. Το προκάλυμμα του θυμού
είχε εξαφανιστεί και στο άκαμπτο πρόσωπό της
φαινόταν τώρα μόνο ο τρόμος. «Τώρα καταλαβαίνω»,
είπε άχρωμα. «Χρόνια τώρα φοβόμουν, και τώρα
κατάλαβα γιατί. Είσαι νεκρός Κέρτις. Ή θα είσαι.
Αύριο... σύντομα...»
Είχε αρχίσει να οπισθοχωρεί καθώς μιλούσε,
σαστισμένη, κατάπληκτη, αλλά τώρα φυσικά ήταν
εκείνος που άπλωσε το χέρι του και τη συγκράτησε.
Οι απειλές ήταν απειλές, και ακόμα και μια
γυναίκα από το πλοίο ενός βιοτέχνη θα μπορούσε να
πληρώνεται από τη Συνομοσπονδία.
«Εντάξει», της είπε, κρατώντας την γερά.
«Ενδιαφέρομαι. Πες μου και άλλα για το θάνατό
μου».
«Συγνώμη», του είπε εκείνη. «Αφησέ με να φύγω, σε
παρακαλώ».
«Θα σε αφήσω όταν ακούσω αυτά που έχεις να πεις.
Ισως».
«Δεν έχω, τελικά, τίποτα να πω».
«Κρίμα. Αφησέ με να σε βοηθήσω. Είσαι νεκρός,
Κέρτις. Ή θα είσαι».
«Αυτό ισχύει για όλους μας», του είπε
προσπαθώνταςνα μιλήσει με πιο ελαφρό ύφος.
«Εχουμε πόλεμο εκεί έξω».
«Εχουμε πόλεμο εδώ μέσα», της είπε. «Εσύ τον
άρχισες, μόλις τώρα».
«Με πονά».
«Οχι ακόμα».
Συνέχισε να τον κοιτάζει, κι εκείνος συνέχισε να
την κρατάει. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από τα
ρεύματα του πιάνου και από απόλυτη σιωπή.
«Θα σου πω», του είπε τελικά. «Αφησέ με να κάτσω,
και θα σου πω».
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του κι έκατσαν στο
σεπαρέ, αλλά συνέχισε να βαστάει τον καρπό της.
Εκατσαν ο ένας απέναντι από τον άλλον, σχεδόν σαν
εραστές, αγνοώντας τον υπόλοιπο κόσμο.
«Αν έχεις ξεχάσει πως βρισκόμαστε σε ουδέτερη
ζώνη», της είπε απαλά, «σου θυμίζω πως μπορώ να
σου σπάσω το χέρι σε δυο δευτερόλεπτα».
Του χαμογέλασε μελαγχολικά.
«Το πιστεύω».
«Αυτό που έχει σημασία είναι πως το πιστεύω εγώ».
Κοίταξε την επιφάνεια του τραπεζιού που τους
χώριζε.
«Θα είναι δύσκολο».
«Μόνο για σένα».
«Ξέρεις», του είπε με πίκρα, «είσαι σχεδόν
αστείος».
«Κι εσύ θα είσαι σχεδόν πτώμα σε λίγο».
«Εντάξει».
Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν σαν δυο χρυσά φτερά. Το πρόσωπό της μαλάκωσε, ηρέμησε, έχασε κάθε ίχνος ύφους. Θα μπορούσε να είναι μια κούκλα, και η φωνή της θα μπορούσε να είναι μια μαγνητοφωνημένη. «Οταν ήμουν δεκαέξι, όταν δηλαδή είχα σχεδόν τα μισά μου χρόνια, ήμουν εδώ στους Χρόνους. Ταξίδευα με το πλοίο του παππού μου, το Γεράκι, προτού φουντώσει πραγματικά ο πόλεμος. Ερχόμασταν από τη Σύρτη και πηγαίναμε στις Συρακούσες. Το πλοίο ήταν ένα μικρό φορτηγό, νόμιμο και με όλες τις άδειες που χρειάζονταν. Δεν περιμέναμε φασαρίες - το φορτίο μας δεν ήταν μεγάλης αξίας - και με είχε πάρει μαζί για λίγους μήνες διακοπές από τη στρατιωτική σχολή. Ημουν χαρούμενη που ταξίδευα, που μπορούσα να παίξω την ενήλικη γυναίκα, αντί να παίζω συνέχεια με τα όπλα. Ηρθα εδώ, όπου έκανα και την πρώτη μου ηλιοθεραπεία. Γύρω στις δεκαεπτά άρχισε να χτυπάει ο συναγερμός. Είχε