Hilary Bailey
The Fall of Frenchy Steiner (1964)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

Το 1954 δεν ήταν έτος προόδου. Μια βδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα μπήκα στο μπαρ Χαρούμενη Αγγλία, στην Πλατεία Λάιστερ, με την κιθάρα μου στη θήκη της και το καπέλο μου στο χέρι. Δύο αστυφύλακες κάθοταν σε ξύλινα σκαμνιά δίπλα στο πάγκο. Είδα τα κράνη τους να γυρίζουν συγχρόνως προς το μέρος, καθώς έμπαινα. Το μαγαζί το φώτιζαν αμυδρά λίγα κεριά, κρύβοντας το άσχημο περιβάλλον αλλά όχι και την άσχημη μυρωδιά της σπιτικής μπύρας και της μούχλας.

«Ποιός είναι αυτός;» είπε ο ένας αστυφύλακας καθώς περνούσα δίπλα τους.
«Δουλεύω εδώ», είπα. Οι ίδιες, πληκτικές κουβέντες με τους πληκτικούς ανθρώπους.
Γρύλλισε και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του. Δεν κοίταξα τον μπάρμαν. Δεν κοίταξα τους μπάτσους. Πήγα απλώς στο δωμάτιο πίσω από το μπαρ και έβγαλα το παλτό μου. Πήγα στο νιπτήρα και άνοιξα τις βρύσες. Τίποτα. Εβγαλα την κιθάρα μου από τη θήκη, τη δοκίμασα, την κούρντισα και γύρισα στο μπαρ.
«Πάλι δεν έχουμε νερό», είπε ο Τζων, ο μπάρμαν. Ηταν ένας αδύνατος, μαυροντυμένος άντρας με ισχνό, άσπρο πρόσωπο. «Τίποτα δεν δουλεύει σήμερα...»
«Τουλάχιστον η αστυνομία μας εξακολουθεί να είναι αποτελεσματική», είπα. Οι μπάτσοι γύρισαν και με κοίταξαν. Δεν μ' ένοιαζε. Δεν ήταν ανάγκη να έχω άγχος. Ο ένας του δάγκωσε το λουρί του κράνους του κι έσμιξε τα φρύδια του. Ο άλλος χαμογέλασε.
«Δουλεύετε εδώ, κύριε; Πόσα σας δίνει το αφεντικό;» Συνέχισε να χαμογελάει, και μιλούσε με απαλή κι ευγενική φωνή. Πέταξα ένα περιφρονητικό χαμόγελο.
«Αυτός;» Εδειξα προς τα εκεί που έμενε το αφεντικό. «Ακόμα κι αν επιτρεπόταν, δεν θα μου 'δινε δεκάρα». Τότε άρχισα να ανησυχώ. Ετσι είμαι εγώ, αλλάζω εύκολα διάθεση. «Τι θέλετε, κύριε αστυφύλαξ;»
«Ζητάμε πληροφορίες, κύριε», είπε ο συνοφρυωμένος.
«Για έναν πελάτη», είπε ο Τζων. Εγειρε πίσω κι ακούμπησε σ' ένα άδειο ράφι, με τα χέρια σταυρωμένα.
«Σωστά», είπε ο χαμογελαστός.
«Ποιον;»
Τα μάτια του μπάτσου γύρισαν αλλού.
«Την Φρέντσυ», είπε ο Τζων.
«Ωστε η Φρέντσυ έχει μπελάδες. Δεν μπορεί να έκανε τίποτα. Κανένας γνωστός της;»
Οι μπάτσοι γύρισαν στο μπαρ. Ο συνοφρυωμένος είπε: «Αλλα δύο. Την ξέρει;»
«Οσο και εγώ», είπε ο Τζων βάζοντας το ουίσκυ. Το λευκό, θολό υγρό γέμισε τα ποτήρια ως το χείλος. Ο Τζων πρέπει να ήταν ανήσυχος, για να βάζει τόσο μεγάλες δόσεις τσάμπα.

Ανέβηκα στο βάθρο όπου τραγουδούσα και δοκίμασα το μικρόφωνο, αν και ήξερα πως δεν θα δούλευε - είχε πάψει να λειτουρεί από τα μέσα του πολέμου. Ακούμπησα την κιθάρα μου στο πιο στενό μέρος του τοίχου και άναψα ένα σπίρτο. Αναψα τα δύο κεριά που ήταν στηριγμένα στον τοίχο. Δεν θα 'λεγα πως φώτισαν ιδιαίτερα τη γωνιά μου. Εβγαζαν πολύ καπνό, έσταζαν και μύριζαν και έριχναν παντού σκιές. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα από που να ήταν το λίπος. Δεν ζέσταιναν καν. Μέσα ήταν το ίδιο κρύα όσο κι έξω, σχεδόν. Ξεσκόνισα το σκαμνί μου, έκατσα, πήρα την κιθάρα μου κι έπαιξα μερικά ακόρντα. Επαιζα το Φρέντσυ Μπλουζ χωρίς να το καταλάβω. Ηταν ένας απ' αυτούς τους σκοπούς που έρχονται εύκολα στα δάχτυλά σου, χωρίς να το σκεφτείς.

Η Φρέντσυ δεν ήταν από τη Γαλλία, ήταν γερμαναρού, και σε ποιόν αρέσουν οι γερμαναράδες; Εγώ όμως συμπαθούσα την Φρέντσυ, κι όλους τους πελάτες που έρχονταν να την ακούσουν όταν τραγουδούσε μαζί μου. Η Φρέντσυ δεν δούλευε στη Χαρούμενη Αγγλία, απλώς της άρεσε να τραγουδάει. Δεν είχε συχνά φίλους, ούτε τους κρατούσε πολύ, έλεγε πως προτιμούσε να τραγουδάει. Το τραγούδι της Φρέντσυ ήταν σαν κάτι που θα 'δινε στον φίλο της μόνο, αλλά το πρόσφερε σ' όλους. Δεν ξέρω γιατί την έλεγαν Φρέντσυ. Ισως ολόκληρο το όνομά της να ήταν Φραντσίσκα.

Το Φρέντσυ Μπλουζ είχε απήχηση μόνο στα λιγότερο ευαίσθητα μέλη της εγκάρδιας πελατείας μας. Δεν με ένοιαζαν. Είχα προσπαθήσει να κάνω κάτι καλό για κείνην, αλλά όπως και τα περισσότερα πράγματα που προσπαθώ να κάνω καλά, δεν είχε πετύχει. Αλλαξα σκοπό. Είχα συνηθίσει να αλλάζω σκοπό. Επαιξα το Σαμερτάιμ και μετά το Στόρμυ Γουέδερ.
Οι μπάτσοι έπιναν τα ποτά τους και περίμεναν. Ο Τζων ήταν γερμένος στα ράφια, και το αδύνατο, μαυροντυμένο του σώμα ήταν σχεδόν αόρατο στη σκιά. Μόνο το ισχνό του πρόσωπο φαινόταν. Ημασταν και οι δυο τρομαγμένοι - όχι μόνο για την Φρέντσυ, αλλά και για τους εαυτούς μας. Οι μπάτσοι είχαν τη συνήθεια να καλούν μάρτυρες για κατάθεση να ξεχνούν να τους αφήσουν μετά τη δίκη - και μάλιστα αν ήταν υγιείς άντρες που δεν δούλευαν ήδη στη βιομηχανία ή στην αστυνομία. Αν κι εγώ θα 'πρεπε να φοβάμαι κάτι τέτοιο λιγότερο από άλλους, ανησυχούσα.

Το απόγευμα κάποια ώρα είχα ακούσει το μουντό ήχο μακρινών εκρήξεων και το βόμβο αεροπλάνων. Θα έπρεπε να είναι η αγγλική Λουφτβάφε που έκανε που έκανε ασκήσεις στα ακόμη κατοικημένα προάστια.
Πελάτες έρχονταν κι οι περισσότεροι έφευγαν μετά από ένα ποτό και μια λοξή ματιά στους αστυφύλακες.
Κανονικά η Φρέντσυ ερχόταν μεταξύ οκτώ και εννιά, όταν ερχόταν. Δεν ήρθε. Καθώς κλείναμε, γύρω στα μεσάνυχτα, οι μπάτσοι σηκώθηκαν από τα σκαμνιά τους. Ο ένας ξεκούμπωσε την τσέπη του σακακιού του κι έβγαλε ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι. Εγραψε κάτι, έκοψε το φύλλο και το άφησε στο μπαρ.
«Αν εμφανιστεί, ειδοποιήστε μας», είπε. «Καλά Χριστούγεννα κύριε», μου είπε, κουνώντας το κεφάλι του προς το μέρος μου. Εφυγαν.
Κοίταξα το χαρτί. Ηταν φτηνό, σαν στυπόχαρτο, κι από τη μια γωνιά είχε ήδη αρχίσει να ρουφάει το φτηνό ουίσκυ που είχε χυθεί στο μπαρ. Με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα, ο αστυφύλακας είχε γράψει: «Ειδοποιήστε Αστ. Επιθ. Μπράουν. Ν. Σκ. Γιαρντ, WHI 1212, εσ. 615».
«Μπράουν;» είπα, γιατί το όνομα ήταν γραμμένο με γερμανική ορθογραφία. Χαμογέλασα και κοίταξα τον Τζων, που συχνά τον φώναζαν και Γιον. «Μπράουν;»
«Τι σημασία έχει ένα όνομα;» είπε.
«Τουλάχιστον είναι της Διώξεως. Τι λες να συμβαίνει, Τζων;»
«Κανείς δεν μπορεί να ξέρει στις μέρες μας», είπε ο Τζων. «Καληνύχτα, Λώουρυ».
«'νύχτα». Πήγα στο δωμάτιο πίσω από το μπαρ, έβαλα την κιθάρα στη θήκη της και φόρεσα το παλτό μου. Ο Τζων ήρθε για ν' αλλάξει κι αυτος.
«Τι την θέλουν;» είπα. «Δεν είναι πολιτική υπόθεση ούτως ή άλλως. Δεν φαίνεται να ενδιαφέρει την Ειδική Υπηρεσία. Τι...;»
«Ποιος ξέρει;» είπε απότομα ο Τζων. «Καληνύχτα...»
«'νύχτα», είπα, και κούμπωσα το παλτό μου, φόρεσα τα γάντια μου και πήρα τη θήκη με την κιθάρα. Δεν περίμενα τον Τζων, μιας και ήταν φανερό πως δεν επιζητούσε τη συντροφιά μου και την παρηγοριά ενός παλιόφιλου. Φαινόταν πως τον ανησύχησαν οι μπάτσοι.
Αναρωτήθηκα τι άλλη δουλειά να είχε στημένη. Αποφάσισα να γίνω λιγότερο φιλικός στο μέλλον. Εδώ και καιρό το απόφθεγμά μου ήταν «μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν».

Βγήκα από το μπαρ στο σκοτάδι της πλατείας. Ηταν άδεια. Οι σιδερένιοι φράκτες και τα δέντρα είχαν χαθεί με τον πόλεμο. Ακόμα και τα δημόσια ουρητήρια είχαν κλείσει, αν και μερικές φορές κάποιοι κοιμούνται μέσα. Τα ψηλά κτίρια υψώνοντας βλοσυρά στον νυχτερινό ουρανό. Εκανα δεξιά και προχώρησα προς το Πικαντίλυ, δίπλα από τα πρόχειρα καταλύματα που έκρυβαν τους κρατήρες από τις βόμβες, πατώντας στις πέτρες του πεζοδρομίου που κουνιούνταν κάτω απο τα πόδια μου. Το Πικαντίλυ ήταν γυμνό και άδειο, όπως παντού. Τα σκαλιά ήταν ακόμα εκεί, στο κέντρο, αλλά το άγαλμα του Ερωτα είχε πετάξει από το Λονδίνο λίγο πριν από το τέλος του πολέμου. Μακάρι να είχα κάνει κι εγώ το ίδιο.

Διέσχισα την πλατεία και κατέβηκα την Πικαντίλυ, με το κατεστραμμένο Σαιν Τζέημς Παρκ στα αριστερά μου και τα ψηλά κτίρια, ή τα μεγάλα πανώ που έκρυβαν τα ερείπια, από την άλλη. Περπατούσα στη μέση του δρόμου, όπως συνηθιζόταν. Τα ελάχιστα αυτοκίνητα ήταν λιγότερο επικίνδυνα από τους κακοποιούς. Το ξενοδοχείο μου ήταν στην Πικαντίλυ, λίγο πριν την Παρκ Λέην.
Μπροστά στο κτίριο, καθώς ξεκλείδωνα την πόρτα, άκουσα ένα ελικόπτερο. Εκλεισα την πόρτα πίσω μου και στάθηκα στο μεγάλο, ψηλό φουαγιέ, που ήταν σκοτεινό και σιωπηλό. Εξω ο ήχος του ελικοπτέρου έσβησε και αντικαταστάθηκε από το μουγκρητό δέκα - δώδεκα μοτοσυκλετών που πήγαιναν κάπου προς το Μπάκιγχαμ Πάλας, όπου είχε το κατάλυμά του ο Στρατάρχης Βίλμοτ. Ο Βίλμοτ δεν ήταν ο πιο δημοφιλής άνθρωπος στη Βρετανία, αλλά οι ικανότητές του έχαιραν μεγάλης εκτιμήσεως σε κάποιους κύκλους.

Προχώρησα στη φαρδιά σκάλα. Ηταν μαρμάρινη, αλλά χωρίς χαλί. Η κουπαστή έτρεμε κάτω από το χέρι μου.
Καθώς ανέβαινα συνάντησα κάποιον. Ηταν ένας γέρος. Φορούσε μια κόκκινη ρόμπα και κρατούσε ένα δοχείο νυκτός όσο πιο μακριά του επέτρεπε το τρεμάμενο χέρι του.
«Καλημέρα, κύριε Πέβενσυ», είπα.
«Καλημέρα, κύριε Λώουρυ», απάντησε εκείνος αμήχανα. Εβηξε, έκανε να μιλήσει, έβηξε πάλι. Ανέβαινα τη σκάλα για τον τρίτο, όταν κατάφερε να πει, αγκομαχώντας, κάτι για το νερό, πως ήταν πάλι κομμένο. Το νερό ήταν σχεδόν πάντα κομμένο.Το αντίθετο ήταν σπάνιο. Το γκάζι ερχόταν τρεις φορές την ημέρα, για μισή ώρα συνολικά - αν είμαστε τυχεροί. Το ρεύμα έπρεπε να υπάρχει όλη μέρα, αν όλοι το χρησιμοποιούσαν με μέτρο, αλλά κανείς δεν συμμορφωνόταν, κι έτσι κοβόταν κι αυτό συχνά.

