Robert Silverberg
Schwartz Between the Galaxies (1974)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

Η πραγματικότητα: Ο Σβαρτς κάθεται αναπαυτικά στο κουκούλι του - αιωρούμενος παθητικά - στην πρώτη θέση ενός επιβατηγού πυραύλου της Τζαπάν Αιρ Λάϊνς, εννιά χιλιόμετρα πάνω από τη θάλασσα των Κοραλίων. Η φαντασία: ο ίδιος Σβάρτς ταξιδεύει μ' ένα αστραφτερό διαστημόπλοιο που γλυστρά μαλακά στα βάθη του διαστρικού διαστήματος με ταχύτητα εννιά φορές μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός, από τον Μπετελγεζ ΙΧ στον Ρίγελ ΧΧΙ, ή ίσως από την Ανδρομέδα στο Μικρό Μαγγελανικό Σμήνος.

Δεν υπάρχουν διαστημόπλοια. Ισως δεν υπάρξουν ποτέ. Βρισκόμαστε έναν αιώνα μετά την πτήση του Απόλλων 11, και όλα τα ταξίδια γίνονται μπρος - πίσω πάνω στην επιφάνεια αυτού του μικρού Ο, της Γης, γιατί οι πλανήτες είναι έρημοι και τα άστρα είναι πολύ μακριά. Αυτό το μικρό Ο είναι πολύ μικρό για τον Σβαρτς. Πολύ συχνά το βλέπει να λάμπει, σαν βώλος νεκρής πορσελάνης. Και τελευταία έχει αποκτήσει τη συνήθεια, όταν του συμβαίνει αυτό, να βρίσκει καταφύγιο σ' αυτό το διαστημόπλοιο. Ετσι η πτήση 411 της JAL έχει μόνο το σώμα του, το περίβλημα του εαυτού του, σ' έναν ακριβό ιδιαίτερο θαλαμίσκο αυτού του λεπτού πλοίου των 200 επιβατών που αναχώρησε από το Μπουένος Αϊρες το πρωϊ, προχώρησε δυτικά κατά μήκος του τροπικού του Αιγόκερω δύο ώρες και σύντομα θα προσγειωθεί στο Αεροδρόμιο Τόρες των Παπούα. Αλλά η συνείδησή του, η Anima του, η ουσία του Σβάρτς, πλανιέται ανάμεσα στους γαλαξίες.

Τι διαστημόπλοιο είναι αυτό! Τι θαυμάσιοι που είναι οι μυριάδες επιβάτες του! Στους πολυπληθείς διαδρόμους του συνωστίζεται ένα τεράστιο, φανταχτερό, ετερογενές πλήθος από πλάσματα του Γαλαξία, από ιθαγενείς του α του Ηνίοχου, του Αρκτούρου, του Αλταίρ, του Κάνωπος, του Πολικού, του Αντάρη, όντα ευφυή και έναθρα που αναπνέουν μεθάνιο ή άζωτο ή αργό, με αγκαθωτο δέρμα ή χωρίς δέρμα, με πολλά χέρια ή πολλά κεφάλια, το καθένα τους προϊόν μιας διαφορετικής, μοναδικής και εξωγήινης πολιτιστικής κληρονομιάς. Ανάμεσά τους κινείται ο Σβάρτς, το αστέρι των ανθρωπολόγων, ο απόγονος του Κρέμπερ και του Μόργκαν και του Μαλινόφσκι και της Μηντ, καταβροχθίζοντας την ποικιλία αυτή με απόλαυση. Ενώ σ' αυτόν τον πεζό πύραυλο που είναι περιορισμένος από την στρατόσφαιρα της Γης, κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει τους Καναδούς από τους Πορτογάλους, τους Πορτογάλους από τους Ρουμάνους, τους Ρουμάνους από τους Ιρλανδους, εκτός και αν ανοίξουν το στόμα τους, και πολλές φορές ούτε και τότε.

Στις ονειροπολήσεις του συζητά με πλάσματα από το σύστημα του Φομαλώ για την ψηφιακή περιτομή, μαγνητοφωνεί τις μελωδίες της Αχερναριανής οφθαλμο-φλογέρας, μαθαίνει για το φτέρνισμα - ξόρκι του Ακρούξ, για τον ύπνο - έκσταση του Αβδεβαράν, για τους γλύπτες αστεροειδών του Θουμπάν. Εκείνη τη στιγμή μια χαμογελαστή αεροσυνοδός της JAL ανοίγει την κουρτίνα του θαλαμίσκου του και τον κοιτάζει, κάνοντας τον να πεταχτεί από τη μια πραγματικότητα στην άλλη. Εχει γαλάζια μάτια, σγουρά μαλλιά, ίσια μύτη, λεπτά χείλη, μπρούτζινο δέρμα, ένα γενετικό ανακάτωμα , ο μέσος άνθρωπος του εικοστού αιώνα, ίσως μελανησιακής - σουηδικής - τουρκικής - βολιβιανής καταγωγής, ίσως πολωνικής - βερβερικής - ταταρικής - ουαλικής. Οι φτηνές διηπηρωτικές μεταφορές το έχουν κατορθώσει: όλη η Γη είναι ένα χωνευτήρι, όλα τα χρώματοσώματα έχουν ανακατωθεί σ' ένα ομοιόμορφο μίγμα. Ο Σβαρτς αναρωτιέται για τη γενετική προέλευση αυτών των γαλάζιων ματιών, αλλά δεν μπορεί να καταλήξει σε κάποιο ικανοποιητικό συμπέρασμα.

Είναι όμορφη, ούτως ή άλλως. Τη λένε Αυγή - τι γλυκό και πολιτιστικά ουδέτερο όνομα! - και φλερτάρουν οι δυό τους, η Αυγή και ο Σβαρτς, κατά τη διάρκεια της σύντομης πτήσης. Τρεμοπαίζει τα βλέφαρά της και του λέει μαλακά: «Ετοιμαζόμαστε να προσγειωθούμε, δρ. Σβαρτς. Εχετε πολώσει τους ανασταλτήρες σας;»
«Δεν τους έκλεισα καθόλου».
«Ωραία». Τα θερμά γαλάζια μάτια συναντούν τα δικά του με ενδιαφέρον.
«Εχω άδεια με σήμερα», του λέει.
«Ωραία».
«Μπορούμε να πιούμε ένα ποτό ώστε να ξεφορτώσουν τις αποσκευές», προτείνει με χαριτωμένη άνεση. «Εντάξει;»
«Ναι», λέει εκείνος αδιάφορα. «Γιατί όχι;» Η ευκολία της του φέρνει ανία, κατά κάποιο τρόπο προτιμά τις ξεπερασμένες απολαύσεις του του κυνηγιού. Κάποτε μια τέτοια ευκολία σε μια γυναίκα θα τον συγκινούσε, όχι τώρα όμως. Ο Σβαρτς είναι σαράντα ετών, με τετράγωνους ώμους, στιβαρός, μια προθήκη των επαρχιώτικων γονιδίων της βασανισμένης Ιρλανδής μητέρας του. Τα κοντοκομμένα μαύρα του μαλλιά έχουν γκρίζες πινελιές. Ντύνεται απλά αλλά καλά, με σανδάλια και Σωκρατικό χιτώνα. Οπως είναι φυσικό, έχει γίνει πιο ελκυστικός, και στην εξάδα του και δημόσια, μετά την επαγγελματική του επιτυχία. Εχει αυτοπεποίθηση, είναι σίγουρος για τις ικανότητές του, και ακτινοβολεί μια μεταδοτική ασφάλεια. Αυτόν μόνο το μήνα ογδόντα εκατομμύρια άνθρωποι άκουσαν τις διαλέξεις του.

Εκείνη καταλαβαίνει την ελαφριά κούραση στη φωνή του. «Δεν ακούγεσαι πρόθυμος. Δεν ενδιαφέρεσαι;»
«Δεν είναι αυτό».
«Τότε τι; Είσαι πεσμένος καθηγητή;»
Ο Σβάρτς σηκώνει τους ώμους του. «Τρομερά πεσμένος. Αισθάνομαι το σώμα μου σαν ένα σωρό ξερά κόκκαλα. Το μυαλό μου σαν σβησμένες στάχτες». Χαμογελάει έντονα, αφαιρώντας τη βαρύτητα από τα λόγια του.
«Αυτό είναι πολύ άσχημο», του λέει, νομίζοντας πως κοροϊδεύει. «Τρομερά άσχημο!»
«Ηταν απλώς ένα απόσπασμα του Τσουάνγκ Τσου. Μη δίνεις σημασία. Στην πραγματικότητα αισθάνομαι θαυμάσια, λίγο κουρασμένος μόνο».
«Πολλά αεροδρόμια;»
Κουνάει το κεφάλι του. «Ολα είναι ίδια όπου και να πάω». Σκέφτεται ένα θόλο που φωτίζεται από το φως των άστρων, όπου τρεις ασπόνδυλοι Σπικανοί χορεύουν το ζευγαρωτό χορό του κατευνασμού για να περάσουν τις αργές ώρες του ταξιδιού. «Θα μου περάσει», της λέει. «Θα τα πούμε».
Το υβριδικό της πρόσωπο πλημμυρίζει από ανακούφιση και προσμονή. « Θα σε δω στην Παπούα», του λέει και του κλείνει το μάτι, και απομακρύνεται.