εμφανιστεί στην Παράμετρο ένα σωστικό πλοίο έξω από τα προγραμματισμένα δρομολόγια. Οι κωδικοί είχαν σβηστεί, κι όταν άνοιξαν τις πόρτες βρήκαν ένα μόνο άντρα μέσα. Εγινε κάποιος σαματάς, γιατί το όνομα του πλοίου απ' όπου είπε πως ερχόταν δεν υπήρχε σε κανέναν κατάλογο. Κι έπειτα έλεγε για μια θύελλα έξω, στο μηδέν 98, μια χρονοθύελλα που του στοίχησε το πλοίο του, και εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε καμιά θύελλα έξω. Εκείνος όμως επέμενε πως υπήρχαν κι άλλοι επιζώντες, αλλά κανείς δεν εμφανίστηκε, κι όταν έκαναν έλεγχο με το σόναρ δεν βρήκαν τίποτα, όπως δεν μπορούσαν να πιάσουν και τη θύελλα. Τον ανάκριναν ως τις δεκαεννιά, και μετά τον άφησαν να έρθει στο Ρουέλ Ετουάλ, με συνοδεία. Πήγε στο μπαρ, και μετά γύρισε και κοίταξε στο δωμάτιο. Είχε κάμποσο κόσμο τότε. Ο παππούς μου έπαιζε χαρτιά, κι εγώ καθόμουν εκεί που κάθεσαι τώρα, με το μεγαλίστικο φουστάνι μου, μ' έναν από τους νεαρούς πηδαλιούχους του Γερακιού. Ο άντρας που είχε έρθει από το διάστημα γύρισε το βλέμμα του στο δωμάτιο, ώσπου έφτασε σε μένα. Με πλησίασε, με σήκωσε όρθια, μ' έπιασε από τους ώμους και άρχισε να με βρίζει. Ο Τζοβ, ο νεαρός που ήταν μαζί μου, έπεσε πάνω του, κι ο ξένος τον χτύπησε στο κεφάλι. Ο παππούς ήρθε τρέχοντας με τον αξιωματικό, και έγινε μια μικροσυμπλοκή. Οταν τελικά κάποιος χτύπησε τον ξένο μ' ένα απ' αυτά τα τασάκια και τον έριξε κάτω, πρόσεξα τα συναισθηματά μου. Ημουν φοβισμένη, τρομοκρατημένη, και πολύ κολακευμένη. Ηταν πολύ τρελό. Κοίταξα τον παρανοϊκό τύπο που ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, με το αίμα να τρέχει στα μαλλιά του, και ήταν ο πιο όμορφος άντρας που είχα δει ποτέ μου, και, για κάποιο λόγο, είχε ξεχωρίσει εμένα. Οπως ήταν φυσικό, αν και τότε δεν το κατάλαβα, τον ερωτεύθηκα. Και ο ξένος ήσουν εσύ, Ντέη Κέρτις». Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε ξανά. «Εσύ. Ακριβώς όπως είσαι τώρα. Κι εγώ ήμουν δεκάξι».
Σιωπή. Ο Κέρτις έδειχνε να βαριέται, και
συγχρόνως φαινόταν πολύ επικίνδυνος. Οταν είδε
πως δεν συνέχιζε, μίλησε εκείνος:
«Αν σ' αφήσω να συνεχίσεις, φαντάζομαι πως θα μου
πεις τελικά γιατι μου λες αυτά τα παραμύθια για
χρονικές ανωμαλίες και τα ρέστα».
«Η φύση του χρόνου», του είπε το ίδιο ψυχρά. «Τι
ξέρουμε για το χρόνο: Δύο χιλιάδες ρεύματα, κι
εμείς κολυμπάμε μέσα τους σαν σολομοί».
«Αυτό το χρονικό παράδοξο που μου λες είναι απ'
αυτά που η ίδια η ύπαρξη των Παραμέτρων αναιρεί.
Αν βέβαια θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Ν' αλλάξεις
υπνωτικά χάπια».
«Εντάξει», του είπε. «Να συνεχίσω ή να φύγω;»
Την κοίταξε εξεταστικά. «Τελείωσε», της είπε.
«Ευχαριστώ», είπε παγωμένα.
«Θα έχει ενδιαφέρον. Θέλω να δω τις αντιφάσεις
σου».
«Να σε πάρει και να σε σηκώσει».
«Χρειάζονται πολλοί γι' αυτό».
Κατέβασε το βλέμμα της στο τραπέζι και πάλι.