Είχα μια σόμπα πετρελαίου, αλλά δεν είχα πετρέλαιο. Ηταν ακριβό και βρισκόταν μόνο στη μαύρη αγορά. Αλλά στη μαύρη αγορά κινδύνευες να σ' εκτελέσουν, κι έτσι έκανα και χωρίς πετρέλαιο. Είχα κι ένα μέρος που το χρησιμοποιούσα για κουζίνα. Στο διάδρομο είχε τουαλέτα. Ενα από τα δωμάτια που χρησιμοποιούσα είχε ένα μπαλκόνι στο δρόμο με θέα στο χορταριασμένο πάρκο. Δεν πλήρωνα νοίκι για τα δωμάτια. Το πλήρωνε ο αδερφός μου που πίστευε πως δεν είχα καθόλου χρήματα. Η αλητεία ήταν ένα σοβαρό, αν και διαδεδομένο, έγκλημα, και ο αδερφός μου δεν ήθελε να με συλλάβουν γιατί μετά θα έπρεπε να με βγάλει από τη φυλακή ή από κάποιο προσωρινό στρατόπεδο στο Χάιντ Παρκ.

Ξεκλείδωσα την πόρτα μου, προσπάθησα ν' ανάψω το φως, αλλά τίποτα. Μ' ένα σπίρτο άναψα τέσσερα κεριά στα κηροπήγια πάνω στη βαριά κορνίζα του τζακιού. Εριξα μια ματιά στον καθρέφτη, και δεν μου άρεσε καθόλου το πρόσωπο με τα άτονα μάτια που είδα μέσα του. Ημουν απερίσκεπτος. Αλλα κεριά θα έπαιρνα σ΄ένα μήνα, αλλά πάντα μου άρεσε να ζω επικίνδυνα. Σε ασήμαντα θέματα.
Φόρεσα τον κουρελιασμένο μου επενδύτη - τουήντ, Μπέρμπερυ του '38 - ξαπλωσα στο βρώμικο κρεβάτι κι έβαλα τα χέρια μου πίσω απ' το κεφάλι μου. Σκεφτόμουν.

Δεν ήμουν κουρασμένος, αλλά δεν ένιωθα καλά. Πως θα μπορούσα να είμαι καλά, με τις μερίδες του δελτίου που μου αναλογούσαν;
Αρχισα πάλι να σκέφτομαι τους μπελάδες που θα ΄πρεπε να έχει η Φρέντσυ. Καλύτερα, παρά να σκέφτομαι μπελάδες γενικά. Θα πρέπει να ανακατεύτηκε σε κάτι, αν και ποτέ της δεν φάνηκε να έχει αρκετή ενέργεια για να βάλει τη ρεπούμπλικα που φορούσε, πόσο μάλλον για να μπλέξει σε κάτι παράνομο. Παρ' όλα αυτά, από τότε που είχαν αναλάβει τα πράγματα οι γερμαναράδες, το 1946, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να κάνεις κάτι παράνομο. Οπως λέγαμε, ό,τι δεν απαγορεύεται είναι υποχρεωτικό. Ακόμα κι οι αλήτες σαν κι εμένα αλήτευαν με άδεια - στην περίπτωσή μου, την είχα προμηθευτεί από τον αδερφό μου τον Γκοτφρηντ, πρώην Γκόντφρυ, που ήταν τώρα Αναπληρωτής υπουργός Δημοσίας Τάξεως. Πως τα κατάφερε, με το παρελθόν μας, ποτέ μου δεν κατάλαβα. Γιατί φυσικά, όταν ήρθαν οι γερμαναράδες να μας απελευθερώσουν, ξεκαθάρισαν πρώτα - πρώτα τα επαναστατικά στοιχεία. Και στην Αγγλία αυτό δεν σήμαινε το κουρελιασμένο, πεινασμένο πλήθος που ξεσηκώθηκε οργισμένο μετά από αιώνες καταπίεσης. Ηταν η εύπορη, καλοπροαίρετη ταξιαρχία των δικηγόρων, δημοσίων υπαλλήλων, κληρικών και γιατρών που βγήκαν από τα ζεστά τους σπίτια για να αναταράξουν τα πράγματα.

Τέλως πάντων, κάθε φορά που σκεφτόμουν τον Γκόντφρυ μούρχονταν ανατριχίλες, κι έτσι έστρεψα πάλι τις σκέψεις μου στη Φρέντσυ. Ηταν ψηλή, πολύ αδύνατη, μια καταπονημένη, ταλαιπωρημένη εικοσάρα, μ' ένα βρώμικο άσπρο αδιάβροχο κι ένα άμορφο καπέλο που μύριζε παλιά γκαγκστερική ταινία με τον Κάγκνυ. Δεν πρόσεξα ποτέ τι φορούσε κάτω από το αδιάβροχο - δεν το έβγαζε ποτέ. Μια - δυο φορές είχε θυμώσει και το είχε ξεκουμπώσει. Είχα την εντύπωση πως από κάτω φορούσε ένα βρώμικο μαύρο αδιάβροχο. Χωρίς κάλτσες, με λασπωμένα πόδια, παπούτσια τελείως λιωμένα, δεν ήταν ακριβώς η Τζίντζερ Ρότζερς έτοιμη να συναντήσει τον Φρεντ Ασταιρ. Στους πελάτες όμως άρεσε το τραγούδι της, και ιδίως η ανέκφραστη ερμηνεία της του Deutschland uber Alles, αργή, βραχνή και φορτισμένη, με το λευκό της πρόσωπο στραμμένο σ' αυτούς που κάθονταν στο μπαρ. Γερμανίδα στην εθνικότητα, αλλά όχι στη φύση της, αυτή ήταν η Φρέντσυ.

Χασμουρήθηκα Δεν είχα άλλο να κάνω από το να κοιμηθώ και να ελπίζω σ' αυτό το ερωτικό όνειρο, αυτό που βυθίζω το πιρούνι μου σ' ένα κομμάτι κρεατόπιτα. Η ίσως, αν δεν μπορούσα να κοιμηθώ, να πήγαινα μια βόλτα στον κρατήρα, εκεί όπου κάποτε ήταν ο Αγιος Παύλος - η αγαπημένη μου μέθοδος για να μετατρέπω τη συνηθισμένη μου κατάθλιψη σε μια πραγματική κρίση μελαγχολίας.

Και τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Τινάχτηκα.
Τέτοια ώρα οι επισκέπτες ήταν συνήθως μπάτσοι. Για μια στιγμή είδα το πρόσωπό μου με αίματα να τρέχουν από το στόμα, κι ένα σωρό μελανιές. Το χτύπημα ακούστηκε ξανά, Ηρέμησα. Οι μπάτσοι ποτέ δεν χτυπάνε δύο φορές - ένα τυπικό χτύπημα μόνο, και μετά μπαίνουν και σου ορμάνε.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η Φρέντσυ. Εκλεισε την πόρτα πίσω της.
Τινάχτηκα αμέσως από το κρεβάτι.
Κούνησα το κεφάλι μου. «Συγνώμη, Φρέντσυ. Δεν γίνεται τίποτα».
Δεν κουνήθηκε. Με κοίταζε με τα σκούρα μπλε μάτια της. Οι σκιές από κάτω τους ήταν σαν αποτυπώματα από μελανωμένα δάχτυλα.
«Κοίτα Φρεντς», είπα. «Σου είπα πως δεν γίνεται τίποτα». Επρεπε να είχε φύγει από την πρώτη φορά. Ετσι ήταν ο κώδικας. Αν κάποιος που τον καταζητούσαν οι μπάτσοι ζητούσε βοήθεια, είχες το δικαίωμα να του πεις να φύγει. Κανένας δεν σε κατηγορούσε. Αν εργαζόσουν ήταν το πιο φυσιολογικό.

Συνέχισε να στέκεται εκεί. Την έπιασα από τους ώμους, τη γύρισα, άνοιξα την πόρτα με το ένα χέρι και την έβγαλα έξω.
Γύρισε και με κοίταξε. «Ηρθα μόνο για να σου ζητήσω ένα τσιγάρο», είπε θλιμένα, σαν παιδί που το κατηγόρησαν άδικα ότι ζωγράφισε την ταπετσαρία.
Ο κώδικας έλεγε πως έπρεπε να την προειδοποιήσω, κι έτσι την τράβηξα πάλι πίσω στο δωμάτιό μου.
Εκατσε στο ακατάστατο κρεβάτι μου στο φως των βρωμερών κεριών, με τα όμορφα, λασπωμένα της πόδια να κρέμονται από το πλάϊ. Της έδωσα ένα τσιγάρο και το άναψα.
«Ηταν δύο μπάτσοι στη Χαρούμενη Αγγλία που ρώταγαν για σένα», είπα. «Της Διώξεως!»
«Α», είπε ανέκφραστα. «Γιατί άραγε; Δεν έκανα τίποτα».
«Εδωσες κουπόνια, προσπάθησες ν' αγοράσεις από το Λονδίνο χωρίς άδεια...» πρότεινα. Ευχόμουν να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
«Οχι. Δεν έκανα τίποτα. Ούτως ή άλλως, θα έπρεπε να ξέρουν πως έχω πλήρες διαβατήριο».
Την κοίταξα μ' ανοιχτό στόμα. Ηξερα πως ήταν Γερμανίδα - αλλά γιατί να έχει πλήρες διαβατήριο; Αν είχες κάτι τέτοιο ήταν σαν να ήσουν αόρατος - όλοι αγνοούσαν το τι έκανεσ. Μπορούσες να πάρεις ό,τι ήθελες απ΄όποιον ήθελες. Μπορούσες αν το έκανες, να βγάλεις μια ετοιμοθάνατη γριά από ένα νοσοκομειακό για να πας τη βολτα σου, να βουτήξεις το φαγητό κάποιου - μπορούσες να κάνεις τα πάντα. Κάθε λογικός άνθρωπος, όταν έβλεπε τον ιδιοκτήτη ενός πλήρους διαβατηρίου να έρχεται προς το μέρος του, γύριζε και το 'βαζε στα πόδια σαν τρελλός. Μπορούσε να σε σκοτώσει χωρίς να δώσει λόγο σε κανέναν. Πως θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο διαβατήριο η Φρέντσυ ήταν αδύνατον να το φανταστώ.
«Δεν είσαι στην κυβέρνηση», είπα. «Πως και έχεις πλήρες διαβατήριο;»
«Ο πατέρας μου είναι ο Βίλυ Στάινερ».
Κοίταξα το φοβερό της καπέλο, τ' άπλυτα ξανθά μιαλλιά της, το βρώμικο αδιάβροχό και τα φθαρμένα της παπούτσια. Εσφιξα το στόμα μου.
«Σοβαρά;»
«Ο πατέρας μου είναι ο Δήμαρχος του Βερολίνου», είπε ορθά - κοφτά. «Είμαστε οκτώ αδέλφια κι η μάνα μας έχει πεθάνει και κανείς δεν νοιάζεται και πολύ. Αλλά φυσικά όλοι έχουμε πλήρη διαβατήρια».
«Και τότε γιατί σέρνεσαι πεινασμένη στο Λονδίνο, που να σε πάρει ο διάβολος;»
«Δεν ξέρω».
Δύσπιστος, είπα: «Δείχ' το μου, τότε».
Ανοιξε το αδιάβροχό της κι έβαλε το χέρι της σ' ότι κι αν ήταν αυτό που φορούσε από κάτω. Εβγαλε το διαβατήριο. Ηξερα πώς έμοιαζαν, γιατί κι ο αδερφός μου ο Γκόντφρυ είχε ένα, κι ήταν περήφανος γι' αυτό. Ηταν αδύνατον να πλαστογραφηθούν. Η Φρέντσυ είχε ένα ίδιο.
Εκατσα στο πάτωμα με διαχυτική διάθεση. Αν η Φρέντσυ είχε ένα πλήρες διαβατήριο ήταν πιο ασφαλής απ' όσο ήμουν εγώ σ' ολόκληρη τη ζωή μου. Κι ένα τέτοιο διαβατήριο προστάτευε κι όσους ήταν κοντά του. Εβαλα το χέρι μου κάτω από το στρώμα κι έβγαλα ένα πακέτο Γούντις. Είχαν μείνει δύο.
Η Φρεντς γέλασε και πήρε το ένα. «Θα έπρεπε να το δείχνω πιο συχνά».
Απολαύσαμε το τσιγάρο. Με το δελτίο παίρναμε δέκα το μήνα. Οπως είπα, αν σ' έπιαναν ν' αγοράζεις στη μαύρη αγορά -αν βέβαια μπορούσες να βρεις χρήματα- σ' εκτελούσαν. Σ' αυτόν που πουλούσε έκαναν ακόμα χειρότερα. Κανείς δεν ήξερε τι, αλλά πού και πού κρεμούσαν τα πτώματα, κι έπαιρνες μια ιδέα για το τελικό αποτέλεσμα.
«Γι' αυτή την ιστορία με την αστυνομία», είπα.
«Δεν σε πειράζει να κοιμηθώ εδώ σήμερα ε;», είπε. «Είμαι ξεθεωμένη».
«Δεν με πειράζει», είπα. «Θέλεις να πέσουμε τώρα; Μπορούμε να τα πούμε στο κρεβάτι».