Παπούα. Την ώρα του κοκτέηλ ο Σβαρτς θα βρίσκεται στο Πορτ Μόρεσμπυ. Σήμερα δίνει διάλεξη στο πανεπιστήμιο της Παπούα, χθες ήταν στο Μοντεβίδεο, μεθαύριο θα είναι στην Μπαγκόγκ. Κάνει το γύρο των μεγάλων ακαδημαϊκών πόλεων. Αυτή είναι η χρονιά του: ξαφνικά έχει μεγάλο όνομα στους ανθρωπολογικούς κύκλους, μετά την έκδοση του βιβλίου του Η Μάσκα Κάτω από το Δέρμα. Τρέχει από ήπειρο σε ήπειρο, προσφέροντας τη σοφία του, τη Δευτέρα στο Μόντρεαλ, την Τρίτη στο Βερακρούζ, την Τετάρτη στο Μοντεβιδέο, την Πέμπτη... Πέμπτη; Σήμερα το πρωί διέσχισε τη διεθνή γραμμή ημερομηνίας, αλλά δεν θυμάται αν μπήκε στην Πέμπτη ή στην Τρίτη, αν και χθες ήταν σίγουρα Τετάρτη. Ο Σβαρτς είναι σίγουρος μόνο για το ότι είναι Ιούνιος του 2083, και σίγουρα υπάρχουν στιγμές που ούτε και για αυτό είναι σίγουρος.

Ο πύραυλος της JAL μπαίνει στην τελική φάση της καθόδου του. Η Παπούα περιμένει, σιγυρισμένη, φρέσκια. Ο κόσμος έχει και πάλι μια γυάλινη όψη. Αφήνει το πνεύμα του να γλυστρίσει και πάλι ευτυχισμένο στο λαμπερό διαστημόπλοιο που ταξιδεύει ανάμεσα στους στροβιλιζόμενους αστερισμούς.

Βρέθηκε στο γεμάτο κόσμο σαλόνι του διαστημοπλοίου να πίνει ένα ποτό με τον συνταξιδιώτη του τον Πίτκιν, τον οικονομολόγο από το Γέηλ. Γιατί τον Πίτκιν, αυτόν τον άξεστο, φανταχτερό ανθρωπάκο; Εχοντας όλους τους πραγματικούς και φανταστικούς ανθρώπους στην διάθεσή του, γιατί να διαλέξει το ασυνείδητό του αυτόν τον χοντροκομμένο άνθρωπο για να μοιραστεί το ταξίδι μαζί του;

«Κοίτα», είπε ο Πίτκιν, κλείνοντας το μάτι του και χαμογελώντας πρόστυχα. «Η φιλενάδα σου».
Το διάφραγμα της εισόδου είχε ανοίξει και είχε μπει το μη-αρσενικό από τον Αντάρη.
«Κόφ' το», του πέταξε ο Σβαρτς. «Ξέρεις πως δεν τρέχει τίποτα».
«Μέρες τώρα δεν τρέχεις από πίσω της;»
«Μην μιλάς γι' αυτήν στο θηλυκό γένος», είπε ο Σβαρτς.
Ο Πίτκιν χαχάνισε. «Τι ακρίβεια έκφρασης! Τι λογιότης! Μην μιλάς γι' αυτήν στο θηλυκό, λέει!». Εριξε μια γερή σκουντιά στα πλευρά του Σβαρτς. «Για σένα είναι γένους θηλυκού, φίλε μου, και μην προσπαθείς να με κοροϊδέψεις εμένα».
Ο Σβάρτς έπρεπε να παραδεχτεί πως άξεστα πειράγματα του Πίτκιν δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητα. Εβρισκε το πλάσμα από τον Αντάρη - ένα όρθιο ανθρωποειδέςμε λεπτό σώμα, κίτρινα μάτια και εβένινο δέρμα, λυγερό κι εντυπωσιακό, με λεπτά, μακριά άκρα και τη ρευστή χάρη μιας φώκιας - ακατανίκητα ελκυστικό. Ούτε που μπορούσε να μην το σκέφτεται σαν θηλυκό. Αυτή η στάση του ήταν αναπόφευκτα συνδεδεμένη με την κουλτούρα του και το είδος του, το ήξερε, και μάλιστα τον είχε προειδοποιήσει πως οι γίησνες διαφορές μεταξύ των φύλων δεν είχαν νόημα στο σύστημα του Αντάρη, και πως αν ο Σβαρτς επέμενε να «την» σκέφτεται με κάποιο φύλο, το πλησιέστερο θα ήταν το αρνητικό του αρσενικού, χωρίς να υπονοεί καμιά βιολογική θηλυκότητα.
«Σου το έχω πει», είπε υπομονετικά. «Δεν είναι ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό, όπως εμείς καταλαβαίνουμε αυτές τις έννοιες. Αν σ' εμάς φαίνεται να είναι θηλυκού γένους, αυτό οφείλεται στις δικές μας κοινωνικές συνήθειες. Αν θέλεις να πιστεύεις πως το ενδιαφέρον μου είναι σεξουαλικό, αυτό είναι δικαίωμά σας, αλλά σε διαβεβαιώ πως είναι καθαρά επαγγελματικό».
«Βέβαια. Απλώς τη μελετάς».
«Κατά μία έννοια, ναι. Κι εκείνη μελετάει εμένα. Στον κόσμο της είναι «παρατηρητής της ζωής» που φαίνεται να είναι το αντίστοιχο του ανθρωπολόγου».
«Αυτό είναι θαυμάσιο και για τους δυό σας. Εκείνη είναι ο πρώτος σου εξωγήινος κι εσύ είσαι ο πρώτος της Εβραίος».
«Σταμάτα να την λες εκείνη», είπε ο Σβαρτς θυμωμένος.
«Αφού και εσύ το ίδιο κάνεις!»
Ο Σβάρτς έκλεισε τα μάτια του. «Η γιαγιά μου μου είπε να μην ανακατευτώ ποτέ μου με οικονομολόγους. Οι σκέψεις τους είναι θολές και η αναπνοή τους μυρίζει, μου είπε. Με προειδοποίησε επίσης και για τους αποφοίτους του Γέηλ. Οι διεστραμμένοι της διανόησης, έτσι τους έλεγε. Και τώρα βρίσκομαι στριμωγμένος σ' ένα διαστημόπλοιο με 500 εξωγήινους και έναν μόνο άλλον άνθρωπο, κι αυτός είναι οικονομολόγος από το Γέηλ».
«Το επόμενο ταξίδι να το κάνεις με τη γιαγιά σου».
«Φύγε», είπε ο Σβαρτς. «Σταμάτα να μου χαλάς τις φαντασιώσεις μου. Αντε να πουλήσεις τη θλιβερή σου επιστήμη κάπου αλλού. Τους βλέπεις αυτούς από το Δέλτα του Ωρίωνα εκεί κάτω; Μπες στην μπουκάλα τους και πες τους για το Ακαθάριστο Παγκόσμιο Προϊόν». Ο Σβαρτς χαμογέλασε στην Ανταριανή που είχε πάρει ένα ποτό, κάτι που έλαμπε μ' ένα ιριδίζον χρώμα, και τους πλησίαζε. «Πήγαινε», μουρμούρισε.
«Μην ανησυχείς», είπε ο Πίτκιν. «Δεν πρόκειται να σας ενοχλήσω». Χάθηκε στο ετερόκλητο πλήθος.

«Οι Καπελάνοι χορεύουν, Σβαρτς», είπε η Ανταριανή.
«Αυτό θα ήθελα να το δω. Ούτως ή άλλως έχει πολύ φασαρία εδώ μέσα». Ο Σβάρτς κοίταξε τις κάθετες σχισμές στα κίτρινα μάτια της. Γατίσια μάτια, σκέφτηκε. Μάτια πάνθηρα. Το βλέμμα της έπεφτε, όπως συνήθως, στο στόμα του Σβάρτς: άλλοι κόσμοι, άλλα ήθη. Ενιωθε ένα παράξενο, ανησυχητικό ρίγος επιθυμίας. Επιθυμίας για τι, όμως; Ηταν μια αίσθηση καθαρής ανάγκης, αόριστης σίγουρα καθόλου σεξουαλικής. «Θα ρίξω μια ματιά. Θα έρθεις μαζί μου;».