«Σε πήγαν - ήσουν εσύ, Κέρτις, στα ιατρεία στο Δεύτερο Επίπεδο. Κι εγώ τι έκανα;» Τον κοίταξε για μια στιγμή, και μετά γύρισε αλλού. «Ημουν στα δεκάξι, και ήμουν ερωτευμένη. Πήγα στο δωματιό σου. Καθόσουν και κοίταζες από το φινιστρίνι τον κατάμαυρο ουρανό της Παραμέτρου, και τα μάτια σου φαίνονταν το ίδιο μαύρα... αν και δεν είναι μαύρα, έτσι δεν είναι; Είπες: Τι διάολο θέλεις; Πολή τρυφερή υποδοχή. Δεν ήξερα τι να κάνω, να αντισταθώ ή να παραδοθώ, να μείνω ή να φύγω. Εμεινα. Εμεινα, Κέρτις. Και σιγά-σιγά άρχισες να μου λες. Για τη χρονοθύελλα, για τον αριθμό του Κύκλου - δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Μου είπες πως θα ήμουν στα τριάντα ένα μου, και πως θα έμπαινα στο Ρουέλ Ετουάλ τις τελευταίες ώρες αυτής της εικοσάδας, θα σε έβλεπα, και θα έριχνα το ποτήρι μου στο πάτωμα... Επρεπε να έρθω σήμερα, για να το κάνω. Δεν περίμενα πως θα ήσουν εδώ. Οχι. Το περίμενα. Αλλα άν ήσουν, θα ήταν κάποιο αστείο. Θα ήσουν σαραντάρης. Θα γέλαγες μαζί μου. Αλλά δεν είσαι σαραντάρης , και δεν γελάς. Είσαι ακριβώς όπως μου είπες, όπως με προειδοποίησες πως θα ήσουν, εκείνη τη νύχτα που ήμουν δεκάξι και μου είπες να μην ξανάρθω ποτέ στους Χρόνους. Αλλά έπρεπε. Το βλέπεις. Τελικά, το πλοίο μου πέρναγε από δω, και αυτή τη φορά δεν είχα άλλη εκλογή. Δεν μπορούσα να το αποφύγω.
Σταμάτησε και έβγαλε ένα από τα μακριά, άσπρα τσιγάρα από το κουτί που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Τράβηξε μια ρουφηξιά και έσπασε ο κρύσταλλος ανάφλεξης, και η άκρη έλαμψε μ' ένα αδύναμο, ροζ φως. Ο καπνός έπλεξε ένα σχέδιο γύρω από τα λόγια της καθώς είπε: «Αύριο θα φύγεις με το πλοίο σου και θα συναντήσεις τη θύελλα. Το πλοίο σου θα καταστραφεί. Κι εσύ θα πεθάνεις. Μόνο ένα μέρος σου μείνει να περιπλανιέται εκεί, χαμένο, ασύγχρονο. Και κατά κάποιο τρόπο, εγώ θα σε τραβάω πίσω, στο λάθος Κύκλο, σε λάθος χρόνο, σ' εκείνη τη νύχτα που ήμουν δεκάξι και καθόμουν εδώ στο Ρουέλ Ετουάλ. Είπα ένα μέρος σου. Αλλά θα είναι κάτι περισσότερο. Εσύ. Πρέπει, γιατί...» Δίστασε, σαν να διάβαζε από ένα χαρτί που είχε χαθεί ξαφνικά. Και μετά: «Εγώ σε έκανα να γυρίσεις από το πουθενά, και με μίσησες γι' αυτό. Ηταν το πρώτο έντονο συναίσθημα που ένιωσες ποτέ για κάποιον άνθρωπο. Πιστεύω πως ήθελες να με σκοτώσεις. Και πιστεύω πως θα σε άφηνα. Ηταν και για μένα το πρώτο μου πραγματικά έντονο συναίσθημα».
«Ετσι λοιπόν», της είπε, «έκανες έρωτα υπό τον
ήχο παράφωνων βιολιών».
Χαμογέλασε σφιγμένα.
«Θα έπρεπε να ξέρεις. Δυστυχώς όμως, δεν μπορείς
να ξέρεις. Το παρελθόν μου είναι το μέλλον σου».
«Υπάρχουν δύο πιθανότητες», της είπε. «Είτε είσια
τρελλή, είτε κάποιος σε πλήρωσε για να με
τρομάξεις για την επόμενη πτήση μου. Ποιο απ' τα
δύο;»
«Δεν με πλήρωσε κανείς».
«Που σημαίνει πως κάποιος σε πλήρωσε. Ελπίζω να
κράτησες τα χρήματα. Μπορεί να τα χρειαστείς για
τους γιατρούς».