Εβγαλε το αδιάβροχο, κλώτσησε τα παπούτσια της, κι έπεσε.
Εγώ έβγαλα το παντελόνι μου, τα παπούτσια και τις κάλτσες μου, έστρωσα το πουλόβερ μου κι έσβησα τα κεριά. Μπήκα στο κρεββάτι. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Αυτές τις μέρες είτε το έκανες είτε όχι. Οι περισσότεροι δεν το έκαναν. Με τις πληκτικές ώρες, τα λιγοστά τρόφιμα και τον αγώνα να κρατηθείς λίγο καθαρός και σχεδόν υγιείς, ελάχιστοι είχαν την όρεξη για σεξ. Επίσης το σεξ σήμαινε παιδιά και τα παιδιά συνήθως πέθαιναν, κι αυτό του αφαιρούσε όλη τη χαρά. Επιπλέον έχω την εντύπωση πως εμείς οι Αγγλοι δεν αναπαραγόμαστε στην αιχμαλωσία. Οι Ουαλλοί και οι Ιρλανδοί τα κατάφερναν, αλλά αυτοί είχαν συνηθήσει εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Οι Σκωτσέζοι είχαν και αυτοί το ίδιο πρόβλημα. Η αύξηση του πληθυσμού ήταν κάτι για το οποίο ανησυχούσαν οι άνθρωποι σαν τον Γκόντφρυ τις λίγες ώρες που δεν ασχολούνταν με τη μείωση του, αλλά η πτώση του ρυθμού των γεννήσεων δεν είναι κάτι που ρυθμίζεται μ' έναν νόμο. Με την υποχρεωτική εργασία στα εργοστάσια, τους μπάτσους σε κάθε γωνία, τα εύθυμα παιδιά της βρετανικής Βέρμαχτ σε κάθε δρόμο, με τα δελτία φαγητού και ρούχων που σου έδιναν αντί για χρήματα, για να μην κάνεις τίποτα βιαστικό, όπως ας πούμε ν' αγοράσεις ένα ξυράφι και να κόψεις το λαιμό σου, δεν μπορούσες να κατηγορήσεις τον κόσμο που είχε χάσει το ενδιαφέρον του για την αναπαραγωγή. Υπήρξε ένα αντιστασιακό κίνημα ως και πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, αλλά έκαναν το λάθος και κατέφυγαν στις κλασικές μεθόδους -ανατίναζαν γέφυρες, τις λίγες σιδηροδρομικές γραμμές που είχαν μείνει κι όσα εργοστάσια είχαν αρχίσει να λειτουργούν. Δεν ήταν μόνο τα αντίποινα -τώρα ήταν είκοσι άντρες για κάθε νεκρό Γερμανό, ή δέκα παιδιά ή πέντε γυναίκες- αλλά όταν ο κόσμος έμαθε πως ανατίναζαν εργοστάσια παπουτσιών και σταματούσαν τα τραίνα με τα τρόφιμα, οι νομιμόφρονες πολίτες, όπως είπαν οι γερμαναράδες, εκρίζωσαν τα αντικοινωνικά εβραιο-μπολσεβίκικα στοιχεία που είχαν ανάμεσά τους.

Ο ρυθμός των γεννήσεων θα αυξανόταν ίσως αν έδιναν έπειτα περισσότερα κουπόνια, αλλά αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια πληθυσμιακή έκρηξη, με πολλούς τρόπους.
Τέλος πάντων, ήταν πιο ζεστά τώρα με την Φρέντσυ δίπλα μου.
«Θα σε πείραζε», είπα, «να βγάλεις το καπέλο σου;»
Δεν την έβλεπα, αλλά κατάλαβα ότι χαμογελούσε. Εβγαλε το παλιό καπέλο και το πέταξε στο πάτωμα.
"Τι έγινε λοιπόν μ' αυτούς τους μπάτσους;» ρώτησε
«Α... στ' αλήθεια δεν ξέρω. Τίμια, δεν έκανα τίποτα. Ούτε που ξέρω κανέναν που να έκανε κάτι».
«Μπορεί να θέλουν το διαβατήριό σου;»
«Οχι. Ποτέ δεν τα παίρνουν πίσω. Τότε τα διαβατήρια δεν θα είχαν νόημα. Δεν θα το ήξερε κανείς αν σου είχαν πάρει το διαβατήριο. Αν κάνεις κάτι, αν κατασκοπεύεις για τους Ρώσους, ας πούμε, βγάζουν από τη μέση εσένα. Αυτό τακτοποιεί και το διαβατήριο αυτομάτως».
«Ισως γι' αυτό σε ψάχνουν...;»
«Οχι. Ποτέ δεν ανακατεύουν την αστυνομία. Σου φυτεύουν μια σφαίρα στα γρήγορα».
Δεν μπορούσα να μην νιώσω δέος για την Φρέντσυ, που είχε μοιραστεί μαζί μου τα τελευταία μου ψίχουλα, και ξαφνικά ήξερε τα πάντα για τον εσωτερικό τρόπο λειτουργίας του καθεστώτος. Σταμάτησα αμέσως αυτές τις σκέψεις. Ετσι κι άρχιζες να ενδιαφέρεσαι γι' αυτούς, ή να τους μισείς ή να εμπλέκεσαι συναισθηματικά μαζί τους με οποιονδήποτε τρόπο -την είχες πατήσει. Αυτό ήταν κάτι που είχα ορκιστεί να μην ξεχάσω ποτέ- μόνο η αδιαφορία ήταν ασφαλείς, η αδιαφορία ήταν το μόνο όπλο που μπορούσε να σε κρατήσει ελεύθερο, ό,τι κι αν άξιζε αυτή η ελευθερία. Λένε πως συνηθίζεις τα πάντα. Εγώ τα έβλεπα αυτά δέκα χρόνια τώρα, σχεδόν -μια σιχαμερή, πρόστυχη ωμότητα από ηλίθιους ανθρώπους που όλοι τους, από τον πιο ψηλά ως τον πιο χαμηλά, πίστευαν πως είναι άρχοντες της Γης -και δεν είχα συνηθίσει. Γι' αυτό καλιεργούσα την αδιαφορία. Και ο Αρχηγός -ο Φύρερ Μας- δεν ήταν καμμιά τρελλή ιδιοφυία. Ηταν τρελλός και ηλίθιος. Κι αυτό ήταν ακόμα χειρότερο. Πως κατάφερε να κάνει όσα έκανε, δεν μπορούσα να καταλάβω. Τότε.
«Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είναι», είπε η Φρέντσυ, «αλλά θα ξέρω αύριο που θα ξυπνήσω».
«Γιατί;»
«Ετσι είμαι εγώ», είπε απότομα.
«Ναι;» ενδιαφέρθηκα εγώ. «Δηλαδή πώς;»
Εχωσε το πρόσωπό της στον ώμο μου. «Μη μιλάς γι' αυτό, Λώουρυ», είπε, κι ήταν το πιο κοντινό σε παράκληση που θα μπορούσε να εκφράσει κάποιος σαν την Φρέντσυ.
«Οκέυ», είπα. Μάθαινες γρήγορα να αποφεύγειςτα ακατάλληλα θέματα. Οπως ήταν τα πράγματα, και οι άνθρωποι, τότε.
Κοιμηθήκαμε λοιπόν. Οταν ξύπνησα, η Φρέντσυ δεν κοιμόταν, αλλά κοίταζε το ταβάνι με ανέκφραστο ύφος. Δεν μ' ένοιαζε κι αν είχε γίνει στήλη άλατος. Ολη νύχτα άκουγα τα βογγητά και τα μουρμουρητά της και ζεσταινόμουν και μ' είχε πιάσει φαγούρα κι άρχιζε να με πιάνει και μια ημικρανία.
Τη στιγμή που το σκέφτηκα, μου ήρθε αναγούλα. Σηκώθηκα κι έτρεξα σκουντουφλώντας στον ξεφτισμένο διάδρομο. Φτάνοντας στην τουαλέτα ήξερα πως είχα κάνει λάθος. Θα ξερνούσα στη λεκάνη, και το νερό ήταν κομμένο. Πολύ αργά. Αρχισα να ξερνάω, συνέχεια και συνέχεια. Για μια φορά τουλάχιστον το νερό ήρθε την κατάλληλη στιγμή και τράβηξα το καζανάκι Σύρθηκα πίσω. Δεν έβλεπα μπροστά μου κι ο πόνος ήταν τρομερός.
«Ελα στο κρεβάτι», είπε η Φρέντσυ.
«Δεν μπορώ», είπα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
«Ελα».
Κάθησα στην άκρη του κρεβατιού και ξάπλωσα. Φύγε Φρέντσυ, είπα μέσα μου, φύγε.
Αλλά τα χέρια της ήταν σ' αυτό το σημείο, λίγο πάνω από τον αριστερό μου κρόταφο, απ' όπου ερχόταν ο πόνος. Αρχισε να μουρμουρίζει απαλά και να χαϊδεύει, και με το μουρμουρητό της κοιμήθηκα.
Ξύπνησα ένα τέταρτο αργότερα και ο πόνος είχε φύγει. Η Φρέντσυ, με το αδιάβροχο, το καπέλο και τα παπούτσια της, καθόταν στην παλιά μου πολυθρόνα με τη λιγδιασμένη ταπετσαρία και τις διαλυμένες σούστες.
«Ευχαριστώ, Φρέντσυ», μούγκρισα. «Είσαι πραγματική θεραπεύτρια».
«Ναι», είπε αποκαρδιωμένα.
«Το κάνεις συχνά;»
«Οχι πια», είπε. «Κάποτε. Ηθελα να σε βοηθήσω».
«Σ' ευχαριστώ», είπα. «Κάτσε λίγο».
«Α, θα φύγω τώρα».
«Οκέυ. Θα σε δω το βράδυ, τότε».
«Οχι. Θα φύγω από το Λονδίνο. Θα έρθεις μαζί μου;»
«Που; Γιατί;»
«Δεν ξέρω. Ξέρω ότι με θέλουν οι μπάτσοι, αλλά δεν ξέρω γιατί. Το μόνο που ξέρω είναι πως αν δεν με βρουν για ένα-δυο μήνες, μετά δεν θα με ψάχνουν».
«Για τι πράγμα μιλάς;»
«Είπα πως θα ήξερα όταν θα ξυπνούσα. Δεν ξέρω όμως - δεν ξέρω ακριβώς. Αλλά ξέρω πως οι μπάτσοι με θέλλουν για κάτι, ή για να τους πως κάτι. Και δεν είναι ανακατεμένη η αστυνομίαμόνο. Και αν εξαφανιστώ για λίγο δεν θα τους είμαι χρήσιμη πια. Ετσι λοιπόν λέω να εξαφανιστώ».
«Δεν θα πρέπει να έχεις κανένα πρόβλημα με το πλήρες διαβατήριό σου. Αλλά γιατί δεν συνεργάζεσαι μαζί τους;»
«Δεν θέλω», είπε.
«Γιατί να φύγεις; Μ' αυτό το διαβατήριο δεν μπορούν να σου κάνουν τίποτα».
«Μπορούν. Είμαι σίγουρη».
Την κοίταξα εξεταστικά. Πάντα ήξερα πως η Φρέντσυ ήταν παράξενη, με τα παλιά κριτήρια. Αλλά όπως ήταν τώρα τα πράγματα, ήταν πιο λογικό να είσαι παράξενος. Και τελικά όλο αυτό το μυστηριώδες κρυφτό, όλες αυτές οι προβλέψεις , μέ έβαζαν σε σκέψεις.
Με κοίταξε εκείνη. «Δεν είμαι τρελή. Ξέρω τι κάνω. Πρέπει να μη με βρουν οι μπάτσοι για ένα δύο μήνες γιατί δεν θέλω να συνεργαστώ μαζί τους. Μετά θα είναι εντάξει».
«Εννοείς πως εσύ θα είσαι εντάξει;»
«Δεν ξέρω. Η αυτό ή θα είναι πολύ αργά για να κάνω αυτό που θέλουν. Θα 'ρθεις;»
«Γιατί όχι», είπα. Σε τελευταία ανάλυση, τι είχα να χάσω; Και η Φρέντσυ είχε ένα πλήρες διαβατήριο. Θα ήμασταν εκατομμυριούχοι. Η όχι;
«Πόσα πλήρη διαβατήρια υπάρχουν στη Βρετανία;» ρώτησα.
«Κάπου διακόσια».
«Τότε δεν μπορείς να το χρησιμοποιήσεις. Αν αρχίσεις να κρύβεσαι και να χρησιμοποιείς το διαβατήριο δεν πρόκειται να περάσεις -να περάσουμε- απαρατήρητοι. Θα φαινόμαστε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Και κανένας δεν θα μας καλύψει. Γιατί να βοηθήσουν την κάτοχο ενός πλήρους διαβατηρίου που την ψάχνει η αστυνομία;»
Η Φρέντσυ συνοφρυώθηκε. «Τότε καλύτερα να πάρουμε προμήθειες από 'δω. Και μετά φεύγουμε από το Λονδίνο και προσπαθούμε να τους μπερδέψουμε».

Κούνησα το κεφάλι μου, σηκώθηκα και ντύθηκα. «Θα πεταχτώ να σου πάρω μερικά πιο σεμνά ρούχα με τα κουπόνια μου. Δεν θα κάνεις μεγάλη εντύπωση έτσι. Θα νομίζουν πως είσαι κάποιος υψηλά ιστάμενος δημόσιος υπάλληλος. Επειτα θα σου πω πού να πας. Δεν θα ψάξουν αμέσως στα ημιπαράνομα μαγαζιά. Γι' αυτούς ο κάτοχος ενός πλήρους διαβατηρίου θα πήγαινε στο Φορτναμς κι όχι στο μπακάλικο του Σιντ. Θα σου δώσω έναν κατάλογο μ' αυτά που θα πάρεις».
«Μάλιστα, αφεντικό», είπε. «Εγώ δεν ξέρω τίποτα».
«Αν είναι να έρθω μαζί σου δεν θέλω να μας ξεφύγει τίποτα. Αν μας πιάσουν, εσένα θα σε μαλλώσουν, αλλά εμένα θα με στείλουν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως προτού προλάβεις να πεις Αμπυ Γκόλντμπεργκ».
«Οχι», είπε αμήχανα. «Δεν νομίζω».
Μούγκρισα. «Φρέντσυ, μωρό μου, δεν ξέρω αν σου έχει στρίψει ή αν είσαι η δεύτερη ξαδέρφη της Κασσάνδρας. Αλλά αν δεν μπορείς να μιλήσεις ξεκάθαρα, ας είμαστε λογικοί. Εντάξει;»
«Μμ», είπε.

Εφυγα για να ξοδέψω τα κουπόνια των ρούχων στου Αρθουρ.

Ο καιρός ήταν ήπιος, και ψιχάλιζε λιγάκι. Πέρασα από το πάρκο. Ηταν σαν δάσος, τώρα. Το χορτάρι ήταν ψηλό και έβγαινε και στα μονοπάτια. Είχαν ξεφυτρώσει θάμνοι και μικρά δέντρα. Κάποιος είχε κλείσει ένα μικρό χώρο με συρματόπλεγμα κάτω από το Ατενέουμ, και μέσα έβοσκαν δυο ρυπαρές άσπρες γίδες. Θα 'πρεπε να ανήκουν στους μπάτσους. Με δύο καρβέλια την εβδομάδα που έπαιρναν οι υπόλοιποι, θα τις έτρωγαν ωμές αν μπορούσαν. Είδες τι έπαθε ο εφημέριος των Αγίων Πάντων, στην οδό Μάργκαρετ. Δεν θα 'πρεπε να είναι τόσο Αγγλικανός -όλα αυτά τα λόγια για το σώμα και το αίμα του Χριστού είχαν οδηγήσει τη σκέψη του εκκλησιάσματος σε ανορθόδοξους δρόμους.