Ο πύραυλος έχει προσγειωθεί στην Παπούα. Ο Σβαρτς κάθεται σε ένα τραπέζι στο σαλόνι του αεροδρομίου και μιλάει με την αεροσυνοδό σε χαμηλούς , ζωηρούς τόνους. «Είχα φτάσει σε μία κρίση στη ζωή μου. Ολες οι αξίες μου έχαναν το νόημά τους. Ανακάλυπτα πως το επάγγελμα που είχα διαλέξει ήταν κενό, ανόητο, άχρηστο σαν... σαν να παίζεις σκάκι».
«Φρικτό», ψιθυρίζει η Αυγή.
«Καταλαβαίνεις γιατί. Εσύ γυρίζεις όλο τον κόσμο, βλέπεις χιλιάδες αεροδρόμια το χρόνο. Ολα είναι ίδια, παντού. Τα ίδια ρούχα, οι ίδιες εκφράσεις, τα ίδια περιοδικά, το ίδιο στυλ στην αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση».
«Ναι».
«Μια διεθνής ομοιογένεια. Παγκόσμια ομοιομορφία. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να είσαι ανθρωπολόγος σ' έναν κόσμο που δεν υπάρχουν πια πρωτόγονοι, Αυγή; Ορίστε, είμαστε στο νησί των Παπούα - ξέρεις, κυνηγοί κεφαλών, ανιμισμός, βάψιμο του σώματος, τα τύμπανα στη δύση του ήλιου, το κόκαλο στη μύτη - και κοίτα τους τώρα γύρω μας, με τα επιχειρηματικά τους ρούχα. Ακου τους να συζητούν για το χρηματιστήριο, το μπέηζμπωλ, να συστήνουν εστιατόρια στο Παρίσι και κουρεία στο Γιοχάνεσμπουργκ. Και παντού είναι τα ίδια. Μέσα σε έναν μόνο αιώνα μεταμορφώσαμε τον πλανήτη μας σε μια τεράστια εξεζητημένη, πλαστική, δυτική βιομηχανική κοινωνία. Οι τηλεοπτικοί δορυφόροι, οι διηπειρωτικοί πύραυλοι, η κατάρρευση της θρησκευτικής μονολιθικότητας και των γενετικών ταμπού έχουν μπασταρδέψει κάθε πολιτισμό, καταλαβαίνεις; Πηγαίνεις στους Ζούνους και έχουν πλαστικές αφρικάνικες μάσκες στους τοίχους τους. Πηγαίνεις στους Βουσμάνους και έχουν τασάκια διακοσμημένα με σχέδια των Χόπι φτιαγμένα στην Ιαπωνία. Ολα είναι εσωτερική διακόσμηση, και κάτω από τα προσεκτικά επιλεγμένα πρωτόγονα μοτίβα υπάρχει η ίδια παγκόσμια ψευτο-αμερικάνικη καλαισθησία, είτε είσαι στην έρημο Καλαχάρι ή στα δάση του Αμαζονίου. Καταλαβαίνεις τι έγινε, Αυγή;»

«Είναι μια τρομερή απώλεια», λέει θλιμένα εκείνη. Προσπαθεί να δείξει συμπάθεια, αλλά ο Σβαρτς αισθάνεται πως περιμένει να τελειώσει το κήρυγμα και να την καλέσει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του. Θα την καλέσει. Εχοντας όμως αρχίσει να συζητά για το πιο σημαντικό θέμα, δυσκολεύεται να σταματήσει.
«Η πολιτιστική ποικιλία χάθηκε από τον κόσμο», λέει. «Η θρησκεία είναι νεκρή, η αληθινή ποίηση είναι νεκρή, η εφευρετικότητα είναι νεκρή, η ατομικότητα το ίδιο. Η ποίηση. Ακου αυτό». Τραγουδά με λεπτή, μονότονη φωνή:

Περπατώ στην ομορφιά
Με την ομορφιά μπροστά μου περπατώ
Με την ομορφιά πίσω μου περπατώ
Με την ομορφιά από πάνω μου περπατώ
Με την ομορφιά από πάνω μου και γύρω μου περπατώ
Τελειώνει μ' ομορφιά
Τελειώνει μ' ομορφιά

Εχει αρχίσει να ιδρώνει. Το τραγούδι του προκάλεσε μια περίεργη σφαίρα σιωπής γύρω τους, κεφάλια γυρίζουν, τον κοιτάζουν μισοκλείνοντας τα μάτια. «Ναβάχο», λέει. «Ο Νυχτερινός Δρόμος, ένα τραγούδι εννέα ημερών, ένα όραμα, ένα ξόρκι. Που είναι οι Ναβάχο τώρα; Πήγαινε στην Αριζόνα και θα σου τραγουδήσουν, ναι, αν τους πληρώσεις, αλλά δεν ξέρουν τι σημαίνουν τα λόγια, και κατά πάσα πιθανότητα οι τραγουδιστές θα είναι κατά το ένα τέταρτο Ναβάχο, ή το ένα όγδοο, ή ίσως μόνο Χόπι που πληρώνονται για να ντύνονται Ναβάχο, επειδή οι πραγματικοί Ναβάχο, αν έχει μείνει κανείς, είναι στο Μέξικο Σίτυ και κάνουν τους Αζτέκους. Τόσα πολλά έχουν χαθεί. Ακου». Τραγουδάει και πάλι, πιο διαπεραστικά από πριν:
Το ζώο τρέχει, περνά, πεθαίνει. Και είναι το μεγάλο ψύχος.
Είναι το μεγάλο ψύχος της νύχτας, είναι το σκοτάδι.
Το πουλί πετάει, περνά, πεθαίνει. Και είναι...
«Οι επιβάτες της πτήσεως JAL 411 παρακαλούνται να παραλάβουν τις αποσκευές τους από την αίθουσα τέσσερα», φωνάζει μια μεταλλική φωνή.
...το μεγάλο ψύχος.
Είναι το μεγάλο ψύχος της νύχτας, είναι το σκοτάδι.
«Οι επιβάτες της πτήσεως...»
Το ψάρι φεύγει, περνά, πεθαίνει. Και...
«Μας κοιτάζουν», λέει η Αυγή αμήχανα.
«...Από την αίθουσα τέσσερα».
«Αφησέ τους να κοιτάζουν. Καλό θα τους κάνει. Αυτό είναι το τραγούδι των Πυγμαίων από την Γκαμπόν, στην ισημερινή Αφρική. Πυγμαίοι; Δεν υπάρχουν πια Πυγμαίοι. Ολοι είναι δύο μέτρα ψηλοί. Και τι τραγουδάμε; Ακου. Ακου». Κάνει μια χειρονομία δείχνοντας το σύννεφο των μικρών χρυσών μεγαφώνων που αιωρείται κοντά στο ταβάνι. Παίζουν μια σαχλή μουσική: ένα τραγούδι που έχει γίνει επιτυχία πρόσφατα. Ο Σβαρτς επαναλαμβάνει τις λέξεις άγρια: «Χέρια... μαχαίρια... γυρίζω... σφυρίζω. Το παίζουν σ' όλα τα αεροδρόμια αυτή τη στιγμή, σ' όλο τον κόσμο». Η Αυγή χαμογελά αμυδρά. Απλώνει το χέρι της και σκεπάζει το δικό του, το σφίγγει . Αισθάνεται ζαλισμένος. Ο κόσμος, τα βλέμματα, η μουσική, το ποτό. Τα πλαστικά. Τα πάντα λάμπουν. Πορσελάνη. Πορσελάνη. Ο πλανήτης κρυσταλλώνεται.
«Τομ;» λέει ανήσυχα. «Συμβαίνει τίποτα;» Εκείνος γελάει, παίζει τα μάτια του, βήχει, τρέμει. Την ακούει να φωνάζει βοήθεια, και μετά νιώθει την ψυχή του να γλιστρά προς τα έξω, στα γαλαξιακά σκοτάδια.

Με το Ανταριανό μη - αρσενικό δίπλα του, ο Σβαρτς κοίταζε στο διάστημα περιδεής και καταγοητευμένος το δελεαστικό θέαμα των Καπελάνων να τυλίγονται και να ξετυλίγονται γύρω από το πλοίο. Δεν έχουν όλοι οι επιβάτες του διαστημοπλοίου άνετες καμπίνες σαν τη δική του. Οι Καπελάνοι ήταν πολύ μεγάλοι για το διαστημόπλοιο και ούτως ή άλλως προτιμούσαν να μην κλείνονται μέσα σε μεταλλικούς τοίχους. Ταξίδευαν δίπλα στο διαστημόπλοιο και λούζονταν σαν γλιστερές φάλαινες στις ερεθιστικές αντινοβολίες του διαστήματος. Οσο έμεναν ως είκοσι μέτρα από το πλοίο προστατεύονταν από το πεδίο της μηχανής Ραμπίνοβιτς που κινούσε το σκάφος με τους επιβάτες του προς τον Ρίγελ ή προς το Μικρό Μαγγελανικό Σμήνος - ή ίσως σε μια από τις Πλειάδες - με ταχύτητα εννέα φορές μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός.