«Ακόμα κι αν με σκοτώσεις σήμερα, που δεν θα το
κάνεις, εγώ θα σε περιμένω, στο παρελθόν μου.
Αύριο θα γυρίσεις από το διάστημα, κι εγώ θα είμαι
εδώ». Τελείωσε το τσιγάρο της και το άφησε να
σβήσει στο γυάλινο στακτοδοχείο. «Δεν νομίζω πως
είχες το δικαίωμα να επιστρέψεις από το
θάνατοκαι το διάστημα και το χρόνο για να με
στοιχειώσεις, για να καταστρέψεις τη ζωή μου. Δεν
νομίζω πως έχεις το δικαίωμα να είσαι εδώ, στο
μέλλον μου, και να το καταστρέψεις και πάλι. Δεν
θα έπρεπε να προσπαθήσω να σε βρω. Αλλά πως να
αντισταθώ;»
Ο Κέρτις δεν την κρατούσε πια, μόνο τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της, και τα μακριά του βλέφαρα ανοιγόκλειναν πού και πού. Οι υπόλοιποι στο δωμάτιο δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση τους από τη στιγμή που κάθησαν στο σεπαρέ, ένα χαμηλό, ψυχρά παθιασμένο μουρμουρητό από δύο φωνές, αλλά κυρίως τη δική της, να λέει πράγματα γι' αυτόν που τα υποστήριζε, σαν να ήταν ένα ποίημα, ο μονόλογος ενός έργου. Ετσι λοιπόν οι άλλοι τους έριχναν μια ματιά πού και πού, αλλά τίποτε άλλο. Οι δύο παίκτες είχαν τελειώσει και έιχαν φύγει. Κι ο πιανίστας συνέχιζε τα γαλάζια κύματα στα πλήκτρα του πιάνου, και ο πολυέλαιος συνέχιζε να ρίχνει το φως του σαν χιόνι.
«Δεν θέλω να πεθάνεις», του είπε τελικά.
«Μπορώ να σε κάνω τρομερά ευτυχισμένη τότε», της
απάντησε, «γιατί δεν το σκοπεύω».
«Θα ήθελα», του είπε, «να μπορούσα να σου δείξω
την απόδειξη αυτού που συνέβη. Αν μπορούσα να στο
αποδείξω - αν μπορούσα να σε πείσω... Αλλά ήμουν
δεκάξι, και η απόδειξη χάθηκε, όπως και τόσα
άλλα». Τον κοίταξε στα μάτια και πάλι, για αρκετή
ώρα, και μετά είπε: «Δεν νομίζω πως έχεις ψυχή
τελικά. Οχι σ' αυτόν τον Κύκλο. Εγώ σου έδωσα
ψυχή. Μεγάλωσε μέσα σου, σαν το μίσος που ένιωθες
για μένα, εκτός κι αν δεν ήταν μίσος, καθόλου. Και
στο τέλος ήταν αυτή που με κοίταζε μέσα από τα
μάτια σου. Αλλά τα μάτια σου σήμερα είναι σαν
επίπεδοι δίσκοι, σαν ένα ζευγάρι γυαλιά.
«Αν σήμαινε τόσα πολλά, γιατί δεν έμεινα μαζί
σου;»
Ηταν η πρώτη και η μόνη φορά που έδειξε να
δέχεται αυτά που του έλεγε - όχι σαν πραγματικά ή
σαν πιθανά, σίγουρα τίποτα απ' αυτά - αλλά σαν
μια ιστορία που αξίζει ανάλυση. Αλλά το είπε με
έναν τόνο στη φωνή του, κοφτερό σαν μαχαίρι.
«Δεν μπορούσες», του είπε μαλακά, «ή δεν ήθελες, ή
δεν σε άφησαν. Ή ίσως, αν ήσουν κάποιο παράδοξο
φάντασμα, η επιβίωση στο χρόνο να είναι
περιορισμένη. Σαν τα κύτταρα του φωτός. Ή σαν ηχώ.
Μόνο που...» ένωσε τα χέρια της σαν να εξέταζε κάτι
που είχε πιάσει. «Την επόμενη είχες φύγει. Εψαξαν.