Περπάτησα στην ψιλή βροχή. Δεν φαινόταν ψυχή. Ωραία δροσερή μέρα. Ωραία μέρα για να φύγεις από το Λονδίνο.
«Εχεις καθόλου κουπόνια φαγητού;» είπε μια φωνή στο αυτί μου.
Γύρισα απότομα. Ηταν μια νέα γυναίκα, τόσο αδύνατη που τα κόκαλα στους ώμους της και τα ζυγωματικά της φαίνονταν μυτερά. Στα χέρια της κρατούσε ένα μικρό μωρό. Το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Τα σκούρα του μάτια ήταν κλειστά. Φορούσε μια κουρελιασμένη γαλάζια φόρμα.
Σήκωσα τους ώμους μου. «Λυπάμαι. Εχω ένα σελίνι - σου κάνει;»
«Θα με ρωτήσουν που το βρήκα. Τι να το κάνω;» ψιθύρισε, χωρίς να πάρει τα μάτια της από το πρόσωπο του μωρού.
«Τι έχει το παιδί;»
«Εκοψαν το γάλα σκόνη. Αν δεν μπορείς να τα ταϊσεις μόνη σου θα πεθάνουν από την πείνα -κι εγώ πεινάω».
Εβγαλα την ατζέντα μου. «Αυτή είναι η διεύθυνση μιας γυναίκας που λέγεται Τζέσυ Ράιτ. Το μωρό της μόλις πέθανε από διφθερίτιδα. Μπορεί να αναλάβει το μωρό σου».
«Διφθερίτιδα;» είπε.
«Κοίτα, το μωρό σου είναι μισοπεθαμένο ούτως ή άλλως. Αξίζει να δοκιμάσεις».
«Ευχαριστώ», είπε. Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της. Πήρε τη διεύθυνση και απομακρύνθηκε.
«Αυτά είνα», είπα, και συνέχισα το δρόμο του.

Πέρασα την Μωλλ και δέχτηκα τα συνηθισμένα καχύποπτα βλέμματα των διαφόρων στρατιωτικών που κυκλοφορούσαν συνήθως εκεί. Οι στολές ήταν όλες ίδιες. Δεν ξεχώριζες τον καλό φαντάρο από τον σατανικό Ούνο. Κοίταξα δεξιά μου, το Μπάκιγχαμ Πάλλας. Στο κοντάρι ήταν υψωμένη μια τεράστια σημαία, η σημαία της Μεγάλης Βρετανίας με μια μεγάλη σβάστικα στην μέση.Ποτέ μου δεν ξεπέρασα την απέχθεια που είχα γι' αυτό το σύμβολο, που ήταν μέρος του διστραμμένου, τρελλού μυστικισμού τους. Ο Στρατάρχης Βίλμοτ ήταν αξιωματικός στην ταξιαρχία Σαιν Τζωρτζ -Βρετανοί φασίστες που πολέμησαν με τον Χίτλερ από την αρχή σχεδόν. Πονηρός χαρακτήρας αυτός ο Βίλμοτ. Είχε ένα μικρό μουστάκι, ίδιο με του Αρχηγού -αλλά μιας και είχε πρόωρη φαλάκρα, δεν μπορούσε να φτιάξει και το ανάλογο τσουλούφι. Ηταν χοντρός, πρησμένος από το ποτό και ίσως και τα ναρκωτικά. Ηταν εντελώς εξαρτημένος από τον Αρχηγό. Αν έλειπε αυτός ίσως η ιστορία να ήταν λίγο διαφορετική.
Κατέβηκα την Μπάκιγχαμ Γκέητ κι έστριψα δεξιά στη Βικτώρια Στρητ. Το Πρατήριο του Στρατού είχε γίνει αυτό ακριβώς που έλεγε το όνομά του -μόνο η στρατιωτική ελίτ μπορούσε να ψωνίσει εκεί.

Ο Αρθουρ είχε το μαγαζί του στη Βικτώρια, εκεί που παλιά άλλαζαν συνάλλαγμα. Του πέταξα τα κουπόνια. Ο ήλιος έμπαινε από το σπασμένο θόλο του σταθμού. Είχαν γίνει κάποιες οδομαχίες εδώ γύρω, αλλά δεν κράτησαν πολύ.
«Θέλω ένα παλτό, καπέλο και παπούτσια για μια κυρία. Φτάνουν αυτά;»
Ο Αρθουρ ήταν μικροκαμωμένος και παμπόνηρος. Είχε ένα μόνο χέρι. Εβαλε τα κουπόνια στη συσκευή του. «Είναι γνήσια», είπα ανυπόμονα. «Φτάνουν;»
«Σχεδόν, φίλε -επειδή είσαι εσύ», είπε. Ηταν ένας αδύνατος κόκνυ από το Σίτυ. Το είδος του είχε επιζήσει από λοιμούς, κερδοσκοπικά εργοστάσιακαι την ύφεση. Θα επιζούσε κι απ' αυτό. Τύχαινε να ξέρω πως ήταν από τους φασίστες του Μόσλυ πριν τον πόλεμο -μάλιστα είχε σκοτώσει έναν Εβραίο με μια κλωτσιά στο κεφάλι το 1938, σώζοντάς τον έτσι από τους θαλάμους αερίων του 1948. Αστείο πώς έρχονται τα πράγματα.
Αλλά από τότε που μπήκαν τα αρρενωπά παιδιά της Βέρμαχτ είχε αρχίσει να ξεχνάει τους δεσμούς αίματος που ένιωθε με τους Αρειους, και δεν του κρατούσα κακία. Τουλάχιστον, όντας ένα και πενήντα πέντε και χολωμένος γι' αυτό, δεν είχε και πολλές πιθανότητες να τον πάρουν στα στρατόπεδα ευγονικής.
«Τι νούμερο θέλεις;» ρώτησε.
«Α, που να ξέρω».
«Θα έπρεπε να έρθει η ίδια». Είχε φιλύποπτο ύφος.
«Της έσκισαν τα ρούχα κάτι αστυφύλακες», είπα. Αυτό φάνηκε να τον ικανοποιεί. Ενας αστυφύλακας διέσχισε το σταθμό, στην άλλη άκρη. Ο Αρθους του έριξε ένα βλέμμα και γύρισε πάλι σε μένα.
«Περίεργο που τους αφήνουν με τα κράνη τους και τα ρέστα», είπε. «Δεν φαίνεται σωστό, ε;»
«Θέλουν να νομίζεις πως είναι οι ίδιοι τύποι που σου έλεγαν την ώρα και έψαχναν να βρουν το σκύλο σου όταν χανόταν».
«Δεν είναι;» είπε σαρδόνια ο Αρθουρ. «Επρεπε να μένεις στην παλιά μου γειτονιά, φίλε. Πάντως, αυτά είναι λίγα. Πως είναι η κυρία;»
«Ενα κι εβδομήντα πέντε, σχεδόν. Μεγάλο πόδι».
«Μπράβο! Γι' αυτό την γούσταραν οι αστυφύλακες», γέλασε με ζήλεια. «Πρέπει να αισθάνεσαι θαλπωρή και ασφάλεια μαζί της. Παχιά ή αδύνατη;»
«Ελα τώρα, Αρθουρ. Ποιος είναι παχύς;»
«Αυτές που ξέρουν μπάτσους».
«Αυτή δεν ήξερε κανέναν ως χθες το βράδυ».
«Δεν είναι καμμία μπλεγμένη δουλειά, έτσι;» Πήρε πάλι καχύποπτο ύφος. Οι άδειες εμπορίου βρίσκονταν δύσκολα αυτές τις μέρες.

Σκέφτηκα να του πω για το πλήρες βιβλιάριο της Φρέντσυ, αλλά άλλαξα γνώμη. Θ' ακουγόταν σαν φοβερό, τεράστιο ψέμα.
«Είναι εντάξει. Απλώς χρειάζεται ρούχα».
«Αν της έσκισαν τα ρούχα γιατί δεν θέλει φόρεμα; Αυτό είναι πιο σημαντικό για μια γυναίκα από ένα καπέλο -για μια κυρία, δηλαδή».
«Δώσε μου τα κουπόνια, Αρθουρ». Απλωσα το χέρι μου. «Δεν πουλάς μόνο εσύ ρούχα εδώ γύρω. Ηρθα να αγοράσω δύο πράγματα, όχι για να σου διηγηθώ την ερωτική μου ζωή».
«Οκέυ, Λώουρυ. Ενα παλτό, ένα καπέλο, ένα ζευγάρι παπούτσια, νούμερο σαράντα -και την έχεις άσχημα αν φοράει τριάντα οκτώ». Εφερε τα πράγματα με καταπληκτική ταχύτητα. «Και μια λίρα ακόμα».
Αυτό το περίμενα. Του έδωσα τη λίρα. Βάζοντας τα πράγματα σε μια χαρτοσακούλα είπα «Εχω πάρει το νούμερο του χαρτονομίσματος, φίλε. Αν με ρωτήσουν οι μπάτσοι γι' αυτή μας τη συναλλαγή θα τους αποδείξω πως παίρνεις λεφτά από τους πελάτες σου. Μπορεί να μη σε χώσουν μέσα, βέβαια, αλλά θα σε γδύσουν σίγουρα».
Με είπε μπάσταρδο και πρόσθεσε και μερικές πιο σαφείς λεπτομέρειες, και μετά είπε «Δεν υπάρχει παρεξήγηση, Λώουρυ. Αλλά απ' την αρχή σκεφτόμουν πως κάτι μπορεί να μην είναι εντάξει».
«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου, φίλε μου, κι εγώ θα κοιτάξω τη δική μου», του είπα. «Γεια».
«Γεια», είπε. Ξεκίνησα για το πάρκο.
Οταν έφτασα πίσω η Φρέντσυ κοιμόταν. Φαινόταν εύθραυστη, σαν να είχε φυματίωση. Την ξύπνησα και της έδωσα τα ρούχα. Τα φόρεσε.
«Φρέντσυ, μωρό μου», είπα με λυπημένο ύφος. «Πρέπει να σου το πω -θέλεις πλύσιμο. Και να χτενιστείς. Δεν έχεις κραγιόν;»
Κατσούφιασε, εγώ όμως πήγα κι έφερα λίγο νερό. Ο Πέβενσυ δεν είχε προλάβει να μαζέψει όσο είχε μείνει στους σωλήνες. Χτενίστηκε με την τσατσάρα μου και φτιάξαμε τα χείλια της με ένα Σουάν Βέστα.
Εκανα ένα βήμα πίσω. Μαύρο παλτό, λίγο κοντό με γούνινο κολάρο, λευκό μπερέ και μαύρα ψηλοτάκουνα παπούτσια.
«Αλήθεια, Φρεντς,είσαι σαν την Μάρλεν Ντήτριχ», είπα, εφ' ενός για να της τονώσω το ηθικό και να έχει άνεση στις κινήσεις της, και αφ' ετέρου επειδή ήταν σχεδόν αλήθεια. Κρίμα που έδειχνε υποσιτισμένη, αλλά μπορεί να πίστευαν πως ήταν φυσικό της.
«Πάρε και μέηκαπ»
«Δεν ξέρω τι να κάνω», είπε ταραγμένη.
«Θες να πεις πως ποτέ σου δεν χρησιμοποίησες αυτό το διαβατήριο;»
«Αν ήσουν στη θέση μου, το ίδιο θα έκανες». Για κείνην ήταν προφανώς από τις ερωτήσεις που δεν έκανες ποτέ, όπως δεν θα λέγαμε σε άλλους «που ήσουν το '45» ή «τι συνέβη στον ξάδερφο τον Φρεντ». Το πρόσωπό της είχε σκοτεινιάσει.

Το άφησα να περάσει. «Είσαι παλαβή. Τέλος πάντων. Απλώς μπαίνεις μέσα. Με αυτοπεποίθηση. Τους δείχνεις τι θέλεις. Θα σε περιποιηθούν αμέσως. Κατά πάσαν πιθανότητα δεν θα χρειαστεί καν να τους το δείξεις. Μαζεύεις τα πράγματα και φεύγεις. Μην ξεχνάς πως σε φοβούνται».
«Οκέυ».
«Εδώ είναι ο κατάλογος, τι θέλουμε κι από πού θα τα πάρεις».
«Ναι». Εριξε μια ματιά στη λίστα. «Μπράντυ, ε;»
Χαμογέλασα στραβά. «Χριστούγεννα έρχονται. Εσύ δεν πίνεις, όμως».
«Οχι. Με πειράζει».
«Α-χα. Να έχεις μια ελαφριά γερμανική προφορά. Αυτό θα τους πείσει».
Εφυγε, κι εγώ ξάπλωσα. Ολα αυτά με είχαν κουράσει.
Και να, ένα χτύπημα στη πόρτα μου. Φαντάστηκα πως θα ήταν ο Πέβενσυ που θα ήθελε πάλι κανένα γιατροσόφι, και φώναξα «Εμπρός».

Στεκόταν στην πόρτα, το όραμα της μοναξιάς, με το μαύρο σακάκι με τα σειρήτια και το ριγωτό παντελόνι. Κοίταξε δύστροπα γύρω, το σκασμένο πλαστικό πάτωμα, την ξεφτισμένη ταπετσαρία, την τούλινη κουρτίνα που κρεμόταν από τη μια μεριά του μικρού λιγδιασμένου παραθύρου. Δικαίωμά του. Αυτός πλήρωνε το νοίκι, τελικά.
Δεν σηκώθηκα. «Χάλο, μάιν Γκότφρηντ», είπα.
«Χάλο». Μπήκε μέσα. Εκατσε στην πολυθρόνα μου σαν κάποιος που κάνει επείγουσα εγχείριση σκωληκοειδίτιδας μ' ένα σκουριασμένο ξυράφι. Αναψε ένα Σομπρέηνυ.
Μου πέταξε το πακέτο, σαν να το θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή. Πήρα ένα, το άναψα, κι έχωσα το πακέτο κάτω από το στρώμα.
«Σκέφτηκα να περάσω να σε δω», είπε.
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Πρέπει να είναι δύο χρόνια τώρα... Βέβαια τα Χριστούγεννα είναι οικογενειακή γιορτή, έτσι δεν είναι;»
«Αρκετά... Τι κάνεις;»
«Τα καταφέρνω, Γκόντφρυ, ευχαριστώ. Κι εσύ;»
«Καλούτσικα».

Η όλη σκηνή μου την έδινε. Οταν ήμασταν νέοι, πριν το πόλεμο, ήμασταν φίλοι. Αλλά και πάλι, τα αδέλφια είναι αδέλφια. Πχι πως με πείραζε να μισώ τον αδερφό μου, αυτό ήταν κάτι το συνηθισμένο. Ηταν που δεν τον μισούσα όπως μισούν τα αδέρφια. Τον μισούσα ψυχρά και αρρωστημένα.
Εκείνη τη στιγμή θα ήθελα να πέσω πάνω του και να τον στραγγαλίσω, αλλά με τον ψυχρό, ικανοποιητικό τρόπο που πετάς ένα γεμάτο μυγόχαρτο.
Αλλωστε ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχε έρθει.