Κοίταζε τους Καπελάνους να κινούνται στη σκιά του πλοίου αφήνοντας πίσω τους λαμπερά άσπρα ίχνη. Γαλάζιοι, πράσινοι και μαύροι σαν μετάξι, τυλίγονταν και κολυμπούσαν, και το κάθε τους ίχνος ήταν μια λάμψη χρυσής φωτιάς. «Εχουν μια επικίνδυνη ομορφιά», ψιθύρισε ο Σβαρτς. «Ακούς το κάλεσμά τους; Εγώ το ακούω».
«Τι λένε;»
«Λένε «Ελα σε μένα, έλα σε μένα, έλα σε μένα!»
«Πήγαινε κοντά τους τότε», είπε απλά η Ανταριανή. «Βγές από την μπουκαπόρτα».
«Και να πεθάνω;»
«Και να μπεις στην επόμενη ζωή σου. Κακόμοιρε Σβαρτς! Αγαπάς τόσο πολύ το τωρινό σου σώμα;»
«Το τωρινό μου σώμα δεν είναι και τόσο άσχημο. Νομίζεις πως θα αποκτήσω ποτέ άλλο;»
«Οχι;»
«Οχι», είπε ο Σβαρτς. «Αυτό είναι το μόνο. Μ' εσάς δεν είναι το ίδιο;»
«Την Εποχή των Ενάρξεων θα πάρω το επόμενο κατάλυμά μου. Σε πενήντα χρόνια περίπου. Τώρα βλέπεις το πέμπτο σώμα που χρησιμοποιώ».
«Το επόμενο θα είναι το ίδιο όμορφο;»
«Ολα τα σώματα είναι όμορφα», είπε η Ανταριανή. «Με βρίσκεις ελκυστική;»
«Φυσικά»
Ενα κλείσιμο του ματιού. Μια κίνηση του κεφαλιού προς το διάστημα. «Ελκυστική όσο κι αυτοί;»
Ο Σβαρτς γέλασε. «Ναι. Με άλλον τρόπο».
«Αν ήμουν εγώ εκεί έξω», είπε φιλάρεσκα, «θα έβγαινες στο διάστημα;»
«Μπορεί. Αν μου έδιναν ένα σκάφανδρο και μου έλεγαν πως να το χρησιμοποιήσω».
«Οχι αλλιώς όμως; Αν ήμουν εκεί έξω τώρα. Μπορώ να ζήσω στο διάστημα πέντε, δέκα, δεκαπέντε ίσως λεπτά. Πες πως είμαι έξω και λέω «Ελα σε μένα, Σβαρτς, έλα σε μένα!" Τι θα έκανες;»
«Δεν νομίζω πως είμαι τόσο αυτοκαταστροφικός».
«Να πεθάνεις για την αγάπη, όμως! Να περάσεις στην άλλη ζωή για χάρη της ομορφιάς».
«Οχι. Λυπάμαι».
Η Ανταριανή έδειξε τους Καπελάνους που κολυμπούσαν κυματιστά. «Αν στο ζητούσαν εκείνοι, θα πήγαινες».
«Μου το ζητούν», είπε ο Σβαρτς.
«Και αρνείσαι την πρόκληση;»
«Προς το παρόν. Προς το παρόν».
Γέλασε με τον Ανταριανό τρόπο, μ' ένα βαρύ, στιλπνό ρουθούνισμα. «Το ταξίδι μας θα κρατήσει πολλές βδομάδες ακόμα. Κάποια μέρα, νομίζω, θα πας».

«Ησουν αναίσθητος τουλάχιστον πέντε λεπτά», λέει η Αυγή. «Τους τρόμαξες όλους. Είσαι σίγουρος πως θα έπρεπε να δώσεις τη σημερινή διάλεξη;»

Ο Σβαρτς κουνάει το κεφάλι του. «Δεν τρέχει τίποτα. Είμαι λιγάκι κουρασμένος, μόνο. Πέρασα πολλές ωρολογιακές ζώνες αυτή την εβδομάδα». Στεκόνται στη βεράντα του δωματίου του. Η νύχτα έρχεται γρήγορα εδώ: είναι χειμώνας στο Νότιο Ημισφαίριο, αν και το άρωμα των τροπικών λουλουδιών πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα. Τα πρώτα άστρα αρχίζουν να εμφανίζονται. Ποτέ του δεν έμαθε τα άστρα. Εκείνο το φωτεινό, σκέφτεται, μπορεί να είναι ο Ρίγελ, κι εκείνο ο Σείριος, κι ίσως εκείνο να είναι ο Ντενέμπ. Κι εκείνο; Ειναι ο κόκκινος Αντάρης, στην καρδιά του Σκορπιού, ή είναι ο Αρης; Μετά τη λιποθυμία του στο αεροδρόμιο κατάφερε να αποφύγει την εθιμική υποδοχή του Πανεπιστημίου και το επίσημο δείπνο, λέγοντας πως έχει ανάγκη από ξεκούραση, κανόνισε για ένα πρόχειρο γεύμα στο δωμάτιό του, για δύο. Σε δύο ώρες θα έρθουν να τον πάρουν και να τον συνοδέψουν στο Πανεπιστήμιο, όπου θα μιλήσει. Η Αυγή τον κοιτάζει εξεταστικά. Ισως ανησυχεί για την υγεία του, ίσως περιμένει να κάνει αυτός την πρώτη κίνηση. Υπάρχει καιρός γι αυτά αργότερα, σκέφτεται. Προτιμά να μιλήσει τώρα. Προετοιμάζεται για το ακροατήριό του, και συνεχίζει την προηγούμενη συζήτηση:

«Για ένα μεγάλο διάστημα δεν καταλάβαινα τι είχε συμβεί. Μεγάλωσα απομονωμένος, αποκομμένος από την πραγματικότητα, ένα παιδί της Νέας Υόρκης με έξυπνο μυαλό και μια κάρτα της βιβλιοθήκης. Διάβασα όλα τα κλσικά βιβλία της ανθρωπολογίας, τις Μορφές του Πολιτισμού και το Ενηλικίωση στη Σαμόα και το Η Ζωή μιας Φυλής της Νοτίου Αφρικής και όλα τα σχετικά, και ονειρευόμουν επαγγελματικά ταξίδια, να μαζεύω μύθους και γραμματικές και ήθη και έθιμα και τεχνουργήματα και όλα αυτά, ώσπου έφτασα στα είκοσι πέντε μου και άρχισα να ασχολούμαι πραγματικά με το αντικείμενό μου, οπότε κατάλαβα πως είχα ακολουθήσει μια νεκρή επιστήμη. Εχουμε μια μοναδική παγκόσμια κουλτούρα τώρα, με τοπικές παραλλαγές αλλά χωρίς βασικές αποκλίσεις: Δεν έχει μείνει τίποτα το πρωτόγονο στη Γη, και δεν υπάρχουν άλλοι πλανήτες. Κατοικήσιμοι. Δεν μπορώ να πάω στον Αρη ή στην Αφροδίτη ή στον Κρόνο για να μελετήσω τους ιθαγενείς. Ποιους ιθαγενείς; Και στα άστρα δεν μπορούμε να πάμε. Το μόνο που έχω είναι η Γη. Ημουν στα τριάντα μου όταν όλα αποκρυσταλλώθηκαν μέσα μου και κατάλαβα πως είχα σπαταλήσει τη ζωή μου».

«Υπάρχει όμως κάτι για να μελετήσεις εδώ στη Γη».

«Ενας πολιτισμός, χωρίς ρίζες και ομοιογενής. Αυτή είναι δουλειά για κοινωνιολόγους, όχι για μένα. Εγώ είμαι ρομαντικός, εξωτικός, θέλω παράξενα πράγματα, διαφορές. Κοίτα, ποτέ δεν μπορούμε να έχουμε μια προοπτική άποψη της εποχής μας και της ζωής μας. Οι κοινωνιολόγοι προσπαθούν να το πετύχουν αυτό, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να μαζέψουν ένα βουνό από ακατέργαστα, αχώνευτα δεδομένα. Η κατανόηση έρχεται αργότερα - δύο, πέντε, δέκα γενιές αργότερα. Αλλά μπορούσαμε να μάθουμε για μας μελετώντας άλλους πολιτισμούς, μελετώντας τους εντελώς, και ορίζοντας τον εαυτό μας βλέποντας τι είναι εκείνοι που δεν είμαστε εμείς. Οι πολιτισμοί όμως πρέπει να είναι απομονωμένοι. Ο ανθρωπολόγος διαβρώνει αυτή την απομόνωση - κατά Χάιζενμπεργκ - όταν έρχεται με την κάμερά του και το μαγνητόφωνο και αρχίζει να κάνει ερωτήσεις, αλλά λίγο - πολύ μπορούμε να αποκαταστήσουμε την αναπόφευκτη ζημιά που προκαλεί ένας παρατηρητής. Οχι όμως όταν ολόκληρος ο πολιτισμός μας συναντά έναν άλλον και τον απορροφά και τον εξαλείφει. Πράγμα που έχουμε κάνει παντού με τον τεχνολογικό - μηχανικό πολιτισμό μας. Μια μέρα ξυπνάω και βλέπω πως δεν υπάρχουν πια ξένοι πολιτισμοί. Χα! Μια συντριπτική αποκάλυψη! Το επάγγελμα του Σβαρτς δεν υπάρχει!»