Είπαν πως θα είχες κλέψει ένα από τα σωστικά
πλοία του Τροχού. Ισως να έλειπε κάποιο. Ο παππούς
μου είπε πως δεν έλειπε κανάνα. Αυτή ήταν όμως η
θεωρία τους. Το σαράβαλο με το οποίο είχες έρθει
είχε διαλυθεί στα τεστ που του έκαναν. Ηταν
προσεκτικοί, κι αυτό τους προβλημάτισε, αλλά
μπορεί να συμβεί. Οπως είπα, εξαφανίστηκες χωρίς
να αφήσεις ίχνος. Σχεδόν. Σχεδόν». Σταμάτησε, τόσο
που κάπου επτά - οκτώ μέτρα της μουσικής κάλυψαν
το κενό ανάμεσά τους. Τελικά είπε: «Δεν θα με
ρωτήσεις τι άφησες, αν άφησες τίποτα: Ε;»
Το πιάνο τρεμούλιασε σαν ασημένια φθινοπωρινά
φύλλα, και εκείνος δεν την κοίταζε πια. Δυο
δάκρυα, σαν μεταξένιες σερπαντίνες, κύλησαν από
τα μάτια της. Δεν χάλασαν την όψη της, ούτε το
μέηκ-απ της, και τελικά στέγνωσαν και χάθηκαν σαν
να μην υπήρξαν ποτέ.
Στο μαρμάρινο ρολόι του Ρουέλ άρχισε να
φαίνεται η λάμψη που σημαίνει πως η μια εικοσάδα
παίρνει τη θέση της άλλης.
Η γυναίκα σηκώθηκε. Πήγε στο μπαρ και παράγγειλε
ένα τριπλό μπράντυ Νόιρα και το πήγε στο πιάνο,
ακουμπώντας το σκοτεινόχρυσο ποτήρι σ' ένα
σημείο που θα το έφτανε ο πιανίστας από τη Σύρτη.
Την ευχαρίστησε χαμηλώνοντας το κεφάλι του, σαν
αληθινός πρίγκιπας, κι εκείνη έσκυψε και του είπε
κάτι στο αυτί. Αφησε τα κύματα να κυλούν στα
πλήκτρα καθώς σκεφτόταν, καθώς έψαχνε τις
αποθήκες τους μυαλού του αυτό που του είχε
ζητήσει, και μετά, χωρίς να χάσει το ρυθμό, γύρισε
τη μουσική στο καινούριο κομμάτι. Ηταν ένα από
εκείνα τα παλιά τραγούδια της εποχής του
σελυλόιντ στη Γη του εικοστού αιώνα. Την ίδια
εποχή, στη Σύρτη, έφτιαχναν ναούς από νεφελώδη
φυτά, σαν γαλαζιους χειμωνιάτικους ήλιους. Αλλά
στις οθόνες της Γης, οι ασπρόμαυρες γυναίκες, με
τα έξωμα φορέματά τους που κολλούσαν πάνω τους
σαν φίδια, και οι αδύνατοι άντρες με τα μελανά
τους μάτια και τα τσιγάρα που κάπνιζαν στα
στόματά τους, χόρευαν και πάλευαν και έλεγαν
εξυπνάδες και έκαναν έρωτα, Και στο μεταξύ τα
άγρια, αγνά άστρα περίμεναν, και η Φύση του
Χρόνου, και, διακόσια χρόνια πιο πέρα, μια άλλη
εποχή, έκθαμβης αναπόλησης σε γνώριμα μάτια και
καρδιές και μυαλά. Τα πάντα αλλάζουν αλλά οι
άνθρωποι ποτέ. Δεν αλλάζουν ποτέ.
Η γυναίκα ακούμπησε στο πιάνο, ακούγοντας τον πιανίστα να παίζει, χωρίς να κοιτάζει το σεπαρέ. Οταν το τραγούδι τελείωσε, γύρισε, και ο Κέρτις είχε φύγει.
Κάπου πέντε ώρες αργότερα, το πλοίο της έφυγε
από τον τροχό. Τίποτα δεν συνέβει στο πλοίο,
έφτασε στον προορισμό του, το ίδιο και κείνη.
Κανείς δεν ήξερε το όνομά της. Στους καταλόγους
φάνηκε πως το πλοίο της είχε δέκα γυναίκες στο
πλήρωμα και τρεις στους επιβάτες. Θα μπορούσε να
είναι οποιαδήποτε απ' αυτές. Εγινε ένα όμορφο,
παράξενο γεγονός, μια ιστορία που άρχισε να
κυκλοφορεί. Επειδή κανείς στο μπαρ δεν είχε
ακούσει και πολλά από τη συζήτησή τους, οι
εικασίες οργίαζαν. Τελικά η ιστορία
αποδυναμώθηκε, ξεθύμασε, και έγινε άλλο ένα
ανέκδοτο, που κανείς δεν το πίστευε.
Τι συνέβη με τον ίδιο τον Ντέη Κέρτις, φυσικά,
είναι γνωστό.