«Πως πάει... το παίξιμο;» με ρώτησε.
«Οχι άσχημα, ξέρεις. Είμαι στη Χαρούμενη Αγγλία τώρα».
«Το άκουσα».
Χάλο, σκέφτηκα, αρχίζω να βλέπω φως. Είδε πως είδα - αδερφός μου ήταν, τελικά.
«Σκεφτόμουν μήπως ήθελες να φάμε κάτι», είπε.
Κανονικά θα είχα αρνηθεί, αλλά ήξερα πως μπορεί να έμενα και να έβλεπε τη Φρέντσυ να γυρίζει. Εκανα λοιπόν πως δίσταζα. «Εντάξει, πεινάω αρκετά και δεν λέω όχι».
Κατεβήκαμε τη μισοδιαλυμένη σκάλα, βγήκαμε έξω και ανεβήκαμε την Πάρκ Λέην. Η ψιλή βροχή είχε σταματήσει κι είχε βγει ένας κρύος ήλιος που έκανε το δρόμο να φαίνεται ακόμα πθο καταθλιπτικός. Ξενοδοχεία αμπαρωμένα με σανίδες, λεηλατημένα μαγαζιά, κτίρια με ρωγμές στις προσόψεις, χορταριασμένοι δρόμοι, λυγισμένοι φανοστάτες, το πάρκο γεμάτο αγριόχορτα. Ηταν αποκρουστικό.
«Σκέπτεστε να καθαρίσετε ποτέ, Γκόντφρυ;» ρώτησα.
«Δεν είναι στη δικαιοδοσία μου», είπε.
«Κάποιος θα 'πρεπε να το κάνει».
«Δεν έχουμε εργάτες, βλέπεις», είπε. Σίγουρα, σκέφτηκα. Ηταν φυσικό που τα άφηναν έτσι. Μια ματιά γύρω έφτανε για να σπάσει το ηθικό οποιουδήποτε. Αν αναρωτιόσουν πόσο συντριμένοι και ταπεινωμένοι ήμασταν και κοίταζες την Παρκ Λέην, ή το Πικαντίλυ, ή την Τραφάλγκαρ Σκουέαρ, μάθαινες - εντελώς.
Ο Γκόντφρυ με πήγε στη γωνία, σ' ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς και πρόχειρο φαγητό. Μια ματιά κι ο άνθρωπος που καθόταν πίσω από το ταμείο κατάλαβε πως είχε να κάνει μ' ένα πλήρες διαβατήριο. Ετσι το φαγητό δεν ήταν άσχημο, αν και ο Γκόντφρυ έτρωγε με ύφος ανθρώπου που είχε συνηθήσει καλύτερο.
Οι συζητήσεις σταμάτησαν. Οι πελάτες έγειραν τους ώμους τους πάνω από τα πιάτα τους κι άρχισαν να τρώνε με απάθεια. Ο Γκόντφρυ δεν φάνηκε να το προσέχει. Προφανώς ποτέ του δεν το είχε προσέξει. Επρεπε να το παραδεχτώ -αν και ανήκε στην οικογένειά μου, ο Γκόντφρυ ήταν πάντα, ψυχολογικά γερμαναράς. Πάντα φροντισμένος, μεθοδικός, πηδούσε τα εμπόδια του - εξετάσεις, τεστ και εργασίες - σαν γυμνασμένο άλογο. Δεν ήταν πως δεν νοιαζόταν για τους άλλους ανθρώπους - δεν μπορώ να πω πως εγώ νοιαζόμουν -απλώς δεν ήξερε πως υπήρχε κάτι για το οποίο θα μπορούσε να νοιαστεί.
«Πως πάει στην υπηρεσία;» ρώτησα, αρχίζοντας πάλι το ηλίθιο παιχνίδι των ερωτήσεων και των απαντήσεων, λες και κάποιος από μας ενδιαφερόταν για το τι συνέβαινε στον άλλον.
«Καλά πάει».
«Κι η Αντρέα;»
«Καλά είναι».
Θα έπρεπε να είναι, σκέφτηκα. Η αγελάδα. Είχε παντρευτεί τον Γκόντφρυ επειδή είχε μια σταθερή δουλειά στο δημόσιο και τελικά κέρδισε πολύ περισσότερα απ' όσα περίμενε.
«Κι εσύ; Σκέφτεσαι να παντρευτείς;»
Γύρισα και τον κοίταξα. Ποιος παντρευόταν σήμερα αν δεν είχε μια σταθερή δουλειά σ' ένα εργοστάσιο ή στις συγκοινωνίες ή, φυσικά, στην αστυνομία;
«Οχι ακριβώς. Δεν έχω τα μέσα για να συντηρήσω τη γυναίκα μου όπως συνηθίζεται».
«Α», είπε ο Γκόντφρυ. Πρόσεχε, σκέφτηκα. Την ήξερα αυτή την έκφραση. «Α, είπαν πως είδαν τον Σεμπάστιαν στη μοτοσυκλέττα του Σελέστ, μαμά». Η: «Α, μπαμπά, νόμιζα πως είχες δώσει άδεια στον Σεμπ να πάει ορειβασία».
«Το είπα γιατί άκουσα πως τα έχεις με μια τραγουδίστρια από τη Χαρούμενη Αγγλία».
«Ποιος σου το είπε;»
«Ο ιδιαίτερος γραμματέας μου. Είναι πελάτης εκεί».
Ναι σκέφτηκα, όσο και ένας ζητιάνος είναι πελάτης στο Ριτζ. Θα το είχε μάθει από κάποιον κατάσκοπο.
«Να σου πω», είπα, "δεν ξέρω πως του ήρθε αυτή η ιδέα. Δεν νομίζω καν πως υπάρχει μόνιμη τραγουδίστρια στη Χαρούμενη...»
«Ηταν σαν και σένα - περιστασιακή τραγουδίστρια. Μια Γερμανίδα, νομίζω πως είπε».
Πολλές λεπτομέρειες, φίλε. Αυτό μπορεί να έπιανε σε κάποιον ξένο, αλλά όχι στον μικρό σου αδερφό.
«Νομίζω πως την έχω συναντήσει. Μάλιστα έχουμε παίξει μαζί μια-δυο φορές. Δεν ξέρω πολλά γι' αυτήν, όμως. Πάντως σίγουρα δεν τα 'χουμε».
Ο Γκόντφρυ δάγκωσε ένα σάντουιτς. Είχα κλείσει αυτή τη συζήτηση. Σκεφτόταν πως να συνεχίσει.
«Αυτό είναι καλό. Σαν να 'μοιαζε αλήτισσα».
«Μπορεί».
«Θέλουμε να την επαναπατρίσουμε - ξέρεις που είναι;»
«Που να ξέρω;» είπα. «Κι έπειτα, γιατί να σε βοηθήσω; Αν δεν θέλει να επαναπατριστεί, δικαίωμά της».
«Γίνε ρεαλιστής, Σέμπυ - κι έπειτα, το θέλει, ή θα το ήθελε, αν το ήξερε. Πέθανε η θεία της και της άφησε μεγάλη κληρονομιά. Μας ζήτησαν να την ειδοποιήσουμε για να γυρίσει και να τακτοποιήσει τις υποθέσεις της».
Συνέχισα να πίνω τη σούπα μου, αλλά μ' είχε βάλει σε σκέψεις. Ισως να ήταν αλήθεια. Και να ήταν όμως, δεν ήταν ανάγκη να μάθει τίποτα ο Γκόντφρυ. Μπορούσα να της το πω κι εγώ.
«Αμα τη δω θα της το πω. Αμφιβάλλω όμως. Θ' αφήσω μήνυμα στο μπαρ».
«Ναι».
Κοίταξε γύρω σκεπτικά, με τον τρόπο που κοιτάζουν οι άνθρωποι που βαριούνται τον άλλον.
Ακολούθησα το βλέμμα του. Και είδα τη Φρέντσυ. Φορτωμένη δέματα, αγόραζε φαγητό και γέμιζε ένα θερμός με καφέ δίπλα στο ταμείο. Πάγωσα. Η Φρέντσυ είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση - αγόραζε με τον αέρα του κατόχου πλήρους διαβατηρίου. Κι ο καθένας που κουβαλούσε τόσα δέματα τραβούσε την προσοχή. Η Φρέντσυ δεν ήταν βέβαια εξαίρεση. Ο Γκόντφρυ ήταν ο μόνοσ που την κοίταζε χωρίς να προσποιείται πως κοιτάζει αλλού. Δεν ήμουν σίγουρος αν την κοίταζε σαν γάτος ή απλώς την κοίταζε.
«Ακουσες για τον Φρέντυ Γκορ», είπα.
«Οχι», είπε ο Γκόντφρυ, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
«Αυτοκτόνησε», είπα.
«Σοβαρά», είπε ο Γκόντφρυ, κοιτάζοντας με με άπληστο ύφος. «Γιατί;»
«Ηταν η γυναίκα του. Γύρισε σπίτι ένα απόγευμα...» Μιλούσα βιαστικά. Η Φρέντσυ ήταν ακόμα στο ταμείο. Οι μισοί πελάτες εξακολουθούσαν να την αγνοούν επιδεικτικά - συν τοις άλλοις ήταν και αρκετά όμορφη με τα καινούρια της ρούχα. Πήρε τα πράγματά της κι έφυγε χωρίς να δείξει το διαβατήριό της στον ταμία. Εφυγε χωρίς να την προσέξει ο Γκόντφρυ. Τελείωσα την ιστορία πάθους, μοιχείας, βιασμού και φόνου στην οικογένεια Γκορ. Μια τρομερή σκέψη είχε έρθει στο μυαλό μου. Ο Γκόντφρυ ήταν αρκετά ψηλά. Ηξερε για τη Φρέντσυ και ήξερε πως την ήξερα. Αρκετοί μπάτσοι ασχολούνταν με την υπόθεση αυτή και μπορεί να είχε κανονίσει να παρακολουθούν το σπίτι μου. Επρεπε να του ξεφύγω με κάποιον τρόπο και να προλάβω την Φρέντσυ προτού φτάσει σπίτι.
«Φοβερή ιστορία», είπε ο Γκόντφρυ, κοιτάζοντας το ρολόι του. «Πρέπει να γυρίσω πίσω. Θέλεις να σε πετάξω πουθενά;»
«Δεν πηγαίνω προς τα κει», είπα. «Ευχαριστώ πάντως».
Σταμάτησε λοιπόν ένα περαστικό αυτοκίνητο και είπε στον κατσουφιασμένο οδηγό να τον πάει στο Μπάκιγχαμ Πάλας - οι γερμαναράδες το είχαν επιδιορθώσει κάνοντας τεράστια έξοδα, για το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και τον καλό μας κυβερνήτη.
Προχώρησα αργά λίγο πιο κάτω, και μετά γύρισα κι άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Ισα - ισα πρόλαβα τη Φρέντσυ, που ήταν φορτωμένη δέματα.
«Καλύτερα να μην πάμε πίσω», είπα. «Ισως να παρακολουθούν το ξενοδοχείο».

Λίγο πιο κάτω ήταν σταματημένο ένα αμάξι. Τρέξαμε ως εκεί και δοκίμασα την πόρτα. Δεν ήταν κλειδωμένη. Πέταξα τις τσάντες της μέσα κι έκατσα στο τιμόνι.
Ενας γεροδεμένος άντρας βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. Είχε ένα ρεβόλβερ στο χέρι του. Εβαλα μπρος. Η Φρέντσυ είχε βγάλει το διαβατήριό της. Το άρπαξα και το κούνησα στον άντρα με το όπλο.
«Πλήρες διαβατήριο!" φώναξα.
Εμεινε να κοιτάζει το αυτοκίνητό του να απομακρύνεται. Δεν τόλμησε καν να μουγκρίσει.
«Γιατί σκέφτηκες πως μπορεί να παρακολουθούν το ξενοδοχείο;» με ρώτησε.
Της είπα για τον Γκοντφρυ.
Συνοφρυώθηκε. «Είχα δίκιο που ήθελα να το σκάσω, φαίνεται».
«Είσαι σίγουρη πως δεν ήταν αυτή η κληρονομιά που είπε;»
«Εχω μια μόνο θεία, και είναι πάμπτωχη. Κι έπειτα, γιατί ν' ανακατευτεί ο αδερφός σου σε μια τέτοια ψιλοδουλειά;»
«Επειδή ο πατέρας σου είναι τόσο σημαντικός. 'Η ίσως ο μπαμπάς να σε θέλει σπίτι και να έφτιαξε την ιστορία με τη θεία για να καλύψει το γεγονός πως είσαι η ανεπρόκοπη κόρη του που σέρνεται στις κατεχώμενες χώρες, κυλώντας το οικογενειακό όνομα στο βούρκο».
«Θα μπορούσε. Δεν είναι αυτό όμως. Δεν είμαι σίγουρη ακόμα - θα πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη. Στο παρελθόν ήμουν - ας πούμε - σημαντικό πρόσωπο. Εχει σχέση μ' αυτό, το ξέρω».
«Τι είδους σημαντικό πρόσωπο;»
Αρχισε να κλαίει, με δυνατούς, σπαρακτικούς λυγμούς που την έκαναν να διπλωθεί στα δυο.
«Μη με ρωτάς - μην με ρωτάς».
Eσφιξα την καρδιά μου. «Ελα τώρα, Φρέντσυ. Γιατί να παρανομήσω για σένα;»
«Δεν θέλω να θυμηθώ - δεν μπορώ να θυμηθώ», είπε ανάμεσα στους λυγμούς.
«Αηδίες. Αμα θέλεις μπορείς να θυμηθείς».
«Δεν μπορώ. Δεν θέλω».
Της έδωσα το μαντίλι μου χωρίς να πω τίποτα. Πόσο σημαντική μπορούσε να είναι - στα είκοσί της; Εδώ και ένα - δύο χρόνια πρέπει να πήγαινε ακόμα σχολείο.
«Που πήγαινες σχολείο;» ρώτησα για να περάσει η ώρα.
«Στο Γυμνάσιο Θηλέων του Βερολίνου. Οταν ήμουν δεκατριών ...με πήραν».
Το κλάμα της σταμάτησε. Γύρισα να την δω, κι είχε λιποθυμήσει. Την έγειρα πίσω για να είναι πιο άνετα, και συνέχισα να οδηγώ.