«Τι έκανες;»

«Δείλιαζα επί χρόνια. Δίδασκα, μελετούσα μηχανικά, ξέροντας πως όλα αυτά δεν είχαν κανένα νόημα. Το μόνο που έκανα ήταν να κοιτάζω τις περιγραφές εξαφανισμένων πολιτισμών που είχαν αφήσει προηγούμενοι παρατηρητές και να προσπαθώ να βγάλω νέα συμπεράσματα. Δευτερεύουσες πηγές, ξεθυμασμένα ευρήματα: ήμουν ένας μελετητής απολιθωμένων σκελετών, δεν συγκέντρωνα νέα στοιχεία. Παλαιοντολογία. Οι δεινόσαυροι έχουν ενδιαφέρον, αλλά τι σου λένε για τον σύγχρονο κόσμο και το νόημα των μορφών του; Απολιθωμένοι σκελετοί, Αυγή, απολιθωμένοι σκελετοί. Απόγνωση. Και μετά είχα κάποια ένδειξη. Είχα αυτή τη Νιγηριανή φοιτήτρια, Ιμπο - κυρίως Ιμπο δηλαδή, αλλά και κατά ένα μέρος Ισραηλινή και ίσως είχε και κινέζικο αίμα - και βρεθήκαμε αρκετά κοντά, και της είπα το πρόβλημά μου. Θα τα παρατήσω, είπα, γιατί δεν είναι αυτό που περίμενα. Εκείνη γέλασε και είπε: Τι δικαίωμα έχεις να θυμώνεις επειδή ο κόσμος δεν είναι όπως τον περίμενες; Ξαναφτιάξε τη ζωή σου, Τομ, δεν μπορείς να ξαναφτιάξεις τον κόσμο. Πώς; είπα εγώ. Κοίτα μέσα σου, μου είπε, βρες τον πρωτόγονο μέσα σου, δες τι σε έκανε αυτό που είσαι, τι έκανε το σημερινό πολιτισμό αυτό που είναι, δες πως έχουν συγχωνευτεί τα διάφορα ρεύματα. Τίποτα δεν έχει χαθεί, αλλά όλα έχουν γίνει ένα κράμα. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Μου έδωσε ένα νέο τρόπο να βλέπω τα πράγματα. Μ' έστειλε σε μια αναζήτηση στα βάθη του εαυτού μου. Πέρασαν τρία χρόνια ώσπου να καταλάβω τα πρότυπα, να κατανοήσω το τι είχε γίνει ο πλανήτης μας, και μόνο αφού δέχτηκα τον πλανήτη μας...»

Του φαίνεται σαν να μιλάει μια αιωνιότητα. Μιλάει. Μιλάει. Αλλά δεν ακούει πια τη φωνή του. Μόνο ένα μακρινό βουητό.
«Αφού δέχτηκα...»
Ενα μακρινό βουητό.
«Τι έλεγα;» ρωτάει.
«Αφού δέχτηκες τον πλανήτη μας...»
«Αφού δέχτηκα τον πλανήτη μας», λέει, «μπόρεσα ν' αρχίσω...» Βουητό. «Μπόρεσα ν' αρχίσω να δέχομαι τον εαυτό μου».

Τον τραβούσαν και οι Σπικανοί, όχι για το πως ήταν οι ίδιοι - ήταν δόλιοι, ελλειπτικοί χαρακτήρες, συγκρατημένοι και αυτάρκεις, δυσπρόσιτοι - αλλά για το προφανώς ψυχεδελικό φάρμακο που έπαιρναν με τελετουργικό τρόπο πριν από κάθε ατέρμονα χορό τους. Κάθε φορά που τους έβλεπε να παίρνουν το ναρκωτικό, του φαινόταν σαν να του το πρόσφεραν, σαν να τον προσκαλούσαν, προτού το βάλουν στο στόμα τους. Το έβλεπε σαν ένα δόλωμα, ένιωθε μια ανεξήγητη έλξη.

Υπήρχαν τρεις Σπικανοί στο πλοίο, κάτι λεπτά πλάσματα δύομισι μέτρα ψηλά, με εύκαμπτα κυλινδρικά σώματα και μικρά, κοντόχοντρα άκρα. Το δέρμα τους ήταν φιδίσιο, στεγνό και λείο, βαθυπράσινο με κίτρινες λωρίδες, αλλά τα μάτια τους ήταν παράξενα ανθρώπινα, μεγάλα, υγρά, καφετιά μάτια, θλιμμένα λεβάντινικα μάτια, μάτια άτυχων μεσαιωνικών ταξιδιωτών που είχαν μεταμορφωθεί σε ερπετά. Ο Σβαρτς είχε μιλήσει μαζί τους αρκετές φορές. Καταλάβαιναν αγγλικά αρκετά καλά - όπως όλες οι γαλαξιακές φυλές, ο Σβάρτς πίστευε πως θα γινόταν η διαστρική γλώσσα, όπως είχε γίνει και στη Γη - αλλά η κατασκευή των φωνητικών τους οργάνων ήταν τέτοια που δεν μπορούσαν να την μιλήσουν, και χρησιμοποιούσαν μικρές μεταφραστικές μηχανές που κρέμονταν στο λαιμό τους και μετέτρεπαν τα απαλά τους σφυρίγματα σε κόκκινες λέξεις που εμφανίζονταν σε μια οθόνη.

Επιφυλακτικά, την τρίτη ή τέταρτη φορά που μίλησε μαζί τους, έδειξε ευγενικά πως ενδιαφερόταν για το ναρκωτικό τους. Του είπαν πως τους έδινε τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τις κεντρικές δυνάμεις του διαστήματος. Ο Σβάρτς απάντησε πως υπήρχαν παρόμοια ναρκωτικά και στη Γη, πως τα χρησιμοποιούσαν συχνά, και πως τους έδιναν μια βαθιά ενόραση για τη λειτουργία του κόσμου. Εδειξαν κάποια περιέργεια, έντονη περιέργεια, ίσως. Από τα μάτια τους δεν καταλάβαινε τίποτα, και ο τόνος της φωνής τους δεν πρόδιδε συναισθήματα. Εβγαλε τη δερμάτινη θήκη του με τα φάρμακα και τους έδειξε τι είχε: ληριτονίνη, ψιλεγκεφαλίνη, σινταρτίνη και LSD-57. Περιέγραψε την δράση του καθενός και πρότεινε μια ανταλλαγή, όποιο ήθελαν για μια ανάλογη δόση του ξεραμένου πορτοκαλί μύκητα που μασούσαν. Το συζήτησαν μεταξύ τους. Ναι, είπαν, θα γίνει. Οχι τώρα όμως. Την κατάλληλη στιγμή. Ο Σβαρτς ήξερε πως δεν έπρεπε να τους ρωτήσει ποια θα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Τους ευχαρίστησε και μάζεψε τα φάρμακά του.

Ο Πιτκιν, που είχε παρακολουθήσει τη συνδιαλλαγή τους απο την άλλη άκρη του σαλονιού, τον πλησίασε θυμωμένος καθώς οι Σπικανοί απομακρύνονταν. «Τι σχεδιάζεις τώρα;» ρώτησε.
«Γιατί δεν κοιτάς τη δουλειά σου;» είπε φιλικά ο Σβαρτς.
«θα αλλάξεις χάπια μ' αυτά τα φίδια;»
«Ας πούμε πως πρόκειται για επαγγελματική έρευνα».
«Ερευνα; Ερευνα; Τι θα κάνεις, θα πάρεις αυτό το πορτοκαλί πράγμα που παίρνουν;»
«Ισως», είπε ο Σβαρτς.
«Που ξέρεις τι επίδραση θα έχει στον ανθρώπινο μεταβολισμό; Μπορεί να τυφλωθείς ή να μείνεις παράλυτος ή ...»
«... ή φωτισμένος», είπε ο Σβαρτς. «Αυτοί είναι οι κίνδυνοι της δουλειάς. Οι πρώτοι ανθρωπολόγοι που δεν δίστασαν να δοκιμάσουν πεγιότλ και γιαχέ και ολολιούκι δέχτηκαν αυτούς τους κινδύνους, και...»
«Αλλά αυτά τα χρησιμοποιούσαν άνθρωποι. Δεν μπορείς να ξέρεις... μα τι νόημα έχει, Σβάρτς; Ερευνα, λέει. Ερευνα». Ο Πιτκιν κάγχασε. «Πρεζάκια!»
Ο Σβαρτς τον μιμήθηκε. «Οικονομολόγε!»