Στις μία και επτά της νέας εικοσάδας, φάνηκε στη
γέφυρα που οδηγούσε στην αποβάθρα όπου βρισκόταν
το Ναπολέων μέσα στο δίχτυ επισκευών σαν μια
τεράστια, πληγωμένη φάλαινα. Παρ΄όλες τις
προβλέψεις, το πλήρωμα είχε κατορθώσει να
επισκευάσει το πλοίο ικανοποιητικά. Φαινόταν σε
αρκετά καλή κατάσταση για να βγει στο 98. Οι
αναφορές έλεγαν πως η αναταραχή συνεχιζόταν, και
κάνα-δυο εμπορικά ήταν ακυβέρνητα, ανοιχτά και οι
χρυσοθήρες είχαν μαζευτεί γύρω τους σαν να ήταν
το Κέρας της Αμάλθειας. Τώρα έβγαιναν και τα
μικρότερα πλοία, τα λιοντάρια και τα τσακάλια θα
έτρωγαν μαζί.
Το πλήρωμα του Κέρτις ανυπομονούσε να πάρει μέρος στο γλέντι, και δεν περίμεναν να έχει αντίθετη γνώμη εκείνος. Αλλά ο Κέρτις τους προσγείωσε όλους, ακυρώνοντας την αναχώρηση του διαστημοπλοίου.
Δεν έδωσε καμιά εξήγηση, αλλά αυτό ήταν
συνηθισμένο. Συνήθως ό,τι έκανε ήταν αυτονόητο.
Οχι αυτή τη φορά, όμως.
Αν πιστεύετε την ιστορία της μελαχρινής
γυναίκας, θα φαντάζεστε ποιος ίσως να ήταν ο
λόγος. Ο Κέρτις δεν την πίστευε, αλλά ήταν
σίγουρος πως προσπαθούσε να τον επηρεάσει, και
για κάποιο συμφέρον μεγαλύτερο από μια ερωτική
ιστορία δεκαπέντε ετών. Οποιος και να ήταν πίσω
από τη σκηνή του Ρουέλ, είχε κάνει κάποιες
σκέψεις βασισμένος στον ψυχολογικό τύπο του
Κέρτις, όπως τον φανταζόταν. Αν προειδοποιούσαν
τον Κέρτις να μην βγεί, εκείνος θα έκανε το
αντίθετο. Αυτό θα περίμεναν να κάνει. Και θα
πρέπει να είχαν κάποιο σοβαρό λόγο γι' αυτό. Ισως
του είχαν ετοιμάσει κάποια ιδιαίτερη υποδοχή
εκεί έξω. 'Η ίσως να είχαν κάνει κάτι στο πλοίο...
Αν το κορίτσι του Ετουάλ ήθελε να τον σπρώξει σε
κάποιον ηρωισμό, είχε αποτύχει. Αν και δεν την
πίστευε, θα ενεργούσε σαν να την είχε πιστέψει.
Αντί να φύγει με το Ναπολέων, θα έμενε να δει
τι θα επακολουθούσε και ποια πρόσωπα, ή ποια
οργάνωση θα φανερωνόταν πίσω από όλα αυτά.
Ο Κέρτις ακύρωσε την αναχώρηση, και γύρισε πίσω.
Είχε ένα πλήρωμα που τον σεβόταν απόλυτα και,
πολλές φορές, τον μισούσε εξίσου απόλυτα. Ως τότε,
οι ανάγκες τους και οι στόχοι τους συνέπιπταν με
τους δικούς του. Τώρα δούλευαν σαν σκλάβοι
επισκευάζοντας το μεγάλο, λευκό σκαρί του Ναπολέων,
μέσα στον ιδρώτα, τον ατμό και τη ζέστη από τα
λέηζερ, κι εκείνος ερχόταν άνετος από το μπαρ και
διέλυε τις ελπίδες τους για αίμα και πλιάτσικο,
τη μόνη αμοιβή που είχαν απ' αυτόν σε χρήμα ή σε
είδος, γιατί ποτέ δεν τους έδινε τίποτα άλλο.
Μισή ώρα αργότερα, ο ύπαρχος του Ναπολέων,
κάποιος Ντουανώ, οργάνωσε μια δεκάλεπτη
ανταρσία. Στις δύο και τριάντα, το Ναπολέων
είχε βγει από την Παράμετρο και κατευθυνόταν στο
μηδέν 98.