Καθώς έπεφτε το σκοτάδι φτάσαμε στο Χίστον, λίγο πριν το Καίμπριτζ, και περάσαμε τη νύχτα στο αμάξι, παρκαρισμένοι σε ένα χωράφι, δίπλα σ' ένα φράκτη.

Οταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, είχα την κάννη ενός τουφεκιού στο αυτί μου.

«Ω, Θε μου», είπα. «Τι γίνεται;»
Ενα χέρι άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και με τράβηξε έξω. Βρέθηκα στο χώμα με την κάννη να σημαδεύει την κοιλιά μου. Πάνω από την κάννη ήταν ένα κόκκινο πρόσωπο, και πιο πάνω μια μαλακή ρεπούμπλικα. Τουλάχιστον δεν ήταν μπάτσος.
Κοίταξα μέσα στο αμάξι. Μέσα ανακάθησε η Φρέντσυ. Απ' έξω ένας άλλος άντρας τη σημάδευε μ' ένα τουφέκι μέσα από το παράθυρο.
«Τι συμβαίνει;» είπα.
«Ποιοί είσαστε;» είπε ο άντρας.
«Σεμπάστιαν Λώουρυ και Φρέντσυ Στάινερ».
«Τι θέλετε εδώ;»
«Απλώς...»
H κάννη χαμήλωσε. Ο τύπος κοίταζε το φίλο του.

Τότε το είδα και εγώ - η Φρέντσυ είχε βγάλει το διαβατήριό της.

Εφερε το χέρι του στο καπέλο του κι οπισθοχώρησε γρήγορα, μουρμουρίζοντας συγνώμες. Μπήκα πίσω στο αμάξι, βολευτήκαμε και ξανακοιμηθήκαμε.

Οταν ξυπνήσαμε ήπιαμε καφέ από το θερμός και φάγαμε ένα σάντουιτς. Μετά βγήκαμε και περπατήσαμε στο χωράφι. Ενα-δυο πουλιά κελαηδούσαν πέρα από τους γυμνούς φράκτες και τα πόδια μας βυθίζονταν στα οργωμένα αυλάκια. Ηταν πολύ σιωπηλά και μοναχικά. Περπατήσαμε γύρω-γύρω, αναπνέοντας βαθιά.
Καθήσαμε κάτω κοιτάζοντας το μεγάλο, επίπεδο λιβάδι και μοιραστήκαμε μια σοκολάτα.
Η Φρέντσυ μου χαμογέλασε - πραγματικό χαμόγελο, όχι ο συνηθισμένος της μορφασμός στο στυλ «και τι έγινε». Της χαμογέλασα και εγώ. Κάτσαμε κι άλλο. Ούτε θόρυβοι, ούτε άνθρωποι, ούτε βρώμικα, ραγισμένα κτίρια, ούτε μπάτσοι. Ενας χλωμός ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό. Τα πουλιά τιτίβιζαν. Πήρα το χέρι της Φρέντσυ. Ενιωθα περίεργα, να κρατάω πάλι το χέρι κάποιου. Ηταν ζεστό και στεγνό. Τα δάχτυλά της έσφιξαν τα δικά μου. Κοίταξα το χλωμό, γωνιώδες προφίλ δίπλα μου και τα μακριά, ακατάστατα, ξανθά μαλλιά. Κοίταξα πάλι στο λιβάδι. Ανοίξαμε κι άλλη σοκολάτα. Η Φρέντσυ χασμουρήθηκε. Η σιωπή συνεχιζόταν και συνεχιζόταν.

Κοίταξα αδιάφορα τα καφετιά χωράφια, όταν το χέρι της Φρέντσυ έσφιξε δυνατά το δικό μου.
Αργά, πίσω από κάθε θάμνο, σαν σε κάποια τερατώδη βουβή ταινία, έβγαιναν μπάτσοι. Από παντού, πάνω από κάθε γυμνό θάμνο έβγαινε ένα κράνος. Αργα - αργά σηκώθηκαν όρθιοι. Και μετά άρχισαν να προχωρούν σιωπηλά. Ο κλοιός έκλεινε γύρω μας.

Σηκωθήκαμε όρθιοι. Ο κύκλος έκλεισε. Για να μείνουμε στο κέντρο χρειάστηκε να ανέβουμε στο δρόμο. Σιγά - σιγά μας έβγαλαν από το χωράφι, μας απομάκρυναν από το αμάξι και μας έβγαλαν στο δρόμο. Κανένας δεν μίλαγε. Ο μόνος ήχος ήταν οι μπότες τους πάνω στο χώμα. Τα πρόσωπά τους ήταν άκαμπτα, όπως ήταν πάντα τα πρόσωπα των μπάτσων.
Βγαίνοντας από την πόρτα του χωραφιού, είδαμε την επιτροπή υποδοχής. Ηταν τρεις. Ο φίλος μου ο επιθεωρητής Μπράουν, με τέλεια τσάκιση στα ρούχα και καλογυαλισμένα κουμπιά, κι ο αδερφός μου ο Γκόντφρυ. Ο τρίτος ήταν ένας κοντόχοντρος άντρας που δεν τον ήξερα. Φορούσε ένα καλοραμμένο κοστούμι και η εξουσία, όπως λένε, ήταν γραμμένη με μεγάλα γράμματα πάνω του, από τα φρεσκοβαμμένα του παπούτσια ως το φαλακρό του κεφάλι.
Η Φρέντσυ πλησίασε την ομάδα. «Γεια σου πατέρα», είπε στα Γερμανικά.
«Χάλο, Φραντσίσκα. Σε βρήκαμε τελικά, βλέπω».
Ο Γκόντφυ έσκασε ένα κακεντρεχές χαμόγελο. Εξτρα μερίδες για τον Γκότφρηντ αύριο. Ισως και ο Σιδηρούς Σταυρός.
Σκέφτηκα λοιπόν να τον φέρω σε δύσκολη θέση. «Γεια σου Γκόντφρυ, γέρο μου».
«'μέρα Σεμπάστιαν». Πόσο θα ήθελε να μην του έσφιγγα το χέρι. «Εχουμε παρκάρει πιο κάτω. Ελάτε.»
Προχωρήσαμε λοιπόν ως το αστραφτερό μπλε αμάξι που θα μας πήγαινε, ένας θεός ξέρει που - ή σε τι.
Πόσο σιωπηλά είχαν κινηθεί. Πόσο ηλίθιοι ήμασταν που δεν φύγαμε όταν μας είδαν αυτοί οι αγρότες. Ο Γκόντφρυ κι οι φίλοι του θα είχαν βγάλει κάποιο ανακοινωθέν για εμάς από νωρίς το πρωί.
Κάθησα πίσω, ανάμεσα στον Γκόντφρυ και τον Επιθεωρητή. Η Φράντσυ καθόταν μπροστά με τον πατέρα της και τον οδηγό.
«Χαίρομαι που οι κρατικές υπηρεσίες έχουν και την ανθρώπινη πλευρά τους», παρατήρησα. «Ο αναπληρωτής υπουργός Δημοσίας Τάξεως, ένας επιθεωρητής της Διώξεως και 50 αστυνομικοί να βγουν ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωϊνό για να δώσουν σ' ένα νεαρό κορίτσι την κληρονομιά που της ανήκει».

Ο Γκόντφρυ δεν είπε τίποτα. Είχε απλώς ύφος σημαντικού ανθρώπου. Επειδή ο Μπράουν δεν με κρατούσε από το μπράτσο κι ο οδηγός δεν κοιτούσε κάθε τόσο πάνω από τον ώμο του να δει τι γινόταν, φαντάστηκα πως τουλάχιστον δεν πηγαίναμε για εκτέλεση. Υπήρχε ένα κροκοδείλιο χαμόγελο στην ατμόσφαιρα - οι μπάτσοι που γυρίζουν σπίτι ένα άτακτο νεαρό ζευγάρι που το είχαν σκάσει για να παντρευτούν - όχι πως οι μπάτσοι πρόσφεραν τέτοιες κοινωνικές υπηρεσίες αυτές τις μέρες, αλλά προσπαθούσαν να διατηρήσουν αυτή την εντύπωση.

Ποια ήταν όμως η κατάσταση; Μπροστά η Φρέντσυ είχε σταματήσει την προσπάθεια να μιλήσει στον πατέρα της - έκοβε αμέσως κάθε της κουβέντα. Γιατί; Δεν ήθελε οικογενειακούς καυγάδες δημόσια; Η Φρέντσυ, απ' όσο μπορούσα να δω, φαινόταν σαν να την πήγαιναν στο ικρίωμα. Ο πατέρας της ήταν σαν κάποιον που είναι αποφασισμένος να συνετίσει την επιπόλαια κόρη του μόλις έφταναν σπίτι. Ο Γκόντφρυ είχε απλώς ύφος επισκόπου. Ο Μπράουν είχε υπηρεσιακό ύφος.
Η Φρέντσυ δοκίμασε πάλι. «Πατέρα, δεν μπορώ να πάω...»
«Σώπα!» είπε ο πατέρας της. Ο Γκόντφρυ προσπαθούσε να ακούσει. Ξαφνικά κατάλαβα. Ο Γκόντφρυ κι ο Μπράουν δεν ήξεραν τίποτα. Κι ο πατέρας της Φρέντσυ δεν ήθελε να μάθουν.
Πρέπει να είναι κάτι πολύ σοβαρό, τότε, σκέφτηκα.

Φτάσαμε σιωπηλοί στο Λονδίνο. Κι εγώ; σκέφτηκα. Εγώ δεν έχω καμμία σχέση μ' αυτά. Αλλά βάζω στοίχημα πως τελικά εγώ θα την πληρώσω. Το αμάξι σταμάτησε στην Τραφάλγκαρ Σκουέαρ. Η Φρέντσυ κι ο πατέρας της βγήκαν έξω. Τα μάτια της έκαιγαν σαν αναμμένα κάρβουνα.
Ο Γκόντφρυ και ο Μπράουν μ' έβγαλαν έξω. «Θα μείνεις σε μια σουίτα εδώ ώσπου να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με σένα», είπε ο Γκοντφρυ με χαμηλή φωνή. «Μην ανησυχείς. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να βοηθήσω».
Δεν θα 'λεγα πως του ήρθαν και δάκρυα στα μάτια - ήξερα ως που θα 'φτανε για να με βοηθήσει. Του είπα αντίο και ο Μπράουν με οδήγησε στη σκάλα. Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο κομψούς στρατιωτικούς. Εμφανίστηκε ο διευθυντής του ξενοδοχείου και οι δυο μ' έβαλαν σε μια σουίτα. Τρία δωμάτια και μπάνιο. Καλούτσικο σπιτάκι, αν και η επίπλωση ήταν κάπως τευτονική. Ηταν καλαίσθητη, αλλά είχε τη μυρωδιά του πλιάτσικου. Αναρωτιόσουν συνέχεια ποιο έπιπλο να έκρυβε τα αίματα στο σημείο που είχαν ξεκοιλιάσει την κόμισσα και τα παιδιά της ένα ωραίο πρωί.
Οι δύο αστυφύλακες πήραν τις θέσεις τους, ο ένας έξω από την πόρτα και ο άλλος μέσα μαζί μου. Αυτό δεν ήταν και τόσο ευχάριστο. Περίμενα να μου προτείνει μια παρτίδα χαρτιά για να περάσουμε την ώρα ως την εκτέλεση. Κοίταξα γύρω με ικανοποίηση, έκατσα στον μπλε μεταξωτό καναπέ και είπα: «Και τώρα;»
Μπήκε ένας σερβιτόρος με τσάι και φρυγανιές. Ενα φλυτζάνι. Ρώτησα τον μπάτσο αν ήθελε. Αρνήθηκε. Καθώς πήγαινα να πιω το δεύτερο φλυτζάνι κατάλαβα γιατί. Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. «Χάλασε κι αυτό το ξενοδοχείο», μουρμούρισα κι έπεσα κάτω.
Ξύπνησα το επόμενο πρωί σ' ένα κρεβάτι με ουρανό. Η Φρέντσυ, μ' ένα κόκκινο μεταξωτό νυχτικό και μια ελαφριά ρόμπα, έσκυβε από πάνω μου μ' ένα φλυτζάνι καφέ. Ανακάθησα με δυσκολία, προσέχοντας πως φορούσα μπλε μεταξωτές πιτζάμες, και πήρα το φλυτζάνι.
Κάθησε στο τραπέζι Λουδοβίκου ΙΔ' δίπλα στο κρεβάτι. Συνέχισε να τρώει, ένα φρατζολάκι με βούτυρο. Τα μαλλιά της, λουσμένα, έπεφταν στην πλάτη της σαν χρυσά νήματα.
«Πολύ ωραία», είπα δίνοντας της το φλυτζάνι για να το ξαναγεμίσει. «Μόνο που αναρωτιέμαι τίνος το Χριστουγεννιάτικο δείπνο τρώω τώρα. Που είναι ο μπάτσος;»
«Τον έστειλα έξω».
Αρχισα να κοιτάζω γύρω. Τα παράθυρα είχαν κάγκελα.
«Δεν μπορείς να φύγεις. Το μέρος εδώ φρουρείται πολύ καλά και οι φρουροί θα σε πυροβολήσουν αμέσως».
Για καινούριο το λες;»
Με αγνόησε. «Οσο είσαι μαζί μου είσαι ασφαλής. Τους είπα πως πρέπει να σ' έχω μαζί μου».
«Καλό αυτό. Πόσο θα μείνεις;»
«Μην το ρωτάς».
«Κοίτα, Φρέντσυ. Καλύτερα να μου πεις τι είναι όλη αυτή η ιστορία. Εχει να κάνει με το τομάρι μου, βλέπεις».

«Θα σου πω», είπε ήρεμα. «Ετοιμάσου για μερικές εκπλήξεις». Φαινόταν προσγειωμένη, αλλά το πρόσωπό της είχε την ηρεμία μιας γυναίκας που μόλις γέννησε, ο πόνος και το σοκ είχαν περάσει, αλλά ήξερε πως αυτό ήταν μόνον η αρχή των μπελάδων της.
«Σου είπα πως ήμουν στο γυμνάσιο του Βερολίνου ως τα 13 μου. Τότε άρχισα να βλέπω οράματα. Φυσικά, οι δάσκαλοι μου δεν έδωσαν μεγάλη σημασία στην αρχή. Δεν είναι ασυνήθιστο στα κορίτσια που μπαίνουν στην εφηβεία. Το πρόβλημα ήταν πως δεν ήταν συνηθισμένα οράματα. Ακουγα συμβούλια. Εβλεπα τανκς να πηγαίνουν στην μάχη, πόλεις να καίγονται, στρατόπεδα συγκεντρώσεως - πράγματα που δεν ήταν δυνατόν να ξέρω. Μετά, μια νύχτα, η συγκάτοικός μου με άκουσε να μιλάω Αγγλικά στον ύπνο μου. Μιλούσα για πολεμικά σχέδια, με στρατιωτικούς όρους και αγγλική σλαγκ που δεν ήταν δυνατόν να ξέρω. Το είπε στο διευθυντή. Ο διευθυντής το είπε στον πατέρα μου, που τότε ήταν λοχαγος στα SS. Ο πατέρας μου ήταν έξυπνος. Με πήγε στον Καρλ Οσιτς, έναν από τους θεραπευτές του Αρχηγού. Εναν μήνα αργότερα εγκαταστάθηκα σε μια σουίτα στο αρχηγείο. Μ' έντυσαν μ' ένα λευκό λινό φόρεμα και μου έβαλαν μια χρυσή κορδέλα στα μαλλιά. Είχα γίνει ένα κομμάτι του γερμανικού μύθου...

