![]() |
Το Πράγμα ΠατέραςPhilip K Dick
«Το φαί είναι έτοιμο», δήλωσε η κα Γουάλτον. «Πήγαινε να φωνάξεις τον πατέρα σου και πες του να πλύνει τα χέρια του. Και συ το ίδιο νεαρέ». Εφερε μια κατσαρόλα που άχνιζε στο όμορφα στρωμένο τραπέζι. «Θα τον βρεις στο γκαράζ». Ο Τσάρλς δίστασε. Ηταν μονάχα οκτώ χρονών και το πρόβλημα που τον απασχολούσε θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση και στον Χιλλέλ. «Εγώ...» άρχισε να λέει αβέβαια. «Τι συμβαίνει;» η Τζουν Γουάλτον έπιασε το στενάχωρο τόνο στη φωνή του γιού της και το σεβαστού μεγέθους στήθος της φούσκωσε με ξαφνική ανησυχία. «Δεν είναι ο Τεντ πίσω στο γκαράζ; Για τ' όνομα του Θεού, μόλις πριν λίγο ακόνιζε τα κλαδευτήρια. Δεν πιστεύω να πήγε στους Αντερσον; Του είπα ότι το δείπνο ήταν σχεδόν έτοιμο». «Είναι στο γκαράζ», είπε ο Τσαρλς.
«Αλλά... μιλά με τον εαυτό του». Τα δάχτυλα της Τζουν Γουάλτον χαλάρωσαν
γύρω από το αλουμινένιο τηγάνι, για μια στιγμή η
κρέμα σάλεψε επικύνδυνα. «Νεαρέ...» άρχισε να λέει
θυμωμένα, αλλά εκείνη τη στιγμή ο Τεντ Γουάλτον
μπήκε στην κουζίνα εισπνέοντας βαθιά και
μυρίζοντας και τρίβοντας τα χέρια του. Ο Τεντ έπεσε βαριά στη θέση του και
ξεδίπλωσε την πετσέτα του. «Ακόνισα τα
κλαδευτήρια σαν ξυράφια. Τα λάδωσα και τα
ακόνισα. Καλά θα κάνεις να μην τα αγγίξεις -
μπορεί να κόψουν το χέρι σου πέρα ώς πέρα.». Ηταν
ένας ευπαρουσίαστος άνδρας στα τριάντα του,
πυκνά ξανθά μαλλιά, γερά μπράτσα, επιτήδεια
χέρια, τετράγωνο πρόσωπο και λαμπερά καστανά
μάτια. Η κα Γουάλτον σέρβιρε τα παγωμένα
φασόλια. «Τεντ», είπε καθώς καθόταν αργά,
«υπάρχει κάτι που σε απασχολεί;» Ανήσυχη η Τζουν Γουάλτον έριξε μια ματιά στο γιο της. Ο Τσαρλς καθόταν στητός στη θέση του, με το πρόσωπο ανέκφραστο και άσπρο σαν χαρτί. Δεν είχε κουνηθεί, δεν είχε ξεδιπλώσει την πετσέτα του κι ούτε είχε καν αγγίξει το γάλα του. Υπήρχε ένταση στην ατμόσφαιρα, μπορούσε να το νιώσει. Ο Tσαρλς είχε τραβήξει τη καρέκλα του μακριά από του πατέρα του, είχε ζαρώσει σε μια μικρή μπάλα όλο ένταση όσο πιο μακρυά του μπορούσε. Τα χείλη του κινούνταν, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε. «Τι σημαίνει αυτό;» ζήτησε να μάθει
γέρνοντας προς το μέρος του. Αυτός δεν απάντησε. Αθόρυβα γύρισε στο
δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα. Η καρδιά του
χτυπούσε δυνατά. Το πράγμα - πατέρας έφτασε στην
κορυφή της σκάλας. Σ' ένα λεπτό θα ήταν στο
δωμάτιό του. Βρήκε το γκαράζ, ορθωνόταν μπροστά του,
μαύρο και τετράγωνο στο φόντο του ουρανού.