Στις δύο και τριάντα πέντε, ένα μήνυμα έφτασε
στον Κέρτις στους Χρόνου. Είχε κάνει το πρώτο
μεγάλο λάθος στην καριέρα του, κι αυτό φαίνοταν
στο μήνυμα . Ηταν αρκετά θυμωμένοι για να κλέψουν
το πλοίο του, αλλά φοβούνταν κιόλας να του
ζητήσουν συγνώμη. Δεν θα ξαναγύριζαν. Θα πρέπει
να κατάλαβε πως είχε χάσει τα πάντα, κι όταν ήρθε
το δεύτερο μήνυμα από το αυτόματο σόναρ, ήταν το
δεύτερο μεγάλο λάθος εκείνης της εικοσάδας.
Μια ώρα μετά την απογείωση, συνάντησαν μια μικρή θύελλα. Ηταν τόσο μικρή που θα μπορούσε να να περάσει σαν τη γροθιά ενός μικρού παιδιούστο κύτος του πλοίου. Αλλά ο Ντουανώ, όντας ήδη κάπως πανικοβλημένος, προσπάθησε να κάνει ένα ελιγμό αποφυγής που ο Κέρτις είναι κάνει εκατοντάδες φορές. Οδήγησε το πλοίο στο μάτι της θύελλας, για να περάσει από μέσα της, αλλά αυτή η θύελλα δεν είχε μάτι, μόνο ένα κέντρο στροβιλιζόμενης ύλης. Κι όταν ο Ντουανώ, πιασμένος στη δίνη, διέταξε να πηδήσουν το ρεύμα, από το ένα συνεχές στο άλλο, ο πρόχειρα επισκευασμένος σκελετός του Ναπολέων δεν άντεξε και έσπασε, παίρνοντας μαζί του το ένα πλευρό του πλοίου.
Δεν υπάρχει ήχος στο διάστημα, αυτό το ξέρουμε
όλοι. Ούτε ήχος, ούτε αέρας, τίποτα. Μια πτώση που
δεν τελειώνει ποτέ, μια άβυσσος χωρίς πάτο.
Φανταστείτε ένα μεγάλο λευκό ψάρι, πληγωμένο στο
ένα πλευρό, να μικραίνει και να χάνεται στους
κενούς αυτούς ποταμούς, με τη δεξαμενή ντήζελ να
τρεμοπαίζει σαν αναμμένο κάρβουνο και να χάνεται
σιγά-σιγά.
Ετσι λένε, τουλάχιστον. Κανείς δεν είναι τελείως
σίγουρος, μιας και κανείς δεν γύρισε από το Ναπολέων.
Υπέθεσαν τι συνέβη ακούγοντας το πλαίη-μπακ του
σόναρ εδώ στους Χρόνους, έναν Κύκλο αργότερα. Ο
θάνατός τους είναι μια υπόθεση. Οπως πολλά
πράγματα.
Ο Κέρτις έφυγε κάποια στιγμή, για κάποιο μέρος. Το σενάριο και τα πρόσωπα του έργου ξεθώριασαν απο τη στιγμή που εξαφανίστηκε το πλοίο του, σαν να είχε χάσει την ψυχή του. Το τελευταίο γεγονός που είναι γνωστό είναι πως, μια νύχτα μ' επτά φεγγάρια στις Συρακούσες, κάποιος που υποτίθεται πως έμοιαζε του Κέρτις συμφώνησε να μεταφέρει κάποιο απροσδιόριστο φορτίο πέρα απο την Ανδρομέδα, σε κάποιον έμπορο που το όνομά του είχε ξεχαστεί. Θα μπορούσε να είναι ή να μην είναι ο Κέρτις, αλλά αυτά τα μακρινά άστρα, είναι πραγματικά μακρινά. Μύθοι γεννιούνται εκεί, καλοί και κακοί, και τα ονόματα ξεπέφτουν. Και τίποτα δεν τον εμπόδιζε ν' αλλάξει το όνομά του, εκτός από κάποιες τυπικές διαδικασίες. Ο,τι κι αν έγινε, ο Κέρτις χάνεται σαν μια ηχώ, κάπου εκεί έξω, ανάμεσα στις φήμες και τους παγωμένους πράσινους ήλιους.