Η αίθουσα ήταν γεμάτη απόψε, κάπου τρεις χιλιάδες άτομα, με όλες τις θέσεις στο μεγάλο πέταλο του αμφιθεάτρου του Πανεπιστημίου πιασμένες, και η τηλεόραση να μεταδίδει τη διάλεξή του σε όλη την Παπούα και στη μισή Ινδονησία. Ο Σβαρτς στέκεται στην έδρα σαν ημίθεος κάτω από ένα σποτ. Παρ΄όλη την κούρασή του τώρα αισθάνεται καλά, χειρονομεί με ένταση, το βλέμμα του είναι επιβλητικό, η φωνή του βαθιά και ηχηρή, οι λέξεις κυλούν ελεύθερα από το στόμα του. «Μόνο ένας πλανήτης», λέει, «ένας μικρός και συνωστισμένος πλανήτης, όπου όλοι οι πολιτισμοί συγκλίνουν σε μια μουντή και μελαγχολική ομοιομορφία. Τι θλιβελό που είναι αυτό! Πόσο μικροσκοπικοί γινόμαστε, όταν μοιάζουμε όλοι!». Τινάζει τα χέρια του ψηλά. «Κοιτάξτε τα άστρα, τα απρόσιτα άστρα! Φανταστείτε, αν μπορείτε, τα εκατομμύρια κόσμους που στρέφονται γύρω από αυτούς τους λαμπερούς ήλιους πέρα από το σκοτάδι της νύχτας! Φανταστείτε μαζί μου άλλα πλάσματα, άλλα ήθη, άλλους θεούς. Πλάσματα κάθε μορφής, ξένα στην εμφάνιση αλλά όχι αλλόκοτα, όχι φρικιαστικά, γιατί κάθε μορφή ζωής είναι όμορφη: όντα που αναπνέουν αέρια παράξενα σε μας, όντα τεραστίου μεγέθους, όντα με πολλά άκρα ή με κανένα, όντα για τα οποία ο θάνατος είναι το θείο αποκορύφωμα της ύπαρξης, όντα που δεν πεθαίνουν ποτέ, όντα που γεννούν τους απογόνους τους κατά χιλιάδες κάθε φορά, όντα που δεν αναπαράγονατι - όλες τις άπειρες πιθανότητες του απείρου συστήματος!

«Ισως σε καθένα απ' αυτούς τους κόσμους να είναι όπως είναι εδώ: ένα έλλογο είδος, ένας πολιτισμός, η αιώνια σύγκλιση. Αλλά όλοι αυτοί οι κόσμοι μαζί προσφέρουν μια τεράστια ποικιλία. Και τώρα: μοιραστείτε αυτό το όραμα μαζί μου! Βλέπω ένα πλοίο να ταξιδεύει από άστρο σε άστρο, ένα διαστημόπλοιο του μέλλοντος, και μέσα σ' αυτό το πλοίο είναι ένα δείγμα πολλών ειδών, πολλών πολιτισμών, ένα τυχαίο συνονθύλευμα από τη φανταστική ετερομορφία του γαλαξία. Αυτό το πλοίο είναι ένας μικρός κόσμος, κλειστός, σφραγισμένος. Θα ήταν καταπληκτικό να βρίσκεται κανείς σε αυτό, να συναντήσει σ' αυτόν το μικρό χώρο μια τόσο πλούσια ποικιλία πολιτισμών! Ο κόσμος μας ήταν κάποτε σαν αυτό το διαστημόπλοιο, ένα μικρό σύμπαν, που περιείχε χιλιάδες γήινους πολιτισμούς, Χόπι και Εσκιμώους και Αζτέκους και Κουακιούτ και Αραπες και Οροκόλο και τόσους άλλους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας αρχίσαμε να μοιάζουμε μεταξύ μας πάρα πολύ, κι αυτό έχει φτωχύνει τις ζωές όλων μας επειδή ...».

Ξαφνικά αρχίζει να τα χάνει. Νιώθει αδυναμία, και πιάνεται από τις άκρες της έδρας. «Επειδή...». Ο προβολέας, σκέφτεται. Στα μάτια μου. Δεν θα έπρεπε να είναι τόσο δυνατός, αλλά με τυφλώνει. Πρέπει να τον αλλάξουν. «Κατά τη διάρκεια - τη διάρκεια του ταξιδιού μας...» Τι συμβαίνει; Αρχίζει να ιδρώνει τώρα. Πονάει το στήθος του. Η καρδιά μου; Ηρέμησε, πιο αργά, βρες την αναπνοή σου. Αυτό το φως στα μάτια μου...
«Πες μου», είπε σοβαρά ο Σβαρτς, «πώς είναι να ξέρεις πως θα έχεις δέκα σώματα, το ένα μετά το άλλο, και πως θα ζήσεις πάνω από χίλια χρόνια».
«Πες μου πρώτα εσύ», είπε η Ανταριανή, «πώς είναι να ξέρεις πως θα ζήσεις ενενήντα χρόνια ή και λιγότερο, και μετά θα χαθείς για πάντα».

Τελικά κατορθώνει να συνεχίσει. Ο πόνος στο στήθος του γίνεται πιο έντονος, δεν μπορεί να εστιάσει το βλέμμα του, αισθάνεται πως θα χάσει τις αισθήσεις του από στιγμή σε στιγμή, και ίσως να έχει ήδη λιποθυμήσει, αλλά συνεχίζει. Στηρίζεται στο αναλόγιο και περιγράφει περιληπτικά το πρόγραμμα που ανέπτυξε στο Η Μάσκα Κάτω από το Δέρμα. Μια οργάνωση σε φυλές χωρίς αναγέννηση του άσχημου εθνικισμού. Η αναζήτηση μιας ανανεωμένης αίσθησης συγγένειας με το παρελθόν. Περιορισμός των άσκοπων ταξιδιών, και ιδίως του τουρισμού. Βαριά φορολογία στα εξαγώμενα χειροτεχνήματα, τις κινηματογραφικές ταινίες και τα βίντεο. Μια προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητων πολιτιστικών μονάδων στη Γη, διατηρώντας το τωρινό επίπεδο οικονομικής και πολιτικής αλλελεξάρτησης. Εγκατάλειψη των υλιστικών τεχνολογικών - βιομηχανικών αξιών. Νέες αναζητήσεις βασικών νοημάτων. Μια εθνική αναγέννηση, προτού είναι πολύ αργά, στους πολιτισμούς που πρόσφατα εγκατέλειψαν τα παραδοσιακά τους έθιμα. (Επαναλαμβάνει και διανθίζει ιδιαίτερα αυτό το σημείο, για τους Παπούα που τον παρακολουθούν, τα τρισέγγονα των καννιβάλων).

Η ανησυχία και η σύγχυση έρχονται και φεύγουν καθώς ξετυλίγει τα θέματά του. Φωνάζει παθιασμένα ζητώντας να μπει ένα τέλος στην ομογενοποίηση της Γης και σιγά - σιγά τα συμπτώματα εξαφανίζονται, εκτός από ένα ελαφρύ ίλιγγο. Αλλά τον πιάνει μια διαφορετική αδιαθεσία καθώς πλησιάζει στον επίλογο. Η φωνή του φαίνεται σαν ένα μακρινό κρώξιμο, γελοία και χωρίς νόημα. Ολα αυτά τα έχει πει χίλιες φορές, προκαλώντας πάντα επεφημίες, αλλά ποιος τον ακούει; Ολα φαίνονται κούφια σήμερα, μηχανικά, παράλογα. Μια αναγέννηση των εθνών; Οι άνθρωποι που τον παρακολουθούν πρέπει να γυρίσουν στις καλύβες τους, γυμνοί; Το διαστημόπλοιο του είναι μια φαντασία, ένα όνειρο του για μια Γη με ποικιλία είναι μια απλή ανοησία. Αυτό που υπάρχει, θα συνεχίσει αν υπάρχει. Κι όμως συνεχίζει τον επίλογό του. Παίρνει το ακροατήριο μαζί του σ' αυτό το διαστημόπλοιο, δημιουργεί μια ορδή φανταχτερών πλασμάτων για χάρη τους, συμπληρώνει τη μεταφορά του περιγράφοντας χοντρικά τις δομές πέντε-έξι εξαφανισμένων «πρωτόγονων» πολιτισμών της Γης, τραγουδά τα τραγούδια των Ναβάχο, των Πυγμαίων της Γκαμπόν, των Ασάντι, των Μουντούγκουμορ. Τελείωσε. Πνίγεται σ' έναν καταρράκτη χειροκροτημάτων.

Περιμένει στη θέση του ώσπου έρχονται μερικά μέλη της οργανώτριας επιτροπής για ν ατον βοηθήσουν να κατέβει: έχουν καταλάβει την εξάντλησή του. «Δεν είναι τίποτα», λέει λαχανιασμένα. «Τα φώτα... πολύ δυνατά...» Η Αυγή είναι δίπλα του. Του δίνει ένα ποτό, κάτι κρύο. Δύο μέλη της επιτροπής αρχίζουν να μιλούν για μια δεξίωση προς τιμήν του στο Πράσινο Δωμάτιο. «Ωραία», λέει ο Σβαρτς. «Θα χαρώ». Η Αυγή μουρμουρίζει μια διαμαρτυρία. Εκείνος τη σταματά. «Είναι υποχρέωσή μου» της λέει. «Να συναντήσω τους αρχηγούς της κοινότητας. Τους ανθρώπους της Σχολής. Αισθάνομαι καλύτερα τώρα. Αλήθεια». Τρικλίζοντας, τρέμοντας, τους αφήνει να τον οδηγήσουν.