Αναπνέοντας γρήγορα, έψαξε στην τσέπη του για το
φακό του, κατόπιν έσπρωξε προσεκτικά την πόρτα
και μπήκε μέσα. Ακριβώς δίπλα στην πόρτα ήταν ένας μεγάλος σκουπιδοτενεκές. Στην κορυφή του βαρελιού ήταν ένας σωρός παλιών εφημερίδων και περιοδικών, μουχλιασμένων και υγρών. Μια βαριά οσμή αποσύνθεσης αναδινόταν καθώς ο Τσαρλς άρχισε να τα ανακατεύει. Μερικές αράχνες έπεσαν στο πάτωμα και έτρεξαν μακριά, τις σύνθλιψε με το πόδι του και συνέχισε το ψάξιμο. Το θέαμα τον έκανε να τσιρίξει. Εριξε κάτω το φακό και αναπήδησε τρομαγμένος προς τα πίσω. Το γκαράζ βυθίστηκε αυτόματα σε ζοφερό σκοτάδι. Πίεσε τον εαυτό του να γονατίσει και μια ατελείωτη στιγμή έψαξε ψηλαφητά για το φακό ανάμεσα σε αράχνες και λιπαρά αγριόχορτα. Τελικά τον βρήκε πάλι. Κατάφερε να στρέψει τη δέσμη του φωτός μέσα στο τενεκέ, στην τρύπα που είχε ανοίξει σπρώχνοντας πίσω τις στίβες των περιοδικών. Το πράγμα - πατέρας το είχε
καταχωνιάσει κάτω, βαθιά στον πάτο του τενεκέ.
Ανάμεσα σε παλιά φύλλα και σε σκισμένα χαρτόνια,
σε σάπια απομεινάρια περιοδικών και κουρτινών,
σκουπιδιών από τη σοφίτα που η μητέρα του είχε
κατεβάσει στο γκαράζ με σκοπό να τα κάψει κάποτε.
Εμοιαζε ακόμη κάπως με τον πατέρα του, αρκετά για
να τον αναγνωρίσει αυτός τουλάχιστον. Το είχε
βρεί, και η θέα τού έφερε ναυτία. Κρατήθηκε από
τον τενεκέ και έκλεισε τα μάτια του μέχρι να
καταφέρει πάλι να το κοιτάξει. Μέσα στο τενεκέ
βρίσκοταν τα απομεινάρια του πατέρα του, του
πραγματικού του πατέρα. Τα κομμάτια που το
πράγμα-πατέρας δεν είχε χρησιμοποιήσει. Τα
κομμάτια που είχε απορρίψει. Ενας ήχος. Ο Τσαρλς έτρεξε. Ηξερε το μέρος καλύτερα από το πράγμα - πατέρας, ήξερε πολλά, είχε μάθει πολλά όταν είχε πάρει τα σωθικά του πατέρα του, αλλά δεν ήξερε το δρόμο όπως τον ήξερε αυτός. Εφτάσε το φράχτη, τον σκαρφάλωσε, πήδησε στην αυλή των Αντερσον, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε πέρα απ' το σκοινί του απλώματος, μετά κάτω στο μονοπάτι γύρω απ' την μια πλευρά του σπιτιού και βγήκε στην οδό Μαπλ. Κουλουριάστηκε κάτω και αφουγκράστηκε
χωρίς ν' ανασαίνει. Το πράγμα - πατέρας δεν τον
είχε ακολουθήσει. Είχε γυρίσει πίσω. 'Η είχε