Κι όσο για την ιστορία με την γυναίκα στο Ρουέλ Ετουάλ, όπως είπε και πριν, είναι μάλλον πλαστή. Αν δεν ήταν, αυτό το χρονικό παράδοξο θα ήταν πολύ παράλογο. Είναι αρκετά τρελό να πεις πως κάποιος ξέφυγε από ένα χτυπημένο πλοίο με ένα ναυαγοσωστικό και γύρισε σε μια άχρονη ζώνη... σε λάθος χρόνο. Και να βρεθεί τόσους Κύκλους μακρύτερα, επειδή ένα κορίτσι τον είχε τραβήξει εκεί, προειδοποιώντας τον γι' αυτό - γιατί αυτό τελικά βγαίνει από τα λόγια της... Ναι, αυτό είναι τρελλό. Αλλά μετά να προστίθεται και το άλλο, ακόμα πιο τρελό χρονικό παράδοξο: Εκείνος δεν το έκανε. Το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί στα κλασικά αυτά παράδοξα, αυτό έκανε. Το απέφυγε. Δεν ήταν μέσα στο Ναπολέων όταν χτυπήθηκε. Πως λοιπόν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω, σαν μαγνητισμένο χρονο-φάντασμα, σ' αυτόν τον περιστρεφόμενο τροχό από άιρονεξ, έξω από τον οποίο, στην ψυχρή λίμνη της Παραμέτρου, ο χρόνος είναι ανεπανόρθωτα στατικός;
Σωστά προσέξατε πως κάπου θέλω να καταλήξω. Υπάρχει κάποιος επίλογος. Πάρτε το όπως θέλετε.
Θυμηθείτε, είπα πως την ιστορία μου τη διηγήθηκαν την εικοσάδα μετά την καταιγίδα. Το κορίτσι έκλαιγε σιγανά στο βάθος, ο σβηστός πολυέλαιος μεταφερόταν αλλού, και το μπουκάλι του μπράντυ έιχε σχεδόν αδειάσει. Θυμηθείτε, επίσης, πως είπα ότι κανείς δεν είχε συνατήσει καταπρόσωπο το φάντασμα του Ντέη Κέρτις εδώ στον τροχό στους Χρόνους. Μόνο μια ιστορία υπάρχει. Είναι δική μου. Εγώ συνάντησα αυτό το φάντασμα, κι όλη αυτή τη μελαγχολική εικοσάδα κάθησα στο Ρουέλ μαζί του, πίνοντας μπράντυ. Ακούγοντας αυτά που μου έλεγε. Ηταν στ΄ αλήθεια ο Κέρτις, στην όψη τουλάχιστον, λεπτοφτιαγμένος, με το χλωμό δέρμα, τα σκούρα μαλλιά, τα ρωμαϊκά μάτια. Αλλά ήταν γύρω στα τριάντα πέντε, και δεν τον έλεγαν Κέρτις. Και δεν ήταν φάντασμα.
Ισως αναρωτιέστε πώς ήξερε να μου πει, ποια ήταν η συζήτηση ανάμεσα στη γυναίκα και τον Κέρτις, στο σεπαρέ, αφού δεν μπορούσε να τους ακούσει κανείς. Αλλά ίσως εκείνη να τα διηγήθηκε σε κάποιον. Θυμάστε τι είπε στον Κέρτις; Για τις αποδείξεις, και πως τις είχε χάσει; Ή ίσως αυτός που έκανε τον Κέρτις να τα έφτιαξε από το μυαλό του. Ισως είχε δει παλιά βίντεο και επειδή έμοιαζε με τον άλλον, να έκανε πως ήταν αυτός. Σαν να έπαιζε τους πειρατές. Τους γιούς των πειρατών.
Αλλά αν δεχτείτε την ιστορία, για μια στιγμή μόνο, εκείνη ήταν δεκάξι, και μάλλον αθώα. Θα μπορούσε να είχε ένα παιδί, αν και πώς θα ήταν δυνατόν, ακόμα και στην πιο τρελλή φαντασία, να κάνει απογόνους ένα χρονο-φάντασμα;
Εκεί που ήταν το Ρουέλ, τώρα έχει γίνει αποθήκη.
Αλλά καμιά φορά, όταν είσαι μόνος εκεί πάνω με το
μαύρο κενό να γεμίζει τα φινιστρίνια, ακούγεται ο
πιανίστας από την Σύρτη, απομακρυσμένα. Είναι το
χτύπημα από τους σωλήνες του σόναρ στους τοίχους,
αυτό πρέπει να είναι. Δεν υπάρχει χρόνος σε μια
άσπρη τρύπα, δεν υπάρχει αληθινό παρελθόν, ούτε
αληθινό μέλλον, ό,τι και να φέρει το μέλλον. Κι όσο
για τους εραστές, έρχονται και φεύγουν,
ευσπρόδεκτοι ή μη.
Κι όσο για το χρόνο, έξω από τις τριάντα οκτώ
Παραμέτρους της Συνομοασπονδίας, και τους
τριάντα έξι περιστρεφόμενους τροχούς από
άιρονεξ, είναι εκεί.
Μας προσπερνά.