«Εβραίος», είπε η Ανταριανή. «Λες πως είσαι Εβραίος, αλλά τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Φατρία, ομάδα, φυλή, έθνος, τι; Μπορείς να μου το εξηγήσεις;»
«Καταλαβαίνεις τι είναι η θρησκεία;»
«Φυσικά».
«Ο Ιουδαϊσμός - των Εβραίων - είναι μια από τις μεγαλύτερες θρησκείες της Γης».
«Είσαι δηλαδή ιερέας;»
«Καθόλου. Δεν ακολουθώ καν τον Ιουδαϊσμό. Αλλά οι πρόγονοί μου ήταν πιστοί, και έτσι θεωρώ τον εαυτό μου Εβραίο, αν και...»
«Είναι δηλαδή μια κληρονομική θρησκεία, που δεν ζητά από τους πιστούς της να ακολουθούν το τυπικό;»
«Κατά μία έννοια», είπε ο Σβαρτς με απελπισία. «Είναι μάλλον μια κληρονομική πολιτιστική υποομάδα με μια κοινή θρησκευτική αντίληψη που όμως δεν θεωρείται πια σημαντική».
«Α. Και τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά των Εβραίων που τους καθορίζουν και τους διαχωρίζουν από την υπόλοιπη ανθρωπότητα είναι...»
«Εε...» δίστασε ο Σβαρτς. Υπάρχει ένας πολύπλοκος διαιτητικός κώδικας, μια τελετή περιτομής για τα νεογέννητα αγόρια, μια τελετή ενηλικίωσης πάλι για τα αγόρια, μια γραπτή γλώσσα, μια καθομιλοθμένη που καταλαβαίνουν λίγο - πολύ οι Εβραίοι σ' όλο τον κόσμο, και πολλά ακόμα, και μια ακαθόριστη αίσθηση φυλετικής συγγένειας, καθώς και κάποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές, όπως μια απολογητική αίσθηση του χιούμορ...»
«Ακολουθείς τον διαιτητικό κώδικα; Καταλαβαίνεις τη γλώσσα και τη γραφή;»
«Οχι ακριβώς», παραδέχτηκε ο Σβαρτς. «Στην πραγματικότητα δεν κάνω τίποτα ιδιαίτερα εβραϊκό μόνο σκέπτομαι τον εαυτό μου Εβραίο και υιοθετώ πολλά από τα χαρακτηριστικά εβραϊκά πρότυπα προσωπικότητας, που όμως δεν είναι πια αποκλειστικά εβραϊκά... Υπάρχουν και στους Ιταλούς, για παράδειγμα, και ως ένα σημείο στους Ελληνες. Μιλάω για τους Ιταλούς και τους Ελληνες του τέλους του εικοστού αιώνα, φυσικά. Τώρα...» Είχε κάνει μια φοβερή σαλάτα. «Τώρα...»
«Απ' ότι φαίνεται», είπε η Ανταριανή, «είσαι Εβραίος μόνο και μόνο επειδή η μητέρα σου και ο πατέρας σου ήταν Εβραίοι και εκείνοι...»
«Οχι, όχι ακριβώς. Δεν ήταν η μητέρα μου, μόνο ο πατέρας μου και εκείνος ήταν Εβραίος μόνο από τον πατέρα του, αλλά και η γιαγιά μου ακόμα δεν τηρούσε τα έθιμα, και...»
«Νομίζω πως όλα αυτά είναι πολύ μπερδεμενα», είπε η Ανταριανή. «Αποσύρω την ερώτηση. Ας μιλήσουμε καλύτερα για τις δικές μου παραδόσεις. Η Εποχή των Ενάρξεων, για παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί...»

Στο Πράσινο Δωμάτιο κάπου ογδόντα με εκατό επιφανείς Παπούα συνωστίζονται γύρω του για να τον συγχαρούν. «Πολύ σωστά», λένε. «Μια παγκόσμια καταστροφή». «Η τελευταία ευκαιρία να σώσουμε τον πολιτισμό μας». Το χρώμα τους είναι σοκολατένιο, αλλά τα πρόσωπά τους προδίδουν το γενετικό ανακάτωμα των προγόνων τους: ίσως λένε πως είναι Αραπες, Μουντούγκουμορ, Τσαμπουλί, Μαφούλου, όπως ο ίδιος λέει πως είναι Εβραίος, αλλά έχουν γαρνιριστεί με χρωματοσώματα Κινέζων, Ιαπώνων, Ευρωπαίων, Αφρικανών, τα πάντα. Ντύνονται στο Παγκόσμιο Στυλ. Μιλούν ιδιωματικά, ζωντανά Αγγλικά. Ο Σβαρτς νιώθει ναυτία. «Φαίνεται ζαλισμένος», ψιθυρίζει η Αυγή. Εκείνος χαμογελά γενναία. Το σώμα του είναι σαν ξερά κόκαλα. Το μυαλό του σαν σβησμένες στάχτες. Τον συστήνουν στον αρχηγό μιας φυλής, ψηλό, γκριζομάλλη, που φαίνεται να μιλάει σαν καθηγητής, δικηγόρος, τραπεζίτης.

Τι, αυτοί οι άνθρωποι θα γυρίσουν στους λόφους για την τελετή του μαζέματος της γλυκοπατάτας; Τα νεογέννητα κορίτσια θα εγκαταλείπονται, άπλυτα, με άκοπους λώρους, αν οι πατέρες τους δεν χρειάζονται άλλα κορίτσια; Τα αγόρια που ενηλικιώνονται θα παραδίδονται στις ακριβές υπηρεσίες του μυητή που θα τους θυσιάσει με δόντια κροκοδείλων; Δεν υπάρχουν πια κροκόδειλοι. Οι σαμάνοι έχουν γίνει χρηματιστές.

Ξαφνικά δεν μπορεί να αναπνεύσει.
«Βγάλτε με από εδώ», μουρμουρίζει βραχνά ο Σβαρτς, πνιχτά.
Η Αυγή, με την αποτελεσματικότητα της αεροσυνοδού, ανοίγει δρόμο στο πλήθος. Οι διοργανωτές, ανήσυχοι, τρέχουν να βοηθήσουν. Τον μεταφέρουν γρήγορα στο ξενοδοχείο του μ' ένα μικρό αμάξι. Η Αυγή τον βοηθά να ξαπλώσει. Συνέρχεται και προσπαθεί να την αγκαλιάσει.
«Δεν χρειάζεται», του λέει. «Πέρασες μια κουραστική μέρα».
Επιμένει. Την αγκαλιάζει και την παίρνει, γρήγορα, άγρια, και κινούνται μαζί για λίγα λεπτά και μετά τελειώνει και ο Σβαρτς βυθίζεται στο κρεββάτι, εξαντλημένος, ναρκωμένος. Η Αυγή βρίσκει ένα κρύο πανί και σκουπίζει το μέτωπό του, παρακαλώντας τον να ξεκουραστεί. «Φέρε μου τα φάρμακά μου», λέει. Θέλει σινταρτίνη, αλλά εκείνη τον παρεξηγεί, επίτηδες ίσως, και του προσφέρει κάτι μεγάλο και μπλε, ένα υπνωτικό, κι εκείνος, πολύ κουρασμένος για να διαμαρτυρηθεί το παίρνει. Παρ' όλα αυτά, του φαίνεται σαν να περνούν ώρες προτού κοιμηθεί.