κάνει το γύρο απ' το πεζοδρόμιο. «Τι θέλεις;» ρώτησε με επιθετική διάθεση ο Τόνυ
Περέττι. Ο Τόνυ ήταν στα δεκατέσσερα. Καθόταν στο
τραπέζι στην επενδυμένη με ξύλο βελανιδιάς
τραπεζαρία των Περέττι, περιτριγυρισμένος από
βιβλία και μολύβια, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς
με φυστικοβούτυρο και μια κόκα- κόλα. «Είσαι ο
Γουάλτον, έτσι;» Εριξαν μια ματιά μέσα απ' το παράθυρο του
λίβινγκ-ρουμ. Ηταν κατεβασμένο το στορ, αλλά μια
κίτρινη λωρίδα φωτός έβγαινε προς τα έξω. Η κα
Γουάλτον καθόταν στον καναπέ, ράβοντας μια
βαμβακερή μπλούζα. Το πρόσωπό της έμοιαζε
θλιμμένο και σκοτισμένο. Εκανε τη δουλειά της με
απάθεια, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Απέναντι της
καθόταν το πράγμα πατέρας. Ηταν ξαπλώμενος στην
πολυθρόνα του πατέρα του, με βγαλμένα τα
παπούτσια του, και διάβαζε την απογευματινή
εφημερίδα. Ηταν ανοιχτή η τηλεόραση, παίζοντας
χωρίς κανένας να την κοιτάζει στην γωνία. Στο
μπράτσο της πολυθρόνας ήταν ένα κουτί μπύρας. Το
πράγμα-πατέρας καθόταν όπως ακριβώς και ο
αληθινός του πατέρας είχε μάθει πραγματικά
πολλά. Ο Τσάρλς τον οδήγησε στο γκαράζ και του έδειξε
τον τενεκέ. Ο Περέττι άπλωσε τα μακριά,
ηλιοκαμμένα χέρια του στον τενεκέ και τράβηξε
έξω τα ξερά, σα λέπια απομεινάρια. Ανοιξαν και
δεδιπλώθηκαν ώσπου διαγράφηκε ολόκληρη η
φιγούρα του πατέρα του. Ο Περέττι άπλωσε τα
απομεινάρια στο πάτωμα και έβαλε τα σπασμένα
κομμάτια στη θέση τους. Τα απομεινάρια ήταν
άχρωμα. Σχεδόν διαφανή. Ενα κεχριμπαρένιο
κίτρινο, λεπτό σαν χαρτί. Ξερό, χωρίς ίχνος ζωής. Ο Περέττι είχε χλωμιάσει. Τρέμοντας στοίβαξε
τ' απομεινάρια πίσω στο σκουπιδοτενεκέ. «Αυτό
είναι πράγματι κάτι», μουρμούρισε. «Είπες ότι
τους είδες και τους δυο μαζί;» Το πράγμα - πατέρας έμεινε να την κοιτάζει ωσότου εξαφανίστηκε. Και ύστερα συνέβη κάτι τρομερό. Ο Τσαρλς έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα, ακόμα και ο
Περέττι γρύλισε μέσα απ' τα δόντια του. Ο Περέττι έφυγε από το παράθυρο. «Αυτό είναι»,
ψιθύρισε. «Αυτή είναι όλη η ιστορία». «Είναι κοντά στο γκαράζ»,
είπε ο Περέττι στον μικρό λεπτοπρόσωπο νέγρο που
είχε γονατίσει κοντά τους στο σκοτάδι. «Οταν τον