«Ημουν η παρθένος που προφήτευε για τον Αττίλα, ήμουν δεκατριών ετών και ζούσα σε μια τελετουργική αιχμαλωσία επί τέσσερα χρόνια, χοροστατώντας σε θυσίες για τα τευτονικά Σατουρνάλια, βλέποντας γίδες να τους κόβουν το λαιμό με χρυσά μαχαίρια, κοιτάζοντας το φως των πυρσών στους τοίχους - όλα αυτά. Και πίστευα πως ήταν θαυμάσιο, να υπηρετώ το μεγάλο σκοπό έτσι. Είχα ένα μυστικιστικό όνειρο, όπου ήμουν μια Αρεια βασίλισσα που οδηγούσε το έθνος της στη νίκη. Και τα μεσάνυχτα, στα συμβούλια μου με τον Αρχηγό, του προφήτευα. Του είπα να μην επιτεθεί στη Ρωσία - ήξερα πως δεν θα νικούσε. Του είπα που να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του για να φέρουν το καλύτερο αποτέλεσμα. Και πολλά, πολλά ακόμα...
«Κι επίσης μόνον εγώ μπορούσα να τον καταπραϋνω όταν τον έπιαναν οι κρίσεις της μανίας, έβαζα τα χέρια μου πάνω του, όπως έκανα με σένα προχθές. Δεν είμαι πραγματικός θεραπευτής. Δεν μπορώ να γιατρέψω το σώμα. Αλλά μπορώ να αγγίξω ένα καταπονημένο ή ένα ασταθές μυαλό και να πάρω την ένταση.

«Οταν τελείωσε ο πόλεμος, έφυγα πάνω στην παραζάλη. Νόμιζαν πως δεν με χρειάζονταν τότε. Κάτι στο βάθος του μυαλού μου - δεν ξέρω τι ήταν - μ' έκανε να έρθω εδώ, με το διαβατήριό μου, τα πιστοποιητικά ελευθέρας κυκλοφορίας, τις συστατικές μου επιστολές... Οταν είδα τι είχα κάνει σ΄όλους εσάς - τι μπορούσα να κάνω; Προσπάθησα να σκοτωθώ, αλλά δεν τα κατάφερα - ίσως δεν προσπάθησα όσο έπρεπε. Μετά προσπάθησα να ζήσω μαζί σας, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Κάποιος πιο δυνατός από μένα ίσως να είχε σκεφτεί πιο πρακτικούς τρόπους για να βοηθήσει - αλλά είχα περάσει τέσσερα χρόνια σε μια ατμόσφαιρα αίματος και ιστερίας, δίνοντας προσοχή μόνο στο ψυχικό μου μέρος, αγνοώντας τα υπόλοιπα. Δεν είχα τις ικανότητες που χρειάζονται στην ζωή. Προσπαθούσα να ξεχάσω όλα όσα μου είχαν συμβεί».
Σήκωσε τους ώμους της. «Αυτό ήταν όλο».
Εμεινα να την κοιτάζω, νιώθοντας έναν φρικιαστικό οίκτο. Ηξερε πως είχε χρησιμοποιηθεί για να σκοτωθούν εκατομμύρια άνθρωποι και για να σκλαβωθούν μια ντουζίνα χώρες. Κι έπρεπε να μάθει να ζει μ' αυτό.
«Κι τώρα τι γίνεται;» ρώτησα.
«Με χρειάζονται πάλι. Πρέπει να έχουν μεγάλα προβλήματα. 'Η η τρέλα του Αρχηγού μπορεί να χειροτερεύει. 'Η και τα δύο. Γι' αυτό πίστευα πως αν εξαφανιζόμουν ένα μήνα θα ήταν όλα εντάξει. Ως τότε κανένας δεν θα μπορούσε να καθαρίσει τα πράγματα». Αναψε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε, κι άναψε άλλο ένα για τον εαυτό της.
«Τι θα κάνεις;»
«Δεν ξέρω. Αν δεν τους βοηθήσω θα με βασανίσουν ώσπου να συνεργαστώ. Δεν είμαι αρκετά δυνατή για ν' αντισταθώ. Αλλά δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώ να το κάνω άλλο. Αν είχα το θάρρος θα σκοτωνόμουν, αλλά είμαι δειλή. Ούτως ή άλλως, δεν μου άφησαν τίποτα που να μπορώ να χρησιμοποιήσω. Γι' αυτό είναι τα κάγκελα στο παράθυρο - όχι για να μην το σκάσεις εσύ, αλλά για να μην πηδήξω εγώ. Πιστεύεις πως θα μπορούσες να με σκοτώσεις γρήγορα, ώστε να μην προλάβω να το καταλάβω;»
Κατά κάποιον τρόπο η ιδέα ήταν δελεαστική. Ηταν ένας τρόπος να εκδικηθώ τον Αρχηγό. Ηξερα όμως πως δεν μπορούσα να σκοτώσω την κακόμοιρη, αδύνατη Φρέντσυ.
Της το είπα. «Εχω πολύ καλή καρδιά», είπα. «Αν σε σκότωνα, πως θα εξακολουθούσα να ελπίζω πως θα βρεις μια καλύτερη ζωή;»
«Αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Αν με χρειάζονται, θα με κλείσουν πάλι στο κλουβί. Κι αυτή τη φορά θα έχω δοκιμάσει την ελευθερία. Θα βρεθώ πίσω με τα φορέματα, τα αρώματα και τους πυρσούς, και θα θυμάμαι συνεχώς τον καιρό που ήμουν ελεύθερη - όταν περπατούσαμε στο χωράφι του Χίστον, για παράδειγμα». Ενιωσα λύπη. Και μετά ένιωσα ακόμα μεγαλύτερη λύπη - σκέφτηκα τον εαυτό μου.

«Τι θα γίνει τώρα;» είπα.
«Θα με στείλουν αεροπορικώς στη Γερμανία. Θα έρθεις και εσύ».
«Α, όχι», είπα. «Οχι στη Γερμανία. Εκεί αποκλείεται να την γλυτώσω».
«Και τι σου λέει πως θα την γλιτώσεις εδώ; Αν έφευγα εγώ κι εσύ έμενες εδώ θα σε εκτελούσαν τη στιγμή που θα έβγαινα από το κτίριο. Δεν μπορούν να διακινδυνέψουν να σ' αφήσουν, με αυτά που ξέρεις».
Οι ώμοι της ήταν πεσμένοι. Εδειχνε να μην έχει άλλες δυνάμεις πλέον. «Λυπάμαι. Εγώ φταίω. Επρεπε να σε αφήσω ήσυχο. Αν δεν σε παρέσερνα μαζί μου θα ήσουν ασφαλής τώρα».
Δεν τα θυμόμουν έτσι ακριβώς τα πράγματα, αλλά προτιμούσα να κατηγορήσω εκείνην παρά τον εαυτό μου για το μπλέξιμό μου. Συμφωνούσα, συμφωνούσα. Ημουν όμως τζέντλεμαν. «Ξέχασε το αυτό. Θα έρθω, και ίσως σκεφτούμε κάτι». Πολύ αμφέβαλλα γι' αυτό, αλλά ήμουν πια μπλεγμένος για τα καλά.

Στις έντεκα το πρωί λοιπόν φύγαμε από το ξενοδοχείο για το αεροδρόμιο. Από το Βερολίνο μια λιμουζίνα μας πήγε στο μέγαρο του Αρχηγού. Ποτέ στη ζωή μου δεν ήμουν τόσο φοβισμένος. Αλλο πράγμα να ζεις τον καθημερινό κίνδυνο να σε εκτελέσουν ή να σε στείλουν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, κι άλλο πράγμα να πηγαίνεις ίσια στο κέντρο του κινδύνου. Φοβόμουν τόσο που δεν θα μπορούσα να μιλήσω. Οχι πως ήθελε να με ακούσει κανένας. Ημουν ένας απλός επιβάτης - σαν βόδι που το πηγαίνουν στο σφαγείο.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο πατέρας της Φρέντσυ της πέταγε με ταχύτητα πολυβόλου απαιτήσεις για συνεργασία και υποσχέσεις για ένα λαμπρό μέλλον. Η Φρέντσυ δεν έλεγε τίποτα. Εδειχνε εξαντλημένη.
Φτάσαμε στην πράσινη αυλή του μεγάρου. Από την άλλη μεριά του τοίχου άκουγα το θόρυβο του καταράκτη που έπεφτε σε μια μικρή λίμνη. Το σπίτι ήταν κατά το ήμισυ ένα παλιό γερμανικό αρχοντικό και κατά το ήμισυ μοντέρνο τευτονικό με άξεστα μαρμάρινα αγάλματα παντού - υπεράνθρωποι σε υπερφυσικά άλογα. Προς το παρόν τόσο μόνον έχουν πλησιάσει την κυρίαρχη φυλή. Ενας ασπρομάλλης γέρος ήταν επικεφαλής της ομάδας με τις ψηλές μπότες που μας υποδέχτηκε.

Η Φρέντσυ χαμογέλασε όταν τον είδε, κι ήταν ένα παιδικό χαμόγελο. «Καρλ» είπε. Ακόμα και η φωνή της έμοιαζε με τη φωνή ενός μικρού κοριτσιού. Ανατρίχιασα. Η γοητεία του μέρους άρχιζε να ενεργεί πάνω της - αυτό το ανέκφραστο βλέμμα, η κοριτσίστικη φωνή. Φρέντσυ, αγάπη μου, αναστέναξα μέσα μου, μην τους αφήσεις να στο κάνουν αυτό. Ο Καρλ Οσιτς τη συνόδευσε στην αυλή.
Ημασταν μια περίεργη ομάδα. Μπροστά ο Οσιτς, ψηλός και αδύνατο, με μακριά άσπρα μαλλιά, και η Φρέντσυ, τόσο εύθραυστη τώρα που το παραμικρό αεράκι θα μπορούσε να την παρασύρει. Πίσω τους λίγοι στρατηγοί γεμάτοι παράσημα, όλοι τους τρομερά οικείοι, γιατί είχα δει τα πορτραίτα τους στις ταμπέλες των παμπς. Αμέσως πιο πίσω ο πατέρας της Φρέντσυ που προσπαθούσε να τους προλάβει. Κι έπειτα εγώ, ανάμεσα σε δύο συνηθισμένους Γερμανούς αστυφύλακες. Για μια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να νιώθει ενοχλημένος στη σκέψη πως αν προσπαθούσα να το σκάσω θα με σκότωνε ένας κοινός μπάτσος.
Ο Κάρλ γύρισε απότομα τότε, με κοίταξε και είπε: «Ποιος είναι αυτός;»
«Ενας Εγγλέζος», είπε ο πατέρας της. «Δεν ερχόταν χωρίς αυτόν».
Ο Καρλ πήρε ένα εξαγριωμένο και τρομοκρατημένο ύφος. Το πρόσωπό του κατάρρευσε. «Είσαστε εραστές;» φώναξε στην Φρέντσυ.
«Οχι, Καρλ», ψιθύρισε εκείνη. Την κοίταξε για λίγο βαθιά μέσα στα μάτια και κούνησε το κεφάλι του.
«Πρέπει να χωριστούν», είπε στον πατέρα της Φρέντσυ.
Η Φρέντσυ δεν είπε τίποτα. Ξαφνικά ένιωσα κάτι παραπάνω από ανησυχία για κείνην - πανικό για τον εαυτό μου. Ο μόνος λόγος που είχα έρθει ήταν πως εδώ θα είχα την προστασία της. Τώρα μπορούσε να με προστατεύσει, αλλά δεν ενδιαφερόταν πια. Ετσι, αντί να με εκτελέσουν στην Αγγλία, θα με εκτελούσαν έξω, από την πόρτα του Αρχηγού. Ο θάνατος ήταν θάνατος, είτε στο παλάτι είτε στο σκουπιδοτενεκέ.

Μπήκαμε στην τεράστια σκοτεινή αίθουσα που ήταν γεμάτη με αρχαίες πανοπλίες και μικρές, σκοτεινές, φρικτές πόρτες που οδηγούσαν ποιος ξέρει που. Το μωσαϊκό σχεδόν μύριζε αίμα. Τα πόδια μου δεν με συγκρατούσαν. Ενιωσα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια μου - για κείνην, για μένα, για τους δυο μας.
Με οδήγησαν σ' ένα διάδρομο, απ' όπου ανεβήκαμε μια μικρή σκάλα. Μ' έσπρωξαν σε μια πόρτα. Στάθηκα ακίνητος για λίγο. Μετά κοίταξα γύρω μου. Τουλάχιστον δεν ήταν κανένα μπουντρούμι γεμάτο ποντίκια. Μάλιστα ήταν διπλή από τη σουίτα μου στο Ξενοδοχείο Γκέρινγκ. Τα ίδια παχιά χαλιά, τα βαριά έπιπλα αντίκες, κι ακόμα - έριξα μια ματιά στο διπλανό δωμάτιο - το ίδιο κρεβάτι με τον ουρανό. Προφανώς μάζευαν τα έπιπλά τους από τα μικρά κάστρα και τους πύργους που συναντούσαν σε μια Κυριακάτικη εκστρατεία.
Στην κρεβατοκάμαρα ήταν αναμμένοι πυρσοί. Εβγαλα τα ρούχα μου κι έπεσα στο κρεβάτι. Κοιμήθηκα.