Ονειρεύεται πως είναι στο αεροδρόμιο, μπαίνοντας στον πύραυλο για την Μπαγκόγκ, κι αμέσως βρίσκεται να κατεβαίνει στην Μπαγκόγκ - σαν το Πορτ Μπόρεσμπυ, μόνο που έχει περισσότερη υγρασία - και μιλά σε μια ορδή ενθουσιωδών Ταϊλανδών, ενώ πύραυλοι πετούν γύρω του και τον μεταφέρουν από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο, και οι Ταϊλανδοί ξεθωριάζουν και γίνονται Ιάπωνες, που μεταμορφώνονται σε Μογγόλους, που γίνονται Ούιγκουρ, που γίνονται Πέρσες, που γίνονται Σουδανοί, που γίνονται Κονγκολέζοι, που γίνονται Χιλιανο, κι όλοι είναι ίδιοι, όλοι είναι ίδιοι, όλοι είναι ίδιοι.
Οι Σπικανοί γύριζαν γύρω του σαν κόμπρες έτοιμες να χτυπήσουν. Αλλά τα μάτια τους, ζεστά και υγρά, ήταν συμπαθητικά, τρυφερά, ίσως. Ενιωσε την ακτινοβολία της ευσπλαχνίας τους. Αν είχαν τους μυς θα χαμογελούσαν, το ήξερε.
Ενας από τους εξωγήινους έσκυψε κοντά του. Η μικρή μεταφραστική μηχανή αιωρήθηκε μπροστά στον Σβαρτς σαν ιερό μενταγιόν. Μισόκλεισε τα μάτια του και συγκεντρώθηκε όσο πιο καλά μπορούσε στις κόκκινες λέξεις που έτρεχαν στην οθόνη.
«...έφτασε. Θα...»
«Ξανά, σας παρακαλώ», είπε ο Σβαρτς. «Δεν είδα μερικά από αυτά που λέγατε».
«Η στιγμή... έφτασε. Θα ανταλλάξουμε τα μυστήρια τώρα».
«Μυστήρια;»
«Φάρμακα».
«Φάρμακα, ναι. Ναι. Ναι, φυσικά». Ο Σβαρτς έπιασε τη θήκη του. Ενιωσε το ψυχρό, λείο δέρμα της. Δέρμα; Δέρμα φιδιού, ίσως. Τέλος πάντων. Την έβγαλε. «Ορίστε», είπε. «Σινταρτίνη, ληριτονίνη, ψιλεγκεφαλίνη, LSD-57. Διαλέχτε». Οι Σπικανοί διάλεξαν τρία μικρά, γαλάζια χάπια σινταρτίνης. «Πολύ ωραία», είπε ο Σβαρτς. «Το πιο υπερβατικό. Και τώρα...»
Ο ψηλώτερος εξωγήινος του πρόσφερε μια μπάλα ξερού πορτοκαλί μύκητα στο μέγεθος του νυχιού του.
«Μια ισοδύναμη δόση. Στην προσφέρουμε».
«ισοδύναμη. Θα σου δώσει ειρήνη».
Ο Σβαρτς χαμογέλασε. Υπάρχει η ώρα των ερωτήσεων και η ώρα της δράσης. Πήρε τον μύκητα και έκανε να πάρει ένα ποτήρι νερό.
«Περίμενε!». Ο Πιτκιν εμφανίστηκε ξαφνικά. «Τι πας ...»
«Πολύ αργά», είπε ήρεμα ο Σβαρτς, και κατάπιε το Σπικανό ναρκωτικό με μια γουλιά.

Οι εφιάλτες συνεχίζονται. Γυρίζει τη Γη σαν τον Ιπτάμενο Ολλανδό, σαν τον Περιπλανώμενο Ιουδαίο, απο αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο, ένα ατελείωτο ταξίδι απο το πουθενά. Περιποιητικές επιτροπές τον υποδέχονται και τον συνοδεύουν στο ξενοδοχείο του. Μερικές φορές τα μέλη της επιτροπής είναι σύγχρονοι τύποι, όμοιοι μεταξύ τους, με τυπικά πρόσωπα, τυπικά ρούχα το νέο μοντέλο του υβριδικού ανθρώπου, και μερικές φορές είναι συνειδητά εθνικοί, στολισμένοι εξεζητημένα με φτερά και χρώματα και φυλετικά εμβλήματα, το ιδίωμά τους είναι το ιδίωμα της Ουγκάντα και της Γης του Πυρός και του Νεπάλ, και του Σβαρτς του φαίνεται πως αυτοί οι μασκαράδες είναι, αν μη τι άλλο, λιγότερο αυθεντικοί, λιγότερο τίμιοι από τους άλλους, που είναι τουλάχιστον πραγματικοί αντιπρόσωποι της εποχής τους. Ούτως ή άλλως λοιπόν θα υπάρχει ελπίδα. Χτυπάει το μαξιλάρι του, μουγκρίζει, ξυπνάει. Αμέσως τα χέρια της Αυγής τον αγκαλιάζουν. Τραυλίζει ασυνάρτητες φράσεις μέσα σε αναφιλητά στη μασχάλη της, κι εκείνη μουρμουρίζει κατευναστικά στο μέτωπό του. Εχει καταρρεύσει, το καταλαβαίνει: μια νέα κρίση αξιών, μια συντριβή της φιλοσοφικής σύνθεσης που τον βοήθησε να περάσει τα τελευταία χρόνι. Εχει πέσει στη ρουτίνα, γυρίζει, γυρίζει, γυριζει, διασχίζει τις ηπείρους, χωρίς να φτάνει πουθενά. Δεν υπάρχει μέρος να πάει. Οχι. Υπάρχει ένα, ένα μόνο, ένα μέρος όπου θα βρει την ειρήνη, όπου το σύμπαν θα είναι όπως θα το ήθελε να είναι. Πήγαινε εκεί Σβαρτς. Πήγαινε και μείνε όσο μπορείς. «Μπορώ να σε βοηθήσω;» ρωτάει η Αυγή. Εκείνος τρέμει και κουνάει το κεφάλι του. «Πάρε αυτό», του λέει, και του δίνει κάποιο χάπι. Ενα ακόμα ηρεμιστικό. Εντάξει. Εντάξει. Ο κόσμος έχει γίνει πορσελάνινος. Το δέρμα του του φαίνεται πλαστικό. Πέρα, πέρα στο πλοίο.. Στο πλοίο! «Αντίο», λέει ο Σβαρτς.

Εξω απο το πλοίο οι Καπελάνοι κουλουριάζονται και γυρίζουν στον τελετουργικό τους χορό, ενώ, χωρίς βάρος και μάζα, κινούνται προς το χείλος του γαλαξία με μια ταχύτητα εννιά φορές μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός. Κινούνται με μια χάρη καταπληκτική για πλάσματα του όγκου τους. Ενα εκτυφλωτικό φως που πηγάζει από το κέντρο του σύμπαντος αντανακλάται στο γυαλιστερό τους ρεύμα και αντηχεί σ' όλο το φάσμα καθώς θρυμματίζεται σε αστραφτερές σερμπαντίνες υπερέρυθρου, υποϊώδους, εξωκίτρινου. Ολος ο κόσμος λάμπει και τρεμοφέγγει. Μια τέλεια νότα μουσικής έρχεται από μακριά και, καθώς πλησιάζει, διογκώνεται σ' ένα ατελεύτητο κρεσέντο. Ο Σβαρτς τρέμει από την ομορφιά όλων αυτών που αισθάνεται.

Δίπλα του στέκεται η λυγερή Ανταριανή. Εκείνη - δεν υπάρχει αμφιβολία, εκείνη - τον τραβάει από το χέρι και ψιθυρίζει: «θα πας σ' αυτούς;»
«Ναι. Ναι, φυσικά».
«Κι εγώ. Οπου πας».
«Τώρα», λέει ο Σβαρτς. Πιάνει το μοχλό που ανοίγει την μπουκαπόρτα.Τον κατεβάζει. Το πλευρό του διαστημοπλοίου ανοίγει.
Η Ανταριανή κοιτάζει βαθιά στα μάτια του. «Ποτέ δεν σου είπα το όνομά μου. Με λένε Αυγή», λέει ευτυχισμένα.
Μαζί περνούν απ' την μπουκαπόρτα στο διάστημα.

Το σκοτάδι τους δέχεται απαλά. Δεν υπάρχει κρύο, ούτε πίεση στα πνευμόνια, καμμιά ανησυχία. Τον περιβάλλουν φωτεινά κύματα, παλλόμενοι μανδύες καθαρού χρώματος, σαν να μπήκε στην καρδιά του βορείου Σέλατος. Μαζί με την αυγή κολυμπούν προς τους Καπελάνους, και τα τεράστια όντα τους υποδέχονται με βαθιές, χαρούμενες, δυνατές φωνές. Η Αυγή παίρνει μέρος αμέσως στο χορό, κουνώντας τα ευκίνητα μέλη της με υπερβολική άνεση, ο Σβαρτς θα την ακολουθήσει αμέσως, αλλά πρώτα γυρίζει να κοιτάξει το διαστημόπλοιο που αιωρείται στο διάστημα κοντά του σαν μια τεράστια χάλκινη βελόνα, και με μια φωνή που τραντάζει το σύμπαν φωνάζει: «Ελάτε, φίλοι! Ελάτε όλοι σας! Ελάτε να χορέψετε μαζί μας!» και έρχονται, βγαίνουν από την μπουκαπόρτα, οι Σπικανοί πρώτα, και μετά όλοι οι υπόλοιποι, ένα μεγάλο πλήθος, οι ταξιδιώτες από τον Φομαλώ και τον Αχερνάρ και τον Ακρουξ και τον Αλδεβαράν, απ' το Θουμπάν και τον Αρκτούρο και τον Αλταιρ, από τον Πολικό και τον Κάνωπο και τον Σείριο και τον Ρίγελ, εκατοντάδες πλάσματα των άστρων ξεχύνονται ευτυχισμένα απο το πλοίο, όλοι τους, ακόμα και ο Πίτκιν, ο κακόμοιρος ο Πιτκιν, κι όλοι ενώνουν τα χέρια τους και τα πλοκάμια τους και τα ψευδοπόδια τους και ό,τι έχουν, σχηματίζοντας ένα μεγάλο δαχτυλίδι φωτός στο διάστημα, δημιουργώντας ενότητα από την ποικιλία, διατηρώντας όμως την ποικιλία μέσα στην ενότητα, όλοι αγκαλιασμένοι σε μια κοσμική αρμονία.

Χορεύοντας όλοι. Χορεύοντας. Χορεύοντας.