έπιασε ήταν στο γκαράζ. Κοίτα λοιπόν εκεί». Υπήρχε μια μικρή πρασιά λουλούδια δίπλα
στο γκαράζ, και ένας σωρός καλαμιών μπαμπού και
πεταμένα μπάζα ανάμεσα στο γκαράζ και το πίσω
μέρος του σπιτιού. Είχε βγει φεγγάρι, ένα ψυχρό,
θαμπό φως διείσδυσε στην ατμόσφαιρα και απλώθηκε
παντού. «Αν δεν το βρούμε σύντομα», είπε ο
Ντάνιελς, «πρέπει να γυρίσω σπίτι. Δεν μπορώ να
μείνω έξω για πολύ ακόμη». Δεν ήταν μεγαλύτερος
από τον Τσαρλς. Ισως γύρω στα εννιά. Σκορπίστηκαν ένα γύρω και οι τρεις και άρχισαν να ψάχνουν το μέρος με μεγάλη προσοχή. Ο Ντάνιελς δούλευε με απίστευτη ταχύτητα, το μικρό λεπτό του σώμα κινιόταν γοργά καθώς σερνόταν ανάμεσα στα λουλούδια, αναποδογύριζε πέτρες, ερευνούσε κάτω από το σπίτι, ξεχώριζε συστάδες φυτών, πέρναγε τα έμπειρα χέρια του πάνω από φύλλα και βλαστούς, με σωρούς από κοπριά και αγριόχορτα. Δεν άφηνε ούτε εκατοστό που να μην ψάξει. Ο Περέττι μετά από λίγο σταμάτησε. «Εγώ
θα φυλάξω σκοπιά. Μπορεί να είναι επικίνδυνο. Το
πράγμα - πατέρας μπορεί να έρθει και να
προσπαθήσει να μας σταματήσει». Στήθηκε στο πίσω
σκαλοπάτι κρατώντας το αεροβόλο του ενώ ο Τσαρλς
και ο Μπόμπυ Ντάνιελς έψαχναν. Ο Τσαρλς δούλευε
αργά. Ηταν κουρασμένος, το σώμα του ήταν κρύο και
μουδιασμένο. Του φαίνονταν όλα αδύνατα, το πράγμα
- πατέρας και ό,τι είχε συμβεί στον δικό του
πατέρα, στον αληθινό του πατέρα. Αλλά τον
πλημμύρισε τρόμος, κι αν αυτό συνέβαινε και στη
μητέρα του, ή και σ' αυτόν τον ίδιο, ή και σε
όλους; Ισως και σ' ολόκληρο τον κόσμο; Ο Περέττι σήκωσε το όπλο του και σηκώθηκε επιφυλακτικά. Ο Τσαρλς έτρεξε προς τα εκεί, έστρεψε την τρεμουλιαστή κίτρινη δέσμη του φακού του στο μέρος που στεκόταν ο Ντάνιελς. Ο μικρός νέγρος είχε σηκώσει μια τσιμεντένια πέτρα. Στο υγρό σηπόμενο χώμα έλαμπε ένα μεταλλικό σώμα. Ενα λεπτό, αρθρωτό πράγμα με άπειρα, στραβά πόδια έσκαβε μανιασμένα. Θωρακισμένο σαν μυρμήγκι, ένα καφεκόκκινο ζωύφιο που εξαφανίστηκε με ταχύτητα μπροστά στα μάτια τους. Τα πολλά πόδια του άδραχναν και έσκαβαν. Η γη υποχωρούσε γρήγορα κάτω του. Η απαίσια ουρά του έστριβε με μανία καθώς πάλευε να χωθεί στο τούνελ που είχε ανοίξει. Ο Περέττι έτρεξε στο γκαράζ και άρπαξε