Το πρώτο πράγμα που είδα όταν ξύπνησα ήταν πως οι πυρσοί είχαν σχεδόν καεί. Μετά είδα την Φρέντσυ, γυμνή, να τραβάει τα κεντημένα σκεπάσματα και να μπαίνει στο κρεβάτι. Την ένιωσα ζεστή δίπλα μου.
«Καν' το για μένα», μουρμούρισε. «Σε παρακαλώ».
«Τι;»
«Πάρε με», ψιθύρισε.
«Ε;» Σοκαρίστικα κάπως. Οι άνθρωποι σαν την Φρέντσυ και εμένα έχουν έναν κώδικα. Αυτό ήταν εκτός κώδικος.
«Σε παρακαλώ», είπε, πιέζοντας το μακρύ της σώμα επάνω μου. «Είναι πολύ σημαντικό».
«Ας κάνουμε ένα τσιγάρο», είπα.
Εκανε πίσω. «Δεν έχω», ακούστηκε η φωνή της.
Βρήκα στη τσέπη μου, κι ανάψαμε δύο. «Μπορούμε να ρίξουμε τη στάχτη στο χαλί», είπα. «Δεν έχει νόημα να φερθούμε καλά για να μας ξανακαλέσουν». Αλλαζα κουβέντα επίτηδες. Κώδικας ή όχι, η κατάσταση άρχιζε να με επηρεάζει. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στον επικείμενο θάνατό μου. Είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.
«Δεν καταλαβαίνω, αγάπη μου», είπα, παίρνοντας το χέρι της.
«Σκαρφάλωσα από τη σκεπή για να έρθω εδώ», είπε, μάλλον ενοχλημένη.
«Δεν μπορεί να είναι απλώς πάθος», είπα ευγενικά.
«Δεν άκουσες ...»

«Θέε μου» είπα. «Ο Οσιτς. Δηλαδή αν δεν είσαι παρθένα, δεν μπορείς να προφητεύσεις;»

«Δεν ξέρω - έτσι πιστεύει αυτός. Είναι η μόνη μου ελπίδα. Θα με βάλει να κάνω ό,τι θέλει - αλλά αν δεν μπορώ, αν έχω χάσει τη δύναμή μου - δεν θα έχει σημασία. Μπορεί να μ' εκτελέσουν, αλλά θα είναι τουλάχιστον ένας γρήγορος θάνατος».

«Μην είσαι τόσο δραματική, αγάπη μου». Εσβησα το τσιγάρο στο κεφάλι του κρεβατιού και την πήρα στην αγκαλιά μου. «Σε αγαπάω, Φρέντσυ», είπα. Κι ήταν αλήθεια. Την αγαπούσα.

Ηταν η πιο γλυκιά νύχτα της ζωής μου. Η Φρέντσυ ήταν γλυκιά, κι εγώ το ίδιο. Ηταν μεγάλη ανακούφιση να κατεβάζεις τη μάσκα για λίγες ώρες. Καθώς η αυγή άρχισε να φωτίζει τα παράθυρα, ήταν εκεί ξαπλωμένη, στο ακατάστατο κρεβάτι μας, σαν ένα χλωμό ναυάγιο.
Μου χαμογέλασε, και της χαμογέλασα και εγώ. Τη φίλησα. «Ενας άνθρωπος που θα έκανε τα πάντα για τη πατρίδα του», είπε χαμογελώντας ειρωνικά.

«Πως θα γυρίσεις πίσω;» είπα.
«Ελεγα να γυρίσω από τη σκεπή - αλλά τώρα δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξαναπερπατήσω».
«Σε πόνεσα;» είπα.
«Πολύ, θα βγω μπλοφάροντας. Οι φρουροί θα είναι κουρασμένοι κι αμφιβάλλω αν θα ξέρουν τίποτα. Ούτως ή άλλως όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο σημείο τώρα».
Εβαλα τα κλάματα. Αυτό ήταν το κακό με τον αρμαντίλο - κάτω από το θώρακά του η σάρκα του είναι πιο μαλακή από της αρκούδας. Οχι πως μ' ένοιαζε που έκλαιγα, ούτε κι αν έκλαιγε εκείνη, ακόμα κι αν όλο το μέγαρο σειόταν από τους λυγμούς. Οι πυρσοί κάπνιζαν, έτοιμοι να σβήσουν.
Στάθηκε γυμνή δίπλα στο κρεβάτι. Ντύθηκε, είπε αντίο. Την άκουσα να μιλάει αυταρχικά στους φρουρούς, άκουσα τα τακούνια τους να χτυπούν, και μετά τα βηματά της να απομακρύνονται στο διάδρομο.
Εγώ συνέχισα να κλαίω. Η συνάντησή της με τον Αρχηγό ήταν σε δύο ώρες. Αν συνέχιζα να κλαίω επί δύο ώρες, δεν ήταν ανάγκη να σκέφτομαι τίποτα άλλο.
Δεν μπορούσα. Οταν ήρθε ο φρουρός με το πρωινό μου, είχα ντυθεί και τα μάτια μου ήταν στεγνά. Κοίταξε από την ανοιχτή πόρτα το κρεβάτι και μου έκλεισε το μάτι. Είπε κάτι στα Γερμανικά που δεν το κατάλαβα, άρα οι λέξεις δεν υπήρχαν στο λεξικό. Κοίταξα το κρεβάτι και το στομάχι μου κλονίστηκε. Ισως ήταν άσχημο να νιώθω πόθο για μια γυναίκα που επρόκειτο να πεθάνει. Αλλά κι εγώ επρόκειτο να πεθάνω, οπότε μάλλον δεν πείραζε. Ισως να υπήρχε παράδεισος -αλλά αμφέβαλα αν εκεί θα βρισκόμουν στο κρεβάτι με την Φρέντσυ. Ισως με λυπούνταν και να μ' έβαζαν στο μουλσουμανικό τμήμα με ουρί τη Φρέντσυ. Μάλλον όμως δεν θα υπήρχε ιμάμης στο μέγαρο.

Κατάλαβα τότε πως η κατάστασή μου άρχιζε να γίνεται κρίσιμη, έφαγα λοιπόν το πρωινό μου για να συνέλθω. Τα τέσσερα τελευταία πράγματα, που έπρεπε να θυμάμαι. Ποια ήταν;
Ξαφνικά σκέφτηκα τη γυναίκα με το μωρό που είχα δει στο πάρκο. Αν Φρέντσυ δεν μπορούσε να βοηθήσει τον Αρχηγό, ίσως να έφευγε. Ισως να περνούσανμια καλύτερη ζωή.
Αρχισα να περπατάω πάνω-κάτω και να σκέφτομαι τι να συνέβαινε αυτή τη στιγμή.
Αυτά συνέβαιναν...

Η Φρέντσυ είχε κάνει μπάνιο, είχε ντυθεί μ' ένα λευκό λινό φόρεμα κι έναν κόκκινο μανδύα, και την είχαν οδηγήσει στη μεγάλη αίθουσα.
Ο Αρχηγός καθόταν στο βάθρο σε μια βαριά ξύλινη πολυθρόνα. Τα χέρια του ακουμπούσαν στα μπράτσα της, και το πρόσωπό του είχε το γνωστό ύφος της αυστηρής εξουσίας, που τώρα όμως ήταν μια ετοιμόρροπη πρόσοψη που κάλυπτε την παρακμή και την τρέλλα.

Τα χείλια του είχαν αφρούς. Γύρω του στέκονταν οι σύμβουλοί του, με ζώνες και μπότες, ή με ρόμπες και κουκούλες, ή ξανθοί με μεταξωτά φορέματα σε απομίμηση Βαλκυριών. Η αυλή του τρελλού βασιλιά - η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη ακατανοησία. Η Φρέντσυ πλησίασε στο βάθρο, οδηγούμενη από τον πατέρα της και τον Καρλ Οσιτς.
«Σε - χρειαζόμαστε-» μούγκρισε ο Αρχηγός. Οι υπόλοιποι στέκονταν στις θέσεις τους καταβάλλοντας τρομερή προσπάθεια. Η αίθουσα αυτή είχε δει τρομερά πράγματα τον τελευταίο χρόνο. Υπήρχαν κι ένα-δυο πρόσωπα που περίμεναν ανέκφραστα το αποτέλεσμα. Οταν ο γέρος αρχηγός του κοπαδιού αρρωσταίνει, οι νεαροί λύκοι αρχίζουν τα σχέδια τους.
«Σε - ψάχναμε - μισό - χρόνο», συνέχισε η τραχιά, μισο-ανθρώπινη φωνή. «Χρειαζόμαστε τις προγνώσεις σου. Χρειαζόμαστε την - υγεία σου!».
Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. Πήδησε πάνω φωνάζοντας. «Βοήθεια! Βοήθεια! Βοήθεια!» Η φωνή του αντηχούσε στην αίθουσα. Κι άλλοι αφροί εμφανίστηκαν στο στόμα του. Το πρόσωπό του συσπάστηκε.
«Πήγαινε στον Αρχηγό», διέταξε ο Κάρλ Οσιτς.
Η Φρέντσυ έκανε ένα βήμα μπροστά. Οι σύμβουλοι την κοίταξαν μ' ελπίδα.
«Βοήθεια! Βοήθεια!» συνέχιζε η τρελλή, αχαλίνωτη φωνή. Επεσε πίσω σπαρταρώντας πάνω στο θρόνο του.
«Δεν μπορώ να βοηθήσω» είπε εκείνη με καθαρή φωνή.
Ο ψίθυρος του Κάρλ ακούστηκε, ήρεμος και τρομακτικός στο αυτί της: «Πήγαινε»»
Εκανε άλλο ένα βήμα μπροστά, σπρωγμένη από τη φωνή του. Σταμάτησε πάλι.

«Δεν μπορώ να βοηθήσω». Γύρισε στον Οσιτς. «Μπορώ, Κάρλ; Δεν βλέπεις;»

Την κοίταξε με τρόμο, μετά γύρισε στον άντρα που σπαρταρούσε με ζωώδεις ήχους στο βάθρο, και την κοίταξε ξανά.
«Υ... υπέκυψες...» ψιθύρισε. «Οχι. Οχι, δεν μπορεί να βοηθήσει!» φώναξε. «Δεν είναι πια παρθένος - η δύναμή της χάθηκε!»
Οι σύμβουλοι κοίταξαν τον Αρχηγό κι έπειτα την Φρέντσυ.

Αμέσως έγινε χάος. Οι γυναίκες έβαλαν τις φωνές - άρχισαν να τρέχουν προς τις βαριές πόρτες. Οι άντρες άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί. Επεσε ο πρώτος πυροβολισμός, κι ακολούθησαν κι άλλοι. Μέσα σε μια στιγμή η αίθουσα αντηχούσε από τους πυροβολισμούς, τα μουγκρητά και τις φωνές.
Στο βάθρο εξακολουθούσε να κείτεται ο Αρχηγός, σπαρταρώντας και βγάζοντας άναθρες φωνές. Η αγέλη είχε αρχίσει έναν φρενιασμένο πόλεμο. Αυτοί που τον θεωρούσαν αθάνατο - και ήταν πολλοί - ήταν συγχυσμένοι, τρομοκρατημένοι. Αυτοί που σχεδίαζαν να τον διαδεχτούν τώρα δεν ήξεραν τι να κάνουν. Μερικοί αυτοκτονούσαν επί τόπου.
Ημουν στο κρεβάτι και κάπνιζα όταν μπήκε μέσα τρέχοντας η Φρέντσυ, έκλεισε με δύναμη και αμπάρωσε τις πόρτες μπροστά στους φρουρούς και τους διώκτες της. Τα μαλλιά της ήταν ανακατωμένα και κρατούσε τον κόκκινο μανδύα γύρω της. «Από το παράθυρο», φώναξε, σκίζοντας το μανδύα. Από κάτω, το λευκό της φόρεμα ήταν κουρελιασμένο.
Βγήκα στο παράθυρο και τη βοήθησα να περάσει. Κοίταξα κάτω, και η αυλή ήταν πολύ μακρυά. Γαντζώθηκα στο πρεβάζι.
"Προχώρα".

Πιάστηκα από το λούκι. Αρχισα να γλιστράω κάτω, και το μέταλλο μου έγδερνε τα χέρια. Η Φρέντσυ με ακολούθησε.
Σταμάτησα κάτω, τη βοήθησα λίγο, κι έδειξα ένα υπηρεσιακό αμάξι που ήταν παρκαρισμένο κοντά στην πύλη. Οι φρουροί είχαν αφήσει την πύλη, και μάλλον έπαιρναν μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις μέσα.Υπήρχε ένας μόνο, και δεν μας είχε δει. Κοίταζε ανήσυχα έξω, σαν να περίμενε επίθεση.
Διασχίσαμε γρήγορα το γρασίδι και μπήκαμε στο αμάξι. Εβαλα μπρος.
Στην πύλη ο φρουρός βλέποντας τα διακριτικά του στρατηγού στο αμάξι, έκανε αυτόματα στο πλάι. Μετά μας είδε, πήγε να αντιδράσει, αλλά ήταν αργά. Βγήκαμε με ταχύτητα στο δρόμο, φεύγοντας μακριά από εκεί.
Ο δρόμος μπροστά μας ήταν ελεύθερος.
Πιστή στο στυλ της, η Φρέντσυ είχε βρει κι είχε φορέσει ένα λευκό αδιάβροχο αξιωματικού από το πίσω κάθισμα.
Εκοψα ταχύτητα. Δεν υπήρχε λόγος να τρέχω με 130 χωρίς να ξέρω τι θα συναντήσω.
«Κι έχεις χάσει τις ικανότητές σου;» την ρώτησα.
«Δεν ξέρω», είπε, και χαμογέλασε με ανεύθυνο ύφος.
«Τι έγινε κάτω; Σαν μάχη ακουγόταν».
Μου είπε.
«Ο Αρχηγός ξόφλησε. Οι διάδοχοί του τσακώνονται μεταξύ τους. Είναι το τέλος του Ράιχ των Χιλίων Ετών». Γέλασε πάλι. «Εγώ τα κατάφερα».
«Ελα τώρα», διαμαρτυρήθηκα. «Πάντως θα έλεγα να προσπαθήσουμε να γυρίσουμε στην Αγγλία».
«Γιατί;»
«Γιατί αν η Αυτοκρατορία καταρρέει, η Αγγλία θα είναι η πρώτη. Είναι νησί. Θα αποσύρουν τις λεγεώνες για να υπερασπιστούν την Αυτοκρατορία - έτσι γίνεται πάντα.».
«Θα τα καταφέρουμε;»
«Οχι τώρα, Θα βγούμε από Γερμανία και θα κρυφτούμε λίγες μέρες ώσπου να φτάσουν τα νέα στη Γαλλία. Οταν θ΄αρχίσουν να διαλύονται τα πάντα, η οργάνωση θα καταρρεύσει και θα βρούμε βοήθεια».

Συνεχίσαμε το δρόμο μας χαρούμενα, σφυρίζοντας και τραγουδώντας.