την τσουγκράνα. Κάρφωσε στο χώμα την ουρά του
πράγματος με το εργαλείο. «Γρήγορα! Ρίξε του με το
αεροβόλο!» Ο Ντάνιελς προσπαθούσε αδέξια να χειριστεί το όπλο. Το ζωύφιο σύριζε και γλιστρούσε. Το κεφάλι του τιναζόταν μπρος - πίσω, σπαρταρούσε και δάγκωνε την τσουγκράνα που το κρατούσε καρφωμένο. Οι μικρές τρύπες των ματιών του έλαμπαν με μίσος. Για μια στιγμή έδωσε ένα μάταιο χτύπημα στην τσουγκράνα, μετά απότομα, χωρίς προειδοποίηση, άρχισε να μαστιγώνει σ' ένα λυσσαλέο παροξυσμό που τους έκανε όλους να τραβηχτούν έντρομοι μακρυά. Κάτι άρχισε να βουίζει μέσα στο κεφάλι
του Τσαρλς. Ενα ηχηρό σφύριγμα, μεταλλικό και οξύ,
ένα δισεκατομμύριο μεταλλικά σύρματα που
χόρευαν και δονούνταν όλα μαζί. Η δύναμή του τον
έκανε να πηδήξει βίαια προς τα πάνω, η βροντερή
συντριβή του μετάλλου τον έκανε κουφό και τον
έφερε σε σύγχυση. Παραπάτησε και οπισθοχώρησε, οι
άλλοι έκαναν το ίδιο πανιασμένοι και ταραγμένοι. «Εχω ένα μπουκάλι με φολμαλδεϋδη»,
μουρμούρισε ο Ντάνιελς. Τα δάχτυλά του
πασπάτευαν αδέξια το όπλο. «Πως δουλεύει αυτό το
πράγμα; Δεν μπορώ να...» «Εντάξει Τσαρλς», είπε το πράγμα -
πατέρας. Τον γράπωσαν δυνατά δάχτυλα, με δύναμη
που παράλυσε τους καρπούς του. Το όπλο έπεσε στο
χώμα καθώς πάλευε μάταια. Το πράγμα - πατέρας
έσπρωξε δυνατά τον Περέττι. Το αγόρι αναπήδησε
προς τα πίσω και το ζωύφιο, ελεύθερο απ' την
τσουγκράνα, γλίστρησε θριαμβευτικά μέσα στο
τούνελ του. Ηταν όλη την ώρα εκεί, κρυμμένο στη σκιά.
Κουλουριασμένο στο σκοτάδι τους παρατηρούσε. Η
ήρεμη, χωρίς συναίσθημα φωνή του, μια φρικιαστική
παρωδία της φωνής του πατέρα του, βούισε μέσα τ'
αυτί του καθώς τον τραβούσε αμείλικτα προς το
γκαράζ. Η κρύα ανάσα του πάγωνε το πρόσωπό του,
μια οσμή παγωμένου ιδρώτα, σαν χώμα σε
αποσύνθεση. Η δύναμή τους ήταν υπερφυσική, δεν
μπορούσε να κάνει τίποτα. Ο Περέττι τον πυροβόλησε στο μάτι. Το πράγμα - πατέρας γρύλισε και έπιασε
το χτυπημένο μάτι του. Απότομα έκανε να ριχτεί
στον Περέττι. Ο Περέττι οπισθοχώρησε προς το
δρόμο προσπαθώντας να οπλίσει. Το πράγμα -
πατέρας άπλωσε το δυνατό του χέρι. Τα ισχυρά του
δάχτυλα άρπαξαν το όπλο από τα χέρια του Περέττι.
Σιωπηλά το πράγμα - πατέρας σύνθλιψε το όπλο
στον τοίχο του σπιτιού. Το χωράφι με τα μπαμπού. Σύρθηκε γρήγορα μέσα στα μπαμπού. Τα
καλάμια ήταν μεγάλα και παλιά. Εκλεισαν πίσω του
μ' ένα αχνό τρίξιμο. Το πράγμα - πατέρας
ψαχούλευε στην τσέπη του, άναψε ένα σπίρτο,
ύστερα πήρε φωτιά ολόκληρο το πακέτο. «Τσαρλς»,
είπε, «ξέρω ότι είσαι κάπου εδώ. Είναι μάταιο να
κρύβεσαι. Ετσι κάνεις μόνο πιο δύσκολα τα
πράγματα». Και κάτι άλλο. Ενα πράγμα - μητέρα. Μεγάλωνε εδώ, στη
βρώμα και στην υγρασία, ανάμεσα στο γκαράζ και το
σπίτι. Πίσω από τα ψηλά μπαμπού. Πίσω από το πράγμα - μητέρα ήταν άλλες άσπρες προνύμφες, που είχαν πρόσφατα γεννηθείαπό το ζωύφιο. Μικρές. Που μόλις έρχονταν στη ζωή. Μπορούσε να δει από που είχε βγεί το πράγμα - πατέρας, το μέρος όπου είχε μεγαλώσει- Είχε ωριμάσει εκεί. Και μέσα στο γκαράζ το είχε συναντήσει ο πατέρας του. Ο Τσαρλς άρχισε να κινείται μουδιασμένος μακριά, μέσα από τα σάπια χαρτόνια, τη βρώμα και τα μπάζα, τις πολφώδεις, σαν μανιτάρια προνύμφες. Αδύναμα, άπλωσε να φτάσει το φράκτη - και μαζεύτηκε πίσω. Ακόμα μία. Ακόμα μία προνύμφη. Δεν την είχε δει αυτή στην αρχή. Δεν ήταν άσπρη. Είχε ήδη σκουρήνει. Το πλέγμα των ιστών, η υγρασία, η πολφώδης απαλότητα είχαν φύγει. Ηταν έτοιμο. Αναδεύτηκε λίγο, κούνησε αδύναμα το χέρι του. Το πράγμα - Τσαρλς. Τα μπαμπού άνοιξαν, και το χέρι του πράγματος - πατέρας γράπωσε τον καρπό του Τσαρλς. «Μείνε ακριβώς εκεί που είσαι», είπε. «Αυτό είναι ακριβώς το μέρος για σένα. Μην κουνηθείς». Με το άλλο του χέρι έσκισε τα απομεινάρια του κουκουλιού που τύλιγε το πράγμα - Τσαρλς. «Θα το βοηθήσω να βγει. Είναι ακόμα λιγάκι αδύναμο». Ξεφλουδίστηκε και το τελευταίο κομμάτι
υγρού γκρίζου κουκουλιού, και το πράγμα - Τσαρλς
παραπάτησε αβέβαια, καθώς το πράγμα - πατέρας
άνοιγε ένα μονοπάτι γι' αυτό προς το μέρος του
Τσαρλς. Στρίγγλισε και συσπάστηκε. Αφησε τον τσαρλσ και παραπάτησε προς τα πίσω. Το σώμα του τινάχτηκε απότομα. Χτύπησε στον τοίχο του γκαράζ, τα πλευρά του τραντάχτηκαν. Για λίγο κατρακυλούσε και χτυπιόταν βαριά, σ' έναν αγωνιώδη χορό. Το πράγμα - Τσαρλς κατακάθησε ανάμεσα στα μπαμπού και στα σάπια μπάζα, με χαλαρό σώμα και πρόσωπο άδειο και ανέκφραστο. Στο τέλος το πράγμα - πατέρας σταμάτησε να αναδεύεται. Ακουγόταν μόνο το θρόϊσμα των καλαμιών στο νυχτερινό νυχτερινό αέρα. Ο Τσαρλς σηκώθηκε αδέξια. Προχώρησε στον
τσιμεντένιο δρόμο. Ο Περέττι και ο Ντάνιελς
πλησίασαν με προφύλαξη και με τα μάτια
ορθάνοιχτα. «Μην πας κοντά του», διάταξε τραχιά ο
Ντάνιελς. «Δεν είναι ακόμα νεκρό. Θα πάρει ακόμα
λίγο». «Ελπίζω ότι θα πεθάνουν και τ' άλλα»,
είπε ο Περέττι. Εσπρωξε τα μπαμπού για να
εξετάσει τις προνύμφες που μεγάλωναν εδώ και
εκεί ανάμεσα στα μπάζα. Το πράγμα - Τσαρλς δεν
κουνήθηκε καθόλου, καθώς ο Περέττι έχωσε την άκρη
ενός μπαστουνιού στο στήθος του. «Αυτό εδώ είναι
νεκρό». «Βέβαια», είπε μαλακά ο Περέττι. |